Текст
                    _l\ifl£*4i
'S FS
i iE».


ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
• Για την Ελληνκή γλώσσα Κ. Καπόπουλος Ζωοδ. Πηγής 24 ΑΘΗΝΑ 106 81 ΤΗΛ. 3636482 - 3605451
Λ. Φ. ΙΛΙΤΣΕΦ - Π. Ν. ΦΕΝΤΟΣΕΠΕΦ (της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ) ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΜΟΣ πέμπτος κ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΗΝΑ 1986
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Λ. Φ. ΙΛΙΤΣΕΦ, Ακαδημαϊκός Π. Ν. ΦΕΝΤΟΣΕΠΕΦ, Ακαδημαϊκός Σ. Μ. ΚΟΒΑΛΙΕΦ, Δόκτωρ Φιλοσ. Επιστημών Β. Γκ. ΠΑΝΟΦ, Δόκτωρ Φιλοσ. Επιστημών ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ Δρ. Φιλ. Σ. Σ. ΑΒΕΠΝΤΣΕΦ (Ιστορία της αρχαίας και της μεσαιωνικής φιλοσοφίας)· Δρ. Φιλ. Μ. Γκ. ΠΑΡΟΣΕΦΣΚΙ (Ψυχολογία)· Δρ. Φιλ. Β. Ι. ΓΚΑΡΑΤΖΑ (Γενικά ζητήματα αθεϊσμού και θρησκείας)· Δρ. Φιλ. Β. Ε. ΕΒΓΚΡΑΜΟΦ. (Ιστορία της φιλοσοφίας των λαών της ΕΣΣΔ) Δρ. Φιλ. Α. Γκ. ΖΝΤΡΑΒΟΜΙΣΛΟΦ. (Κοινωνιολογία) Δρ. Φιλ. Β. Ζ. ΚΕΛΛΕ (Ιστορικός υλισμός)· Δρ. Φιλ. Ι. Σ. ΚΟΝ. (Κοινωνιολογία)· Δρ. Φιλ. Β. Α. ΛΕΚΤΟΡΣΚΙ. (Διαλεκτικός υλισμός)· Μέλος της Ακαδημίας Παιδαγωγικών Επιστημών της ΕΣΣΔ. Α. Ν. ΛΕΟΝΤΙΕΦ (Ψυχολογία)· Δρ. Φιλ. Μπ. Β. ΜΠΙΡΙΟΥΚΟΦ (Λογική)· Δρ. Φιλ. Μπ. Ε. ΜΠΙΧΟΒΣΚΙ (Ιστορία της φιλοσοφίας)· Ακαδημαϊκός Τ. Ι. ΟΙΖΕΡΜΑΝ (Ιστορία της νέας και νεώτερης φιλοσοφίας)· Δρ. Φιλ. Γκ. Ι. ΡΟΥΧΑΒΙΝ (Φιλοσοφικά προβλήματα των φυσικών επιστημών) Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ Α. Γκ. ΣΠΙΡΚΙΝ (Διαλεκτικός υλισμός). ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Αρχισυντάκτης, Διδ. Φιλ. Ν. Μ. ΛΑΝΤΑ" πρώτος επιστημονικός συντάκτης, Β. Μ. ΣΜΟΛΚΙΝ (Διαλεκτικός Υλισμός, Φιλοσοφικά προβλήματα της Φυσιογνωσίας, Λογική, Ιστορία της Φιλο- σοφίας των Νέων Χρόνων και της σύγχρονης εποχής)· επιστημονικός συντάκτης, Διδ. Φιλ. Β. Ι. ΧΜΕΛΕΦΣΚΙ (Ιστορικός Υλισμός, Κοινωνιολογία)· πρώτος επιστημονικός συντάκτης Γιου. Ν. ΠΟΠΟΦ (Αισθητική, Ηθική, Ψυχολογία, Ιστορία της αρχαίας και της μεσαιωνικής φιλοσοφίας, Ιστορία της Φιλοσοφίας της Ανατολής)· επιστημονικός συντάκτης, Διδ. Φιλ. Ν. Ι. ΝΤΕΜΙΝΑ (Ι- στορία της Φιλοσοφίας των Νέων Χρόνων και της σύγχρονης εποχής. Ιστορία της Φιλοσο- φίας)· επιστημονικός συντάκτης Ο. Ε. ΝΕΣΤΕΡΟΒΑ· συντάκτης Λ. Α. ΝΤΕΜΙΝΤΕΝΚΟ.
Η Συντακτική επιτροπή γράφει λιτά για το έργο «Το Φιλοσοφικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό περιλα- βαίνει δυο χιλιάδες λήμματα που πραγματεύο- νται τα προβλήματα του διαλεκτικού και ιστορι- κού υλισμού, φιλοσοφικά θέματα φυσιογνωσίας, κοινωνιολογίας, ηθικής, αισθητικής, φιλοσοφικά προβλήματα ψυχολογίας, λογικής, αθεϊσμού, θρησκείας. Δίνεται ένα πανόραμα της παγκό- σμιας ανάπτυξης της φιλοσοφίας. Μεγάλος αριθμός λημμάτων αφιερώνεται στους φιλοσόφους, τους κοινωνιολόγους, τους ψυχο- λόγους που επέδρασαν στην ανάπτυξη της φιλο- σοφίας και γενικά της κοινωνικής σκέψης».
Συνεργάστηκαν στην ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ γλωσσικη επιμελεια εκδοτικη επιμελεια διορθώσεις αποδοση ορων Χιωτάκης Τάκης Δημ(χ7ΐογράφος Βονδουλάκης Γιάννης Γρηγορακάκης Γιάννης Κρητικός Γιάννης Κυριακάτος Μάκης Μπακοπούλου Ελένη ΣαροφεΙδης Κώσης Τασιόπουλος Τάκης Χΐ€0τάκης Τάκης Γρηγοροπούλου Βάνα Φιλόλογος Καπόπουλος Κώστας Γρηγορακάκης Γιάννης Βανδουλάκης Γιάννης Μουσούρης Απόστολος Παπαγούνος Γιώργος
ελληνική έκδοση • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ • συμπληρώσεις ΣΤΑ ΛΗΜ- ΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ • ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ ΛΗΜΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑ- ΞΗ > Βορυμποπιώτης Γρηγόρης Θεολόγος - Παιδαγωγός > Βώρος Φανούριος Σύμβουλος του ΚΕΜΕ, Φιλόλογος » θέμελη - Αλατζόγλου Γραμματική Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, Συντάκτης του Κέ- ντρου Ερευνών της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Α- καδημίας Αθηνών » Καράς Γιάννης Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, Ερευνητής του Κέ- ντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύ- ματος Ερευνών ' Κρητικός Γιάννης Κοινωνιολόγος Κύρκος Βααίλης Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, Καθηγητής της Φιλο- σοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Μπιτοάκης Ευτυχής Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, Καθηγητής της Φιλο- σοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Νούτσος Παναγιώτης Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Αναπληρωτής Καθηγη- τής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Παπαγούνος Γιώργος Ιστορικός της Φιλοσοφίας και πις Επιστήμης Παπαθεολόγου Πολυξένη Βιολόγος Ρούσσος Ευάγγελος Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας ' Στέργιου Νίκος Κοινωνιολόγος Τασιόπουλος Τάκης Οικονομολόγος, Εκτακτος Καθηγητής Εφ. ΤΕΙ Α- θήνας Φασουλάκης Στέριος Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, Λέκτωρ του Πανεπι- στημίου Αθηνών Φίλιας Βασίλης Καθηγητής, Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολο- γίας της Παντείου Σχολής
Ol ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ αριθ. απόσπ. βιβ. βιβλγ. βλ. γεν. έκδ. κ.ά. κ.ε. κεφ. κ.λπ. κ.ο.κ. λατ. λ.χ. μερ. μετφ. παργρ. πρβλ. (χινσκ. σελ. στο ίδιο συλ. τ. RE SQ Suppl. - αριθμός - απόσπασμα - βιβλίο - βιβλιογραφία - βλέπε - γεννήθηκε - έκδοση - και άλλοι - και εξής - κεφάλαιο - και λοιπά - και ούτω καθεξής - λατινικά - λόγου χάρη - μέρος - μετάφραση - παράγραφος - παράβολε - σανσκριτικό - σελίδα - προαναφερόμενο έργο - συλλογή - τόμος - «Real Encyclopädle» - και εξής - συμπλήρωμα Κ. Λ. Μ. Μ.-Λ. Π. ΣΠ-Ογκ Β. Bdpst. Berk. Brux. Cal. Camb. Hamb. HIdb. L. Lpz. Mtl. Münch. N.Y. Oxf. P. Stuttg. W. Warsz. Wash. Z. - Κίεβο - Λένινγκραντ - Μόσχα - Μόσχα Λένινγκραντ - Πετρούπουλη - Σανκτ - Πέτερμπουργκ - Βερολίνο - Βουδαπέστη - Μπέρκλεϊ - Βρυξέλλες - Καλκούτα - Κέμπρπς - Αμβούργο - Χάιλδεμβέργη - Λονδίνο - Λιψία - Μιλάνο - Μόναχο - Νέα Υόρκη - Οξφόρδη - Παρίσι - Στουτγκάρδη - Βιέννη - Βαρσοβία - Ουάσιγκτων - Ζυρίχη ΕΚΔΟΣΕΙΣ CAG DK Migne MIgne RE SVF - Commentaria in Aristotelem Graeca, edita consilio et auctoritate Academiae ütterarum Regiae Bomssicae, Berolini, v. 1 - 23, 1882 - 1909, Supplementum v. 1 - 3, 1885 -1903 (1960 -1961). ' Εκδοση ελληνικών σχολίων στο έργο του Αριστοτέλη από τον Ασπάσιο (2ος αι.) σε 23 τόμους (51 μέρη). -1 - II - Diels Η., Kranz W. (Hrsg). Die Fragmente der Vorsokratiker, Bd 1 - 3, Berlin, 1951 -1952. PG - Patrologiae cursus completus, series I: Ecciesia graeca, v. 1 167, P., 1857 1912. PL - Patrologiae cursus completus, series II: Ecciesia latina, v. 1 - 221, P., 1841 1864. - Paulys Real - Encyclopädie der classischen AltertumswissenschaftNeut3eart)eitung hrsg. V: G. Wissowa. W. Kroll U. A. Reihe 1. 2 (nebst. Supplement 1 ff.), 1894-. - Stoicorüm veterum fragmenta collegit toannes ab Arnim v. 1 - 4, Lipsiae. 1921 24. ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ KAI ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ol παραπομπές στα Άπαντα των Κ. Μαρξ και Φ. ' Ενγκελς αναφέρονται στη 2η ρωσ. έκ- δοση (Μόσχα, 1955 - 81, τόμοι 1 - 50). Οι παραπομπές στα Άπαντα του Β. Ι. Λένιν αναφέρο- νται στην 5η πλήρη έκδοση των έργων του (Μόσχα, 1958 - 65, τόμοι 1 - 55). Το σημείο ■ που βρίσκεται στην αρχή της βιβλιογραφίας δείχνει έργα του αναφερόμε- νου φιλόσοφου, ενώ το σημείο · δείχνει τη βιβλιογραφία που υπάρχει σχετικά με το έργο του.
Σέλζαμ (Selsam) Χόβαρντ (28.6.1903, Χάρρισμπεργκ, Πενσυλβανία, - 7.9.1970, Νέα Υόρκη). Αμερικανός μαρξιστής φι- λόσοφος, ένας από τους ιδρυτές του Α- μερικανικού Ινστιτούτου Μαρξιστικών Μελετών. Ο Σέλζαμ υπερασπίστηκε ε- νεργά και με συνέπεια τη διδασκαλία του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, άσκη- σε κριτική στον αμερικανικό πραγματισμό (βλ. <^Προγματισμός, η φιλοσοφία του α- μερικανικού ιμπεριαλισμού», στη συλλο- γή «Οι προοδευτικοί παράγοντες των ΗΠΑ στην πάλη για πρωτοπόρο ιδεολο- γία», 1955), στο νεοθετικισμό και σης άλ- λες ιδεαλιστικές τάσεις της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας. Στο βιβλίο του «Γι είναι φιλοσοφία;» («What is philoso- phy?», 1938) εκθέτει τις κύριες θέσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Στην εργα- σία του ^Φιλοσοφία και επανάσταση» (1957) έδειξε τον επαναστατικό ρόλο της φιλοσοφίας του μαρξισμού στο σύγ- χρονο κόσμο. Κεντρική θέση στα έργα του Σέλζαμ κατέχουν τα προβλήματα της ηθικής. Στο βιβλίο του «Ηθική και ιρόοδος. Νέες αξίες στον επαναστατικό κόσμο» («Ethics and progress. New val- ues in a revolutionary world», 1965) ο Σέλζαμ, αναλύοντας το πρόβλημα της ανθρώπινης ελευθερίας, την έννοια της ιστορικής προόδου, έδειξε τον ταξικό χαρακτήρα της ηθικής και επέκρινε την ηθική του καντιανισμού και του υπαρξι- σμού. Υπήρξε ένας από τους συντάκτες της «Χρηστομάθειας Τ77ς μαρξιστικής φι- λοσοφίας» («Reader in Marxist philoso- phy, from the writings of Marx, Engels and Lenin», 1963). Τα έργα του Σέλζαμ έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και εκδοθεί σε αρκετές χώρες. ■ Lenin' s notebooks. «Mainstream». 1962, ν. 15, No 4 On truth, «Science and society», 1963. V. 27. No 4 οε ρωο. μετφ.: Μαρξισμός και ηθική, Μ.. 1962. • Τσερκάσοφ 1.1., Από την ιστορία της μαρξι- στικής φιλοσοφικής σκέψης στις ΗΠΑ, Μ., 1977 θεώρηση Νικ. Στέργιου Σέλλαρς (Seilars) Ρόι Βουντ (9. 7. 1880, Εγκμόντβιλ, Οντάριο, Καναδάς, - 5.9.1973, Αν - Αρμπορ, Μίσιγκαν, ΗΠΑ). Αμερικανός φιλόσοφος. ' Ενας από τους θεμελιωτές του κρπικού ρεαλισμού. Οι πρώιμες γνωσιολογικές αντιλήψεις του Σέλλαρς, οι οποίες θεωρούσαν συμβολι- κό το χαρακτήρα της γνωστικής διαδικα- σίας, είχαν στοιχεία αγνωστικισμού. Αρ- γότερα ο Σέλλαρς υιοθέτησε τον υλισμό και ονόμασε τη θεωρία του «εξελικτικό νατουραλισμό». Έκανε έντονη πολεμική στις ιδεαλιστικές φιλοσοφικές τάσεις, ά- σκησε κρσική στη θεωρία του ψυχοφυ- σιολογικού δυϊσμού και την τελεολογική ερμηνεία της εξελικτικής διαδικασίας. Ε- πεξεργάστηκε τη θεωρία «της οργάνω- σης των επιπέδων» στη φύση, σύμφωνα με την οποία η εκδήλωση του ποιοτικά νέου συνδέεται με τη μετάβαση σε υψη- λότερο επίπεδο, το οποίο δεν ανάγεται 11
Σέλλινγκ σε κατώτερο επίπεδο. Στην Ηθική τόνιζε το συγκεκρ μένο - ιστορικά και κοινωνικά καθορισμέν ) χαρακτήρα των ηθικών κρί- σεων και ηθικών αξιών. Ο Σέλλαρς απέρ- ριπτε τη θεολογία και τα εκκλησιαστικά δόγματα και υποστήριζε τις θέσεις του ονομαζόμενου θρησκευτικού ανθρωπι- σμού (ουμανισμού). ■ Critical realism, Ν Υ., 1969 Reflections οη American philosophy from within, Notre Da- me - L., 1969' The principles, perspectives and Problems of philosophy, N.Y., 1970 σε ρωσ. μετφ.: Τα τρία στάδια του υλισμού, «Βα- πρόσι Φιλοσόφα», 1962, τεύχος 8. • Μπογκομόλοφ Α. Σ., Η αστική φιλοσοφία στις ΗΠΑ του 20ού αι. Μ , 1974, σελ. 205 - 17' Μπιχόφσκι Μη. Ε., Μνήμη Ρ. Β. Σέλλαρς, ^Φιλοσόφσκιγε ναούκι», 1974, τεύχος 4 Melchert Ν. Ρ., Realism, ma^erialism and the mind. The philosophy of R. W. Sellars, Spring- field, 1968. θεώρηση Γ. Παπαγούνου Σέλλινγκ (Schelling) Φρίντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ (27.1.1775, Λέονμπεργκ, 20.8.1854. Ραγκάτς, Ελβετία) Γερμανός φιλόσοφος, εκπρόσωπος του γερμανικού κλασικού ιδεαλισμού. Το 179ο άρχισε τις σπουδές του στο Θεολογικό Ινστιτούτο του Τύμπινγκεν μαζί με το Χαίλντερλιν και το Χέγγελ.,Διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιένας (1798 -1803), ό- που συνδέθηκε με τον όμιλο των ρομα- ντικών (Α. Β. και Φ. Σλέγκελ κ.ά.). Το 1806 πήγε στο Μόναχο. Διετέλεσε καθη- γητής των πανεπιστημίων του Ερλάνγκεν (1820 - 26), του Μονάχου (από το 1827) και του Βερολίνου (από το 1841). Στη φιλοσοφία του Σέλλινγκ διακρίνονται ορισμένες περίοδοι: η φιλοσοφία της φύ- σης (από τα μέσα της δεκαετίας του 1790), ο υπερβατικός, ή αισθητικός ιδεα- λισμός (1800 - 01), η «φιλοσοφία της ταυτότητας» (ώς το 1804), η φιλοσοφία της ελευθερίας (ώς το 1813) και η «θετι- κή φιλοσοφία», ή «φιλοσοφία της αποκά- λυψης» (ώς το τέλος της ζωής του). Ι- σχυρή επίδραση στο Σέλλινγκ άσκησε ο Φίχτε. Ωστόσο, γρήγορα προέκυψε δια- φωνία μεταξύ Σέλλινγκ και Φίχτε για την αντίληψη της φύσης, η οποία έπαψε να είναι για το Σέλλινγκ μόνο μέσο για την πραγματοποίηση του ηθικού σκοπού, υλι- κό, πάνω στο οποίο ο πρακτικός λόγος δοκιμάζει τις δυνάμεις του, και γίνεται αυτοτελής πραγματικότητα, «διάνοια« στην πορεία του νίγνεοθαι. Ο Σέλλινγκ έ- θεσε ως καθήκον του να αποκαλύψει με συνέπεια όλα τα στάδια της εξέλιξης της φύσης σιην κατεύθυνση της προς τον α- νώτερο σκοπό, δηλαδή να εξετάσει τη φύση ως ένα λυσιτελές σύνολο, ως μια μορφή της υποσυνείδητης ζωής της διά- νοιας, που προορισμός της είναι η γέννη- ση της συνείδησης. Το πρόβλημα της σχέσης της συνείδησης με το υποσυνεί- δητο βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής του Σέλλινγκ σε όλα τα στάδια της ανά- πτυξης του. Η διαλεκτική μέθοδος, που χρησιμοποίησε ο Φίχτε κατά την ανάλυση της δρασπιριότητας του «Εγώ», επεκτεί- νεται στο έργο του Σέλλινγκ και στην α- νάλυση των φυσικών διαδικασιών. Κάθε φυσικό σώμα νοείται ως προϊόν δράσης μιας δυναμικής αρχής (δύναμης), μιας αλληλεπίδρασης δυνάμεων που δρουν προς αντίθετη κατεύθυνση (θετικός και αρνητικός ηλεκτρισμός, θετικός και αρ- νητικός μαγνητικός πόλος κ.λπ.). Ο Σέλ- λινγκ έφτασε στους συλλογισμούς αυ- τούς από τις ανακαλύψεις των Α. Γαλβά- VI, Α. Βόλτα και Α Λαβουαζιέ σπι φυσική και τη χημεία, από τις εργασίες των Α. Χάλλερ και Α. Μπράουν στη βιολογία. Η φιλοσοφία της φύσης του Σέλλινγκ είχε αντιμηχανιστικό χαρακτήρα. Η αρχή της σκοπιμότητας, που βρίσκεται στη βάση του ζωντανού οργανισμού, έγινε για το Σέλλινγκ η γενική αρχή ερμηνείας της φύσης στο σύνολο της* την ανόργανη 12
Σέλλινγκ φύση τήν έβλεπε ως έναν υπανάπτυκτο οργανισμό. Η φιλοσοφία της φύσης του Σέλλινγκ άσκησε σημαντική επίδραση σε πολλούς φιλόσοφους της φύσης και φυ- σιοδίφες (Χ. Στέφενς, Κ. Γκ. Κάρους, Λ. Όκεν κ.ά.), καθώς και στους ρομαντι- κούς ποιητές (Λ. Τίκ, Νοβάλις κ.ά.). Στην περίοδο αυτή ο Σέλλινγκ βρίσκεται ήδη πιο κοντά στις παραδόσεις του νεοπλα- τωνισμού («Περί παγκοσμίου ψυχής» «Von der Weltseele», 1798), παρά στον ηθικό ιδεαλισμό του Φίχτε. Ο Σέλλινγκ θεωρούσε τη φιλοσοφία της φύσης οργανικό τμήμα του υπερβατικού ιδεαλισμού, που δείχνει πώς ολοκληρώ- νεται η εξέλιξη της φύσης με την εμφά- νιση του συνειδητού «Εγώ». Συμπληρώ- νεται από ένα άλλο τμήμα, που ερευνά τώρα την ανάπτυξη του ίδιου του «Εγώ» (ο^Σύοτημα του υπερβατικού ιδεαλι- ομού», 1800). Η δραστηριότητα του «Εγώ» χωρίζεται, κατά το Σέλλινγκ, σε δύο σφαίρες: τη θεωρητική και την πρα- κτκή. Η πρώτη αρχίζει από την αίσθηση, κατόπιν περνά στην ενατένιση, στην πα- ράσταση, στην κρίση και. τέλος, στο ανώ- τατο επίπεδο -της νόησης- φτάνει στο σημείο που το θεωρητικό «Εγώ» συνειδη- τοποιεί την αυτοτέλεια και αυτενέργεια του και γίνεται πρακτικό «Εγώ», βούληση. Η βούληση, με τη σειρά της, περνά από ορισμένες βαθμίδες ανάπτυξης, από τις οποίες υψηλότερη είναι η ηθική ενέρ- γεια, που αποτελεί αυτοσκοπό. Αν στη θεωρητική σφαίρα η συνείδηση προσδιο- ρίζεται από την ασύνειδη δραστηριότητα του «Εγώ», αντίθετα, στην πρακτική σφαίρα, το υποσυνείδητο εξαρτάται από τη συνείδηση και καθορίζεται απ* αυτή. Στο Φίχτε οι δύο αυτές, διαφορετικής κατεύθυνσης, διαδικασίες συμπίπτουν μόνο στο άπειρο, όπου και έχει παραπεμ- φεί η πραγματοποίηση του γνωστικού και του ηθικού ιδεώδους. Ερμηνεύοντας διαφορετικά την καντιανή «Κριτική της κριτικής δύναμης» και στηριζόμενος στην αισθητική θεωρία του Σίλλερ και των ρομαντικών, ο Σέλλινγκ βλέπει στην τέχνη τη σφαίρα, όπου υπερνικιέται η α- ντίθεση μεταξύ θεωρητικού και ηθικού - πρακτικού. Η ηθική αρχή προβάλλει ως «ισορροπία», ως πλήρης αρμονία μεταξύ συνειδητής και ασύνειδης δράσης, ως σύμπτωση της φύσης και της ελευθε- ρίας, ταυτότητα της αισθητηριακής και η- θικής αρχής. Στην καλλιτεχνική δραστη- ριότητα και στο έργο τέχνης επιτυγχάνε- ται το «άπειρο» το ιδανικό που δεν πραγματοποιείται ούτε με τη θεωρητική γνώση, ούτε με το ηθικό έργο. Ο καλλι- τέχνης, κατά το Σέλλινγκ, είναι ιδιοφυία, δηλαδή «διάνοια», που ενεργεί όπως η φύση. Στο πρόσωπο του υπερνικιέται μια αντίφαση, που δεν μπορεί να αρθεί με κανέναν άλλο τρόπο. Αντίστοιχα, η φιλο- σοφία της τέχνης, κατά το Σέλλινγκ, α- ποτελεί «όργανο» (δηλαδή μέσο) της φι- λοσοφίας και ολοκλήρωση της. Οι ιδέες αυτές του Σέλλινγκ αναπτύχθηκαν πε- ρισσότερο στχ] «Φιλοσοφία της τέχνης» (1802 - 03, εκδόθηκε το 1907), όπου κα- ταγράφεται η κοσμοαντίληψη των ρομα- ντικών της Ιένας. Μια από τις κεντρικές έννοιες του Σέλ- λινγκ είναι η έννοια της νοητικής διαί- σθησης, που συγγενεύει με την αισθητι- κή διαίσθηση. Στη φιλοσοφία της ταυτό- τητας ο Σέλλινγκ εξετάζει τη νοητική διαίσθηση όχι πλέον ως αυτοθέαση ίου «Εγώ», όπως έκανε προηγουμένως, ακο- λουθώντας το παράδειγμα του Φίχτε, αλ- λά ως μορφή αυτοθέασης του απόλυτου που τώρα εμφανίζεται ως ταυτότητα τοι υποκειμένου και του αντικειμένου. Την ι- δεαλιστική αυτή διδασκαλία ο Σέλλινγκ την ανέπτυξε με σαφήνεια στο διάλογο «Μπρούνο, ή Για τη θεία και φυσική αρχή των πραγμάτων» (1802). Επειδή το από- λυτο, κατά το Σέλλινγκ, αποτελεί ταυτό- τητα του υποκειμενικού και του αντικει- μενικού, δεν είναι ούτε πνεύμα, ούτε φύση, αλλά κάτι αδιάφορο και προς τα 13
Σέλλινγκ δύο (όπως είναι το ουδέτερο σημείο με- ταξύ των δύο πόλων στο κέντρο του μα- γνήτη), δηλαδή είναι ένα τίποτα, που ε- μπεριέχει τη δυνατότητα όλων γενικά των ορισμών. Η πλήρης ανάπτυξη, η πραγματοποίηση αυτών των δυνατοτή- των είναι, κατά το Σέλλινγκ, το Σύμπαν, που αποτελεί την ταυτότητα του απόλυ- του οργανισμού και του απόλυτου έργου τέχνης. Το απόλυτο γεννά το Σύμπαν στο μέτρο που το δημιουργεί ως καλλιτέ- χνης: η εκπόρευση και η δημιουργία εδώ συγχωνεύονται σε μία «αδιαφορία» των αντιθέτων. Με το σύσπιμα αυτό του αι- σθητικού πανθεϊσμού, που σε τελευταία ανάλυση ανάγεται στο νεοπλατωνισμό, ο Σέλλινγκ προσεγγίζει τον πανθεϊσμό του γερμανικού μυστικισμού (Εκχαρτ: 1260 - 1327). Το 1804 στο έργο «Φιλοσοφία και θρη- σκεία» ο Σέλλινγκ θέτει ένα ερώτημα, που τον απομακρύνει από τα όρια της φι- λοσοφίας της ταυτότητας: Γίώς και γιατί γεννιέται ο κόσμος από το απόλυτο, γιατί παραβιάζεται η ισορροπία ιδεατού και πραγματικού, που υπάρχει στο σημείο α- δκιφορίας, και ως συνέπεια εμφανίζεται ο κόσμος; Στις «Φιλοσοφικές μελέτες για την ουσία της ανθρώπινης ελευθε- ρίας...» (1809) ο Σέλλινγκ ισχυρίζεται ότι η προέλευση του κόσμου από το απόλυ- το δεν μπορεί να έχει ορθολογική εξήγη- ση: πρόκειται για ένα ανορθολογικό πρω- ταρχικό γεγονός, που έχει τις ρίζες του όχι στο λογικό, αλλά στη βούληση και την ελευθερία της. Μετά τον Μπαίμε και τον Μπάαντερ ο Σέλλινγκ διακρίνει στο θεό τον ίδιο το θεό και την απέραντη βάση του, που την ονομάζει «απύθμενη», ή «χωρίς θεμέλια» (Ungrund), η οποία είναι κάτι το ακατανόητο και σκοτεινό, δηλαδή ασύνειδη βούληση. Η ύπαρξη της σκοτει- νής αυτής δύναμης προκαλεί το διχασμό του απόλυτου, την πράξη της αυτοκατά- φασης της ελεύθερης βούλησης και την πράξη της απόσπασης από την καθολική θεία αρχή, δηλαδή το ανορθολογικό πα- ράπτωμα που δεν είναι δυνατό να κατα- νοηθεί με τους νόμους της διάνοιας και της φύσης. Η πράξη του παραπτώματος είναι υπερχρονική πράξη. Η ασύνειδη βούληση ενεργεί πριν από κάθε αυτεπί- γνωση και σε μεταφυσικό επίπεδο ο άν- θρωπος είναι ένοχος ήδη από τη στιγμή που γεννιέται. Κατά το Σέλλινγκ, σκοπός της ιστορίας είναι η εξαγορά της πρώτης αυτής ενοχής και η επανένωση με το α- πόλυτο, γεγονός που αποτελεί ταυτό- χρονα και την αποκατάσταση της ενότη- τας του ίδιου του απόλυτου. Δεδομένου ότι η βούληση, ως εξαρχής ανορθολογική θέληση αποτελεί ακατάλη- πτο αρχικό γεγονός, δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της φιλοσοφίας, η οποία νο- είται ως ορθολογική εξαγωγή του παντός από την αφετηριακή αρχή. Ο Σέλλινγκ ο- νομάζει την ορθολογική αυτή φιλοσοφία (μαζί και τη δική του φιλοσοφία της ταυ- τότητας και τη φιλοσοφία του Χέγγελ) αρνητική και θεωρεί απαραίτητο να τη συμπληρώσει με μία «θετική φιλοσοφία», που θα εξετάζει το αρχικό γεγονός: την ανορθολογική βούληση. Η τελευταία γί- νεται προσιτή εμπειρικά, με την «πείρα», που ο Σέλλινγκ ταυτίζει με τη μυθολογία και τη θρησκεία, με τις οποίες δίνεται η ι- στορική αποκάλυψη του θεού. Με αυτή τη «φιλοσοφία της αποκάλυψης» ο Σέλ- λινγκ στην ουσία εγκαταλείπει τη φιλοσο- φία του και πλησιάζει τη θεοσοφία και το μυστικισμό. Οι διαλέξεις του για τη θετι- κή φιλοσοφία, ή τη φιλοσοφία της αποκά- λυψης, που άρχισε το 1841 στο Βερολί- νο, δεν προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ακροατών. Με μια σειρά λιβέλλους του επέκρινε το Σέλλινγκ ο νεαρός τότε Φ. 'Ενγκελς. Η φιλοσοφία του Σέλλινγκ άσκησε μεγά- λη επίδραση στην ευρωπαϊκή σκέψη του 19ου και του 20ού αι., στα διάφορα μάλι- στα στάδια της ανάπτυξης της προβάλ- λονταν διάφορες πλευρές της διδασκα- 14
Σελλινγκιανισμός λίας του. Σημαντική υπήρξε η επίδραση του Σέλλινγκ στους ρώσους φιλοσόφους μέσω των εκπροσώπων της φιλοσοφίας της φύσης Ντ. Μ. Βελλάνσκι, Μ. Γκ. Πά- βλοφ, Μ. Α. Μαξίμοβιτς κ.ά., του ομίλου των «λιουμπομούντρι» της Μόσχας (Β. Φ. Οντογέφσκι, Ντ. Β. Βενεβιτίνοφ, Α. Ι. Γκάλιτς), των σλαβόφιλων, του Π. Γ Τσα- αντάγεφ (που γνώριζε προσωπικά το Σέλλινγκ και αλληλογραφούσε μαζί του) κ.ά. Τον 20ό αι. οι ανορθολογικές ιδέες του Σέλλινγκ αναπτύχθηκαν στη φιλοσο- φία του υπαρξισμού. Οι θεμελιωτές του μαρξισμού από τη διδασκαλία του Σέλλινγ εκτιμούσαν κυρίως τη διαλεκτική της φι- λοσοφίας της φύσης και τη θεωρία του για την ανάπτυξη, δηλαδή εκείνα τα ση- μεία που επέδρασαν περισσότερο στη διαμόρφωση της φιλοσοφίας του Χέγ- γελ. ■ Sämtliche Werke. Abt. 1 (Bd 1 -10) - 2 (Bd 1 - 4), Stutt. - Augsburg. 1856 - 61 Werke. neue Aufl.. Bd 1 - 6. Münch.. 1956 - 60 σε ρωσ. μετφ.: Φίλοοοφυ<ές επιστολές για το δογματισμό κω τον κρπΊκιαμό, στο βιβ.: Νέες ιδέες στη φιλοσοφία, συλλογή 12, ΣΠ-ργκ, 1914* Πα τις σχέσεις εικαστικών τεχνών και φύσης, στο βιβ.: Λογοτεχνική Θεωρία του γερμανικού ρομαντισμού, [Λ., 1934]. • Φίοερ Κ., Ιστορία της νέας φιλοσοφίας, τ. 7, ΣΠ-ργκ, 1905· Λάζαρεφ Β. Β., Σέλλινγκ, Μ., 1976· Schneeberger G., F. W. J. ν. Schel- ling. Eine Bibliographie, Bern, 1954· Jaspers K., Schelling. Grobe und Verhängnis, Münch., 1955· Schulz W., Die Vollendung des deutschen Idealismus in der Spdtphilosophle Schellings, Stutt., 1955' Schelling - Studien, hrsg. V. A. M. Koktanek, Münch. - W., 1965· Jahnig D., Schelling, Bd 1 2, Ruilingen, 1966 - 69. Π. Π. Γκαϊντένκο. Θεώρηοη Β. Α. Κύρκου Σβλλινγκιανισμός. Ρεύμα στην πνευμα- τική ζωή της Γερμανίας, της Ρωσίας και άλλων χωρών της Ευρώπης, που συνδέε- ται με την επίδραση των διαφόρων πλευ- ρών και σταδίων της φιλοσοφικής δρα- στηριότητας του Σέλλινγκ. Ο σελλινγκια- νισμός είχε ετερογενή χαρακτήρα και δε συνιστούσε ιδιαίτερη φιλοσοφική κατεύ- θυνση ή σχολή. Ανάμεσα στους οπαδούς της φιλοσοφίας της ταυτότητας του Σέλ- λινγκ στη Γερμανία ήταν ο αισθητικός και ιστορικός της φιλοσοφίας Φ. Αστ (1778 - 1841), ο Γ Γ Βάγκνερ (1775-1841) και ο Κ. Β. Φ. Ζόλγκερ (1780 -1819) που αρ- γότερα επέκρινε το σελλινγκιανισμό στην αισθητική του. Σε μια μεγάλη ομάδα ρομαντικών, εκπροσώπων της φιλοσο- φίας της φύσης, ενδιαφέρον προκάλεσε η φιλοσοφική ερμηνεία που έδινε ο Σέλ- λινγκ στη φυσιογνωσία με βάση τις καθο- λικές έννοιες [ανάμεσα τους ήταν οι Γ Β. Ρίττερ (1776 -1810), Α. Οκεν (1779- 1851), Γκ. Χ. Σούμπερτ (1780 -1860), Χ. Στέφενς (1773 -1845) και Ι. Π. Β. Τρόξ- λερ (1780 - 1866)]. Η σημαντική έκταση που πήρε ο σελλιν- γκιανισμός στχ] Ρωσία υπήρξε αποτέλε- σμα της δραστηριότητας των γερμανών καθηγητών που δίδασκαν στα πανεπιστή- μια της Μόσχας και του Χαρκόβου (Ι. Χ. Μπούλε, Ι. Μπ. Σάντ κ.ά.), της ακρόασης των διαλέξεων του Σέλλινγκ (Ντ. Μ. Βελ- λάνσκι) και της μελέτης των έργων του (Β. Φ. Οντογέφσκι, 1.1. Ναντέζντιν κ.ά.). • Σακούλιν Π. Ν., Από την ιστορία του ρωσι- κού ιδεαλισμού. Ο πρίγκιπας Β. Φ. Οντογέ- φσκι, τ. Ι,Μ., 1913·ΚάμενσκιΖ. Α., Ο Φ. Σέλ- λινγκ στη ρωσική φιλοσοφία των αρχών του 19ου αι., «Δελτίο της ιστορίας του παγκό- σμιου πολιτισμού», 1960, τεύχος 6· Μαν Γ Β., Ρωσική φιλοσοφική αισθητική (1820 - 1830), Μ., 1969' Ρωσικές αισθητικές πραγματείες του πρώτου τρίτου του 19ου αι., εισαγωγικό άρθρο και σημειώσεις του Ζ. Α. Κάμενσκι, τ. 1 15
Σενγκόρ - 2, Μ., 1974* Knittermeyer Η., Schelling und die romantische Schule, Münch, 1929. θεώρηση Β. Α. Κύρκου Σενγκόρ (Senghor) Λεοπόλντ Σεντάρ (γεν. 9.10.1906, Ζοάλ, Σενεγάλη). Σενε- γαλέζος πολσικός, φιλόσοφος και ποιη- τής. ' Ενας από τους θεμελιωτές της νε- γροούνης (του νεγριτιούντ). Κατά το Σενγκόρ, οι νεγροαφρικανικές προσωπι- κότητες (σε διάκριση από τις ελληνοευ- ρωπαϊκές) χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα εγγενή αισθήματα δκιίσθησης, συναισθη- ματισμού, εικονικότητας και ρυθμικής (φόρμουλα: «η ευαισθησία ανήκει στο Νέγρο, το λογικό στον ' Ελληνα») και γι' αυτό ο νεγροαφρικανικός και ο ελληνο- ευρωπαϊκός πολιτισμός διαφέρουν ριζι- κά. Αργότερα, ο Σενγκόρ εγκατέλειψε τις υποκειμενιστικές ακρότητες του νε- γριτιούντ, βλέποντας τον «αφρικανισμό» ως πολιτισμό, που στηρίζεται στις αξίες της αλληλεγγύης και της αρμονίας στις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο. Στην εδραίωση της πολιτιστικής ανεξαρτησίας της Αφρικής ο Σενγκόρ βλέπει τη βάση της αυτοδιάθεσης της και στις άλλες σφαίρες, όμως ταυτόχρο- να τάσσεται και υπέρ της σύνθεσης των αφρικανικών πολιτιστικών αξιών με τις ε- πιστημονικοτεχνικές αξίες του δυτικού πολιτισμού. Οι αντιλήψεις αυτές επικρί- θηκαν για υπερτονισμό του ρόλου του υ- ποκειμενικού και του αξιακού παράγο- ντα, για το αβάσιμο του φυλετικού κατα- μερισμού των αξιών, για ανεπάρκεια «πο- λπιστικής κριτικής» του νεοαποικισμού. Ο Σενγκόρ υπογραμμίζει επίσης την ιδιο- μορφία της κοινωνικής ανάπτυξης της Α- φρικής, προσπαθεί να θεμελιώσει τη δυ- νατότητα ενός ιδκιίτερου μεταρρυθμιστι- κού «αφρικανικού σοσιαλισμού». Κατά το Σενγκόρ, οι μορφές καταμερισμού της εργασίας, που εφαρμόζονται στην παρα- δοσιακή κοινότητα, έχουν χαρακτήρα αλ- ληλεγγύης και, έτσι, εξαλείφοντας τις ταξικές συγκρούσεις και την εκμετάλ- λευση, μπορούν να αποτελέσουν τη βά- ση για τη δημιουργία αρμονικών σχέσεων σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο Σενγκόρ προσπαθεί να αποδείξει επίσης τον ιδιαί- τερο χαρακτήρα αλληλεγγύης της αφρι- κανικής δημοκρατίας, του κράτους και του κόμματος. Χωρίς να αποδέχεται το μαρξισμό γενικά -την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, τη θεωρία της ταξικής πάλης- ο Σενγκόρ προσπαθεί να ενώσει εκλεκτικά ορισμέ- νες από τις αρχές του (τον ουμανισμό, την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπι- κότητας) με τη θεωρία του «αφρικανικού σοσιαλισμού». ■ Nation et voie africaine du socialisme, P.. [1961] Negritude et humanisme, P., 1964* On African socialism, N.Y. - L., 1964· Prose and poetry, L., 1965' σε pcoo. μετφ.: Τραγούδι της νύχτας και του ήλιου, Μ., 1965. • Γεράοοφ Μπ. Σ., Τροπική Αφρική: ιδεολο- γία και προβλήματα πολπΊομού, IM., 1972 Μαρτίσιν Ο. Β., Σοοιαλκ^μός και εθνικισμός στην Αφρική, Μ., 1972' Μοσέικο Α. Ν., «Νε- γριτιούντ» και η σύγχρονη φιλοσοφική - αι- σθητική και θεωρητική λογοτεγ}/ική πάλη στις χώρες της Τροπικής Αφρικής, στο βιβ.: Θεωρίες, σχολές, αντιλήψεις. Καλλσεχ\/ική πρόοδος και ιδεολογική πάλη. Μ., 1975. Θεώρηση Β. Φίλια Σενέκας Λεύκιος Ανναίος (Lucius Αη- naeus Seneca) (περ. ΙΊ π.Χ. Κόρδοβα, - 65 μ.Χ., Ρώμη). Ρωμαίος φιλόσοφος, ποιητής και πολιτικός. Από το 49 ώς το 54 ήταν παιδαγωγός του μετέπειτα αυτο- κράτορα Νέρωνα. Μετά την άνοδο του Νέρωνα στο θρόνο, το 54, ο Σενέκας για αρκετά χρόνια ασκούσε αποφασιστική ε- πιρροή στη διακυβέρνηση της αυτοκρα- τορίας. Αργότερα έπεσε σε δυσμένεια, κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε συνω- 16
Σενέκας μοσία και αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει. Από τα φιλοσορικά έργα του διασώθηκαν οι Epistulae morales ad Lucilium (Ηθικές επιστολές προς το Λουκίλιο»), το De de- mentia («Περί ευοπλαχ^ίας»), το De cle- neficils («Περί αγαθοεργιών»), οι Dialogi, μια σειρά ηθικές πραγματείες σε μορφή διάλογου και οι Naturales quaestiones («Φυσ/κές έρευνες»). Η κοσμοθεωρία του Σενέκα βρήκε την έκφραση της και σης τραγωδίες που έγραφε.' Οπως ο Κι- κέρων, έτσι και ο Σενέκας ήταν εκλεκτι- κός: τη βάση των φιλοσοφικών του αντι- λήψεων αποτελούν οι ιδέες των ελλήνων στωικών (ισχυρή επίδραση του Ποσειδω- νίου), τις οποίες ο Σενέκας συνδύαζε με στοιχεία άλλων σχολών. ' Ετσι, μετά την απομάκρυνση του από την εξουσία ο Σε- νέκας άρχισε να χρησιμοποιεί επιχειρή- ματα του Επίκουρου κατά της συμμετο- χής στις κρατικές υποθέσεις [De tranq- uilitate animi (Περί ψυχικής ηρεμίας»), De otk) («Περί σχόλης»)] και πολλές φο- ρές ανέφερε αποσπάσματα από έργα του Επίκουρου. Με την επίδραση των κυ- νικών συνδέεται εξάλλου ο χαρακτηρι- στικός γκι το Σενέκα τόνος των έργων του, με τον οποίο η συγκινησκική προ- τροπή που μετατρέπεται σε κήρυγμα υ- περέχει της επιχειρηματολογίας. Όπως οι άλλοι ρωμαίοι στωικοί, έτσι και ο Σενέ- κας έβλεπε τη φιλοσοφία όχι τόσο ως σύ- στημα θεωρητικών αντιλήψεων, όσο ως διδασκαλία για την επίτευξη του ηθικού ι- δεώδους και της ευτυχίας στη ζωή. Στη φυσική των στωικών (δηλαδή στη φιλοσο- φία της φύσης) τον προσέλκυσαν κυρίως οι πανθεϊσηκές της πλευρές, σης ο- ποίες ο Σενέκας αναζητούσε το σπιριγ- μα για την ψυχική ισορροπία [De vita bea- ta, (Περί ευτυχισμένης ζωής» 15, 5 κ.ά.)]. Στο πνεύμα των στωικών ο Σενέ- κας επιμένει ότι όλα τα όντα είναι ενσώ- ματα, ενώ ταυτόχρονα κλίνει προς την α- ντίληψη ότι ο θεός είναι προικισμένος με ανθρώπινα χαρακτηριστικά [Ιδίως στο έρ- γο De beneficiis, - («Περί αγαθοεργιών» VI 23)]. Η παγκόσμια «εκπύρωσις» των στωικών, κατά το Σενέκα, είναι η τιμωρία («ανταμοιβή») για το κακό που έχει συσ- σωρευθεί στον κόσμο. Στο Σενέκα απα- ντώνται ορισμένοι, ιδιαίτερα σπάνιοι για την Αρχαιότητα, ισχυρισμοί για τη δυνα- τότητα απεριόριστης προόδου της αν- θρώπινης γνώσης [Naturales quaestio- nes («Φυσ/κές έρευνες») VI 55 κ.ά.]. Ο Σενέκας προσπαθεί να γεφυρώσει το χά- σμα που, κατά τη διδασκαλία των στωι- κών, χωρίζει τον ηθικό σοφό (εμφανίζε- ται, κατά το Σενέκα, μία φορά στα 500 χρόνια) και τους ανήθικους παράφρονες, στους οποίους κατατάσσονται όλοι οι άλ- λοι άνθρωποι: ο Σενέκας αποδίδει αξία στις πρακτικές προσπάθειες που οδη- γούν σε ορισμένη ηθική πρόοδο. Σε τέ- τοιες περιπτώσεις μιλούσε για άνοδο της ψυχής προς το θεό (^Επιστολές» 65, 16). Παραδεχόταν κατ' αρχή την ισότητα όλων των ανθρώπων, περιλαμβανομένων και των δούλων (<^Επιστολές» 47 κ.ά.), ενώ ταυτόχρονα έβλεπε με περιφρόνη- ση την παραγωγική εργασία, ακόμα και τη δημιουργική δραστηριότητα, που απέ- βλεπε σπιν ικανοποίηση υλικών αναγκών των ανθρώπων (^Επιστολές» 88). Κάποια συγγένεια στις ιδέες των νεότερων στωι- κών και του πρώιμου χριστιανισμού γέν- νησε στο χριστιανικό κόσμο κατά τον 4ο αι. το θρύλο περί δήθεν απόκρυφης αλ- ληλογραφίας του Σενέκα με τον Απόστο- λο Παύλο. ■ Περί θείας Πρόνοιας, Κερτς, 1901 Τραγω- δίες, μετφ. του Σ. Σολοβιόφ, Μ. - Λ., 1932 Η- θικές επιστολές προς το Λουκίλιο, Μ., 1977 • Κρασνόφ Π. Ν., Λ. Α. Σενέκας. Η ζωή και η φιλοσοφική του δράση, ΣΠ-ργκ, 1895 Φαμίν- σκι Β.!.. Οι θρησκευτικές - ηθικές αντιλήψεις του Λ. Α. Σενέκα (φιλόσοφου) και η σχέση τους με το χριστιανισμό, Κίεβο, 1906 Holland F. C, Seneca, L, 1920· Münscher K., Sene- cas Werke. Lpz., 1922 Knoche U., Der Philo- Φ.Λ. 5-2 17
Σενσουολισμός soph Seneca, Fr./M., 1933' Mendell C. W., Our Seneca, New Haven - L., 1941 Bovis A. de, La sagesse de Sonoque, P., 1948* Trilli- tzsch W., Senecas Beweisführung, B., 1962' Grimal P., S6n6que ou la conclence de Γ E- mpire, P., 1978. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσοου Σενσουαλισμ6ς, βλ. Αισθησιαρχία. Σέξτος ο Εμπειρικός (Δεύτερο μισό 2ου αι. - αρχές 3ου αι.). Αρχαίος έλληνας φιλόσο(ρος που συστηματοποίησε τις ι- δέες του οκεπηκιομού*, γιατρός το ε- πάγγελμα. Τα έργα του «Πυρρώνειοι υ- ποθέσεις» και «Προς μαθηματικούς» (ο' αυτό περιλαμβάνονται τα βιβλία «Προς λογικούς», «Προς φυοικούς», «Προς ηθι- κούς», «Προς γραμματικούς», «Προς ρητορικούς», «Προς γεωμετρικούς», «Προς αριθμητικούς», «Προς αστρολό- γους», και «Προς μουσικούς», δηλαδή ε- ναντίον της θεωρίας της μουσικής) απο- τελούν την κύρια πηγή πληροφοριών για τον αρχαίο σκεπτικισμό. Αναζητώντας τους προδρόμους του σκε- πτικισμού, ο Σέξτος ο Εμπειρικός μελετά τις διδασκαλίες των αρχαίων φιλοσόφων, αρχίζοντας από τον Ξενοφάνη, και ανα- ζητεί στοιχεία της σκεπτικιστικής αντίλη- ψης για τον κόσμο {«Προς μαθηματι- κούς» VII 48 - 260). Κατά το Σέξτο τον Ε- μπειρικό, «η αρχή και το τέλος της σκέ- ψης βρίσκονται στην ελπίδα για ηρεμία», η οποία επιτυγχάνεται με την αποφυγή από τη διατύπωση κρίσεων («Πυρρώνειοι υποθέσεις» Ι 12, 8). Σε διάκριση από τους φιλόσοφους της Μέσης και της Νέ- ας Ακαδημίας* Αρκεσίλαο και Καρνεάδη, στους οποίους αποδίδει τον κατηγορη- ματικό ισχυρισμό ότι η αλήθεια είναι ανέ- φικτη, και σε διάκριση από τις άλλες φι- λοσοφικές σχολές, στις οποίες καταλογί- ζει τον ισχυρισμό ότι κατέχουν την αλή- θεια και τις χαρακτηρίζει ως δογματικές, ο Σέξτος ο Εμπειρικός θεωρεί ότι οι σκε- πτικοί αναζητούν την αλήθεια. Κατά τη γνώμη του, «καμία από τις αντιμαχόμε- νες θέσεις δεν υπερέχει από την άλλη, γκιτί όλες τους είναι ίσες από άποψη α- ξιοπιστίας» («Πυρρώνειοι υποθέσεις^^ Ι 10). Ο Σέξτος ο Εμπειρικός συστηματο- ποίησε τους λεγόμενους «σκεπτικούς τρόπους», που διατύπωσαν οι πρόδρομοι του, δηλαδή τα επιχειρήματα υπέρ της α- ποφυγής για διατύπωση κρίσεων. Οδηγώ- ντας το σκεπτικισμό ώς τα άκρα, δε θεω- ρούσε επίσης αδιαμφισβήτητα και όλα τα επιχειρήματα των σκεπτικών κατά της δυνατότητας της γνώσης («Πυρρώνειοι υποθέσεις» Ι 206). • Βλ. λήμμα Σκεπτικισμός. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Σεστόφ Λεβ (ψευδώνυμο του Λεβ Ισαά- κοβιτς Σβάρτσμαν) (12.2.1866, Κίεβο, - 20.11.1938, Παρίσι). Ρώσος υπαρξιστής φιλόσοφος και λογοτέχνης. Στα 1895 - 1914 έζησε κυρίως στην Ελβετία, από το 1914 στη Μόσχα, από το 1918 στο Κίεβο και από το 1920 στο Παρίσι. Συνδυάζοντας και δεχόμενος με το δικό του τρόπο τις ιδέες του Νίτσε και του rsh-οστογέφσκι, ο Σεστόφ υπήρξε ο προ- άγγελος των βασικών ιδεών του υστερό- τερου υπαρξισμού. 'ΙΗδη στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, σαν να προαισθανόταν τις μελλοντικές παγκόσμιες καταστρο- φές, μιλά για τραγικό παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης και δημιουργεί τον τύπο του καταδικασμένου «ήρωα», που όμως διεκδικεί τα κυριαρχικά του δικαιώ- ματα, προκαλώντας ολόκληρη την Οικου- μένη. Ο Σεστόφ επιχειρεί μια αναθεώρη- ση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, προ- σπαθώντας να μετατοπίσει το κέντρο του βάρους από το κοσμικό δόμημα στο υπο- κείμενο. Διακηρύσσοντας τη «φιλοσοφία της τραγωδίας», την αντιπαραθέτει με πνεύμα πολεμικής στο ακαδημαϊκό ύφος 18
Σέτσενοφ της νόησης ως «φιλοσοφία της καθημε- ρινότητας» («Ντοστογέφοκι και Νίτσε. Η φιλοσοφία της τραγωδίας»*, 1903). Εξε- γείρεται κατά της επιβολής του λογικού στη σφαίρα των συναισθημάτων που προ- καλεί η ζωή και εναντίον της καταπίεσης που ασκεί το γενικό και απρόσωπο στοι- χείο επί του προσωπικού και του μερικού. Όμως η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του ατόμου από οποιοδήποτε προσδιορι- σμό, μαζί και τις γενικά παραδεγμένες α- λήθειες και τους γενικά υποχρεωτικούς ηθικούς κανόνες, οδηγεί το Σεστόφ στο γνοασιολογικό ρελατιβισμό και τον αμορα- λισμό. Αν και στις αρχές της δεκαετίας του 1910 η άθρησκη «>Αποθέωσ?7 777ς α- νεδαφικότητας» (1905) αντικαταστάθη- κε από το θρησκευτικό πάθος «sola fide» (λουθηριανή δικαίωση του «μόνο με την πίστη»), η κοσμοαντίληψη του Σεστόφ δεν απαλλάχθηκε ούτε από τον παραλο- γισμό, ούτε από την αυθαιρεσία. Η πίστη του Σεστόφ δεν έχει περιεκτικούς ορι- σμούς, ενώ ο θεός, που δε συνδέεται με την ιδέα του Λόγου*, εμφανίζεται ως ι- δεώδες μιας παντοδύναμης αυτοβου- λίας «πέρα από το καλό και το κακό». Εί- ναι αλήθεια ότι τώρα η ατμόσφαιρα απελ- πισίας εκτοπίζεται από ένα πνεύμα εμπι- στοσύνης στις βάσεις της ζωής που έχει, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, θεία προέλευση. Στη φιλοσοφική θεώρηση ο Σεστόφ αντιπαραθέτει την αποκάλυψη («Αθήνα και Ιερουσαλήμ», 1951. «θεώ- ρηση και αποκάλυψη», 1964). Ο αγώνας του Σεστόφ κατά του λογικού αποκτά χα- ρακτήρα υπερβολής: η γνωστική φιλοδο- ξία ταυτίζεται με το αμάρτημα του αν- θρώπινου γένους, που έγινε υπεξούσιο «άψυχων και αναγκαίων αληθειών». Η δη- μοσιολογική ιδιοσυγκρασία του Σεστόφ, τεχνίτη των φιλοσοφικών παραδοξολο- γιών και αφορισμών, η οξεία κριτική που ασκούσε στην ακαδημαϊκή σκέψη, τον έ- καναν γνωστό στη Δύση (σχόλια Γκ. Μαρ- σέλ, Α. Καμύ, Ντ. Γκ. Λώρενς κ.ά.). ■ Συλλογή Εργων. τ. 1-6, ΣΠ-ργκ, 1911 · Sola fide. Ρ., 1957 • ' Ασμους Β. Φ., Λ. Σεστόφ και Κίρκεγκορ, «Φιλοοόφοκιγε ναούκι», 1972, τεύχος 4· Γε- ροφέγεφ Β., «Απομένει ένα: η αυθαιρεσία», «Ζητήματα λογοτεχνίας», 1975, τεύχος 10' Wernham J. C. Two Russian thinkers, Toro- nto, 1968 Λ. Σεστόφ. Βιβλιογραφία, επιμέ- λεια Ν. Μπαράνοβα - Σεστόβα, Paris, 1975 Βιβλιογραφία εργασιών, αφιερωμένων στο Λ. Σεστόφ, επιμέλεια Ν. Μπαράνοβα - Σεστόβα, Paris, 1978. θεώρηση Στ. Φασουλάκη Σέτσενοφ Ιβάν Μιχάηλοβιτς (13.8.1829, χωριό Τιόπλι Στάν, σήμερα χωριό Σετσέ- νοβο της περιοχής Γκόρκι, -15.11.1905, Μόσχα). Ρώσος φυσιοδίφης και ερευνη- τής των προβλημάτων της ψυχολογίας, της θεωρίας της γνώσης και της μεθοδο- λογίας της επιστήμης. Θεμελιωτής της φυσιολογικής σχολής και της φυσικής - επκπημονικής κατεύθυνσης στην ψυχο- λογία στη Ρωσία. Επίτιμο μέλος της Ακα- δημίας Επιστημών της Πετρούπολης (1904, αντεπιστέλλον μέλος το 1869). Υπό την επίδραση της φιλοσοφικής διδα- σκαλίας των ρώσων επαναστατών - δημο- κρατών ο Σέτσενοφ επεξεργάστηκε και θεμελίωσε πειραματικά τη νεοτεριστική θεωρία για τους μηχανισμούς συνείδη- σης και βούλησης του εγκεφάλου, που ε- κτέθηκαν για πρώτη φορά σπιν εργασία του «Ανακλαστικά του εγκεφάλου» (1863). Η ΟΓΓίοκρατική έννοια του ψυχι- σμού, που ανέτΓτυξε ο Σέτσενοφ, περι- λάμβανε την ενεργητικότητα του, παράλ- ληλα με τον καθορισμό του από την αγω- γή στη ζωή. Στηριγμένος στις ανακαλύψεις του στον τομέα της φυσιολογίας του νευρικού συ- στήματος (κυρίως στην ανακάλυψη της «κεντρικής αναστολής», δηλαδή της α- νασχετικής επίδρασης των νευρικών κέ- 19
ΣέςτΓσμπερυ ντρων στη συμπεριφορά), διατύπωσε τη θέση ότι όλες οι πράξεις της ενσύνειδης και ασύνειδης ψυχικής ζωής ως προς τη δομή και τη δυναμική τους («τον τρόπο προέλευσης») αποτελούν ανακλαστικά. Στην προκειμένη περίπτωση το ανακλα- στικό ερμηνευόταν όχι ως μηχανική απά- ντηση του νευρικού κέντρου στο εξωτε- ρικό ερέθισμα, αλλά ως «συντονισμός της κίνησης με την αίσθηση». Στα έργα του Σέτσενοφ προοιωνιζόταν η έννοια της ανάδρασης ως αναγκαίου ρυθμιστή της συμπεριφοράς, εδραιωνόταν η αρχή της αυτορρύθμισης και της συστηματι- κής οργάνωσης της νευροψυχικής δρα- στηριότητας. Θεωρώντας ότι η πραγματικότητα της αί- σθησης έχει τις ρίζες της στην πραγματι- κότητα της κινητικής πράξης, ο Σέτσε- νοφ ανέπτυξε έναν νέο τρόπο προσέγγι- σης των λειτουργιών των αισθητηρίων οργάνων, σύμφωνα με τον οποίο η λει- τουργία του δέκτχ] αποτελεί μόνο το μισό του σήματος του ακέραιου μηχανισμού, ενώ το άλλο μισό το διαμορφώνει η δρα- στηριότητα του μυός. Τα σήματα της μυϊ- κής αίσθησης αποτελούν πηγή πληροφό- ρησης για το χωροχρονικό προσδιορισμό του περιβάλλοντος και δίνουν αξιόπιστη γνώση για τον εξωτερικό κόσμο, μια γνώ- ση «άμεση που φθάνει ώς τη ρίζα». Ο μυς συμμετέχει στις διεργασίες της ε- μπράγματης νόησης. Από τις θέσεις αυ- τές ο Σέτσενοφ επέκρινε τη θεωρία του Καντ για τον απριορισμό των εννοιών του χώρου και του χρόνου. Στη βάση της νέας θεωρίας των ανακλα- στικών, ο Σέτσενοφ άσκησε κριτική στους ιδεαλιστές και πρότεινε ένα σχέ- διο μετασχηματισμού της ψυχολογίας σε μία αντικειμενική, αυστηρά αιτιοκρατική επιστήμη, που αντικείμενο της είναι «η προέλευση (δηλαδή ο μηχανισμός εκτέ- λεσης) των ψυχικών δραστηριοτήτων» (ος ανακλαστικών ως προς τον τύπο. Η ι- δέα αυτή σήμαινε μελέτη της ψυχικής ρύθμισης της συμπεριφοράς μέσω των φυσικών - επιστημονικών εννοιών και με- θόδων. Στη μελέτη της ανάπτυξης των σύνθετων μορφών γνωστικής ενεργητι- κότητας (περιλαμβανομένης της μαθη- ματικής και φιλοσοφικής νόησης) από τις στοιχειώδεις είναι αφιερωμένη η εργασία «Στοιχεία της σκέψης» (1878), στην ο- ποία, όπως και σε μια σειρά άρθρα («Ε- ντυηώοεις και πραγματικότητα», 1890, «Εμπράγματη σκέψη και πραγματικότη- τα», 1892, κ.ά.), ο Σέτσενοφ υπερασπί- στηκε τη γνωσιμότητα του κόσμου σε α- ντίθεση με τον αγνωστικισμό. Τις εργα- σίες του αυτές χρησιμοποίησαν οι ρώσοι μαρξιστές (Γκ. Β. Πλεχάνοφ) στην πάλη με τους φιλοσοφικούς τους αντιπάλους. Η διδασκαλία του Σέτσενοφ γονιμοποίη- σε την ανάπτυξη της φυσιολογίας και της ψυχολογίας στην ΕΣΣΔ κατά τη μετεπα- ναστατική περίοδο. ' Εγινε αποδεκτή από τους Ι. Π. Πάβλοφ, Β. Μ. Μπεχτεριόφ, Α. Α. Ουχτόμσκι, Λ. Σ. Βιγκότσκι και τους μαθητές τους και αποτέλεσε τη βάση της αντικειμενικής και συστημικής ανά- λυσης της ζωικής δραστηριότητας του οργανισμού και των ψυχικών του λει- τουργιών. ■ Επιλογή φιλοσοφικών και ψυχολογικών έρ- γων, Μ., 1947 • Κοοτογιάντς Χ. Σ., /. Μ. Σέτσενοφ, Μ., 1950" Παροσέφκσι Μ. Γκ., /. Μ. Σέτσενοφ, Λ., 1968 του ίδιου, Σέτσενοφ και παγκόσμια ψυ- χολογική σκέψη, Μ., 1981 Θεώρηση Β. Φίλια Σέφτσμπερυ (Shaftesbury) Αντονυ Έσλυ Κούπερ (Cooper) (26.2.1671, Λονδίνο, 15.2.1713, Νεάπολη). Αγ- γλος ηθικολόγος - φιλόσοφος, αισθητι- κός, εκπρόσωπος του ντεϊσμού, κόμης. Υπήρξε μαθητής του Λοκ. Ο Σέφτσμπε- ρυ εξέφραζε τις βασικές ιδέες, που χα- 20
Σημαντική ρακτήριζαν τον πρώιμο Διαφωτισμό. Η- ταν θιασώτης της ελευθερίας της σκέ- ψης, επέκρινε την εκκλησία και το θρη- σκευτικό φανατισμό και θεωρούσε το λογικό μοναδικό κριτήριο της αλήθειας. Χρησιμοποιώντας νεοπλατωνικά πρότυ- πα (που αντέγραψε συνήθως από τους πλατωνικούς του Καίμπριτζ), ο Σέ- φτσμπερυ περιέγραψε τη μεγαλοπρεπή εικόνα ενός κόσμου, που αιώνια δημιουρ- γείται και δημιουργεί, με την ενιαία πρώ- τη πηγή του αληθινού, του καλού και του ωραίου. Η εικόνα του κόσμου για το Σέ- φτσμπερυ είναι η έκφραση της τάσης του ανθρώπου προς το ιδεώδες της αρ- μονικής φυσικότητας ως έλλογης τάξης του ανθρώπινου Είναι. Η ηθική, κατά το Σέφτσμπερυ, έχει τις ρίζες της στο «ηθι- κό αί€βημα»>, που είναι έμφυτο στον άν- θρωπο. Η ουσία του συνίσταται στον αρ- μονικό συνδυασμό των ατομικών και κοι- νωνικών τάσεων. Η αισθητικοποίηση του κόσμου, που χαρακτήριζε το Σέφτσμπε- ρυ, συνδέεται με την εδραίωση του αι- σθητικού χαρακτήρα της ηθικής τελειό- τητας, της άρρηκτης ενότητας της ο- μορφιάς και της ηθικής. Ο Σέφτσμπερυ ανέλυσε τις αρχές του κλασικιστικού ρε- αλισμού, επεξεργάστηκε το σημαντικό- τατο για την τέχνη του Διαφωτισμού πρόβλημα του χαρακτήρα, ανέπτυξε τη θεωρία για την «εσωτερική μορφή». Τις αισθητικές ιδέες του Σέφτσμπερυ συ- στηματοποίησε η αγγλική φιλοσοφία του 18ου αι. (Χάτσεσον, Χιούμ) και ανέπτυ- ξαν η αγγλική ποίηση και ο αγγλικός ηθι- κοπλαστικός πεζός λόγος (αρχίζοντας από τους Α. Ποπ, Τζ. Αντισον και Ρ. Στιλ). C Σέφτσμπερυ άσκησε σημαντική επίδραση στην αισθητική σκέψη της Γαλ- λίας (Ντιντερό) και ιδιαίτερα της Γερμα- νίας (Κ. Μ. Βίλαντ, Ι. Χάμαν, Ι. Χ. Χέρ- ντερ, Ι. Β. Γκαίτε, Φ. Σίλλερ, ρομαντι- σμός της ΙένΓς). ■ Characteristics of men, manners, opinions. times, V. 1-3, L., 1711 Second characters er The language of terms, Camb., 1914· σε ρωσ. μετφ.: Αισθητικές εμπεψίες, Μ., 1975. Μιχάηλοφ Αλ. Β., Ο αισθητικός κόσμος του Σέφτσμπερυ. στο βιβ.: Σέφτσμπερυ Α.Ε.Κ., Αισθητικές εμπεψίες, Μ., 1975, σελ. 7-76' Walzel Ο., Das Prometheussymbol von Sha- ttesbury zu Goethe, Münch.. 1932 Wolff E.. Shaftesbury und seine Bedeutung..., Tüb. 1960 Uehlein F. Α., Kosmos und Subjektivi- tät. Lord Shaftesburys philosophical regimen, Freiburg - Münch., 1976. Θεώρηση Στ. Φαοουλάκη Σημαντική (ή σημασιολογία - αγγλ. se- mantics. γαλ. s6mantique. γερμ. Sema- ntik). Κλάδος της λογικής (ή τηςμεταλο- γικής) και της σημειωτικής, που ασχολεί- ται με την ανάλυση του πλέγματος των διασυνδεόμενων εννοιών, από τις οποίες κεντρικές είναι οι έννοιες της σημασίας και του νοήματος. Η προβληματική της σημαντικής εκφράζεται με ερωτήματα του τύπου: τι σημαίνει η τάδε έννοια (ό- ρος) ή από(ρανση, ή κρίση (πρόταση, κεί- μενο, τύπος - φόρμουλα); Πώς πρέπει να τις εννοούμε; Παρόμοια ερωτήματα γεν- νώνται, πριν απ* όλα, σε σχέση με τις γε- νικές λογικές έννοιες («αντικείμενο», «σύνολο», «ανταπόκριση», «λογικό επα- κολούθημα» κ.λπ.) και, σ' αυτή τη βάση, με τους καθαυτό σημασιολογικούς ό- ρους και έννοιες («αλήθεια», «ορισμός», «πληρότητα», «προσδιορισμός», «κατο- νομασία», «νοητότητα»), καθώς και με τις ίδιες τις έν>/οιες «σημασία», «νόημα» και «ερμηνεία». Στις τυπικοποιημένες γλώσσες το αντι- κείμενο, σχετικά με το οποίο τίθεται το ερώτημα για τη σημασία του και το νόημα του, είναι ένα ιδιαίτερο σημείο*, συνδυα- σμός σημείων ή κάποιο άλλο απόσπασμα κειμένου. Σύμφωνα με μιαν άποψη που ανάγεται στον Τζ. Στ. Μιλ και στο Φρέ- γκε. ως σημείο που παίζει στην τυπικο- 21
Σημαντική ποίηση της γλώ(χκις το ρόλο του όρου (term) (ανάλογου με το γραμματικό υπο- κείμενο ή αντικείμενο μιας πρότασης) χρησιμεύει το όνομα* κάποιου αντικειμέ- νου (ονομάζει ή δηλώνει τούτο το αντι- κείμενο) ή κλάσης - dass - (συνόλου, πλήθους). Η εύρεση του καταδηλούμε- νου - denotatum - (της σημασίας του α- ντικειμένου) για κάποιο συγκεκριμένο ό- νομα δίνει μιαν ουσιώδη πληροφορία για τούτο το όνομα, αλλά δεν εξαντλεί τη συναπτόμενη μ* αυτό σημασιολογική προβληματική: το καταδηλούμενο δεί- χνει τη σφαίρα (το πλάτος) της προσδιο- ριζόμενης από το δεδομένο όνομα έν- νοιας, δεν εξηγεί όμως το περιεχόμενο της. Στο όνομα υπάρχει κάποιο νόημα, ο- ριζόμενο από ένα σύλλεγμα σημείων που το χαρακτηρίζουν, η κατανόηση όμως αυτού του νοήματος όχι μόνο δεν προϋ- ποθέτει τη γνώση, αλλά ούτε την ύπαρξη του καταδηλούμενου του δεδομένου ο- νόματος. Το όνομα που δείχνει (ονομά- ζει) το καταδηλούμενο του εκφράζει κά- ποιο νόημα· για το όνομα τούτο λένε ότι ορίζει το καταδηλούμενο, όντας το κατη- γόρημα του. Είναι φανερό ότι ένα και το ίδιο καταδηλούμενο μπορεί να ορίζεται από διαφορετικές έννοιες. Συνάμα, το ί- διο νόημα μπορούν να έχουν διαφορετι- κά ονόματα που, στην περίπτωση αυτή, λέγονται συνώνυμα. Η εισαγόμενη έτσι στην πολλαπλότητα ονομάτων της δεδο- μένης γλώσσας σχέση συνωνύμων είναι σχέση ισοδυναμιών, δηλαδή είναι ανα- κλαστική (το κάθε συνώνυμο είναι το ίδιο με τον εαυτό του), συμμετρική (οι εκ- φράσεις: «το α είναι συνώνυμο του β» και «το β είναι συνώνυμο του α» είναι ισοδύ- ναμες) και μεταβατική (τα συνώνυμα μιας και της ίδιας λέξης είναι συνώνυμα και μεταξύ τους). ' Ολες αυτές οι σημασιολογικές έννοιες εξαπλώνονται από τα «ατομικά» (atomic) (ασυνεχή, πρωτογενή) αντικείμενα των τυπικοποιημένων γλωσσών - σημεία και ονόματα - σε πολυπλοκότερους συνδυα- σμούς σημείων - προτάσεις που εκφρά- ζουν κρίσεις για τις οποίες, στις αντίστοι- χες μεταγλώσσες, χρησιμοποιείται η έν- νοια του αληθούς (και του ψευδούς), και πιο πέρα: στους λογισμούς εν γένει, για τους οποίους χρησιμοποιείται η έννοια της ερμηνείας. Το σύστημα - το οποίο ανέπτυξαν με τις εργασίες τους οι Τάρσκι, Κάρναπ κ.ά. των λεγόμενων εκτατικών (extensive) σημασιολογικών χαρακτηριστικών, που περιγράφουν τα στοιχεία της γλώσσας από τη σκοπιά της σφαίρας των εννοιών (η «περιγραφή», «ονομασία», «αλήθεια») «επιδομείται» πάνω στην έννοια της ση- μασίας (του καταδηλούμενου) και σχημα- τίζει, σύμφωνα με τον Κουάιν (Quine), τη θεωρία της αναφοράς (του δεικτικού ή ο- νοματικού ορισμού). Το πολύ λιγότερο ε- πεξεργασμένο μέρος της σημαντικής εί- ναι η θεωρία του νοήματος, που πραγμα- τεύεται τις εντατικές (intensive) ιδιότη- τες των γλωσσών (των σημειωτικών συστημάτων) και που ασχολείται με τις έννοιες οι οποίες χαρακτηρίζουν τις γλώσσες από τη σκοπιά του περιεχομέ- νου των εννοιών («νόημα», «νοητότητα», «συνωνυμία», «λογικό επακολούθημα»). Ενώ η πρώτη ομάδα εννοιών βασίζεται στην καθαρά συμβατική ιδέα της απόδο- σης μιας σημασίας, η δεύτερη ομάδα εν- νοιών καλείται, κατά κάποιον τρόπο, να διασαφηνίσει την ουσία της σημαντικής: αυτό που πρέπει να εννοείται στη γλώσ- σα άσχετα από τους χρησιμοποιούμε- νους δεικτικούς ορισμούς. Η γλώσσα της σημαντικής των τυπικο- ποιημένων γλωσσών μπορεί, με τη σειρά της, να είναι κι αυτή τυπικοποιημένη. Το σύστημα μκις τυπικοποιημένης σημαντι- κής το επεξεργάστηκε ιδιαίτερα ο αμερι- κανός λογικός Τζόν Κεμένυ (Kemony). Η τυπικοποιημένη, με βάση τις ιδέες του σοβιετικού λογικού Ντ. Α. Μπότσβαρ, ση- μαντική συγκροτείται με τα μέσα της πο- 22
Σημαντική γενική λυσημαντικής λογικής* με τέτοιου εί- δους έρευνες ασχολείται και η τροπική λογική (modal logic). Βλ. και Σπμε/ωΓίκπ. θεώρηοη Παν. Κρητικού (Συμπλήρωμα της ελληνικής σύνταξης) Ο όρος σημαντική πρωτοχρησιμοποιήθη- κε από τον γάλλο φιλόλογο Μισέλ Μπρε- άλ το 1883 σε αντικατάσταση του όρου σημασιολογία που είχε υιοθετήσει το 1839 ο γερμανός λατινιστής Ράιζιχ (Rei- sig). Ο ίδιος ο Μπρεάλ όριζε ως αντικεί- μενο της σημαντικής τη μελέτη όλων των (ραινομένων της γλώσσας ως έκ(ραν- σης της ανθρώπινης σκέψης, σε αντιδια- στολή προς τη μελέτη των γλωσσικών φαινομένων από τη φθογγολογική άπο- ψη. Για μεγάλο διάσπημα η σημαντική κα- τείχε υποδεέστερη θέση σε σύγκριση με άλλους τομείς της γλωσσολογίας. Ανα- πτύχθηκε απότομα με την εμφάνιση της δομικής γλωσσολογίας (Φ. ντε Σωοσϋρ) και κυρίως με την εξέλιξη της συμβολι- κής (μαθηματικής λογικής). Η σημαντική διαιρείται σε τρεις τομείς: τη θεωρία του δηλωνόμενου (designa- tum), που μελετά τη σχέση ανάμεσα στις γλωσσικές εκφράσεις και τις σημασίες τους, τη θεωρία της αλήθειας, που μελε- τά το πρόβλημα της αλήθειας στις τυπι- κοποιημένες γλώσσες, και τη θεωρία της λογικής παραγωγής (deduction). Το τυπικοποιημένο σύστημα της σημαντι- κής περιλαμβάνει 1) τον πίνακα των ση- μείων, δηλαδή όλα τα σημεία που χρησι- μοποιεί το δεδομένο σύστημα· 2) τους κανόνες σχηματισμού, σύμφωνα με τους οποίους ορίζεται η έννοια της έκφρασης του συστήματος, έννοια που σχηματίζε- ται μόνο από τα σημεία του συστήματος· 3) τους κανόνες προσδιορισμού σε πλά- τος και σε βάθος της σημασίας των ση- μείων και του νοήματος των προτάσεων 4) τους κανόνες της αλήθειας που καθο- ρίζουν τους όρους υπό τους οποίους μια πρόταση του συστήματος είναι αληθής. ' Ετσι, τα σημασιολογικά συστήματα μπο- ρούν να θεωρούνται και ως θεωρία των μοντέλων. Η πρόοδος της σημαντικής ώθησε τη μα- θηματική λογική στην έρευνα φιλοσοφι- κών προβλημάτων τα οποία ανέκυπταν από την ίδια την τυπικοποίηση, λόγου χά- ρη, το πρόβλημα των γενικών εννοιών (universalia), η φύση της κρίσης και του δκιλογισμού, το πρόβλημα του αληθούς και του ψευδούς. Ωστόσο, η λύση που δόθηκε σε τούτα τα προβλήματα από το νεοθετικισμό ήταν ένας νέος νομιναλι- σμός και υποκειμενισμός που αμφισβητεί την αντικειμενικότητα της γνώσης στο λογικό επίπεδο. Γιάννης Κρητικός Σημαντική γενική (αγγλ. general sema- ntics). Φιλοσοφικό - κοινωνιολογικό ρεύ- μα, συγγενικό του νεοθετικισμού. Θεμε- λιώθηκε στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920 από τον Α. Η. Κορζύμπσκι (Korzy- bski). Κύριοι εκπρόσωποι του είναι ο Σ. Χαγιακάβα, ο Σ. Τσέηζ, ο Α. Ράποπορτ. Σπουδαιότερα κέντρα: η Διεθνής Εται- ρεία Γενικής Σημαντικής (Σικάγο), το Ιν- στιτούτο Γενικής Σημαντικής (Λέηκβιλ, ΗΠΑ). Ειδικό όργανο: το περιοδικό «ETC», που εκδίδεται από το 1943 στο Σικάγο. Η γενική σημαντική ορμάται από το γεγο- νός του δεσμού της ανθρώπινης συμπε- ρκροράς με τη γλώσσα, απολυτοποιώ- ντας τον άμεσο καθορισμό της συμπερι- φοράς από τη λέξη. Οι οπαδοί της γενι- κής σημαντικής απαιτούν τον περιορισμό στο ελάχιστο του κινδύνου υποκατάστα- σης της πραγματικής δομής του κόσμου με τη γλωσσική δομή και της αντίδρασης στο αντικείμενο με την αντίδραση στη λέξη. Σ' αυτό και χρησιμεύουν οι θεμε- λιακές αρχές της γενικής σημαντικής: η 23
Σημασία μη ταυτότητα (η λέξη δεν ταυτίζεται με το πράγμα, ενώ το πράγμα ταυτίζεται με τον εαυτό του) η «μη πληρότητα» - Ιηοο- mpleteness - (η γλωσσική έκφραση δε δί- νει μιαν πλήρη εικόνα του φαινομένου)· η αυτό αντανάκλαση (η ανάλυση του γλωσσικού μορφήματος έχει να κάνει μό- νο μ* αυτό το ίδιο και όχι με την πραγμα- τικότητα). Από δω πηγάζει ένας απόλυ- τος σχετικισμός και αγνωστικισμός: «το αντικειμενικό επίπεδο» της πραγματικό- τητας δεν μπορεί να εκφραστεί με λέ- ξεις: «οφείλουμε να δείχνουμε με τα δά- κτυλα και να σιωπούμε, αλλοιώς δεν θα φτάνουμε ποτέ σε τούτο το επίπεδο» (Α. Korzybski, Science and Sanity, Lanca- ster, 1945, 2η έκδ. σελ., 399). Το συμπέ- ρασμα τούτο ενισχύεται από τη νομιναλι- στική θεωρία για την αφαίρεση και από τη θεωρία της σημασίας την οποία υιοθετεί η γενική σημαντική, θεωρία που βασίζε- ται στις ιδέες της αισθητηριακής επαλή- θευσης και του οπέρασιοναλισμού. Η ση- μασία στη γενική σημαντική ανάγεται στο δοσμένο από τις αισθήσεις ανάφορο και στις αντίστοιχες πράξεις (Opera- tions). Η γενική σημαντική μελετά την επιρροή της γλώσσας πάνω στη σκέψη και στη συ- μπεριφορά των ανθρώπων, καθώς και στη διαμόρφωση της «μαζικής κουλτούρας», την παθολογία της γλώσσας στην επίδρα- ση της πάνω στη συμπεριφορά. Οι εκ- πρόσωποι της γενικής σημαντικής συν- δέουν, αβάσιμα, τις κοινωνικές αντιφά- σεις και συγκρούσεις με το ότι οι άνθρω- ποι υποκαθιστούν τα γεγονότα με «αφαιρέσεις» του τύπου «πρόοδος», «δημοκρατία», «ελευθερία», «κομμουνι- σμός», «εργασία», «κεςράλακ)» κ.λπ. και υποστηρίζουν ότι «αν η γνώση της σημα- ντικής ήταν γενική, τέτοιες συγκρούσεις είναι αμφίβολο αν θα ξεσπούσαν» (St. Chase, The Tyranny of Words, N.Y., 1938, σελ. 13-15). • Μπρουτιάν Γ. Α., Η γνωοιοθεωρία της γενι- κής σημαντυ<ής, Ερεβαν, 1959· Μπογκομό- λοφ Α. Σ., Η αστική φιλοσοφία σης ΗΠΑ του 20ού αιώνα, Μ. 1974- The use and misuse of language, Qreenwich, 1962 HayakawaS. J., Language in thought and action. N.Y 1964 (2η έκδ.)' Rapoport Α., Philosophie Leute und morgen, Darmstadt, 1970. θεώρηοη Γκχν. Κρητικού Σημασία. Το περιεχόμενο που συνδέε- ται με τη συγκεκριμένη έκφραση (λέξη, φράση, σημείο κ.λπ.) κάποιας γλώσσας. Τη σημασία των γλωσσικών εκφράσεων μελετούν η γλωσσολογία, η λογική και η σημειωτική. Στην επιστήμη της γλώσσας με τον όρο «σημασία» εννοείται το εν- νοιολογικό περιεχόμενο της λέξης. Στη λογική (και τη σημειωτική) ως σημασία της γλωσσικής έκφρασης εννοείται το α- ντικείμενο ή η τάξη αντικειμένων που υ- ποδηλώνεται (ονομάζεται) με την έκφρα- ση αυτή (σημασία ως προς τα αντικείμε- να ή την έκταση), ενώ ως νόημα έκφρα- σης (εννοιολογική σημασία ή σημασία ως προς την ένταση) εννοείται το νοητό της περιεχόμενο, δηλαδή οι πληροφορίες που περιλαμβάνει η έκφραση, χάρη στις οποίες η έκφραση αναφέρεται στο συ- γκεκριμένο αντικείμενο (αντικείμενα). Η σημασία ως προς τα αντικείμενα των εκ- φράσεων «Αποσπερίτης» και «Αυγερι- νός», π.χ., είναι ένα και το αυτό αντικεί- μενο: ο πλανήτης Αφροδίτη, ενώ τα νοη- τικά τους περιεχόμενα - οι εννοιολογικές τους σημασίες - διαφέρουν. Η μελέτη των ζητημάτων, που συνδέονται με τα κριτήρια της ισότητας των σημασιών (νο- ημάτων), αποτελεί ένα από τα προβήμα- τα της λογικής σημαντικής. Βλ. επίσης λήμμα Σημείο και τη βιβλιογραφία σ* αυ- τό. θεώρηση Γ. Παπαγούνου 24
Σημ6ΐο Σημείο (αγγλ. sign, γερμ. Zeichen). Υλι- κό α\π·ικείμενο ((ραινόμενο, γεγονός), που υποκατασταίνει ένα άλλο αντικείμε- νο, ιδιότητα ή σχέση και χρησιμοποιείται για τη λήψη, αποθήκευση, επεξεργασία και μετάδοση μηνυμάτων (πληροφοριών, γνώσεων). Τα σημεία διακρίνονται σε γλωσσικά (που ανήκουν σε ένα συγκεκρι- μένο σημειωτικό σύστημα) και μη γλωσσι- κά. Τα δεύτερα διαιρούνται σε αντιγραφι- κά, ενδεικτικά και συμβολικά. Τα αντιγρα- φικά σημεία είναι αναπαραστάσεις λίγο - πολύ όμοιες με το δηλωνόμενο (όπως οι φωτογραφίες, τα δακτυλικά αποτυπώμα- τα και ώς ένα βαθμό τα λεγόμενα εικονο- γράμματα). Τα ενδεικτικά είναι σημεία που συνδέονται με τα δηλωνόμενα αντι- κείμενα ως ενέργειες με τις αιτίες τους (αυτά που ονομάζονται αλλοιώς συμπτώ- ματα, σημάδια κ.λπ.). Τα συμβολικά είναι σημεία που χάρη στην παραστατική εικό- να που σχηματίζουν χρησιμοποιούνται γκι να εκ(ρράσουν κάποιο, συχνά σημα- ντικό και αφηρημένο, περιεχόμενο (π.χ., το πορτραίτο μκις αρχαίας ελληνικής θε- ατρικής μάσκας ως σύμβολο του σύγχρο- νου θεάτρου και του θεάτρου τέχνης· ο όρος «σύμβολο» χρησιμοποιείται και α- πλώς με την έννοια του σημείου). Τα γλωσσικά σημεία δε λειτουργούν ανε- ξάρτητα το ένα από το άλλο, απαρτίζουν ένα σύστημα, που οι κανόνες του καθορί- ζουν τις νομοτέλειες της δόμησης τους (κανόνες της γραμματικής ή του συντα- κτικού με την πλατιά έννοια), της κατα- νόησης τους (κανόνες ανάλυσης του νο- ήματος ή της σημασίας του σημείου) και της χρήσης τους. Τα σημεία που περι- λαμβάνονται στη σύσταση των γλωσσών ως μέσων επικοινωνίας στην κοινωνία ο- νομάζονται σημεία επικοινωνίας. Τα ση- μεία αυτά διαιρούνται σε σημεία των φυ- σικών γλωσσών και σε σημεία των τεχνη- τών σημειωτικών συστημάτων των τεχνη- τών γλωσσών. Τα σημεία των φυσικών γλωσσών (μεμονωμένες λέξεις, σωστά δομημένες από γραμματική άποψη, εκ- φράσεις, προτάσεις κ.ά.) αποτελούνται τόσο από φωνητικά σημεία, όσο και από τα αντίστοιχα τους γραμμένα με το χέρι ή τυπογραφικά κ.ά σημεία. Τα μη γλωσσι- κά σημεία παίζουν βοηθητικό ρόλο στην επικοινωνία. Στις φυσικές γλώσσες της επικοινωνίας - εθνικές γλώσσες - μόνο οι κανόνες της γραμματικής υπάρχουν σε λίγο - πολύ κατάδηλη μορφή, ενώ οι κα- νόνες της σημασίας και της χρήσης υ- πάρχουν σε μη κατάδηλη μορφή. Η ανά- πτυξη της επιστήμης είχε ως αποτέλε- σμα να εισαχθούν στις φυσικές γλώσσες ειδικά γραφικά σημεία, που χρησιμο- ποιούνται για τη σύντμηση επιστημονικών εννοιών και κρίσεων, καθώς και μεθόδων χειρισμού των εξεταζόμενων από την ε- πιστήμη αντικειμένων (π.χ., σημεία της μαθηματικής, της χημικής κ.ά. συμβολι- κής). Από σημεία αυτού του είδους συ- γκροτούνται οι τεχνητές γλώσσες που οι κανόνες τους (μαζί και οι κανόνες της σύνταξης και της ανάλυσης του νοήμα- τος) διατυπώνονται σε κατάδηλη μορφή. Οι τεχνητές γλώσσες χρησιμοποιούνται κυρίως από την επιστήμη, όπου χρησι- μεύουν όχι μόνο ως μέσο επικοινωνίας (μεταξύ επιστημόνων, επιστημονικών ο- μάδων κ.λπ.), αλλά και ως μέσο λήψης νέων πληροφοριών για τα ερευνώμενα φαινόμενα. Στα σημεία των τεχνητών ση- μειωτικών συστημάτων περιλαμβάνονται: τα σημεία των κωδικών συστημάτων που προορίζονται για την κωδικοποίηση της κοινής ομιλίας ή για την ανακωδικοποίη- ση ήδη κωδικοποιημένων μηνυμάτων (π.χ., κώδικας Μορς. κώδικες που χρησι- μοποιούνται κατά την κατάρτιση προ- γραμμάτων γκι ψηφιακούς ηλεκτρονι- κούς υπολογιστές)· τα σημεία για την τυ- ποποίηση των συνεχών διαδικασιών (π.χ.. καμπύλες που αναπαρασταίνουν τις συ- νεχείς μεταβολές στη διάρκεια κάποιων διεργασιών)· τα σημεία από τα οποία συ- γκροτούνται τύποι, που χρησιμοποιούνται 25
ZnMeb στις επιστημονικές γλώσσες και είναι το σημαντικότερο είδος σημείων που χρησι- μοποιούνται στην επιστήμη. Συνήθως γί- νεται μ;α διάκριση ανάμεσα στα σημεία που η σημασία τους (η κατανόηση τους) δεν εξαρτάται από άλλα σημεία (τα λεγό- μενα γνήσια σημεία) και στα μη γνήσια σημεία, που δεν έχουν από μόνα τους σημασιακό χαρακτήρα, αλλά απλώς χρη- σιμεύουν για το σχηματισμό σύνθετων σημείων από πιο απλά (π.χ., οι παρενθέ- σεις). Γίνεται διάκριση μεταξύ πραγματολογι- κής, νοηματικής και εκφραστικής σημα- σίας των σημείων. Λέμε ότι ένα σημείο δηλώνει ορισμένο αντικείμενο (ή αντικεί- μενα) - το αντικείμενο που δηλώνεται από το σημείο λέγεται πραγματολογική σημασία του - και εκφράζει τη νοηματική και εκφραστική του σημασία. Η νοηματι- κή σημασία (το νόημα) του σημείου χρη- σιμεύει για τον προσδιορισμό της πραγ- ματολογικής σημασίας του, δηλαδή για την εξακρίβωση του αντικειμένου που δηλώνεται από το σημείο (αν και μπο- ρούν να υπάρξουν σημεία, που έχουν μό- νο νόημα, όμως δε δηλώνουν κανένα α- ντικείμενο, π.χ., η έκφραση «νεράιδα»). Από την άλλη πλευρά, μπορεί να υπάρ- ξουν σημεία, στα οποία η νοηματική ση- μασία έχει περισταλεί στο ελάχιστο. Τέ- τοια είναι τα κύρια ονόματα των φυσικών γλωσσών. Η νοηματική σημασία του ση- μείου είναι η ικανότητα του να παρασταί- νει και να καταγράφει ορισμένες όψεις, γνωρίσματα και ιδιότητες του δηλωνόμε- νου αντικειμένου, που προσδιορίζουν τη σφαίρα εφαρμογής του σημείου. Πρόκει- ται γΓ αυτό που καταλαβαίνει ο άνθρω- πος όταν αντιλαμβάνεται ή αναπαράγει το συγκεκριμένο σημείο. Στην επιστήμη η νοηματική σημασία του σημείου παίρνει τη μορφή της έννοιας. Ετσι, σε ορισμέ- νους τομείς (κυρίως στα μαθηματικά) τα αντικείμενα, που δηλώνονται από σημεία (με εκφράσεις της αντίστοιχης επιστη- μονικής γλώσσας), αποτελούν ιδεατο- ποιημένα αντικείμενα* Με τον όρο «εκ- φραστική σημασία» εννοούμε τα εκφρα- ζόμενα με τη βοήθεια του ορισμένου ση- μείου (με τη χρησιμοποίηση του μέσα σε ένα ορισμένο πλαίσιο και σε μιαν ορισμέ- νη κατάσταση), αισθήματα και επιθυμίες του ανθρώπου που κάνει χρήση του ση- μείου. Τόσο η γένεση της ίδιας της ανθρωπότη- τας, όσο και οι θεμελιώδεις σταθμοί στην ανάπτυξη της επιστήμης (π.χ., η εμφάνι- ση της μαθηματικής συμβολικής κατά το 16ο - 17ο αιώνα, που επιτάχυνε εξαιρετι- κά την πρόοδο των μαθηματικών και την εφαρμογή τους στη μηχανική, την αστρο- νομία και τη φυσική· η ανάπτυξη των τυ- ποποιημένων πληροφορικών, μηχανικών κ.ά. γλωσσών, ανάπτυξη που συνδέεται με την κυβερνητική), είναι συνυφασμένα με την ανάπτυξη της ικανότητας άντλη- σης και επεξεργασίας πληροφοριών για τα αντικείμενα όχι με τον άμεσο χειρισμό των ίδιων των αντικειμένων, αλλά των ση- μείων που τα υποκατασταίνουν. Η δη- μιουργία ειδικής συμβολικής, και ιδιαίτε- ρα η δημιουργία συσπιμάτων τύπων (for- mulas), ανοίγει συνήθως στην επιστήμη νέες δυνατότητες: τα ορθολογικά συ- γκροτημένα σημειωτικά συστήματα δί- νουν τη δυνατότητα να εκφραστούν σε εποπτική μορφή οι συσχετισμοί ανάμεσα στα υπό μελέτη φαινόμενα, να επιτευ- χθεί η μονοσημία των χρησιμοποιούμε- νων όρων και να καθιερωθούν έννοιες, γκι τις ϋποίες δεν υπάρχουν λεκτικές εκ- φράσεις στην κοινή γλώσσα. Οι τύποι πολλές φορές εκφράζουν τόσο το τελι- κό αποτέλεσμα, όσο και τα μέσα που α- παιτούνται για την επίτευξη του αποτε- λέσματος αυτού. Η διατύπωση μηνυμά- των με τη βοήθεια σημείων καθιστά δυ- νατή τη μετάδοση πληροφοριών μέσω τεχνικών καναλιών επικοινωνίας και την πολύπλευρη (μαθηματική, στατιστική και λογική) επεξεργασία τους με αυτόματες 26
Σημειωτική συσκευές. Βλ. επίσης Σημασία, Ονομα, Σημειωτική. • Λένιν Β. Ι., νλίσμός και εμπεψιοκριτικι- ομός, Απαντα, τ. 18 Μπιριουκόφ Μπ. Β., Η θεωρία του Γκ Φρέγκε για τις έννοιες, στο βιβ. Η χρησιμοποίηση της λογικής στην επι- στήμη και στην τεχνική, Μ., 1960 Τσερτς Α., Εισαγωγή στη μαθηματική λογική, μετφ. από τα αγγλ., τ. 1, Μ.. 1960* Σαφ Α., Εισαγωγή στη σημαντική, μετφ. από τα πόλων., Μ., 1963 Πιρς Τζ., Σύμβολα, σήματα, Θόρυβοι, μετφ. από τα αγγλ.. Μ., 1967· Το πρόβλημα του ση- μείου και της σημασίας. Συλλογή, Μ., 1969 Κοροουνόφ Α. Μ., Μαντάτοφ Β. Β., Η Θεωρία πης αντανάκλασης και ο ευρετικός ρόλος του σημείου, Μ., 1974' Morris Ch., Sings langua- ge and behavior, N.Y 1946. Mn. B. Μπιριουκόφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σημειωτική (από την ελλ. λέξη ση- μείον), ή σημειολογία. Γενική θεωρία (ή σύμπλεγμα επισπιμονικών θεωριών) που μελετά τις ιδιότητες των σημειωτικών συστημάτων ή συστημάτων σημείων, στο καθένα από τα οποία αποδίδεται ορισμέ- νη σημασία*. Παραδείγματα τέτοιων συ- στημάτων: οι φυσικές (ομιλούμενες) γλώσσες, τα συσπίματα προτάσεων των επιστημονικών θεωριών, οι τεχνητές γλώσσες, τα συσπίματα σηματοδότησης στην κοινωνία και στη φύση, συστήματα καταστάσεων, σινιάλων, εισροών και ε- κροών των διαφόρων μηχανών και αυτο- μάτων, τα προγράμματα και οι αλγόριθμοι γι' αυτά και οι γλώσσες - μεσολαβητές γκι την «επικοινωνία» των ανθρώπων, κ.ο.κ. Σημειωτικά συστήματα μπορούν να θεωρηθούν οι «γλώσσες» των εικαστικών τεχνών, του θεάτρου, του κινηματογρά- φου και της μουσικής, καθώς και οποια- δήποτε σύνθετα συστήματα λειτουργίας, θεωρούμενα από τη σκοπιά της κυβερνη- τικής: μηχανές, εργαλειομηχανές, συ- σκευές και η αλληλοσχέση των μερών τους, οι έμβιοι οργανισμοί και τα επιμέ- ρους υποσυστήματα τους (λόγου χάρη, το κεντρικό νευρικό σύστημα), οι παρα- γωγικές και κοινωνικές συνενώσεις και η κοινωνία εν γένει. Στα πλαίσια της σημειωτικής, ως ενιαίας σύνθετης επιστημονικής κατεύθυνσης, είναι δυνατή η ερμηνεία σειράς πολύ- πλοκων συστημάτων ως συστημάτων ση- μείων που μπορούν καταρχήν να χρησι- μέψουν για την έκφραση κάποιου περιε- χομένου, μ'όλο που η συνδυασμένη με- λέτη των εξαιρετικά ποικιλόμορφων σημειωτικών συστημάτων δικαιολογείται από τις υπάρχουσες στη δομή (και στις αρχές λειτουργίας) τους αναλογίες, που εκφράζονται με ορισμένες σχέσεις, ό- πως ο ισομορφισμός* και ο ομομορφι- σμός*. Η σημειωτική προσέγγιση στη μελέτη των σημειωτικών συστημάτων βασικά εμ- φανίστηκε ήδη στις λογικομαθηματικές εργασίες του Λάιμπνιτς (τέλη του 17ου αι.), ο οποίος προδιέγραψε, με τη θεωρία του γκι τον καθολικό λογισμό (Characte- ristica universalis), τις θεμελιακές αρχές της μαθηματικής λογικής και της σημειω- τικής. Ο ελβετός γλωσσολόγος Φερντι- νάν ντε Σωσσύρ (τέλη του 19ου αι.) με- λέτησε τις φυσικές γλώσσες ως σημειω- τικά συστήματα, εκπονώντας τη θεωρία της σημασίας των σημείων στα πλαίσια ε- νός επιστημονικού κλάδου, που ο ίδιος τον ονόμασε «σημειολογία». Οι θεμελια- κές αρχές της σημειολογίας διατυπώθη- καν με σαφήνεια από τον Πηρς (δεύτερο μισό του 19ου αι.) - ο οποίος και εισήγαγε τον όρο «σημειωτική» - και αναπτύχθη- καν στις εργασίες των Το. Μόρρις, Ρ. Κάρναπ, Α. Τάρσκι κ.ά. Χαρακτηριστικός για τη σημειωτική μεθε- οδολογία είναι ο χωρισμός σε τρία επίπε- δα έρευνας των σημειωτικών συστημά- των, επίπεδα που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της σημειωτικής προβληματικής: 1) 27
Σημειωτική τη συντακτική, που ασχολείται με τη με- λέτη της σύνταξης των σημειωτικών συ- στημάτων, δηλαδή της δομής των συν- δυασμών σημείων και των κανόνων του σχηματισμού και μετασχηματισμού τους άσχετα με τις σημασίες τους και με τις λειτουργίες των σημειωτικών συστημά- των 2) τη οημαντυα), που μελετά τα ση- μειωτικά συστήματα ως μέσα έκφρασης του νοήματος - βασικό της αντικείμενο είναι η ερμηνεία των σημείων και των συνδυασμών σημείων 3) την πραγματι- στική (pragmatics), που μελετά τη σχέση ανάμεσα στα σημειωτικά συστήματα και σ* εκείνους που δέχονται, ερμηνεύουν και χρησιμοποιούν τις περιεχόμενες σ' αυτά πληροφορίες. ' Ενα από τα σπου- δαιότερα προβλήματα της σημειωτικής είναι να διευκρινιστεί κατά πόσο τούτα τα επίπεδα έρευνας μπορούν να ανάγονται το ένα στο άλλο. Το δομιστικό πρόγραμμα του ντε Σωσσύρ (ο οποίος είναι εν μέρει ο πρόδρομος των γλωσσολογικών ιδεών του Β. φον Χούμπολντ) βασιζόταν στις σημειωτικές έρευνες συγκεκριμένων επιστημών. Πρώτος τέτοιος σημειωτικός κλάδος που εμφανίστηκε ήδη σαν πρόπλασμα στα έρ- γα του και που αναπτύχθηκε εντατικά στη δεκαετία του 1920 σε μια σειρά χώ- ρες (Τσεχοσλοβακία, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Δανία κ.λπ.) ήταν η δομική γλωσσολογία. Στις μέρες μας, γίνονται μελέτες που αφο- ρούν τόσο τη συντακτική πλευρά (θεωρία των λεγόμενων τυπικών γραμματικών βά- σεων της λογικομαθηματικής και εν μέ- ρει της θεωρητικής συνολιστικής μεθο- δολογίας), όσο και τη σημαντική («μο- ντέλο Νόημα <=> Κείμενο») καθώς και τη μεθοδολογική (λόγου χάρη, οι σχετι- κές με τις γλωσσικές γενικές έννοιες έ- ρευνες στις εργασίες του Ν. Τσόμσκι και της σχολής του) απόψεις και πολυάριθμα ρεύματα με πρακτικές εφαρμογές (πιθα- νοκρατική στατιστική περιγραφή των γλωσσικών δομών εργασίες του Γ Β. Κνορόζοφ γκι την αποκρυπτογράφηση της αρχαίας γραπτής γλώσσας κ.ά.). Κα- τά το παράδειγμα και το πρότυπο της γλωσσολογίας, η αποκάλυψη των εσωτε- ρικών δομών και η μοντελοποίηση τους αναπτύχθηκαν και στη φιλολογική επι- στήμη (η «τυπολογική σχολή» των Γ Ν. Τυνιάνοφ, Β. Μπ. Σκλόφσκι και Μπ. Μ. Αϊ- χενμπάουμ, η κλασική μονογραφία του Β. Γ Προπ «Μορφολογία του παραμυθιού», οι εργασίες του Γ Μ. Λότμαν κ.ά. για τη δομική ποιητική, η σειρά μελετών του Μ.Μ. Μπαχτίν) και στην αισθητική (τόσο στο επίπεδο των εφαρμογών - η σημειω- τική μελέτη των «γλωσσών» του κινημα- τογράφου, του θεάτρου κ.ά. ειδών τέ- χνης, όσο και στο γενικό θεωρητικό επί- πεδο), στην ψυχολογία και στην παιδαγω- γική (η ελβετική σχολή του Ζαν Πιαζέ, οι εργασίες του Λ. Σ. Βιγκότσκι κ.ά. σοβιετι- κών ψυχολόγων, καθώς και η «προσανα- τολιστική» αντίληψη της εργασιακής και της γενικής παιδαγωγικής του Α. Κ. Γκά- στεφ), στην εθνολογία, στην ανθρωπολο- γία και στη πολσισμολογία (η δομική αν- θρωπολογία του Κλωντ Λεβί Στρος), στην κοινωνιολογία, στις οικονομικές επι- στήμες κ.ά. Η θεωρητική (ή τυπική) σημειωτική αντι- προσωπεύει το σύνολο των συντακτικών και σημασιολογικών ερευνών των ση- μειωτικών συστημάτων (των σχετιζόμε- νων συχνά με τη μεταλογική) αναφορικά με τις τεχνητές, τυπικοποιημένες γλώσ- σες, δηλαδή το λογικό και λογικομαθημα- τικό λογισμό, που μελετώνται μαζί με την ερμηνεία τους (σημαντική) ή ανεξάρτητα απ' αυτήν (σύνταξη): οι μεταμαθηματι- κές έρευνες των Ράσσελ, Ουάσχεντ. Χίλμπερτ, Γκέντελ (Gödel), Τσερτς (Church) κ.ά., τα λογικοσημασιολογικά έργα και τα θεωρητικά μοντέλα των Φρέ- γκε, Κάρναπ, Τσερτς, Τζ. Κεμένυ, Τάρσκι και της σχολής του, Α. Ι. Μάλτσεφ και των μαθητών του κ.ά., καθώς και οι εργασίες των σοβιετικών μαθηματικών Α. Α. Μάρ- 28
Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ κοφ, Ν. Α. Σάνιν και των μαθητών τους πάνω στη γενική θεωρία του λογισμού, εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της κατασκευαστικής κατεύθυν- σης (βλ. Κατασκευαστική κατεύθυνση). Με τη θεωρητική σημειωτική σχετίζονται επίσης, πλάι στις προγραμματικές εργα- σίες του Βιτγκενστάιν και του Κάρναπ (τις αφιερωμένες στις λογικοφιλοσοφι- κές αρχές της μοντελοποίησης του κό- σμου), η γενετική ανάλυση των λογικο- γν(ι)σιολογικών δομών στις εργασίες της σχολής του Ζαν Πιαζέ και, πολύ αργότε- ρα, οι εργασίες της για τη «δομική επι- στημολογία». Στο σημείο συνάντησης της γενικής θεωρητικής έρευνας για τη σημειωτική και των διάφορων κλάδων της σημειωτικής εκπονούνται πολυάριθμες περιγραφές αλγοριθμικών «γλωσσών» και «γλωσσών» προγραμματισμού, που πραγματοποιούν, σε αρκετά υψηλό επί- πεδο αφαίρεσης (αλλά με εφαρμογή σε ολότελα συγκεκριμένα γλωσσικά συστή- ματα), τις γενικές αρχές της σημειωτι- κής και της μαθηματικής λογικής (λόγου χάρη, η γλώσσα ΡΕΦΑΛ που πήρε πλατιά διάδοση στις μελέτες της κυβερνητικής στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες). Στα πλαίσια της θεωρητικής σημειωτικής ορι- σμένες όψεις της σημειωτικής έρευνας - συντακτική, σημασιολογική και πραγμα- τιστική - μπορούν να νοηθούν ως τμήμα- τα αυτής της επιστήμης (όπως, λόγου χάρη, στη θεωρητική μηχανική ξεχωρί- ζουμε την κινηματική, τη στατική και τη δυναμική). Το ζήτημα της αμοιβαίας ανα- γωγής των προβλημάτων και των πορι- σμάτων, που έχουν σχέση με τούτα τα τμήματα της σημειωτικής, τίθεται εδώ με μεγάλη ακρίβεια. Η πρακτική και φιλοσοφική σπουδαιότητα της σημειωτικής οφείλεται στο ότι αυτή πραγματεύεται διάφορα σημειωτικά συ- στήματα ως μοντέλα καθορισμένων τμη- μάτων του εξωτερικού κόσμου, μοντέλα που κατασκευάζονται στην πορεία της γνίοστικής και πρακτικής δραστηριότητας των ανθρώπων. Τυπικό παράδειγμα μιας τέτοιας μοντελοποίησης είναι ο ευρύτα- τος κύκλος των ερευνών της κυβερνητι- κής, ο γνωστός με τη γενική ονομασία «τεχνητός νους». Βλ. επίσης Σύνταξη, Σημαντική, Πραγματιστική. • Βιτγκενστάιν Λ., Tractatus Logico - Philo- sophicus, ελλην. έκδ.. Παπαζήση. 1978' Κάρ- ναπ Ρ., Σημασία και αναγκαιότητα [μετ. από τα αγγλ.], Μ., 1959 Μελέτες για τα σημειωτικά συστήματα, τ. 1-11, Ταρτού, 1964 - 79" Στε- πάνοφ Γ Σ., Σημειωτική, Μ., 1971 · Σημαντική και πληροφορική, τ. 16, Μ., 1981' Rey Debo- ve J., Semantique, Ρ., 1979. θεώρηση Παν. Κρητικού Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ (Siger de Bra- bant) (περίπου 1235 - περίπου 1282, Ορ- βιέτο). Φιλόσοφος του Μεσαίωνα, ένας από τους θεμελιωτές του δυτικοευρω- παϊκού αβερροίσμού. Καθηγητής της Σχολής Τεχνών του Πανεπιστημίου του Παρισιού. Στις πραγματείες «Για τηνέλ- λογη ψυχή», «Για την αιωνιότητα του κό- σμου», «Για την o^/aγκaιότητa και τηναλ- ληλοσύνδεση των αιτίων» και στα σχόλια για τα «Φυσικά», τα «Μετά τα Φυσικά» και άλλα έργα του Αριστοτέλη διατύπωσε τη θεωρία της διττής αλήθειας*: η αλή- θεια της ορθολογικής γνώσης μπορεί να έρθει σε αντίθεση με την αλήθεια της θρησκευτικής αποκάλυψης. Ο Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ δεχόταν την ύπαρξη του θεού ως πρώτης αιτίας, απέρριπτε όμως τη δημιουργία του κόσμου «εκ του μηδε- νός» και πίστευε ότι ο κόσμος είναι αιώ- νιος όπως και ο θεός. Ο θεός δεν είναι ελεύθερος στη σχέση του με τον κόσμο, στον οποίο κυριαρχούν οι νομοτέλειες που ο ίδιος καθιέρωσε και που ενσαρκώ- νονται, ειδικότερα, στην κίνηση των ου- ράνιων σωμάτων. Ο ανθρώπινος λόγος (το λογικό), κατά το Σιγκέρ ντε Μπρα- μπάντ, αποτελεί προαιώνια και αδημιούρ- 29
Σίγκετι γητη άυλη ουσία, ενώ η ατομική ανθρώπι- νη ψυχή είναι θνητή. Οι αντιλήψεις του Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ και των οπαδών του επικρίθηκαν από την εκκλησία (το 1270 και το 1277) και ο Αλβέρτος ο Μέ- γας, ο Θωμάς Ακινάτης και ο Ρ. Λούλλιος ανέλαβαν να τις ανατρέψυν. Ο Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ παραπέμφθηκε στην Ιε- ρά Εξέταση για να δικαστεί, κλήθηκε στην αυλή του πάπα, όπου κατά τη διάρ- κεια της ανάκρισης δολοφονήθηκε από το γραμματέα του. Οι αντιλήψεις του Σι- γκέρ ντε Μπραμπάντ άσκησαν επίδραση στην κοσμοθεωρία του Δάντη, στη σχολή των αβερροϊστών της Πάδουας, στον Πο- μπονάτσι και στον Πίκο ντέλλα Μιράντο- λα. ■ Στο βιβ. Mandonnet Ρ., Siger de Brabant..., ν. 1-2, Louvain 1908 - 11' Steenberghen F. van, SIger de Brabant, v. 1-2, Louvain, 1931 - 42. • Σέβκινα Γκ. Β., Ο Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ και οι αβερροιστές του Παρισιού του 13ου αι., Μ., 1972' Μπιχόφσκι Μπ. Ε., Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ, Μ., 1979 Grabmann Μ., Der la- teinische Averroismus des 13. Jahrhunderts und seine Stellung zur christlichen Weltan- schauung, Münch., 1931 Palma G., La dottri- na suir unita dell' untelletto in Sigieri di Braba- nte, Padova, 1955. Θεώρηοη Στ. Φασουλάκη Σίγκετι (Szigeti) Γιόζεφ (γεν. 19.3.1931, Ράκοσπαλοτα). Ούγγρος φιλόσοφος, α- ντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επι- στημών της Ουγγαρίας (1967), μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού κόμματος της Ουγγαρίας από το 1945. Από το 1959 ώς το 1968 διετέλεσε διευθυντής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας της Ακαδη- μίας Επιστημών της Ουγγαρίας. Από το 1971 διευθυντής της 1ης έδρας της φι- λοσοφίας στο Πανεπιστήμιο «Λόραντ Ε- τβες». Οι κυριότερες εργασίες του είναι αφιερωμένες σε προβλήματα της μεθο- δολογίας, της ιστορίας της φιλοσοφίας και της αισθητικής. ■ Utban a valosag felo, Bdpst, 1948 Irodalmi fanulmänyok, Bdpst, 1959' Α magyar szel- lemtört^net birälatahcz, Bdpst, 1964· Beveze- tos a marxista - leninista esztötikäba. Bdpst, 1971 · σε ρωσ. μετφ:. Ντενι Νηντερό, ο επι- φανής εκπρόσωπος του μαχόμενου υλισμού του Ί8ου αι., Μ., 1963. Θεώρηοη Νικ. Στέργιου Σιεπιάνσκι (Szczepanski) Παν (14. 9. 1913, Ούστρον). Πολωνός κοινωνιο- λόγος, μέλος της Ακαδημίας Επιστη- μών της Πολωνίας (1964). Διευθυντής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας και Κοινω- νιολογίας (1968 75). Πρόεδρος της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Εταιρείας (1966 - 70). Το 1974 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο της ΛΔ της Πολω- νίας Ιου βαθμού. Οι κυριότερες εργα- σίες του αναφέρονται στους τομείς της ιστορίας και της θεωρίας της κοινωνιολο- γίας, της δομής της πολωνικής κοινω- νίας, της κοινωνιολογίας της ανώτατης παιδείας κ.ά. Διηύθυνε (από το 1958) την έκδοση «Ερευνα της θέσης της εργατι- κής τάξης και της διανόησης>^ («Ζ badan klasy robotniczej Ι inteligencji», τ. 1-28, 1959 - 67). ■ Inteligencja i spoleczenstwo, Warsz., 1957* Socjologia. Roswöj problematyki i metod, Warsz., 1961' Socjologiczne zagadnienia wyz- szego wyksztalczenia, Warsz., 1963· Rzecz ο nauszycielach w wychowujacym spoleczen- stwie socjallstycznym, Warsz., 1975 Sprawy ludzkie, Warsz., 1978· Rozwazanja ο con- sunpcji i polityce spolecznej, Warsz., 1978 σε ρωσ. μετψ., Στο/χε/ώδεις έwo/ες της κοι- νωνιολογίας, Μ., 1969. Θεώρηση Νικ. Στέργιου 30
Σικάγου σχολή Σικάγου σχολή στην κοινωνιολογία. Ο- μάδα ερευνητών που διαμορ(ρώθηκε τη δεκαετία του 1920 στη Σχολή Κοινωνιο- λογίας του ΠανεπισπίΜίου του Σικάγου. Τη βάση της αποτελούσε η ενότητα της θεωρητικής - μεθοδολογικής προσέγγι- σης των ζητημάτων και η κοινότητα των ερευνητικών ενδιαφερόντων. Βάση της μελέτης των προβλημάτων στη σχολή του Σικάγου αποτελούσαν οι ιδέες του ιδρυτή της Ρ. Ε. Πάρκ, που όριζε την κοινωνιολογία ως «επιστήμη της συλλογι- κής συμπεριφοράς», ως «άποψη και μέ- θοδο έρευνας των διαδικασιών, χάρη στις οποίες τα άτομα προτρέπουν και προτρέπονται για συνεργασία στη συλλο- γική αυτή ύπαρξη που ονομάζουμε κοι- νωνία» (Park R. Ε., Burgess Ε. W., Intro- duction to the science of sociology, Chi., 1921). Όπως πίστευε ο Παρκ, που δέ- χτηκε την ισχυρή επίδραση του Ζίμμελ, τη βάση όλων των κοινωνικών διαδικα- σιών και φαινομένων αποτελούν τέσσε- ρις τύποι αλληλόδρασης: η άμιλλα, η σύ- γκρουση, η προσαρμογή και η αφομοίω- ση. Οι τύποι αυτοί αποτελούν τέσσερα στάδια ανάπτυξης κάθε κοινωνικού φαι- νομένου, τη «φυσική ιστορία» του. Από την άποψη ενός τέτοιου τρόπου προσέγγισης των προβλημάτων ο Παρκ και οι άλλοι ερευνητές της σχολής του Σικάγου (Ν. Αντερσον, Ε. Μπάρτζες, Λ. Βιρτ, Χ. Ζόρμπο, Ρ. Μακένζι, Ε. Μάου- ρερ, Φ. Τρέσερ, Σ. Σόου κ.ά.) ερμήνευαν τα προβλήματα των φυλετικών σχέσεων, της κοινωνικής στρωμάτωσης, της εξέλι- ξης της οικογένειας, των μαζικών επικοι- νωνιών, του τρόπου ζωής κ.λπ. Ιδιαίτερη προσοχή έδινε η σχολή του Σικάγου στα προβλήματα της κοινωνικής οικολογίας. Το κοινωνικό περιβάλλον μιας μεγάλης πόλης (αντικείμενο μελέτης ήταν οι φτω- χικές συνοικίες του Σικάγου, όπου οι αρ- νητικότητες της κεφαλαιοκρατικής αστυ- φιλίας εκδηλώνονται με μεγαλύτερη έμ- φαση) οι εκπρόσωποι της σχολής το έ- βλεπαν ως ένα στίβο πάλης για την επιβίωση, όπου οι διάφορες κοινωνικές, επαγγεματικές και εθνικώς ομάδες στη διάρκεια της «φυσικοίστορικής» διαδικα- σίας της ανάπτυξης τους διαμόρφωσαν μια οικολογική δομή, που να ανταποκρί- νεται στη φύση της κοινωνικής σύγκρου- σης, η οποία καθόριζε την ύπαρξη τους. Η αντιμετώπιση των ζητημάτων από άπο- ψη κοινωνική - οικολογική αποτέλεσε, στα πλαίσια της σχολής του Σικάγου, τη βάση γκι τη μελέτη κοινωνικών προβλημάτων, όπως η αλητεία, η εγκληματικότητα, ι- δίως μεταξύ των ανηλίκων, οι φτωχογει- τονιές κ.ά. Η ζωή των διαφόρων κοινωνι- κών ομάδων εξεταζόταν τόσο από την ά- ποψη της δομής του χώρου οίκησης τους, όσο και από την άποψη των κοινω- νικών τους χαρακτηριστικών, με τα οποία υπονοούνταν οι κανονιστικοί «κώδικες» και τα συστήματα αξιών που διέπουν τη μια ή την άλλη ομάδα. Δεδομένου ότι η σχολή του Σικάγου α- γνοούσε τις αντικειμενικές, τις ταξικές αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων, δεν μπόρεσε να προτείνει αποφασιστικά μέ- τρα γκι την επίλυση τους. Ωστόσο, έθε- σε τις βάσεις τέτοιων ερευνητικών κα- τευθύνσεων, όπως η κοινωνική οικολογία και η κοινωνική παθολογία, και έπαιξε ση- μαντικό ρόλο στην επεξεργασία και τη βελτίωση των κοινωνιολογικών μεθόδων (προβλήματα οργάνωσης επιλογών, μέ- θοδοι σφυγμομετρήσεων, παρατηρήσε- ων κ.λπ.). Η σχολή του Σικάγου σήμανε για την αμερικανική κοινωνιολογία το πέ- ρασμα από το θεωρητικό - φιλοσοφικό στο εμπειρικό στάδιο ανάπτυξης της. • Η σύγχρονη κοινωνιολογική Θεωρία..., επι- μέλεια Χ. Μπέκκερ και Α. Μποσκόφ, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1961 · Αντρέγεβα Γκ. Μ., Η σύγχρονη αστική εμπειρική κοινωνιολογία, Μ., 1965. Θεώρηση Β. Φίλια 31
Σίλλερ Σίλλερ (Schiller) Φρίντριχ (10.11.1759, Μάρμπαχ του Νέκκαρ, - 9.5.1805, Βαϊμά- ρη). Γερμανός ποιητής, φιλόσοφος και ι- στορικός. Ο χαρακτήρας της σκέψης του Σίλλερ καθορίστηκε κυρίως από την ηθι- κή του Διαφωτισμού, δηλαδή την αγγλική ηθική φιλοσοφία του 18ου αι., καθώς και τη γερμανική «λαίκή φιλοσοφία». Την η- θική του Σίλλερ τη χαρακτήριζε η δυαδι- κή αντιπαράθεση ιδεατού και πραγματι- κού, πνεύματος και σώματος, μορφής και ύλης: υπό αυτή την έννοια αποδεχόταν και τις αντινομίες του Κάντ. Αν όμως τις αντινομίες αυτές οι διαφωτιστές τις υπε- ρέβαιναν εύκολα μέσα στην πεπερασμέ- νη ιδεατή αρμονία του όντος (όπως ο Σέ- φτσμπερυ), γ« το Σίλλερ η αντινομικότη- τα του κόσμου ήταν τραγική μοίρα. Σύμ- φωνα με την ηθική του Σίλλερ, το πρόβλημα του ανθρώπου, της ιστορίας του και της ανθρώπινης κοινωνίας αποτε- λούν το κύριο θέμα της φιλοσοφίας. Σ' αυτό ο Σίλλερ συμπίπτει με το Χέρντερ και τον Κάντ. Η προσέγγιση προς κά- ποιες απόψεις του Γκαίτε οφείλεται στην κλίση του Σίλλερ προς το ιδεώδες της αρμονικής ολότητας, η δοκιμασία της ο- ποίας ήταν για τον Γκαίτε τόσο πρωταρχι- κή, όσο για το Σίλλερ η αντίληψη για τη διάσπαση της πραγματικότητας. Αντίθε- τα από τον Γκαίτε, η ολότητα για το Σίλ- λερ παραμένει πάντοτε η ισορροπία της δυναμικής πάλης των εχθρικών δυνάμε- ων. Στα κυριότερα φιλοσοφικά έργα του ο Σίλλερ προσπαθεί να υπερνικήσει τα α- ντίθετα. Ουσία της ανθρώπινης φύσης δεν είναι η αντίθεση μεταξύ «ήθους» και «τάσης», όπως, π.χ., ισχυριζόταν ο Καντ, αλλά η συναίρεση τους στην «πανέμορ- φη ψυχή» η οποία πέτυχε την αρμονία («Χάψη και αξία», 1793). πράγμα που επι- τυγχάνεται με την αισθητική παιδεία («Ε- πιστολές για την αισθητυο) παιδεία», 1795). Προσδίδοντας δυναμικό χαρακτήρα στην καντιανή αντιπαράθεση μορφής και ύ- λης, ο Σίλλερ μιλάει για τάση προς την ύλη και τάση προς τη μορφή. Αποτέλε- σμα αυτής της αντίθεσης είναι η τάση προς το παιχνίδι, η οποία, ενώνοντας τις δύο άλλες, απελευθερώνει τον άνθρωπο σωματικά και ηθικά. Αν το αντικείμενο της αισθητικής τάσης είναι η ζωή, με την πιο πλατιά έννοια, και αντικείμενο της τά- σης προς τη μορφή είναι η εικόνα, η μορ- φή (Gestalt), αντικείμενο της τάσης προς το παιχνίδι είναι η «ζωντανή μορ- φή», δηλαδή η ομορφιά. Το παιχνίδι είναι μια από τις κεντρικές έννοιες του Σίλ- λερ: είναι ένα ελεύθερο αυτοτελές φα- νέρωμα όλων των δυνάμεων του ανθρώ- που, της ουσίας του. Μέσα στο παιχνίδι ο άνθρωπος δημιουργεί μια πραγματικότη- τα υψηλής τάξης («αισθητική πραγματι- κότητα») και δημιουργεί τον ίδιο τον εαυ- τό του ως ολοκληρωμένη αρμονική προ- σωπικότητα, και την κοινωνία ως κοινωνία «αισθητική». Στο ωραίο, στο παιχνίδι, ο Σίλλερ ελπίζει να αποκαταστήσει την ε- σωτερική ενότητα της προσωπικότητας, που είναι διασπασμένη λόγω της «τραυ- ματίζουσας», ενέργειας του καταμερι- σμού της εργασίας, να υπερνικήσει την ι- στορική αντίθεση ανάμεσα στο πραγματι- κό και το δέον της ανθρώπινης ζωής, της σύγχρονης κοινωνίας. Στη φιλοσοφία της κουλτούρας, που ανα- πτύσσεται στο άρθρο «Αφελής και αισθη- ματική ποίηση» (1795 - 96), είναι χαρα- κτηριστική η συνύφανση της ιστορικής και της μορφολογικής πλευράς της ανά- λυσης των διαφόρων τύπων πολπισμού. Από ιστορική πλευρά, το «αφελές» ση- μαίνει την έλλειψη ενότητας του ανθρώ- που με τη φύση. Από μορφολογική πλευ- ρά, το «αφελές» και το «αισθηματικό» εί- ναι εφικτοί τύποι της καλλιτεχνικής δη- μιουργίας γενικά. Ο «αφελής» ποιητής είναι η ίδια η φύση. Ο «αισθηματικός» τείνει προς τη φύση και η ποίηση του εί- ναι «ιδανική». Η δκιφορά ανάμεσα στην 32
ΣιμπλΙκιος αφελή και την αισθηματική τέχνη είναι διαφορά ανάμεσα στο ατομικό και το ιδα- νικό, ανάμεσα στην τέχνη του περιορι- σμού και την τέχνη της συνεχούς προ- σπάθειας για κατάκτηση του ιδανικού. Στην προκειμένη περίπτωση ο Σίλλερ εμ- φανίζεται ως άμεσος πρόδρομος της αι- σθητικής του ρομαντισμού (αντίθεση «κλασικού» και «ρομαντικού» στο έργο των Φ. και Α. Σλέγκελ, Σέλλινγκ, Χέγ- γελ). Γενικά, τα φιλοσοφικά - αισθητικά έργα του Σίλλερ αποτελούν σημαντικό βήμα στην ανάπτυξη του ιστορισμού στην αισθητική. ■ Schillers Werke. Nationalausgabe, Bd 20, 21, Τ11-2 - Philosophische Schriften, hrsg. v. B. Wiese, Weimar, 1962 - 63 σε ρωσ. μετφ.: Άπαντα, τ. 6, Μ., 1957 • Ασμους Β. Φ., Η γερμανική αισθητική του 18ου αι., Μ., 1962, κεφ. 5 Spranger Ε., Schil- lers Qeistesart gespiegelt in seinen philoso- phischen Schriften und Gedichten. B.. 1941 Buchwald R.. Schiller, neue Ausg.. Bd 1-2 [Wiesbaden], 1956* Wiese B. v., F. Schiller, Stuttg., [1959] Dilthey W., Schiller, Gott., [1959]- Müller R., Studien zum heutigen Schil- lerbild, Gott., [1961]· Stalger E, Schiller, [Z.], 1967 Koopmann H., Fr. Schiller, Tl 1-2, Stuttg., 1977 θεώρηση Γρ. θέμελη - Αλατζόγλου Σιμπλίκιος από την Κιλικία. Αρχαίος έλ- ληνας νεοπλατωνικός φιλόσοφος του πρώτου μισού του 6ου αι. μ.Χ. Σχολια- στής του Αριστοτέλη, τελευταίος εκπρό- σωπος της αθηναϊκής σχολής του νεο- πλατωνισμού. Φοίτησε στην Αλεξάν- δρεια και την Αθήνα και συνδύαζε τα θε- ωρητικά - μεταφυσικά ενδιαφέροντα της αθηναϊκής σχολής με τον επιστημονισμό της αλεξανδρινής. Ήταν ο τελευταίος έλληνας φιλόσοφος, που στα έργα του α- ντπάχθηκε στο χριστκινισμό. Μετά το διάταγμα του Ιουστινιανού (529), που α- παγόρευσε τη διδασκαλία της φιλοσο- φίας στην Αθήνα και έκλεισε την πλατω- νική Ακαδημία*, ο Σιμπλίκιος μαζί με το Δαμάσκιο και άλλους πέντε πλατωνικούς κατέφυγε στην Περσία (στην προστασία του Χοσρόη Α') με την ελπίδα να θέσει και πάλι σε λειτουργία τη σχολή. Το 533 επέστρεψε στο Βυζάντιο, όπου έγραψε ένα μεγάλο μέρος από τα ερμηνευτικά υπομνήματα του σε αριστοτελικά και άλ- λα συγγράμματα. Το κυριότερο από αυ- τά, που αφορούσε το έργο «Μετά τα Φυ- οικά», χάθηκε. Διασώθηκαν τα υπομνή- ματα στα έργα: 1) «Περί ουρανού, 2) «Κατηγορίαι», 3) «Φυοική ακρόαοις», 4) «Περί ψυχής» και 5) «Εγχειρίδιον» του Επίκτητου (πιθανόν να γράφτηκε στην Α- λεξάνδρεια). Ως σήμερα δεν έχουν εκ- δοθεί τα υπομνήματα στα έργα 6) «Τέ- χνη» του Ερμογένη από την Ταρσό και 7) «Περί της Πυθαγόρου αφέσεως» του Ιάμβλιχου. Την τάση για συμβιβασμό Πλά- τωνα και Αρκττοτέλη, που χαρακτήριζε από παράδοση το νεοπλατωνισμό και που ο ίδιος κληρονόμησε από τον Αντίοχο τον Ασκαλωνίτη και τον Ποσειδώνιο, εκ- προσώπους του μέσου πλατωνισμού, ο Σιμπλίκκ)ς την έφερε ώς τη θέση για α- πόλυτη αρμονία των αντιλήψεων τους: ό- λες οι αντιθέσεις (ανάμεσα τους και η α- νοιχτή πολεμική ^αεταξύ Αριστοτέλη και Πλάτωνα) οεαχίούνται έτσι υποθετικές και αφορούν λεκτικές εκφράσεις. Η α- ντεπιστημονικότητα αυτής της θέσης δεν εκφράστηκε στα εξαιρετικά υψηλής στάθμης υπομνήματα στον Αριστοτέλη, που η λογική σαφήνεια, η μεθοδολογική αυστηρότητα και η ερμηνευτική νηφαλιό- τητα τους κατατάσσουν το Σιμπλίκιο, σύμςρωνα με την παράδοση, στη δεύτερη θέση μετά τον Αλέξανδρο Αφροδισιέα. Η πεποίθηση του Σιμπλίκιου ότι οι διδασκα- λίες όλων γενικά των ελλήνων φιλόσο- φων είναι στην ουσία ταυτόσημες και εκ- φράζουν την ίδκι σοφία με εκείνη του Πλάτωνα (διάκριση αισθητού και νοητού Φ.Α. 5-3 33
Σινκαρούκ κόσμου) προκαθόρισε το ενδιαφέρον του για τα κείμενα των Προσωκρατικών, που ήταν ήδη πολύ σπάνια. Ο Σιμπλίκιος σκό- πιμα παρέθετε εκτεταμένα αποσπάσμα- τα (ιδιαίτερα στο ανεκτίμητο υπόμνημα στη «Φυοική ακρόαοιν>'), από τον Παρμε- νίδη, το Ζήνωνα, το Μέλισσο, τον Εμπε- δοκλή, τον Αναξαγόρα και το Διογένη τον Απολλωνιάτη, που αποτελούν σχε- δόν τα κυριότερα μέρη των έργων αυτών των φιλοσό(ρων και που έχουν διασωθεί μΟνΟ υε αυτό τον τρόπο. ■ Υπομνήματα 1-4, εκδόθηκαν σπι σειρά CAG, ν. 7, Β., 1894 ν. 8, Β., 1907 ν. 9-10, Β., 1882 - 95. ν, 11. Β.. 1882' σχόλια 5 - στο βιβ.: Theophrasti, Characteres..., emend. F. Dübner. Ρ., 1840. • Praechter Κ., Simpllcious. στη RE, 1927. 5, 204 - 13· Hadot I., Le problome du Nooplato- nisme Alexandrin, Hi6rocl6s et Simplicius, P., 1978. θεώρηση £ Ν. Ρούσσου Σινκαρούκ Βλαντίμιρ Ιλλαριόνοβιτς (γεν. 22.4.1928, χωριό Γκάιβορον, σήμερα πε- ριοχή Κιέβου). Σοβιετικός φιλόσοφος, α- ντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επι- στημών της ΕΣΣΔ (1981), μέλος της Α- καδημίας Επιστημών της ΣΣΔ Ουκρανίας (1978), μέλος του ΚΚΣΕ από το 1951. Το 1951 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου «Τ Γκ. Σεφτσένκο», όπου σε συνέχεια πα- ρέδινε φιλοσοφία από το 1965 ώς το 1968 διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλο- σοφικής σχολής του ίδιου Πανεπιστη- μίου. Από το 1968 διευθυντής του Ινστι- τούτου φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επι- στημών της ΣΣΔ Ουκρανίας. Κατά το 1969 71 και από το 1979 διευθυντής του περιοδικού «Φιλοοόφσκα ντούμκα» {«Φιλοσοφική σκέψη»). Υπήρξε επίσης διευθυντής του «Φιλοσοφικού λεξικού», που εκδόθηκε στο Κίεβο το 1973. Οι κυ- ριότερες εργασίες του αφορούν τους τομείς του διαλεκτικού υλισμού και της ι- στορίας της φιλοσοφίας. ■ Λογική, διαλεκτική και Θεωρία της γνώσης του Χέγγελ, Κίεβο, 1964· Θεωρία της γνώ- σης, λογική και διαλεκτική του Ι. Καντ, Κίεβο, 1974* Η ενότητα διαλεκτικής, λογικής και Θε- ωρίας της γνώσης, Κίεβο, 1977 Θεώρηση Νικ. Στέργιου Σιούν - Τσε (δάσκαλος Σιούν), Σιούνγκ - Κουάνγκ, Σιούν - Τσιν (περίπου 313 - πε- ρίπου 235 ή περίπου 298 - περίπου 238 π.Χ.). Εκπρόσωπος του πρώιμου κομφου- κκινισμού, που ολοκλήρωσε το κλασικό στάδιο ανάπτυξης του (ορισμένοι μελε- τητές τον αναφέρουν ταυτόχρονα και ως εκπρόσωπο του λεγκισμού*)- Γεννήθηκε στο βασίλειο Τσάο. Απόκτησε πολύπλευ- ρη μόρφωση, κλήθηκε επανειλημμένα στην αυλή των κυβερνητών των αρχαίων κινέζικων βασιλείων Τσι, Τσιν, Τσάο κ.ά. Σε ηλικία 50 χρόνων, πιθανόν το 264 π.Χ., διορίστηκε δάσκαλος στην ακαδη- μία του Τσισιά. Διετέλεσε κυβερνήτης της περιοχής Λάνλινγκ, όπου δημιούργη- σε μια σχολή με πολυάριθμους μαθητές. Οι πιο διακεκριμένοι από τους μαθητές του ήταν αντίπαλοι του κομφουκιανι- σμού: ο λεγκιστής Χαν Φέι* και ο μετέ- πειτα πρώτος υπουργός του κράτους και της αυτοκρατορίας Τσιν, ο Λι Σι (πέθανε το 208 π.Χ.). Εκεί. στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Σιούν - Τσε έγραψε την περίφημη πραγματεία του. Είκοσι τρία από τα κεφάλαια της τα έγραψε ο ίδιος και τρία μαζί με τους μαθητές του. ' Εξι κεφάλαια γράφτηκαν μετά το θάνατο του. Ο Σιούν - Τσε επεξεργάστηκε τη διδα- σκαλία του Κομφούκιου, τη συμπλήρωσε με ιδέες του λεγκισμού και τη συνέδεσε με υλιστικές και αθεϊστικές τάσεις. Τη βάση της διδπακαλίας του αποτελεί η θέ- 34
Σκεπτικισμός ση του ότι «ο άνθρωπος είναι από τη φύ- ση του κακός» και γίνεται καλός χάρη στην πρακτική του δρασπιριότητα. Αυτό διαφοροποιεί το Σιούν - Τσε τόσο από τον Κομφούκιο, όσο και από το Μενγκ Τσε. Για να υπερνικήσει το αρχικό κακό, ο άνθρωπος πρέπει να μορφωθεί και να διαπαιδαγωγηθεί με τη βοήθεια των κλα- σικών κειμένων και των ηθικών αρχών, να ελέγχεται με βάση τους εθιμικούς κανό- νες και την επιβολή τιμωριών. Ο Σιούν - Τσε παρομοίαζε τον κυβερνήτη με βάρ- κα, και το λαό με το νερό, το οποίο μπο- ρεί και να μεταφέρει τη βάρκα, αλλά και να την ανατρέπει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για τον κυβερνήτη να προσπαθεί να έχει τη συμπάθεια του λαού. Αρνιόταν την ύπαρξη πνευμάτων και δαιμόνων, α- πέρριπτε την πίστη σε υπερφυσικές δυ- νάμεις και ήταν ενάντια στις διάφορες θρησκευτικές ιεροτελεστίες που είχαν κύρος σπιν εποχή του. Εξέτασε με κριτι- κό πνεύμα τις θεωρίες των άλλων φιλο- σόφων, ιδκιίτερα του Μο - Τσε, καθώς και των Τσουάνγκ - Τσε και Μενγκ - Τσε, των λεγκιστών κ.ά. Η διδασκαλία του Σιούν - Τσε είναι η πιο συσπιματοποιημέ- νη έκθεση του κομφουκιανισμού και ά- σκησε σημαντική επίδραση στους μετα- γενέστερους κινέζους στοχαστές, ιδιαί- τερα της περιόδου της δυναστείας των Χαν (3ος αι. π.Χ. - 3ος αι. μ.Χ.). • Φεοκτίστοφ Β. Φ., Οι φιλοσοφικές και κοι- νωνικοπολιτικές αντιλήψεις του Σιούν - Τοε. Μελέτες και μεταφράσεις, Μ.. 1976 Watson Β., Basis writings of Mo Tzu, Hsün - tzu and Han Fei Tzu, N.Y 1967 Θεώρηση Ε. Ν. Ρούοοου Σκάντα (σανσκριτικά, στην κυριολεξία = συγκρότημα, ένωση). Έννοια της ινδι- κής φιλοσοφίας, γνωστή μέσω του βουδι- σμού, όπου σημαίνει συνένωση των ντάρμα* (ψυχοφυσικών ως προς τη σύν- θεση τους εκλάμψεως της απρόσω- πης ζωικής διεργασίας) πάνω σε μια αρ- χή ψυχοφυσικής δραστηριότητας. Υπάρ- χουν πέντε σκάντα: 1) η ρούπα, δηλαδή καθετί το υλικό, ακριβέστερα, καθετί που έχει αισθητές ιδιότητες (π.χ., τα πέντε όργανα των αισθήσεων, αυτό που αντι- λαμβάνονται, αυτό που δημιουργείται τη στιγμή της δραστηριότητας τους κ.λπ.)· 2) η βεδάνα, δηλαδή τα αισθήματα και οι συγκινήσεις 3) η σάντζνα, δηλαδή οι α- ντιλήψεις και οι παραστάσεις· 4) η σαν- κάρα, μια πολύ σημαντική και δύσκολη έννοκι: ικανότητες ροπές, καρμικές (βλ. Κάρμα) βουλητικές παρορμήσεις, στοιχεία - κίνητρα· 5) η βιτζνώνα, δηλαδή η συνείδηση με την έννοια του λογικού. Τη συνολική λειτουργία αυτών των πέντε ενώσεων των ντάρμα, που είναι γενικά ταυτόσημη με το ανθρώπινο «Εγώ», την αντικαθιστά στο βουδισμό η έννοια της ψυχής. Η διδασκαλία για τα σκάντα ανά- γεται στις πιο πρώιμες αντιλήψεις του βουδισμού. Στον ταντρισμό τα σκάντα μετατρέπονται σε κοσμικές δυνάμεις. Βλ. λήμμα Ντάρμα. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Σκεπτικισμός αρχαίος. Αρχαία ελληνική φιλοσοφική κατεύθυνση, που θεμελίωσε ο Πύρρων ο Ηλείος στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Ξεκινώντας από τη διδασκαλία του Δημόκριτου για την αναξιοπιστία της γνώσης, που στηρίζεται στις μαρτυρίες των αισθητηρίων οργάνων, οι σκεπτικοί, κατά το Διογένη το Λαέρτιο, δεν αποδέ- χονταν τη δυνατότητα αξιόπιστης γνώ- σης και δεν πίστευαν στη δυνατότητα ορ- θολογικής θεμελίωσης των κανόνων συ- μπεριφοράς. Οι σκεπτικοί απέρριπταν την ύπαρξη αιτίας των φαινομένων, επα- ναλαμβάνοντας τα επιχειρήματα της Ε- λεατικής σχολής, απέρριπταν την κίνηση και τη γένεση. Αρνούνταν την αντικειμε- 35
Dcivvep νική («φύσει») ύπαρξη καλού και κακού (Διογένης ο Λαέρτιος IX 97 - 99, 90,100 -101). Οι σκεπτικοί πίστευαν ότι το μονα- δικό κριτήριο της αλήθεκις είναι το εύλο- γο και θεωρούσαν όλους τους φιλόσο- φους των άλλων ρευμάτων δογματικούς και ανόητους. Μαθητής του Πύρρωνα ή- ταν ο Τίμων ο Φλιάσιος (περίπου 325 - 235 π.Χ.), που σατίριζε καυστικά με τους στίχους του τους φιλόσοφους που δε συμμερίζονταν τις ιδέες του σκεπτικι- σμού (Διογένης ο Λαέρτιος IX 109 115). Οι ιδέες του σκεπτικισμού υιοθετή- θηκαν από την πλατωνική Μέση Ακαδη- μία* στο πρόσωπο του Αρκεσίλαου και από τη Νέα Ακαδημία στο πρόσωπο του Καρνεάδη. Ο Αινεσίδημος από την Κνω- σό (1ος αι. π.Χ.;) επανέφερε στο προ- σκήνιο το σκεπτικισμό ως αυτοτελές φι- λοσοφικό ρεύμα και διατύπωσε τους λε- γόμενους δέκα σκεπτικούς «τρόπους», που αποτελούσαν επιχειρήματα κατά της δυνατότητας αξιόπκτπις γνώσης (Διογέ- νης ο Λαέρτιος IX 79 - 88), στους ο- ποίους ο Αγρίππας πρόσθεσε άλλους πέ- ντε (Διογένης ο Λαέρτιος IX 88 - 89' Σέξτος ο Εμπειρικός, Πυρρώνειοι υπο- θέσεις Ι 164 - 177). Η διδασκαλία του αρχαίου σκεπτικισμού μας είναι γνωσπί κυρίως από τα έργα του Σέξτου του Εμπειρικού (2ος - 3ος αι.). • Ρίχτερ Ρ., Ο σκεπτικισμός στη φιλοσοφία, μετφ. από τα γερμ., τ. 1, ΣΠ - ργκ, 1910* Λό- σεφ Α. Φ, Η πολιτιστική - ιστορική σημασία του αρχαίου σκεπτικισμού κω το έργο του Σέξτου του Εμπειρικού, στο βιβ. Σέξτος ο Ε- μπειρικός, Εργα, τ. 1, Μ., 1975, οελ. 55-58 Goedeckemeyer Α., Die Geschichte des grie- chischen Skeptizismus, Lpz., 1905" Patrick M. M., The Greek sceptics, N.Y., 1929 Weische Α., Cicero und die Neue Akademie. Unter- suchungen zur Entstehung und Geschichte des antiken Skeptizismus, Münster. 1961. Θεώρηση Ε Ν. Ρούσσου Σκίννερ (Skmner) Μπέρρες Φρέντερικ (γεν. 20.3.1904, Σαξουαχάνα, πολιτεία Πενσυλβανία, ΗΠΑ). Αμερικανός ψυχο- λόγος, επικεφαλής του σύγχρονου συ- μπεριφοριομού* Τάχθηκε κατά του νεο- συμπεριφορισμού, πιστεύοντας ότι η ψυ- χολογία οφείλει να περιοριστεί στην πε- ριγραφή των έξωθεν παρατηρούμενων νομοτελειακών σχέσεων μεταξύ κινή- τρων και αντιδράσεων και στην ενίσχυση των αντιδράσεων αυτών. Διατύπωσε τη θεωρία της «ενεργητικής» μάθησης, σύμφωνα με την οποία ο οργανισμός α- ποκτά νέες αντιδράσεις επειδή ο ίδιος τις ενισχύει, και μόνο ύστερα απ' αυτό το εξωτερικό κίνητρο προκαλεί αντίδρα- ση. Ο Σκίννερ μελέτησε την ενεργητική συ- μπεριφορά αρχικά στα ζώα και πρότεινε αρκετές πρωτότυπες μεθόδους και συ- σκευές. Ξεκινώντας από την ιδέα ότι οι μηχανισμοί συμπερκροράς των ζώων και των ανθρώπων είναι όμοιοι, επεξέτεινε τη θεωρία του και στην αφομοίωση της ο- μιλίας, στην ψυχοθεραπεία και στην εκ- παίδευση στο σχολείο, εισηγήθηκε την προγραμματισμένη μάθηση, σπιν ερμη- νεία της οποίας συμπεριέλαβε πολλά μη- χανιστικά στοιχεία. Ο Σκίννερ διατύπωσε ουτοπιστικά σχέδια αναδιοργάνωσης της κοινωνίας με βάση τις ιδέες του ενεργη- τικού συμπερίφορισμού για τη ρύθμιση της ανθρώπινης συμπερκροράς, γεγονός που προκάλεσε την οξεία κριτική των ι- δεών αυτών από την πλευρά των προο- δευτικών επιστημόνων διαφόρων χωρών, περιλαμβανομένων και των ΗΠΑ. ■ The behavior of organisms. N.Y.. [1938]· Science and human behavior, N.Y., [1956] Beyond freedom and dignity. N.Y..1972 Abo- ut behaviorism, N.Y., 1974 Particulars of my llfe. N.Y 1976 Reflexions on behaviorism and Society, N.Y., 1978 The shaping of a be- haviorlst, N.Y., 1979. 36
Σκληρός • Τιχομίροφ O.K., Η δομή της νοηηκής δρα- στηριότητας του ανθρώπου, Μ., 1959* Παρο- σέφσκι Μ. Γκ., Η ψυχολογία τον 20ό αιώνα, Μ., 1971 · Βιχριστιούκ - Αντρέγεβα Ι. Σ., Γκα- λίνσκαγια Ι. Λ., Τα διδάγματα μιας πολεμικής (κριτική ανάλυοη της Θεωρίας του ανθρώπου του Σκιννερ), «Φιλοσόφσκιγιε ναούκι» («Φί- λοοοφικές επιστήμες**), 1982, τεύχος 1. Θεώρηση Β. Φίλια (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Σκληρός Γεώργιος (ψευδώνυμο του Γ Ηλία Κωνσταντινίδη) (1878, Τραπεζού- ντα, 1919, Κάιρο). Κοινωνιολόγος με σοσιαλιστικές ιδέες. Το 1896 τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές και ασχο- λήθηκε με το εμπόριο στην Οδησσό. Το 1901 γράφτηκε στην ιατρική σχολή της Μόσχας· εκεί, ως φοιτητής, άρχισε να προσεγγίζει τις σοσιαλιστικές ιδέες. Μα- θήτευσε κοντά στον Γκ. Πλεχάνοφ*, γε- γονός που διηγιόταν αργότερα με καμά- ρι. Οντας φοιτητής, πήρε μέρος στη Ρωσική Επανάσταση του 1905 και ύστε- ρα από την αποτυχία της κατέφυγε στην Εσθονία. Παρακολούθησε μαθήματα κι- τρικής στο Πανεπιστήμιο του Ντόπαρτ (Εσθονίας) και ολοκλήρωσε αργότερα τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Ιέ- νας. Στη Γερμανία επίσης συνέχισε να μετέ- χει σε σοσιαλιστικές οργανώσεις. Εκεί γνώρισε τον Κ. Χατζόπουλο και αργότε- ρα τον Αλ. Δελμούζο και το Δημ. Γληνό. Στην Ιένα έγραψε και το πρώτο κοινωνιο- λογικό έργο του: «Το Κοινωνικό ν μας Ζή- τημα» (1907). Τι σήμαινε το έργο αυτό για την ελληνική κοινωνία τότε γίνεται εύκο- λα αντιληπτό, αν θυμηθούμε ότι τότε οι κοινωνικοί αγώνες βρίσκονταν σε όξυνση (π.χ., Κιλελέρ), τότε πληθύνονταν τα Ερ- γατικά Κέντρα και τότε ιδρύθηκε «Κοινω- νιολογική Εταιρεία» (1907). Και το έργο του Σκληρού άρχιζε με το κεφάλαιο: Η πάλη των τάξεων ως απαραίτητος παρά- γων της κοινωνικής προόδου. Γνώρισμα της σκέψης και της γραφής του η σαφή- νεια. Για δείγμα παραθέτω μία παράγρα- φο από το παραπάνω κεφάλαιο: «Η κυ- ριαρχούσα τάξις αντιπροσωπεύει πάντο- τε συντηρητικές τάσεις, τουναντίον αι πιεζόμενοι τάξεις εμφορούνται ως επί το πλείστον προοδευτικών και ριζοσπαστι- κών ιδεών, τας οποίας όμως ευκόλως λη- σμονούν, ευθύς ως μετατραπούν εις κυ- ρίαρχον τάξιν!» (Γ Σκληρού, Έργα, επι- μέλεια Λ. Αξελού, «Επικαιρότητα», 1976, σελ. 87). Το 1910 ταξιδεύει στη Ρωσία για λόγους υγείας (έπασχε από φυματίωση). Το 1911 εγκαθίσταται στο Κάιρο, όπου θα εργάζεται ως γιατρός και παράλληλα θα πρωτοστατεί στη ζύμωση κοινωνικών ιδε- ών. Εκεί, μαζί με άλλους διανοούμενους, ιδρύει το «Εντευκτήριο του Kdipou» (1915), τη «Δημοτικιστική ομάδα» (1916), τη «Λαϊκή Λέσχη» (1917), τον «Εκπαι- δευτικό Ομιλο Αιγύπτου» (1918). Το 1917 εκδόθηκε σπιν Αλεξάνδρεια το δεύτερο έργο του «Η φιλοσοφία του πο- λέμου και της ειρήνης». Ο Σκληρός πέθανε πολύ νέος (1919). Λί- γο πριν πεθάνει τύπωσε το έργο του: ^Τα σύγχρονα προβλήματα του ελληνισμού». Ενα δείγμα της σκέψης του Σκληρού αυτή την περίοδο βγαίνει από τούτο το α- πόσπασμα: «' Ηδη η κοινωνία μας άρχισε να χωρίζεται σε ξεχωριστές οικονομικές και κοινωνικές τάξεις, που σοβαρά πια μάχονται αναμεταξύ τους επί τη βάσει πραγματικής δκιφοράς συμφερόντων και ιδεολογίας. Ο αγών αυτός μέρα με την η- μέρα θα γίνεται εντονότερος, θα ζωντα- νέψει την κοινωνία μας, θα δημιουργήσει πραγματική εξέλεγξη και αντιπολίτευση σε όλα, κινητοποιώντας έτσι όλες τις δη- μιουργικές δυνάμεις του τόπου. Τη διορ- γάνωση αυτή της κοινωνίας μας σε τά- ξεις και αγώνα μεταξύ τους δεν πρέπει να την φοβούμαστε και να τη θεωρούμε 37
Σκοβοροντά διαφθορά δήθεν και χαλασμό κόσμου...» (Γ Σκληρού, Έργα, σελ. 355). Ο Σκληρός έζησε, σπούδασε, σταδιο- δρόμησε έξω από τα όρια του μητροπολι- τικού ελληνισμού. Και στις κοινωνικές ι- δέες του επηρεάστηκε από το διαπρεπή ρώσο εκλαϊκευτή του μαρξισμού Γκ. Πλε- χάνοφ. Και είναι φυσικό τα ίχνη αυτών των συνθηκών να ανευρίσκονται στο έρ- γο του, όπως παρατηρούν οι μελετητές του Γ Κορδάτος (^Ιστορία του Ελληνι- κού Εργατικού Κινήματος», «Μπουκου- μάνης». 1972, σελ. 120 -122) και Λ. Αξε- λός (ως επιμελητής της έκδοσης Γ Σκληρού, Έργα, «Επικαιρότητα», 1976, σελ. 19 και πέρα). Όμως ο Σκληρός υ- πήρξε πρωτοπόρος στην προσπάθεια να αναλύσει από τη σκοπιά του ιστορικού υ- λισμού την ελληνική κοινωνία του καιρού του και τα προβλήματα της. Και τα έργα του αποτελούν την αφετηρία του κοινω- νιολογικού στοχασμού γκι την ελληνική κοινωνία. Φ. Κ. Βώρος Σκοβοροντά Γριγκόρι Σάββις (3. 12. 1722, χωριό Τσερνύχι του νομού Πολ- τάβας, 9. 11. 1794, χωριό Ιβανόφκα, τώρα Σκοβοροντίνοφκα της περιοχής Χαρκόβου). Ουκρανός φιλόσοφος, ποιη- τής, παιδαγωγός. Σπούδασε στην Ακαδη- μία του Κιέβου «Π. Σ. Μογκίλα». Από το 1759 για δέκα περίπου χρόνια παρέδινε φιλολογία και ιστορία στο κολλέγιο του Χαρκόβου. Από το 1770 διάγει βίο περι- πλανώμενου φτωχού φιλόσοφου όσο ζούσε, τα έργα του κυκλοφορούσαν σε χειρόγραφα. Ο Σκοβοροντά συνδεόταν στενά με τις παραδόσεις του δημοκρατικού ουκρανι- κού πολιτισμού, από τον οποίο αντλούσε τα πρότυπα της λαϊκής αντικληρικής σά- τιρας. Σαν διαφωτιστής των αγροτών κρατούσε κριτική στάση όχι μόνο απένα- ντι στη φεουδαρχική, αλλά και στην ιδεο- λογία της πρώιμης αστικής τάξης που λα- τρεία της ήταν οι υλικές απολαύσεις και η ευημερία. Η φιλοσοφική διδασκαλία του Σκοβορο- ντά, που έχει εκτεθεί στους διάλογους και στα δοκίμια του, ξεκινάει από την ι- δέα των τριών «κόσμων»: του μακρόκο- σμου, δηλαδή του Σύμπαντος, του μικρό- κοσμου, δηλαδή του ανθρώπου, και του τρίτου κόσμου: της «συμβολικής» πραγ- ματικότητας, που συνδέει το μεγάλο με το μικρό κόσμο, που τους αντανακλά με ιδεατό τρόπο. Το τελειότερο πρότυπο του. κατά τον Σκοβοροντά, είναι η Βί- βλος. Ο καθένας από τους κόσμους αυ- τούς αποτελείται από «δύο φύσεις»: την ορατή («τα δημιουργήματα», ο πλασμέ- νος κόσμος) και την αόρατη («ο θεός»). Σύμφωνα με τη θεωρία του Σκοβοροντά, η ανακάλυψη της αόρατης φύσης μέσω της ορατής αποτελεί το βασικό πρόβλη- μα της ανθρώπινης ύπαρξης, το οποίο λύνεται με τον άθλο της αυτογνωσίας, με την ανακάλυψη του «εσωτερικού», του «ενδόμυχου», του «μοναδικού» αν- θρώπου. Ο θεός νοείται όχι μόνον ως προσωπικότητα που ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο, αλλά και ως απόλυτη προϋπό- θεση της πραγματικής ύπαρξης, ως μια απρόσωπη και θεωρική «μορφή», που ορ- γανώνει νομοτελειακά την «ύλη», γεγο- νός που δείχνει την τάση του Σκοβορο- ντά προς τον πανθεϊσμό. Παράλληλα με το αδιάπτωτο ενδιαφέρον του για το βι- βλικό προβληματισμό, χαρακτηριστική εί- ναι και η έντονη προσοχή του προς την αρχαία φιλοσοφική κληρονομιά (πριν απ* όλα στην παράδοση του πλατωνισμού). Το ηθικό πάθος του Σκοβοροντά, που του ενέπνευσε η Παλαιά και η Καινή Δια- θήκη, συνδυάζεται με την προπαγάνδα των αρχών της ηθικής των στωικών. Αυτή η διττότητα των συμπαθειών του αντανα- κλάται και στο ύφος των φιλοσοφικών έρ- γων του, όπου οι προφητικοί τόνοι συνυ- πάρχουν αλλόκοτα με τις μεθόδους του 38
Σκοπιμότητα σωκρατικού διαλόγου. Στην ερμηνεία της Βίβλου ο Σκοβοροντά αντιπαραθέτει στην κυριολεκτική κατανόηση των απαρ- χαιωμένων υποθέσεων τη συμβολική μέ- θοδο της Αλεξανδρινής σχολής (Ωριγέ- νης, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς). Προφα- νώς, διαμέσου του Ωριγένη ο Σκοβορο- ντά δέχτηκε και την αρχαία ιδέα για το άναρχο και το άπειρο του «κόσμου των δημιουργημάτων». Οι κοινωνικές και παιδαγωγικές απόψεις του Σκοβοροντά βασίζονται σπι θεωρία για την «έλξη» και για την «ελκυστική ερ- γασία». Η «έλξη» που νιώθει ο κάθε άν- θρωπος για ένα ορισμένο είδος δραστη- ριότητας, σωματικής ή πνευματικής, α- ποκαλύπτεται μέσω της αυτογνωσίας. Ο άνθρωπος, ανακαλύπτοντας τη δική του «έλξη», γίνεται πραγματικά ευτυχισμέ- νος. Σύμ(ρωνα με το Σκοβοροντά, μόνο με την πνευματική συγκρότηση του κάθε χωριστού ατόμου είναι εφικτό το ιδεώ- δες της τέλειας ανθρώπινης κοινωνίας. Επειδή, όμως. δεν είναι ο κάθε άνθρω- πος ικανός για τη δημιουργική προσπά- θεκι της αυτογνωσίας, γεννιέται το πρό- βλημα της κοινωνικής παιδαγωγικής. Ο ι- δεώδης παιδαγωγός, κατά το Σκοβορο- ντά, θυμίζει τη «μαία» του Σωκράτη: έργο του παιδαγωγού δεν είναι η υποβο- λή ούτε η διανοητική υπαγόρευση, αλλά η μη φορτική και η λεπτή βοήθεια στο μα- θητή, που αναζητεί την πραγματική του κλίση, εκείνο που τον «ελκύει». Η δημο- κρατικότητα του ύφους, η διαλογική, «πολυφωνική» μορφή έκφρασης των ιδε- ών του συνέτειναν -και στο διάστημα που ζούσε- στην πλατιά δημοτικότητα των έργων και της προσωπικότητας του Σκοβοροντά, του περιπλανώμενου φιλο- σόφου. ■ Έβγα, Χάρκοβο, 1894* Απαντα, τ. 1 - 2, Κ., 1973 Έργα, τ. 1 - 2, Μ., 1973. • Ερν Β. Φ., Γκ. Σ. Σκοβοροντά, Μ. 1912' Μπαγκαλί Ντ., Ο Ουκρανός φιλόοοφος Γκ. Σκοβοροντά, [Χάρκοβο], 1926' Ποπόφ Π. Μ. Γκριγκόρι Σκοβοροντά, Κ., 1960 Ρεντκό Μ. Π, Η κοσμοθεωρία του Γκ. Σ. Σκοβοροντά, Λβίβ, 1967 Ταμπάτσνικοφ Ι. Α., Γκριγκόρι Σκοβοροντά, Μ., 1972 Μαχνόβετς Λ., Γκρι- γκόρι Σκοβοροντά, Κ. 1972 Λόστσιτς Γ Μ., Σκοβοροντά, Μ., 1972. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σκοπιμότητα. Η αντιστοιχία ενός φαινο- μένου ή μιας διαδικασίας ορισμένης (σχετικά περατωμένης) τάξης, το υλικό ή ιδεατό μοντέλο της οποίας παρουσιάζε- ται ως σκοπός. Η σκοπιμότητα θεωρείται, αφενός, ως εσωτερική σχέση του ίδιου του αντικειμένου και, αφετέρου, ως ορι- σμένη σχέση στη σφαίρα της αλληλεπί- δρασης αντικειμένου και υποκειμένου. Η σχέση της σκοπιμότητας, που χαρακτηρί- ζει την ανθρώπινη δραστηριότητα, μπο- ρεί εξάλλου να εμφανίζεται και ως επι- στημονική αρχή έρευνας της δομής και των λειτουργιών των αυτορυθμιζόμενων και ισοδύναμων συστημάτων (δηλαδή των συστημάτων, που είναι ικανά να κατορ- θώνουν το ίδιο τελικό αποτέλεσμα, ανε- ξάρτητα από τις αρχικές συνθήκες). Από γενετική άποψη η έννοια της σκοπιμότη- τας συνδέεται με τον καθορισμό ενός σκοπού, που αποτελεί ουσιαστικό στοι- χείο της ανθρώπινης δραστηριότητας και που προσιδιάζει τόσο στις νοητικές διερ- γασίες, όσο και στη μεθοδική δραστηριό- τητα του ανθρώπου, και πρώτα απ* όλα στη διαδικασία της εργασίας (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Απαντα, τ. 23. σελ. 189). Βάθρο της σκόπιμης δραστη- ριότητας του ανθρώπου είναι οι νόμοι του εξωτερικού κόσμου, της φύσης (βλ. Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 29, σελ. 171). Στη σκέψη της προεπιστημονικής περιό- δου, εξαιτίας του ανθρωπομορφισμού της, η αντίληψη της σκοπιμότητας, που προσιδιάζει στην ανθρώπινη δραστηριό- 39
Σκοπιμότητα τητα, επεκτεινόταν και στη φύση. Ο αν- 'Βρωπομορφισμος χαρακτηρίζει και τη θρησκευτική κ(χ?μοαντίληψη, που ερμη- νεύει τη σκοπϊμότητα σαν έκφραση του θεϊκού λόγου· αποτελεί επίσης τη βάση της ιδεαλιστικής τελεοΑογίας*^ που ερ- μηνεύει διαστρεβλωμένα τη σκοπιμότη- τα. Από την άλλη πλευρά, στις κλασικές μορφές της τελεολογίας (εντελεχής τε- λεολογία του Αριστοτέλη, του Λάιμπνιτς, του Σέλλινγκ και ιδιαίτερα του Χέγγελ) α- ποκαλύφτηκαν μερικές διαλεκτικές πλευρές του προβλήματος της σκοπιμό- τητας. Η επιστημονική ερμηνεία του προβλήματος της σκοπιμότητας έγινε κατορθωτή μόνο στα πλαίσια της διαλε- κτικής - υλιστικής σκέψης, η οποία απο- καλύπτει την αντικειμενική σημασία της σκοπιμότητας. Στη μελέτη των μορφών της σκοπιμότη- τας ως αντικειμενικού γεγονότος της φύσης, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μελέ- τη της οργανικής σκοπιμότητας, που εμ- φανίζεται στις χαρακτηριστικές για τα έμβια συστήματοΓιδιομορφϊες δομής και λειτουργιών, στην οργάνωση της διαδικα- σίας εναλλαγής της ύλης, της διεύθυν- σης και ρύθμισης κ.ά. Ακριβώς εδώ η τε- λεολογία, στις διάφορες μορφές της, διεκδικούσε, αν όχι καθολική ισχύ, πά- ντως το ρόλο του απαραίτητου «συμπλη- ρώματος» στην ανεπαρκή τάχα αιτκική α- νάλυση. Με την ανάπτυξη της βιολογίας ξεπεράσπικε βαθμιαία η τελεολογική σκέψη, η οργανική σκοπιμότητα ερμη- νευόταν με υλικές αιτίες. Ιδκιίτερη ση- μασία εδώ είχε η δαρβινική θεωρία της ε- ξέλιξης, η οποία εξηγούσε την οργανική σκοπιμότητα ως προσαρμογή των οργανι- σμών στις συνθήκες της ύπαρξης τους. Ο δαρβινισμός, ωστόσο, ενώ απέκρουε την τελεολογία, δεν απέρριπτε και τον παράγοντα της οργανικής σκοπιμότητας. Από τις θέσεις του διαλεκτικού - υλιστι- κού ντετερμινισμού εξηγούνται όχι μόνο οι δομικές, αλλά και οι γενετικές πλευ- ρές της οργανικής σκοπιμότητας, δηλα- δή η ιδέα ότι υπάρχει κάποια κατεύθυνση (και, με την έννοια αυτή, σκοπιμότητα) των μορφολογικών αντιδράσεων, οι κλη- ρονομικές αλλαγές, οι μεταβολικές, θερμοδυναμικές κ.ά. διαδικασίες, καθώς και οι διαδικασίες των έμβιων συστημά- των. Η κατεύθυνση αυτή των διαδικασιών των έμβιων συστημάτων, που καθορίζε- ται από την αλληλεπίδραση των εξωτερι- κών και των εσωτερικών συνθηκών, από τη δραστηριότητα των οργανισμών και που διαμορφώνεται κ3τορικά και κατά την ατομική εξέλιξη, στην πραγματικότητα α- ποκαλύπτεται μόνο ως γενική τάση, στα- τιστικά. Νέες πλευρές του προβλήματος της ορ- γανικής σκοπιμότητας αποκαλύπτει η α- νάπτυξη της βιοκυβερνητικής, συγκεκρι- μένα την αρχή της ανάδρασης ή ανασύ- ζευξης (feedback), σύμφωνα με την ο- ποία στα έμβκι συσπίματα συντελείται μκι αντίστροφη επενέργεια του τελικού αποτελέσματος της δκιδικασίας στο ση- μείο της αφετηρίας της, στην αρχή της. Η σχέση της σκοπιμότητας εμφανίζεται εδώ ως ειδική μορφή αλληλεπίδρασης, που δίνει τη δυνατότητα να αποκαλυφθεί ορισμένη κατεύθυνση των διαδικασιών, ο καθορισμός τους από τα τελικά αποτελέ- σματα, που εμφανίζονται ως σκοποί (εν- νοείται, ότι πρόκειται όχι για ενσυνείδη- τους σκοπούς, αλλά μόνο για ανάλογους μ" αυτούς, αντικειμενικούς όμως από την ίδια τους τη φύση). Ο συμβατικός χα- ρακτήρας της τέτοιας χρησιμοποίησης της έννοιας της σκοπιμότητας δεν απο- τελεί λόγο για εγκατάλειψη της. Η ανα- λογία με τις δκιδικασίες της σκόπιμης ανθρώπινης δραστηριότητας μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι πολύ πραγματική, ειδικά στη βιολογία και στην κυβερνητική. Ταυτόχρονα, είναι απόλυτα θεμιτός ο ειδικός επιστημονικός τρόπος προσέγγισης, η λεγόμενη σκόπιμη προ- σέγγιση, που προσανατολίζει την έρευνα 40
Σκοπ6ς στην ανάλυση της σχέσης σκοπιμότητας και αλληλεπίδρασης των διαδικασιών στα συστήματα που δίνουν ίσο τελικό αποτέ- λεσμα. Βάση της επιστημονικής αυτής προσέγγισης είναι η μεθοδολογική αρχή της σκοπιμότητας, δηλαδή η υποταγή της διαδικασίας της επιστημονικής έρευ- νας στο στοχευόμενο τελικό της στάδιο. Η ερμηνευόμενη με τον τρόπο αυτό σκό- πιμη προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιη- θεί πλατιά όχι μόνο σπι μελέτη παρό- μοιων συσπιμάτων, αλλά και των κυκλι- κών διαδικασιών ή και των ανελικτικών διαδικασιών. • Ένγκελς Φ., Η διαλεκτική της φύσης, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 20 Φρολόφ Ι. Τ., Το πρόβλημα της σκοπιμότητας στο φως της σύγχρονης επιστήμης, Μ., 1971. Διαλεκτικός υλισμός. Σύντομο δοκίμιο Θεω- ρίας, Μ., 1980* Dobzhansky Τ., Determinism and indeterminism in bioiogical evolution, στο ßiß.: Philosophical problems in biology, N.Y., 1966 Rosenblueth Α.. Wiener N.. Pigelow J.. Behavior. puipose and teleology. στο ßiß.: Pun30se In nature, Englewood Cliffs. 1966. /. T. Φρολόφ Θεώρηση Πάν. Κρητυ<ού Σκοπός. ' Ενα από τα στοιχεία της συ- μπερκροράς και της ενσυνείδητης δρα- στηριότητας του ανθρώπου, το οποίο χα- ρακτηρίζει τον προϊδεασμό του αποτελέ- σματος της δραστηριότητας και του τρό- που πραγματοποίησης του με τη βοήθεια ορισμένων μέσων. Ο σκοπός εμφανίζε- ται ως τρόπος ένταξης διαφόρων ενερ- γειών τοα^Ονθρωποΰ σε~κάποια ακολου- θία ή σύστημα. Η ανάλυση της κατευθυ- νόμενης προς κάποιο σκοπό δραστηριό- τητας προϋποθέτει την αποκάλυψη της αναντιστοιχίας μεταξύ της υφιστάμενης κατάστασης και του σκοπού* η πραγματο- ποίηση του σκοπού είναι μια διαδικασία υ- περνίκησης της αναντιστοιχίας αυτής. Η σημαντικότερη θεωρία για το σκοπό στη φιλοσοφία της Αρχαιότητας αναπτύ- χθηκε από τον Αριστοτέλη, ο οποίος ερ- μήνευσε το σκοπό (τέλος) σαν «εκείνο, που γκι χάρη του» κάτι υπάρχει. Επεκτεί- νοντας στη φύση την αντίληψη του για το σκοπό, ο οποίος αποτελεί χαρακτηριστι- κό της ανθρώπινης δραστηριότητας, ο Α- ριστοτέλης θεώρησε το σκοπό τελική αι- τία της ύπαρξης (causa finalis). Η με- σαιωνική φιλοσοφία έβλεπε τον αληθινό σκοπό του Βναι στο σκοπό του αιώνιου θεϊκού λόγου· επικρατούσε τότε η τελε- ολογική ερμηνεία της ιστορίας και της φύσης, σύμφωνα με την οποία αυτές πραγματοποιούν το θεϊκό σκοπό (βλ. Γε- λεολογία). Στους Νέους Χρόνους διαμορφώθηκε η ορθολογιστική ερμηνεία της δραστηριό- τητας του ανθρώπου, ως διαδικασίας, που κατευθύνεται σε προκαθορισμένο σκοπό. Ο Καντ συνέδεε το σκοπό με τη σφαίρα του πρακτικού λόγου, της ελεύ- θερης ηθικής δραστηριότητας του αν- θρώπου διέκρινε τους τεχνικούς σκο- πούς (που έχουν σχέση με τη δεξιότη- τα), τους πραγματολογικούς σκοπούς (που έχουν σχέση με τα αγαθά της ζωής, περιεχόμενο των ενεργειών) και την κα- τηγορηματική επιταγή (που έχει σχέση με την καθολικά υποχρεωτική για τις αν- θρώπινες ενέργειες αρχή). Στη φιλοσο- φία του Σέλλινγκ και του Χέγγελ. η θεω- ρία του σκοπού είχε το χαρακτήρα αντι- κειμενικής τελεολογίας. Ο Χέγγελ, θεω- ρώντας το σκοπό σαν μια από τις μορφές αντικειμενοποίησης του πνεύματος, έ- βλεπε τη φύση και την ιστορία σαν μέσα για την πραγμάτωση στον κόσμο του «α- πόλυτου πνεύματος», δηλαδή η τελεο- λογία του Χέγγελ συνδεόταν με τη θεο- λογία. Από το άλλο μέρος, ο Χέγγελ, στα πλαίσια του αντικειμενικού ιδεαλισμού, επιχείρησε να αποκαλύψει τη διαλεκτική του σκοπού, των μέσων και των αποτελε- σμάτων της δραστηριότητας και δκιτύπω- 41
Σκοπός σε την ιδέα ότι σκοπός και αποτελέσματα της δράσης δε συμπίπτουν. Η κρίση της αστικής ιδεολογίας βρήκε την αντανάκλαση της στην κριτική της έννοιας του σκοπού ως ορθολογιστικής ερμηνείας του ανθρώπινου Είναι, στις α- πόπειρες αναθεώρησης του περιεχομέ- νου της. Για την αστική φιλοσοφία του 20ού αιώνα χαρακτηριστικά είναι: η άρνη- ση της ολοκληρωτικής λειτουργίας της έννοιας του σκοπού, ως συνέπεια της α- πολυτοποίησης της διάστασης μεταξύ σκοπού και αποτελεσμάτων (Βούντ)· η α- ναγνώριση ως αφετηριακού σχήματος μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς όχι της κατευθυνόμενης προς ένα σκοπό αλλαγής, αλλά της προσαρμογής στο πε- ριβάλλον (πραγματισμός, συμπεριφορι- σμός) η προβολή άλλων τρόπων ενσω- μάτωσης της ανθρώπινης δραστηριότη- τας (η έννοια της αξίας στο νεοκαντιανι- σμό). Η αντιπαράθεση αιτίας και σκοπού οδήγησε την αστική φιλοσοφία στον ιντε- τερμινισμό, στην άρνηση των αντικειμενι- κών καθοριστικών παραγόντων του σκο- πού της ανθρώπινης δραστηριότητας (πράγμα, που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει τον υπαρξισμό). Ο μαρξισμός - λενινισμός. ενώ θεωρεί το σκοπό σαν ένα από τα στοιχεία της δρα- στηριότητας του ανθρώπου, της μετα- μόρφωσης του περιβάλλοντος κόσμου, υπογραμμίζει ταυτόχρονα την αντικειμε- νική εξάρτηση του σκοπού: «... οι σκοποί του ανθρώπου γεννήθηκαν από τον αντι- κειμενικό κόσμο και τον προϋποθέ- τουν...» (Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 29, σελ. 171). Ο μαρξισμός θεωρεί το σκοπό σαν αντανάκλαση αντικειμενικών αναγκών, σαν «... ιδεατό εσωτερικό κίνητρο της παραγωγής...» (Μαρξ Κ., βλ. Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 12, σελ. 717). Ο σκοπός ως νόμος καθορίζει τον τρόπο και το χαρακτήρα των ενεργειών του αν- θρώπου (βλ. Κ. Μαρξ, στο ίδιο, τ. 23, σελ. 188). Ο σκοπός εμφανίζεται ως συγκε- κριμένος μηχανισμός ενσωμάτωσης δια- φόρων ενεργειών στο σύστημα του σκο- πού, ως μέσο και αποτέλεσμα. Ο σκοπός είναι σχέδιο ενέργεκις, που καθορίζει το χαρακτήρα και τη συστηματική τακτο- ποίηση διαφόρων πράξεων και ενερ- γειών. Η μελέτη της διαλεκτικής του σκοπού, των μέσων και των αποτελεσμά- των, σαν μερικής περίπτωσης της διαλε- κτικής του υλικού και του ιδεατού, έδωσε τη δυνατότητα να θεωρείται ο σκοπός ως μια ιδεώδης προεικασία του αποτελέσμα- τος της δραστηριότητας, ενώ η δρασπι- ριότητα ως μια σύνθετη διαδικασία πραγμάτα)σης του σκοπού, επιλογής του άριστου τρόπου από τους δυνατούς ε- ναλλακτικούς τρόπους και προγραμματι- σμού της δραστηριότητας. Ο μαρξισμός έχει προτείνει μιαν ορισμένη τυπολογία σκοπών: ατομικών και κοινωνικών, στρα- τηγικών και τακτικών, συγκεκριμένων σκοπών και ιδεατού. Ο μαρξισμός - λενινισμός απορρίπτει κα- τηγορηματικά τη λαθεμένη θέση ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Η χρησιμοποίη- ση απάνθρωπων μέσων για την επίτευξη ενός ανθρωπιστικού σκοπού, οδηγεί στην απώλεια από τον ίδιο το σκοπό του ανθρωπιστικού του χαρακτήρα και στην υποκατάσταση του από έναν ψεύτικο σκοπό. ' Ετσι, λόγου χάρη, ο Μαρξ έγρα- φε: «... ο σκοπός για τον οποίο απαιτού- νται τάχα άδικα μέσα δεν είναι δίκαιος σκοπός» (Μαρξ Κ., στο ίδιο, τ. 1, σελ. 65). Στη σύγχρονη επιστήμη το ενδκιφέρον για την έννοια του σκοπού χαρακτηρίζει την κυβερνητική (η οποία χρησιμοποιεί την αρχή της ανάδρασης), τη φυσιολογία της ενεργητικότητας, τη θεωρία των συ- στημάτων (ειδικά της θεωρίας των λεγό- μενων σκόπιμων συστημάτων). Βλ. επί- σης Ιδεατό, Σκοπιμότητα. • Μαρξ Κ., Οικονομικοφιλοσοφικά χειρόγρα- φα του 1844, Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Απα- 42
Σκωτισμός ντα, τ. 42 του ίδιου, Η αθλιότητα της φιλοοο- φ/ας, τ. 4 Λένιν Β. Ι., Φιλοσοφικά τετράδια, Άπαντα, τ. 29 Τρούμπνικοφ Ι. Ν., Οι κατηγο- ρίες «σκοπός», «μέσο», «αποτέλεσμα», Μ. 1968' Ακοφ Ρ. Λ., Εμεριτ Φ. Ι., Τα σκόπιμα συστήματα, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1974 Με- θοδολογικά προβλήματα μελέτης της δρα- στηριότητας, «Εργασίες του Ινστιτούτου επι- στημονικών ερευνών τεχνικής αισθητικής. Εργονομική», 1976, τ. 10 Μακάροφ Μ. Γκ., Η κατηγορία «σκοπός» σπη μαρξιστική φιλοσο- φία και η κριτική της τελεολογίας, Λ., 1977" Ροπακόφ Ν. Ι., Η κατηγορία «σκοπός», προ- βλήματα έρευνας, Μ. 1980' Luhmann Ν., Zweekbegriff und Systemrationalität. Tüb., 1968' Taylor R., Action and purpose, N. Υ 1973. Α. Π. Ογκουρτσόφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σκωτίας σχολή. Φιλοσοφία του «κοινού νου», ή της «υγιούς κρίσης» (connnfion Sense). Εμφανίστηκε στις δεκαετίες του 1760 - 1780 στα πανεπιστήμια της Σκω- τίας και διαδόθηκε πλατιά στις αρχές του 19ου αιώνα. Ιδρυτής της Σχολής ήταν ο Τ. Ρίντ (Reid) και κυριότεροι εκπρόσωποί της ήταν ο Τζ. ' Οσβαλντ (Oswald), Τζ. Μπίττι, (Beattie) Ντ. Στιούαρτ, (Stewart) Τζ. Μάκιντος, Ου. Χάμιλτον. Η Σχολή διαμορφώθηκε μέσα στην πολεμική κατά του σκεπτικισμού του Χιούμ* απέρριτΓτε επίσης την υποκειμενιστική φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ. Βάση των αναντίρρητων για την «υγιά κρίση» αληθειών, σύμφωνα με τη διδασκαλία της σχολής της Σκω- τίας, είναι η άμεση εσωτερική αυθεντικό- τητα, που εισήγαγε ο θεός στην ανθρώ- πινη φύση. Η φιλοσοφία της «υγιούς κρί- σης» στην ουσία μετέτρεπε τις «γενικά παραδεδεγμένες» ιδέες και προλήψεις σε θεμέλιο της επιστήμης, της ηθικής και της θρησκείας. Θεωρώντας την πίστη βάθρο της φιλοσοφίας, η σχολή της Σκω- τίας πρόβαλλε τα στηριζόμενα στην έμ- φυτη «κοινή αίσθηση» επιχειρήματα για ν* αποδείξει την ύπαρξη του θεού και της ψυχής και τη σκοπιμότητα σε καθετί που υπάρχει. Από την άλλη πλευρά, με α- νάλογους ισχυρισμούς υπεράσπισε τον υλικό κόσμο από τις επιθέσεις του υπο- κειμενικού ιδεαλισμού, του σκεπτικισμού και του αγνωστικισμού. ' Ενας από τους «θεμελιώδεις νόμους» της γνώσης, σύμ- φωνα με τη θεωρία της σχολής της Σκω- τίας, είναι η βεβαιότητα ότι ο υλικός κό- σμος υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνεί- δηση: οι άνθρωποι, κατά το Ρίντ, βλέπουν τον ήλιο και όχι την ιδέα του ήλιου. Το κύριο, όμως, για τη σχολή της Σκωτίας εί- ναι η αναγνώριση του αυτόδηλου των θρησκευτικών «αληθειών» και των αναμ- φισβήτητων ηθικών κανόνων, που έχουν τη ρίζα τους στο «ηθικό αίσθημα». Τη δι- δασκαλία της σχολής της Σκωτίας επέ- κρινε ο υλιστής Τζ. Πρίστλεϋ (Pristley). Οι πιο δραστήριοι προπαγανδιστές της φιλοσοφίας της «υγιούς κρίσης» στις ΗΠΑ ήταν οι Τζ. Ούντερσπουν και Τζ. Μακ - Κός στη Γαλλία η σχολή της Σκω- τίας άσκησε επίδραση στις θεωρίες των Π. Π. Ρουαγιέ - Κολλάρ και Π. Πρεβώ. Ε- πίσης βρήκε απήχηση στις εκλεκτικές θεωρίες των Β. Κουζέν και Τ. Ζουφρουά. • /στορ/α της φιλοσοφίας, τ. 2, Μ., 1941, σελ. 269 - 73 Γκριαζνόφ Α. Φ., Η φιλοσοφία της σχολής της Σκωτίας, Μ., 1979' Laurle Η., Scottish phllosophy and its national develo- pment, Glasgow, 1902 Grave S. Α., The Scottish phllosophy of common sense. Oxf. i960 Robinson D. S. (ed.) Th story of Scottish phllosophy. [N. Y.], 1961. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σκωτισμός. Μεσαιωνική φιλοσοφική σχολή του 14ου - 15ου αιώνα, που εμφα- νίστηκε στον κύκλο των μαθητών και ο- παδών του Ντούνς Σκωτ. Ως φραγκισκα- νική κατεύθυνση στη σχολαστική ο σκωτι- σμός αντιπαρατίθεται στο θωμισμό - το ε- 43
Σκώτος Εριγένης πίσημο δόγμα του Τάγματος των Δομινικανών. Διακριτικό γνώρισμα του σκωτισμού είναι η αναγνώριση δύο θεμε- λκικών θέσεων του Ντούνς Σκώτ: της μονοσημίας του Είναι και της τυπικής διαφοράς· η εισαγωγή της τελευταίας ως βασικού εργαλείου θεωρητικής ανάλυ- σης οδήγησε σε πλήθος τυπικών λογικών διακρίσεων γνωστικής και σε μιαν εξαιρε- τική περιπλοκή της γλώσσας. Ένα από τα κεντρικά προβλήματα του σκωτισμού είναι το πρόβλημα της εξατομίκευσης* Σημαντικότεροι εκπρόσωποι: ο Αντουάν Αντρέ - ένας από τους πιστότερους μα- θητές του Ντούνς Σκώτ, ο Φρανσουά από το Μερόν, ο Γκιγιόμ Αλνβίκ, ο Ιωάν από το Ρέντινγκ, ο Ζαν Κανονίκ κ.ά. • Boehner Ph., Medievat logic [Manchester, 1952]· Gilson E., History of Christian Philoso- phy in the Middle Ages. N.Y., 1955. Θεώρηση Γιάν. Κρητικού Σκώτος Εριγένης. βλ. Ιωάννης Σκώτος Εριγένης. Σλαβόφιλοι. Εκπρόσωποι μιας από τις κατευθύνσεις της ρωσικής κοινωνικής και φιλοσοφικής σκέψης στις δεκαετίες του 1840 και 1850, που υποστήριζαν έ- ναν πρωτότυπο δρόμο ιστορικής εξέλι- ξης της Ρωσίας, ριζ»<ίδιαφορειικό^πό το^ δυτικοευρωπαίκό. Η πρωτοτυπία της ΡωσίαςΤκατά τους σλαβόφιλους, βρισκό- ταν στην απουσία από την ιστορία της τα- ξικών αγώνων, στη ρωσική αγροτική κοι- νότητα και στους αγροτικούς συνεταιρι- σμούς, στην^ορθοδοξία ως το μόνο αλη- ίθινό χριστιανισμό. Τις ίδιες ιδιομορφίες εξέλιξης οι σλαβόφιλοι τις έβρισκαν και στους Σλάβους_των άλλων χωρών, ιδιαί- τερα στους νότιους, για τους οποίους οι συμπάθειες τους ήταν μία από τις αιτίες που ονομάσπικε έτσι η κατεύθυνση τους (σλαβόφιλοι) από τους ^Δυτικούς» (Ζά- παντν/κί*). Οι απόψεις των σλαβόφιλων διαμορφώ- θηκαν μέσα από τις ιδεολογικές διαμά- χες, που είχαν οξυνθεί μετά τη δημο- σίευση του ^Φιλοσοφικούς γράμματος» του ΤσααντάγέφΓΚυρΓο ρόλο στην εΤτε- ξεργασία των απόψεων των σλαβοφίλων έπαιξαν οι λογοτέχνες, οι ποιητές και οι επιστήμονες Α. Σ. Χομιακόφ, Ι. Β. Κιρε- γέφσκι (τα γραμμένα το 1839 άρθρα του Χομιακόφ -και που δεν προορίζονταν για τον τύπο- «Γο παλιό και το νέο» και του Ι. Β. Κιρεγέφσκι <^Απάντηση στον Α. Σ. Χο- μιακόφ»), Κ. Σ. Αξάκοφ, Γ Φ. Σαμάριν. Ε- ξέχοντες σλαβόφιλοι ήταν οι Π. Β. Κιρε- γέφσκι, Α. Ι. Κοσελιόφ, Ι. Σ. Αξάκοφ, Ντ. Α. Βαλούγεφ, Φ. Β. Τσιζόφ, Ι. Ντ. Μπε- λιάγεφ, Α. Φ. Χίλφερντινγκ και αργότερα οι Β. Ι. Λαμάνσκι, Β. Α. Τσερκάσκι. Συγγε- νικοί με τους σλαβόφιλους, ως προς τις κοινωνικοϊδεολογικές τους θέσεις, στις δεκαετίες του 1840 και 1850 ήταν οι συγγραφείς Β. Ι. Ντάλ, Σ. Τ. Αξάκοφ, Α. Ν. Οστρόφσκι Α. Α. Γκριγκόριεφ, Φ. Ι. Τιούτσεφ, Ν. Μ. Γιαζικόφ. Τις απόψεις των σλαβοφίλων πολύ εκτιμούσαν οι ι- στορικοί, σλαβολόγοι και γλωσσολόγοι Φ. Ι. Μπουσλάγεφ, Ο. Μ. Μποντιάνσκι, Β. Ι. Γκριγκόροβιτς, Ι. Ι. Σρεζνέφσκι. Μ. Α. Μαξίμοβιτς. Κέντρο των σλαβοφίλων στη δεκαετία του 1840 ήταν η Μόσχα, τα φιλολογικά σαλόνια των Α. Α. και Α. Π. Ελάγκιν, των Ντ. Ν. και Ε. Α. Σβερμπέγεφ, των Ν. Φ. και Κ. Κ. Πάβλοφ. Εδώ οι σλαβόφιλοι επι- κοινωνούσαν και συζητούσαν με τους «Δυτικούς». Πολλά έργα των σλαβοφί- λων λογοκρίνονταν, μερικούς από αυ- τούς παρακολουθούσε και συνελάμβανε η αστυνομία. Για μεγάλο διάστημα οι σλα- βόφιλοι δεν είχαν μόνιμο έντυπο όργανο, κυρίως εξαιτίας των εμποδίων που παρε- νέβαλλε η λογοκρισία. Δημοσίευαν τα γραφτά τους κυρίως στο περιοδικό *^Μθ' σκβιτιάνιν» {^Μοοχοβίτης»), είχαν εκδό- 44
Σλαβόφίλοι σει μερικές συλλογές άρθρων στη δεκα- ετία του 1840 - αρχές της δεκαετίας του 1850. Ύστερα από κάποια χαλάρωση της λογοκριτικής πίεσης οι σλαβόφίλοι, στα τέλη της δεκαετίας του 1850, εξέδι- δαν τα περιοδικά «Ρούσκαγια μπεοέντα» («Ρωοική ουζήτη€ίη») το 1856 - 60, «Ζέλ- σκογιε μπλαγκοουστρόιστβο» (*<Αγροτί- κός εξωραϊομός») το 1858 - 59 και τις ε- φημερίδες «Μολβά» (^Η φήμη») το 1857 και <^Πάρους» («Το ιστίον») το 1859. Στις δεκαετίες 1840 και 1850, πάνω στο σπουδαιότατο ζήτημα του δρόμου ιστορι- κής εξέλιξης της Ρα)σίας, οι σλαβόφίλοι, σε αντίθεση με τους «Δυτικούς», τάσσο- νταν κατά της αφομοίωσης από τη Ρωσία τωνϋορφών της δυτικοευρωπαϊκής πολι- τικής ζωής. Συνάμα, θεωρούσαν ανα- YKajg^ν ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας, της δρασπιριότητας των μετ^(ίκών εταιρειών και των τραπεζών, την κατασκευή σιδηροδρόμων και τη χρη- σιμοποίηση μηχανών στην αγροτική οικο- νομία. Οι σλαβόφίλοι ήταν υπέρ της κα- τάργησης της δουλοπαροικίας «εκ των άνω» και υπέρ της παροχής σης αγροτι- κές κοινότητες γεωργικών κλήρων με ε- ξαγορά. Οι Σαμάριν, Κοσελιόφ και Τσερ- κάσκι ήταν ανάμεσα στους δραστήριους παράγοντες της^ προετοιμασίας και ε- φαρι^γήςΤης αγροτικής μεταρρύθμισης ιτου 1861. Οι σλαβόφίλοι έδιναν μεγάλη σημασία στην κοινή γνώμη, εννοώντας τη γνώμη των φωτισμένων φιλελεύθερων - ασπκων στρωμάτων, και υποστήριζαν την ιδέα της σύγκλησης συνέλευσης των ζεyστßoJτoπικώv οργάνων, που εκλέγο- νταν από τους ευγενείς και τις εύπορες τάξεις) από αιρετούς αντιπροσώπους ό- ^ν των κοινωνικών στρωμάτων, αλλά ή- ταν κατά του Συντάγματος και cmoiouSfr- π'οτεΤυπικού περιορισμού της απολυταρ- χίαςτΕΠΐδίωκαν την κατάργηση της λογο- κρισίας, την καθιέρωση των ορκωτών δικαστηρίων και της δημοσιότητας των δικών, την κατάργηση των σωματικών ποινών και της ποινής του θανάτου. Η επεξεργασία των φιλοσοφικών απόψε- ων των σλαβοφίλων γινόταν κυρίως από το Χομιακόφ, τον Ι. Β. Κιρεγέφσκι και αρ- γότερα από το Σαμάριν και αποτελούσαν μια ιδιόμορφη θρησκευτική - φιλοσοφική διδασκαλία. Γενετικά η φιλοσοφική αντί- ληψη των σλαβοφίλων έχει τις ρίζες της στην ανατολική πατρολογία και ταυτό- χρονα σε πολλά σημεία συνδέεται με το δυτικοευρωπαϊκό αντιορθολογισμό και ρομαντισμό του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Στο μονόπλευρο αναλυτικό ορθο- \ονισυό. όπως και στην αισθησιαρχία. Βθϋ, κατά τη γνώμη των σλαβοφίλων που, στη Δύση^ οδήγησαν στην απώλεια της ανθρώπινης ψυχικής αρτιότητας, αντιπα- ρέθέσαν τις έννοιες του «βουλητικού λόγου» και1τ)ς «βιογνωσίας» (Χομιακόφ): οι σλαβόφίλοι ισχυρίζονταν, ότι η πλήρης και ύψιστη αλήθεια δεν επιτυγχάνεται μόνο με την ικανότητα του παραγωγικού συλλογισμού, αλλά με τη διάνοια, το αί oOpua και τη βούληση μα?Γδηλαδή με το πνεύμα,^τη^ωντανή^του αρτιότητα. Το άρτιο πνεύμα, που εξασφαλίζει την αλη- θινή και πλήρη γνώση, είναι αναπόσπα- στο, κατά τους σλαφόβιλους, από τρν πί- στη, από τη θρησκεία. Η^ηθ^χ^τίσιη, που ήρθε στη Pcooia από την κρυστάλλινη πηγή της - την ανατολική εκκλησία (Χο- μιακόφ), καθορίζει, κατά τη γνώμη τους, τηvJδιαίτεpη ιστορική αποστΌλή τοϋ ρω- σικούς λαού. ΝΙ.αρχή^της ελεύθερης κοι- νότητας, που χαρακτηρίζει, κατά τους σλαβδφϊλους, τη ζωή της ανατολικής εκ- κλησίας, παρατηρείται απ* αυτούς και στη ρωσική κoιvότητα..J^^ωσική κοινοτι- κή αγj)0TLκή~ YmoKTp^ta, φρονούσαν ~ö[ σλαβόφίλοι, εισάγει στην επιστήμη της πολιτικης"οίκονομίας μια «νέα πρωτότυ- πη οικονομική αντίληψη» (Ι. Σ. Αξάκοφ). : Η ορθοδοξία και η κοινότητα, κατά την cF ' Υτί/ϋτιψη των σλαβοφίλων, αποτελούν τις , βαθιές βάσεις της ρωσικής ψυχής. Στο^ σύνολο της η φιλοσοφική θεωρία των 45
Σλαβόφίλοι σλαβοφίλων αντιτασσόταν στις ιδέες του υλισμού. Στις ιστορικές απόψεις των σλαβοφίλων ήταν διάχυτο το πνεύμα της ρομαντικής^ ιστοριογραφίας, η εξιδανί- ι^ευστΓτηςπαλιάς, της προ του Μεγάλου ntrpCfO^¥üSOiäqr^\>j^onoici οι σλαβόφίλοι ποβουσίαζαν (ος αρμονική κοινωνία, δί- χως αντιφάσεις^ καΓ εσωτερικούς κλονι- σμούς, που αποτελούσε μιαν ενότητα λαού και τσάρου, τω\Μ<ζέμστβο» και της «εξδΰσϊας». Κατά τη γνώμη των σλαβοφί- λων, από την εποχή ίου, Μεγάλου Πέ- τρου, ο'οττδίδς'δίατάραξε αυθαίρετα την οργανική ανάπτυξη της Ρωσίας, ioj<pa- τος τοποθετήθηκε πάνω από το λαό και οΓέΰγενείς καΓοϊ^ιανοούμενοι, που μο- νόπλευρα και χωρίς βάθος υιοθέτησαν το^δΰτϊκοεϊίρωπαίκό πολιτισμό, ξεκόπη- κα\Γαπό^ ζωή του λαού. Εξιδανικεύο- vTncjiov πατριαρχικό χαρακτήρα και τις παραδοσιακές αρχές, οι σλαβόφίλοι εν- νοούσαν το^λαό στο πνεύμα του γερμανι- κού συντηρητικού ρομαντισμού. Από την άλλη μερΐαΤόΤίώς, καλούσαν ηχδιανόηση να πλησιάσει το λαό, να μελετήσει τη ζωήΓτόν πολιτισμό και τη γλώσσα του. Οι σλαβόφίλοι άσκησαν μεγάλη επιρροή πάνω σε πολλούς εξέχοντες παράγο- ντες της εθνικής αναγέννησης και του ε- θνικοαπελευθερωτικού κινήματος των σλαβικών λαών, που βρίσκονταν κάτω χχπό το ζυγό της AJJΌτpιακής αυτοκρατο- ρίας j<ai της Τουρκίας των σουλτάνων (τους Τσέχους Β. Γκάνκα, Φ. Τσελακό- φοκι. για μια περίοδο τον Κ. Γκάβλιτσεκ - Μπορόφσκι* τους Σλοβάκους Λ. Στούρ, Α.^άντκοριτς· τους Σέρβους Π. Νέ- γκοςΤ Μ Νενάντοβιτς, Μ. Μιλίτσεβιτς του^^οϋλγάρους ΡΤΖίνζκροφ^ Π. Καρα- βέλοφ, Λ. Καραβέλοφ κ.ά.}. Η επίδραση των ιδεών των σλαβοφίλων εκδηλώθηκε αισθητά στην ιδεολογία και τη δρασπηριό- τητα των σλαβικών επιτροπών στη Ρωσία ήδη από^τό 1858, στην οργάνωση πλα- τιάς κοινωνικής βοήθειας στους νότιους Σλάβους ^Γά τον απελευθέρωτΓκό αγώνα τους, ιδιαίτερα στην περίοδα 1875 - 78. Οι αισθητικές και λογοτεχνικές - κριτικές απόψεις των σλαβοφίλων εκφράζονται άρτια στα άρθρα των Χομιακόφ, Κ. Σ. Α- ξάκοφ και Σαμάριν. Επικρίνοντας τις γνώ- μες του Β. Γ Μπιελίνσκι και τη «νατου- ραλιστική σχολή» στη ρωσική λογοτεχνία (άρθρο του Σαμάριν «Σχετικά με τις ιστο- ρικές και λογοτεχνικές απόψεις του '^Σοβρεμένικ''», 1847), οι σλαβόφίλοι τάσσονταν ταυτόχρονα κατά της «καθα- ρής τέχνης» και υποστήριζαν το δικό τους^ δρόμο ανάπτυξης της ρωσικής λο- γοτεχνίας, τέχνης και επιστήμης (άρθρα του Χομιακόφ «Για τις δυνατότητες της ρωακής λογοτεχνικής σχολής», 1847, του Κ. Σ. Αξάκοφ «Η ρωσική άποψη», 1856, του Σαμάριν «Δυο λόγια για τη λαϊ- κότητα στην επιστήμη», 1856, του Α. Ν. Ποπόφ «Για τη σύγχρονη κατεύθυνση των εικαστικών τεχνών», 1846). Η καλλι- τεχνική δημιουργία, κατά τη γνώμη τους, έπρεπε ν^ εκφράζει^<αθορισ^ένες __πλευρες της πραγματικόττχτας, που vjclo- νταποκρίνονται στις θεωρητικές τους αρχές^^^στην κοινότητα την πατριαρχική οργάνωση του τρόπου ζωής του λαού, την~<<ταπεινοφρδ~συνή>> και τη θρησκευτι- κόπ]τα του Ρώαου. _ Στα 1859 - 61, χρόνια επαναστατικής κα- τάστασης, επήλθε μια σημαντική προ- σέγγιση ανάμεσα στις απόψεις των σλα- βοφίλων και των^«Δΰτικών» στην κατεύ- θΰνση του φίλελεϋθερισμού. Στη μετά την αγροτική μεταρρύθμιση περίοδο η σλαβοφιλία, ως ιδιαίτερο ρεύμα της κοι- νωνικής σκέψης, έπαψε να υπάρχει. Συ- νέχισαν τη δραστηριότητα τους οι Ι. Σ. Α- ξάκοφ, Σαμάριν, Κοσελιόφ, Τσερκάσκι, που οι απόψεις τους διχάστηκαν σημα- ντικά. Κάτω από την επίδραση των σλα- βοφίλων διαμορφώθηκε το ποτσβενίτσε- στβο* ^εδαφισμός). Μερικά συντηρητική, γνωρίσμΐτα^ της διδασκαλίας των σλαβο- φίλων αναπτύσσονταν στις δεκαετίες 1870 και 1880 στο πνεύμα του εθνικι- 46
Σλέγκελ σμού και του πανσλαβισμού από τους λε- γόμενοϋς όψιμους σλαβόφιλους - Ν. Γ Ντανιλεφσκι και Κ. Ν. Λεόντιεφ. Οι ιδέες των σλαβοφίλων διαθλάστηκαν ιδιόμορ- φα σης θρησκευτικοφιλοσοψικές θεω- ρίες του τέλους του 19ου - αρχές του 20ού αιώνα (ßλ^^oλoßιόφ,J\/lπεpvτιάγεφ, Μπουλγκάκοφ, Καρσάβιν, Φλορένσκι, ευρωοίσϊατες κ.Sy Κριτική στην ιδεολο- γίαΤχόνΤσλαβοφίλων έκαναν οι επαναστά- τες δημοκράτες Μπιελίνσκι, Χέρτσεν, Ο- γκαριόφ, Τσερνισέφοκι, Ντομπρολιού- μποφ. • Πίπιν Α. Ν Χαρακτηριστικά των λογοτεχνι- κών απόψεων στις δεκαετίες 1820 1850, ΣΠ-ργκ, 1906 Πλεχάνοφ Γκ. Β. Οι «Δυτικοί» και οι σλαβόφιλοι, Εργα, τ 23, Μ. - Λ., 1926 Ντμίτριεφ Σ. Σ., Σλαβόφιλοι και σλαβοφιλία, περιοδικό «Ιστορικός Μαρξιστής», 1941, τεύχος 1 · Λογοτεχνική κριτική των πρώιμων σλαβοφίλων, «Ζητήματα λογοτεχνίας», 1969, τεύχη 5, 7, 10, 12 Γιανκόφσκι Γ Ζ., Από την ιστορία της ρωσικής κοινωνικολογοτεχνικής σκέψης των δεκαετιών 1840 και 1850, Κίεβο, 1972 Ποπόφ Β. Π, Η κοινωνική φύση και οι λειτουργίες της πρώιμης σλαβοφιλίας, στο βιβ.: «Προβλήματα ουμανισμού στη ρωσική φιλοσοφία», Κρασνοντάρ, 1974 Οι λογοτε- χνικές απόψεις και το έργο των σλαβοφίλων. 1830 1850. Μ., 1978 Riasanovsky N.V., Russland und der Westen. Die Lehre der Sla- wophilen, Münch., 1959 Christoff P.K., An i- ntroduction to nineteenth - Century Russian Siavophilism, ν 1 - Α. S. Xomjakov. s' - Gra- venhage, 1961, βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Κιρεγέφσκι. Σ. Σ. Ντμίτριεφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σλάιερμάχερ (Schleiermacher) Φρί- ντριχ (21 11 1768, Μπρέσλαου, 12.2.1834, Βερολίνο). Γερμανός διαμαρ- τυρόμενος θεολόγος και φιλόσοφος. Γύ- ρω στο 1800 είχε πλησιάσει τον κύκλο των ρομαντικών της Ιένας. Στους ραψω- διακούς εγκωμιαστικούς «Λόγους για τη θρησκεία» (1799) και στους «Μονόλο- γους» (1800) ο Σλάιερμάχερ δημιούργη- σε έναν ολοκληρωμένο τύπο θρησκευτι- κής αισθητικής κοσμοθεωρίας στο πνεύ- μα του πρώιμου ρομαντισμού* η προσωπι- κή εσωτερική εμπειρία αποτελεί τη βάση της θρησκείας την οποία ο Σλάιερμάχερ προσδιορίζει σαν «θέαση του Σύμπα- ντος», αργότερα - σαν «αίσθημα εξάρτη- σης» από το άπειρο. Υστερότερα ο Σλάιερμάχερ εμφανίστηκε με μια σειρά έργα πάνω σε θέματα φιλοσοφίας («Δια- λεκτική» - «Dialektik», 1804, εκδ. 1839): ηθικής, αισθητικής, ψυχολογίας, του δια- μαρτυρόμενου (προτεσταντικού) δογμα- τισμού. Στον Σλάιερμάχερ ανήκει η κλα- σική μετάφραση του Πλάτωνα στη γερ- μανική γλώσσα. Ο ψυχολογισμός του Σλάιερμάχερ, η πεποίθηση του για τον πρωτεύοντα ρόλο του εσωτερικού αισθή- ματος στη γνώση, για το ασύλληπτο της ύψιστης αρχής (του θεού) από το λογικό (επίδραση του πιετισμού και του Γιάκο- μπι) είχαν υποβληθεί σε δριμύτατη κριτι- κή από το Χέγγελ. Ο Σλάιερμάχερ άσκη- σε μεγάλη επίδραση στο φιλελεύθερο προτεσταντισμό του 19ου αιώνα, στην α- νάπτυξη της ιστορίας της φιλοσοφίας και της παιδαγωγικής στη Γερμανία, της φι- λοσοφικής ερμηνευτικής*. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σλέγκελ (Schlegel) Φρίντριχ (10. 3. 1772, Αννόβερο,-12.1.1829, Δρέσδη). Γερμανός κριτικός, φιλόλογος, ιδεα- λιστής φιλόσοφος, συγγραφέας, θε- ωρητικός του ρομαντισμού. Στα άρθρα που έγραψε στη δεκαετία του 1790, κά- τω από την επίδραση του 1.1. Βίνκελμαν, έβλεπε στην αρχαία ελληνική ποίηση το πρότυπο της αληθινής τέχνης, την εν- σάρκωση του «αντικειμενικά ωραίου», έ- κανε δριμύτατη κριτική στον πολιτισμό και στην τέχνη των Νέων Χρόνων, όπου 47
Σλέγκελ κυριαρχούν «η επιτήδευση, η χαρακτη- ριολογία και το ατομικό», η μίξη των ει- δών και η ακόρεστη τάση προς «το και- νούργιο, το πικάντικο και το εντυπωσια- κό» κ.λπ. («Πα τη μελέτη της ελληνικής ποίησης» - «Über das Studium der Grie- chischen Poesie», 1795 - 96). Στα τέλη της δεκαετίας του 1790 διατύπωσε τις προγραμματικές ιδέες του κύκλου των ρομαντικών της Ιένας (περιοδικό «Athe- näum», που το εξέδιδε μαζί με τον αδελ- (ρό του Αουγκουστ, 1798 -1800). Υπο- στηρίζοντας τώρα την ειδική αξία της σύγχρονης «ρομαντικής» τέχνης (στην αντίθεση της προς την «κλασική», την αρχαία), θεωρούσε κορυφές της το Δά- ντη, το Σαίξπηρ, το Θερβάντες, το Γκαί- τε. Σε πολυάριθμα άρθρα, αποσπάσματα έργων του και αφορισμούς πρόβαλλε το ουτοπικό ιδεώδες μιας νέας, οικουμενι- κής ποίησης και κουλτούρας, που θα με- ταπλάσει αισθητικά τον κόσμο και θα κα- τατείνει προς την «άπειρη πληρότητα του Σύμπαντος», που θα βρίσκεται σε ένα αδιάκοπο δημιουργικό γίγνεσθαι α- πόλυτα ατέρμονο, διαρκώς διεγειρόμενο από τον εαυτό του και τα έργα του, και που θα συναρθρώνει σε ένα ενιαίο σύνο- λο την τέχνη, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τη θρησκεία [ο Σλέγκελ έβλεπε το πρότυπο μιας τέτοιας συγχώνευσης στην αρχαία μυθολογία και ονειρευόταν μια νέα μυθολογία, που τα φύτρα της τα ανα- ζητούσε στη νεότερη φυσική και στη με- τακαντιανή ιδεαλιστική φιλοσοφία («Σϋ- ζήτηση για την ποίηοη» - «Gesprach über die Poesie», 1800)]. Μ* αυτό σχετίζεται και η θεωρία της ειρωνείας ως έκφρασης μιας όχι κλειστής δυναμικής του κόσμου και της γνώσης, της «αίσθησης του ό- λου» που παρακινεί τον καλλιτέχνη να αί- ρεται συνεχώς πάνω από το περιορισμέ- νο «Εγώ» του, από το απεικονιζόμενο α- ντικείμενο και από τα μέσα της απεικόνι- σης. Στο πνεύμα του Σλωερμάχερ*, το πρώιμο ρομαντικό ιδεώδες της κουλτού- ρας ερμηνεύεται από το Σλέγκελ σαν πανθεϊστική θρησκεία του «απείρου» (<ράμμα για τη φιλοσοφία» - «Brief über die Philosophie», 1799* «Ιδέες» - «Ide- en», 1799). Το διαπλασσόμενο «Εγώ» και ο διαμορφωνόμενος κόσμος, «ο ιδεατός λόγος» και «το πραγματικό Σύμπαν» είναι οι δύο πόλοι του κοσμοειδώλου του Σλέ- γκελ στα 1799 - 1800 («ο ιδεαλ-ρεαλι- σμός» ως συγκερασμός Φίχτε και Σπινό- ζα· αργότερα μεγαλώνει η επίδραση του Λάιμπνιτς) Το άπειρο δεν πρέπει να πα- γιώνεται σε αποστεωμένες έννοιες, μπο- ρούμε μόνο να «το αποκαλύπτουμε και να το θεώμαστε» στα σύμβολα - στις καλλι- τεχνικές μορφές και τις φιλοσοφικές ι- δέες - «προέννοιες». Η ιστορία της συ- νείδησης είναι η ιστορία της φαντασίας («ποιητικής νόησης»), που δημιουργεί τα σύμβολα. Στις παραδόσεις φιλοσοφίας, που έκανε ο Σλέγκελ στην Κολωνία (1804 - 1806) και που αποτελούσαν την πρώτη συστη- ματική έκθεση των ιδεών του, ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα πλήθος τελικών παράγωγων και εξελισσόμενων «Εγώ» (που το καθένα τους είναι απλώς ένα κλάσμα του αρχικού «Εγώ»), που επικοι- νωνούν μεταξύ τους και με το «Εγώ»* το «μη Εγώ» είναι απλώς κάποιο «αντί - Εγώ», ή το «Εσύ», στο «προ - Εγώ συγκε- ντρώνονται όλες οι ακτίνες της φιλοσο- φίας». Οι παραδόσεις περιέχουν μιαν ο- λόπλευρη κριτική των φιλοσοφικών συ- στημάτων ή των τύπων κοσμοθεωριών, ο καθένας από τους οποίους (υλισμός, σκεπτικισμός, πανθεϊσμός, δυϊσμός, και ιδεαλισμός) είναι ένας κρίκος της «συνε- χούς εξέλιξης» της παγκόσμιας φιλοσο- φίας. Μετά τη μεταστροφή του προς τον καθολικισμό (1808) ο Σλέγκελ ζούσε σπι Βιέννη. Στην ^Ιστορία της αρχαίας και της νέας λογοτεχνίας» (τ. 1-2, 1815), που συνέχιζε την παράδοση του Χέρ- ντερ και συνέβαλε πολύ στην εδραίωση του ρομαντικού ιστορισμού, οι εθνικές 48
Σλικ λογοτεχνίες θεωρούνται ανεπανάλη- πτες, με ατομική αρτιότητα η καθεμιά, ως έκφραση της πνευματικής ζωής του λαού, που συνδέεται στενά με τη θρη- σκευτική, τη φιλοσοφική και την πολιτική ιστορία. Η δημοκρατικότητα και η αφο- οίωστ] του Σλέγκελ στις ιδέες της Μεγά- λης Γαλλικής Επανάστασης στη δεκαετία του 1790 αντικαταστάθηκαν στα 1810 - 20 από το συντηρητικό - ρομαντικό ιδεώ- δες της «αληθινής αυτοκρατορίας», που βρήκε την υλοποίηση της στη διαιρεμένη σε τάξεις αυστριακή μοναρχία («περιοδι- κό «Concordia», 1820 - 23). Στα έργα του <^Φιλοοοφία της ζωής» («Vorle- sungen über die Philosophie des Le- bens», 1828), «Φιλοσοφία της Ιστορίας» («Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte», Bd 1 - 2, 1829), «Φιλοσο- φία της γλώσσας και του λόγου» («Philo- sophische Vorlesungen, insbesondere über die Philosophie der Sprache und des Wortes», 1830) ο Σλέγκελ ανέΓπ-υσ- σε τις ιδέες της οικουμενικής «χριστκινι- κής φιλοσοφίας». Επικρίνοντας τα διάφο- ρα φιλοσοφικά συστήματα -ιδιαίτερα το γερμανικό κλασικό ιδεαλισμό- ως μορ- φές της «διχασμένης συνείδησης» θεω- ρούσε προϋπόθεση της αληθινής «φιλο- σοφίας της ζωής», βασισμένη στις αρχές της χριστιανικής «πνευματικότητας», την αποκατάσταση της εσωτερικής ακεραιό- τητας της ανθρώπινης συνείδησης στην ενότητα όλων των ψυχικών και πνευματι- κών ικανοτήτων (κρίσης, φαντασίας, ορ- θού λόγου, βούλησης κ.λπ.). Ο Σλέγκελ υπήρξε ένας από τους θεμε- λιωτές της γερμανικής σανσκριτολογίας και της συγκριτικής γλωσσολογίας («Πα 777 γλώσσα και τη σοφία των Ινδών» «Über die Sprache und Weisheitder In- dier», 1808). ■ Kritische Friedrich - Schlegel - Ausgahe..., hrsg. V. E. Behler [κ.α.1. Bd 1 -14,16,18 -19. 22. 29. 30, 33. 35. Münch - W. - Paderborn. 1958 - 81 - (η έκδοση συνεχίζεται). • Χάιμ Ρ.. Η οχολή του ρομαντισμού, μετφ. από τα γερμ.. Μ., 1891 Μπερκόφοκι Ν. Γ., Ο ρομαντισμός στη Γερμανία, Λ., 1973 Enders C, Fr. Schlegel. Die Quellen seines Wesens und Werdens, Lpz. 1913· Witzi. Fr. Schlegels philosophische Entwicklung, Bonn, 1939 An- statt J. - J.. La pensee religleuse de Fr. Schle- gel. P.. 1941 Mennemeier F. N.. Fr. Schlegels Poesiebegriff, Münch., 1971. Γ Λ/. Ποπόφ θεώρηση Πάν. Κρητικού Σλικ (Schlick) Μόριτς (14.4.1882, Βερο- λίνο, 22.6.1936, Βιέννη). Αυστριακός φιλόσοφος και φυσικός, ηγετικός εκπρό- σωπος του πρώιμου σταδίου του λογικού θετικισμού, ιδρυτής του κύκλου της Βιέννης (Wienerkreis). Οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Σλίκ είναι ο «συνεπής ε- μπειρισμός», στον οποίο έφτασε αφού ε- γκατέλειψε (κάτω από την επίδραση του Κάρναπ και του Βίτγκενστάιν) τον κριτικό ρεαλισμό. Ο Σλίκ στηρίζεται στην έννοια «του αισθητηριακού δεδομένου», δηλα- δή των αισθητηρκικών βιωμάτων του γι- γνώσκοντος ατόμου. Κατά το Σλίκ, στη γνώση μεταδίδονται μόνο δομικές σχέ- σεις της αισθητηριακής εμπειρίας, η ε- παναληπτικότητα μέσα σ* αυτήν μιας διάταξης. Οι λεγόμενες ορθολογικές α- λήθειες, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάνσεων της λογικής καΐ(Των μαθη- ματικών, έχουν καθαρά αναλυτικό χαρα- κτήρα είναι στην ουσία ταυτολογίες, που δε δίνουν τη δυνατότητα διείσδυσης στη μη αισθητή πραγματικότητα. Κατά \ το Σλικ, το πρόβλημα της γνώσης της ου- σίας του Είναι είναι χωρίς νόημα* οι νόμΟι της φύσης είναι γι* αυτόν τυπικοί κανό- νες, που καθορίζονται από τη σύνταξη της γλώσσας, στην onota γίνεται η περι- γραφή της φύσης. Ο Σλίκ είναι ένας από Φ.Λ. 5-4 49
Σμιρνόφ τους πρώτους που διατύπωσαν την αρχή της επαληθευσιμότητας ως κριτηρίου της επιστημονικής κατανόησης, ασχολή- θηκε με τα ειδικά προβλήματα της φιλο- σοφίας της επιστήμης (ανάλυση του χώ- ρου και του χρόνου, της αιτιότητας, της πιθανότητας) και της ηθικής. ■ Allgemeine Erkenntnislehre. Β.. 1925· Les enonces scientifiques et ia realite du monde extorieur, P., 1934 Gesammelte Aufsatze, W, 1938' Phllosophy of nature. N.Y 1949* Natur und Kultur, W., 1952. • Χίλ T. I., Η ούγχρονη θεωρία της γνώσης, μετφ. από τα αγγλ.. Μ., 1965, σελ. 365 - 69. θεώρηση Πάν. Κρητικού Σμιρν6φ Γκεόργκι Λουκίτς (γεν. 14. 11.1922 στο αγρόκτημα Αντόνοφ της επαρχίας Οκτιάμπρσκι, περιοχή του Βόλ- γκογκραντ). Σοβιετικός φιλόσοφος, α- ντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επι- στημών της ΕΣΣΔ (1981). Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1943. Το 1950 αποφοίτησε από την Κομματική σχολή του Σαράτοφ και το 1952 από την Ιστορική σχολή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου του Βόλγκο- γκραντ, το 1957 από την Ακαδημία Κοι- νωνικών Επιστημών της ΚΕ του ΚΚΣΕ, έ- δρα του διαλεκτικού και ιστορικού υλι- σμού. Από το 1942 ώς το 1947 ήταν στέ- λεχος της Κομσομόλ. από το 1947 ανέπτυξε κομματική και παιδαγωγική δραστηριότητα. Στα 1962 65 υπήρξε μέλος της Συντακτικής επιτροπής και υ- πεύθυνος συντάκτης του τμήματος φιλο- σοφίας του περιοδικού «Κομμουνίστ». Από το 1957 ανέλαβε υπεύθυνη δουλειά στο μηχανισμό της ΚΕ του ΚΚΣΕ, από το 1969 υποδιευθυντής και από το 1974 πρώτος υποδιευθυντής του Τμήματος προπαγάνδας της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Οι βασικές μελέτες του στον τομέα του ιστορικού υλισμού και του επιστημονικού κομμουνισμού αναφέρονται στην ταξική διάρθρωση της κοινωνίας, στη δυναμική της ανάπτυξης και στο ρόλο της εργατι- κής τάξης· σπιν ανάπτυξη της προσωπι- κότητας, ειδικά στη διάπλαση της σοσια- λιστικού τύπου προσωπικότητας· στα ζη- τήματα κομμουνιστικής διαπαιδαγώγη- σης και στην πρακτική της προπαγάνδας. Αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΣΕ από το 1976. ■ Η ανάπτυξη της εργατικής τάξης της ΕΣΣΔ και ο ρόλος της στην οικοδόμηση του κομ- μουνισμού, στο βιβ.. Η αλλαγή της ταξικής δάρΘρωσης της κοινωνίας στην πορεία της οικοδόμησης του σοσκχλισμού και του κομ- μουνισμού, Μ., 1961 Ο κομμουνισμός είναι υπόθεση του καθενός, Μ., 1961 Η διαμόρ- φωση κομμουνιστικών κοινωνικών σχέσεων, Μ., 1962 Η δημοκρατία, η ελευθερία και η ευθύνη της προσωπικότητας, Μ., 1968 Το 24ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και η διάπλαση του νέου ανθρώπου, Μ., 1972 Ο σοβιεηκός άν- θρωπος, Μ., 1980 Θεώρηση Γιάν. Κρητικού Σμολ (Small) Αλμπιον Βούνμπερν (11.5.1854. Μπάκφιλντ, - 24.3.1926, Σι- κάγο). Αμερικανός κοινωνιολόγος. Οι α- ντιλήψεις του Σμολ διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση του κοινωνικού δαρβινι- σμού και του ψυχολογισμού του Λ. Γουόρντ και ήταν εκλεκτικές. Ως βασική μονάδα της κοινωνιολογικής ανάλυσης ο Σμολ έβλεπε την κατηγορία του συμφέ- ροντος, θεωρώντας την κοινωνική ζωή σαν αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης έξι κα- τηγοριών συμφερόντων, που αφορούν την υγεία, την ευημερία, την επικοινωνία, τη γνώση, την ομορφιά και τη δικαιοσύνη. Η κοινωνιολογία, κατά το Σμόλ. πρέπει να βρίσκει πρακτική διέξοδο στην «κοινωνι- κή τεχνολογία», που καλείται να συμβά- λει στη βαθμιαία βελτίωση των κοινωνι- κών θεσμών. Απ* εδώ πήγαζε ο αστικός πολιτικός ρεφορμισμός του Σμολ. Ο Σμολ θεωρείται ένας από τους θεμε- 50
Σολοβιόφ λιωτές της αμερικανικής κοινωνιολογίας. ' Ηταν διευθυντής της πρώτης στον κό- σμο Κοινωνιολογικής σχολής του Πανε- πιστημίου του Σικάγου (από το 1892), ί- δρυσε το περιοδικό «American Journal of Sociology» (1895), υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Αμερικανικής κοινωνιο- λογικής εταιρείας και μαζί με τον Τζ. Βίν- σεντ εξέδωσε το πρώτο αμερικανικό εγ- χειρίδιο κοινωνιολογίας (1894). ■ Απ introduction to the study of society, N. Y., 1894 (μαζί με τον G. Ε. Vincent) General so- ciology, Chi. - L, 1905 The meaning of so- cial science, Chi., 1910. • Kov I. Σ., Ο Θετικισμός στηνκoίvωvιoλoγb, Α., 1964· Ιστορία της αστικής κοινωνιολογίας του 19ου - αρχές 20ού αιώνα, Μ., 1979, κεφ. 4. Θεώρηση Γιάν. Κρητικού ΣολΜ^ιομός (από το λατ. soIüs= μόνος. μοναδικος και ipse= αυτός ο ίδιος). Α- κραία μορφή του υποκειμενικού ιδεαλι- ομού. όπου αναμοΗΟβήτητη πραγματικό- τητα αναγνωρίζεται μόνο το σκεπτόμενο υποκείμενο, ενώ όλα τα άλλα θεωρού- νται ότι υπάρχουν μόνο σπι συνείδηση του ατόμου. Ο σολιψισμός αντκράσκει σε όλη την πείρα της ζωής, στα δεδομένα της επισπίμης και στην πρακτική δραστη- ριότητα. Στη συνεπή μορφή του ο σολιψι- σμός συναντάται πολύ σπάνια, σε ορι- σμένους στοχαστές (λόγου χάρη, στο γάλλο φιλόσοφο και γιατρό του 17ου αιώ- να Κ. Μπρυνέ). Οι οπαδοί αυτής της κατεύθυνσης επι- διώκουν, κατά κανόνα, να αποφύγουν το συνεπή σολιψισμό, με τη σύνθεση υπο- κειμενικού και αντικειμενικού ιδεαλι- σμού, επιβεβαιώνοντας έτσι το ασύστατο των θεμελιακών τους θέσεων.' Ετσι, ο υ- ποκειμενικός ιδεαλιστής Μπέρκλεϋ, προσπαθώντας να αποφύγει την κατηγο- ρία για σολιψισμό, δήλωνε ότι όλα τα πράγματα υπάρχουν ως «ιδέες» σπι θεϊ- κή διάνοια, που «εισάγει» την αίσθηση στη συνείδηση των ανθρώπων: με τον τρόπο αυτό περνούσε στις θέσεις του α- ντικειμενικού ιδεαλισμού πλατωνικού τύ- που. Στο σολιψισμό οδηγούσε και ο υπο- κειμενικός ιδεαλισμός του Φίχτε, αν και ο ίδιος υπογράμμιζε ότι το απόλυτο «Εγώ», που βρίσκεται σπι βάση της θεω- ρίας του για την επιστήμη, δεν είναι το α- τομικό «Εγώ», αλλά συμπίπτει σε τελευ- ταία ανάλυση με την αυτοσυνείδηση ό- λης της ανθρωπότητας. Η τάση προς το σολιψισμό εκδηλώθηκε με σαφήνεια στη φιλοσοφία του μαχισμού (εμπειριοκριτικι- σμού) (βλ. Β. Ι. Λένιν, «νλ/σμός και ε- μπεψιοκριτικισμός», Απαντα, τ. 18, σελ. 92 - 96). Ακόμη πιο έκδηλα, απ' ό,τι στον εμπειριοκριτικισμό, στο σολιψισμό οδη- γούσε η εμμονοκρατική φιλοσοφία (Σούππε, Ρ. Σούμπερτ - Ζόλντερν). Ο όρος «σολιψισμός» χρησιμοποιείται μερικές φορές με την ηθική έννοια σαν ακραίος εγωισμός, εγωκεντρισμός (ο λε- γόμενος πρακτικός σολιψισμός, κατά την ορολογία του υπαρξιστή Γκ. Μαρσέλ). Ε- πκρανής εκπρόσωπος αυτής της μορφής σολιψισμού ήταν ο Στίρνερ. Θεώρηση Γιάν. Κρητικού Σολοβιοφ Βλαντίμιρ Σεργκέγεβιτς (28.1.1853, Μόσχα, 13.8.1900, χωριό Ούζκογιε, τώρα στην περιοχή της Μό- σχας). Ρώσος θρησκευτικός φιλόσο(ρος, ποιητής, δημοσιολόγος και κριτικός. Γιος του ιστορικού Σ. Μ. Σολοβιοφ. Μετά το λόγο του κατά της θανατικής καταδίκης το Μάρτιο του 1881 (απ* αφορμή το φό- νο του Τσάρου Αλεξάνδρου Β' από μέλη της ομάδας «Λαϊκή Θέληση»), ο Σολο- βιοφ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την εργασία του ως εκπαιδευτικού. Στη δε- καετία του 1880 εμφανιζόταν κυρίως ως δημοσιολόγος, κηρύσσοντας τη συνένω- ση της «Ανατολής» και της «Δύσης» μέ- 51
Σολοβιόφ σω της συσσωμάτωσης των εκκλησιών, α- γωνιζόμενος για την ελευθερία της συ- νείδησης, κατά των εθνικών και θρη- σκευτικών διακρίσεων. Στη δεκαετία του 1890 ασχολήθηκε με φιλοσοφική και λο- γοτεχνική εργασία· μετέφρασε τον Πλά- τωνα και διεύθυνε το φιλοσοφικό τμήμα στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό Μπροκχάουζ. Στη φιλοσοφία του, που απορρίπτει τον υλισμό της επαναστατικής δημοκρατικής σκέψης, ο Σολοβιόφ αποδύθηκε στην πιο σημαντική στην ιστορία του ρωσικού ιδε- αλισμού προσπάθεια να συνενώσει σε μια «μεγάλη σύνθεση» το χριστιανικό πλατω- νισμό, το γερμανικό κλασικό ιδεαλισμό (κυρίως του Σέλλινγκ) και τον επιστημο- νικό εμπειρισμό. Αυτό το φανερά αντιφα- τικό μεταφυσικό σύστημα, που είχε υπο- βληθεί σε αδιάκοπες αναδομήσεις, προ- οριζόταν να χρησιμεύσει ως θεωρητική «αιτίαση» των ζωτικών - ηθικών αναζητή- σεων και μυθοποιητικών ονειροπολήσε- ων του Σολοβιόφ. Υποθέτοντας, ότι το «ηθικό στοιχείο... όχι μόνο μπορεί, αλλά και οφείλει να αποτελέσει τη βάση της θεωρητικής φιλοσοφίας» (Επιλογή έρ- γων, τ. 9, ΣΠ-ργκ, 1913, σελ. 97), ο Σολο- βιόφ συνέδεε τη φιλοσοφική δημιουργία με τη θετική επίλυση του ζωτικού προ- βλήματος «να υπάρχει ή να μην υπάρχει αλήθεια σπι γη», εννοώντας με αλήθεια την πραγμάτωση του χριστιανικού ιδεώ- δους (στις σοσιαλιστικές θεωρίες ο Σο- λοβιόφ αναγνώριζε μόνο μια σχετική κοι- νωνικοϊστορική αλήθεια). Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 και στη δεκαετία του 1880, στις συνθήκες αναζήτησης δρό- μων μετασχηματισμού της Ρωσίας, ο Σο- λοβιόφ, σε αντιστάθμισμα τόσο των ριζο- σπαστικών - δημοκρατικών, όσο και των όψιμων σλαβόφιλων και των επίσημων συντηρητικών τάσεων, πέρασε σε κοινω- νικές θέσεις, γειτονικές προς το φιλε- λεύθερο ναροντνικισμό. Οι μετριοπαθείς ρεφορμιστικές πολιτικές απόψεις του συνδυάζονταν με το μυστικό - μαξιμαλι- στικό κήρυγμα της «θεουργίας» που πρό- κειται να «λυτρώσει» τον υλικό κόσμο από τη φθοροποιό ενέργεια του χρόνου και του χώρου, να τον μεταμορφώσει στον «άφθαρτο» κόσμο της ομορφιάς, καθώς και με την ιστοριοσοφική θεωρία της χριστιανικής «θεανθρώπισης» ως συ- νολικής σωτηρίας της ανθρωπότητας (^Διαλέξεις για το θεανθρωπιομό», 1877 - 81). Αναζητώντας πρακτικούς τρόπους για τη λύση αυτού του «οικουμενικού» προβλήματος, ο Σολοβιόφ φτάνει αργό- τερα στη θεοκρατική ουτοπία, που πολιτι- κή συνέπεια της θα είναι η συμμαχία ανά- μεσα στον πάπα της Ρώμης και στον τσά- ρο της Ρωσίας ως νομική εγγύηση του «θεανθρώπινου έργου» (βλ., π.χ., «Η /- στορ/α και το μέλλον της θεοκρατίας», 1887). Η χρεοκοπία της ουτοπίας αυτής φαίνεται ανάγλυφα σπη φιλοσοφική εξο- μολόγηση του Σολοβιόφ «Γο δράμα της ζωής του Πλάτωνα» (1898) και στο «Τρείς συνομιλίες..» (1900). Το τέλος της ζωής του Σολοβιόφ σημαδεύεται από έναν παροξυσμό καταστροφικών προαισθήσεων και την απομάκρυνση από τις προηγούμενες φιλοσοφικές κατα- σκευές του προς μια χριστιανική εσχατο- λογία. Το κοσμικό πρόβλημα ο Σολοβιόφ το έ- λυσε όχι σύμφωνα με τη χριστιανική πα- ράδοση, αλλά ερειδόμενος στον πλατω- νικό μύθο για την ερωτική ανάταση· στην πραγματεία του <^Το νόημα του έρωτα» (1892 - 94) ο Σολοβιόφ αναπτύσσει την ι- δέα ότι ο τέλειος σεξουαλικός έρωτας είναι ικανός να αποκαταστήσει την αρτιό- τητα του ανθρώπου και του κόσμου και να τους οδηγήσει στην αθανασία. Με την πανθεϊστικά και εξελικτικά χρωματισμένη κοσμογονία του Σολοβιόφ βρίσκονται σε πλήρη ομοτονία οι κοσμικομεταμορφωτι- κές ιδέες του Ν. Φ. Φιόντοροφ και του Κ. Ε. Τσιολκόφσκι. Ορισμένη εναρμόνιση των δύο αυτών α- φετηριακών θεμάτων -του κοσμικού και 52
Σόμερβιλ του κοινωνικού- καλείται να υπηρετήσει η μεταφυσική του Σολοβιόφ: το καθαρά φιλοσοφικό δόγμα της «πανενότητας» και η θρησκευτική - ποιητική διδασκαλία για τη Σοφία. Επιχειρώντας, στα ίχνη των πρώιμων σλαβόφιλων, την αναθεώρηση της «δυτικής φιλοσοφίας» ως αφηρημέ- νης συλλογιστικής και αρνητικής μετα- φυσικής, ο Σολοβιόφ της αντιπαραθέτει, στον τομέα της γνωσιολογίας, την «ακέ- ραιη γνώση» (εποπτική παραστατική συμβολική γνώση του κόσμου, που βασί- ζεται σπιν ηθική προσπάθεια του ατό- μου) και στον τομέα της οντολογίας - τη «θετική πανενότητα», την ελεύθερη συ- νένωση, στο απόλυτο, όλων των αναζωο- γονημένων στοιχείων του Είναι ως θεϊκή πρωταρχική μορφή και ζητούμενη κατά- σταση του κόσμου. Αυτή η πανενότητα όχι μόνο νοείται από το φιλόσοφο, αλλά και παρουσιάζεται ρομαντικά μπροστά του με τη μορφή της Σοφίας - της «αιώ- νιας θηλυκότητας»· τα ποιήματα του ^Κύκλου της Σοφίας», καθώς και οι αι- σθητικές αντιλήψεις του Σολοβιόφ, ά- σκησαν επίδραση στην ποίηση και τη θε- ωρία του ρωσικού συμβολισμού, που πολ- λοί εκπρόσωποι του βλέπανε στο Σολο- βιόφ την προσωποποίηση της εποχής της τομής (βλ. Α. Α. Μπλοκ, «Ιππότης -μονα- χός», «Ο Βλαντίμψ Σολοβιόφ και οι μέ- ρες μας», Συλ. έργων τ. 5, 1962, σελ. 446 - 54 και τ. 6, 1962, σελ. 154-59' Α. Μπέλι, «Αραβουργήματα», Μ., 1911, σελ. 387 - 94). Ο Σολοβιόφ βρίσκεται κοντά στις πηγές της «νέας θρησκευτικής συνείδησης» των αρχών του 20ού αιώνα: της θεοανα- ζήτησης και της θρησκευτικής φιλοσο- φίας των Ν. Α. Μπερντιάγεφ, Σ. Ν. Μπουλγκάκοφ, Σ. Ν. και Ε. Ν. Τρουμπε- τσκόι, Π. Α. Φλορένσκι, Σ. Λ. Φρανκ κ.ά. ■ Συλ. έργων, τ. 1 -10, ΣΠ-ργκ, 1911 - 14: Ε- πιστολές, τ. 1 - 4, ΣΠ-ργκ, 1908 - 23 Στίχοι και σατιρικά Θεατρικά έργα. Εισαγοαγή, επιμέ- λεια και σημειώσεις του Ζ. Γ Μίντς, Λ., 1974. • Για το Βλαντίμψ Σολοβιόφ, Συλ. 1. Μ., 1911 Τρουμπετσκόι Ε., Η κοσμοαντίληψη του Βλ. Σ. Σολοβιόφ, τ. 1 - 2. Μ.. 1913 Μο- τσούλσκι Κ. Β., Β. Σ. Σολοβιόφ., Hapicji, 1936" Ιστορία της φιλοσοφίας στην ΕΣΣΔ, τ. 3, Μ., 1968, κεφ. Χ Σπίροφ Β. 3., Η φιλοσοφία της ιστορίας του Βλ. Σολοβιόφ στην ανάπτυξη και δκιδοχικότητά της, στη συλ.: «Από την ιστο- ρία της ρωσικής φιλοσοφίας του 19ου - αρχές 20ού αιώνα». Μ.. 1969' Madey J.. W. S. Solo- wjew und seine Lechre von der Weitseele, Düsseldorf, 1961 Geixner H., V. Solovev' s Konzeption vom Verhältnis zwischen Politik und Sittlichkeit.... Fr/M., 1978. P. A. Γκόλτσεβα, I. Mn. Ροντνιάνσκαγια Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σόμ6ρβιλ (Somerville) Τζων (γεν. 13.3.1905) Αμερικανός φιλόσοφος, κοι- νωνιολόγος και κοινωνικός παράγοντας. Στην αρχή ήταν οπαδός του πραγματι- σμού, μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλε- μο προσχώρησε στη φιλοσοφία του να- τουραλισμού και σε συνέχεκι, προσπα- θώντας να λύσει μια σειρά προβλήματα, πέρασε στις θέσεις του διαλεκτικού και ι- στορικού υλισμού. Ο Σόμερβιλ είναι πρό- εδρος και ένας από τους ιδρυτές στις ΗΠΑ της «Εταιρείας για τη φιλοσοφική μελέτη του διαλεκτικού υλισμού», συντά- κτης του περιοδικού «Soviet studies in philosophy» (από το 1962). ' Υστερα από διετή παραμονή στην ΕΣΣΔ (1935 - 37) ο Σόμερβιλ έγραψε το πρώτο αμερικανικό βιβλίο για τη σοβιετική φιλοσοφική επι- στήμη («Soviel phllosophy», 1946). Επε- ξεργάζεται τα προβλήματα του ουμανι- σμού, της ελευθερίας και της δημοκρα- τίας. Στρέφει κυρίως την προσοχή του στα ζητήματα του πολέμου και της ειρή- νης, στην πολιτική της ειρηνικής συνύ- παρξης. Στο βιβλίο «Η φιλοσοφία της ει- 53
Σοπενχάουβρ ρήνης» («The phllosophy of peace», 1949) αντιτάχθηκε στην ιμπεριαλιστική πολιτική του «ψυχρού πολέμου» και του ανταγωνισμού των εξοπλισμών, επίσης ξεμάσκαρε τη φασιστική ιδεολογία. Με- ρικές εργασίες του Σόμερβιλ είναι αφιε- ρωμένες σε ζητήματα της ιστορίας, της μεθοδολογίας και της λογικής της επι- στήμης. Ο Σόμερβιλ συμμετέχει δραστή- ρια στα διεθνή φιλοσοφικά και κοινωνιο- λογικά συνέδρια. ■ Methodology in social science, Ν.Υ., [1938]· The way of science. its growth and method, N.Y., [1953]· The communist trials and the American tradition, N.Y [1956] The philosophy of marxism: an exposition, N.Y., 1967' σε ρωσ. μεπρ.: Επιλογή έργων, Μ., 1960* Μαρξισμός, ειρήνη και επιστημονική - τεχνικτ) επανάστταση, στο βιβ.: «Η σύγχρονη προοδευτική φιλοσοφία και η κοινωνιολογική σκέψη στις ΗΠΑ», Μ., 1977 • Τσερκάσοφ Ι.!., Από την ιστορία της μαρξι- στικής φιλοσοφικής σκέψης στις ΗΠΑ, Μ., 1977* Κουβάκιν Β. Α., Η μαρξιστική φιλοσοφι- κή σκέψη στις ΗΠΑ (δεκαετία του 1970), Μ., 1980 (βιβλ.). θεώρηση Παν. Κρητικού Σοπενχάουερ (Schopenhouer) Αρ- τουρ (22. 2. 1788, Ντάντσιχ, σημερινό Γκντάνσκ, - 21.9.1860, Φρανκφούρτη επί του Μάιν). Γερμανός ιδεαλιστής φιλόσο- φος. Βασικό του έργο «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση» («Die Welt als Wille und Vorstellung». Bd 1 - 2.1819 - 44). Ol απριόρι μορφές του Καντ -χρό- νος, χώρος, κατηγορίες της νόησης- α- νάγονται από το Σοπενχάουερ στον ε- νιαίο «νόμο του αποχρώντος λόγου». Το υποκείμενο και το αντικείμενο θεωρού- νται συσχετικά στοιχεία, από τα οποία μορφοποιείται ο κόσμος ως «παράστα- ση». Από την άλλη μεριά, ο κόσμος, θεω- ρούμενος ως «πράγμα καθ' εαυτό», πα- ρουσιάζεται από το Σοπενχάουερ ως τυ- φλή, αθεμελίωτη «βούληση για ζωή», η οποία κερματίζεται σ* ένα άπειρο πλή- θος «αντικειμενοποιήσεων». Η κάθε α- ντικειμενοποίηση χαρακτηρίζεται από μια τάση προς την απόλυτη κυριαρχία, πράγ- μα που εκφράζεται μ* έναν ασταμάτητο «πόλεμο των πάντων εναντίον πάντων». Συνάμα, το πλήθος των αντικειμενοποιή- σεων της βούλησης υπάρχει και ως ιε- ραρχική ολότητα που αντανακλά την ιε- ραρχία των ιδεών (νοούμενων με την πλατωνική σημασία) - των αντίστοιχων α- ντικειμενοποιήσεων της βούλησης. Ανώ- τατη βαθμίδα στη σειρά των αντικειμενο- ποιήσεων της βούλησης είναι ο άνθρω- πος, ον προικισμένο με λογική γνώση. Κάθε γιγνώσκον άτομο συνειδητοποιεί ο- λόκληρη τη βούληση γκι τη ζωή, όλα τα άλλα άτομα υπάρχουν στην αντίληψη του σαν κάτι που εξαρτάται από τη δική του ύπαρξη, πράγμα που αποτελεί την πηγή ενός απεριόριστου εγωισμού του ανθρώ- που. Η κοινωνική οργάνωση (το κράτος) δεν εξαφανίζει τον εγωισμό, αφού είναι μόνο ένα σύσπιμα εξισορροπημένων ε- πιμέρους βουλήσεων. Η υπερνίκηση των εγωιστικών παρορμήσεων πραγματο- ποιείται, κατά το Σοπενχάουερ, στη σφαί- ρα της τέχνης και της ηθικής. Η τέχνη εί- ναι η δημιουργία της μεγαλοφυίας, που στηρίζεται στις ικανότητες της «αδιάφο- ρης θέασης», όπου το υποκείμενο εμφα- νίζεται σαν «καθαρό άβουλο» υποκείμε- νο και το αντικείμενο σαν ιδέα. Η ανώτε- ρη από τις τέχνες είναι η μουσική, που σκοπός της είναι όχι πια η αναπαραγωγή ιδεών, αλλά η άμεση αντανάκλαση της ί- διας της βούλησης. Υπογραμμίζοντας τον απατηλό χαρακτήρα της ευτυχίας και το αναπότρεπτο των παθών, που ρίζα τους είναι η ίδια η «βούληση για ζωή», η οποία δεν έχει νόημα και αφήνει ένα αιώ- νιο αίσθημα μη ικανοποίησης, ο Σοπενχά- ουερ -σε αντίθεση με το Λάιμπνιτς- ο- νόμαζε τον παρόντα κόσμο «το χειρότε- ρο από τους δυνατούς» κόσμους και τη 54
Σορόκιν διδασκαλία του «πεσιμισμό». Αληθινή βά- ση της ηθικής ο Σοπενχάουερ θεωρούσε το αίσθημα της συμπόνιας, χάρη στην ο- ποία η απατηλή φαινομενικότητα της α- τομικότητας διαλύεται με τη συνειδητο- ποίηση της ενότητας όλων των όντων. Η ανορθολογική και πεσιμιστική φιλοσο- φία του Σοπενχάουερ, η οποία δεν έχαι- ρε δημοτικότητας όσο ζούσε ο φιλόσο- φος, γνώρισε μεγάλη διάδοση από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κι αποτέ- λεσε μιαν από τις πηγές της φιλόσοφος της ζωής και τον πρόδρομο μιας σειράς θεωριών της ψυχολογίας του βάθους (δι- δασκαλία για το ασυνείδητο)· την επιρ- ροή του Σοπενχάουερ δοκίμασαν οι Ρ. Βάγκνερ, Ε. Χάρτμαν, Φ. Νίτσε, Τ. Μαν κ.ά. Το 1911 στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν ιδρύθηκε μια Σοπενχαουερική εται- ρεία. ■ Sämtlich Werke. Bd 1 7. Wiesbaden. 1972 Der handschriftliche Nachlass. Bd 1 5. Fr./M., 1966 - 75 • Φίσερ Κ., Άρτουρ Σοπενχάουερ, μετψ. από τα γερμ., Μ., 1896* Φόλκελτ Ι., Α. Σοπεν- χάουερ, η προοωπικότητα και η διδασκαλία του, μετφ. από τα γερμ., ΣΠ-ργκ, 1902* Γκρούζενμπεργκ Σ. Ο.. Α. Σοπενχάουερ. Προσωπικότητα, σκέψη και κοσμοαντίληψη, ΣΠ-ργκ. 1912 Μπιχόφσκι Μπ. Ε., Σοπενχά- ουερ, Μ., 1975· Pfeiffer Κ., Schopenhauer, [Β.]. 1943· Zint Η., Schopenhauer als Erle- bnis, Münch. - Basel, 1954· Von der Aktuali- tät Schopenhauers, Fr./M.. 1972· Hübscher Α., Denker gegen den Strom. Schopenhauer: gestern - heute - morgen, Bonn, 1973· του ί- διου, Schopenhauer - Bibliographie. Stuttg.. 1981 · Über A. Schopenhauer, hrsg. v. G. Haf- fmans, Z.. 1978. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σορόκιν (Sorokin) Πιτιρίμ Αλεξάντρο- βιτς (21.1.1889, Ζεσάρτ, σήμερα Κόμι της ΣΣΔ Αζερμπαϊτζάν, -10.2.1968, Ουί- ντσεστερ, πολιτεία Μασσαχουσέτης, ΗΠΑ). Ρωσοαμερικανός κοινωνιολόγος. ΙΗγέτης της δεξιάς τπ-έρυγας του κόμμα- τος των εσερων («σοσιαλεπαναστατών»). Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη 1917 έγινε γραμματέας του Α. Φ. Κερέν- σκι και αρχισυντάκτης του ^Βόλια ναρό- ντα» («/taöo} θέληση») (1917). Από το 1920 καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Μετανάστευσε το 1922. Από το 1923 ζούσε σης ΗΠΑ. Ο Σορόκιν θεωρούσε την ιστορική πραγματικότητα ως ιεραρχία σε διάφορους βαθμούς ολο- κληρωμένων πολιτιστικών και κοινωνικών συστημάτων. Στη βάση της ιδεαλιστικής θεωρίας του Σορόκιν βρίσκεται η ιδέα της προτεραιότητας του υπεροργανικού συστήματος των αξιών, των σημασιών, των «καθαρών πολιτισμικών συστημά- των», φορείς των οποίων είναι τα άτομα και οι θεσμοί. Κατά το Σορόκιν, η ιστορι- κή εξέλιξη είναι κυκλική διακύμανση δια- φόρων τύπων πολιτισμού, που ο καθένας τους αποτελεί μιαν ιδιαίτερη ολότητα και βασίζεται σε κάποιες φιλοσοφικές αρχές (ιδέα για τη φύση της πραγματικότητας, τις μεθόδους γνώσης της). Ο Σορόκιν ξεχωρίζει τρεις βασικούς τύπους πολιτι- σμού: τον αισθησιακό (sensate) στον ο- ποίο κυριαρχεί η άμεση αισθητηριακή πρόσληψη της πραγματικότητας· τον ι- δεϊκό (ideational), όπου επικρατεί η λογι- κή σκέψη· τον ιδεαλιστικό (idealistic) που κυριαρχεί η διαισθητική μορφή γνώσης. Κάθε σύστημα «αληθειών» ενσαρκώνε- ται στο δίκαιο, στην τέχνη, στη φιλοσο- φία, στην επιστήμη, στη θρησκεία και στη δομή των κοινωνικών σχέσεων, που η ρι- ζική αναμόρφωση και αντικατάσταση τους συντελείται ως αποτέλεσμα κρίσε- ων, πολέμων, ή επαναστάσεων. Την κρί- ση του σημερινού «αισθησιακού» πολιτι- σμού ο Σορόκιν τη συναρτούσε με την α- νάπτυξη του υλισμού και της επιστήμης και τη διέξοδο απ' αυτήν την έβλεπε στη μελλοντική νίκη του θρησκευτικού, «ιδε- αλιστικού» πολιτισμού. Ο Σορόκιν ήταν έ- 55
Σοσιαλισμός νας από τους θεμελιωτές της αστικής θεωρίας της κοινωνικής κινητικότητας και της κοινωνικής στρωμάτωσης. ■ Έγκλημα και τιμωρία, άθλος και έπαθλο, ΣΠ-ργκ, 1914 Το πρόβλημα της κοινωνικής ι- σότητας, ΣΠ-ργκ, ^9^7 Σύοτημα κοινωνιολο- γίας, τ. 1 - 2, Π.. 1920" The sociology of revo- lution Phil. - L, 1925 Social moblllty, N. Y., - L., 1927, νέα έκδ. - Social and cultural mobili- ty, Glencoe. 1959 Society, culture and Personality, N.Y. - L, [1947]· Fads andfoibles in modern sociology and related sciences, Chi., 1956' Social and cultural dynamics V. 1 - 4, N.Y., 1962 Sociological theories of today, N.Y. - L. 1966. • Λένιν Β. Ι., 0/ πολύτιμες ομολογίες του Πι- τφίμ Σορόκιν, Άπαντα, τ. 37 του ίδιου, Η ση- μασία του μαχόμενου υλισμού, στο ίδιο τ. 45' Γκολοσένκνο Ι. Α., Η φιλοσοφία της ιστορίας του Π. Σορόκιν, «Νέα και νεότερη ιστορία», 1966, Τεύχος 4 Η κοινωνιολογική σκέψη στη Ρωσία, Λ., 1978 Η ιστορία της αστικής κοινω- νιολογίας στο πρώτο μισό του 20ού αι., Μ., 1979. Allen Ρ. J. (ed.), Ρ. Α. Sorokin in review, Durham, 1963' Cowell F. R., Values in human Society. The contributions of P. A. Sorokin in sociology, Boston, 1970. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σοσιαλισμός (γαλ. socialisme, από το λατ. socialis= κοινωνικός). 1) Η πρώτη (κατώτερη) φάση του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. 2) Ο επιστημονικός σοσιαλισμός: η μαρξιστική λενινιστική θεωρία, που αποδεικνύει την ιστορική αναγκαιότητα της εγκαθί- δρυσης του κομμουνιστικού σχηματι- σμού, τα μέσα για την οικοδόμηση του και τις αρχές της οργάνωσης του. 3) Διά- φορες θεωρίες, σης οποίες προβάλλε- ται ως σκοπός κι ιδανικό η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, αλλά στις οποίες οι α- ντιλήψεις για το σοσιαλισμό και τους τρό- πους επίτευξης του διαφέρουν από εκεί- νους του επιστημονικού σοσιαλισμού. Ήδη στο «^Κομμουνιστικό μανιφέστο» (1848) ο Κ. Μαρξ και ο Φ. ' Ενγκελς επι- σήμαιναν την ύπαρξη διαφόρων θεωριών σοσιαλισμού που αντιπαρατίθονταν στον επιστημονικό. Στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε αυξήθηκε σε γιγά- VTK1 κλίμακα η επιρροή του μαρξισμού. ' Εγιναν παρελθόν πολλοί από εκείνους τους τύπους σοσκιλισμού που καταπολέ- μησαν οι συντάκτες του «Μανιφέστου». Η πάλη ωστόσο ανάμεσα στις διάφορες θεωρίες περί σοσκιλισμού συνεχίζεται. Μετά την Οχτωβριανή επανάσταση του 1917 οι σοσιαλιστικές αντιλήψεις ανα- πτύχθηκαν στα πλαίσια δύο αλληλένδε- των, αν και άνισης σημασίας, δκιδικα- σιών. Από τη μκι πλευρά, σπι βάση της πρακτικής της σοσιαλιστικής οικοδόμη- σης, αρχικά σπι Σοβιετική ' Ενωση και κα- τόπιν και σε άλλες χώρες, η επιστημονι- κή μαρξιστική - λενινιστική θεωρία του σοσκιλισμού κέρδισε σε βάθος και τε- λειοποιήθηκε. Από την άλλη πλευρά, όσο οι ιδέες του σοσκιλισμού κατακτούσαν ευρύτερα και δκιφορετικά στρώματα του πληθυσμού, προχωρούσε εντατικά και η επεξεργασία θεωριών περί σοσιαλισμού που συνδέονταν με τα συμφέροντα και τις δκιθέσεις της αγροτιάς, των μικροα- στικών στρωμάτων, των μεσαίων στρωμά- των κι άλλων μη προλεταριακών κοινωνι- κών ομάδων. Τέτοιες θεωρίες, αν και μαρτυρούσαν με τη μκι ή την άλλη μορ- φή, την επίδραση του μαρξισμού, κατά την ανάπτυξη τους οδήγησαν στη δη- μιουργία σχημάτων σοσιαλιστικής κοινω- νίας τα οποία διέφεραν σημαντικά από τη μαρξιστική θεωρία και πρακτική που δια- μορφώθηκαν στις χώρες του σοσιαλι- σμού. Η ανάπτυξη του επιστημονικού σο- σκιλισμού ασκεί επίδραση στο περιεχό- μενο των σοσιαλιστικών θεωριών μη προ- λεταριακού τύπου. Από το άλλο μέρος, οι θεωρίες αυτές μπορούν να επιδράσουν 56
Σοσιαλισμός και πάνω στην επιστημονική θεωρία περί (ΧΧίίαλισμού, διαστρεβλώνοντας και πα- ραμορφώνοντας την. Ο Β. Ι. Λένιν, έχοντας υπόψη του την ύ- παρξη του δεξιού οπορτουνισμού, του κεντρισμού και του μπολσεβικισμού, έ- γραψε «για τις τρεις κατευθύνσεις στον παγκόσμιο σοσιαλισμό» (βλ. Άπαντα, τ. 37, σελ. 458). Η λενινιστική προσέγγιση ισχύει και σήμερα. Αν και οι αντιλήψεις περί σοσιαλισμού ήταν διαςρορετικές ως προς το περιεχόμενο τους, αν και οι συ- γκρούσεις μεταξύ τους ήταν (χροδρές, τα κοινωνικά κινήματα που εμπνέονταν απ' αυτές (σε διαφορετικό, βέβαια, βαθ- μό) αντικειμενικά -και εν μέρει ενάντια στη θέληση των διαφόρων καθοδηγητών τούτων των κινημάτων- αντιπαρατίθο- νταν στον καπιταλισμό. Αυτό μας επιτρέ- πει, όταν αναλύουμε την παγκόσμια επα- ναστατική πορεία, να μιλάμε για «παγκό- σμιο σοσκιλκ^μό» ως για το ιδιόμορφο, ε- σωτερικά αντιφατικό φαινόμενο, η ανάπτυξη του οποίου, αν λάβουμε υπόψη την ιδεολογική του επιφάνεκι, περιλαμ- βάνει ιην αλληλεπίδραση και τη δημάχη τριών μεγάλων ομάδων θεωριών που πραγματεύονται το σοσιαλισμό. 1) Η επιστημονική, μαρξιστική - λενινιστι- κή θεωρία, που εκπονείται στις σοσιαλι- στικές χώρες, καθώς κι από τα κομμουνι- στικά κι εργατικά κόμματα όλου του κό- σμου. 2) Q σοσιαλδημοκρατικές απόψεις πολ- λές απ* αυτές συνδέονται γενετικά με το μαρξισμό, αλλά τώρα αναπτύσσονται στη βάση άλλων φιλοσοφικών και πολιτι- κών προϋποθέσεων και εκφράζονται πρακτικά στην πολιτική των δεξιών σοσια- λιστικών κομμάτων. 3) Διάφορες σοσιαλιστικές θεωρίες μι- κροαστικού τύπου, που εμφανίστηκαν κυρίως πάνω στη βάση των εθνικοαπε- λευθερωτικών κινημάτων και έχουν, κατά κανόνα, στενότατη σύνδεση με εθνικιστι- κές και θρησκευτικές αντιλήψεις. Ο σοσιαλισμός, ως επιστημονική θεωρία, δημιουργήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Κ. Μαρξ και το Φ. ' Ενγκελς, οι οποίοι στηρίχτηκαν στα προηγούμενα ε- πιτεύγματα της φιλοσοφίας, της πολιτι- κής οικονομίας και του ουτοπικού σοσια- λισμού. Βασισμένοι στη θεμελιωμένη από τους ίδιους υλιστική αντίληψη της ι- στορίας, έβλεπαν το σοσκιλισμό ως νο- μοτελειακό αποτέλεσμα της φυσικοϊστο- ρικής εξέλιξης. Οι θεμελιωτές του μαρξισμού σκιαγράφησαν το γενικό πε- ρίγραμμα και τα βασικά ιδιαίτερα γνω- ρίσματα της μελλοντικής κοινωνίας. Από το άλλο μέρος, σε αντίθεση με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές, δεν προσπάθη- σαν ποτέ να καταρτίσουν ένα λεπτομε- ρειακό σχέδιο σοσιαλιστικής κοινωνικής οργάνωσης, φρονώντας πως αυτό οφεί- λουν να το κάνουν οι άνθρωποι στους ο- ποίους θα λάχει το καθήκον της πρακτι- κής δουλειάς για το χτίσιμο της σοσιαλι- στικής κοινωνίας. Τις ίδιες μεθοδολογι- κές θέσεις υποστήριξε και ο Β. Ι. Λένιν. Στα 1918 έλεγε: «Δεν μπορούμε να δώ- σουμε τα χαρακτηριστικά του σοσιαλι- σμού' δεν ξέρουμε ούτε μπορούμε να πούμε πώς θα είναι ο σοσιαλισμός, πότε θα φτάσει στην τελική μορφή του. Ξέ- ρουμε και λέμε ότι η εποχή της κοινωνι- κής επανάστασης έχει αρχίσει, ότι κάνα- με τούτο και ότι θέλουμε να κάνουμε το άλλο· αυτό θα δείξει στους ευρωπαίους εργάτες ότι εμείς, σαν να λέμε, δε μεγα- λοποιούμε καθόλου τις δυνάμεις μας: να τι αρχίσαμε να κάνουμε, τι ετοιμαζόμα- στε να κάνουμε. Αλλά δεν ξέρουμε από τώρα πώς θα είναι ο ολοκληρωμένος σο- σκιλισμός» (στο ίδιο, τ. 36, σελ. 65). Ο Λένιν, πολεμώντας τους αυτάρεσκους δογματικούς, που θεωρούν τους εαυ- τούς τους ευτυχείς κατόχους των τέ- λειων «σχεδίων» της νέας κοινωνίας και βλέπουν το μυστικό της επιτυχίας στη σύμφωνη μ' αυτά τα σχέδια δράση, δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει ότι ο δρό- 57
Σοσιαλισμός μος προς το σοσιαλισμό «... δεν θα είναι ποτέ ευθύγραμμος, θα είναι απίστευτα περίπλοκος...» (στο ίδιο, σελ. 47), ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι έργο εκατομμυρίων, μια αδιάκοπη αναζήτηση. «Εμείς λέγαμε από την αρχή -δήλωνε ο Λένιν το 1922 στο 11ο Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)- ότι έχουμε να κάνουμε εντε- λώς καινούργια πράγματα και ότι αν δε μας βοηθήσουν σύντομα οι σύντροφοι εργάτες των πιο προηγμένων από κεφα- λοίοκρατική άποψη χωρών, τότε η δου- λειά θα είναι για μας απίστευτα δύσκολη και αναμβίβολα θα γίνεται με αρκετά λά- θη. Το βασικό είναι να μάθουμε να βλέ- πουμε σωστά πού έχουν γίνει τα λάθη αυτά και να ξαναρχίζουμε το έργο από την αρχή. Αν χρειαστεί να ξαναρχίσουμε όλα από την αρχή όχι μια, αλλά πολλές φορές, τότε αυτό θα δείξει ότι εμείς χω- ρίς προκαταλήψεις, με νηφαλιότητα πλη- σιάζουμε στο μεγαλειωδέστερο στον κό- σμο σκοπό» (στο ίδιο, τ. 45, σελ. 75 - 76). Οι θεμελιακές θέσεις του μαρξισμού έ- δωσαν σίγουρους γενικούς προσανατολι- σμούς, έδειξαν τη σωσπί κατεύθυνση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αλλά -και αυτό δεν κουραζόταν να το θυμίζει ο Λένιν- η πραγματοποίηση αυτών των ο- δηγιών, η πλήρωση τους με συγκεκριμέ- νο περιεχόμενο, κοντολογίς το πέρασμα από την κοινωνική θεωρία στην κοινωνική πράξη είναι δημιουργική διαδικασία που απαιτεί νέες προσεγγίσεις και λύσεις. Στα έργα του Μαρξ και του Ενγκελς, καθώς και στα προεπαναστατικά έργα του Λένιν, η νίκη του σοσιαλισμού συνδε- όταν με την εξάλειψη των εμπορευματι- κών - χρηματικών σχέσεων και αντίστοιχα με την εισαγωγή της άμεσης ανταλλαγής προϊόντων. Στο πολιτικό επίπεδο, με βά- ση την πείρα της Παρισινής Κομμούνας, σχεδιαζόταν η αντικατάσταση του μόνι- μου στρατού, της αστυνομίας, των δημό- σιων υπαλλήλων «... από μια κρατική μη- χανή με τη μορφή των οπλισμένων εργα- τικών μαζών, που θα εξελισσόταν σε γε- νική συμμετοχή του λαού στην πο- λιτοφυλακή» (στο ίδιο, τ. 33, σελ. 100). Γενικά, η κατώτερη φάση του κομμουνι- σμού (ο σοσιαλισμός) θεωρούνταν σαν ένα σχετικά λιγόχρονο και ουσιαστικά με- ταβατικό στάδιο ανάπτυξης της καινούρ- γιας κοινωνίας. Η ζωή, ενώ επιβεβαίωσε το κύριο, το βα- σικό της επιστημονικής θεωρίας του σο- σκιλισμού, αποδείχτηκε ταυτόχρονα πιο περίπλοκη από τις ιδέες που είχαν ανα- πτυχθεί πριν από τη νίκη της σοσιαλιστι- κής επανάστασης. Γι* αυτό, στα πρώτα κιόλας χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, ο Λένιν, στηριζόμενος στις γενικές αρ- χές του επιστημονικού σοσιαλισμού, ανα- πτύσσει και συγκεκριμενοποιεί τις προ- γενέστερες ιδέες για τις ιδιαιτερότητες της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Μέσα σε έ- ντονες διαμάχες και διαφωνίες διαμορ- φώνεται βαθμκιία το λενινικό πλάνο της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινω- νίας. Από τότε που καταρτίστηκε το πλάνο αυ- τό πέρασαν πάνω από έξι δεκαετίες. «Ως αποτέλεσμα του γεμάτου αυτοθυσία μό- χθου του σοβιετικού λαού, της θεωρητι- κής και πρακτικής δράσης του Κομμουνι- στικού κόμματος της Σοβιετικής Ένω- σης -τονίζεται στο Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ- η ανθρωπότητα απέκτησε μια πραγματικά υπαρκτή σοσιαλιστική κοινω- νία και τη δοκιμασμένη από την πείρα ε- πιστήμη για το χτίσιμο του σοσιαλισμού. Η λεωφόρος για το σοσιαλισμό έχει ανοι- χτεί» (1976, σελ. 19). Βγαίνοντας από τα όρια της μιας μόνης χώρας, ο σοσιαλι- σμός μετατράπηκε τώρα σε παγκόσμιο σύστημα. Συνέπεια της γενίκευσης της αναπτυξια- κής πρακτικής του σοσιαλισμού ήταν η ω- ρίμανση κι η εμβάθυνση των θεωρητικών αντιλήψεων για το σοσιαλισμό, για τις συ- γκεκριμένες ιστορικές μορφές του και τη θέση του στην ιστορία του κομμουνι- 58
Σοσιαλισμός στικού κοινωνικού σχηματισμού. Η πραγ- ματική ιστορία του σοσιαλισμού εμφανί- ζεται ως ιστορία γεμάτη από απρόσμε- νες και απότομες στροφές, τις οποίες, για να επαναλάβουμε τα λόγια του Λένιν, «κανένας Μαρξ και κανένας μαρξιστής» δεν μπορούσαν ούτε μπορούν να προ- βλέψουν, γεμάτη από αυτοκριτική επα- νεξέταση των παλιωμένων απόψεων, από αναζητήσεις εκείνων των κοινωνι- κών μορφών και πολιτικών θεσμών που θα ανταποκρίνονταν όσο το δυνατό καλύ- τερα στα ιδεώδη του σοσιαλισμού. Η πείρα από τους σοσιαλιστικούς μετα- σχηματισμούς, που συσσωρεύτηκε στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες, επιβεβαίωσε πλήρως τις θεμελιακές θέσεις του μαρ- ξισμού - λενινισμού για το χαρακτήρα της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο σοσιαλισμός είναι η κοινωνία που εδράζεται στην κοι- νωνική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παρα- γωγής με σχεδιασμένη ανάπτυξη όλης της εθνικής οικονομίας. Στο σοσιαλισμό εκλείπουν οι εκμεταλλευτικές τάξεις και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρω- πο. Η πολιτική εξουσία (δικτατορία του προλεταριάτου στη μεταβατική προς το σοσιαλισμό περίοδο και παλλαϊκό κράτος στις συνθήκες νίκης του σοσιαλισμού και περάσματος στον κομμουνισμό) ανήκει στους εργαζόμενους με καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης. Ο σοσιαλι- σμός είναι η κοινωνία που η γέννηση και ανάπτυξη της συνδέεται άρρηκτα με την καθοδηγητική, προσανατολιστική δράση των μαρξιστικών - λενινιστικών κομμουνι- στικών κομμάτων, που είναι η πρωτοπο- ρία της κοινωνικής προόδου. Η πρακτική της Σοβιετικής ' Ενωσης και των άλλων σοσιαλιστικών κρατών έδειξε ότι, πλάι στις γενικές θεμελιακές νομο- τέλειες της οικοδόμησης και λειτουρ- γίας του σοσιαλισμού, υπάρχουν διαφο- ρές στις μεθόδους της οικοδόμησης του, καθώς και στις συγκεκριμένες μορ- φές που παίρνει η σοσιαλιστική κοινωνία. Στις γενικές γραμμές τους, οι τέτοιες διαφορές προδιαγνώστηκαν ήδη από τους κλασικούς του μαρξισμού - λενινι- σμού. Η νέα κοινωνία, έγραφε ο Λένιν, εννοώντας το σοσιαλισμό, είναι «... αφη- ρημένη έννοια, που δεν μπορεί να εν- σαρκωθεί στη ζωή, παρά μόνο μέσα από σειρά ποικιλόμορφων, ατελών, συγκεκρι- μένων προσπαθειών για δημιουργία αυ- τού ή του άλλου σοσιαλιστικού κράτους» (στο ίδιο, τ. 36, σελ. 302). Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, σε διαφορετικές συν- θήκες, κι ενώ υπάρχουν οι κοινές νομο- τέλειες, οδηγεί αναπόφευκτα στην αντι- παραβολή της πείρας, στην ανταλλαγή α- πόψεων και στην αξιολόγηση των διαφό- ρων μορφών οργάνωσης της οικονο- μικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής της κοινωνίας. Όλα τούτα εμπλουτί- ζουν τη θεωρία του επιστημονικού σο- σιαλισμού. Στα επιτεύγματα της συλλογικής μαρξι- στικής - λενινιστικής σκέψης, που γενι- κεύει την πείρα των αδελφών χωρών, πε- ριλαμβάνεται και η θέση για τον αναπτυγ- μένο (ώριμο) σοσιαλισμό. Σε γενικές γραμμές, η έννοκι «αναπτυγμένος σο- σιαλισμός» συναντιέται στο Λένιν (βλ. Άπαντα, τ. 36, σελ. 139). Στη δεκαετία του 1960 η έννοκι αυτή συγκεκριμενο- ποιήθηκε με βάση την πρακτική εμπειρία που συσσωρεύτηκε από έναν αριθμό σο- σιαλιστικών κρατών. Την εποχή εκείνη στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών σο- σιαλιστικών χωρών τέλειωσε βασικά η με- ταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και άρχισε το καθαυτό σοσιαλιστικό στάδιο ανάπτυξης. Από την άλλη πλευρά, εκδηλώθηκε η α- ντίφαση ανάμεσα στο επιστημονικά διαπι- στωμένο γεγονός της νίκης του σοσιαλι- σμού (επικράτηση των σοσκιλιστικών κοι- νωνικών σχέσεων) και στη σχετική μη - α- νάπτυξη της υλικοτεχνικής βάσης, στα όχι αρκετά υψηλά επίπεδα (σε σύγκριση με τις αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές 59
Σοσιαλισμός χώρες) παραγωγικότητας της εργασίας, αποτελεσματικότητας της κοινωνικής παραγωγής, στάθμης της υλικής ζωής των εργαζόμενων. Η θεωρητική συνειδη- τοποίηση αυτής της αντίφασης οδήγησε στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται να αξιο- ποιηθούν όλες οι δυνατότητες που υπο- θηκεύονται μέσα στη σοσιαλιστική κοινω- νία. Η αναπτυγμένη σοσιαλιστική κοινωνία α- ντιπροσωπεύει τη νομοτελειακή βαθμίδα του κοινωνικοοικονομικού μεστώματος του νέου συστήματος στα πλαίσια της πρώτης φάσης του κομμουνιστικού σχη- ματισμού, όταν ο απόλυτα σταθεροποιη- μένος σοσιαλισμός αναπτύσσεται στηρι- ζόμενος στη δική του βάση. Ο αναπτυγ- μένος σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ χαρακτη- ρίζεται από: τις υψηλού επιπέδου παραγωγικές δυνάμεις που εξασφαλί- ζουν τη σημαντική στροφή της οικονο- μίας προς την όλο και πληρέστερη ικανο- ποίηση των πολύμορφων υλικών και πολι- τιστικών ανθρώπινων αναγκών την οργα- νική αρτιότητα και το δυναμισμό του κοινωνικού συστήματος, που στηρίζεται στη μετεξέλιξη της συμμαχίας εργατικής τάξης και αγροτιάς σε μια συμμαχία όλων των ασχολούμενων με φυσική ή πνευμα- τική εργασία, τη διαμόρφωση μιας ιστορι- κά νέας κοινωνικής και διεθνικής κοινό- τητας - του σοβιετικού λαού* την ολό- πλευρη τελειοποίηση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, του παλλαϊκού κράτους· το συνεπή επιστημονικό χαρακτήρα της πο- λιτικής καθοδήγησης, της διεύθυνσης των κοινωνικών διαδικασιών την εδραίω- ση του σοσιαλιστικού τρόπου ζωής , που τον χαρακτηρίζουν η υψηλή κουλτούρα, η υλιστική κοσμοαντίληψη, η κοινωνική αισιοδοξία. Η μετάβαση στον αναπτυγμέ- νο σοσιαλισμό σημαίνει την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων στη βάση των ενύ- παρκτων στο σοσιαλισμό αρχών της συλ- λογικότητας. Η γνώση κι η χρήση όλων των δυνατοτήτων του αναπτυγμένου σο- σιαλισμού είναι ταυτόχρονα και μετάβα- ση προς την οικοδόμηση του κομμουνι- σμού. Το στάδιο του ώριμου, αναπτυγμέ- νου σοσκιλισμού -ανεξάρτητα από τις ει- δικές συνθήκες της καθεμιάς χώρας- μπορούμε να το θεωρήσουμε ως έναν αναγκαίο κρίκο στους κοινωνικούς μετα- σχηματισμούς, ως μια σχετικά μακρόχρο- νη περίοδο ανάπτυξης στην πορεία από τον καπιταλισμό προς τον πλήρη κομμου- νισμό. Η πολυμορφία των μεθόδων οικοδόμη- σης του σοσιαλισμού, των μορφών οργά- ν(οσης της σοσκιλιστικής κοινωνίας μπο- ρεί να έχει θετικό χαρακτήρα μόνο στην περίπτωση που βασίζεται στην ενιαία κα- τανόηση των κοινών θεμελιωδών ιδιο- μορφιών της σοσιαλιστικής κοινωνίας. ' Οταν αυτή η ενιαία μαρξιστική - λενινι- στική βάση αρχίζει ν* αγνοείται, όταν σε βάρος των γενικών αρχών μεγαλοποιού- νται, απολυτοποιούνται οι επιμέρους ι- διομορφίες της σοσιαλιστικής ανάπτυξης της μιας ή της άλλης χώρας ή όταν η πεί- ρα μιας χώρας ανάγεται σε καθολική α- λήθεκι. υποχρεωτική για όλους, τότε πρόκειται όχι πκι για την πολυμορφία της σοσιαλιστικής εμπειρίας, αλλά για σοβα- ρές καταστρατηγήσεις των αρχών του σοσιαλισμού, καταστρατηγήσεις που, ε- ξελισσόμενες, μπορούν να οδηγήσουν όλο και πιο μακριά από την επιστημονική αντίληψη του σοσιαλισμού. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από την πρακτική πείρα που έχει αποκομίσει το παγκόσμιο σύστημα του σοσιαλισμού, στο εσωτερικό του οποίου εκδηλώθηκαν δύο ακρότητες, δύο μονόπλευρες, άρα λαθε- μένες προσεγγίσεις σπιν αντίληψη του σοσιαλισμού. Στη μια περίπτωση οι ηγετι- κές ομάδες, αγνοώντας τελείως τις αντι- κειμενικές νομοτέλειες της ιστορικής ε- ξέλιξης, προσπαθούν να υπερεντείνουν την κοινωνική πρόοδο με τη χρησιμοποίη- ση πριν απ' όλα διοικητικών βεβιασμένων 60
Σοσιαλισμός μέσων. Η υποκατάσταση της φυσικοίστο- ρικής ανάπτυξης προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού με σειρά μέτρων εξανα- γκασμού οδηγεί στην αποδιοργάνωση της κοινωνικής ζωής. Η άλλη ακρότητα σχετίζεται με έναν αδι- καιολόγητο περιορισμό της σφαίρας δρά- σης και την υποβάθμιση του ρόλου του κόμματος, του κράτους και άλλων κε- ντρικών οργάνων, την υποκατάσταση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας με έναν αστι- κής χροιάς πολιτικό φιλελευθερισμό. Στις συνθήκες αυτές η ανάπτυξη της κοινωνίας αρχίζει να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρα γνωρίσματα του αυθόρμητου, τα οποία, κάτω από ορισμένη συγκυρία, μπορούν να οδηγήσουν στην αύξηση των αντισοσιαλιστικών δυνάμεων και τάσεων και να απειλήσουν τις κατακτήσεις του σοσιαλισμού. Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα των χωρών της σοσιαλιστικής οικογέ- νειας διεξάγουν αποφασιστική πάλη ενά- ντια σε κάθε λογής -«αριστερές» και δε- ξιές- παρεκκλίσεις από την αυθεντική μαρξιστική - λενινιστική αντίληψη της σο- σκιλιστικής κοινωνίας. Μια τέτοια πάλη δεν υποδηλώνει τάση για μοναδικοποίη- ση των μορφών και των μεθόδων οργά- νωσης της κοινωνικής ζωής πάνω σε σο- σκιλιστικές αρχές. Η ποικιλία των δρό- μων που οδηγούν στον κομμουνισμό εί- ναι νόμος της κοινωνικής εξέλιξης. Μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι στο μέλλον, καθώς η ανθρωπότητα θα μετα- βαίνει στον κομμουνισμό, οι διαφορές ο' ό,τι αφορά την οργάνωση της κοινωνικής ζωής -χαρακτηριστικές για τα χωριστά κράτη και περιοχές του κίκιμου- θα γίνο- νται όλο και πιο δυσδιάκριτες. Στην επο- χή μας όμως, όταν στην τροχιά του σο- σιαλισμού προσχωρεί όλο και μεγαλύτε- ρος αριθμός εθνών που βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, η πολυ- μορφία θα αυξάνεται. Το ζητούμενο, ε- πομένως, είναι όχι η κάποια επίσχεση αυ- τής της πορείας, αλλά η κατεύθυνση αυ- τής της ανέλιξης, σε αντιστοιχία με το πνεύμα του δημιουργικού μαρξισμού λενινισμού, που αναπτύσσει και τελειο- ποιεί τις επιστημονικές αντιλήψεις για το σοσιαλισμό. Η δεύτερη ομάδα σοσιαλιστικών θεω- ριών, είναι οι θεωρίες σοσιαλδημο- κρατικού τύπου. Για τους περισσό- τερους εκπροσώπους τους είναι χαρα- κτηριστική η πλήρης ή σχεδόν πλή- ρης άρνηση των μαρξιστικών βεών για το σοσιαλισμό και των μεθόδων πάλης για τη σοσιαλιστική αναδιάρθρωση της κοινω- νίας. Οι ηγέτες κι οι θεωρητικοί της σύγ- χρονης σοσιαλδημοκρατίας, παρά τις με- ταξύ τους αντιγνωμίες, θεωρούν ως καί- ριο πρόβλημα το πρόβλημα της σταδια- κής «βελτίωσης» του καπιταλισμού, το σταδιακό «μετασχηματισμό» του, πράγμα που, κατά τη γνώμη τους, πρόκειται να ο- δηγήσει σπιν εξανθρώπιση και στον εκ- δημοκρατισμό της κοινωνικής ζωής σ* όλα τα επίπεδα και σ* όλες τις σφαίρες. Στην «ηθική» παραλλαγή του, το δεξιό σοσιαλιστικό δόγμα δίνει έμφαση στην προτεραιότητα και στην οικουμενικότητα του σοσιαλιστικού ιδανικού (βλ. «Ηθικός σοσιαλισμός»). Σε αντιδκιστολή προς τον επιστημονικό σοσιαλισμό, που θέτει ως βάση της ανά- λυσης όλων των κοινωνικών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένης και της θέσης του ατόμου στην κοινωνία, τη μελέτη πριν απ* όλα των οικονομικών σχέσεων και βλέπει το σοσιαλισμό ως το αποτέλε- σμα της αντικειμενικής εξέλιξης και της επαναστατικής λύσης των κοινωνικών α- νταγωνισμών, οι οποίοι διαπερνούν όλη την καπιταλιστική κοινωνία, οι σοσιαλδη- μοκράτες «συνάγουν» το σοσιαλισμό από δκιφόρων ειδών ηθικές και ηθικολογικές παρορμήσεις. Θεωρούν τον αγώνα για το σοσκιλισμό όχι ως ένα επαναστατικό πο- λιτικό αγώνα της εργατικής τάξης, η ο- ποία προχωρεί επικεφαλής όλων των ερ- 61
Σοσιαλισμός γαζομένων, αλλά ως ένα «ηθικό καθή- κον», στην εκπλήρωση του οποίου πρέ- πει να συμμετάσχει όλη η κοινωνία, δηλαδή και οι εργάτες, και οι κε(ραλαιο- κράτες. Περιγράφοντας τις δελεαστικές εικόνες της επερχόμενης «απελευθέρωσης του ανθρώπου», οι σοσιαλδημοκράτες θεω- ρητικοί αγνοούν ουσιαστικά τις πραγματι- κές εκείνες κοινωνικές συνθήκες, που πρέπει να παίρνονται υπόψη για να γίνει δυνατή αυτή η απελευθέρωση (βλ. Ρε- φορμισμός). Κατά βάθος, όταν οι δεξιοί ηγέτες των σοσιαλδημοκρατών μιλάνε για σοσιαλισμό, εννοούν όχι μια κοινωνία που είναι ριζικά αντίθετη στον καπιταλι- στικό τρόπο ζωής, αλλά ένα ιδιόμορφο κοινωνικό υβρίδιο, που συρράπτει «κομ- ματάκια» σοσιαλισμού και καπιταλισμού και έχει στο νου τον ίδιο, αλλά κάπως «βελτιωμένο» καπιταλισμό. Φυσικά, με μια τέτοκι προσέγγιση, η διαλαλούμενη εξανθρώπιση των κοινωνικών σχέσεων παραμένει μια ουτοπία. Το αποδείχνουν αυτό όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και στην πράξη τα κράτη εκείνα, όπου οι σοσιαλ- δημοκράτες βρέθηκαν για μεγάλο διά- στημα στην εξουσία και όπου, όπως και οι ίδιοι το παραδέχτηκαν, τα θεμέλια του καπιταλισμού παραμένουν άθικτα, ενώ ο άνθρωπος συνεχίζει να είναι αντικείμενο χειραγώγησης από ανεξέλεγκτες δυνά- μεις και θεσμούς. Αυτό δε σημαίνει κα- θόλου άρνηση του γεγονότος ότι οι σο- σιαλδημοκράτες, όταν βρίσκονται στην εξουσία, κάτω από την πίεση της εργατι- κής τάξης προβαίνουν σε ορισμένα κοι- νωνικοοικονομικά μέτρα, που βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Τα μέτρα αυτά ωστόσο πραγματοποιούνται μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και α- ποσκοπούν, σε τελευταία ανάλυση, στο να τον κάνουν πιο ευέλικτο, πιο προσαρ- μοσμένο στις σύγχρονες ιστορικές συν- θήκες. Η τρίτη μεγάλη ομάδα σοσιαλιστι- κών θεωριών εμφανίστηκε μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και συνά- πτεται με τις επιτυχίες του αντιιμπε- ρκιλιστικού εθνικοαπελευθερωτικού κι- νήματος σε πολλές χώρες, με την αυξα- νόμενη επιρροή του παγκόσμιου σο- σιαλιστικού συστήματος. Η ανάλυση αυτών των θεωριών και της συνδεόμενης μ' αυτές κοινωνικής πρακτικής δείχνει ότι η συνένωση του σοσιαλισμού με το ε- θνικοαπελευθερωτικό κίνημα δίνει μια ε- ξαιρετικά ιδιόμορφη εικόνα. Η ιδιομορφία αυτή συνίσταται στο ότι τα σοσιαλιστικά ι- δεώδη δεν έχουν εδώ την αντίστοιχη οι- κονομική και κοινωνικοπολιτική βάση* μοιάζουν να «επικάθηνται» απέξω στην πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από μιαν άκρα καθυστέρηση των κοινωνι- κοοικονομικών και πολιτικών δομών, από τη διατήρηση αρχαϊκών μορφών κοινωνι- κής ζωής, από μιαν απόλυτη υπεροχή των μη προλεταριακών στρωμάτων του πληθυσμού. Κοινωνικό στήριγμα της επα- ναστατικής δημοκρατίας, που προβάλλει σοσιαλιστικά συνθήματα, δεν είναι η ερ- γατική τάξη, που η συνειδητή επιρροή της στην κοινωνική εξέλιξη των παραπά- νω περιοχών του κόσμου είναι, για την ώρα, ακόμα πολύ περιορισμένη, αλλά η εμφορούμενη από εθνικιστικές ιδέες διανόηση, τα μικροαστικά και ημιπρολε- ταριακά στοιχεία της πόλης κι οι αγροτι- κές μάζες. Στις συνθήκες αυτές η στρο- φή προς το σοσιαλισμό πραγματοποιείται εν μέρει όχι μέσω της ταξικής απόρρι- ψης του καπιταλισμού, αλλά μέσω του α- ντιιμπεριαλιστικού εθνικισμού. Ο σοσιαλι- σμός στα πλαίσια αυτών των ιδεών εκδη- λώνεται ως κοινωνικό σύσπιμα που εξα- σφαλίζει, κατά πρώτο λόγο, την εθνική αναγέννηση, τη γρήγορη οικονομική ανά- πτυξη και την αφηρημένη κοινωνική δι- καιοσύνη. Οι αντικειμενικές αυτές κατα- στάσεις, καθώς και μια κάποια «εργα- λειακή» αντίληψη του σοσιαλισμού καθο- ρίζουν την ιδιαιτερότητα των πιο πάνω 62
Σοσιαλισμός ιδεολογικών θεωριών. Πρώτο, έχουν έ- ντονα εκλεκτικό χαρακτήρα, καθώς συρ- ράπτουν με αρκετά αλλόκοτο τρόπο, κομμάτια δανεισμένα από διάορορες πη- γές (επισπιμονικό σοσιαλισμό, σοσιαλδη- μοκρατικό, ουτοπικό σοσιαλισμό). Δεύτε- ρο, αναπόσπαστο μέρος των περισσότε- ρων από τις εξεταζόμενες ιδεολογίες εί- ναι ο εθνικισμός τόσο σαν καθολικό δόγμα, όσο και σαν πρακτική πολιτική που τοποθετεί το εθνικό πρόβλημα πιο ψηλά (μπροστά) από το κοινωνικό. Τρίτο, αυ- τές οι σοσκιλιστικές αντιλήψεις είναι πυ- κνά συνυφασμένες με τη θρησκεία. Στη μκι περίπτωση τα ιδεώδη του σοσιαλι- σμού συνάγονται από τα ηθικά εδάφια του Κορανίου, στην άλλη, από τις βουδι- στικές πηγές, στην τρίτη, από τις πρωτό- γονες δοξασίες των αφρικανικών φυλών, σε όλες όμως τις περιπτώσεις η συνένω- ση του σοσιαλισμού και της θρησκείας θεωρείται όχι ως εμπειρικό γεγονός, αλ- λά ως συστατικό χαρακτηριστικό που α- πορρέει από το δόγμα και ανταποκρίνε- ται στο «σοσιαλισμό». Τέταρτο, για πολ- λούς από τους παραπάνω τύπους σοσια- λιστικών θεωριών είναι χαρακτηριστική η ιδεολογικοποίηση των κανόνων και των η- θών που συνδέονται με τις ενδοφυλετι- κές σχέσεις και η προσπάθεια να διατη- ρηθούν και να κατοχυρωθούν αυτές οι σχέσεις ως η «φυσική», αυθεντική βάση αυτού ή εκείνου του «σοσιαλισμού». Q παραπάνω βασικές ιδιομορφίες εκδη- λώνονται στην κάθε συγκεκριμένη περί- πτωση με διάφορους συνδυασμούς. Για παράδειγμα, αν η επίδραση του μαρξι- σμού - λενινισμού είναι πιο έντονη, τότε ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός εκδη- λώνεται με την ταξική πάλη. Αν υπερι- σχύουν οι απόψεις της σοσιαλδημοκρα- τίας, στο επίκεντρο της προσοχής τοπο- θετείται η ταξική αρμονία. Από δω απορ- ρέει και η διαφοροποίηση στην πολιτική, στους ρυθμούς και στις μεθόδους των κοινωνικών εκείνων μετασχηματισμών που, κατά την άποψη των διοργανωτών τους, οδηγούν στο σοσιαλισμό. Κρίνοντας από μια γενική ιστορική σκο- πιά, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι όσο ισχυροποιούνται και αναπτύσσονται οι σοσκιλιστικές σχέσεις στα κράτη που α- νήκουν στο παγκόσμιο σύσπιμα του σο- σιαλισμού, όσο πιο επιτυχής είναι η προ- σπέλαση προς τον κομμουνισμό στη Σο- βιετική Ένίοση. τόσο μεγαλύτερη επί- δραση ασκεί και θα ασκεί ο επιστη- μονικός σοσιαλισμός στο χαρακτήρα και στο περιεχόμενο των μη μαρξιστι- κών σοσιαλιστικών θεωριών, στην κοινω- νική πρακτική σ' όλο τον κόσμο. Από το άλλο μέρος, προεκτείνοντας στην εγγύ- τερη προοπτική τα βασικά χαρακτηριστι- κά της σημερινής κατάστασης, δεν μπο- ρούμε παρά να φτάσουμε στο συμπέρα- σμα ότι η διαφορότητα των τοποθετήσε- ων στα θέματα του σοσιαλισμού μπορεί να ενταθεί. Αυτό κάνει ιδιαίτερα οξύ και επίκαιρο το πρόβλημα των πολιτικών συμ- μαχιών, της ενότητας δράσης όλων των πολιτικών δυνάμεων που είναι προσανα- τολισμένες σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Οι μαρξιστές - λενινιστές υποστηρίζουν ενεργά τις τέτοιες συμμαχίες. Q κομ- μουνιστές, που προσδίδουν αποφασιστι- κή σημασία στην ενότητα της εργατικής τάξης, τάσσονται υπέρ της συνεργασίας με τους σοσιαλιστές και τους σοσιαλδη- μοκράτες. Οι κομμουνιστές παλεύουν δραστήρια για τη στερέωση της συνεργασίας με τις δυνάμεις εκείνες του εθνικοαπελευθε- ρωτικού κινήματος που έχουν σοσιαλιστι- κό προσανατολισμό. Η επιδίωξη της συ- σπείρωσης όλων των πολιτικών δυνάμε- ων και των μαζικών κινημάτων που εκδη- λώνονται, έστω κι από διαφορετικές θέσεις, ενάντια στον ιμπεριαλισμό, για το μετασχηματισμό του κόσμου πάνω σε σο- σιαλιστικές αρχές δε σημαίνει καθόλου εγκατάλειψη των αρχών σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση αυτών των τοποθετήσε- 63
«Σοσιαλισμός αληθινός» ων. Οι κομμουνιστές, οπαδοί του μαρξι- στικού - λενινιστικού, επιστημονικού σο- σκιλισμού, είναι πεπεισμένοι για την ορ- θότητα της άποψης τους και υπερασπί- ζουν τις θέσεις τους, καταδεικνύοντας τη στενότητα, το μεσοβέζικο χαρακτήρα των μη μαρξιστικών σοσιαλιστικών θεω- ριών. Βλ. επίσης στο λήμμα Κομμουνι- ομός και στη βιβλιογραφία του. Α. Ε. Μπόβιν Θεώρηση Πάν. Κρητικού «Σοσιαλισμός αληθινός», βλ. «Αληθι- νός σοσιαλιομός». Σοσιαλισμός αναπτυγμένος, βλ. Ανα- πτυγμένος σοσιαλισμός. Σοσιαλισμός από καθέδρας, βλ. Από καθέδρας σοσιαλισμός. Σοσιαλισμός ουτοπικός, βλ. Ουτοπικός σοσιαλισμός. Σοσιαλισμός φεουδαρχικός, βλ. Φεου- δαρχικός σοσιαλισμός. Σοσιαλιστική επανάσταση. Ο ανώτα- τος τύπος κοινωνικής επανάστασης, τρό- πος μετάβασης από τον καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό στον κομμουνιστικό σχηματισμό. Η εποχή της κοινωνικής επανάστασης του προλετα- ριάτου άρχισε με τη Μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση. Η σοσιαλιστική επανάσταση λύνει ένα σύμπλεγμα προ- βλημάτων και καταστρεπτικού, και εποι- κοδομητικού χαρακτήρα: την ανάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, τη συντριβή της παλιάς κρατικής μηχανής, την καθιέρωση της κοινωνικής ιδιοκτη- σίας στα μέσα παραγωγής, τη δημιουργία συστήματος συνειδητής διεύθυνσης των οικονομικών και κοινωνικών διαδικασιών, την κατάργηση της εκμετάλλευσης αν- θρώπου από άνθρωπο, την εξάλειψη των ταξικών και εθνικών ανταγωνισμών, την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής δημοκρα- τίας, την πο^τιστική επανάσταση. Η σοσιαλιστική επανάσταση, με την πλα- τιά έννοια του όρου, περιλαμβάνει τη με- ταβατική περίοδο που μεσολαβεί από τη στιγμή που η εργατική τάξη κατακτά την εξουσία ώς την οικοδόμηση του σοσιαλι- σμού. Με τη στενή έννοια του όρου, η σοσιαλιστική επανάσταση σημαίνει το πέ- ρασμα της εξουσίας στα χέρια της εργα- τικής τάξης, την εγκαθίδρυση της δικτα- τορίας του προλεταριάτου". Οικονομική βάση της σοσιαλιστικής επα- νάστασης είναι η σύγκρουση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγω- γής και στην ατομική - κε(ραλαιοκρατική μορφή ιδιοποίησης. Η βασική αυτή αντί- (ραση δεν προκαλεί από μόνη της την «αυτόματη χρεοκοπία του καπιταλι- σμού». Για τη σοσιαλιστική επανάσταση είναι απαραίτητη η ωρίμανση του υποκει- μενικού παράγοντα*, δηλαδή η ενεργητι- κή και συνειδητή πάλη της εργατικής τά- ξης, των εργαζομένων, για το σοσιαλι- σμό, η ύπαρξη επαναστατικού μαρξιστι- κού κόμματος της εργατικής τάξης, το οποίο θα καθοδηγήσει πολιτικά τη σοσια- λιστική επανάσταση. Η σοσιαλιστική επανάσταση γεννιέται μέ- σα από την ταξική πάλη της εργατικής τάξης, που η κοινωνική της θέση στο σύ- στημα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής την αναδεικνύει σε κύρια κι- νητήρια δύναμη και ηγεμόνα της σοσιαλι- στικής επανάστασης (βλ. Ηγεμονία του προλεταριάτου). Η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μη προλεταριακά στρώματα των εργαζο- μένων αποτελεί απαραίτητο όρο για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η εργατική τάξη, η αγροτιά, τα μεσαb στρώματα της πόλης και άλλα κοινωνικά 64
Σοσιαλισηκή επανάσταση στρώματα, που αντικειμενικά ενδιαφέρο- νται για τη συντριβή της εξουσίας του κεφαλαίου και για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, αποτελούν την κοινωνική ε- κείνη βάση από την οποία διαμορφώνο- νται οι πολιτικές δυνάμεις της σοσιαλι- στικής επανάστασης. Η σημαντικότερη πράξη της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι η κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Για την πραγματοποίηση αυτού του καθήκοντος είναι αναγκαία η ύπαρξη πανεθνικής κρίσης, η οποία δη- μιουργείται στις συνθήκες της επανα- στατικής κατάστασης* Αυτός, σύμφωνα με το Β. Ι. Λένιν, είναι ο βασικός νόμος κάθε μεγάλης επανάστασης (βλ. Απα- ντα, τ. 41, σελ. 69 - 70). Οι μορφές της σοσιαλιστικής επανάστα- σης μεταβάλλονται σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, με τον πραγματικό συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων στις διάφορες χώρες. Η σο- σιαλισηκή επανάσταση μπορεί να είναι είτε ειρηνική, είτε μη - ειρηνική. Η ειρη- νική εξέλιξη της σοσκιλιστικής επανά- στασης είναι δυνατή σπιν περίπτωση που, εξαιτίας του δκιμορφωμένου συ- σχετισμού δυνάμεων, οι άρχουσες τά- ξεις δεν μπορούν ή δεν αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν ανοιχτή βία απέναντι στις μάζες. Η απότομη οριοθέτηση των ταξικών δυνάμεων, η παραπέρα όξυνση της ταξικής πάλης, η συνθηκολόγα πολι- τική των μικροαστικών σοσιαλιστικών κομμάτων καθόρισαν το μη - ειρηνικό τρόπο εξέλιξης της σοσιαλιστικής επα- νάστασης στη Ρωσία. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, εξαιτίας της διεθνούς κατάστασης, που είχε τότε δκιμορφωθεί, οι σοσιαλιστικές επαναστά- σεις πραγματοποιήθηκαν συγκριτικά ει- ρηνικά και εξελίχθηκαν βαθμιαία. Στις σύγχρονες συνθήκες, σε μια σειρά κε- φαλαιοκρατικές χώρες, οι ευρύτερες δυνατότητες ειρηνικού περάσματος στο σοσκιλισμό καθορίζονται από το νέο συ- σχετισμό δυνάμεων προς όφελος της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού, από την έκταση του μαζικού κινήματος για τη δημοκρατία, από το επιτακτικό αί- τημα για βαθειές δημοκρατικές αλλαγές αντιμονοπωλιακού χαρακτήρα που μπο- ρούν να υποσκάψουν την εξουσία του μονοπωλκικού κεφαλαίου και έτσι να α- νοίξουν διάπλατα το δρόμο προς το σο- σκιλισμό, αποβαίνοντας, κατ* αυτό τον τρόπο, ενδιάμεσοι σταθμοί στην πάλη για το σοσιαλισμό. Η ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό α- ποτελεί επαναστατικό άλμα, που προϋ- ποθέτει την κατάκτηση όλου του φάσμα- τος της εξουσίας από την εργατική τάξη, από τους εργαζόμενους, και τη ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Και στον ειρηνικό δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης χρειάζεται η ανάπτυξη του ταξικού κινήματος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της σε πανεθνική κλί- μακα, πράγμα που αποτελεί το μοναδικό μέσο που θα παραλύσει και θα σπάσει την αντίσταση της αστικής τάξης και θα εξασφαλίσει τη μεταβίβαση της εξου- σίας στην εργατική τάξη. ' Οταν οι άρχουσες τάξεις φράζουν στην εργατική τάξη το δρόμο της ειρηνικής α- νάπτυξης της επανάστασης, όταν προ- σφεύγουν στην ένοπλη καταστολή των προοδευτικών δυνάμεων, τότε είναι ανα- γκαία και δικαιολογημένη η πορεία προς τον ένοπλο αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Ωστόσο, αντίθετα από τον μπλανκισμό και το μικροαστικό επανα- στατισμό, οι μαρξιστές πάντα σπιρίζο- νται στις μάζες. Η ένοπλη πάλη μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο στην περί- πτωση που ανταποκρίνεται στις επανα- στατικές δκιθέσεις των μαζών. Η πολιτι- κή ωριμότητα και η επιδεξιότητα της ε- παναστατικής πρωτοπορίας συνίσταται στην ικανότητα να επισημαίνει έγκαιρα τα στοιχεία του μαζικού επαναστατικού Φ.Λ. 5-5 65
Σοσιαλιστική επανάσταση κινήματος και με δραστήριες ενέργειες να συμβάλλει στην ανάπτυξη του. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, εξαιτίας της ποικιλομορφίας της, των απότομων, και πολλές φορές απρόσωπων μεταβο- λών στην εξέλιξη των γεγονότων, η ερ- γατική τάξη και τα κόμματα της είναι υπο- χρεωμένα να κατέχουν όλες τις μορφές της πάλης και να είναι έτοιμοι να περά- σουν γρήγορα από τη μία μορφή στην άλ- λη (βλ. στο ίδιο, σελ. 80 - 81). Η σοσιαλιστική επανάσταση έχει διεθνή χαρακτήρα. Αναπτύσσεται στη βάση των αντιφάσεων του ιμπεριαλισμού σαν πα- γκόσμιου συσπιματος. Ωστόσο, εξαιτίας της βαθιάς ανισομερειας της οικονομι- κής και πολιτικής ανάπτυξης του καπιτα- λισμού, η σοσιαλιστική επανάσταση σε διάφορες χώρες πραγματοποιείται σε διαφορετικούς χρόνους. Αρχικά η σοσια- λιστική επανάσταση επικράτησε σε μια μόνο χώρα - στη Ρωσία, που αποτελούσε τον αδύνατο κρίκο στην αλυσίδα του ι- μπεριαλισμού, εγκαινιάζοντας έτσι την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η πάλη της εργατικής τάξης για το σο- σιαλισμό στη σημερινή εποχή συνυφαίνε- ται με άλλα πολύμορφα, ως προς το πε- ριεχόμενο και το χαρακτήρα, επαναστα- τικά κινήματα, τα οποία αντικειμενικά έ- χουν αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση και συνενώνονται στο γενικό ρεύμα της ε- νιαίας παγκόσμιας επαναστατικής διαδι- κασίας. ' Ολες οι σύγχρονες επαναστατι- κές δυνάμεις συσπειρώνονται γύρω από τη διεθνή εργατική τάξη και την κύρια κα- τάκτηση της - το παγκόσμιο σύστημα του σοσιαλισμού. Η βασική αντίφαση της ση- μερινής εποχής είναι η αντίφαση ανάμε- σα στα δύο κοινωνικά συστήματα. Η πάλη ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσια- λισμό στον παγκόσμιο στίβο είναι το κύ- ριο μέτωπο της κοινωνικής επανάστασης στην εποχή μας. Ο ηγετικός ρόλος του υπαρκτού σοσιαλι- σμού στην επαναστατική διαδικασία κα- θορίζεται από το γεγονός ότι αποτελεί την πιο ισχυρή δύναμη που στηρίζεται στην οικονομική και στρατιωτική - πολιτι- κή ισχύ της εργατικής τάξης, η οποία τώ- ρα είναι οργανωμένη σε κράτος και η ο- ποία επιλύει τα πιο σύνθετα προβλήματα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Από την επιτυχία αυτής της επαναστατικής εργα- σίας εξαρτάται η τελική έκβαση της πα- γκόσμκις πάλης για το σοσιαλισμό. Ο Λέ- νιν, μιλώντας για τους τρόπους με τους οποίους επιδρά ο νικηφόρος σοσιαλι- σμός στην παγκόσμια επαναστατική δια- δικασία, καταδίκαζε με δριμύτητα την α- ριστερίστικη αντίληψη της «εξαγωγής» της επανάστασης, της «υποκίνησης» της με την εξαπόλυση πολέμων εναντίον των κεφαλαιοκρατών χωρών (βλ. στο ίδιο, τ. 35, σελ. 403). Ο σοσιαλισμός επιδρά στο επαναστατικό κίνημα στις άλλες χώρες με τη δύναμη του παραδείγματος, με τη διεθνιστική υποστήριξη της εργατικής τάξης και των άλλων προοδευτικών δυ- νάμεων που παλεύουν για κοινωνική πρό- οδο, με την ενεργό εξωτερική πολιτική, την αποφασιστική πάλη υπέρ της ειρήνης και ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξαγωγή της αντεπανάστασης. Παράλληλα με το παγκόσμιο σύστημα του σοσιαλισμού, βα- σικές επαναστατικές δυνάμεις της επο- χής μας είναι η εργατική τάξη των ανα- πτυγμένων κεφαλαιοκρατικών χωρών και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Η ανο- μοιογένεια των τάξεων και των κοινωνι- κών στρωμάτων που μετέχουν στην αντιι- μπεριαλιστική πάλη αποτελεί την πηγή των αντιφάσεων που παρουσιάζονται στην παγκόσμια επαναστατική διαδικα- σία. Η πολυάριθμη μικροαστική μάζα, σύμφωνα με τα λόγια του Λένιν, έρχεται στην επανάσταση με όλες τις προκατα- λήψεις που τη διακρίνουν (βλ. στο ίδιο, τ. 30, σελ. 54), φέρνει στο επαναστατικό κί- νημα τις ταλαντεύσεις της και την αστά- θεια της, τον εθνικισμό και τον υπερεπα- ναστατισμό της. Αυτό αποτελεί την aiTta 66
Σοσιαλιστικός ρεαλισμός προσωρινών παλινδρομήσεων και οπισθο- χωρήσεων σε επιμέρους τμήματα του ε- νιαίου μετώπου του αγώνα κατά του ιμπε- ριαλισμού, ιδιαίτερα σε χώρες που επι- κρατεί η μικροαστική τάξη και είναι αδύ- νατο το στρώμα του βιομηχανικού προλεταριάτου. Η παγκόσμια σοσκιλιστική επανάσταση α- ποτελεί ενότητα στην πολυμορφία της. Κάθε σοσιαλιστική επανάσταση εμφανί- ζεται σαν συστατικό μέρος της ενιαίας παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Ωστόσο, όλες οι σοσιαλιστικές επανα- στάσεις, μαζί με τα ιδιαίτερα, έχουν ταυ- τόχρονα και γενικά γνωρίσματα. Η θεω- ρία που διερευνά τους γενικούς νόμους της σοσιαλιστικής επανάστασης, τις νο- μοτέλειες της παγκόσμιας επαναστατι- κής διεργασίας, έχει καθολική σημασία για όλες τις χώρες και κατά τη διάρκεια ολόκληρης της εποχής της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα, η ποικιλομορφία των συγκε- κριμένων - ιστορικών συνθηκών στις διά- φορες χώρες απαπεί μια τέτοια εφαρμο- γή των γενικών αρχών της επαναστατι- κής θεωρίας, η οποία θα μπορούσε, ό- πως υπογράμμιζε ο Λένιν, «... να τροποποιεί σωστά αυτές τις αρχές με βάση τις ιδιαιτερότητες τους, να τις προ- σαρμόζει σωστά, να τις χρησιμοποιεί α- νάλογα με τις εθνολογικές και εθνικο- κρατικές διαφορές» (στο ίδιο, τ. 41, σελ. 77). Τα προβλήματα της σοσιαλιστικής επα- νάστασης βρίσκονται στο επίκεντρο της ιδεολογικής πάλης των μαρξιστικών - λε- νινιστικών κομμάτων ενάντια στον αναθε- ωρητισμό και στο μικροαστικό επαναστα- τισμό. Ο δεξιός οπορτουνισμός αρνείται τις θεμελιακές αρχές της θεωρίας της σοσιαλιστικής επανάστασης και, συγκε- κριμένα, την αρχή της δικτατορίας του προλεταριάτου, της συντριβής της αστι- κής κρατικής μηχανής, του καθοδηγητι- κού ρόλου του μαρξιστικού - λενινιστικού κόμματος. Ο «αριστερός» οπορτουνι- σμός απορρίπτει τα μεταβατικά στάδια και μορφές στην πάλη γκι τους τελικούς στόχους, απολυτοποιεί τη σημασία της έ- νοπλης βίας. υποτιμά το ρόλο του δη- μιουργικού έργου που πραγματοποιείται σπι δήρκεκι της επαναστατικής διαδικα- σίας. Τα μαρξιστικά - λενινιστικά κόμμα- τα, αναπτύσσοντας δημιουργικά τη θεω- pb της σοσιαλιστικής επανάστασης, απο- κρούουν αποφασιστικά τους αστούς θε- ωρητικούς, τις αναθεωρητικές και μικροαστικές, ψευδοσοσιαλιστικές αντι- λήψεις. • Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Για τη σοοιαλιση- κή επανάσταση [Συλ. αρθρ.]. Μ., 1974 Λένιν Β. Ι., rta τη σοσιαλισηκή επανάσταση [Συλ. αρθρ.], Μ. 1977 Προγραμματικά ντοκουμέ- ντα της πάλης για την εψήνη, τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό, Μ., 1961" Το Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ (Εγκρίθηκε στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ), Μ. 1976 Υλικά του 25ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1976* Υλικά του 26ου Συνε- δρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1981 * Μπρέζνιεφ Λ. Ι., Ο Α4Βνάλος Οκτώβρης και η πρόοδος της αν- θρωπότητας, Μ., 1977· Κοβαλιόφ Α. Μ, Η μαρξκιηκή · λενινισηκή θεωρία της σοσιαλι- στικής επανάστασης και η σημερινή εποχή, Μ., 1967* Η λενινιστική θεωρκι της σοσιαλι- στικής επανάστασης και η σημερινή εποχή, Μ., 1975· Βοντολάζοφ Γκ. Γκ., Διαλεκτική και επανάσταση. Μεθοδολογικά προβλήματα της κο(νωνικής επανάστασης, Μ.. 1975' Κράσιν Γ Α., Η θεωρία της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η λενινιστική κληρονομιά και η σημερινή επο- χή, Μ.. 1977. Γ. Α. Κράσιν θεώρηση Νικ. Στέργιου Σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Καλλιτεχνι- κή μέθοδος στη λογοτεχνία και στην τέ- χνη, που αποτελεί αισθητική έκφραση της σοσιαλιστικής συνειδητής αντίληψης για τον κόσμο και τον άνθρωπο, αντίλη- ψης που καθορίζεται από την εποχή του 67
Σοσιαλιστικός ρεαλισμός αγώνα για την εγκαθίδρυση και οικοδόμη- ση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η απει- κόνιση της ζωής, από τη σκοπιά των ιδα- νικών του σοσιαλισμού, καθορίζει και το περιεχόμενο και τις βασικές καλλιτεχνι- κές - δομικές αρχές της τέχνης του σο- σιαλιστικού ρεαλισμού. Οι αρχικές τάσεις στη λογοτεχνία και στην τέχνη νέου τύπου χρονολογούνται στα μέσα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα στην επαναστα- τική προλεταριακή λογοτεχνία της Μεγά- λης Βρετανίας (στην ποίηση των Χαρτι- στών, του Ε. Κ. Τζόνς), της Γερμανίας (Γ Χέρβεγκ, Φ. Φράιλιγκρατ, Γ Βέερτ), της Γαλλίας (στη λογοτεχνία της Παρισι- νής Κομμούνας, σπι «Διεθνή» του Ε. Ποτιέ). Η εμφάνιση της μεθόδου του σο- σιαλιστικού ρεαλισμού στις αρχές του 20ού αιώνα (στα έργα του Μ. Γκόρκι, ό- πως επίσης και των Αν. Μπαρμπύς, Μ. Άντερσεν - Νέξε κ.ά.) και η ανάπτυξη της συνδέονται με τη διάδοση των σοσια- λιστικών ιδεών σε διάφορες χώρες, με την ανάπτυξη του επαναστατικού εργατι- κού κινήματος. Ο ίδιος ο όρος «σοσιαλι- στικός ρεαλισμός» εμφανίστηκε για πρώ- τη φορά στο σοβιετικό τύπο το 1932 («Λ- τερατούρναγια γκαζέτα» - «Φιλολογική εφημερίδα», 23 του Μάη). Ο λόγος ήταν η ανάγκη τότε να αντιπαρατεθεί στην ά- ποψη του Ραπόφ, που μετέφερε μηχανι- κά τις φιλοσοφικές κατηγορίες στο χώρο της λογοτεχνίας («διαλεκτική - υλιστική δημιουργική μέθοδος»), ένας ορισμός που θα ανταποκρινόταν στη βασική κα- τεύθυνση της ανάπτυξης της σοβιετικής λογοτεχνίας. Αποφασιστικό στοιχείο στά- θηκε εδώ η αναγνώριση του ρόλου της κλασικής παράδοσης και η κατανόηση των νέων ιδιοτήτων του (σοσιαλιστικού) ρεαλισμού που καθορίζονταν τόσο από τα νέα στοιχεία της κοινωνικής εξέλιξης, όσο και από τη σοσιαλιστική κοσμοαντίλη- ψη των σοβιετικών συγγραφέων. Την πε- ρίοδο εκείνη συγγραφείς, όπως ο Μ. Γκόρκι, ο Β. Β. Μαγιακόφσκι, ο Α. Ν. Τολ- στόι, ο Α. Α. Φαντέγεφ, και κριτικοί σαν τον Α. Β. Λουνατσάρσκι, τον Α. Κ. Βορόν- σκι, έκαμαν προσπάθειες να ορίσουν την καλλιτεχνική ιδιομορφία της σοβιετικής λογοτεχνίας. Γίνηκε λόγος για ρεαλισμό προλεταριακό, γκι ρεαλισμό με ιδεολογι- κές τάσεις, για μνημειακό, ηρωικό, ρομα- ντικό, κοινωνικό ρεαλισμό, για συνδυα- σμό ρεαλισμού με ρομαντισμό. Η έννοια «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» διαδόθηκε ω- στόσο γρήγορα και καθιερώθηκε στο πρώτο ενωσιακό συνέδριο των σοβιετι- κών συγγραφέων (1934), όπου ο Γκόρκι χαρακτήρισε τη νέα μέθοδο σαν ένα δη- μιουργικό πρόγραμμα που αποσκοπούσε στην πραγμάτωση των επαναστατικών ανθρωπιστικών ιδεών. Συνεχίζοντας τις ανθρωπιστικές παρα- δόσεις της προγενέστερης τέχνης με βάση το νέο, σοσιαλιστικό περιεχόμενο, ο σοσκιλιστικός ρεαλισμός αποτελεί ένα νέο τύπο καλλιτεχνικής συνείδησης. Η καινοτομία του έχει σχέση με τη συμβο- λή του μαρξισμού στην υλιστική φιλοσο- φία: την επιβεβαίωση του ρόλου της επα- ναστατικής αναμορφωτικής δραστηριό- τητας. Από δω ξεπήδησε η ιδέα της απει- κόνισης της πραγματικότητας στην επαναστατική της ανέλιξη. Βάση της με- θόδου του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι η αντίληψη του επαναστατικού - πραγμα- τικού, του σοσιαλιστικού ουμανισμού, που αποτελεί και την πιο σημαντική, κα- θολική, χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα της τέχνης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αναφερόμενος σπιν τέχνη του μέλλο- ντος, ο Φ. ' Ενγκελς διέβλεπε την ιδιο- μορφία της στην «πλήρη συγχώνευση του μεγάλου βάθους των ιδεών, του συ- νειδητοποιημένου ιστορικού περιεχομέ- νου... με τη σαιξπηρική ζωντάνια και τον πλούτο της δράσης...» (Μαρξ Κ. και ' Εν- γκελς Φ., Άπαντα, τ. 29. σελ. 492). Η σκέψη του Ένγκελς για το συνειδητο- ποιημένο ιστορικό περιεχόμενο της καλ- 68
Σοσιαλιστικός ρεαλισμός λιτεχνικής δημιουργίας αναπτύχθηκε πα- ραπέρα στην αρχή της κομματικότητας" της λογοτεχνίας και της τέχνης, όπως διατυπώθηκε από το Β. Ι. Λένιν, αρχή που απαιτεί τη συνένωση του βάθους της α- ντικειμενικής γνώσης με το πάθος της υ- ποκειμενικής δραστηριότητας. Ο σοσια- λιστικός ρεαλισμός είναι διεθνιστικός, α- ποτελεί ένα ιστορικά ενιαίο κίνημα της τέχνης στην εποχή του σοσιαλιστικού με- τασχηματισμού του κόσμου. Αυτό το κοι- νό στοιχείο εκδηλώνεται σε μια πολυμορ- φία των εθνικών τρόπων και μορςρών ανά- πτυξης της νέας μεθόδου. Η πείρα της σοβιετικής λογοτεχνίας και τέχνης έχει από τούτη την άποψη θεμελιακή σημασία για την παγκόσμια καλλιτεχνική ανάπτυ- ξη. Στην ΕΣΣΔ ο σοσιαλιστικός ρεαλι- σμός αποτελεί μια ενοποιό αρχή της σο- βιετικής λογοτεχνίας εν γένει παρ* όλη τη διαφορότητα των εθνικών λογοτε- χνιών, των ιστορικών τους παραδόσεων και λοιπών ιδκιιτεροτήτων. Ο χαρακτή- ρας της ανάπτυξης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τα στάδή του διέφεραν σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες εθνι- κοϊστορικές συνθήκες, μέσα στις οποίες εύρισκε υλικό για τη δική του καλλιτεχνι- κή ιδιομορφία, προσκτώμενη όλο και νέ- ες μορφές και υφολογικές εκφάνσεις. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός πρέπει να νο- είται ιστορικά σαν μια μεταβαλλόμενη και συνάμα εσωτερικά ενιαία δημιουργική διαδικασία. Η αισθητική του σοσιαλιστι- κού ρεαλισμού περιλαμβάνει σήμερα ο- λόκληρη την πολυεθνική πείρα της τέ- χνης των χωρών του σοσιαλισμού, της ε- παναστατικής τέχνης των κεφαλαιοκρα- τικών χωρών της Δύσης, των διαφόρων πολιτισμών του «τρίτου κόσμου», ο ο- ποίος αναπτύσσεται μέσα σ* ένα πολύ- πλοκο αντιπάλεμα διαφόρων επιρροών. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός συνεχώς διευρύνει τα σύνορα του, αποκτά τη ση- μασία μιας πρωτοπόρος καλλιτεχνικής μεθόδου της σύγχρονης εποχής. Αυτή η διεύρυνση, λόγω των αρχών που την κα- θορίζουν, αντιτίθεται στη λεγόμενη θεω- ρία του «ρεαλισμού χωρίς όχθες» που υ- ποστηρίζει ο Ρ. Γκαροντύ και που τείνει στην ουσία στην εξάλειψη των ιδεολογι- κών βάσεων της νέας τέχνης, στο σβήσι- μο των συνόρων που χωρίζουν το ρεαλι- σμό από το μοντερνιομό. Από την άλλη πλευρά, οι ευρύτατες δυνατότητες που περικλείνει η διεθνής πείρα της σοσιαλι- στικής τέχνης καθιστούν τελείως άκαρ- πες τις απόπειρες για κάποιους δογματι- κούς ορισμούς των δημιουργικών μεθό- δων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ο σο- σιαλιστικός ρεαλισμός θεωρείται ένας νέος τύπος καλλιτεχνικής συνείδησης, που δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσκι ε- νός ή και μερικών τρόπων απεικόνισης, αλλά αποτελεί ένα ιστορικά ανοιχτό σύ- στημα καλλιτεχνικά αυθεντικής απεικόνι- σης της ζωής, το οποίο συγκεντρώνει τις προοδευτικές τάσεις της παγκόσμιας καλλιτεχνικής εξέλιξης και βρίσκει νέ- ους τρόπους για την έκφραση τους. Γι* αυτό, η έννοια του σοσιαλιστικού ρεαλι- σμού συνδέεται αδιάρρηκτα με την έν- νοια της καλλιτεχνικής προόδου, που α- ντανακλά την ανοδική κίνηση της κοινω- νίας προς όλο και πιο πολυδιάστατες και αρτιότερες μορφές πνευματικής ζωής. • Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Πα την τέχνη, Συλ. κειμ., τ. 1 - 2, Μ., 1976' Λένιν Β. Ι., Για τη λογοτεχνία και την τέχνη [Συλ. άρθρων], Μ. 1979' Γκόρκι Μ., Για τη λογοτεχνία, Μ., 1961· Ο σοσιαλ/στίκός ρεαλισμός και η κλαοική κλη- ρονομιά. Συλ. άρθρων, Μ., i960· Οσοσιαλιστι- κός ρεαλιομός στις ξένες λογοτεχνίες, Μ. i960· Μοτίλεβα Τ. Λ., Η ξένη λογοτεχνία και η σύγχρονη εποχή, Μ., 1961 · Η τροφή του οο- σιαλιστικού ρεαλισμού, τ. 1 -5, Κίεβο, 1961 - 74 Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός στις λογοτε- χνίες των λαών της ΕΣΣΔ, Μ., 1962 Η γένε- ση του σοσιαλισηκού ρεαλισμού στις λογοτε- χνίες των χωρών της Δύσης, Μ., 1965" Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η καλλιτεχνική ε- ξέλιξη της ανθρωπότητας. Μ.. 1966' Πετρόφ 69
Σουάρες Σ. Μ., Η ε^σνισ?7 και το πλάοιμο των μορφών του οοοιαλιστικού ρεαλιομού, Συλ. άρθρων, τ. 1 - 2, Μ., 1971· Νεντοσίβιν Γ Α., Θεωρητικά προβλήματα της σύγχρονης εικαστικής τέ- χν77ς, Μ., 1972, κεφ. 7 Οβτσάρενκο Α. Ι., Η οοσιαλιστική λογοτεχνία και η σύγχρονη λογο- τεχνική εξέλιξη, Μ., 1973" Λούκιν Γ Α., Ο Λέ- νιν και η Θεωρία της σοσιαλιστικής τέχνης, Μ. 1973 Μάρκοφ Μτ., Προβλήματα θεωρίας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού Μ., 1975' Ο σοσιαλι- στικός ρεαλισμός, Μ., 1977 Το γενικό και το ιδιαίτερο στις λογοτεχνίες των σοσιαλιστικών χωρών της Ευρώπης, Μ. 1977* Essays οη so- cialist realism and the British cultural tradi- tion, L., 1953' Zur Theorie des sozialistischen Realismus, Gesamtleitung, B., 1974* Timofle- jew L J., Lomidse G. J., Literatur einer soziali- stischen Gemeinschajt, B., 1975. Nt. Φ. Μάρκοφ, Α. Ι. Τιμοφέγεφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σουάρες (Suärez) Φρανσίσκο (5.1.1548, Γρανάδα, - 25.9.1617, Λισσαβώνα). Ισπα- νός θεολόγος και φιλόσοφος, εκπρόσω- πος του ύστερου (του λεγόμενου δεύτε- ρου) σχολαστικισμού. Ο ιησουίτης Σουά- ρες τροποποίησε σημαντικά τη διδασκα- λία του Θωμά Ακινάτη, προσεγγίζοντας σε πολλά σημεία το Ντούνς Σκώτ. Δεν παραδεχόταν ότι υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ ουσίας και ύπαρξης και θεωρούσε ότι το μερικό (τα επιμέρους πράγματα) έχει το προβάδισμα σε σχέση προς το γενικό. Το μεμονωμένο πράγμα δεν είναι ούτε μορφή, ούτε ύλη, αλλά έ- χει την προτεραιότητα σε σχέση μ' αυτά και είναι ταυτόσημο με τη δυνατότητα ύ- παρξης, την ύπαρξη. Στις συζητήσεις α- ναφορικά με τη σχέση της ελευθερίας της βούλησης και του θείου προκαθορι- σμού, που οξύνθηκαν κατά τη διάρκεια της πολεμικής με τις θεωρίες του προτε- σταντισμού, ο Σουάρες μετέφερε τον τόνο από τον προκαθορισμό στη θεία πρόβλεψη: ο θέος δεν προσδιορίζει (και άρα δε δεσμεύει) την ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου, αλλά την προβλέπει* και σύμφωνα μ' αυτή την πρόγνωση -για την πορεία του ανθρώπου προς το θεό- πα- ρέχει την ευλογία του. Η διδασκαλία του Σουάρες προκάλεσε αντίδραση από την πλευρά των επίσημων κύκλων της εκκλη- σίας, αλλά αργότερα αναγνωρίστηκε από πολλούς θεολόγους. Το κυριότερο φιλο- σοφικό έργο του ^Μεταφυσικοί διαλογι- σμοί» («Disputationes Metaphysicae», ν. 1-2, 1597) είχε μεγάλη επιρροή (ιδιαίτε- ρα στα πανεπιστήμια του 17ου αι.) και ά- φησε καταφανή ίχνη στο έργο ακόμη και ορισμένων αντισχολαστικών φιλόσοφων, όπως οι ISh-εκάρτ και Λάιμπνιτς. Ως προς τις πολπικές του απόψεις ο Σουάρες ή- ταν τυρανομάχος: ο κυβερνήτης που έγι- νε τύρανος και έτσι παρέβη τη θεία αρχή της εξουσίας, που νοείται ως ένα δίκαιο συμβόλαιο μεταξύ λαού και κυβερνήτη, είναι άξιος θανάτου. Οι πραγματείες του Σουάρες, που παραθέτουν τις αρχές του φυσικού δικαίου, άσκησαν σημαντική επί- δραση στον Γκρότιους. ■ Opera omnia. ν. 1 - 28. Ρ.. 1856 - 78. • Scorraille R. de, F. Suarez, ν. 1 - 2, 1912 - 13· McCormick J. F., Α suarezian bibliogra- phy. στο ßiß.: Proceedings of the lOth annual Conference of the Jesuit educational associa- tion, Chi., 1931 - Mugica P., Bibliografia sua- reciana. Granada. 1948. Θεώρηση Φ. Βώρου (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Σουγδουρής Γεώργιος (1645 1725). Από τους γνωστότερους λογίους, αρι- στοτελικούς στοχαστές και θεολόγους του τέλους του 17ου και των αρχών του 18ου αιώνα. Σπούδασε φιλοσοφία στη Βενετία και στην Πάδοβα και μετά την επιστροφή του στην ιδκιίτερη πατρίδα του, τα Γιάννινα, χρημάτισε για πολλά χρόνια, σχολάρχης 70
«Σούμμα κατά των εθνικών» στη Σχολή του Γκιούμα, όπου δίδαξε την αριστοτελική φιλοσοφία, αλλά και θετι- κές επιστήμες, κυρίως μαθηματικά. Κατά τον Προκόπιο (Fabricius, Β. G., XI, σελ. 799), ο Σουγδουρής ήταν «ανήρ ελ- λόγιμος και πολυμαθής, ειδήμων της ελ- ληνικής, λατινικής και ιταλικής γλώσσας της αριστοτελικής φιλοσοφίας έμπειρος, μάλλον δε και της ιεράς θεολογίας». Το σημαντικότερο συγγραφικό έργο του, η «Ειοαγωγή λογική ή Προδιοίκηοις εις ά- πασαν την λογικήν μέθοδον του Αριστο- τέλους», όπου επιχειρεί να δώσει μια γε- νικότερη ερμηνεία του έργου του μεγά- λου Σταγιρίτη φιλοσόφου, κυκλοφόρησε στην αρχή χειρόγραφο και τυπώθηκε στη Βιέννη, πολύ μετά το θάνατο του, το 1792. Γ/άνν77ς Καράς Σούμμα (λατινικά summa= άθροισμα, σύνολο). Είδος φιλοσοφικής λογοτε- χνίας, που δημιούργησε ο σχολαστικι- σμός. Ως το 12ο αι. επρόκεπο για επιτο- μή, αργότερα για ογκώδη και αυστηρή στη δομή ανασκόπηση, που κατέληγε σε σύνθετη ενότητα ποικίλων θεμάτων. Τα σημαντικότερα παραδείγματα: «Σούμμα για τα έμβια όντα» (μετά το 1240) και «Σούμμα θεολογική» (μετά το 1270) του Αλβέρτου του Μεγάλου, «Σούμμα κατά των εθνικών» και «Σούμμα θεολογική» του Θωμά Ακινάτη, «Σούμμα της λογι- κής» του Οκκαμ (δεκαετία του 1320;). Η σημασία της σούμμα ως λογοτεχνικού είδους εξέλειπε οριστικά μετά τη δύση του λεγόμενου δεύτερου σχολαστικι- σμού του 16ου αι. Γνωρίσματα της διατη- ρούνται και σε αντίθετα στο σχολαστικι- σμό φιλοσοφικά έργα των Νέων Χρόνων, που χαρακτηρίζονται από έντονα αυσπι- ρή δομή, όπως, π.χ., η «Ηθική» του Σπι- νόζα. Θεώρηοη ß Ν. Ρουοοου «Σούμμα θεολογική» («Summa theolo- giae» ή «Summa theologica»). Το κύριο θεολογικό - φιλοσοφικό έργο του Θωμά Ακινάτη. Γράφτηκε στη λατινική γλώσσα το 1267 73 και έμεινε ημιτελές (συ- μπληρώθηκε με κείμενα από τα σχόλια του Θωμά Ακινάτη στις «Sententiae» του Πέτρου του Λομβαρδού, που επιμελήθη- κε ο Ρεγινάλδος από το Πριβέρνο). Οι πρώτες εκδόσεις (ήταν τμηματικές και συμπλήρωναν η μία την άλλη): Stras- sburg, 1463· Mainz, 1471* Padua. 1473 κ.ά. Στο Ιο μέρος γίνεται λόγος για το θεό και το έργο του και σε συνδυασμό μ' αυτό για τη σχέση θεολογίας και φιλοσο- φίας, για το χρόνο και την αιωνιότητα κ.ά., στο 2ο γκι ζητήματα της φιλοσοφι- κής ανθρωπολογίας (το λεγόμενο «Ιο του 2ου») και της ηθικής (το λεγόμενο «2ο του 2ου») και στο 3ο για την υπόστα- ση του Χριστού, το έργο του, την εκκλη- σία και τα μυστήρια. Συνολικά στη «Θεο- λογική σούμμα» υπάρχουν περίπου 3000 άρθρα, όλα γραμμένα σε μια και την αυτή μορφή συζήτησης: διατυπώνεται η αντί- παλη θέση, παρατίθενται επιχειρήματα υ- πέρ αυτής, σε συνέχεια το πρόβλημα λύ- νεται με τη βοήθεια του κεντρικού επι- χειρήματος (που επιβάλλεται με τη φρά- ση: «αλλά ενάντια σ* αυτό...») και στο τέλος απορρίπτονται τα επιχειρήματα που θεμελίωναν την αντίπαλη θέση. θεώρηση Ε Ν. Ρούσσου «Σούμμα κατά των εθνικών» («Summa contra gentiles»), κάποτε ονομάζεται και «Σούμμα της φιλοσοφίας» («Summa phi- losophiae»). Ένα από τα κυριότερα φι- λοσοφικά έργα του Θωμά Ακινάτη. Γρά- φτηκε στη λατινική γλώσσα το 1259 - 64 και εκδόθηκε για πρώτη φορά σπι Ρώμη το 1475. Αποτελείται από 4 βιβλία. Θέμα του Ιου βιβλίου είναι η ουσία του θεού, του 2ου η φύση των δημιουργημένων ου- 71
Σούνιο σιών (προβλήματα μορφής και ύλης, ε- νέργειας και δύναμης), του 3ου ο δρό- μος των έργων του θεού προς τον τελικό σκοπό (αριστοτελική ηθική και διδασκα- λία περί Θείας Πρόνοιας»· το 4ο βιβλίο είναι αφιερωμένο στα δόγματα του χρι- στιανισμού (τρισυπόστατος θεός, θεία ενσάρκωση, λατρευτικά μυστήρια, ανά- σταση της σάρκας), τα οποία δεν είναι δυνατό να κατανοηθούν με τα μέσα του λογικού που διαθέτουμε, δηλαδή της ορ- θολογικής θεώρησης, και γίνονται γνω- στά με την αποκάλυψη. Σύμφωνα με την παράδοση, η *<Σούμμα κατά των εθνικών» γράφτηκε σαν εγχειρίδιο για τους ιερα- πόστολους, που απευθύνονται στους μουσουλμάνους («ειδωλολάτρες»). Από εδώ και η προσπάθεια εγκατάλειψης της «φυσικής θεολογίας», δηλαδή των γενι- κότερων θρησκευτικών και φιλοσοφικών θέσεων, που είναι κοινές για το χριστιανι- σμό, τον ισλαμισμό και τον ιουδαϊσμό, κα- θώς και η αποφυγή της συμμετοχής στην πολεμική μεταξύ ορισμένων τάσεων του σχολαστικισμού. Θεώρηση Ε Ν. Ρούοοου Σούνιο (σανσκριτικά, σπιν κυριολεξία = κενό). Μία από τις βασικές έννοιες της φιλοσοφίας του βουδιστικού μαχαγάνα* Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις ^^Πρα- τζναπαραμίτα - οούτρες» («Σούτρες για την ύψιστη σοφία»), όμως πλήρη ανάπτυ- ξη είχε στη θεωρία του Ναγκαργιούνα* (σχολή μαντιαμίκα). Σούνιο σημαίνει την ψυχολογική κατάσταση της αίσθησης του κενού, που ισοδυναμεί με άρση του προ- βλήματος «Είναι - μη - Είναι» («πραγματι- κότητα - μη πραγματικότητα»), «υποκεί- μενο - αντικείμενο» κ.λπ., πράγμα που α- ποτελεί το κύριο γνώρισμα του περάσμα- τος σε κατάσταση «λύτρωσης» ή νιρβά- νας. Ωστόσο, όταν δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός μεταξύ ψυχολογικού και οντολογικού -πράγμα χαρακτηριστικό για το βουδισμό- σούνια μπορεί να σημαίνει και κενό, έλλειψη ουσίας, έλλειψη της αναλλοίωτης μόνιμης αρχής κ.λπ. • Βλ. λήμμα Μαντιαμίκα. Θεώρηση Ε Ν. Ρούσσου Σουνιαβάντα, βλ. Μαντιαμίκα. Zourme (Schuppe) Βίλχελμ (5.5.1836, Μπρίγκ, σήμερα Μπζέγκ, Πολωνία, - 29.3.1913, Μπρεσλάου). Γερμανός ιδεα- λιστής φιλόσοφος, εκπρόσωπος της εν- δοκόσμιας φιλοσοφίας (immanzphiloso- phle). Ως τελικό, μη επιδεχόμενο παρα- πέρα ανάλυση, στοιχείο (θεμέλιο της φιλοσοφίας) παραδεχόταν το εμπειρικά καθοριζόμενο «Εγώ», που περιεχόμενο της συνείδησης του, κατά το Σούππε, εί- ναι η «πραγματικότητα» (η γνώσιμη πραγ- ματικότητα). Για να αποφύγει το σολιψι- σμό συμπλήρωσε τη θεωρία του με το αί- τημα της καθολικής συνείδησης, που προσδίδει σπιν «πραγματικότητα» αντι- κειμενικό χαρακτήρα. Έτσι ο Σούππε έ- θεσε την υποκειμενική - ιδεαλιστική θεω- ρία μέσα σε ένα πλαίσιο αντικειμενικό - ι- δεαλιστικό. Ο Β. Ι. Λένιν στο έργο του «νλ/σμός και εμπειριοκριτικισμός» άσκη- σε οξεία κριτική στο Σούππε, χαρακτηρί- ζοντας τον «αντιδραστικό στη φιλοσο- φία» (βλ. Άπαντα, τ. 18). ■ Erkenntnistheoretische Logik, Bonn. 1878- Qrundzüge der Ethik und Rechtsphilosophie, Breslau, 1881' Grundrib der Erkenntnistheo- rie, B., 1894 σε ρωσ. μετφ.: Σολιψισμός, «Νέες ιδέες στη φιλοσοφία», 1913, συλ. 6. • Μπακράτζε Κ. Σ.. Δοκίμια για την ιστορία της νεότερης και της ούγχρονης αστικής <ρι- Αοσοφίας, Τιφλίδα, 1960, σελ. 124 - 77 Μπο- γκομόλοφ Α. Σ., Η γερμανική ασηκή φ/Αοσο- φ/α μετά το 1865, Μ., 1969, σελ. 61 76. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου 72
Σουτς Σούτρα ((χινσκριτικά, στην κυριολεξία = νήμα και κατ' επέκταση: οδηγητικό νήμα, γραμμή συμπεριφοράς, κανόνας με μορ- φή ρητού, οδηγός, σχέδιο). Στην αρχαία ινδική φιλοσοφική βιβλιογραφία η σούτρα ήταν μορφή αφορισμού, που περιέχει μια σκέψη φιλοσοφικού χαρακτήρα (καθορι- σμό έννοιας ή διατύπωση κάποιου απλού κανόνα), καθώς και σύνολο από σούτρες που σχηματίζουν ενότητα, δηλαδή πραγ- ματεία που εκθέτει μία ολοκληρωμένη θεωρητική αντίληψη (στην κυριολεξία: συρραφή). Η σούτρα ως σύντομο ρητό έ- γινε συνήθης μορφή συμπεράσματος κα- τά τη μεταβεδική περίοδο, όταν εμφανί- στηκε η ανάγκη συστηματοποίησης και μετάδοσης μιας τεράστιας ποσότητας πνευματικού υλικού. Τα θεμελιακά κεί- μενα κάθε συστήματος της ινδικής φιλο- σοφίας αποτελούν ακριβώς σούτρες («Βράχμα - σούτρα» ή «Βεδάντα - σού- τρα», «Γιόγκα - σούτρα», «Νυάγια - σού- τρα», «Μιμάμσα - σούτρα», «Βαϊσέσικα - σούτρα» κ.λπ.). ' Οχι σπάνια η σούτρα θε- ωρούνταν απλώς αρχικό υλικό, που χρειάζεται περαιτέρω ερμηνεία με σχό- λια και υπομνήματα κάθε μορφής (βάκια, καρίκα, βρίτη, μπχάσια κ.ά.). Η ανάπτυξη των συστημάτων της ινδικής φιλοσοφίας έγινε στη συνέχεια με τα πρωτότυπα σχόλια στις σούτρες (ανάμεσα στους συγγραφείς αυτών των σχολίων ήταν οι Σάνκαρα*, Ραμανούγια*, Μάντβα, Σαμπά- ρα, Κουμαρίλα, Πραμπακάρα, Πρασαστα- πάντα, Ουνταγιάνα, Βατσγιάνα, Βατσα- σπάτι, Ισβαρακρίσνα, Γκαουνταπάντα κ.ά.). Θεώρηση Ε Ν. Ρούσοου Σουτς (Schütz) Αλφρεντ (1899, Βιέννη, -1959, Νέα Υόρκη). Αυστριακός φιλόσο- φος και ιδεαλιστής κοινωνιολόγος, οπα- δός του Χούσσερλ, θεμελιωτής της φαι- νομενολογικής κοινωνιολογίας* Το 1939 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Στη φιλοσοφία ο Σούτς επεξεργάστηκε μία ιδιόμορφη παραλλαγή μη - υπερβατικής φαινομενο- λογίας, παραπλήσια με την υπαρξιστική ερμηνεία της φαινομενολογίας. Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στη δημιουργία φιλοσοφι- κής βάσης των κοινωνικών επιστημών. Χρησιμοποιώντας την περιγραφική φαι- νομενολογική μέθοδο και τις ιδέες του Μ. Βέμπερ και ώς ένα βαθμό των Τζέιμς και Μπερξόν, ο Σούτς πρότεινε τη δική του εκδοχή της κατανοούσας κοινωνιο- λογίας*, στην οποία παρακολουθεί τις δκιδικασίες διαμόρφωσης των ανθρώπι- νων αντιλήψεων για τον κοινωνικό κόσμο από τις ενικές υποκειμενικές έννοιες, που διαμορφώνονται στη ροή των βιωμά- των του ατόμου, ώς τις υπεργενικευμέ- νες κατασκευές των κοινωνικών επιστη- μών, που περιέχουν τις έννοιες αυτές σε αναδιοργανωμένη, «δευτερογενή» μορ- φή. ' Ετσι ο Σούτς προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα που είχε θέσει ο Χούσσερλ: να αποκαταστήσει τη σχέση των αφηρη- μένων επιστημονικών κατηγοριών με το «ζωικό κόσμο», τον κόσμο της καθημερι- νότητας, της αμεσότητας της γνώσης και της δράσης. Ωστόσο, αγνοώντας τις πραγματικές υλικές διαδικασίες της κοι- νωνικής ζωής, ο Σούτς ακολούθησε το δρόμο της οντολογοποίησης των κατα- στατικών εννοιών και της δημιουργίας μίας νέας παραλλαγής της κοινωνικής ο- ντολογίας στην παράδοση των αντινα- τουραλιστικών «επιστημών περί πνεύμα- τος». Ο Σούτς μελέτησε επίσης τις δομές των κινήτρων της κοινωνικής δράσης, τις μορφές και τις μεθόδους της κοινής γνώσης, τη δομή της ανθρώπινης επικοι- νωνίας, της κοινωνικής αντίληψης, της ορθολογικότητας κ.ά., καθώς και τα προ- βλήματα της θεωρίας και της μεθοδολο- γίας της κοινωνικής γνώσης. Οι ιδέες του Σούτς επέδρασαν στην ανάπτυξη της αστικής σκέψης. 73
Σουφισμός ■ Der sinnhafte Aufbau der sozialen Welt, W., 1960 Collected papers. v. 1 - 3, The Hague, 1962 - 66· Reflections on the problem of rele- vance, New Haven, 1970 A. Schütz on phe- nomenology and social relations. ed. by H. R. Warger, Chi.. 1970· The structures on the life - World, Evanston (III), 1973 (μαζί με τον Τ. Luckmann). • Ιόνιν Λ. Γκ., Κατανοούσα κοινωνιολογία. Ι- στορική - κριτική ανάλυση, Μ., 1979 Gorman R. Α., The dual Vision, ΝΎ.. 1977· Α. Schütz und die Idee des Alltags in den Sozialwissen- schaften, hrgs. V. W. Sprandel, R. Grathoff, Stuttg.. 1979. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Σουφίσμός [από το αραβικό σούφι, στην κυριολεξία = αυτός που φοράει μάλλινα ενδύματα (σουφ = μαλλί, χοντρό μάλλινο ύ(ρασμα, από εδώ και η κάπα ως μόνιμο γνώρισμα του ασκητή)· κατά τη γνώμη του Μπιρουνί, ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη «σοφός» (πιθανόν πα- ρετυμολογία)]. Μυστικιστικό ρεύμα στον ισλαμισμό (τόσο στο σιισμό, όσο και στο σουννισμό), που εμφανίστηκε τον 8ο αι. στις περιοχές του σημερινού Ιράκ και της Συρίας. Σε διάφορες εποχές ο σουφι- σμός επεκτάθηκε από τη Βορειοδυτική Αφρική ώς τις βόρειες περιοχές της Κί- νας και της Ινδονησίας. Γενικά ο σουφι- σμός έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: συνδυασμός της ιδεοκρατι- κής μεταφυσικής (ιρφάν) με την ιδιαίτε- ρη ασκητική πρακτική· διδασκαλία για βαθμιαία προσέγγιση του προσήλυτου (μουρίντ), μέσω της μυστικής αγάπης, στη γνώση του θεού και την τελική συγ- χώνευση με αυτόν σημαντικός ρόλος του γέρο - δάσκαλου (μουρσίντ, πιρ). που οδηγεί τον προσηλυτισμένο στο μυστικό δρόμο (ταρικάτ) ώς τη στιγμή που αυτός θα συγχωνευθεί με το θεό. Από εδώ πη- γάζει και η προσπάθεια των σουφιστών για διαισθητική γνώση, τη «φώτιση», την έκσταση, που επιτυγχάνεται με ειδικούς χορούς ή με τη συνεχή επανάλειψη προ- σευχών, «νέκρωση της σάρκας» του νέ- ου πιστού σύμφωνα με τις υποδείξεις του γέροντα. Τις βάσεις της διδασκαλίας του σουφι- σμού έθεσαν τον 9ο αι. ο Αιγύπτιος Ζου - ν - Νουν αλ - Μισρί και ο Αμπού Αμπχαλ- λάχ αλ Μουχασιμπί από τη Βαγδάτη, που ήταν και ο δημιουργός της θεωρίας της αυτοπαρατηρησης, του συσχετισμού των πράξεων του ανθρώπου και των εν- δόμυχων προθέσεων του, με σκοπό την επίτευξη της ύψιστης ειλικρίνειας ενώ- πιον του θεού (αντιτασσόταν στην υπο- κρισία και την επιδεικτική θεοσέβεια του κλήρου). Στο Μουχασιμπί αποδίδουν τη διδασκαλία για το χάλ, δηλαδή για την α- καριαία φώτιση, την εκστατική κατάσταση του σουφιστή στο δρόμο προς το θεό. Η σχολή μαλαματιίγια (Νισαπούρ, 9ος αι.) δημιούργησε τη διδασκαλία για το συν- δυασμό του εσωτερικού εξαγνισμού και της σκόπιμης επιδεικτικής ασέβειας προς το θεό (π.χ., οινοποσία), που προ- καλεί τη μομφή των άλλων, πράγμα που πρέπει να κάμψει την υπεροψία. Ο εκ- πρόσωπος της σχολής της Βαγδάτης Τζουνάιτ (πέθανε το 909) δημιούργησε τη διδασκαλία για το φάνα, τη μυστική συγχώνευση του σουφιστή με το θεό, που οδηγεί στο υπέρ - Είναι (μπάκα), δη- λαδή στην αιωνιότητα του απόλυτου. Ο Τζουνάιτ πρότεινε να θεωρείται πρώτο στάδιο του μυστικού δρόμου το σαριάτ, δηλαδή ο παμμουσουλμανικός θρησκευ- τικός νόμος, δεύτερο στάδιο ο σουφιστι- κός δρόμος ταρικάτ και τρίτο το χακικάτ, η κατανόηση της αλήθειας του θεού. Για το Τζουνάιτ μία από τις βάσεις του ισλα- μισμού, το ταουχίντ. δεν είναι η φραστική απόδειξη της μοναδικότητας του θεού, όπως στη θεολογία, αλλά η ίδια η ασκητι- κή ζωή του σουφιστή σε μια υπερβατική ένωση με το θεό. Άλλος θεμελιωτής του σουφισμού. ο Αμπού Γιαζίντ (πέθανε 74
Σουχραβαρντί το 874), δημιούργησε τη διδασκαλία για την τριπλή διαβάθμιση της συνείδησης του Είναι («Εγώ», «Εσύ», «Αυτός - εαυ- τός»). Ο Αμπού Αμπνταλλάχ Χουσείν ιμπν Μανσούρ αλ - Χαλλάτζ υποστήριζε τη δυνατότητα πραγματικής ένωσης του πνεύματος του σουφιστή με το θεό και σε στιγμές έκστασης αναφωνούσε: «Εί- μαι αληθινός» (δηλαδή θεός). Για το λό- γο αυτό θεωρήθηκε αιρετικός και εκτε- λέστηκε το 922. Κατά το 10ο - 11ο αι. η σουφιστική διδασκαλία παίρνει την τελική της μορφή, εμφανίζονται οι θέσεις για «στάσεις» στη μυστική πορεία, για τριπλή διαβάθμιση της αληθινής γνώσης, που ο- λοκληρώνεται με τη συγχώνευση του υ- ποκειμένου της γνώσης με το αντικείμε- νο της (το θεό). Με τη μεταρρυθμιστική δραστηριότητα του Γκαζάλι* ο σουφι- σμός αναγνωρίστηκε ώς ένα βαθμό από τον ορθόδοξο μουσουλμανικό κλήρο, που ώς τον 11ο - 12ο αι. καταδίωκε το σουφισμό (αν και η διαμάχη για το αν ο σουφισμός «επιτρέπεται» στον ισλαμισμό συνεχίζεται και στον 20ό αι.). Ο Σουχρα- βαρντί* ανέπτυξε τη διδασκαλία για το /σ- ράκ* (μυστική φώτιση), ο Αχμέντ Γκαζάλι (πέθανε το 1126), ο Άιν αλ - Κουζάτ Χα- μαντανί (πέθανε το 1132) και ο Ιμπν αλ - Αραμπί (πέθανε το 1240) ανέπτυξαν τη διδασκαλία για το βαχντάτ αλ βουν- τζούντ* (για την ενότητα του Είναι): το πνεύμα του σουφιστή πρέπει «να αποτι- νάξει τις αλυσίδες της πολλαπλότητας», που χαρακτηρίζει την ύλη, και να ενωθεί με το απόλυτο. Στους 12 αιώνες που υπάρχει ο σουφι- σμός. οι διάφορες πλευρές της διδασκα- λίας του και της οργανωτικής του μορ- φής χρησιμοποιήθηκαν από διάφορες τα- ξικές ομάδες. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. οι αστοί μεταρρυθμι- στές στις χώρες της Ανατολής και οι εκ- συγχρονιστές του ισλαμισμού πάλευαν κατά των ταγμάτων των σουφιστών, που συνδέονταν με τη φεουδαρχική αντίδρα- ση. Σήμερα στην Ανατολή ο σουφισμός εξακολουθεί να διαδραματίζει αρκετά σημαντικό ρόλο. • Μπέρτελς Ε. Ε., Σουφιομός και σουφιστική λογοτεχνία. Μ., 1965' Πετρούσεφσκι Ι. Π., Ο ισλαμισμός στο Ιράν τον 7ο-15ο αι., Λ., 1966, οελ. 310 50 Η Θρησκεία και η κοινωνική σκέψη των χωρών της Ανατολής, Μ., 1974, σελ. 320 - 35 Ritter Η., Das Meer der Seele, Leiden, 1955· Trimingham J. S., The Sufl Or- ders In Islam, Oxf., 1971. Θεώρηση Ε Ν. Ρούσσου Σουχραβαρντί Σιχαμπάντιν (1155, Σου- χραβάρντ, κοντά στο Ζεντζάν, 1191, Χαλέπι). Μουσουλμάνος θεολόγος, σου- φισπίς. Έφερε το πανωνύμιο αλ - Μα- κτούλ (στην κυριολεξία = σκοτωμένος). Ανέπτυξε τη θεωρία της μυστικής φώτι- σης, ιοράκ*, που αποτέλεσε βάση ολό- κληρης τάσης στο σουφισμό. Στη θεωρία του Σουχραβαρντί οι ιδέες των αλ - Χαλ- λάτζα, Ιμπν Σίνα και Γκαζάλι για το ισράκ συνδυάζονται με τις αντιλήψεις του ερ- μητισμού και του ζοροαστρισμού (αγγε- λολογία κ.ά.), πράγμα που έγινε αφορμή να κατηγορηθεί ο Σουχραβαρντί για α- νορθδοξία. Ο Σουχραβαρντί άσκησε με- γάλη επίδραση στην παραπέρα ανάπτυξη της μουσουλμανικής σκέψης (Σαχραζού- ρι, ISh-αββάνι, Μουλλά Σαντρά, Χαντί Σα- μπζιβάρι, ινδομουσουλμάνοι θεολόγοι του 16ου - 18ου αι.). ■ Opera metaphysica et mystica, ed. Η. Cor- bin, V. 1, Istanbul, 1945, v. 2, Tohoran - P., 1952" Μάντικ ατ - ταλβιχάτ, Τεχεράνη, 1955. • Die Philosophie der Erleuchtung nach Suh- rawardi, ubers. und erläutert v. M. Horten, Halle Saale, 1912* Three treatlses on mystl- cism, ed. transl. by O. Speesand S. K. Khatak, Stuttg., 1CJ5· Corbin H.. Les motifs zoroa- striens dans la Philosophie de Suhrawardi, 75
Σόφισμα Teheran, 1946· Σάμι αλ - Καϊγιάλι, Σουχρα- Θαρντί, Βηρυτός, 1955. Θεώρηση £ Ν. Ρούσσου Σόφισμα. Λογικά μη - ορθός (πλαστός) διαλογισμός (παραγωγή, απόδειξη) που παρουσιάζεται ως ορθός. ' Ετσι προκύ- πτει η χρήση της λέξης «σοφιστής» με την αρνητική σημασία που δηλώνει το ά- τομο το οποίο διατυπώνει ψευδείς συνα- γωγές με σκοπό το όφελος από αυτήν την επιχειρηματολογία. Ο Πλάτων παρα- θέτει ποικίλα παραδείγματα σοφισμάτων στους διάλογους του («Ευθύδημος» κ.ά.). Ο Αριστοτέλης στο έργο ^Σοφιστι- κοί έλεγχοι^ παραθέτει λογική ανάλυση των σοφισμάτων και ταξινόμισή τους. Πα- ράδειγμα αρχαίου σοφίσματος είναι ο <'Κερατίνης»: «Ό,τι δεν έχασες, το έ- χεις* δεν έχασες κέρατα* επομένως τα έχεις». Το σφάλμα εδώ συνίσταται στο συμπέρασμα το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του γενικού κανόνα στη μερι- κή περίπτωση, την οποία όμως ο κανόνας στην ουσία δεν προβλέπει. Διαδεδομένα σοφίσματα είναι, π.χ., οι δκιλογισμοί, οι ο- ποίοι κατασκευάζονται σε αυθαίρετα επι- λεγμένες, επωφελείς για το σοφιστή πα- ραλλαγές, με τη βοήθεια των οποίων μπορεί γενικά να αποδειχθεί οτιδήποτε. Ορισμένες φορές σοφίσματα ονομάζο- νται οι διαλογισμοί, οι οποίοι στην ουσία είναι παράδοξα* (π.χ., ο <^Ψευδόμενος», ο «Σωρίτης»). Ωστόσο, οι δύο έννοιες «παράδοξα» και «σοφίσματα» πρέπει να δκικρίνονται: σε διάκριση από τα παράδο- ξα, στα σοφίσματα δεν εκδηλώνονται πραγματικές λογικές δυσχέρειες. Τα σο- φίσματα ανακύπτουν ως αποτέλεσμα εμ- φανώς μη - ορθής εοραρμογής των λογι- κών και σημαντικών κανόνων και λογικών πράξεων. • Τζέβονς Β. Σ., Στοιχειώδες εγχεφίδιο λο- γικής παραγωγικής και επαγωγικής, μετφ. από τ' αγγλ., ΣΠ-ργκ, 1881* Μίντο Β., Παρα- γωγική και επαγωγική λογική, μετφ. από τ' αγ- γλ.. Μ., 1898. θεώρηση Γ. Παπαγούνου Σοφιστές. Συμβατική ονομασία μιας ο- μάδας αρχαίων ελλήνων στοχαστών των μέσων του 5ου και του πρώτου μισού του 4ου αι. π.χ. Αρχικά η ελληνική λέξη «σο- φιστής» ήταν συνώνυμη της λέξης «σο- φός» και υποδήλωνε άνθρωπο με κύρος στα διάφορα ζητήματα της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής. Από τα μέσα του 5ου αι. Π.Χ. σοφιστές άρχισαν να ονομάζο- νται εκείνοι που δίδασκαν με πληρωμή τη ρητορική και διάφορες άλλες γνώσεις, οι οποίες θεωρούνταν απαραίτητες γκι την ενεργό συμμετοχή στην πολιτική ζωή της ελληνικής πόλης - κράτους. Οι σοφι- στές προκάλεσαν επικρίσεις από την πλευρά των συντηρητικών κοινωνικών ο- μάδων (κατηγορίες για ανεντιμότητα ε- ναντίον του Πρωταγόρα* παρουσίαση του Σωκράτη ως τυπικού σοφιστή στην κωμω- δία του Αριστοφάνη «Νεφέλες» κ.λπ.). Τα κυριότερα έργα των σοφιστών δε δια- σώθηκαν και για τις αντιλήψεις τους μπο- ρεί να κρίνει κανείς κυρίως από την πο- λεμική που τους έκαναν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, καθώς και οι μετέπειτα συγγραφείς που είχαν δεχτεί την επίδρα- ση τους. Μεταξύ των πρεσβύτερων σοφιστών (δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.) αναφέρο- νται οι: Πρωταγόρας*, Γοργίας*, Ιππίας, Πρόδικος, Αντιφών* και Κριτίας. Στην ε- πόμενη γενεά, στους νεότερους σοφι- στές ανήκαν οι: Λυκόφρων, Αλκιδάμας και Θρασύμαχος. Σε άγνωστο σοφιστή α- νήκει ένα έργο με τον τίτλο <^Δισσοί λό- γοι» (λόγοι αμφίσημοι) που σώζεται μέχρι σήμερα. Τους δκιλογισμούς άγνωστου σοφισπί παραθέτει ο Ιάμβλιχος στον «Προτρεπτικό» του. Ο άγνωστος αυτός σοφισπίς σπι φιλολογική γλώσσα είναι 76
Σοφιστές γνωστός ως Ανώνυμος του Ιάμβλιχου. ' Ολα τα σωζόμενα αποσπάσματα των σο- φιστών, καθώς και πληροφορίες για τη δι- δασκαλία τους, έχουν συγκεντρωθεί στο γνωστό έργο: Η. Diels - W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker (2 τόμοι κείμενα, τρίτος τόμος λεξιλόγιο). (Το έρ- γο συνήθως συντομογραφείται με τα αρ- χικά των δύο ερευνητών: DK και συνο- δεύεται από τον αριθμό κεφαλαίου, π.χ. DK 80 είναι ο Πρωταγόρας). Τα προβλή- ματα της φιλοσοφίας της φύσης ενδιέ- φεραν τους σοφιστές λιγότερο απ* ό.τι τους στοχαστές των προηγούμενων γε- νεών. Στο ζήτημα αυτό οι σοφιστές υιο- θετούσαν συνήθως τις ιδέες της ιωνικής φιλοσοφίας. Κοινό γνώρισμα των θεωριών των σοφι- στών ήταν ο σχετικισμός (ρελατιβισμός) της γνώσης και των αξιών, που βρήκε την κλασική του έκφραση στη θέση του Πρω- ταγόρα «Πάντων χρημάτων μέτρον άν- θρωπος». Σ* αυτό συνέβαλε και ο ίδιος ο χαρακτήρας της δράσης των σοφιστών: ήταν υποχρεωμένοι να διδάξουν στους μαθητές τους πώς να υπερασπίζουν μια άποψη που τους ήταν χρήσιμη στη ζωή τους. Τη βάση της διδασκαλίας αυτής α- ποτελούσε η αντίληψη ότι απόλυτες αλή- θειες και αντικειμενικές αξίες δεν υπάρ- χουν. Η αντιπαραβολή των αντιφατικών κανόνων, που επικρατούσαν στους διά- φορους λαούς, η γοργή αποσύνθεση της παραδοσιακής ιδεολογίας στις ελληνικές πόλεις κλόνισαν την αντίληψη για ενιαίο ηθικό νόμο. Τη σχετικότητα των εννοιών του καλού και του κακού οι ^Δισσοί λό- γοι» τη μετατρέπουν σχεδόν σε γελοιο- γραφία: «Η ασθένεια είναι κακό για τον α- σθενή, ενώ για τους γιατρούς είναι καλό. Ο θάνατος είναι κακό για εκείνους που πεθαίνουν, ενώ για τους πωλητές πραγ- μάτων, που είναι απαραίτητα για την κη- δεία, και για τους νεκροθάφτες είναι κα- λό». Σημαντικό ρόλο για την κοσμοθεω- ρία των σοφιστών έπαιξε η αντιπαράθεση της φύσης, ως στοιχείου σχετικά σταθε- ρού, στον ανθρώπινο νόμο που είναι με- ταβλητός, αυθαίρετος και υπηρετεί ορι- σμένα συμφέροντα. Οι σοφιστές έρχονταν αναπόφευχτα σε αντίθεση με τις παραδοσιακές θρησκευ- τικές πεποιθήσεις. ' Ετσι, ο Πρωταγόρας ισχυριζόταν ότι δε γνωρίζει αν υπάρχουν ή όχι θεοί ούτε ποια μορφή έχουν. (βλ. Διογένης Λαέρτιος IX 51). Ο Θρασύμα- χος πίστευε ότι οι θεοί δεν αναμιγνύο- νται στις ανθρώπινες υποθέσεις (βλ. DK, 85 Β 8). Ο Διαγόρας από τη Μήλο και ο Θεόδωρος από την Κυρήνη, που είχαν στενές σχέσεις με τους σοφιστές, απέρ- ριπταν ανοιχτά την ύπαρξη θεών. Ο Πρό- δικος έβλεπε τις πηγές της θρησκείας στο σεβασμό που έτρεφαν οι άνθρωποι απέναντι στο ψωμί, το κρασί, τον ήλιο, το φεγγάρι και τα ποτάμια, δηλαδή στο κάθε τι που είναι ωφέλιμο στον άνθρωπο (βλ. στο ίδιο, 85 Β 5). Ο Κριτίας δήλωσε ότι η θρησκεία είναι μία πολιτική επινόηση, που αποβλέπει στο να υποχρεώσει τους απλούς ανθρώπους να τηρούν τους νό- μους (βλ. Σέξτος Εμπειρικός, Προς φυ- σικούς IX 54). Ο Πρωταγόρας, διατύπω- σε τη θέση ότι για όλα τα θέματα υπάρ- χουν αντίθετα επιχειρήματα, ανάλογα με την άποψη εκείνων που τα υποστηρί- ζουν. Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι χρησιμο- ποιούν και παραπειστικούς λόγους, σοφί- σματα* Ο Γοργίας και άλλοι σοφιστές α- νέπτυξαν τη διδασκαλία της ρητορικής τέχνης, που είχαν αρχίσει στη Σικελία οι Κόρακας και Τεισίας και τη μετέφεραν, ειδικότερα, στην Αθήνα. Οι σοφιστές έ- καναν ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο προς τη δημιουργία επιστήμης για τη γλώσσα. Ο Πρωταγόρας ασχολήθηκε με τις κατηγορίες της μεταβολής των λέξε- ων και τη σύνταξη της πρότασης. Ο Πρό- δικος έθεσε τις βάσεις της θεωρίας για τα συνώνυμα (βλ. Πλάτων, Κρατύλος 384 b Πρωταγόρας 337 a - c). Q σοφιστές εξέφρασαν την ιδέα της ι- 77
Σοςκατές σότητας όλων των ανθρώπων. Έτσι, ο Αλκιδάμας διακήρυττε ότι «ο θεός έκανε όλους τους ανθρώπους ελεύθερους, η φύση δεν έκανε κανέναν δούλο» (σχόλια στη Ρητορική 1373 b του Αριστοτέλη). Ο Αντιφών και ο Λυκόφρων απέρριπταν την υπεροχή της αριστοκρατικής καταγωγής. Q αντιλήψεις των σοφιστών δε διακρίνο- νταν για την ενότητα τους ακόμα και πά- νω σε βασικά ζητήματα. Λόγου χάρη, ο «Ανώνυμος του Ιάμβλιχου» θεωρεί τους νόμους βάση της κανονικής ύπαρξης των ανθρώπων, ενώ ο Αντκρών έχει τη γνώμη ότι οι θετοί νόμοι αποτελούν βια- σμό της ανθρώπινης φύσης (βλ. DK, 87 Β 44). Ο Λυκόφρων θεωρούσε το νόμο εγ- γυητή των προσωπικών δικαιωμάτων των πολιτών (βλ. Αριστοτέλης, Πολιτικά III 9, 1280 b 8 και εξής), ενώ ο Θρασύμαχος, κατά τον Πλάτωνα, υποστήριζε ότι οι κυ- βερνήτες επιβάλλουν παντού νόμους ευνοϊκούς για τους ίδιους, για τα συμφέ- ροντα τους (βλ. «Πολιτεία» 336 b 354c). Η διδασκαλία των σοφιστών άσκησε επί- δραση σε μεγάλα πνεύματα της εποχής τους, όπως στον Περικλή, τον Ηρόδοτο και τον Ευριπίδη. ■ Αποσπάσματα: Diels - Kranz. Die Fragme- nte der Vorsokratiker, II· Μακοβέλσκι Α. Ο, Σοφιστές, μέρ. 1 2, Μπακού, 1940 - 41. • Τσερνισεφ Μπ. Σ., Σοφιστές, Μ., 1929· Λούριε Σ. Γ., Ιστορία της αρχαίας κοινωνικής σκέψης, Μ. - Λ., 1929' Decharme Ρ., La cri- tique des traditions religieuses chez les Grecs, P., 1904 Nestle W., Von Mythos zum Logos. Stuttg., 1942 Havelock E. Α.. The li- beral temper in Greek politics, L., 1957· Go- mperz H., Sophistik und Rhetorik, Stuttg., 1965 Guthrie W. K. C, Αhistory of Greek phi- losophy, V. 3, Camb., 1971. A. I. Ζάιτσεφ Θεώρηση Φ. Βώρου (Συμπλήρωμα της ελληνικής σύνταξης) Το κίνημα των σοφιστών έφτασε ως εμάς παραμορφωμένο και σχεδόν συκοφαντη- μένο εξαιτίας των πληροφοριών που μας άφησε γι* αυτούς πρώτα ο Πλάτων και ύ- στερα ο μαθητής του Αριστοτέλης και άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς. Από τον περασμένο αιώνα άρχισε μια πιο προ- σεκτική μελέτη για την αποκατάσταση της πραγματικής πνευματικής φυσιογνω- μίας των σοφιστών. ' Εχει γίνει σήμερα δεκτό ότι ο Πλάτων αντιμετώπισε τους σοφιστές με επικριτική διάθεση -αν όχι με δυσφημιστική προκατάληψη- λόγω ι- δεολογικής αντίθεσης προς αυτούς. Από τη μελέτη των σωζόμενων αποσπα- σμάτων των σοφιστών προκύπτει ότι: α. Αυτοί καλλιέργησαν τον ανθρώπινο λόγο και δίδαξαν ότι ο άνθρωπος βελτιώνεται με την παιδεία* β. Προσπάθησαν να ερ- μηνεύσουν τη θρησκεία, να απαλλάξουν τον άνθρωπο από το δογματισμό και ειση- γήθηκαν ό,τι ονομάζουμε σήμερα «ανε- ξιθρησκεία». Είναι χαρακτηριστικός ο λό- γος του Πρωταγόρα: «Περί θεών ουκ έχω ειδέναι, ούτε ως εισίν, ούτε ως ουκ εισίν, ούτε οποίοι τίνες ιδέαν πολλά γαρ τα κωλύοντα, η τε αδηλότης και βραχύς ων 0 βίος του ανθρώπου» (δεν μπορώ να γνωρίζω ούτε αν υπάρχουν θεοί, ούτε αν δεν υπάρχουν, ούτε πώς είναι στην όψη γιατί μ' εμποδίζουν πολλά: και το ίδιο το θέμα που είναι άδηλο και το ότι η ζωή του ανθρώπου είναι σύντομη) (Diels - Kranz, Die Fragmente, 80 B4)· γ. Μίλησαν για φυσική ισότητα των ανθρώπων και για το φυσικό δικαίωμα της ελευθερίας («Ελευ- θέρους αφήκε πάντας θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε», Αλκιδάμας)· δ. Έθιξαν θέματα κοινωνικής δικαιοσύ- νης και ουσίας του νόμου, που σήμερα τα εξετάζουν η κοινωνιολογία και η πολιτική επιστήμη- ε. Ως εκφραστές μιας εμπο- ροναυτικής τάξης που αναπτυσσόταν τό- τε (κυρίως το δεύτερο μισό του 5ου αιώ- 78
Σοφιστική να π.Χ.) σης ελληνικές πόλεις έγιναν ει- σηγητές ενός Διαφωτισμού, του Ελληνι- κού Διαφωτισμού. ' Ενα δείγμα της παραμόρφωσης του σο- φιστικού κινήματος (που εισηγητής και αρχιτέκτονας της υπήρξε ο Πλάτων) εί- ναι το ακόλουθο: Ο μεγάλος φιλόσοφος στο α' βιβλίο της «Πολ/τείας» του πα- ρουσιάζει το σοφιστή Θρασύμαχο ως ένα θρασύ, ιταμό και επιπόλαιο νέο, που δε σέβεται καθόλου τους συνομιλητές του και υποστηρίζει ότι «δίκιο είναι το συμφέ- ρον του δυνατού». 'Ομως, στο κυριότε- ρο από τα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του αυτός ο ίδιος λέει: «Θα επιθυ- μούσα να είχα ζήσει τότε που οι νέοι μπορούσαν να αρκεστούν να μη μιλούν, τότε που η κατάσταση δεν τους ανάγκα- ζε να ζητούν το λόγο. τότε που η ώριμη γενιά διαχειριζόταν σωστά τα προβλήμα- τα της πόλης. Επειδή όμως τα φέρε έ- τσι η μοίρα, άλλοι να κυβερνούν κι εμείς να πληρώνουμε τις συμφορές, αναγκά- ζομαι τώρα να πάρω κι εγώ το λόγο» (Diels - Kranz, Die Fragmente, 85 Β 1, μετφ. Φ. Κ. Βώρου). Ήταν άραγε ιτα- μός, θρασύς, αλήτης; ' Η ήταν νέος με ι- δανικά που αμφισβητούσε την κατεστη- μένη άδικη τάξη: Από την πρόσ(ρατη ελληνική βιβλιογρα- φία σημειώνουμε: Αγησ. Ντόκα, Ο Αρ- χαίος Ελληνικός Διαφωτισμός Β. Μπρα- κατσούλα, Ο Διαφωτισμός στην Αρχαία Αθήνα Κ. Μπαλάσκα Οι τρεις τάσεις της Αρχαίας Σοφιστικής (στον τόμο Α- φιέρωμα στον Ε. Π. Παπανούτσο)· Φ. Κ. Βώρου, Η Αρχαία Σοφιστική: ο Ελληνικός Διαφωτισμός (στο βιβλίο: Σύντομη Ιστο- ρία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοοοφίας)' Η Αρχαία Σοφιστική, πρακτικά συνεδρίου που οργάνωσε η Ελληνική Φιλοσοφική Ε- ταιρεία στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 1982. Σοφιστική. 1) Φιλοσοφικό ρεύμα στην Αρχαία Ελλάδα, που δημιουργήθηκε από τους σοφιστές* 2) Διαλογισμός (συμπέ- ρασμα, μαρτυρία) που βασίζεται σε συ- νειδητή και σκόπιμη παράβαση των νό- μων και των αρχών της τυπικής λογικής, στη χρήση παραπειστικών αποδείξεων και επιχειρημάτων, που προβάλλονται ως ορθά (βλ. Σόφισμα). Η σοφιστική» είναι μία παραλλαγή της μεταφυσικής σκέψης και έχει τις ρίζες της στην απολυτοποίη- ση της σχετικότητας της γνώσης. Εκμε- ταλλευόμενη το γεγονός της μεταβλη- τότητας, της αντιφατικότητας και της πο- λυπλοκότητας των αντικειμένων της γνώσης, η σοφιστική αρνείται τα απόλυτα σημεία κατά τη διαδικασία προσπέλασης της αλήθειας: «Για τον υποκειμενισμό και τη σοφιστική το σχετικό (ρελατιβιστι- κό) είναι μόνο σχετικό και αποκλείει το α- πόλυτο» (Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 29, σελ. 317). Στις κατασκευές της η σοφιστική χρησιμοποιεί τα διάφορα λογικά λάθη, την υποκατάσταση των εννοιών, τις λα- θεμένες μορφές συμπεράσματος, κα- θώς και τα λεκτικά τεχνάσματα και πα- νουργίες και το πολυσήμαντο ορισμένων εννοιών και όρων. Παραβαίνοντας τα αι- τήματα της τυπικής λογικής, η σοφιστική οδηγεί στο να χάνει η νόηση την αίσθηση του συγκεκριμένου και του καθορισμέ- νου και να καταφεύγει στην υποκειμενι- στική χρήση της «ελαστικότητας των εν- νοιών»: «η ελαστικότητα αυτή, όταν χρη- σιμοποιείται υποκειμενικά, ισούται με την εκλεκτικότητα και τη σοφιστική (στο ίδιο, σελ. 99). Ο μαρξισμός - λενινισμός αντι- παραθέτει στη σοφιστική τις διαλεκτικές αρχές της αντικειμενικότητας, την ολό- πλευρη και συγκεκριμένη ανάλυση των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων. Βλέπε ακόμη το λήμμα Σοφιστές και το συμπλήρωμα της ελληνικής έκδοσης. • Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Η γερμανική ιδε- Φ. Κ. Βώρος Ολογία, Άπαντα, τ. 3 Λένιν Β. Ι., Το ζήτημα 79
Σπένγκλερ της διαλεκτυσις, Απαντα, τ. 29' του ίδιου, Πολιτικά σοφίοματα, στο ίδιο, τ. 10 Παραμό- νοφ Ν. Ζ., Κριτική του δογματισμού, του σκε- πτικιομού και του ρελατιΘισμού, Μ. 1973 Ζα- μπότιν Π. Σ., Η υπέρβαση της πλάνης σπηνε- πιστημονική γνώση, Μ., 1979. Θεώρηση Φ. Βώρου Σπένγκλερ (Spengier) 'Οσβαλντ (29. 5. 1880, Μπλάγκενμπουργκ, Γκάρτς, - 8. 5. 1936, Μόναχο). Γερμανός ιδεαλι- στής φιλόσοφος, εκπρόσωπος της φιλο- σοφίας της ζωής* ' Εγινε γνωστός μετά την εντυπωσιακή επιτυχία του κύριου έρ- γου του «Η παρακμή της Δύσης» (Bd 1 - 2, 1918 - 22). Στη δεκαετία του 1920 α- νέπτυξε δραστηριότητα ως δημοσιολό- γος με έναν συντηρητικό - εθνικιστικό προσανατολισμό, που πλησίαζε το φασι- σμό. Ωστόσο, το 1933 απέρριψε την πρό- ταση των ναζί να συνεργαστεί μαζί τους. Το χιτλερικό καθεστώς μποϋκοτάρησε το έργο του Σπένγκλερ, πράγμα που δεν ε- μπόδισε τους ^ωρητικούς του ναζισμού να χρησιμοποιούν πλατιά τις θέσεις του, μετατρέποντας τες σε όπλο της δημα- γωγίας τους. Αποφασιστική ήταν η επίδραση που ά- σκησε στο Σπένγκλερ η φιλοσοφία του Νίτσε. Ο Σπένγκλερ ορμόταν από την έν- νοια της οργανικής ζωής που τη διεύρυ- νε απεριόριστα. Την κουλτούρα ερμή- νευε ως «οργανισμό» που, πρώτο, διαθέ- τει την πιο αυσπιρή ενότητα και, δεύτε- ρο, είναι απομονωμένος από άλλους, όμοιους του «οργανισμούς». Αυτό σημαί- νει ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υ- πάρξει ενιαία πανανθρώπινη κουλτούρα. Ο Σπένγκλερ απαριθμεί τους ακόλου- θους οκτώ τύπους κουλτούρας: τον αιγυ- πτιακό, τον ινδικό, το βαβυλωνικό, τον κι- νέζικο, τον «απολλώνειο» (ελληνορωμαί- κο),το «μαγικό» (βυζαντινό -αραβικό), το «φαουστικό» (δυτικοευρωπαϊκό) και την κουλτούρα των Μάγια. Σε κάθε πολπισμι- κό «οργανισμό», κατά το Σπένγκλερ. εί- ναι προκαθορισμένος ένας ορισμένος χρόνος ζωής (περίπου μία χιλιετία), που εξαρτάται από τον εσωτερικό κύκλο ζω- ής. Πεθαίνοντας, η κουλτούρα μεταμορ- φώνεται σε πολιτισμό. Ο πολιτισμός ως αντίθεση της κουλτούρας, από τη μια πλευρά, ισοδυναμεί με τις σπενκγλερι- κές έννοιες της νεκρής «έκτασης», του άψυχου «λογικού» και, από την άλλη, στέκεται στο γενικό πλαίσιο των θεωριών της «μαζικής κοινωνίας» που ανάγονται στο Νίτσε. Το πέρασμα από την κουλτού- ρα στον πολιτισμό αποτελεί μετάβαση από τη δημιουργία στη στειρότητα, από το γίγνεσθαι σπιν αποστέωση, από τις η- ρωικές «πράξεις» στη μηχανική «εργα- σία». ' Οσον αφορά στην ελληνορωμαϊκή κουλτούρα, η μετάβαση αυτή έγινε κατά την ελληνιστική εποχή, ενώ για το δυτικό κόσμο έγινε κατά το 19ο αι., από τότε που αρχίζει και η «παρακμή» του. Με το πέρασμα στον πολιτισμό, η καλλι- τεχνική και η λογοτεχνική δημιουργία γί- νεται, δήθεν, περιττή. Γι* αυτό, ο Σπέν- γκλερ προτείνει να παραιτηθούμε από τις πολιτιστικές αξιώσεις και να αφιερω- θούμε στο «γυμνό τεχνικισμό». Το ύφος του Σπένγκλερ χρησιμοποιεί πολύ το μεταφορικό λόγο, μάλιστα η με- ταφορική συσχέτιση των λέξεων υποκα- θιστά συχνά τη λογική των εννοιών. ■ Der Mensch und die Technik. Beitrag zu ei- ner Philosophie des Lebens, Münch.. 1931 Reden aus Aufsätze. Münch., 1951· Urfragen. Fragmente aus dem Nachlas, Münch., 1965 08 ρωσ. μετφ.. Η φιλοσοφία του μέλλοντος, I- βάνοβο - Βοζνεσενσκ, 1922* Πρωσισμός και σοσιαλισμός, Π., 1922 Βναι μήπως αυτό πε- σιμισμός:, Μ., 1922. • Λάζαρεφ Β. Ν., Ο Ο. Σπένγκλερ και οι ανη- λήψεις του για την τέχνη, Μ., 1922 Ο Ο. Σπένγκλερ και η παρακμή της Ευρώπης, Μ., 1922 Ασμους Β. Φ., Μαρξ και αστικός ιστο- ρισμός, στο βιβλίο του: Επιλογή φιλοσοφικών 80
Σπένσερ έργων, τ. 2, Μ., 1971* Hughes Η. S.. Oswald Spengler. Α crltical estimate, Ν.Υ., [1962] Spengler - Studien. Festgabe für M. Schröter zum 85. Gevbrtstag, hrsg. v. A.M. Koktanek, Münch., 1965. θεώρηση Β. Φίλια Σπέναβρ (Spencer) Χερμπερτ (27 4. 1820, Ντέρμπυ. - 8. 12. 1903, Μπράι- τον). Άγγλος φιλόσοφος και κοινω- νιολόγος, ένας από τους γενάρχες του θετικισμού* Εργάστηκε ως μηχανι- κός στους σιδηρόδρομους (1837 - 41), κατόπιν συνεργάστηκε με το περιοδικό «Economist» (1848 - 53). Η φιλοσοφία του Σπένσερ ήταν μια παραπέρα ανάπτυ- ξη του θετικισμού του Κόντ, αν και ο ί- διος ο Σπένσερ δεν παραδεχόταν μια τέ- τοια εξάρτηση. Ο Σπένσερ επηρεάστηκε επίσης από τον αγνωστικισμό του Χιούμ και του Τζ. Σ. Μιλ, από τον καντιανισμό, τις ιδέες της φυσικής φιλοσοφίας του Σέλλινγκ και από τη σχολή της Σκωτίας. Ο Σπένσερ εννοούσε τη φιλοσοφία ως τη γενικευμένη στο μέγιστο βαθμό γνώ- ση των νόμων των φαινομένων και θεω- ρούσε ότι δκικρίνεται από τις επιμέρους επιστήμες μόνο ποσοτικά, από το βαθμό γενίκευσης της γνώσης. Ο Σπένσερ παίρνει ως αφετηρία το χωρισμό του κό- σμου σε γνώσιμο και σε αγνώσιμο (από την άποψη αυτή η φιλοσοφία του μπορεί να θεωρηθεί ως απλοποιημένη παραλλα- γή της θεωρίας του Καντ: γνώσιμος είναι 0 «κόσμος των φαινομένων», αγνώσιμο είναι το «πράγμα καθ' εαυτό»). Η επιστή- μη είναι σε θέση να γνωρίσει μόνο τις ο- μοιότητες, τις διαφορές και τις άλλες σχέσεις μεταξύ των αισθητηριακών αντι- λήψεων, όμως δεν μπορεί να εισδύσει στην ουσία τους. ' Ετσι, «... η ύλη, ή κίνη- ση και η δύναμη είναι μόνο σύμβολα της άγνωστης πραγματικότητας» («Βασικές αρχές», ΣΠ-ργκ. 1897. σελ. 466). Το α- γνώσιμο εμφανίζεται στο Σπένσερ ως η «πρώτη αιτία», που την ύπαρξη της παρα- δέχονται και η επιστήμη και η θρησκεία (στο ίδιο, σελ. 82 - 103). Στη θεωρία της γνώσης ο Σπένσερ ανέ- πτυξε την άποψη της λεγόμενης μετα- μορφωμένης πραγματοκρατίας (ρεαλι- σμού), υποστηρίζοντας ότι οι αισθήσεις δε μοιάζουν με τα αντικείμενα, ωστόσο, σε κάθε αλλαγή της δομής του αντικει- μένου αντιστοιχεί μια ορισμένη αλλαγή της δομής των αισθήσεων και των αντιλή- ψεων (παραλλαγή του ιερογλυφισμού). Ο Σπένσερ προσπάθησε να συνενώσει τον εμπειρισμό με τον απριορισμό, αναγνωρί- ζοντας το απριορικό (αυταπόδεικτο) ως φυσιολογικά παγιωμένη πείρα αναρίθμη- των περασμένων γενεών: αυτό που είναι απριορικό για το άτομο είναι αποστεριο- ρικό για το γένος. Χαρακτηριστική ιδιο- μορφία του θετικισμού του Σπένσερ είναι η θεωρία του για την καθολική εξέλιξη, που βασίζεται στη μηχανιστική ερμηνεία της εμβρυολογίας του Κ. Μπέρ (Baer), της γεωλογικής θεωρίας του Κ. Λάιελ (Lyell), του φυσικού νόμου διατήρησης και μετατροπής της ενέργειας και της θεωρίας του Κ. Δαρβίνου. Ο Σπένσερ α- νήγαγε την έννοια της εξέλιξης στην α- διάκοπη ανακατανομή των υλικών σωμα- τιδίων και στην κίνηση τους, που γίνεται προς την κατεύθυνση της ενοποίησης (Ολοκλήρωσης) αυτών των ίδιων και της διασκόρπισης (αποσύνθεσης) της κίνη- σης, πράγμα που οδηγεί στην ισορροπία. Μ' αυτή τη μηχανιστική αντίληψη της ε- ξέλιξης προσπάθησε να εξηγήσει όλα τα φαινόμενα, από τα ανόργανα ώς τα ηθικά και τα κοινωνικά. Ο Σπένσερ αρνιόταν ν* αναζητήσει αιτίες της εξέλιξης και αντι- λαμβανόταν τον εξελικτισμό ως απλή πε- ριγραφή των παρατηρούμενων γεγονό- των. Η θεωρία του για την εξέλιξη δεν ή- ταν σε θέση να εξηγήσει τις ποιοτικές μεταβολές που συντελούνται κατά την α- νέλιξη. Ο Σπένσερ υπήρξε ο θεμελιωτής της ορ- Φ.Λ. 5-6 81
Σπετ γονικής σχολής* στην κοινωνιολογία. Την ταξική δομή της κοινωνίας και την εμ(ρά- νιση στα πλαίσια της των διαφόρων θε- σμών την ερμήνευε κατ* αναλογία με τον έμβιο οργανισμό, που τον χαρακτηρί- ζει ο καταμερισμός των λειτουργιών με- ταξύ των οργάνων. Βασικό νόμο της κοι- νωνικής εξέλιξης ο Σπένσερ θεωρούσε το νόμο της επιβίωσης των καλύτερα προσαρμοσμένων κοινωνιών, ενώ από τη θεωρία του για την εξέλιξη συνήγαγε και τη μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής της «διαφοροποιημένης» (δηλαδή της χωρισμένης σε τάξεις) κοινωνίας. Ο Σπένσερ ήταν αντίπαλος του σοσιαλι- σμού και θεωρούσε την επανάσταση «α- σθένεια» του κοινωνικού οργανισμού. Στον τομέα της ηθικής θεωρίας υποστή- ριζε τις θέσεις του ωφελιμισμού και του ηδονισμού. Η ηθικότητα, κατά το Σπέν- σερ, συνδέεται με το όφελος, το οποίο και αποτελεί την πηγή της απόλαυσης. Οι αισθητικές αντιλήψεις του συνδυάζουν διάφορες ιδέες: την αρχή της άσκοπης (αντικειμενικά) σκοπιμότητας (υποκειμε- νικής) του Κάντ, την ιδέα που πρωτοδια- τύπωσε ο Σίλλερ ότι η τέχνη είναι παιχνί- δι, και τον ωφελιμισμό, σύμφωνα με τον οποίο ωραίο είναι εκείνο που ήταν στο παρελθόν ωφέλιμο. Η ψυχολογία του Σπένσερ στάθηκε μία από τις πηγές του ψυχοφυσικού παραλληλισμού και της γε- νετικής ψυχολογίας. Η φιλοσοφία του Σπένσερ συνόψιζε τις αρχές και τα στοιχεία των επιστημών της φύσης, στα μέσα του 19ου αιώνα, δίνο- ντας τους μεταφυσική ερμηνεία· εισήγα- γε την ιδέα του ιστορισμού στην εθνο- γραφία, στην ιστορία της θρησκείας και στην ψυχολογία. Οι ιδέες του Σπένσερ έχαιραν μεγάλης δημοτικότητας στα τέ- λη του 19ου αιώνα και άσκησαν σημαντι- κή επίδραση στο μαχισμό (εμπειριοκριτι- κισμό) και στο νεοθετικισμό. ■ Works, ν. 1 -18, L. - Ν.Υ.. 1910' σε ρωσ. με- τφ.: Άπαντα, τ. 1 - 7. ΣΠ-ργκ, 1866 - 69* Έρ- γα, τ. 1 - 7, ΣΠ-ργκ, 1898 -1900 Αυτοβιογρα- φία, μέρ. 1 - 2, ΣΠ-ργκ, 1914. • Νάρσκι Ι. Σ., Δοκίμια για την ιστορία του θε- τικισμού, Μ., 1960, κεφ. 4 Μπογκομόλοφ Α. Σ., Η ιδέα της ανάπτυξης στην αστική φιλοσο- φία του 19ου και του 20ού αιώνα, [Μ.], 1962, κεφ. 2 Κον Ι. Σ., Ο θετικισμός στην κοινωνιο- λογία, [Λ.], 1964, κεφ. 2 Η αστική φιλοσοφία στις παραμονές και στις αρχές του ιμπεριαλι- σμού, Μ., 1977, κεφ. 1 Hudson W., An intro- duction to the philosophy of H. Spencer, N.Y. 1894· Taylor A. E., Herbert Spencer. N.Y., 1928 Rumney J., H. Spencer' ssociology, L, 1934· Peel J.. H. Spencer. The evolution of a sociologist, N.Y., 1971. /. Σ. NapOKi θεώρηση Γήν. Κρητικού Γπετ Γκουστάβ Γκουστάβοβιτς (7 4. 1879, Κίεβο, 23. 3. 1940, περιοχή Τομσκ). Ρώσος ιδεαλιστής φιλόσοφος, ο- παδός της φαινομενολογίας του Χούσ- σερλ και της φιλοσοφικής - ιστορικής θε- ωρίας του Χέγγελ. Καθηγητής (1918 - 23) του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Στα 1924 - 29 αντιπρόεδρος της Ρωσικής Α- καδημίας Καλών Τεχνών (αργότερα Κρα- τικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών). Στη θε- ωρία του Σπετ καθολική κατανόηση ση- μαίνει αναζήτηση των «πρώτων αιτίων» και «αρχών» του Είναι, τις οποίες ο Σπετ ονομάζει «νοήματα», «είδη», «ιδέες». Η πραγματικότητα δε «δίνεται» απλώς στην εμπειρία, αλλά, κατά το Σπέτ, «μαντεύε- ται», και η επισήμανση του νοήματος της επιτυγχάνεται με την αποκάλυψη των διαισθητικών ενεργημάτων του ανθρώπι- νου λόγου. Τη διαίσθηση ο Σπέτ την ερ- μήνευε με το πνεύμα του ορθολογισμού των Ντεκάρτ, Σπινόζα και Λάιμπνιτς: η διαισθητική «θέαση της ουσίας» μπορεί να εκφραστεί και να διαμηνυθεί με πλη- ρότητα με τα διανοητικά μέσα, με τους λογικούς ορισμούς, αν και το λογικό ε- ξαρχής αντιλαμβάνεται την ουσία («το 82
Σπινόζα νόημα») το ίδιο άμεσα, όπως άμεσα γίνο- νται αντιληπτά αισθητηριακά τα δεδομέ- να αντικείμενα. Η διαμεσολάβηση είναι στοιχείο παράγωγο, είναι περιγραφή, α- πόδειξη, ερμηνεία. Στο έργο «Η εσωτε- ρική μορφή του λόγου» (1927) η φιλοσο- φία της γλώσσας εμφανίζεται ως βάση της φιλοσοφίας του πολιτισμού και πρω- τοδιατυπώνονται πολλές ιδέες της ερμη- νευτικής* (θεωρίας της ερμηνείας). Ο Σπέτ μετέφρασε τη ^^Φαινομενολογία του πνεύματος» του Χέγγελ (δημοσιεύ- τηκε το 1959). ■ Φαινόμενο και νόημα, Μ., 1914" Η φιλοσο- φική κληρονομιά του Π. Ντ Γιούρκεβιτς, Μ., 1915' Η ιστορία ως πρόβλημα της λογικής, μέρ. 1, Μ., 1916· Η συνείδηση και ο κάτοχος της, Μ., 1916' Η φιλοσοφική κοσμοθεωρία του Χέρτσεν, Π., 1921 Δοκίμιο για την ανά- πτυξη της ρωσικής φιλοσοφίας, με ρ. 1, Π., 1922' Ο ανθρωπολογισμός του Λαβρόφ στο φως της ιστορίας της φιλοσοφίας, Π., 1922 Αισθητικά αποσπάσματα, τεύχη 1 - 3, Π., 1922 - 23' Εισαγωγή στην εθνική ψυχολογία, εκδ. 1.. Μ.. 1927 Θεώρηση Γ Παπαγούνου Σπεύσιππος (περίπου 407 π.Χ., Αθήνα, - 339 Αθήνα). Αρχαίος έλληνας πλατωνι- κός φιλόσοφος. Γιος της αδελφής του Πλάτωνα Πωτώνης και διάδοχος του στη διεύθυνση της Ακαδημίας* ' Εγραψε πραγματείες και διάλογους. Τα σημαντι- κότερα από τα έργα του (30 τίτλοι, κατά το Διογένη Λαέρτιο, IV 4 - 5, σ' αυτά πρέπει να προστεθεί και η πραγματεία ^Περί πυθαγορικών αριθμών») είναι: «Περί ηδονής», «Περί φιλοσοφίας», «Περί θεών», «Περί ψυχής», «Τα περί την πραγματείαν όμοια», «Πλάτωνος ε- γκώμιον». Ο Σπεύσιππος αντικατέστησε τις πλατωνικές ιδέες με αριθμούς, τους οποίους εννοούσε σαν αυθυπόστατες ουσίες, ξέχωρες από τα αισθητά πράγμα- τα, όμως τους εξηγούσε όχι σαν «ιδεα- τούς αριθμούς», όπως ο Πλάτων, αλλά σαν μαθηματικούς αριθμούς. Αρχή όλων των αριθμών είναι γΓ αυτόν το ένα, το ο- ποίο αυτός διέκρινε από το αγαθό και το θεό. ' Ετσι οι αριθμοί, παράλληλα με τα άλλα μαθηματικά αντικείμενα, είναι τα πρώτα υπάρχοντα αντικείμενα που τη γέννηση τους από το ένα και κάποια αρ- χή πολλαπλότητας ο Σπεύσιππος την εν- νοούσε όχι στην κυριολεξία, αλλά σαν νοητή μορφή. Το δημιουργό* του πλατω- νικού «Τιμαίου» τον θεωρούσε θεό και νου* και τον ταύτιζε με τη δεκάδα. Στο έργο του «Τα περί την πραγματείαν ό- μοια» με βάση στοιχεία της βιολογίας και της βοτανικής έκανε λογικό διαχωρισμό των γνωρισμάτων του γένους και του εί- δους. Διαχωρίζοντας τον κόσμο σε αι- σθητό και νοητό, ο Σπεύσιππος, σε αντί- θεση με τον Πλάτωνα, παραδεχόταν τη γνώση που βασίζεται στις αισθήσεις. Στην ηθική θεωρούσε καλό την απουσία του κακού. Η επίδραση του Σπεύσιππου, προφανώς, περιορίζεται κυρίως στα πλαίσια της Αρχαίας Ακαδημίας, αν και εκδηλώθηκε και αργότερα, στο νεοπυθα- γορισμό. ■ Αποσπάσματα: Lang Ρ. L. F., De Speusippi Academici scriptls, Fr./M., 1964 Speusippo. Frammenti. Edizione, traduzione e commento a cura di M. Isnardi Parente: Napoli, Bibliopo- lis 1980. 417 p. • Merian Ph., Zur Biographie des Speusip- pos, «Philologus». 1959. Bd 103. H. 3/4, 8, S. 198 - 214 Tarrant H. A. S., Speusippus' onto- logical Classification, «Phronesis», 1974. v. 19. No 3. p.. 130-45· Dillen J. M., The middle Piatonist. L. 1977. p.. 11 22. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Σπινόζα (Spinoza, d' Espinoza) Μενε- ντίκτ, (Μπαρούχ) (24.11.1632, Άμστερ- νταμ, - 21.2.1677, Χάγη). Ολλανδός υλι- στής φιλόσοφος, πανθεϊστής και αθεϊστής. Καταγόταν από οικογένεια εμπόρου, που ανήκε στην εβραϊκή κοινότητα του ' Αμ- 83
Σπινόζα στερνταμ. Μετά το θάνατο του πατέρα του (1654) ανέλαβε αυτός την επιχείρη- ση του και ταυτόχρονα αποκατέστησε ε- πιστημονικές και φιλικές σχέσεις με κό- σμο έξω από την εβραϊκή κοινότητα του ' Αμστερνταμ, ιδιαίτερα με πρόσωπα που είχαν αντιπολιτευτικές διαθέσεις απένα- ντι σπιν καλβινιστική εκκλησία, που κυ- ριαρχούσε τότε στις Κάτω Χώρες. Μεγά- λη επίδραση στο Σπινόζα άσκησε ο δά- σκαλος του στα λατινικά βαν ντεν Έ- ντεν, οπαδός του Βανίνι, καθώς και ο Ου. Ακόστα, εκπρόσωπος της εβραϊκής ε- λεύθερης σκέψης. Οι αρχές της εβραϊ- κής κοινότητας του ' Αμστερνταμ αποδο- κίμασαν τη συμπεριφορά και τις ιδέες του Σπινόζα, τον αφόρισαν το 1656 και τον κήρυξαν αποσυνάγωγο. Για να απο- φύγει τις διώξεις εγκαταστάθηκε σε ένα χωριό, όπου για να ζήσει στίλβωνε οπτι- κούς φακούς. Μετά κατέφυγε στο Ράιν- σμπουργκ, ένα προάστιο της Χάγης, ό- που και έγραψε τα φιλοσοφικά του έργα. Αγωνιζόμενος κατά της ολιγαρχικής ηγε- σίας της εβραϊκής κοινότητας έγινε α- διάλλακτος αντίπαλος του ιουδαϊσμού. Από άποψη ιδεολογικής - πολιτικής τοπο- θέτησης ο Σπινόζα ήταν οπαδός της δη- μοκρατικής διακυβέρνησης και αντίπα- λος της μοναρχίας. Οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις διαμορ- φώθηκαν αρχικά υπό την επίδραση της μεσαιωνικής εβραϊκής φιλοσοφίας (Μαϊ- μονίδης, Κρεσκάς, Ιμπν Εζρά). Από την επίδραση αυτή κατόρθ(οσε να απαλλαγεί όταν υιοθέτησε τις πανθείστικές - υλιστι- κές αντιλήψεις του Μπρούνο, την ορθο- λογική μέθοδο του Ντεκάρτ, τη μηχανι- στική και μαθηματική φυσιογνωσία. κα- θώς και τη φιλοσοφία του Χομπς ο τε- λευταίος άσκησε επίδραση στη δια- μόρφωση των γνωσιολογικών και κοινω- νιολογικών ιδεών του Σπινόζα. Στηρι- ζόμενος στη μηχανιστική μαθηματική μεθοδολογία, ο Σπινόζα προσπάθησε να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της φύσης. Συνεχίζοντας τις παραδόσεις του πανθεϊσμού, έκανε κεντρικό στοιχείο της οντολογίας του τον ταυτισμό του θε- ού και της φύσης (deus sive natura), την οποία αντιλαμβανόταν ως αιώνια, άπειρη ουσία, που απέκλειε την ύπαρξη οποιασ- δήποτε άλλης αρχής, και, επομένως, και ως αιτία του εαυτού της (causa sui). Πα- ραδεχόταν την πραγματικότητα των απεί- ρως ποικιλόμορφων μεμονωμένων πραγ- μάτων και τα αντιλαμβανόταν ως ένα σύ- νολο τρόπων, δηλαδή ιδιαίτερων και μο- ναδικών εκδηλώσεων της μιας και μόνης ουσίας. Η ποιότητα της ουσίας, κατά το Σπινόζα. αποκαλύπτεται στην έννοια του κατηγο- ρούμενου που το θεωρούσε αναπόσπα- σπι ιδιότητα της ουσίας. Τα κατηγορού- μενα κατ' αρχήν είναι άπειρα, αν και στον πεπερασμένο ανθρώπινο νου απο- καλύπτονται μόνο δύο από αυτά: η έκτα- ση και η νόηση. Σε αντίθεση προς τον Ντεκάρτ, που αντιπαρέθεσε με δυαδικό τρόπο την έκταση και τη νόηση, σαν δύο αυτοτελείς ουσίες, ο μονιστής Σπινόζα έβλεπε σ' αυτές δύο κατηγορούμενα μιας και της αυτής ουσίας. Κατά την εξέταση του κόσμου των επιμέ- ρους πραγμάτων, ο Σπινόζα ενεργούσε ως ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς εκπροσώπους της αιτιοκρατίας και αντι- πάλους της τελεολογίας, πράγμα που ε- κτίμησε ιδιαίτερα ο Φ. Ένγκελς (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, τ. 20, σελ. 350). Συνάμα, πρόβαλλε τη μηχανι- στική ερμηνεία πις αιτιοκρατίας, ταύτιζε την αιτιότητα με την αναγκαιότητα και θεωρούσε το τυχαίο μόνο ως υποκειμενι- κή κατηγορία, καταλήγοντας έτσι στην ά- ποψη της μηχανιστικής μοιρολατρίας. Ο Σπινόζα ήταν πεπεισμένος ότι ολόκλη- ρος ο κόσμος αποτελεί ένα μαθηματικό σύστημα και μπορεί να κατανοηθεί στο σύνολο του με τη γεωμετρική μέθοδο. Κατά την άποψη του, ο άπειρος τρόπος κίνησης και ηρεμίας συνδέει τον κόσμο 84
Σπινόζα των αλληλοεξαρτώμενων ενικών πραγ- μάτων, με την ουσία, που νοείται με το κατηγορούμενο της έκτασης. ' Ενας άλ- λος άπειρος τρόπος είναι η άπειρη διά- νοια (intellectus infinitus), που συνδέει τον κόσμο των επιμέρους μοναδικών πραγμάτων, με την ουσία, που νοείται με το κατηγορούμενο της νόησης. Ο Σπινό- ζα υποστήριζε ότι κατ* αρχήν όλα τα πράγματα είναι έμψυχα, αν και σε öiacpo- ρετικό βαθμό. Ωστόσο, τη βασική ιδιότη- τα της άπειρης διάνοιας «να γνωρίζει πά- ντοτε τα πάντα καθαρά και με σαφήνεια» (Επιλογή έργων, τ. 1, Μ., 1957, σελ. 108) ο Σπινόζα την απέδιδε μόνο στον άνθρω- πο. Βλέποντας τον άνθρωπο από φυσιοκρα- τική (νατουραλιστική) σκοπιά και ως μέ- ρος της φύσης, ο Σπινόζα, υποστήριζε ότι το σώμα και η ψυχή είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους λόγω της οντολογικής ανε- ξαρτησίας των δύο κατηγορουμένων της ουσίας. Η αντίληψη αυτή συνδυάζεται στο Σπινόζα με την υλιστική τάση του για την εξήγηση της νοητικής δραστηριότη- τας του ανθρώπου: η εξάρτηση της νόη- σης του ανθρώπου από τη σωματική του κατάσταση αποκαλύπτεται, κατά το Σπι- νόζα, στο στάδιο της αισθητηριακής γνώ- σης. Η τελευταία αποτελεί το πρώτο εί- δος της γνώσης, που επίσης ονομάζεται και γνώμη (opinio). Η αισθητηριακή γνώ- ση, κατά το Σπινόζα, οδηγεί συχνά σε σύγχυση, γιατί αποτελεί ατελή αντανά- κλαση του αντικειμένου, ταυτόχρονα ό- μως περιλαμβάνει στοιχεία της αλή- θειας. Ο ορθολογισμός του Σπινόζα εκδηλώθη- κε ιδιαίτερα όταν στην αισθητηριακή γνώ- ση αντιπαρέθεσε την κατανόηση ως μο- ναδική πηγή αξιόπιστης αλήθειας. Ο Σπι- νόζα θεωρεί την κατανόηση ως δεύτερο είδος γνώσης, που συντελείται από τη διάνοια (intellectus) και το λόγο (ratio)· ό- μως συχνά οι δύο αυτές έννοιες εκφρά- ζονται με τον τελευταίο μόνο όρο. Η κατάκτηση έγκυρης αλήθειας που εί- ναι δυνατή μόνο σ* αυτό το στάδιο, επι- τυγχάνεται χάρη στο ότι η ανθρώπινη ψυ- χή ως τρόπος του κατηγορουμένου της νόησης είναι σε θέση να κατανοήσει κά- θε τι που πηγάζει από την ουσία. Αυτό εί- ναι επίσης δυνατό χάρη στη θεμελιώδη θέση του ορθολογιστικού παλλογισμού* που ταυτίζει τις αρχές της νόησης με τις αρχές του Είναι: «η τάξη και οι σχέσεις των ιδεών είναι ίδιες με την τάξη και τις σχέσεις των πραγμάτων» (στο ίδιο, σελ. 407). Τρίτο είδος γνώσης είναι η ενόραση*, που αποτελεί το θεμέλιο της αξιόπιστης αλήθειας. Από την άποψη της καταγω- γής, η θεωρία του Σπινόζα για την ενόρα- ση συνδέεται με τις θεωρίες του μυστικι- στικού πανθεϊσμού για το «εσωτερικό φως» (ως πηγή άμεσης επικοινωνίας με το θεό) και τη θεωρία του Ντεκάρτ για το αξιώμα του «σαφούς και ευκρινούς νου» ως ^μέλιο κάθε γνώσης. Συνάμα, η ενό- ραση ερμηνεύεται από το Σπινόζα ως διανοητική λειτουργία: δίνει τη γνώση των πραγμάτων από την άποψη της αιω- νιότητας, ως απόλυτα απαραίτητο τρόπο της ενιαίας ουσίας. Στην ανθρωπολογία ο Σπινόζα απέρριπτε την ιδέα της ελευθερίας της βούλησης: η βούληση, κατά το Σπινόζα, συμπίπτει με το λόγο. Μεταφέροντας τους νόμους της μηχανιστικής αιτιοκρατίας σπιν αν- θρώπινη συμπεριφορά, ο Σπινόζα ήθελε ν* αποδείξει τον αναγκαίο χαρακτήρα ό- λων ανεξαιρέτως των ενεργειών του αν- θρώπου. Συνάμα, θεμελίωνε τη διαλεκτι- κή ιδέα ότι η ελευθερία και η αναγκαιότη- τα μπορούν να συμβιβαστούν, γεγονός που εκφράζει η έννοια της ελεύθερης α- ναγκαιότητας (lilDera necessitas). Δεδο- μένου ότι η ελευθερία, κατά το Σπινόζα, ταυτίζεται με τη γνώση, η τάση για αυτο- γνωσία θεωρείται από τον ίδιο ως η ισχυ- ρότερη από τις ανθρώπινες επιδιώξεις. Ο Σπινόζα διατύπωσε τη θέση της διανο- 85
Σπιριτουαλισμός ητικής αγάπης προς το θεό (amor Dei i- ntellectualis) και την ιδέα της αιωνιότη- τας της ανθρώπινης ψυχής, που συνδέε- ται με την πανθεϊσπκή αντίληψη για το θάνατο του ανθρώπου ως επιστροφή στην ενιαία ουσία. Το φιλοσοφικό σύστημα του Σπινόζα ο- λοκληρώνεται με την ηθική. Στο κέντρο της θεωρίας του για την κοσμική ηθική βρίσκεται η έννοια του «ελεύθερου αν- θρώπου», που σπι δράση του κατευθύνε- ται μόνο από το λογικό. Οι αρχές του η- δονισμού και ωφελιμισμού συνενώνονται στο Σπινόζα με τις θέσεις της ασκητικής ενατενιστικής ηθικής. ' Οπως και οι άλλοι εκπρόσωποι της θεω- ρίας του φυσικού δικαίου και του κοινωνι- κού συμβολαίου ο Σπινόζα συνήγαγε τους νόμους της κοινωνίας από τις ιδιο- μορφίες της αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης και πίστευε ότι μπορεί να υπάρξει αρμονικός συνδυασμός των εγωιστικών ατομικών συμφερόντων των πολιτών με τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας. Η πανθεϊσπκή στη μορφή φιλοσοφία του Σπινόζα είχε βαθύ αθεϊστικό περιεχόμε- νο. Η υπερνίκηση από μέρους του της θεωρίας της διττής αλήθειας του έδωσε τη δυνατότητα να θέσει τα θεμέλια της επιστημονικής κριτικής της Βίβλου. Αιτία των θρησκευτικών προλήψεων, κατά το Σπινόζα, είναι ο φόβος. Η αντίθεση του προς τον κλήρο οφειλόταν στο ότι είχε συνειδητοποιήσει τον πολιτικό ρόλο της εκκλησίας ως του πλησιέστερου συμμά- χου της μοναρχίας. Συνάμα, σύμ(ρωνα με το πνεύμα της ιδέας της «φυσικής θρη- σκείας», ο Σπινόζα υποστηρίζει ότι πρέ- πει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην α- ληθινή θρησκεία, που βασίζεται στη φιλο- σοφική σοφία, και τη δεισιδαιμονία. Η Βί- βλος είναι περιττή για έναν «ελεύθερο άνθρωπο», που κατευθύνεται μόνο από το λογικό, αλλά είναι απαραίτητη για τους περισσότερους ανθρώπους, για το «πλή- θος», που κυριαρχείται από πάθη. Οι αθεϊστικές, αντιεκκλησιαστικές και νατουραλιστικές ιδέες του Σπινόζα βρή- καν τη συνέχεια τους στον Ντιντερό και τους άλλους γάλλους υλιστές του 18ου αι. και άσκησαν μεγάλη επίδραση στη γερμανική φιλοσοφία τους τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αι., ειδικό- τερα στους Λέσσινγκ, Γκαίτε και Χέρ- ντερ και αργότερα στους Σέλλινγκ. Χέγ- γελ και Φόυερμπαχ. ■ Opera, Bd 1 - 4, Hdib., 1925· Oeuvres, 1.1 - 3. Ρ., 1964 - 65 οε ρωσ. μετφ.: Επιλογή έρ- γων, τ. 1 - 2, Μ., 1957 • Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 2, σελ. 139 - 42. 144 -146, 154· τ. 20. σελ. 350· τ. 29, σελ. 457 Λένιν Β. Ι., Φιλοσοφικά τετρά- δια, Άπαντα, τ. 29· Φίσερ Κ., Ιστορία της νέ- ας φιλοσοφίας, μετφ. από τα γερμ., τ. 2, ΣΠ- ργκ. 1906· Κετσεκιάν Σ. Φ., Η ηθική κοσμοα- ντίληψη του Σπινόζα, Μ., 1914 ΜπελένσκιΜ. Σ., Σπινόζα, Μ., 1964- Σοκολόφ Β. Β.. Ηφιλο- σοφία του Σπινόζα και η σύγχρονη εποχή, Μ., 1964· του ίδιου, Σπινόζα, Μ., 1973" Κόνικοφ Ι. Α., Ο υλισμός του Σπινόζα, Μ., 1971 Freude- nthal J., Qebhardt C, Spinoza. Leben und Le- hre, TM - 2, Hdib., 1927· Wolfson H. Α., The philosophy of Spinoza. Unfolding the latent processes of his reasoning, v. 1 - 2, Camb., 1948· Feuer L. S., Spinoza and the rise of llbe- ralism. Boston, 1958* Spinoza - dreihundert Jahre Ewigkeit. Spinoza - Festschrift. 1632 - 1932, hrsg. v. S. Hessing, Haag, 1962· Alain E. Α., Spinoza, P., 1965 Gramer W., Die a- bsolute Reflecion. Bd 1 - Spinozas Philosophie des Absoluten, Fr./M., 1966· Gueroult M., Spinoza, t. 1 - 2, P., 1968 - 74 Spinoza on knowing. being and freedom. Proceedings of the Spinoza Symposium, Assen, 1974. Θεώρηση Φ. Βώρου Σπιριτουαλισμός (= πνευματοκρατία, από το λατινικό spirltualis = πνευματικός, Spiritus = πνεύμα). Αντικειμενική - ιδεα- λιστική φιλοσοφική αντίληψη, που θεωρεί ΤΟ πνεύμα ως πρώτη αρχή της πραγματι- κότητας, ως ιδιαίτερη ασώματη ουσία, που υπάρχει πέρα από την ύλη και ανε- 86
Στάινερ ξάρτητα απ* αυτή. Ως (ριλοσοφικός όρος η λέξη χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Κουζέν. Αργότερα αποκαλούσαν σπιριτουαλισμό ορισμένες σχολές και τά- σεις της γαλλικής και ιταλικής φιλοσο- φίας του 19ου και του 20ού αι. (Ζ. Ρα- βεσσόν, Ζ. Λασελιέ, Μπουτρού*, Ροομίνι - Σερμπάτι*, Β. Τζομπέρτι, Ρενουβιέ*, Μ. Φ. Σάκκα, Μπερξόν*, Λ. Λαβέλ κ.ά.). Στην ουσία σπιριτουαλιστικές είναι όλες οι θρησκείες που πιστεύουν στην ύπαρξη θεού και την αθανασία της ψυχής. Στη φιλοσοφία ο σπιριτουαλισμός χαρακτηρί- ζει τις πιο ποικιλόμορφες θεωρίες της Αρχαιότητας και των Νέων Χρόνων που, αντίθετα από τον υλισμό, πιστεύουν ότι το πνεύμα αποτελεί ουσία. Μερικές φο- ρές με την έννοια του σπιριτουαλισμού - αντίθετα από τις διανοητικές μορφές του ιδεαλισμού- τονίζονται οι ανορθολο- γικές πλευρές του πνεύματος, το οποίο θεωρείται στις περιπτώσεις αυτές ως κά- ποια ολότητα που δεν ανάγεται στο λογι- κό, στην ιδέα ή σε οποιεσδήποτε άλλες μεμονωμένες εκδηλώσεις τους. Θεώρηση Γρ. Θέμελη - Αλατζόγλου Σπίρκιν Αλεξάντρ Γκεόργκιεβιτς (γεν. 24.12.1918, χωριό Τσιγκανάκ της περιο- χής Σαράτοφ). Σοβιετικός φιλόσοφος και ψυχολόγος, αντεπιστέλλον μέλος της Α- καδημίας Επιστημών (ΑΕ) της ΕΣΣΔ (1974). Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1960. Φοίτησε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο «Λένιν» της Μόσχας. Εργάζεται ως κα- θηγητής από το 1946. Διεθυντής σύντα- ξης στον τομέα της φιλοσοφίας στο εκ- δοτικό «Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια», ανα- πληρωτής - διευθυντής σύνταξης της Φι- λοσοφικής Εγκυκλοπαίδειας (1960 - 70). Ανώτερος επιστημονικός συνεργάτης (από το 1962), επικεφαλής του τομέα γε- νικών προβλημάτων του διαλεκτικού υλι- σμού (από το 1978) στο Ινστιτούτο Φιλο- σοφίας της ΑΕ της ΕΣΣΔ. Οι βασικές του εργασίες αναφέρονται στα προβλήματα της συνείδησης και αυτοσυνείδησης, της κοσμοθεωρίας, στο αντικείμενο, τη δομή και τις λειτουργίες της φιλοσοφίας. ■ Νόηση και γλώσσα, Μ. 1958 Η καταγωγή της συνείδησης, Μ., 1960 Μαθήματα μαρξι- στικής φιλοσοφίας, Μ., 1966' Η υλιστική δια- λεκτική, η μεθοδολογία της σύγχρονης επι- στήμης, Μ., 1968 (μαζί με το Β. Φ. Γκλαγκό- λιεφ)· Συνείδηση και αυτοσυνείδηση. Μ.. 1972. θεώρηση ΛΑκ. Στέργιου Σρέντερ (Schröder) Ερνστ (25.11.1841, Μανχάιμ, - 16.6.1902, Καρλσρούη). Γερ- μανός μαθηματικός και θεωρητικός της λογικής. Ανέπτυξε συστηματικά τη μαθη- ματική λογική (ως άλγεβρα της λογι- κής*), περιλαμβάνοντας τη θεωρία των σχέσεων. Επίσης εισήγαγε τον όρο «προ- τασιακός λογισμός» και διατύπωσε την αρχή της διττότητας και αρκετές άλλες μαθηματικές - λογικές αρχές. ■ Der Operationskreis des Logikkalküls, Lpz., 1877' Vorlesungen über die Algebra der Lo- gik, Bd 1 - 3, Lpz., 1890 -1905 Abriss der Al- gebra der Logik, Tl 1 - 2. Lpz. - B., 1909 -10. θεώρηοη Γ. Παπαγούνου Σταδίων της οικονομικής ανάπτυξης θεωρία, βλ. Ρόστοου, Στάινερ (Steiner) Ρούντολφ (27.3.1861, Κράλιεβιτς. Κροατία, - 30.3.1925, Ντόρ- ναχ, κοντά στη Βασιλεία). Γερμανός φι- λόσοφος - μυστικιστής, ιδρυτής της αν θρωποοοφίας* Οπαδός της φιλοσοφίας της φύσης του Γκαίτε, επιμελητής και σχολιαστής των φυσικοεπιστημονικών του έργων στην περίοδο 1883 - 97 Δέ- χτηκε την επίδραση της εξελικτικής θε- ωρίας του κ. Δαρβίνου και του Ε. Χαίκ- κελ, και αργότερα της φιλοσοφίας της ζωής του Νίτσε. Το 1902 πέρασε στη θε- οοοφία* και ήταν επικεφαλής του γερμα- 87
Στάμλερ νικού τμήματος της Θεοσοφικής Εται- ρείας* ήρθε όμως σε ούγκρουση μαζί της (εξ αιτίας της ανακήρυξης του Κρισνα- μούρτι ως νέου Μεσσία) και το 1913 ί- δρυσε την Ανθρωποσοφική Εταιρεία με κέντρο την πόλη Ντόρναχ (Ελβετία). Ο Στάινερ εννοούσε τη διδασκαλία του για τον άνθρωπο (ανθρωποσοφία) σαν μέσο για τη διερεύνηση, με τη βοήθεια ειδικού συστήματος αγωγής, των «μυστικών» πνευματικών δυνάμεων που βρίσκονται κλεισμένες στον άνθρωπο. Οι εργασίες και οι εισηγήσεις του αναφέρονταν στα προβλήματα της παιδαγωγικής, της μόρ- φωσης, στα διάφορα είδη της τέχνης, της ιατρικής, της κοσμολογίας, της θρη- σκείας που συχνά τα ερμήνευε με το πνεύμα του μυστικισμού. Ανέπτυξε επί- σης δράση και σαν συγγραφέας μυστικι- στικών θεατρικών έργων, σαν γλύπτης και σαν αρχιτέκτων. ■ Gesamtausgabe, Vortage, Bd 1 - 18. Dor- nach, 1958 - 75· R. Steiners Tübinger Ausga- be, Bd 1 -14,1961 -67 οερωσ. μετφ.: Ταμυ- στήρια της Αρχαιότητας και ο χριστιανισμός, Μ., 1912' Θεοσοφία, Μ. 1915 Μελέτη στην εισαγωγή των μυστηρίων. Μ., 1916. • Μπέλι Α., Ο Ρ. Στάινερ και ο Γκαίτε στην κοσμοθεωρία της σύγχρονης εποχής, Μ., 1917 Wieskerger Η., R. Steiner. Das literari- sche und Künstlerische Werk, Dornach, 1961 (βιβλγ.) Hiebe! Fr., R. Steiner im Geistergang des Abendlanders, Bern - Münch, 1965 Alen- droth W.. R. Steiner und die heutige Welt, Münch, 1969. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Στάμλερ (Stammler) Ρούντολφ (19. 2. 7856, Άλοφελντ, - 25.4.7938, Βερ- νιγκέρσντε). Γερμανός θεωρητικός του δικαίου, νεοκαντιανός· οι κοινωνικές του απόψεις συγγενεύουν με τις απόψεις του «από καθέδρας σοσιαλισμού»*. Τα προβλήματα της επιστήμης για την κοι- νωνία, και ιδιαίτερα της θεωρίας του δι- καίου, τα εξέταζε στο πνεύμα της νεο- καντιανής σχολής του Μαρβούργου. Κα- τά την άποψη του, η έννοια του δικαίου υπάρχει πριν από την εμπειρία και είναι ανεξάρτητη απ' αυτήν. Είναι μια κατηγο- ρία της νόησης, ανεξάρτητη από την κοι- νωνική πραγματικότητα και μόνο εφαρ- μόζεται σ* αυτή. Στο βιβλίο του <^Η Οικο- νομία και το δίκαιο υπό το πρίσμα της υλι- στικής αντίληψης της ιστορίας^ (1896) προσπάθησε, από τη σκοπιά της ονομα- ζόμενης νομικής κοσμοθεωρίας*» να α- νατρέψει το μαρξισμό, ταυτίζοντας τον με τον οικονομικό ντετερμινισμό. Υπο- στήριζε ότι το δίκαιο είναι πρωτεύον σε σχέση με την οικονομία και το κράτος, αν όχι χρονικά και αιτιακά, τουλάχιστον λογι- κά. Η κοινωνική ζωή ο* όλες τις εκφρά- σεις της αποτελεί μια ρυθμισμένη συμ- βίωση των ανθρώπων, που σπουδαιότερη της μορφή είναι το δίκαιο. Γι* αυτό, η οι- κονομική και πολιτική ανάπτυξη πρέπει να πραγματοποιείται στα πλαίσια επιμέ- ρους μεταβολών του δικαίου, κριτήριο των οποίων είναι «το ορθό δίκαιο» που δημιουργεί το ανθρώπινο λογικό. Οι από- ψεις του Στάμλερ επικρίθηκαν από το Β. Ι. Λένιν, τον Γκ. Β. Πλεχάνοφ και άλλους μαρξιστές. ■ Die hehre von dem richtigen Rechte. B.. 1902· Theorie der Rechtswissenschaft., Hal- le/ Saale, 1911· Recht und Macht, B., 1918 Rechtsphilosophische Abhandlungen und Vortage, Bd 1 2., Charlottenburg, 1925. • Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 3, σελ. 635, τ. 45, σελ. 30 Πλεχάνοφ Γκ. Β., Επιλογή φιλοσοφι- κών έργων, τ. Μ.. 1956. σελ. 490 - 91. τ. 2, Μ., 1956, σελ. 303 - 04. τ. 4, Μ., 1957. σελ. 191 - 94. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Στανκέβιτς όμιλος. Λογοτεχνική - φιλο- σοφική ένωση της προοδευτικής νεο- λαίας της Μόσχας που συσπειρώθηκε γύρω από το Ν. Β. Στανκέβιτς. Εμφανί- 88
Στατιστικοί και δυναμικοί νόμοι στηκε το χειμώνα του 1831 - 32. Αρχικά μέλη του ήταν οι: Ν. Β. Στανκέβιτς, Γ Μ. Νεβέροφ. Ι. Π. Κλιούσνικοφ, Β. Ι. Κρά- οοφ, Σ. Μ. Στρόγεφ, Γ Πότσεκα, Ι. Ο- μπολένσκι. Το 1833 προσχώρησαν στον όμιλο οι Β. Γκ. Μπιελίνσκι και Κ. Σ. Αξά- κοφ και το 1835 οι Μ. Α. Μπακούνιν, Β. Π. Μπότκιν, Μ. Ν. Κατκόφ. Η εντατικότε- ρη δράση του ομίλου σημειώνεται στην περίοδο 1833 - 37 Έπαψε να υπάρχει το 1839. Στον όμιλο κυριαρχούσε το ενδιαφέρον γύρω από φιλοσοφικά ηθικά και αισθητικά προβλήματα. Εκείνο που συνένωνε τα μέλη του ήταν μια ρομαντική αντίδραση στην τότε κοινωνική πραγματικότητα, η προσπάθεια να διευκρινιστεί η θέση και ο προορισμός του ανθρώπου στον κόσμο, καθώς και τα μέσα τελειοποίησης του αν- θρώπου και της κοινωνίας. Βασική κατεύ- θυνση των θεωρητικών αναζητήσεων του ομίλου ήταν η μελέτη των συστημάτων του γερμανικού ιδεαλισμού (Καντ, Φίχτε, Σέλλινγκ Χέγγελ). Τα κύρια ιδεολογικά και φιλοσοφικά θέματα που θίγονταν στις λογοτεχνικές ομιλίες και σπιν αλληλο- γραφία των μελών του ομίλου ήταν η α- ναγνώριση της πνευματικής βάσης του κόσμου, η επιβολή του ιδανικού της ηθι- κά τέλειας προσωπικότητας, η αντιπαρά- θεση της αγάπης σαν βασικής ηθικής αρ- χής στον εγωισμό, ο οποίος καταστρέφει την προσωπικότητα και τις κοινωνικές σχέσεις. Η δραστηριότητα του ομίλου βοήθησε στη διάδοση των ιδεών της γερ- μανικής κλασικής φιλοσοφίας στη Ρωσία, ιδιαίτερα της φιλοσοφίας του Χέγγελ, και στην προπαγάνδιση των ανθρωπιστικών ι- δανικών. Ο όμιλος έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Μπιελίνσκι, Μπακούνιν, Αξάκοφ. • Αξάκοφ κ. Σ., Αναμνήσεις των φοιτητικών χρόνων (1832 - 35), ΣΠ-ργκ, 1911* Κορνίλοφ Α. Α., Τα χρόνια της νιότης του Μ. Μπακού- νιν Μ., 1915 Χέρτσεν Α. Ι., Έργα, τ. 9., Μ. 1956, σελ. 16 -18, 39 - 45 Μασίνσκι Σ., Ο ό- μιλος του Ν. Β. Στανκέβιτς και οι ποιητές του, στο βιβ.: Ποιητές του ομίλου του Ν. Β. Σταν- κέβιτς, Μ. - Λ., 1964" Ιστορία της φιλοσοφίας της ΕΣΣΔ, τ. 2, Μ., 1968, σελ. 281 - 96· Γκα- λακτιόνοφ Α. Α., Νίκαντροφ Π. Φ., Η Ρωσική φιλοσοφία του 11ου - 19ου αιώνα, Α., 1970, οελ. 211 - 25. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Στατική κοινωνική, βλ. Δυναμική και στατική κοινωνική. Στατιστικοί και δυναμικοί νόμοι. Δύο βασικές μορφές της νομοτελειακής σχέ- σης των φαινομένων, που διαφέρουν ως προς το χαρακτήρα των προγνώσεων^ που αϊτδρρέουν απ^^^τές. Στους νόμους δυναμικού τύπου οι προγνώσεις έχουν καθορισμένο με ακρίβεια μονοσήμαντο χαρακτήρα. ^τστΌΤη μηχανική, αν öVo- μος της κίνησης του σώματος είναι γνω- στός και είναι δεδομένες οι συντεταγμέ- νες και η ταχύτητα του, τότε, με βάση τα στοιχεία αυτά, μπορούμε να καθορίσου- με με ακρίβεια τη θέση και την ταχύτητα κίνησης_ του σώματος σε οποιαδήποτε "άλλη χρονική στιγμή. Οι δυναμικοί νόμοι χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά των σχε- τικά απομονωμένων συστημάτων, που α- ποτελόύνται από μικρό αριθμό στοιχείων και όπου μπορούμε να κάνουμε αφαίρε- ση ολόκληρης σειράς τυχαίων παραγό- ντων. Στους στατιστικούς νόμους οι προγνώ-/ σεις δεν έχουν χαρακτήρα αξιοπιστίας, ^ αλλά μόνο πιθανότητας. Ο χαρακτήρας αυτός των προγνώσεων καθορίζεται από τη δράση του πλήθους im τυχαίων πα- ραγόντων, που υπάρχουν στις στατιστι- κές ομάδες ή στα μαζικά γεγονότα (π.χ., από το μεγάλο αριθμό μορίων στο αέριο, μικροοργανισμών στους βιολογικούς πληθυσμούς, ανθρώπων σε κοινωνικά σύ- νολα). Ο στατιστικός νόμος προκύπτει από την αλληλεπίδραση ενός μεγάλου α- ριθμού στοιχείων, που συνιστούν ομάδα. 89
Στεπανιάν και γι' αυτό δεν χαρακτηρίζει tocx) τη συμπεριφορά των μεμονωμένων στοι- χείων, όσο της ομάδας στο σύνολο της. Η αναγκαιότητα, που εκδηλώνεται στους στατιστικούς νόμους, προκύπτει από την αμοιβαία αντιστάθμιση και ισορρόπηση του πλήθους των τυχαίων παραγόντων. Ή απολυτοποίηση των δυναμικών νόμων συνδέεται στενά με τη θεωρία της μηχα- νικής αιτιοκρατίας*, οι οπαδοί της οποίας (Π. Λαπλάς κ.ά.) έβλεπαν το Σύμπαν σαν ένα τεράστιο μηχανικό σύστημα και πα- ρεξέτειναν~ΊΓθϋί"νδμοϋς της δυναμικής τουΝεύτωνα σε όλες τις διαδικασίες και σε όλα τα φαινόμενα του κόσμου. Ο Λα- πλάς υποστήριζε, ότι, αν ήταν γνωστοί οι τέτοιοι νόμοι για όλα τα φαινόμενα, τότε θα ήταν δυνατόν να συμπεριληφθούν σε ένα μοναδικό τύπο κίνησης τόσο τα μέγι- στα σώματα, όσο και τα ελαφρότερα άτο- μα. Οι στατιστικοί νόμοι, αν και δε δίνουν μο- νοσήμαντες και αξιόπιστες προγνώσεις, ωστόσο είναι οι μόνοι δυνατοί κατά τη με- λέτη μαζικών φαινομένων τυχαίου χαρα- κτήρα. Επικρίνοντας τη μηχανική αιτιο- κρατία, ο Φ. ' Ενγκελς τόνιζε, ότι το τυ- χαίο δεν μπορεί να είναι αδιάφορο για την επιστήμη. Υπογράμμιζε, ωστόσο, ότι το τυχαίο απαπεί άλλου είδους προσέγ- γιση, διότι η επιστήμη δεν είναι καθόλου σε θέση να μελετήσει ολόκληρο το δί- κτυο των αιτιακών σχέσεων, ακόμα και με τα μπιζέλια μέσα στο λουβί: «... μία τέ- τοια επιστήμη, που θα αναλάμβανε να παρακολουθήσει την περίπτωση με τού- το το μεμονωμένο λουβί στην αιτιακή σύνδεση του με όλες τις πιο απομακρυ- σμένες αιτίες, δε θα ήταν πια επιστήμη, αλλά σκέτο παιχνίδι» (Μαρξ Κ. και Έν- γκελς Φ., Άπαντα, τ. 20, σελ. 534). Πίσω από τη συνολική δράση των διαφό- ρων παραγόντων τυχαίου χαρακτήρα, τους οποίους πρακτικά είναι αδύνατο να συλλάβουμε, οι^^τ^^στικοί γό^ λύπτουν κάτι το σταθερό, το αναγκαίο, το επαναλαμβανόμενο. Οι στατιστικοί νόμοι αΐτοτελοΰν επιβεβαίωση της διαλεκτικής της μετατροπής του τυχαίου σε ανα- γκαίο. Οι δυναμικοί νόμοι είναι η οριακή" περίπτωση των στατιστικών, όταν η πιθα- νότητα γίνεται πρακτική αξιοπιστία. Με τη βοήθεια των δυναμικών νόμων δια- τυπώνονται συνήθως οι αιτιακές σχέσεις των φαινομένων. Θεωρώντας ένα φαινό- μενο ως αιτία ενός άλλου, τα αποσπούμε από την καθολική αλληλουχία, απομονώ- νουμε το ένα από το άλλο και έτσι απλο- ποιούμε σημαντικά και ιδεατοποιούμε την πραγματικότητα. Παρόμοια ιδεατο- ποίηση γίνεται ευκολότερα στη μηχανική, την αστρονομία και την κλασική φυσική, που έχουν να κάνουν με δυνάμεις επα- κριβώς γνωστές και με νόμους της κίνη- σης των σωμάτων, που γίνεται υπό την ε- πίδραση τους. Σε πιο σύνθετες καταστά- σεις είναι ανάγκη να υπολογίζουμε την επίδραση πλήθους τυχαίων παραγόντων και να απευθυνόμαστε στους στατιστι- κούς νόμους. • Λαπλάς Π. Σ., Η εμπειρία της φιλοσοφίας της Θεωρίας των πιθανοτήτων, Μ., 1908 Τερ- λέτσκι Γ Π., Δυναμικοί και στατιστικοί νόμοι της φυσικής, [Μ], 1950- Μιάκισεφ Γκ. Γ., Δυ- ναμικές και στατιστικές νομοτέλειες στη φυ- σική, Μ.. 1973. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Στεπανιάν Τσόλακ Αλεξάντροβιτς (γεν. 1.1.1911, χωριό Σάτχε της σημερινής περιοχής Μπογκντάνοφσκι της ΣΣΔ της Γεωργίας). Σοβιετικός Φιλόσοφος, αντε- πιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστη- μών (ΑΕ) της ΕΣΣΔ (1964). Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1938. Τέλειωσε το Παιδα- γωγικό Ινστιτούτο «Λίμπκνεχτ» στη Μό- σχα. Διδάσκει φιλοσοφία στα ΑΕΙ της Μό- σχας από το 1933. Από το 1964 εργάζε- ται στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της ΑΕ της ΕΣΣΔ, από το 1965 διευθύνει τον το- μέα (και από το 1972 το τμήμα) του επι- 90
Στίρλινγκ στημονικού κομμουνισμού. Οι βασικές του εργασίες αναφέρονται σε θέματα του ιστορικού υλισμού και του επιστημο- νικού κομμουνισμού. ■ ΕΣΣΔ - τδ^οιαλιοτικό κράτος των εργατών και αγροτών, [Μ.], 1937 Για τη βαθμιαία μετά- βαοη από το σοοιαλιομό στον κομμουνισμό, Μ., 1951· Η οικοδόμηση του κομμουνισμού και η κρίση του αντικομμουνισμού, Μ., 1959" Οι νομοτέλειες της μετεξέλιξης της σοσιαλι- στικής συνείδησης των μαζών σε κομμουνι- στική συνείδηση., Μ., 1963 Δύο φάσεις στην ανάπτυξη του κομμουνιστικού σχηματισμού, [Μ], 1963 Ο προλεταριακός διεθνισμός και η σημερινή εποχή. Μ., 1970. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Στετσέλ (Stoetzel) Ζαν (γεν. 23.4.1910, Σεν - Ντγιέ Βογκεζί). Γάλλος κοινωνιολό- γος και κοινωνικοψυχολόγος. Ιδρυτής και πρόεδρος του Γαλλικού Ινστιτούτου της κοινής γνώμης (από το 1938). Οι βασικές εργασίες του Στετσέλ είναι γραμμένες στο πνεύμα του θετικισμού και είναι αφιερωμένες στα θεωρητικά, μεθοδολογικά και τεχνικά ζητήματα της μελέτης της κοινής γνώμης. Υποστηρί- ζει ότι είναι αναγκαίος ο συνδυασμός των κοινωνιολογικών και ψυχολογικών τρόπων κατά την έρευνα των γνωμών. Θεωρεί επίσης ότι η σωστή κατανόηση της κοινής γνώμης είναι δυνατή κυρίως στα πλαίσια της κοινωνικής ψυχολογίας. Κατά το Στετσέλ, η έκφραση τόσο της α- τομικής, όσο και της κοινής γνώμης απο- τελεί σπουδαία κοινωνική λειτουργία, και η διατύπωση μιας αξιολογικής γνώμης παίζει σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρ- φωση των ανθρώπινων αξιών. Οι μέθοδοι έρευνας που επεξεργάστηκε ο Στετσέλ εφαρμόζονται πλατιά στη Γαλλία για τη μελέτη της κοινής γνώμης πάνω σε κοι- νωνικά, οικονομικά και πολιτικά θέματα. ■ Theorie des opinions, Ρ., 1943 L' etude e- xperimentale des opinions. P., 1943' Les son- dages d' opinion, publique, P., 1973 (σε συ- νεργ. με Α. Girard) Les revenus et le cout des besoins de la vie, P., 1976 La Psycholo- gie sociale. P., 1978 σε ρωο. μετψ.. Ηκοίνω- νιολογία στη Γαλλία: Η γνώμη του εμπειρικού, στο βιβ.: Σύγχρονες κοινωνιολογικές θεω- ρίες, επιμέλεια Γκ. Μπέκκερ και Α. Μποοκόφ, μετφ. από τ' αγγλ.. Μ.. 1961. Θεώρηση Β. Φίλια (Προοθήκη της ελληνικής ούνταξης) Στίλπων ο Μεγαρικός (περ. 380 - 300 π.Χ.). Φιλόσοφος, ένας από τους εκπρο- σώπους της Με/αρ/κής σχολής* Το συγ- γραφικό έργο του, μια σειρά από διάλο- γους, είναι γνωστό μόνο από μαρτυρίες μεταγενέστερων συγγραφέων. Ο Στίλ- πων ανέπτυξε τη λεγόμενη «εριστική» της Μεγαρικής σχολής και έφτασε ώς το σημείο να αρνείται το κύρος σε κάθε κα- τηγόρημα, εκτός από την ταυτότητα. ' Ε- τσι, ισχυριζόταν ότι δεν μπορούμε να λέ- με ότι ο άνθρωπος είναι καλός ή κακός, αλλά μόνο ότι ο άνθρωπος είναι άνθρω- πος (πρβλ. ανάλογη θέση στον Αντισθέ- νη). Στον τομέα της ηθικής ο Στίλπων ε- πηρεάστηκε από τους κυνικούς. • Κ. Döring, Die Megariker: Amsterdam, 1972. Ε. Ν. Ρούσσος Στίρλινγκ (Stirling) Τζέιμς Χάτσισον (22.6.1820, Γλασκώβη. -19.3.1909, Εδιμ- βούργο). Σκώτος φιλόσοφος, ένας από τους θεμελιωτές του βρετανικού απόλυ- του ιδεαλισμού. Συντάκτης και μεταφρα- στής σπιν αγγλική γλώσσα σειράς έργων του γερμανικού κλασικού ιδεαλισμού. Στο έργο του «Δαρβινιομός» («Darwini- sm», 1894) άσκησε κριτική σπιν εξελικτι- κή θεωρία του Δαρβίνου από νεοχεγγε- λιανές θέσεις. Εξέταζε τη χεγγελιανή διαλεκτική ως διδασκαλία για τη συμφι- λίωση των αντιθέτων, τόνιζε τις θρη- 91
Στίρνερ σκευτικές τάσεις της φιλοσοφίας του Χέγγελ και άσκησε κριτική στους αριστε- ρούς χεγγελιανούς. ■ The secretof Hegel., ν. 1 - 2. L., 1865' Phi- losophy and Theology, Edln., 1980' The cate- gories, Edin., 1903. • Μπογκομόλοφ Α. Σ., Η αγγλική αστική φι- λοσοφία του 20ού αιώνα., Μ., 1973, οελ. 54 - 57· Stirling Α. Η., J. Χ. Stirling: his life and work, L - Lpz., 1911. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Στίρνερ (Stirner) Μαξ (ψευδώνυμο* το πραγματικό του όνομα Κάσπαρ Σμίντ, Schmidt) (25.10.1806, Μπαϋρόυτ, 26.6.1856, Βερολίνο). Γερμανός φιλόσο- φος - νέος χεγγελιανός, θεωρητικός του αναρχισμού. Στο βιβ. «Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του» (1845) προσπάθησε να υ- περασπιστεί με συνέπεκι το σολιψισμό στα ζητήματα της ανθρωπολογίας, της η- θικής και του δικαίου. Η βασική ιδέα του Στίρνερ συνίσταται στο ότι τα ιδανικά και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανθρώ- που είναι κάτι το καθολικό, το γενικό, α- φού κάθε εμπειρικό άτομο εκλαμβάνεται ως μονάδα. Γι' αυτό, καθετί που αναφέ- ρεται στον «άνθρωπο» γενικά δεν ανα- φέρεται στο δεδομένο (το «μοναδικό») «Εγώ». Τις έννοιες «άνθρωπος», «δί- καιο», «ηθική» κ.λπ. ο Στίρνερ τις θεωρεί «φαντάσματα», αλλοτριωμένες μορφές της ατομικής συνείδησης. Απορρίπτο- ντας κάθε κανόνα συμπεριφοράς, υπο- στήριζε ότι πρωταρχικές πηγές του δι- καίου και της ηθικής είναι η δύναμη και η ισχύ του κάθε χωριστού ατόμου. Η αυθαι- ρεσία του ατόμου είναι αυτό που καθορί- ζει την ορθότητα της μιας ή της άλλης θέσης («Το "Εγώ" είναι το κρπηριο αλή- θειας»). Κατά την άποψη του Στίρνερ, το άτομο οφείλει να αναζητήσει όχι την κοι- νωνική ελευθερία, αλλά μόνο τη δική του ελευθερία, γιατί πίσω από κάθε κοινωνικό σχηματισμό κρύβονται τα εγωιστικά συμ- φέροντα των μεμονωμένων ατόμων. Οι απόψεις του Στίρνερ. οι οποίες γενικά ο- δηγούν στον ατομικισμό, στο μηδενισμό και τον αναρχισμό. επικρίθηκαν με δριμύ- τητα από τον Κ. Μαρξ και το Φ. ' Ενγκελς στη «Γερμανική Ιδεολογία» (βλ. Άπαντα, τ. 3, σελ. 103 - 452). ■ Geschichte der Reaktion, Abt 1 1852. 2, Β. • Πλεχάνοφ Γκ. Β., Αναρχισμός και σοσιαλι- σμός. Άπαντα, τ. 4., Μ., 1925" Κουρτσίνσκι Μ. Α., Ο αΓτόστολος του εγωισμού. Ο Μ. Στίρ- νερ και η φιλοσοφία της αναρχίας, Π., 1920* Οϊζερμάν Τ. Ι., Η διαμόρφωση της φιλοσοφίας του μαρξισμού, Μ., 1974* Arvon Η.. Auxsour- ces de Γ existentialisme Μ. Stirner, Ρ. 1954 (βιβλγ.)· Emge Κ. Α., Μ. Stirner. Eine geistig nicht bewältige. Tendenz, Mainz, 1964. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Στοιχεία. Όρος της αρχαίας φιλοσο- φίας, με τον οποίο αρχικά εννοούσαν τα «γράμματα» (του αλφαβήτου), αργότερα τα απλούστατα φυσικά σώματα. ' Ηδη οι ατομικοί (απόσπ. 240 Luria) παραλλήλι- ζαν τους συνδυασμούς των ατόμων με τη σύνταξη διαφόρων κειμένων «από τα ίδια γράμματα». Τα στοιχεία, που δηλώ- νουν μεταφορικά απλά αισθητά σώματα, απαντώνται πρώτα στον Πλάτωνα («Θεαί- τητος» 201 e). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Εύδημος (απόσπ. 31 Wehrli), σύμφωνα με τον οποίο ο Πλάτων πρώτος εισήγαγε τον όρο αυτό, χαρακτηρίζοντας έτσι τα φυσικά στοιχεία (πρβλ. «Σοςο/στης» 252 b). Ωστόσο, για τον Πλάτωνα στοιχεία δεν είναι τα τέσσερα «ριζώματα» του Ε- μπεδοκλή (γη, νερό, αέρας, φωτιά), αλλά τα ορθά πολύεδρα που αποτελούν αυτά τα σώματα («Γ/μα/ος» 46 b, 56 b). Στον Α- ριστοτέλη η μεταφορά απαλείφεται και το στοιχείο γίνεται φιλοσοφικός όρος, που χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα από την οντολογία και την κοσμολογία ώς τη γνωσιολογία και τη θεωρία της απόδει- 92
«Στοιχεία της φιλοσοφίας» ξης (βλ. περιγραφή των δια(ρόρων χρή- σεων του όρου στο 3ο κεοράλαιο του 5ου βιβλίου του έργου «Μετά τα φυσικά»), διατηρώντας τη γενική σημασία «του αρ- χικού, εγγενούς συστατικού τμήματος, που είναι αδιαίρετο ως προς το είδος», δηλαδή του «ποιοτικού» («Μετά τα φυσι- κά» 1014 α 25). Από τα τέσσερα «αίτια» (βλ. Αρχή) στοιχεί<ί αποτελούν μόνο η μορφή και η ύλη* ως «εγγενείς» αρχές. Στη συνέχεια η σημασία του όρου στε- νεύει και περιορίζεται κυρίως στα «τέσ- σερα στοιχεία». Στη γεωμετρία υπάρχουν τα «στοιχεία α- πόδειξης», τα «αξιώματα» (πρβλ. τις «Αρχές» του Ευκλείδη στην παραδοσια- κή ρωσική μετάφραση κατά το W. Burkert και σε αντίθεση με τη γενικά πα- ραδεκτή άποψη, που παρατίθεται πιο πά- νω, ο όρος «στοιχείον» πέρασε στο φιλο- σοφικό λεξιλόγιο ακριβώς από τη γλώσσα της γεωμετρίας). Στον Ιο αι. π.Χ. ο Λου- κρητίας, χρησιμοποιώντας τη σύγκριση των ατόμων με τα «γράμματα», μετέφρα- σε για πρώτη φορά τα ελληνικά στοιχεία ως elementa, από το «ελ - εμ - εν», δηλα- δή, όπως θα λέγαμε, στα ελληνικά «λάμ- δα - μι - VI», ενώ ο Κικέρων χρησιμοποίη- σε πρώτος το νέο όρο για τα «τέσσερα στοιχεία» του Εμπεδοκλή. Στη συνέχεια στοιχεία άρχισαν να αποκα- λούν τα συστατικά μέρη ενός σύνθετου συνόλου. • Diels Η., Elementum, Lpz., 1899 Burkert W.. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ «Philologus», 1959. Bd 103, Η. 3/4, S. 167 - 97 Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου «Zxoixeia της φιλοσοφίας», («Eleme- nta Philosophiae»). Φιλοσοφική τριλογία του Χομπς. Το πρώτο της μέρος «Για το σώμα» («De Corpore») εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1655. Στο μέρος αυτό παρουσιάζεται, από τη σκο- πιά του μηχανιστικού υλισμού, η εικόνα του σωματικού κόσμου, εξετάζονται οι νόμοι της κίνησης και οι βασικές ιδιότη- τες των σωμάτων, αναλύεται το πρόβλη- μα των ιδιοτήτων των αισθήσεων. Το έρ- γο «Για το σώμα» ο Χομπς το θεωρούσε βάση του φιλοσοφικού του συστήματος, γιατί σ' αυτό διατυπώνεται η αντίληψη της φιλοσοφίας ως διδασκαλίας για τα σώματα (φυσικά και τεχνητά). Το δεύτε- ρο μέρος της τριλογίας, «Για τον άνθρω- πο», («Of Man»), εκδόθηκε αργότερα, το 1658. Σ' αυτό γίνεται ανάλυση της διαδι- κασίας της αισθητηριακής πρόσληψης (και πρώτ* απ' όλα της πρόσληψης με την όραση), εξετάζονται οι ψυχολογικές παραστάσεις για τις συγκινήσεις, το χα- ρακτήρα και τις ικανότητες των ανθρώ- πων. Το τρίτο μέρος. «Για τον πολίτη», («Of the Citizen»), δημοσιεύτηκε στα λα- τινικά στο Παρίσι το 1642. Στο μέρος αυ- τό παρουσιάζονται, στην πληρέστερη και συστηματικότερη μορφή τους, οι από- ψεις του Χομπς για τη φυσική και την πο- λιτική κατάσταση των ανθρώπων. Ανα- πτύσσοντας την ιδέα για το φυσικό δίκαιο και τους φυσικούς νόμους, ο Χομπς δεί- χνει τις αιτίες του σχηματισμού του κρά- τους (απορρίπτοντας, ταυτόχρονα, τις θρησκευτικές ερμηνείες), αξιολογεί τα διάφορα είδη διοίκησης, διατυπώνει την ιδέα της ισχυρής απόλυτης εξουσίας του κυβερνήτη. Στό έργο «Για τον πολίτη» ο Χομπς υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη της πλήρους υποταγής της εκκλησιαστι- κής εξουσίας στην κοσμική. Η καλύτερη αγγλική έκδοση των «Στοιχείων της φιλο- σοφίας» βρίσκεται στη συλλογή των απά- ντων του Χομπς: «The English works of the Th. Hobbes, ed. by W. Molesworth. v. 1 11,1639 - 45. Ολόκληρη η φιλοσοφι- κή τριλογία του Χομπς δημοσιεύεται στο βιβλίο: Χομπς Τ., Επιλογή έργων, τ. 1, Μ., 1965. Θεώρηση Β. Φίλια 93
«Στοιχείωσις Θεολογική» «Στοιχείωσις θεολογική». Έργο του Πρόκλου* (5ος αι. μ.Χ.), που αποτελεί εγχειρίδιο της υπερβατικής φιλοοοφίας, μοναδικός στο είδος του κώδικας των βασικών εννοιών και μεθόδων του νεο- πλατωνισμού. Αποτελείται από 211 παρα- γρά(ρους. Οι πρώτες 112 απ' αυτές είναι αφιερωμένες στις κατηγορίες του νεο- πλατωνισμού, που εμφανίζεται με τη μορφή αντιθέσεων (εν - πολλά, αίτιον - αιτιατόν, εκκίνηση - επιστροφή, αυτάρ- κης - μη αυτάρκης, αυτοκίνητο - ετεροκί- νητο, αιωνιότητα - χρόνος, όλον - μέρος, πέρας - άπειρον). Οι κατηγορίες αυτές εξετάζονται με βάση την ιεράρχηση του όντος (νους - ψυχή - σώμα), που πηγάζει από τη μεταφυσική αρχή: το εν* (παρά- γραφος 20: «Πάνω από όλα τα σώματα εί- ναι η ουσία της ψυχής, πάνω από όλες τις ψυχές είναι η νοητή φύση, πάνω από όλες τις νοητές ουσίες είναι το εν»). Οι υπόλοιπες 99 παράγραφοι αναφέρονται στο ρόλο αυτών των αντιθέσεων κατά τη δόμηση της σφαίρας των γενών του ό- ντος (θεών), της σςχιίρας του νου* και της ψυχής. Η «Θεολογική οτοιχείωοις» δεν αναφέρεται σε προβλήματα φυσικής και ηθικής. Ασκησε επίδραση στα έργα του Ψευδό - Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, και μέσω αυτών σ* ολόκληρη τη μεσαιω- νική φιλοσοφία. Εκτός αυτού, κατά το Μεσαίωνα εξαιρετικά δημοφιλές ήταν το «Βιβλίο περί αιτίων», μια λατινική σταχυο- λόγηση που έγινε με βάση την αραβική διασκευή της «Θεολογικής οτοιχείω- σης». Το 12ο αι. ο Wilhelm von Moerbe- ke μετέφρασε τη «Θεολογική οτοιχείω- οη» από τα ελληνικά στα λατινικά. Τη με- τάφραση αυτή αξιοποίησε ο Θωμάς Ακι- νάτης που είχε μελετήσει καλά το «Βιβλίο περί αιτίων». Πολλά χειρόγραφα της «Θεολογικής στοιχείωσης» είναι του 15ου - 16ου αι. Στις περίφημες «Θέοεις» του Πίκο ντέλλα Μιράντολα* 55 θέσεις είναι παρμένες από τη «Θεολογική οτοι- χ^ίωση». Το 1587 ο Πατρίτσι κάνει νέα μετάφραση της «Θεολογικής οτοιχείω- σης» στα λατινικά. Η πρώτη μετάφραση του ελληνικού κειμένου της «Θεολογι- κής στοιχείωσης» έγινε το 1618 από τον Αιμίλιο Πόρτους. Το ελληνικό κείμενο ε- ξέδίοσε επίσης ο Φ. Κράικερ το 1822 και το 1855. Η καλύτερη έκδοση με σχόλια και η καλύτερη αγγλική μετάφραση ανή- κει στον Ε. Ρ. Ντοντς (Ε. R. Dodds, 1933, 1963). Στα ρωσικά το έργο μετέφρασε ο Α. Φ. Αόσεφ με τον τίτλο «Πρώτες βά- σεις της θεολογίας» (1972). Βλ. Βιβλιο- γραφία στο λήμμα Πρόκλος. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Στοχασμός, διαλογισμός (λατ. meditatio, από το meditior: διαλογίζομαι, στοχάζο- μαι). Νοητική ενέργεκι που στοχεύει να θέσει τον ψυχισμό του ανθρώπου σε κα- τάσταση βαθιάς περισυλλογής. Από ψυ- χολογικής πλευράς ο στοχασμός προϋ- ποθέτει την εξάλειψη των ακραίων συ- γκινησιακών εκδηλώσεων και σημαντική μείωση της ενεργητικότητας. Η σωματι- κή κατάσταση του στοχαζόμενου ατόμου χαρακτηρίζεται από μια εξασθένηση και η διανοητική του κατάσταση από μια διέ- γερση και από μια ορισμένη απόσπαση από το περιβάλλον (από τα εξωτερικά α- ντικείμενα και από ορισμένα εσωτερικά βιώματα). Στις διάφορες περιπτώσεις στοχασμού (λατρευτικές, θρησκευτικές - φιλοσοφι- κές, ψυχοθεραπευτικές, διδακτικές προπαιδευτικές κ.λπ.) η πρόκληση και η εξέλιξη του στοχασμού σχετίζονται, κα- τά κανόνα, με ορισμένο ειρμό των νοητι- κών ενεργημάτων που διαμορφώνονται σε μια φυσική διαδικασία. ΓΓ αυτό, σε ό- λες σχεδόν τις γλώσσες η ονομασία του στοχασμού συνδέεται, σημασιολογικά, με-τις έννοιες «νους» και «διαλογισμός» ταυτόχρονα, ως φυσικών ικανοτήτων του ανθρώπου, που δεν εξαρτώνται από τις ενσυνείδητες προθέσεις του (σανσκριτι- 94
Στράτων κά ντυάνα. ρωσικά ντούμανιε, ελληνικά μέδομαι: στοχάζομαι, στοχεύω, αγγλικά musing: συλλογισμός, ρεμβασμός κλπ.). Οι μέθοδοι του στοχασμού διακρίνονται από τη συλλογή των τεχνικών τρόπων και τη συνοχή των βαθμίδων επίτευξης μιας ισορροπίας μεταξύ του νου και της αδρά- νειας του ψυχισμού. Ο στοχασμός ανα- πτύχθηκε ιδιαίτερα στην ινδική και τη βουδική γιόγκα*, στην αρχαία «φιλοσοφι- κή έκσταση» των πλατωνικών και των νε- οπλατωνικών (οι πρώτοι μάλιστα θεωρού- σαν το στοχασμό απαραίτητη προϋπόθε- ση της θεωρητικής σκέψης, ιδιαίτερα της μαθηματικής), στην ορθόδοξη «κατά λόγον ενέργεια» («λόγος - στοχασμός» ή «Προσευχή του Ιησού»), στις πνευματι- κές «ασκήσεις» των ιησουίτών, στη διδα- σκαλία για το «δρόμο» των μουσουλμά- νων σουφιστών, καθώς και σε ορισμένες σχολές της σύγχρονης ψυχανάλυσης (Γιούνγκ), που θέτουν ως σκοπό τους την αρτίωση της προσωπικότητας. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Στράους (Strauss) Ντάβιντ Φρίντριχ (27 1 1808, Λιούντβιγκσμπουργκ, 8.2.1874, Λιούντβιγκσμπουργκ). Γερμα- νός θεολόγος και φιλόσοφος, εκπρόσω- πος των νέων - χεγγελιανών (βλ. Χεγγε- λιανισμός). Στην περίοδο της επανάστα- σης του 1848 49 ο Στράους ήταν οπαδός της συνταγματικής μοναρχίας* μετά το 1866 γίνεται εθνικοφιλελεύθε- ρος, μοναρχικός, πολέμιος του σοσιαλι- σμού. Το έργο του «Η ζωή του Ιησού» (Bd 1 - 2.1835 - 36) ήταν το «πρώτο έργο που αποτέλεσε κάποιο βήμα προς τα μπρος, έξω απ* τα πλαίσια του ορθόδο- ξου χεγγελιανισμού» (Ένγκελς Φ., βλ. Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 1, σελ. 538). Χωρίς να απορρίπτει την ιστο- ρική πραγματικότητα του Ιησού Χριστού, ο Στράους έθεσε υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των ευαγγελικών παραδόσε- ων για τη ζωή και τη δράση του και για τα υπερφυσικά θαύματα που δήθεν έκανε. Σχετικά με την Καινή Διαθήκη, ο Στρά- ους απέδειξε με βάση το κριτήριο της ι- στορικής έρευνας, ότι η Αγία Γραφή εί- ναι έργο μυθολογικό, όπως και κάθε πα- ρόμοιο κείμενο άλλων θρησκειών. Στο ερώτημα: «είμαστε ακόμη χριστια- νοί;» που έθεσε ο ίδιος στο έργο του «Η χριστιανική διδασκαλία στην ιστορική της εξέλιξη και οι αντιφάσεις της προς τη σύγχρονη επιστήμη» («Die Chhstlishe Glaubenslehre in ihrer geschichtlichen Entwicklung und im Kampfe mit der mo- demen Wissenschaft», Bd 1 - 2, 1840 - 41), 0 Στράους απαντά αρνητικά. Στο έρ- γο του ^Παλαιά και νέα πίστη» (1872), προσεγγίζοντας τις απόψεις του Φόυερ- μπαχ, αποκαλύπτει τις συναισθηματικές ρίζες των θρησκευτικών πεποιθήσεων που βρίσκονται στο αίσθημα της ανθρώ- πινης εξάρτησης από τη φυσική νομοτέ- λεια. Οι ιδέες του Στράους στάθηκαν η αφετηρία για την προτεσταντική σχολή της ιστορίας της θρησκείας του Τύμπιν- γκεν. ■ Gesammeltte Schriften, Bd 1 - 12, Bonn. 1876 - 78, σε ρωσ. μετφ.: Αλληλογραφία του Ζ. Ε. Ρενάνμε τον Ντ. Στράους, στο βιβ.: Λα- βελέ Ε., Η σύγχρονη Πρωσία από πολιτική και οικονομική άποψη, ΣΠ-ργκ, 1870 Ούλριχ Φον Χούττεν, ΣΠ-ργκ, 1896' Τα θαύματα του Χριστού, ΣΠ-ργκ, 1907* Βολταίρος, ΣΠ-ργκ, 1909. • Ένγκελς Φ, Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλο- σοφίας, Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ.. Απαντα, τ. 21, σελ. 13-15 Zeller Ed., D. F. Strauss..., Bonn, 1874 Ziegler Th., Strauss, TL 1 - 2, Strassburg, 1908' Levi Α., D. F. Strauss, P., 1910. Θεώρηοη Ε. Α. Κύρκου Στράτων ο Λαμψακηνός (πέθ. περίπου το 269/268 π.Χ.). Αρχαίος έλληνας φιλό- 95
Στρόσον οοφος και φυσικός. Από το 287/286 διεύθυνε την Περιπατητική σχολή* (ττην Αθήνα. Από τα έργα του (πάνω από 40), που ήταν αφιερωμένα στη λογική, την η- θική, τη φυσική, τη φυσιολογία και την ψυχολογία, διασώθηκαν λίγα μόνο απο- σπάσματα. Σύμφωνα με μαρτυρίες του Κικέρωνα (Academica Priora II338,121), 0 Στράτων απέρριπτε την έννοια των θε- ών δε δεχόταν την αριστοτελική τελεο- λογία, δίδασκε ότι «Ολα όσα υπάρχουν δημιουργήθηκαν από τη φύση» και ότι οι αρχικές δυνάμεις του κόσμου είναι το θερμό και το ψυχρό. Σε σύγκριση με τον Αριστοτέλη έδινε μεγάλη σημασία στο πείραμα. Σε μια σειρά σημεία απομα- κρύνθηκε από τις θέσεις του αριστοτελι- σμού και υιοθέτησε θέσεις των ατομικών (αποδεχόταν την ύπαρξη του κενού ανά- μεσα στα άτομα)· αναθεώρησε την αρι- στοτελική διδασκαλία για το χρόνο* πί- στευε ότι στη βάση της σκέψης βρίσκε- ται η αντίληψη και ότι τα ερεθίσματα με- ταδίδονται στον εγκέφαλο με τη βοήθεια των αισθητηρίων οργάνων αποδεχόταν την ύπαρξη σκέψης στα ζώα. Ασκησε ε- πίδραση στην ανάπτυξη των φυσικών επι- στημών της εποχής του* μαθητής του Στρατώνα ήταν ο δημιουργός του ηλιοκε- ντρικού συστήματος Αρίσταρχος ο Σά- μιος. Μια σειρά έργα που αποδίδονται στον Αριστοτέλη («Περί χρωμάτων», «Η ακουστική», «Προβλήματα μηχανικής») είναι πιθανόν να γράφτηκαν από τον ίδιο το Στρατώνα ή να εκδόθηκαν από τη σχο- λή του. • Die Schube des Aristoteles. Texte und Kommentar, hrsg. V. Fr. Wehrll, Bd 5 - Straton Von Lampsakos. Basel, 1969' Gatzemeier M., Die Naturphilosophie des Straton von La- mpsakos, Meisenheim am Glan, 1970. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Στρόσον (Strawson) Πήτερ Φρέντερικ (γεν. 23.11.1919, Λονδίνο). Αγγλος φι- λόσοφος, εκπρόσωπος της φιλοσοφίας της γλώσσας. Στα πρώιμα έργα. που α- φιερώνονται κυρίως στα φιλοσοφικά προ- βλήματα της σημαντικής, άσκησε κριτική στη θεωρία περιγραφών του Ράσσελ και τη σημαντική θεωρία της αλήθειας. Σύμ- φωνα με το Στρόσον, η έννοια «αλήθεια» δεν υποδηλώνει σημαντικό χαρακτηριστι- κό, αλλά χρησιμεύει για την έκφραση της συμφωνίας μας, θαυμασμού κ.λπ. σε σχέση με αυτό για το οποίο γίνεται λό- γος. Στο βιβλίο ^Εισαγωγή στη λογική θε- ωρία» («Introduction to logical theory», 1952) ο Στρόσον εξετάζει τη σχέση της καθημερινής γλώσσας και της τυπικής λογικής, θεωρώντας ότι ο προτασιακός λογισμός και ο λογισμός των κατηγορη- μάτων δεν είναι αρκετά πλούσιοι για την απεικόνιση των ιδιοτήτων της καθημερι- νής γλώσσας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 τα ενδιαφέροντα του Στρόσον επικεντρώνονται στην επεξεργασία αυ- τού που ονομάζει περιγραφική μεταφυσι- κή. Στην εργασία « Άτομα» («Individuais. Απ essay in descriptive metaphysics» 1959) στα πλαίσια της θεωρίας του «κοι- νού νου» επικυρώνει το βασικό χαρακτή- ρα των εννοιών «υλικά αντικείμενα» και «πρόσωπα»: χωρίς τα πρώτα θα ήταν α- δύνατη η ταύτιση όλων των μοναδικών α- ντικειμένων, χωρίς τα δεύτερα η ταύτιση διαφόρων καταστάσεων της συνείδησης (καθώς και της ίδιας της έννοιας «συνεί- δηση»). Ορισμένα πρόσφατα έργα του Στρόσον έχουν καντιανά θέματα. ■ The bounds of sense. L.. 1966* Logico - lin- guistic papers, L, 1971 Subjectand predlca- te in loglc and grammar. L, 1974. • ΧιλΤ \., Σύγχρονη Θεωpb της γνώσης, \}ε' τφ. από τ" αγγλ., Μ., 1965, σελ. 498 - 501· Μπογκομόλοφ Α. Σ., Φιλοσοφία, βασισμένη στην επιστημονική σημασία ή γλωσσολογική μεταφυσική, «Φιλοσόφσκιε ναούκι», 1973, τεύχος 2 Παντσένκο Τ Ν.. Η περιγραφική 96
Στρουκτουραλισμός μεταφυσική του Π. Στρόοον, «Βαπρόσι φιλο- οόφιι», 1979, τεύχος 11. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Στρουκτουραλισμός, δομιομός. Επι- στημονική κατεύθυνση στον τομέα των επιστημών του ανθρώπου που εμφανί- στηκε στη δεκαετία του 1920 και που έ- λαβε αργότερα διάφορες φιλοσοφικές και ιδεολογικές ερμηνείες. Η γένεση του στρουκτουραλισμού ως συγκεκριμέ- νης επιστημονικής κατεύθυνσης συνδέ- εται με το πέρασμα μιας σειράς επιστη- μών του ανθρώπου από το περιγραφικό και εμπειρικό κυρίως επίπεδο έρευνας στο αφηρημένο και θεωρητικό. Βάση του περάσματος αυτού ήταν η χρησιμοποίη- ση της δομικής μεθόδου, της μοντελο- ποίησης, καθώς και στοιχείων τυποποίη- σης και μαθηματικοποίησης. Η δομική μέθοδος, που αποτελεί τη βάση του συ- γκεκριμένου επιστημονικού στρουκτου- ραλισμού, εκπονήθηκε πρώτα στα πλαί- σια της δομικής γλωσσολογίας και έπειτα επεκτάθηκε στη φιλολογική επιστήμη, στην εθνογραφία και σε ορισμένες άλ- λες επιστήμες του ανθρώπου. Γι* αυτό, ο στρουκτουραλισμός, με την πλατιά έν- νοια, περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό το- μέων της γνώσης. Με τη στενότερη έν- νοια, ο όρος «στρουκτουραλισμός» δη- λώνει ένα σύμπλεγμα επιστημονικών και φιλοσοφικών ιδεών, που συνδέονται με την εφαρμογή της δομικής μεθόδου και που διαδόθηκαν κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960 στη Γαλλία (γαλλικός στρου- κτουραλισμός) με κύριους εκπροσώπους τους Λεβύ - Στρος, Φουκό, Ντερριντά, Λακάν Ρ. Μπαρτ, καθώς και τον ιταλό κρι- τικό της τέχνης Ου. ' Εκο. ' Ενα ξεχωρι- στό ρεύμα στον στρουκτουραλισμό είναι ο λεγόμενος γενετικός στρουκτουραλι- σμός του Λ. Γκολντμάν. Βάση της δομικής μεθόδου είναι η απο- κάλυψη της δομής* ως συνόλου των σχέσεων, που είναι αμετάβλητες σε ορι- σμένους μετασχηματισμούς. Σύμφωνα μ* αυτή την ερμηνεία, η έννοια της δο- μής χαρακτηρίζεται όχι απλώς από ένα σταθερό «σκελετό» κάποιου αντικειμέ- νου, αλλά από ένα σύνολο κανόνων, που ορίζουν ότι από ένα αντικείμενο μπορεί να προκύψει δεύτερο, τρίτο κ.λπ. με τη μετατόπιση των στοιχείων του και με ορι- σμένους άλλους συμμετρικούς μετασχη- ματισμούς. Έτσι, η (ρανέρωση των ε- νιαίων δομικών νομοτελειών ορισμένου συνόλου αντικειμένων επιτυγχάνεται εδώ όχι με τον παραμερισμό των διαφο- ρών αυτών των αντικειμένων, αλλά με την απαλοιφή των διαφορών ως συγκε- κριμένων παραλλαγών της ενιαίας αφη- ρημένης αμετάβλητης, οι οποίες μετα- τρέπονται η μία στην άλλη. Επειδή με τη μέθοδο αυτή το κέντρο βά- ρους πέφτει στις πράξεις μετασχηματι- σμού, που εφαρμόζονται στα πιο διαφο- ρετικά αντικείμενα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της δομικής μεθόδου είναι η μετάθεση της προσοχής από τα στοιχεία και τις «φυσικές» τους ιδιότητες στις σχέσεις μεταξύ των στοιχείων και στις ε- ξαρτώμενες απ' αυτές σχεσιακές, δηλα- δή στις προκύπτουσες από το σύστημα, ι- διότητες (στο στρουκτουραλισμό αυτό διατυπώνεται ως μεθοδολογικό πρωτείο των σχέσεων έναντι των στοιχείων στο σύστημα). Μπορούν να αναφερθούν οι α- κόλουθες βασικές διαδικασίες της δομι- κής μεθόδου: 1) διαχωρισμός του αρχι- κού συνόλου των αντικειμένων [του «ό- γκου», του «σώματος» (corpus) των κει- μένων, αν πρόκειται για πολιτισμικά αντικείμενα], στα οποία μπορούμε να υ- ποθέσουμε την ύπαρξη μιας ενιαίας δο- μής· για τα μεταβλητά αντικείμενα των ε- πιστημών του ανθρώπου αυτό σημαίνει πριν απ* όλα την καθήλωση τους στο χρόνο, δηλαδή τον περιορισμό στα συνυ- πάρχοντα αντικείμενα και την αφαίρεση του χρόνου από την ανάπτυξη τους (αί- τημα του μεθοδολογικού πρωτείου της Φ.Λ. 5-7 97
Στρουκτουραλισμός συγχρονίας έναντι της διαχρονίας)· 2) α- ποδιάρθρωση των αντικειμένων (κειμέ- νων) σε στοιχειώδη τμήματα στα οποία οι τυπικές και επαναλαμβανόμενες σχέ- σεις συνδέουν τα ετερογενή ζεύγη των στοιχείων φανέρωση στο κάθε στοιχείο των ουσιαστικών για τη δοσμένη σχέση σχεσιακών ιδιοτήτων 3) αποκάλυψη των σχέσεων μετασχηματισμού μεταξύ των τμημάτων, συστηματοποίηση τους και κα- τασκευή της αφηρημένης δομής με α- πευθείας σύνθεση ή με τυπικολογική και μαθηματική τυποποίηση 4) εξαγωγή από τη δομή όλων των θεωρητικά δυνατών συμπερασμάτων (συγκεκριμένων παραλ- λαγών) και επαλήθευση τους στην πρά- ξη. Η αποδιάρθρωση της δομικής πλευράς στις επιστήμες του ανθρώπου γίνεται, κατά κανόνα, με κάποιο σημειωτικό σύ- στημα, χάρη στο οποίο ο συγκεκριμένος επιστημονικός στρουκτουραλισμός συ- μπλέκεται με τη σημειωτική*. Χαρακτηρι- στικό γνώρισμα του στρουκτουραλισμού είναι η προσπάθεια του, πίσω από τον εν- συνείδητο χειρισμό των σημείων, των λέ- ξεων, των εικόνων και των συμβόλων, να φανερώσει τις ασυνειδητοποίητες βα- θιές δομές και τους κρυφούς μηχανι- σμούς των σημειωτικών συστημάτων. Κα- τά την άποψη του στρουκτουραλισμού, το πέρασμα ακριβώς στη μελέτη αυτών T63V δομών του ασυνείδητου εξασφαλίζει την επιστημονική αντικειμενικότητα της έρευνας και μας επιτρέπει είτε να κά- νουμε αφαίρεση της έννοιας του υποκει- μένου, είτε να το θεωρήσουμε δευτε- ρεύον, παράγωγο μόρφωμα των δομών αυτών. Αντικείμενο της έρευνας του συγκεκρι- μένου επιστημονικού στρουκτουραλι- σμού είναι ο πολιτισμός ως σύνολο ση- μειωτικών συστημάτων, από τα οποία το σπουδαιότερο είναι η γλώσσα, αλλά που περιλαμβάνει και την επιστήμη, την τέ- χνη, τη θρησκεία, τη μυθολογία, τα έθι- μα, τη μόδα, τη διαφήμιση κ.λπ. Σ* αυτά ακριβώς τα αντικείμενα η δομική - ση- μειωτική ανάλυση επιτρέπει την αποκά- λυψη των κρυμμένων νομοτελειών, στις οποίες υποτάσσεται ασύνειδα ο άνθρω- πος. Στις νομοτέλειες αυτές αντιστοι- χούν τα βαθύτερα στρώματα του πολιτι- σμού, που προσδιορίζονται διαφορότρο- πα στις διάφορες θεωρίες (οι έννοιες «επιστήμη» και «αναλυτικολογικά μορφώ- ματα», που χαρακτηρίζουν τα βαθύτερα επίπεδα γνώσης στο Φουκό, η έννοια «γραφή», στους Μπαρτ και ISh-ερριντά, οι «διανοητικές δομές» στο Λεβύ - Στρος κ.λπ.), αλλά που σε όλες τις περιπτώσεις θεωρούνται ως μεσολαβητές στη σχέση μεταξύ ανθρώπινης συνείδησης και κό- σμου. Η συνείδηση και η αυτοσυνείδηση του ανθρώπου που αγνοούν τη διαμεσο- λάβηση αυτή αποτελούν, κατά το στρου- κτουραλισμό, την πηγή αυταπατών για τάχα ελεύθερη και κυριαρχική δραστη- ριότητα του ανθρώπινου «Εγώ». Εδώ ο στρουκτουραλισμός αναθεωρεί μια σειρά παραδοσιακές έννοιες των επιστημών του ανθρώπου, όπως δημιουργός (ποιη- τής, καλλιτέχνης), δημιουργία, έργο κ.ά. Αντιστρατευόμενος την παραδοσιακή «ι- στορία των ιδεών» ο στρουκτουραλισμός τονίζει τις ποιοτικές αναμορφώσεις της κουλτούρας που βασίζονται στις ριζικές ανασυγκροτήσεις των βαθιών δομών. Ταυτόχρονα, σε άλλο επίπεδο αφαίρε- σης, στο στρουκτουραλισμό αναπτύσσο- νται οι αναζητήσεις πλατιών τυπολογικών γενικεύσεων, πανανθρώπινων καθολικών εννοιών (universalia), των γενικότατων σχημάτων και νόμων της δραστηριότητας του νου. Ο συγκεκριμένος επιστημονικός στρου- κτουραλισμός έδειξε τη γονιμότητα του στη μελέτη της κουλτούρας των πρωτό- γονων φυλών, στη λαογραφία και σε άλ- λους τομείς. Από την άλλη πλευρά, ό- μως, προκάλεσε έντονες συζητήσεις στο επιστημονικό και φιλοσοφικό πεδίο. 98
Στρουκτουραλισμός Η φιλοσοφική ερμηνεία του οτρουκτου- ραλισμού μπορεί να χωριστεί σε δύο κύ- ριες κατευθύνσεις: στις φιλοσοφικές ι- δέες των ίδιων των δομιστών επιστημό- νων και στη δομιστική ιδεολογία που είχε διαδοθεί στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1960. Οι φιλοσοφικές ιδέες των στρουκτουραλιστών διαμορφώθηκαν στην πορεία της προσπάθειας για το πέ- ρασμα των γνώσεων της ανθρωπιστικής παιδείας στο αφηρημένο - θεωρητικό ε- πίπεδο και την προσέγγιση τους στις επι-· στήμες της φύσης. Η προσπάθεια αυτή, που έγινε σε σημαντικό βαθμό στα πλαί- σια της καρτεσιανής και καντιανής παρά- δοσης (αλλά και κάτω από την επίδραση του θετικισμού και του φροϋδισμού), ο- δήγησε στη διατύπωση δυιστικών αντιλή- ψεων: ενός «καντιανισμού χωρίς υπερ- βατικό υποκείμενο» του Λεβύ - Στρος, ε- νός «ιστορικού απριορισμού» του Φουκό. Η με Υαλοποίηση του ρόλου των ασύνει- δων μηχανισμών των σημειωτικών συστη- μάτων και της κουλτούρας γενικά, σε συνδυασμό με τις ευρύτατες γενικεύ- σεις εισάγει στις ιδέες του στρουκτου- ραλισμού στοιχεία εκλεκτισμού, παρά το γεγονός ότι στις βασικές αρχές τους οι ι- δέες αυτές αντιγράφουν γενικά, με ορι- σμένες τροποποιήσεις, τον καντιανό δυϊ- σμό μορφής (στην προκειμένη περίπτω- ση των ασύνειδων δομών) και περιεχομέ- νου (των εμπειρικών δεδομένων). Η ειδική «αντί - υποκειμενική» τους τάση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τον αγώ- να κατά του υπαρξισμού και των άλλων υ- ποκειμενιστικών ρευμάτων, που αρνού- νται τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης του ανθρώπου. Ταυτόχρονα ό- μως οι ιδέες του στρουκτουραλισμού, καθώς εμφανίζονται όχι με τη μορφή θε- ωρητικά αναπτυγμένων συστημάτων, αλ- λά με τη μορφή μεμονωμένων αποφάν- σεων και φιλοσοφικών υποθέσεων, κλί- νουν συχνά στο συμβιβασμό με τον υ- παρξισμό, τη φαινομενολογία κ.λπ. Η ιδεολογία του στρουκτουραλισμού α- ποτελεί ένα ακόμα βήμα προς την απο- λυτοποίηση ορισμένων συγκεκριμένων ε- πιστημονικών του θέσεων, καθώς και τη μεταφορά τους στο επίπεδο της σφαιρι- κής θεώρησης των προβλημάτων της σύγχρονης κοινωνίας. Από την άποψη αυτή ο στρουκτουραλισμός παρουσιάζε- ται σαν κάποια σύγχρονη κοσμοθεωρία που βασίζεται στη δομική αντιπαράθεση ανθρώπου και ιστορίας (η λεγόμενη θεω- ρία του «θανάτου του ανθρώπου», που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των ε- πικριτών του στρουκτουραλισμού). Στην αντιπαράθεση αυτή αντανακλώνται με αλλαγμένη μορφή οι αντιφάσεις ανάμεσα στο άτομο και στις δομές του κρατικό - μονοπωλιακού καπιταλισμού. Από το άλ- λο μέρος, η υποκατάσταση των συγκε- κριμένων κοινωνικών δομών με τη «δομή εν γένει», που συμβολίζει κάποια αντιαν- θρωπιστική αρχή, φενακίζει τα πραγματι- κά κοινωνικά προβλήματα και χρησιμο- ποιείται τόσο από την τεχνοκρατική κα- τεύθυνση, όσο και από τον αναρχισμό. Οι εκπρόσωποι του υπαρξισμού, του περ- σοναλισμού και της φαινομενολογίας ε- πέκριναν έντονα το στρουκτουραλισμό ως επιστημονικοκρατικό (βλ. Επιστημονι- ομός), «αντιουμανιστικό» ρεύμα. Η κριτι- κή αυτή, που βασιζόταν στις θέσεις του αφηρημένου ουμανισμού και του υποκει- μενιστικού ανορθολογισμού, στρεφόταν κυρίως κατά της ίδιας της ιδέας της επι- στημονικής έρευνας των κοινωνικών φαι- νομένων. Σε αντίθεση προς τη μηδενι- στική κριτική, που συνήθως δεν οριοθε- τεί τα επίπεδα του συγκεκριμένου ε- πιστημονικού και του φιλοσοφικού στοι- χείου στο στρουκτουραλισμό, οι μαρ- ξιστές στη Γαλλία, στην ΕΣΣΔ και άλλες χώρες υπογραμμίζουν τόσο την ορθότη- τα, όσο και τα στενά όρια της δομικής με- θόδου ως μιας από τις ειδικές επιστημο- νικές μεθόδους, αποκρούοντας, από την άλλη πλευρά, τις προσπάθειες αντιπαρά- 99
Στρώμα θέσης της δομικής μεθόδου στην υλιστι- κή διαλεκτική ή υποκατάστασης της δεύ- τερης από την πρώτη. • Γκρέτσκι Μ. Ν., Ο γαλλικός στρουκτουρα- λιομός, Μ., 1971' του ίδιου, Στρουκτουραλι- σμός: τα βαοικά προβλήματα και τα επίπεδα επίλυσης τους, «Φιλοσόφσκιγε ναούκι» {^Φι- λοσοφικές επιστήμες»), 1974, τεύχος 4 Σεβ Λ., Περί στρουκτουραλισμού, «Προβλήματα της ειρήνης και του σοσιαλισμού», 1971, τεύ- χος 5 - 6 Μπλάουμπεργκ, Ι. Β., Πούντιν Ε. Γκ., Διαμόρφωση και ουσία της συστημικής προσέγγισης, Μ., 1973, κεφ. 4* Σάχαροβα Τ Α., Από τη φιλοσοφία της ύπαρξης στο στρου- κτουραλισμό, Μ., 1974· Φιλίπποφ Λ. Ν., Στρουκτουραλισμός (οι φιλοσοφικές πλευ- ρές), στο βιβ.: Η αστική φιλοσοφία του 20ού αιώνα. Μ., 1974' Στρουκτουραλισμός: τα «υ- πέρ» και τα «κατά», Συλλογή μεταφράσεων, Μ., 1975' Αφτονόμοβα Ν. Σ., Τα φιλοσοφικά προβλήματα της δομικής ανάλυσης στις επι- στήμες του ανθρώπου. Μ., 1977" Μίτινα Σ. Μ., Γενετικός στρουκτουραλισμός. Κριτική μελέτη, Μ., 1981 Problomes du structurali- sme, «Les Temps modernes», 1966, No 246 StructuraIJsme et marxisme, «La Pens6e», 1967, No 135 Piaget J., Le structuralisme, P., 1968· Structuralism: a reader, L., 1970' βλ. ε- πίσης βιβλγ. στα λήμματα Λεβύ - Στρός, Λα- κάν, Φουκό, Ντερριντά. Μ. Ν. Γκρέτσκι Θεώρηση Πάν. Κρητικού Στρώμα. Ορος, που στην αστική κοινω- νιολογία υποδηλώνει τον κοινωνικό δια- χωρισμό (βλ. Κοινωνική στρωμάτωση). Οι αστοί κοινωνιολόγοι θεωρούν το στρώμα κύριο και «έσχατο» στοιχείο της κοινωνι- κής δομής, με κριτήριο κατάταξης διά- cpopa παράγωγα και κάθε είδους δευτε- ρεύοντα κριτήρια και γνωρίσματα (ασχο- λία, έσοδα, συνθήκες διαβίωσης, μόρ- φωση, ψυχολογικά γνωρίσματα, θρη- σκευτικές πεποιθήσεις, τρόπος συμπε- ριφοράς κλπ.) προσπαθούν με τον τρόπο αυτό να απαλείψουν το πρόβλημα των θεμελιακών διαφορών ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες της κεφαλαιοκρατι- κής κοινωνίας. Σε αντίθεση με την αστι- κή αντίληψη για το στρώμα, η μαρξιστική λενινιστική θεωρία υπολογίζει όλα τα στοιχεία της κοινωνικής διαίρεσης: τά- ξεις, κοινωνικά στρώματα, κοινωνικές ο- μάδες κ.ά., ξεχωρίζει τα κύρια απ* αυτά -τις τάξεις- και προσδιορίζει τη φύση τους με βάση τη θέση που κατέχουν στο ιστορικά καθορισμένο σύστημα σχέσεων παραγωγής. • Βλ. λήμματα Τάξεις, Κοινωνική στρωμάτω- ση. Θεώρηση Β. Φίλια Στρωμάτωση κοινωνική, βλ. Κοινωνική στρωμάτωση. Στυλ ζωής. Κοινωνική - ψυχολογική κα- τηγορία, που εκφράζει έναν ορισμένο τύπο συμπεριφοράς των ανθρώπων. Ως προς το περιεχόμενο της είναι κάπως στενότερη από τη φιλοσοφική - κοινωνιο- λογική κατηγορία τρόπος ζωής -που πε- ριλαμβάνει όλη τη δραστηριότητα των ανθρώπων- δίνει όμως τη δυνατότητα συγκέντρωσης της προσοχής στην υπο- κειμενική πλευρά της ανθρώπινης δρα- στηριότητας, στα κίνητρα, τις μορφές και τους προσανατολισμούς των αποφάσε- ων, των πράξεων και της καθημερινής συμπεριφοράς του ατόμου, της οικογέ- νειας και των κοινωνικών ομάδων. Θεώρηση Β. Φίλια Στωική φιλοσοφία. Σχολή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, που πήρε την ο- νομασία αυτή από τη λεγόμενη «Ποικίλη στοά» των Αθηνών, όπου δίδαξε ο ιδρυ- τής της στωικής φιλοσοφίας Ζήνων* ο Κιτιεύς (περίπου από το 300 π.Χ.). Στην επιστημονική βιβλιογραφία η ιστορία αυ- τής της σχολής χωρίζεται σε: α) Αρχαία Στοά (3ος - 2ος αι. π.Χ. Ζήνων, Κλεάν- θης. Χρύσιππος και οι μαθητές τους), β) 100
Στωική φιλοσοφία Μέση Στοά (2ος 1ος αι. π.Χ. Παναί- τιος, Ποοειδώνιος*) και γ) Νέα Στοά (ρω- μαϊκός στωικισμός: Σενέκας*, Μουσώ- νιος Ρούφος, Επίκτητος*, Ιεροκλής ο στωικός, Μάρκος Αυρήλιος*). Από τις δύο πρώτες περιόδους δε σώζεται ούτε ένα ολόκληρο έργο και έτσι το σύστημα της στωικής φιλοσοφίας αναπαριστάνε- ται με βάση τα σωζόμενα αποσπάσματα. Η ηθική κατέχει στο σύστημα αυτό κυ- ρίαρχη θέση, στηριζόμενη στη φυσική (στη φιλοσοφία της φύσης) και τη λογική. Τον κόσμο η στωική διδασκαλία τον αντι- λαμβανόταν σαν έμψυχο σφαιρικό σώμα, που βρίσκεται στο άπειρο κενό, σαν λογι- κή ύπαρξη, που οργανώνει όλα τα μέρη της σε ένα αποτελεσματικά αρμονικό σύ- νολο. Πραγματικά είναι για τους στωι- κούς μόνο τα σώματα (ασώματα θεωρού- σαν τις σημασίες των λέξεων και προτά- σεων, το κενό, τον τόπο και το χρόνο). Στον κόσμο, που είναι από την ίδια του τη φύση ενκιίος, οι στωικοί διέκριναν δύο αρχές - την ενεργητική και την παθητική (το «ποιούν» και το «πάσχον»): την «χω- ρίς ποιότητες ουσία» και το λόγο ή θεό που διαπερνά τα πάντα. Τους παραδοσια- κούς θεούς τους ερμήνευαν αλληγορικά σαν εκδήλωση του μοναδικού θεού, του Δία - λόγου. Η αυτοανάπτυξη του κόσμου συντελείται κυκλικά. Κάθε κύκλος τε- λειώνει με τη μετατροπή των πάντων σε φωτιά, με την «εκπύρωσιν». Στην αρχή κάθε νέου κύκλου η «δημιουργική φω- τιά» («το τεχνικόν πυρ»), που είναι και ο θεός - λόγος, παράγει τις τέσσερις πρώ- τες αρχές: τη φωτιά, το νερό, τον αέρα και τη γη* από αυτές τις αρχές διαμορ- φώνονται όλα τα άλλα φυσικά σώματα. Αυτή η δημιουργική διαδικασία, κατά την περιγραφή των στωικών, συμβαίνει ενώ από τον παγκόσμιο λόγο «εκκρίνονται» οι «σπερματικοί λόγοι», που προσδιορίζουν τη φύση των επιμέρους σωμάτων. Ο «λό- γος», που διαπερνά τα πάντα, αποτελεί τη φύση του συνολικού σώματος του κό- σμου, της αυτοδημιουργούμενης εγγε- νούς δύναμης του και το φυσικό νόμο, που κατευθύνει την παγκόσμια εξέλιξη. ' Ετσι, ο «λόγος» είναι και «πρόνοια» και «ειμαρμένη» που θεωρείται διαδοχικότη- τα των γεγονότων και τελικός σκοπός ό- λων των αιτίων. «Ανάγκη» ονομάζεται μό- νο εκείνο που έχει ήδη γίνει και είναι α- νεπανόρθωτο. Στους νεότερους στωι- κούς η ανάγκη και η ειμαρμένη ταυ- τίζονται. Η μοίρα κάθε σώματος καθο- ρίζεται από την ίδια τη φύση του, η ο- ποία περιλαμβάνεται στο γενικό σκοπό της φύσης. Το «τεχνικόν πυρ» ενώνεται με τον αέρα και διαπερνώντας τον κόσμο με τη μορφή διάπυρης πνοής («πνεύμα- τος»), συνενώνει τα πάντα σε ένα συνε- χές σύνολο και δημιουργεί τη συμπάθεια την κοομική* όλων των επιμέρους τμημά- των και σωμάτων. Με βάση αυτή τη συ- μπάθεια είναι δυνατή η «πρόνοια». Η πνοή, το πνεύμα, χαρακτηρίζεται από έ- νταση (τόνο) και από ταυτόχρονη κίνηση προς δύο κατευθύνσεις: η κίνηση προς το κέντρο του σώματος δημιουργεί την ενότητα του, ενώ η κίνηση προς την πε- ριφέρεια και η δύναμη του τόνου δη- μιουργούν τις ιδιότητες, οι οποίες είναι επίσης σωματικές· από δω και το δόγμα της αμοιβαίας διείσδυσης των σωμάτων. Κάθε σώμα θεωρείται άπειρα διαιρετό, ό- πως και ο χρόνος, ο οποίος προσδιορίζε- ται ως μέτρο κίνησης του κόσμου. Η ψυχή του ανθρώπου, τμήμα της παγκό- σμιας λογικής ψυχής, του πνεύματος, εί- ναι σωματική και διαπερνά ολόκληρο το σώμα. ' Οταν επέλθει ο θάνατος, η ψυχή αποσπάται από το σώμα και παύει να απο- τελεί φορέα προσωπικών ιδιοτήτων. Το «ηγεμονικόν» της ψυχής βρίσκεται στην καρδιά και σ* αυτό συντελούνται όλες οι ψυχολογικές διεργασίες. Η γνώση δη- μιουργείται στη βάση των αισθημάτων και των παραστάσεων. Η παράσταση που προκύπτει από το αντικείμενο που παρά- γει πραγματικά και που αντιστοιχεί τέλεια 101
Στωική φιλοσοφία σ' αυτή ονομάζεται εννοιακή παράσταση («καταληπτική φαντασία»). Όταν το «η- γεμονικόν», με τη μορφή του λογικού, δί- νει τη συγκατάθεση του σε μια τέτοια πα- ράσταση και την αποδέχεται ως αληθινή, στη βάση του συλλογισμού αυτού επιτυγ- χάνεται η αληθινή γνώση, συντελείται η «κατανόηση». Πρώτη φυσική παρόρμηση του ανθρώπου είναι η επιδίωξη της αυτο- συντήρησης. Λόγω της έλλογης φύσης του ανθρώπου αυτή η «διάθεση του εαυ- τού του» επεκτείνεται και στους άλλους ανθρώπους, και σε ολόκληρη την ανθρω- πότητα. Χάρη στη συμμετοχή όλων των ανθρώπων στο λόγο, γίνονται όλοι πολί- τες του ενιαίου παγκόσμιου κράτους, της Κοσμόπολης. Έτσι, θα πρέπει να συμμετέχει κανείς στην κοινωνική ζωή του πραγματικού κράτους μόνο στην πε- ρίπτωση που δεν εξαναγκάζεται να προ- βαίνει σε ανήθικες πράξεις. Σε περίπτω- ση που θα ήταν αδύνατο να ζει κανείς και να ενεργεί με βάση τις αρχές της λογι- κής και της ηθικής, οι στωικοί θεωρούν δικαιολογημένη την αυτοκτονία. Ο τελικός σκοπός της ζωής του ανθρώ- που, η ευτυχία, ορίζεται ως ζωή σύμφωνα με τη φύση, το λόγο («ζην κατά φύσιν»). Μόνο τέτοια ζωή είναι ενάρετη. Η αρετή, που ορίζεται ως φρόνηση, γνώση για το καλό και το κακό, είναι το μοναδικό αγαθό, ενώ η άγνοια είναι το μοναδικό κακό. Τα υπόλοιπα θεωρούνται αδιάφορα από ηθι- κή άποψη, μια και μπορούν να επιδράσουν και στην αρετή, και στην κακία. Στα αδιά- φορα ξεχωρίζουν τα «προτιμητέα» (π.χ., η υγεία, τα πλούτη) και τα «μη προτιμη- τέα» (η ασθένεια, η φτώχεια). Το ηθικό ι- δεώδες των στωικών ήταν ο σοφός που έ- φθασε ως την αρετή και την απάθεια*, την «αυτάρκεια», που δεν εξαρτάται δηλαδή από εξωτερικές συνθήκες. Ο σοφός αυτός ενεργεί σύμφωνα με το φυσικό νόμο, δηλαδή ακολουθεί οικειο- θελώς τη μοίρα. ' Ολες οι πράξεις του εί- ναι σωστές, μια και έχουν αφετηρία την πάγια ενάρετη δομή της ψυχής, την εσω- τερική αδυναμία να ενεργήσουν διαφο- ρετικά. Στις πράξεις αυτές το σημαντικό δεν είναι η επίτευξη του εξωτερικού σκοπού, που συχνά δεν είναι υπεξούσια του ανθρώπου, αλλά μόνο ο ηθικός χαρα- κτήρας της ενέργειας και της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο και τους άλ- λους ανθρώπους, που εξαρτάται γενικά από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι άλλοι άν- θρωποι, ανάμεσα τους και εκείνοι που τείνουν προς την αρετή, κάνουν είτε πα- ραπτώματα, είτε «δέουσες πράξεις», που είναι ηθικά δικαιολογημένες και υπο- χρεωτικές, δεν προϋποθέτουν όμως σταθερή ψυχική δομή, όπως εκείνη του σοφού. Στη Μέση Στοά, ιδίως στον Πα- ναίτιο, σε πρώτη σειρά προβάλλουν η πρακτική ηθική και οι «δέουσες πράξεις», πράγμα που, ωστόσο, δε σημαίνει μετρια- σμό της αρχικής ηθικής αυστηρότητας (ριγορισμού) (θεωρίας για την αρετή ως το μοναδικό αγαθό). Η λογική των στωικών, που επεξεργάστη- κε ο Χρύσιππος, περιέχει, κατά τις σύγ- χρονες απόψεις, τη θεωρία της γώσης και τη θεωρία για τη γλώσσα και την τυπι- κή λογική. Γενικά, η στωική λογική χωρι- ζόταν σε «ρητορική» και «διαλεκτική». Η διαλεκτική χωριζόταν επίσης σπ] θεωρία για το «σημαίνον» («φωνητικόν») και το «σημαινόμενον» (σημασίες, εννοιολογι- κή πλευρά του λόγου, τα «λεκτά»). Στην καθαυτό λογική γινόταν η μελέτη απλών και σύνθετων αποφάνσεων, που εξετά- ζονταν στη βάση της διπλής σημασίας (ορθό, εσφαλμένο), καθώς και των λογι- κών τους σχέσεων. Στη θεωρία του συ- μπεράσματος με τη χρήση λογικών όρων, που ερμηνεύονται με τις σύγχρονες έν- νοιες της σύζευξης, της διάζευξης, του συμπερασμού και της άρνησης, προτεί- νονται πέντε αξιωματικά σχήματα συνα- γωγής («τρόποι»), καθώς και κανόνες α- ναγωγής όλων των άλλων ορθών συναγω- γών ο' αυτές. 102
Σύγκλισης θεωρία Ο Παναίτιος και ο Ποσειδώνιος εισήγα- γαν αρκετές καινοτομίες στην κοσμολο- γική θεωρία, ενώ στις αντιλήψεις τους για τον άνθρωπο προσανατολίζονταν στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη (θεω- ρία περί ψυχής, περί πρακτικών και θεω- ρητικών αρετών κ.λπ.). Ο ρωμαϊκός στωι- κισμός χαρακτηρίζεται από τον περιορι- σμό του ενδιαφέροντος μόνο στον τομέα της ηθικής, από την ενίσχυση των θρη- σκευτικών τάσεων, την επίδραση του νε- οπυθαγορισμού και του πλατωνισμού και τη χρήση επιχειρημάτων και αντιλήψεων άλλων σχολών. Η στωική διδασκαλία γενι- κότερα άσκησε ισχυρή επίδραση στο δια- μορφούμενο νεοπλατωνισμό και στη χρι- στιανική φιλοσοφία. Η ηθική της, ειδικό- τερα η θεωρία για την εσωτερική πνευ- ματική ελευθερία του ατόμου και για το «κατά φύσιν» ζην, τράβηξαν και πάλι την προσοχή κατά το 17ο και 18ο αι. Στην ι- στορία της φιλοσοφίας της φύσης η στω- ική διδασκαλία είναι σημαντική και για τη μονιστική της αντίληψη για τον κόσμο που τον θεωρούσε ως ενιαίο αυτοανα- πτυσσόμενο οργανισμό. ■ Αποσπάσματα: Stoicorum veterum fragme- nta coli. I. ab Arnim, v. 1 - 4, Lipsiae, 1921 - 24· I frammenti degll stoici antichl, ordlnati, trad. e annotati dl N. Festa, v. 1 - 2, Hildesh- eim - N.Y.,9171· σε ρωο. μετψ.: Διογένης ο Λαέρτιος, μετφ. Μ. Λ. Γκασπάροφ, Μ., 1979, Ριβ. 7. • Αομους Β. Φ., Αρχαία φιλοσοφία, Μ., 1976· Zeller Ε., Die Philosophie der Grie- chen,... Bd 3, Abt. 1, Lpz., 1923' Barth P., Die Stoa, völlig neu bearb. v. A. Goedeckemeyer, Stuttg., 1946· Pohlenz M.. Die Stoa. Bd 1 - 2. Gott., 1964 Rist J. M., Stoic philosophy, Camb., 1969' Watson G., The stoic theory of Knowledge, Belfast, 1966· Samburssky S.. Physics of the Stoics WestpontJ973'Mates B.. Stoic logic. Los Ang.. 1973· Frede M.. Die Stoische Logik, Gott., 1974· Tsekourakis D., Studles in the terminology of early stoic ethics, Wiesbaden, 1974· βλ. επίσης βιβλγ. στα λήμμα- τα Χρύσιππος και Ποσειδώνιος. Γ Β. Ουντ Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Συγκεκριμένο, βλ. Ανέλιξη από το αφη- ρημένο στο συγκεκριμένο. Σύγκλισης θεωρία (convergence= ού- γκλιση, από το λατ. convergo= συγκλίνω, συναντιέμαι). Μία από τις κύριες θεω- ρίες της σύγχρονης αστικής κοινωνιολο- γίας, πολιτικής οικονομίας και πολιτειο- λογίας, που βλέπει στην κοινωνική εξέλι- ξη της σύγχρονης εποχής την κυρίαρχη τάση για προσέγγιση των δύο κοινωνικών συστημάτων: του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, με επόμενη φάση τη σύν- θεση σε κάποια «μικτή κοινωνία», η οποία θα συνδυάζει τα θετικά γνωρίσματα και ι- διότητες του καθενός τους. Τον όρο «σύγκλιση» οι αστοί θεωρητικοί τον πή- ρανε από τη βιολογία, όπου σημαίνει δη- μιουργία, από σχετικά μακρινούς ως προς την καταγωγή τους οργανισμούς, ομοίων ανατομικών (μορφολογικά) μορ- φών κατά την πορεία της εξέλιξης, χάρη στο γεγονός ότι διαμένουν σε ίδιο περι- βάλλον. Τη θεωρία της σύγκλισης τη διατύπωσαν πρώτοι οι Π. Σορόκιν, Τζ. Γκάλμπρεϊθ και Ου. Ρόστοου (ΗΠΑ), Ζ. Φουραστιέ και Φ. Περρού (Γαλλία), Γ Τίνμπεργκεν (Ολ- λανδία). Χ. Σέλσκι και Ο. Φλέχτχαίμ (ΟΔΓ) κ.ά. Η θεωρία αυτή διαδόθηκε στην αστική κοινωνική σκέψη κατά την ει- κοσαετία 1950 - 70, όταν αυτή υποχρεώ- θηκε ν' αναγνωρίσει τα οικονομικά επι- τεύγματα του σοσιαλισμού και το γεγο- νός ότι ο σοσιαλισμός είναι ιστορικά ανα- πότρεττΓος. Κεντρικό θέμα της θεωρίας της σύγκλισης είναι η επιδίωξη της διαιώ- νισης του καπιταλιστικού συστήματος, έ- στω και σε μεταρρυθμισμένη μορφή, με αντιγραφή από το σοσιαλισμό των επιστη- 103
Συγκρητισμός μονικών μεθόδων διοίκηστις της κοινω- νίας, του οικονομικού σχεδιασμού και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Η θεωρία της σύγκλισης περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα φιλοσοφικών, κοινωνιο- λογικών, οικονομικών και πολιτικών από- ψεων και μελλοντολογικών προγνώσεων: από τις αστικές - μεταρρυθμιστικές και κοινωνικές- δημοκρατικές επιδιώξεις τελειοποίησης της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης των κοινωνικοοικονομικών δια- δικασιών μέχρι τις ανοιχτά απολογητικές απόψεις και τις αντικομμουνιστικές από- πειρες «αφομοίωσης» από τον καπιταλι- σμό των σοσιαλιστικών χωρών με την πρόσδεση τους στην «οικονομία της αγο- ράς», με τη «φιλελευθεροποίηση» του κοινωνικού καθεστώτος, με τον πολιτικό «πλουραλισμό» και την ειρηνική συνύ- παρξη στον ιδεολογικό τομέα (Ζ. Μπρζε- ζίνσκι, Ρ. Χάντινγκτον, Κ. Μένερτ, Ε. Χέλνερ κ.ά.). Ορισμένοι αστοί κοινωνιο- λόγοι και πολιτειολόγοι (Ρ. Αρον, Ντ. Μπέλ κ.ά.) περιορίζουν τη σύγκλιση των δύο συστημάτων μόνο στον τομέα της οι- κονομικής δραστηριότητας και της κοι- νωνικής στρωμάτωσης, αντιπαραθέτο- ντας σοσιαλισμό και καπιταλισμό στη ocpaipa των πολιτικών σχέσεων και της ι- δεολογίας, ενώ άλλοι την επεκτείνουν στις κοινωνικές σχέσεις γενικά. Η θεω- ρία της σύγκλισης έγινε αποδεκτή από πολλούς αναθεωρητές (Ρ. Γκαροντύ, Ο. Σικ κ.ά.) με τη μορφή των αντιλήψεων του «σοσιαλισμού με ελεύθερες εμπορι- κές συναλαγές», του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» κ.λπ. Με την κατάρρευση των ελπίδων των α- στών θεωρητικών για ανανέωση του καπι- ταλισμού και για διάβρωση του σοσιαλι- σμού μέσω της «φιλελευθεροποίησης» του, η δημοτικότητα της θεωρίας της σύ- γκλισης κατά τη δεκαετία του 1970 μειώ- θηκε σημαντικά. Από το άλλο μέρος, στους κύκλους της αστικής διανόησης της Δύσης βρήκε πλατιά διάδοση η ιδέα της λεγόμενης αρνητικής σύγκλισης (Ρ. Χάιλμπρονερ, Χ. Μαρκούζε, Γ Χάμπερ- μας κ.ά.), σύμφωνα με την οποία και τα δύο κοινωνικά συστήματα αφομοιώνουν τάχα το ένα από το άλλο όχι τόσο τα θετι- κά, όσο τα αρνητικά στοιχεία, πράγμα που οδηγεί στην «κρίση του σύγχρονου βιομηχανικού πολιτισμού» εν γένει. Η θεωρία της σύγκλισης στηρίζεται σε ο- ρισμένα εξωτερικά είτε ιστορικά μεταβα- τικά φαινόμενα της κοινωνικής πραγματι- κότητας, ειδικότερα στο γεγονός ότι οι σοσιαλιστικές χώρες, έχοντας, αρχίσει την οικονομική τους ανάπτυξη από χαμη- λότερο επίπεδο σε σχέση με τις προηγ- μένες καπιταλιστικές χώρες, μόνο στα μέσα του 20ού αι. ευθυγραμμίστηκαν μ' αυτές ως προς τη στάθμη της βιομηχανι- κής ανάπτυξης. Επιπλέον, οι οπαδοί της θεωρίας της σύγκλισης προσπαϋούν να τη θεμελιώσουν επικαλούμενοι την αντι- κειμενική τάση για διεθνοποίηση της οι- κονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής δραστηριότητας στη σύγχρονη εποχή, τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επιστημο- νικοτεχνικής επανάστασης κ.λπ. Ταυτό- χρονα όμως αγνοούν τη ριζική αντίθεση σοσιαλισμού και καπιταλισμού, οι οποίοι βασίζονται σε διαφορετικά συστήματα ι- διοκτησίας, έχουν θεμελιακά διαφορετι- κή ταξική φυσιογνωμία και ασυμβίβαστα μεταξύ τους πολιτικά καθεστώτα και ιδε- ολογίες. • Μιχέγεψ Β. Ι., Καπιταλισμός ή «βιομηχανι- κή κοινωνία»;, Μ., 1968* Η σύγχρονη αστική Θεωρία της συγχώνευσης καπιταλισμού και σοσιαλισμού. (Κριτική ανάλυση), Μ., 1970 Μάισνερ Χ., Θεωρία της σύγκλισης και πραγ- ματικότητα, μετφ. από τα γερμ., Μ., 1973 I- βανόφ Γκ. Ι., Η κοινωνική ουσία της θεωρίας της σύγκλισης, Μ., 1975· Κότσεφ \., Σύγκλιση ή απόκλιση, Σόφια, 1979. θεώρηση Πάν. Κρητικού Συγκρητισμός. 1) Το αδιαίρετο, που χα- ρακτηρίζει τη μη - αναπτυγμένη κατάστα- 104
Συγκριτική - ιστορική μέθοδος ση κάποιου φαινομένου (π.χ., της τέχνης κατά τα πρώτα στάδια του ανθρώπινου πολιτισμού, όταν η μουσική, το τραγούδι, η ποίηση και ο χορός δεν είχαν διαχωρι- στεί το ένα από το άλλο. Επίσης το αδιαί- ρετο των ψυχικών λεΓτουργιών στα πρώ- τα στάδια ανάπτυξης του παιδιού κ.λπ.). 2) Η μίξη, η μη οργανική συγχώνευση ε- τερογενών στοιχείων, όπως των στοι- χείων της λατρείας και των θρησκευτι- κών συστημάτων στην ύστερη Αρχαιότη: τα, π.χ. ο συγκρητισμός της ελληνιστικής περιόδου. Στη φιλοσοφία ο συγκρητι- σμός είναι μία παραλλαγή του εκλεκτικι- σμού. Θεώρηση Γρ. Θέμελη - Αλατζόγλου Σύγκριση. Γνωσιακή πράξη που αποτε- λεί τη βάση των κρίσεων για την ομοιότη- τα ή τη διαφορά των αντικειμένων. Με τη σύγκριση αποκαλύπτονται τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των αντικει- μένων, ταξινομείται, διατάσσεται και ε- κτιμάται το περιεχόμενο του Είναι και της γνωστικής διαδικασίας. Συγκρίνω σημαί- νει παραβάλλω το «ένα» με το «άλλο» με σκοπό την αποκάλυψη των δυνατών σχέ- σεων τους. Με τη σύγκριση ο κόσμος κα- τανοείται ως «συνεκτική πολυμορφία». Γι' αυτό είναι ουσιαστικές οι συνθήκες ή οι αρχές της σύγκρισης - τα γνωρίσματα, τα οποία καθορίζουν τις δυνατές σχέ- σεις μεταξύ των αντικειμένων. Στις φυσι- κές γλώσσες το ενέργημα της σύγκρι- σης εκφράζεται στους συγκριτικούς βαθμούς των επιθέτων και των επιρρημά- των, ενώ στις λογικές γλώσσες εκφράζε- ται στα κατηγορήματα της τάξης. Η σύγκριση έχει νόημα μόνο σε ένα σύ- νολο «ομοιογενών» αντικειμένων, που α- ποτελούν κλάση. Η σύγκριση των αντικει- μένων σε μία κλάση (tertium^cpoiparatio- nis) πραγματοποιείται ως προς τα γνωρί- σματα, που είναι ουσιαστικά για τη δεδομένη εξέταση. Έτσι, αντικείμενα, που μπορούν να συγκριθούν ως προς ένα γνώρισμα, μπορεί να είναι μη συγκρίσιμα ως προς άλλο γνώρισμα. Ο απλούστερος και σπουδαιότερος τύ- πος σχέσεων, που αποκαλύπτονται με τη σύγκριση, είναι οι σχέσεις ταυτότητας* (ισότητας) και διαφοράς. Η σύγκριση ως προς αυτές τις σχέσεις οδηγεί με τη σει- ρά της στην αντίληψη για την καθολική συγκβίσιιώιηιατ-δηλαδή για τη οϋνΟΤοτη- τα να δίνεται πάντοτε απάντηση στο ερώ- τημα αν τα αντικείμενα ταυτίζονται ή δια- φέρουν. Τα αντικείμενα της εποπτικής εμπειρίας είναι πάντοτε συγκρίσιμα, ό- μως η προϋπόθεση της εποπτικότητας (παρατηρησιμότητας) περιορίζει σημα- ντικά τη θεωρία. Ακριβώς στη θεωρία εί- ναι τυπικές οι περιπτώσεις, που η εποπτι- κή σύγκριση των αντικειμένων είναι αδύ- νατη, και για τη σύγκριση τους είναι ανα- γκαία η προσφυγή σε διαλογισμούς και, επομένως, σε συγκεκριμένες αφαιρέ- σεις, στις οποίες βασίζονται αυτοί οι δια- λογισμοί. Γι' αυτό η προϋπόθεση της κα- θολικής συγκρισιμότητας ονομάζεται ο- ρισμένες (ρορές αφαίρεση της συγκρισι- μότητας. Η τελευταία, κατά κανόνα, αποτελεί μη τετριμένη υπόθεση, που ε- φαρμόζεται στα πλαίσια (και στη βάση) των κύριων αρχών της θεωρίας. • Νοβοσέλοφ Μ. Μ., Σχετικά με ορισμένες έννοιες της Θεωρίας των σχέσεων, στο βιβ., Κυβερνητική και σύγχρονη επιστημονική γνω- στική διαδικασία, Μ., 1976. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Συγκριτική - ιστορική μέθοδος. Επι- στημονική μέθοδος, με τη βοήθεια της οποίας ^έσω της σύγκρισης αποκαλύπτε- ται, το γενικό^ίαι TD ιδιαίτερο στα ιστορικά φαινόμενα, επιτυγχάνεται η γνώση των διαφόρων ιστορικών βαθμίδων εξέλιξης ενός και του αυτού φαινομένου ή δύο διαφορετικών φαινομένων που συνυπάρ- χουν. Η συγκριτική μέθοδος είναι παραλ- 105
Συγκριτική - ιστορική μέθοδος λαγή της ιστορικής μεθόδου (βλ. Ιστορι- σμός). Η ουγκριτική - ιστορική μέθοδος δίνει τη δυνατότητα να αποκαλυφθούν και να παραβληθούν τα επίπεδα στην ε- ξέλιξη του εξεταζόμενου αντικειμένου, να διαπιστωθούν απαλλαγές που συντε- λεσττ}καν, να καθοριστουν~οΓτασεις εξέ- λιξης. Μπορούμε να διακρίνουμε διάφο- ρες μορφές της συγκριτικής - ιστορικής μεθόδου: τη μέθοδο σύγκρισης - αντιπα- ραβολής, που αποκαλύπτει τη φύση των ετερογενών αντικειμένων την ιοτορική - τυπολογική σύγκ()ΐση, που εξηγεί την ο- μοιόιτητα φαινομένων που, ως προς την καταγωγή τους, δε συνδέονται με όμοιες συνθήκες γένεσης και ανάπτυξης την ι- στορική - γενετική σύγκριση, κατά την ο- ποια„η ομοιότητα των φαινομένων εξη- γείται ως αποτέλεσμα της συγγενικής τους καταγωγής· τη σύγκριση, κατά την οποία επισημαίνονται οι αλληλεπιδράσεις των διαφόρων φαινομένων. Η συγκριτική - ιστορική μέθοδος απόκτη- σε καθολική αναγνώριση το 19ο αι. και χρησιμοποιήθηκε ποικιλόμορφα στις διά- φορες επιστήμες. Στην αστική κοινωνιο- λογία του 19ου αι. το ενδιαφέρον για τη μέθοδο αυτή οφείλεται στον j<ovt και το Σπένσερ^ οι οποίοι τη θεωρούσαν βασική μέθοδο για την κοινωνιολογική έρευνα και μάλιστα την ερμήνευαν με το πνεύμα της εξελικτικής γραμμικής - προοδευτι- κής ερμηνείας της ανάπτυξης. Η συγκρι- τική - ιστορική μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από το Μ. Μ. Καβαλέφσκι. Ο Ντυρκχάιμ έβλεπε στη συγκριτική κοινωνιολογία την ουσία της κοινωνιολογίας γενικά. Ταυτό- XpövcTvwövTäi προσπάθειες να ενωθεί η συγκριτική - ιστορική μέθοδος στην κοι- νωνιολογία με τις άλλες μεθόδους (Κέτ- λε). Ωστόσο ο πρώιμος^βουγ^ιοναλιοϋός (Μπ. Μαλινόφσκι κ.ά.) αντιπαρέθεσε τη συγκρπική - ιστορική μέθοδο προς τη με- λέτη των δομών και συςττημάτων. Η κύρια Τάση σπι σύγχρονη μη μαρξιστική κοινω- νιολογία κατευθύνεται στην ένωση της συγκριτικής - ιστορικής μεθόδου με τη δομολειτουργική ανάλυση, στην αποκά- λυψη των διαδικασιών της αλλαγής των διάφορων κοινωνικών δομών. Ανάλογη διαδικασία συντελείται στη γλωσσολογία, η οποία προσανατολίστηκε προς αυτή την κατεύθυνση από το Φ^^Σωααύρ. Η κριτική που άσκησαν οι Τρελτς και Μ. Βέ- μπερ στην πολιτιστική j^jOTOßiKn σχολή του ΝΗ"ίλταϊ^στηνΓ κοινωνιολογία είχε ως συνέπεια να μεταμορφωθεί στις θεωρίες τους η συγκριτική - ιστορική μέθοδος σε συγκριτιισι - τυπολογική μέθοδο. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι. η συγκριτική - ιστορική μέθοδος άρχισε να χρησιμο- ποιείται στις διάφορες κοινωνικές επι- στήμες. Η κατεύθυνση της συγκριτικής μελέτης των ποικιλόμορφων πολιτισμών, αξιών και κανόνων φαίνεται στη θεωρία των^ πqλιτισΓικjj)^r:Jgτopικώv τύπων 1^ ρόκιν - Τόυνμπι), όποΰΤϊοστδσο, κάθε πο- λιτισμός παρουσιάζεται ως ένα κλειστό σύνολο και δεν εξετάζεται η διαδικασία της ανάπτυξης τους. Η γραμμή αυτή συ- νεχίζεται στη συγκριτική μελέτη αρκε- τών κοινωνικών θεσμών, π.χ., της οικογέ- νειας (Ρ. Μπένεντικτ, Μ. Μιντ. κ.ά.). Στα πλαίσια της ιδεαλιστικής μεθοδολογίας, που χαρακτηρίζει τη μη μαρξιστική κοι- νωνιολογία, παρατηρείται μια στενότητα της συγκριτικής ιστορικής μεθόδου, που οφείλεται στην άρνηση της γνήσιας αρχής του ιστορισμού. Οι θεμελιωτές του μαρξισμού επεξεργά- στηκαν τη συγκριτική - ιστορική μέθοδο και τη χρησιμοποίησαν κατά τη μελέτη των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, των διαφόρων τύπων πολιτικής και οικο- νομικής δομής στους κόλπους ενός σχη- ματισμού, κατά την ανάλυση σειράς κοι- νωνικών θεσμών (του κράτους, της οικο- γένειας, του στρατού κ.λπ.), κοινωνικών κινημάτων και ιδεολογιών. Με βάση τη μαρξιστική μεθοδολογία έγιναν συγκριτι- κές - ιστορικές μελέτες στην ιστορική ε- πιστήμη, την εθνογραφία, τη λογοτεχνία, 106
Συλλογιστυίή που οδήγησαν στη διαμόρφωση ειδικών κατευθύνσεων: της συγκριτικτ'ις γλωσσο- λογίας, της φιλολογίας κ.ά. • Η αρχή του ιστορισμού και η γνώση των κοι- νωνικών φαινομένων, Μ., 1972 Marsh R. Μ., Comparatjve sociology, 1950 -1963, The Ha- gue - Ρ., 1966 («Current sociology», v. 14, No 2) The methodology of comparative research, ed. R. T. Holt and J. E. Turner. N. Υ 1970. Θεώρηση Β. Φίλια Σύζευξη. Με την ευρεία έννοια είναι σύνθετη πρόταση που σχηματίζεται με τη βοήθεια του συνδέσμου «και». Κατ' αρχήν μπορούμε να μιλήσουμε για σύ- ζευξη απείρου αριθμού προτάσεων (π.χ. για σύζευξη όλων των αληθών φράσεων των μαθηματικών). Στη λογική, σύζευξη ονομάζεται ο λογικός σύνδεσμος (πρά- ξη, συνάρτηση' υποδηλώνονται: &, V.). Η σύνθετη πρόταση που σχηματίζεται με τη βοήθεια του είναι αληθής μόνο υπό τον όρο της αλήθειας και των δύο συνι- στωσών της. Στην κλασική προτασιακή λογική η σύζευξη και η άρνηση αποτε- λούν επαρκές σύνολο προτασιακών συν- δέσμων. Αυτό σημαίνει ότι με τη βοήθεια τους μπορεί να οριστεί οποιοσδήποτε άλ- λος προτασιακός σύνδεσμος. Μια από τις ιδιότητες της σύζευξης είναι η αντι- μεταθετική ιδιότητα (δηλαδή Α SiB είναι ισοδύναμο με το ß & Α). Ορισμένες φο- ρές, όμως, θεωρείται μη - αντιμεταθετι- κή, δηλαδή διατεταγμένη, σύζευξη (πα- ράδειγμα πρότασης με τέτοια σύζευξη είναι η εξής: «Ο αμαξάς σφύριξε, και τα άλογα άρχισαν να τρέχουν»). Θεώρηση Γ Παπαγούνου Συλλογισμός. Μορφή παραγωγικής συ- ναγωγής, στην οποία από δύο προτάσεις (προκείμενες) που έχουν τη μορφή υπο- κείμενο - κατηγόρημα έπεται νέα πρότα- ση (συμπέρασμα) της αυτής λογικής μορφής. Συλλογισμός ονομάζεται συνή- θως ο κατηγορικός συλλογισμός, ο ο- ποίος συνίσταται από τρεις όρους που συνδέονται ανά δύο στις προτάσεις του συλλογισμού μέσω μιας από τις παρακά- τω τέσσερις λογικές σχέσεις: «Κάθε... είναι...», «Ουδείς... είναι...», «Μερικοί/- ες/-α... είναι», «Μερικοί/-ες/-α... δεν εί- ναι». Οι σχέσεις αυτές υποδηλώνονται α- ντίστοιχα με τα γράμματα Α, Ε, Ι, Ο. Π.χ.: «Ουδέν κήτος (Μ) είναι ιχθύς (Ρ). Τα κή- τη (Μ) έχουν μορφή ιχθύος (S)" επομέ- νως, μερικά που έχουν μορφή ιχθύος (S) δεν είναι ιχθείς (Ρ)» [σ. τ. ε. «σθενα- ρός»]. Οι προτάσεις, οι οποίες περιέ- χουν όρο. που δεν εμφανίζεται στο συ- μπέρασμα του συλλογισμού (μέσος ό- ρος, Λ/f), συνιστούν τις προκείμενες του συλλογισμού. Η προκείμενη, η οποία πε- ριέχει το κατηγόρημα του συμπεράσμα- τος (μείζων όρος, Ρ) ονομάζεται μείζων προκείμενη. Η προκείμενη, η οποία πε- ριέχει το υποκείμενο του συμπεράσμα- τος (ελάσσων όρος, S), ονομάζεται ε- λάσσων προκείμενη. Ως προς τη θέση του μέσου όρου στις προκείμενες (ανά- λογα με το αν είναι υποκείμενο ή κατηγό- ρημα) του συλλογισμού υποδιαιρούνται σε τέσσερα σχήματα. Ανάλογα με τις λο- γικές σχέσεις, οι οποίες συνδέουν τους όρους στις προτάσεις του συλλογισμού, διακρίνονται διάφοροι τρόποι. Βλ. επίσης Συλλογιστική. Θεώρηση Γ Παπαγομνου Συλλογιστική. Θεωρία της παραγωγικής συναγωγής, η οποία βασίζεται σε προτά- σεις μορφής υποκείμενο - κατηγόρημα: S είναι Ρ (όπου S είναι το λογικό υποκεί- μενο, ή απλώς υποκείμενο, και Ρ το λογι- κό κατηγορούμενο ή κατηγόρημα). Στη συλλογιστική αποσαφηνίζονται οι γενικές συνθήκες, κατά τις οποίες από μία, δύο ή περισσότερες προτάσεις -τις προκείμε- νες της παραπάνω μορφής- έπεται κατ' ανάγκην κάποια νέα πρόταση - το συμπέ- 107
Συμβββηκός ρασμα, καθώς και οι συνθήκες κατά τις ο- ποίες δεν είναι δυνατή αυτή η ακολου- θία. Στην περίπτωοη ακολουθίας του συ- μπεράσματος μόνο από μία προκείμενη έχουμε άμεση συλλογιστική παραγωγή. Στην περίπτωση ακολουθίας του συμπε- ράσματος από δύο προκείμενες έχουμε τον καθαυτό συλλογισμό* Στην περίπτω- ση ακολουθίας του συμπεράσματος από πολλές προκείμενες έχουμε τον πολυ- συλλογισμό ή σωρείτη*. ' Ενα από τα βα- σικά παραδοσιακά προβλήματα της συλ- λογιστικής συνίστατο στην αποσαφήνιση των τρόπων των τεσσάρων σχημάτων του συλλογισμού: ποιοί αποτελούν ορθές συ- ναγωγές και ποιοί όχι. Διατυπώθηκαν τό- σο γενικοί κανόνες συλλογισμού, όσο και ειδικοί κανόνες σχημάτων, και προτάθη- καν επίσης γραφικές παραστάσεις των συλλογιστικών συναγωγών, τα οποία χρη- σίμευαν ως μέσον εποπτικής θεμελίω- σης ή αναίρεσης. Η συλλογιστική διαμορφώθηκε από τον Αριστοτέλη και ήταν ιστορικά η πρώτη λογική θεωρία παραγωγικού διαλογισμού. Χρησίμευσε ως αφετηρία για την επε- ξεργασία της τυπικής λογικής. Η Περιπα- τητική σχολή, οι ρωμαίοι, βυζαντινοί και άραβες στοχαστές, οι μεσαιωνικοί σχο- λαστικοί λογικοί και αργότερα, στους νε- ότερους χρόνους, λογικοί επεξεργάστη- καν τη συλλογιστική λεπτομερώς και ε- πακριβέστερα, παραμένοντας όμως γενι- κά στα πλαίσια που είχε διαγράψει ο Αριστοτέλης στο << Όργανο». Ως το 17ο αι. η συλλογιστική εθεωρείτο ολοκληρω- μένη και σχεδόν η μοναδικά δυνατή λογι- κή ^ωρία. Στα πολυάριθμα σχολικά εγ- χειρίδια, που σώθηκαν ώς τις μέρες μας, αποτελούσε παραδοσιακό λογικό στοι- χείο της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Η μαθηματική λογική διαμόρφωσε ένα πιο γενικό -απ' τη συλλογιστική- λογικό σύ- στημα, το λογισμό των κατηγορημάτων, και αυσπιρές μεθόδους της ίδιας της λο- γικής έρευνας. Στα πλαίσια των επιτεύ- ξεων αυτών έγιναν προφανείς αφ' ενός ο επιμέρους χαρακτήρας της συλλογιστι- κής ως θεωρίας της παραγωγής και αφ* ετέρου η ατέλεια της παραδοσκικής της κατασκευής. Με τη βοήθεια των μέσων της μαθηματικής λογικής η συλλογιστική μπορεί να παρασταθεί με τη μορφή τυπο- ποιημένης θεωρίας και κατατάσσεται στο γενικό σύνολο της σύγχρονης συμβολι- κής λογικής. Εκτός από τη θεωρία της κλασικής (αριστοτελικής) συλλογιστικής, προτάθηκαν επίσης διάφορες γενικεύ- σεις και επεκτάσεις αυτού του συστήμα- τος. Μέχρι σήμερα παραμένουν ελάχι- στα διερευνημένα τα προβλήματα της τροπικής συλλογιστικής τα οποία τέθη- καν ήδη από τον Αριστοτέλη. • Αριστοτέλης, Αναλυτικά πρότερα και ύστε- ρα, μετφ. από τα ελλην., Έργα, τ. 2, Μ., 1978· Τσελπάνοφ Γκ. Ι., Εγχεψίδιο λογικής, Μ., 1949* Χίλμπερτ Ντ., Ακκερμαν Β., Βάσεις της θεωρητικής λογικής, μετφ. από τα γερμ., Μ., 1947· Λουκασέβιτς Γ., Η Αριστοτελική συλλογιστική από τη σκοπιά της σύγχρονης τυπικής λογικής, μετφ., απ* τ* αγγλ., Μ., 1959 Σουμπότιν Α. Λ., Η Θεωρία της συλλογι- στικής στη σύγχρονη τυπική λογική. Μ., 1965* του ίδιου, Παραδοσιακή και σύγχρονη τυπική λογική. Μ., 1969" Τζιντζιάν Ρ. Ζ., Επεκτετα- μένη συλλογιστική, Ερεβαν, 1977" Χίλκεβιτς Α. Π., Γο πρόβλημα της επέκτασης της παρα- δοσιακής συλλογιστικής, Μινσκ, 1981. Α. Λ. Σουμπότιν Θεώρη€ίη Γ. Παπαγούνου Συμβεβηκός. Φιλοσοφικός όρος, ο ο- ποίος υποδηλώνει, το τυχαίο, το επου- σιώδες, σ* αντίθεση με το ουσιαστικό ή ουσιώδες [βλ. Ουσία (substance)]. Απα- ντάται πρώτη φορά στα «Μετά τα φυσι- κά» και τα «Φυσικά» του Αριστοτέλη και αργότερα στον Πορφύριο, ο οποίος διαί- ρεσε τα συμβεβηκότα σε διαχωριζόμενα (π.χ., ο ύπνος για τον άνθρωπο) και μη διαχωριζόμενα (π.χ., το μαύρο χρώμα του δέρματος για τους νέγρους). Η έννοια 108
Σύμβολο του συμβεβηκότος αναπτύχθηκε στο σχολαστικισμό, όπου ορισμένες ιδιότη- τες των πραγμάτων εθεωρούντο ως «πραγματικά συμβεβηκότα», τα οποία υ- πάρχουν αυτά καθαυτά έξω από εκείνες τις ουσίες (substances), στις οποίες συ- νήθως προσιδιάζουν. Ο Ντεκάρτ, οΧομπς κ.ά. φιλόσοφοι του 17ου αι. αρνούνταν την ύπαρξη «πραγματικών συμβεβηκό- των», με αποτέλεσμα ο Σπινόζα να α- ντικαταστήσει τον όρο «συμβεβηκός» με τον όρο «τρόπος», ο οποίος υποδηλώνει τη μοναδική εκδήλωση της ουσίας (substance). Η έννοια του συμβεβηκό- τως απαντάται στον Καντ, το Φίχτε και σε άλλους φιλόσοφους του 18ου 19ου αιώνα, καθώς και στην τυπική λογική. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Σύμβολο. 1) Στην επιστήμη (λογική, μα- θηματικά κ.ά.) είναι ταυτόσημο με το ση- με/ο*. 2) Στην τέχνη είναι καθολική αι- σθητική κατηγορία, που αποκαλύπτεται διαμέσου της αντιπαραβολής με τις συ- ναφείς κατηγορίες της καλλιτεχνικής ει- κόνας, από το ένα μέρος, του σημείου και της αλληγορίας, από το άλλο. Με την πλατιά έννοια το σύμβολο μπορεί να θε- ωρηθεί ως μία εικόνα, ιδωμένη από τη σημειωτική της πλευρά, ή ότι είναι ένα σημείο προικισμένο με όλες τις οργανι- κές ιδιότητες και την ανεξάντλητη πολυ- σημία της εικόνας. Η υλική εικόνα και το βαθύ νόημα εμφανίζονται στη δομή του συμβόλου ως δύο πόλοι, που η ύπαρξη του ενός είναι αδιανόητη χωρίς την ύ- παρξη του άλλου, αλλά και που είναι χω- ρισμένοι μεταξύ τους και δημιουργούν το σύμβολο. Η εικόνα, μετατρεπόμενη σε σύμβολο, γίνεται «διάφανη»: το νόημα «διαφαίνεται» μέσω της εικόνας, η οποία παρουσιάζεται έτσι ως νοηματικό βάθος, ως νοηματική προοπτική. Η θεμελιακή διαφορά μεταξύ συμβόλου και αλληγο- ρίας συνίσταται στο ότι το νόημα του συμβόλου δεν αποκρυπτογραφείται με μια απλή προσπάθεια του λογικού, είναι αδιαχώριστο από τη δομή της εικόνας, δεν υπάρχει σαν κάποιος λογικός τύπος (φόρμουλα), που μπορούμε να τον «εισα- γάγουμε» στην εικόνα και μετά να τον α- φαιρέσουμε ξανά απ* αυτήν. Εδώ θα χρειαστεί να αναζητηθεί και η ιδιαιτερό- τητα του συμβόλου σε σχέση με την κα- τηγορία του σημείου. Ενώ στο καθαρά χρησιμοθηρικό σημειωτικό σύστημα η πο- λυσημία είναι απλώς εμπόδιο, που ζημιώ- νει την ορθολογική λειτουργία του ση- μείου, το σύμβολο είναι τόσο πλουσιότε- ρο σε περιεχόμενο, όσο πιο πολυσήμα- ντο είναι. Η ίδια η δομή του συμβόλου τείνει να δίνει, μέσω του κάθε χωριστού φαινομένου, μιαν ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου. Η νοηματική δομή του συμβόλου είναι πολυστρωματική και εξαρτάται από την ενεργή εσωτερική εργασία του αποδέ- κτη. Το νόημα του συμβόλου πραγματώ- νεται αντικειμενικά όχι ως παρουσία, αλ- λά ως δυναμική τάση* δεν είναι δοσμένο, αλλά προσδίδεται. Για την ακρίβεια, το νόημα τούτο δεν μπορούμε να το εξηγή- σουμε, ανάγοντας το σ* ένα μονοσήμα- ντο λογικό τύπο, αλλά μπορούμε απλώς να το διασαφηνίσουμε, συσχετίζοντας το με τις επόμενες συμβολικές συναρτή- σεις, οι οποίες θα οδηγήσουν σε μεγαλύ- τερη λογική σαφήνεια, χωρίς όμως και να φτάσουν σε καθαρές έννοιες. Αν πούμε ότι η Βεατρίκη του Δάντη είναι το σύμβο- λο της αγνής θηλυκότητας και το ' Ορος του Πουργατόριου (Καθαρτήριου) σύμ- βολο πνευματικής ανάτασης, αυτό θα εί- ναι σωστό. Αν όμως μείνουμε στο αποτέ- λεσμα, δηλαδή στην «αγνή θηλυκότητα» και στην «πνευματική ανάταση», αυτά θα είναι εκ νέου σύμβολα, έστω και πιο δια- νοητικοποιημένα, περισσότερο όμοια με έννοιες, πράγμα στο οποίο θα προ- σκρούει διαρκώς όχι μόνο η αντιληπτικο- ί 09
Συμμετρία τητα του αναγνώστη, ολλά και η επιστη- μονική ερμηνεία. Η ερμηνεία του συμβόλου είναι μία δια- λογική μορφή της γνώσης: το νόημα του συμβόλου υπάρχει πραγματικά μόνο μέ- σα στην ανθρώπινη επικοινωνία* έξω απ' αυτή δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε παρά μόνο την κενή μορφή του συμβό- λου. Ο «διάλογος», με τον οποίο πραγμα- τώνεται η κατανόηση του συμβόλου, μπορεί να διαταραχθεί απο μια λαθεμένη τοποθέτηση του ερμηνευτή. Έναν τέ- τοιο κίνδυνο αποτελεί ο υποκειμενικός ι- ντουίτιβισμός, με τη «διαίσθηση» του που εισβάλλει κατά κάποιον τρόπο στο εσω- τερικό του συμβόλου και μπορεί να μιλά για λογαριασμό του, μετατρέποντας έτσι το διάλογο σε μονόλογο. Η αντίστροφη ακρότητα είναι ο επιφανειακός ορθολογι- σμός που, κυνηγώντας τη φανταστική α- ντικειμενικότητα και ακρίβεια της «ορι- στικής ερμηνείας», εξαλείφει το στοι- χείο του διαλόγου και χάνει έτσι την ου- σία του συμβόλου. Η μαρξιστική - λενινιστική αισθητική θεω- ρεί την ανάλυση των προβλημάτων του συμβόλου και της αλληγορίας ως παραλ- λαγές της καλλιτεχνικής εικόνας, ξεκι- νώντας από την άποψη ότι η τέχνη είναι μία ειδική μορφή αντανάκλασης της πραγματικότητας. • Γκούμπερ Α., Η δομή του ποιητικού συμβό- λου, (ΤΓΟ βιβ.: Εργασίες της Κρατικής Ακαδη- μίας των Καλών Τεχνών. Τμήμα φιλοσοφίας, εκδ. 1, Μ., 1927" Λόοεφ Α. Φ., Διαλεκτική της καλλιτεχνικής μορφής. Μ., 1927* του ίδίΟϋ, Η φιλοσοφία του ονόματος, Μ., 1927· του ίδιου, 7ο πρόβλημα του συμβόλου και η ρεαλιστική τέχνη, Μ. 1976· Cassirer Ε.. Philosophie der symbolischen Formen, Bd 1 - 3, Darmstadt, 1953 - 54' Levln H., Symbolism and fiction, Charlottesville, 1956* Bachelard G., La poe- tique de Γ espace, P., 1957· Symbolon. Jahr- buch für Symbolforschung, hrsg. v. J. Schwa- be. Bd 1 - 4, Basel Stuttg.. 1960 - 64 Burke K., Language as symbolic action, Berk. - Los Ang., 1966· Frenzel E., Stoff Motiv - und Symbolforschung, Stuttg., 1966. Σ. Σ. Αβέριντσεφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού Συμμετρία. Έννοια που χαρακτηρίζει τη μετάβαση ενός αντικειμένου ο" αυτό το ίδιο ή ενός αντικειμένου σε άλλο όταν πραγματοποιούνται σ* αυτά ορισμένοι μετασχηματισμοί (μετασχηματισμοί συμ- μετρίας). Με την ευρεία έννοια είναι η ι- διότητα της αμεταβλητότητας* ορισμέ- νων όψεων, διαδικασιών και σχέσεων των αντικειμένων ως προς κάποιους μετα- σχηματισμούς. Ως συμμετρικά αντικείμε- να μπορούν να εμφανιστούν διαφορετι- κοί σχηματισμοί: πράγματα, διαδικασίες και αλληλεπιδράσεις της υλικής πραγμα- τικότητας, γεωμετρικά σχήματα, μαθημα- τικές εξισώσεις, ζωντανοί οργανισμοί, έργα τέχνης κ.ά. Παραδείγματα μετα- σχηματισμών συμμετρίας (οι οποίοι μπο- ρούν να είναι τόσο πραγματικοί, όσο και νοητοί) είναι η μετατόπιση, η στροφή, η συμμετρία ως προς επίπεδο στο χώρο, η μετατόπιση και η αναστροφή χρόνου, η συζυγία φορτίου (η αντικατάσταση σωμα- τιδίου με αντισωματίδιο) κ.ά., καθώς και οι συνδυασμοί τους. Η ιδέα της συμμετρίας επιτελεί σπου- δαία μεθοδολογική λειτουργία στα μαθη- ματικά, τη φυσική, τη χημεία, τη βιολογία, είναι κατασκευαστική αρχή στην τεχνική και διαδραματίζει επίσης ουσιαστικό ρό- λο στη θεωρία της τέχνης. Η ευρεία ε- φαρμογή της έννοιας της συμμετρίας σε διάφορες σφαίρες της ανθρώπινης δρα- στηριότητας οδήγησε στην τάση να θεω- ρείται η συμμετρία ως ανεξάρτητη φιλο- σοφική κατηγορία και να αντιπαραθέτουν σ* αυτήν την ασυμμετρία. Σε φιλοσοφικό επίπεδο η συμμετρία εμ- φανίζεται ως ιδιαίτερο είδος της δομικής οργάνωσης των αντικειμένων. Από τη 110
Σύμπαν μια, η συμμετρία κατανοείται ως ενότητα της ταυτότητας και της διαφοράς, γΓ αυ- τό αντικείμενα, τα οποία αποτελούν αφε- τηρία και αποτέλεσμα μετασχηματισμών συμμετρίας, όντας διαφορετικά, θεω- ρούνται ως ισοδύναμα ως προς μια σειρά ουσιωδών γνωρισμάτων. Από την άλλη, η συμμετρία ερμηνεύεται ως ενότητα της διατήρησης και της αλλαγής και επιπλέ- ον οι μετασχηματισμοί συμμετρίας, εφ' όσον είναι αλλαγές αντικειμένων, θεω- ρείται ότι δε θίγουν τα χαρακτηριστικά τους που διατηρούνται. Οι κατηγορίες της ταυτότητας και της διαφοράς, της διατήρησης και της αλλαγής είναι αδιά- σπαστα συνδεμένες με τις κατηγορίες του μέρους και του όλου (της δομής και των στοιχείων), χαρακτηρίζουν τις διαλε- κτικές διασυνδέσεις του αντικειμένου και αποκαλύπτουν το φιλοσοφικό περιε- χόμενο της έννοιας της συμμετρίας. • Οβτσίννικοφ Ν. Φ., Οι αρχές διατήρησης, Μ., 1966* Συμμετρία, αμεταβλητότητα, δομή, Μ., 1967· Βέιλ Χ., Συμμετρία, μετφ. από τ' αγγλ., Μ., 1971· Σούμπνικοφ Α. Β., Κόπτσκικ Β. Α., Η συμμετρία στην επιστήμη και την τέ- χνη, Μ., 1972" Ούρμαντσεφ Γ Α., Η συμμε- τρία της φύσης και η φύση της συμμετρίας, Μ., 1974· Η αρχή της συμμετρίας. Μ., 1978· Σχέδια συμμετρίας, μετφ. από τ* αγγλ., Μ., 1980. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Συμπάθεια κοσμική. Ορος της αρ- χαίας ελληνικής φιλοσοφίας, που σημαί- νει συμπόνοια, κοινότητα αισθημάτων, α- ντιστοιχία αντικειμένων ή φαινομένων, αλληλεπίδραση τους, συμμετοχή του ε- νός σ* αυτό που συμβαίνει στο άλλο. Π.χ., το σώμα συμμετέχει στις κινήσεις της ψυχής (Αριστοτέλης), ενώ τα επίγεια φαινόμενα εξαρτώνται από τις επιδρά- σεις του ήλιου και της σελήνης (Ποσει- δώνιος). Η αντίληψη για την κοσμική συ- μπάθεια συνδέεται με την άποψη ότι ο κόσμος είναι ένας ενιαίος ξωνταντός ορ- γανισμός (σχολή Μιλήτου, πυθαγορι- σμός, «Τίμαιος» του Πλάτωνα). Ο όρος απαντάται για πρώτη φορά στους στωι- κούς, όπου χαρακτηρίζει τη δυναμική αλ- ληλοσύνδεση και αλληλοεξάρτηση των τμημάτων κάθε σώματος με όλο το σώμα, καθώς και του καθολικού σώματος: του κόσμου με τα μέρη του. Η φυσική βάση της κοσμικής συμπάθειας είναι το πνεύ- μα, που αποτελείται από φωτιά και αέρα (πνοή) και επεκτείνεται ταυτόχρονα προς το κέντρο και την περιφέρεια του σώματος. Το πνεύμα διαπερνά ολόκληρο τον κόσμο και, συνδέοντας τον σε ένα συνεχές σύνολο, δημιουργεί την κοσμική συμπάθεια, με βάση την οποία οι στωικοί θεωρούσαν δυνατή την «πρόνοια», μια και ένα ορισμένο φαινόμενο (μια κατά- σταση τμημάτων) λόγω της κοσμικής συ- μπάθειας και της μοίρας -του αιτιατού σκοπού των πάντων- προκαλεί απαραίτη- τα άλλα φαινόμενα. • Röhr J., Der okkulte Kraftbegriff im Alter- tum, Lpz., 1923· Reinhardt K., Kosmos und Sympathie. Münch., 1926· Samburaky S., Phy- sichs of the stoics, L., 1959' βλ. επίσης βι- βλιογραφία στα λήμματα Ποσειδώνιος και Στωική φιλοσοφία. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Σύμπαν. Φιλοσοφικός όρος, ο οποίος υ- ποδηλώνει ολόκληρη την αντικειμενική πραγματικότητα στο χρόνο και το χώρο. Ανάλογα με το τι νοείται με τη φράση «ο- λόκληρη η πραγματικότητα», οι έννοιες «κόσμος» και «Σύμπαν» μπορεί να μην ταυτίζονται. Οι ατομιστές, π.χ., μιλούσαν για το Σύμπαν ως το σύνολο των υπαρχό- ντων και καταστρεφομένων κόσμων, οι ο- ποίοι εμφανίζονται από την κίνηση της ύ- λης, και θεωρούσαν το σύνολο αυτό των κόσμων αναρίθμητο. Ο Πλάτων ταύτιζε το Σύμπαν με τον αισθητό κόσμο και αρ- νείτο τη θέση των ατομιστών για την πολ- λαπλότητα των κόσμων (βλ. Έργα, τ. 3, μέρ. 1, Μ., 1971, σελ. 497 - 98). Στους 111
Συμπεριφορά Νέους Χρόνους, αρχίζοντας από το Λάι- μπνιτς, διατυπώθηκε η άποψη για το Σύ- μπαν ως «σύνολο όλων των δυνατών κό- σμων», από τους οποίους μόνον ένας -ο δικός μας κόσμος- είναι πραγματικός, ενώ οι υπόλοιποι είναι νοητοί ως λογικά δυνατοί, δηλαδή απεικονίζουν μη - αντι- (ρατικά τα δυνατά γεγονότα ή συνδέσεις των πραγμάτων. Ακριβώς μ' αυτή την ερ- μηνεία του Σύμπαντος είναι συνδεμένη η έννοια για τις «περιγραφές της κατάστα- σης» (ως δυνατών κόσμων) στη λογική σημαντική και την τροπική λογική. Η αντί- ληψη για το Σύμπαν ως συνεκτική «ενό- τητα του πλήθους» γέννησε πλήθος φι- λοσοφικών προσπαθειών συστηματοποίη- σης του Σύμπαντος - ανεξάντλητης νοη- τής απεικόνισης αυτής της ενότητας με τη μορφή μιας συγκεκριμένης θεωρίας του κόσμου ως όλου, κατασκευασμέ>Λΐς βάσει ενός γενικού συστήματος αρχών. Ωστόσο, τέτοιο πρόβλημα παραμένει«.... σε όλες τις εποχές αδύνατη υπόθεση» (Ένγκελς Φ., βλ. Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Απαντα, τ. 20, σελ. 36) όχι μόνο λόγω της απειρίας του Σύμπαντος και αντίστοι- χα του ανεξάντλητου χαρακτήρα της γνωστικής διαδικασίας, αλλά και λόγω της ανομοιογένειας του Σύμπαντος, της συγκρότησης του από κόσμους με διά- φορους νόμους που διαφέρουν ποιοτικά (όπως ο κόσμος του έναστρου ουρανού, ο κόσμος των κοινωνικών σχέσεων ή ο κόσμος των στοιχειωδών σωματιδίων). Στη σύγχρονη επιστημονική σκέψη η έν- νοια του Σύμπαντος συχνότερα αποκτά την έννοια του καθορισμένου συστήμα- τος (ή συστημάτων) αντικειμένων, στα ο- ποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί (προτά- σεις) κάποιας θεωρίας. ΓΓ αυτό ακριβώς μιλάμε για σύμπαν του λόγου - τις λογι- κές δηλαδή αφαιρέσεις, οι οποίες εκ- φράζουν τον κόσμο των νοητών αντικει- μένων, την ενότητα του πλήθους, αφού 01 Τύποι των υπό μελέτη σε κάποια θεω- ρία αντικειμένων μπορούν να είναι διά- φοροι ανάλογα με τα επιτρεπόμενα μέσα και προβλήματα της έρευνας. Αυτή η λο- γική αφαίρεση μόνον εν μέρει γενικεύει τη φιλοσοφική ιδέα του Σύμπαντος. Ως στοιχεία του σύμπαντος του λόγου ανα- φέρονται κυρίως τα άτομα, δηλαδή τα στοιχειώδη αντικείμενα του υπό μελέτη πεδίου, αλλά και όλα τα είδη και τα γένη τους (τα σύνολα των ατόμων), αν αυτό α- παπ-είται. Οι φυσικοί αριθμοί, π.χ., οι λό- γοι και οι αριθμητικές τους συναρτήσεις (αφαιρέσεις διαφόρων βαθμών) μπορούν να αποτελούν εννιαίο σύμπαν του λόγου. Τέτοια ευρεία κατανόηση του Σύμπα- ντος, μαζί με τον ισχυρισμό ότι κάθε σύ- νολο είναι στοιχείο κάποιου Σύμπαντος, οδηγεί στον ισχυρισμό για την απειρία των συνόλων αντικειμένων. Αλλη πλευ- ρά της ανάλυσης των ιδεών που συνδέο- νται με το Σύμπαν είναι η διάκριση τυπο- ποιημένου και μη τυποποιημένου, κατα- σκευαστικού και μη κατασκευαστικού σύ- μπαντος, καθώς και οντολογικού και γνωσιολογικού σύμπαντος του λόγου (α- ναφορά του τελευταίου άμεσα στη θεω- ρία, και του πρώτου στα δυνατά μοντέλα αυτής της θεωρίας). • Μπιριουκόφ Μπ. Β., Η κατάρρευση της με- ταφυσικής αντίληψης της καθολικότητας του πεδίου υπό μελέτη αντικειμένων στη λογική, Μ., 1963· Καν Π., Καθολική άλγεβρα, μετφ. από τ* αγγλ., Μ., 1968· Νοροσιόλ(κρ Μ. Μ., Η κατηγορία της ταυτότητας και τα μοντέλα της, στο βιβ. Κυβερνητική και διαλεκτική. Μ., 1978. θεώρηση Γ Παπαγούνου Συμπεριφορά. Η διαδικασία αλληλόδρα- σης των έμβιων όντων με το περιβάλλον. Η συμπεριφορά εμφανίζεται σε υψηλό ε- πίπεδο οργάνωσης της ύλης, όταν οι έμ- βιοι δομικοί σχηματισμοί της αποκτούν την ικανότητα αντίληψης, διατήρησης και μετασχηματισμού των μηνυμάτων, τα ο- 112
Συμπεριφορά ποία χρησιμοποιούν με σκοπό την αυτο- συντήρηση και την προσαρμογή στις συν- θήκες του περιβάλλοντος ή (στον άν- θρωπο) για την ενεργητική τους αλλαγή. Για συμπεριφορά των ανόργανων αντικει- μένων (π.χ., ενός ηλεκτρονίου, ενός πλανήτη, μιας μηχανής κ.λπ.) μπορεί να γίνεται λόγος μόνο συμβατικά, μεταφορι- κά. Ο όρος «συμπερκρορά» χρησιμοποιείται τόσο σχετικά με ξεχωριστά, επιμέρους, άτομα, όσο και σχετικά με τα σύνολα τους (συμπεριφορά ενός βιολογικού εί- δους, μιας κοινωνικής ομάδας). Η συ- μπερκρορά είναι υλική, αντικειμενική δια- δικασία και μελετάται από διάφορες επι- στήμες: βιολογικές, κοινωνικές και, σε ο- ρισμένες περιπτώσεις, από την κυβερνη- τική. Στη σοβιετική ψυχολογία η συμπεριφορά του ανθρώπου ερμηνεύεται ως φαινόμε- νο με φυσικές προϋποθέσεις, που στη βάση της όμως είναι μια κοινωνικά καθο- ρισμένη δραστηριότητα, με τυπική μορ- φή της την εργασία, που προσδίδει στην ψυχική ρύθμιση της ανθρώπινης συμπε- ριφοράς ποιοτικά νέο χαρακτήρα. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να αποκαλυφθούν τα βασικά συστατικά της συμπεριφοράς: η ρύθμιση του προκαθορισμένου σκοπού, ο οποίος επιλέγεται από το άτομο που έχει την ικανότητα ελεύθερης εκλογής και αυτοτελούς λήψης αποφάσεων. Θεμε- λιώδη σημασία στην περίπτωση αυτή έχει η κοσμοθεωρία, γιατί από το χαρακτήρα της εξαρτάται η κατεύθυνση και η κοινω- νική αξία της συμπεριφοράς. Η συμπεριφορά του ανθρώπου είναι άρ- ρηκτα συνδεμένη με το σύστημα των φω- νητικών σημάτων, που διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας και δη- μιουργεί τις προϋποθέσεις για την αφο- μοίωση των εξωτερικών κινητικών συστα- τικών της συμπεριφοράς. Χάρη σ' αυτό, διαμορφώνεται η ικανότητα του ανθρώ- που να σχηματίζει στη συνείδηση του την εικόνα του μέλλοντος, να αυτοαξιολογεί- ται και να αυτοελέγχεται. Σε συνθήκες συλλογικής ζωής, η συμπε- ριφορά του ανθρώπου εξαρτάται από το χαρακτήρα των αμοιβαίων σχέσεων του με τις ομάδες και τους κύκλους στους ο- ποίους ανήκει. Η ίδια η ομάδα λειτουργεί σαν ένα ειδικό υποκείμενο της συμπερι- φοράς, που έχει συλλογικούς σκοπούς και κίνητρα. Στην ομαδική συμπεριφορά παρατηρούνται τέτοια ιδιόμορφα φαινό- μενα, όπως η μίμηση, η συναισθηματική «μόλυνση», τα κοινά βιώματα, η υποταγή της ατομικής συμπεριφοράς στους ομα- δικούς κανόνες και εντολές, στην ηγε- σία. Οι αξιακές, οι αξιολογικές πλευρές της συμπεριφοράς εκδηλώνονται πιο καθαρά όταν η ενέργεια αποκτά χαρακτήρα πρά- ξης, δηλαδή προσωπικής σημασιακής πράξης, που ελέγχεται από το σύστημα των καθιερωμένων κοινωνικών κανόνων. Στην πραγματική συμπεριφορά τα συνει- δητοποιημένα και ασυνειδητοποίητα, τα ορθολογικά και τα συγκινησιακά συστατι- κά βρίσκονται σε ένα σύνθετο συσχετι- σμό. Η δράση των ασυνειδητοποίητων ψυχικών παραγόντων εκδηλώνεται πιο α- νάγλυφα στη συγκινησιακή σφαίρα, στις συμπάθειες και αντιπάθειες, στις παθο- λογικές εκδηλώσεις συμπεριφοράς. Το πιο ουσιώδες γνώρισμα της παθολο- γίας της συμπεριφοράς είναι η αδυναμία της να ανταποκριθεί στις αντικειμενικές απαιτήσεις της κατάστασης και στους σκοπούς του ατόμου. Παρατηρείται α- συμφωνία ανάμεσα στον αντικειμενικό διεγέρτη και την πράξη συμπεριφοράς, ανάμεσα στο κίνητρο και την ενέργεια. Η ακεραιότητα της συμπεριφοράς διατα- ράσσεται εξαιτίας της διάσπασης του λε- κτικού και του πραγματικού της σχεδίου* η ενέργεια που άρχισε δεν ολοκληρώνε- ται με βάση το σκοπό που είχε τεθεί, ε- ξασθενίζει η κρίση που εξασφαλίζει τον έλεγχο κατά την υλοποίηση του προ- Φ.Λ. 5-8 113
Συμπερίφορισμός γράμματος της συμπεριφοράς, γίνονται ανεξέλεγκτες ενέργειες κ.λπ. • Σέτσενοχρ Ι. Μ., Επιλογή φιλοσοφικών και ψυχολογικών έργων, [Μ.], 1947 Πάβλοφ Ι. Π., Άπαντα, τ. 3. βιβ. 1, Μ. - Λ.. 1951' Ρου- μπινστάιν Σ. Λ., Αρχές και τρόποι ανάπτυξης της ψυχολογίας, Μ., 1959 Watson J. Β., Beha- viorism, Chi. 1930. Α. Ι. Λίπκινα, Α. Γκ. Σπίρκιν, Μ. Γκ. Γιαροοέφοκι θεώρηοη Β. Φίλια Συμπερίφορισμός (μπιχεϊβορισμός). Βασική κατεύθυνση στην αμερικανική ψυχολογία του τέλους του 19ου και του 20ού αι., στη βάση της οποίας βρίσκεται η αντίληψη ότι η συμπεριφορά του αν- θρώπου και των ζώων είναι ένα σύνολο κινησιακών και των αναγόμενων σ* αυτές λεκτικών και συγκινησιακών απαντήσεων (αντιδράσεων) στις επιδράσεις (κίνητρα) του εξωτερικού περιβάλλοντος. Ο συ- μπεριφορισμός εμφανίστηκε κάτω από την άμεση επίδραση των πειραματικών ε- ρευνών του ψυχισμού των ζώων. Δεδο- μένου ότι σης μελέτες αυτές δεν μπο- ρούσε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της αυτοπαρατήρησης, που επικρατούσε κα- τά τη μελέτη του ψυχισμού του ανθρώ- που, επινοήθηκε η μέθοδος του πειρά- ματος, το οποίο βασίζεται σε σειρά ελεγ- χόμενων επιδράσεων στα ζώα και στην καταγραφή των αντιδράσεων τους σης επιδράσεις αυτές. Η μέθοδος αυτή με- ταφέρθηκε και στη μελέτη του ψυχισμού του ανθρώπου. Τις γενικές μεθοδολογι- κές προϋποθέσεις του συμπεριφορισμού αποτέλεσαν οι αρχές της φιλοσοφίας του θετικισμού, σύμφωνα με τις οποίες η επιστήμη οφείλει να περιγράφει μόνο αυ- τό που παρατηρείται άμεσα. Από δω πη- γάζει και η βασική θέση του συμπεριφο- ρισμού: η ψυχολογία οφείλει να μελετά τη συμπεριφορά και όχι τη συνείδηση, η οποία, κατ* αρχήν, είναι αδύνατο να πα- ρατηρηθεί άμεσα* η δε συμπεριφορά νο- είται ως σύνολο σχέσεων «κίνητρο - αντί- δραση» (S - R). Θεμελιωτής του συμπερι- φορισμού είναι ο Ε. Τόρνταϊκ. Το πρό- γραμμα του συμπεριφορισμού και τον ίδιο τον όρο πρότεινε για πρώτη φορά ο Ουότσον (1913). Στη διαμόρφωση των ε- πιστημονικών βάσεων του συμπεριφορι- σμού μεγάλη επίδραση άσκησαν οι εργα- σίες του Μπέχτερεφ και του Πάβλοφ. Σύμφωνα με το συμπερκρορισμό, ο άν- θρωπος, κατά τη γέννηση του, έχει σχε- τικά μικρό αριθμό έμφυτων σχημάτων συ- μπεριφοράς (αναπνοή, κατάποση κ.λπ.), πάνω στα οποία δομούνται πιο σύνθετες διεργασίες, ώς το σχηματισμό πολυσύν- θετων «ρεπερτορίων συμπεριφοράς» (Σκίννερ). Η επιτυχής αντίδραση σταθε- ροποιείται, και στη συνέχεια έχει την τά- ση για αναπαραγωγή («νόμος του αποτε- λέσματος»). Η σταθεροποίηση των αντι- δράσεων υποτάσσεται στο «νόμο της άσκησης», δηλαδή της συχνής επανά- λειψης των ίδιων αντιδράσεων ως απά- ντησης στα ίδια κίνητρα, με αποτέλε- σμα 01 αντιδράσεις αυτές να αυτοματο- ποιηθούν. Για την εξήγηση του τρόπου ε- πιλογής της συγκεκριμένης αντίδρασης ως απάντησης στη συγκεκριμένη επίδρα- ση, ο Τόρνταϊκ διατύπωσε την αρχή «της δοκιμής και λάθους», σύμφωνα με την ο- ποία η επεξεργασία κάθε νέας αντίδρα- σης αρχίζει με τυφλές δοκιμές, που συ- νεχίζονται ώς τη στιγμή που η μία απ* αυ- τές θα φτάσει σε θετικό αποτέλεσμα. Στο απόγειο της ανάπτυξης του ο συμπε- ριφορισμός, στην κλασική του μορφή, έ- φτασε κατά τη δεκαετία του 1920. Οι βα- σικές ιδέες, οι μέθοδοι έρευνας και η ο- ρολογία του συμπεριφορισμού μεταφέρ- θηκαν στην ανθρωπολογία, την κοινω- νιολογία και την παιδαγωγική. Στις ΗΠΑ οι επιστήμες αυτές, που τις ένωνε η μελέτη της συμπεριφοράς, απόκτησαν τη γενική επωνυμία των «συμπεριφορι- κών επιστημών». Η επωνυμία αυτή διατη- 114
«Συμπόσιον» ρείται μέχρι σήμερα, αν και τώρα στις πε- ρισσότερες περιπτώσεις δεν εκφράζει τις άμεσες επιδράσεις των ιδεών του συ- μπερκρορισμού. Μετά το δεύτερο Πα- γκόσμιο πόλεμο οι παραδόσεις του συ- μπερκρορισμού συνεχίσπικαν σε μια σει- ρά έρευνες σχετικά με τη μηχανική με- τάφραση, καθώς και στις αμερικανικές θέσεις σχετικά με τη λεγόμενη θεωρία της μάθησης (Σκίννερ). Η στροφή που πραγματοποίησε ο συμπε- ρκρορισμός προς την αντικειμενική μελέ- τη του ψυχισμού, οι νέες μέθοδοι πειρά- ματος που επεξεργάστηκε και η ευρεία χρήση μαθηματικών μέσων στχ]\/ ψυχολο- γία αποτέλεσαν τη θετική του πλευρά. Ω- στόσο, η σοβιετική ψυχολογία, καθώς και η ψυχολογία άλλων χωρών, άσκησαν στο συμπεριφορισμό σοβαρή κριτική (άρχισε από την ψυχολογία Γκεστάλτ και συνεχί- σπικε στις εργασίες των Λ. Σ. Βιγκότσκι, Σ. Λ. Ρουμπινστάιν, Ζ. Πιαζέ κ.ά.) για την απάλειψη από την ψυχολογία τέτοιων θε- μελιακών εννοιών, όπως η συνείδηση, η νόηση, η βούληση κ.λπ., για αγνόηση της κοινωνικής φύσης του ψυχισμού, για ανε- πεξέργαστη σύλληψη-εξαιτίας όλων αυ- τών- της συμπεριφοράς του ανθρώπου, και σε τελευταία ανάλυση για απώλεια του ίδιου του αντικειμένου της ψυχολο- γίας (βλ. Νεοσυμπεριφορισμός). • Ουότσον Τζ. Μπ., Συμπεριφοριομός, Με- γάλη Σοβιετυ<ή Εγκυκλοπαίδεια, τ. 6, Μ., 1927* Πειραματική ψυχολογία, επιμέλεια Π. Φρες και Ζ. Πιαζέ, μετφ. από τα γαλ., εκδ. 1 - 2, Μ., 1966, κεφ. 1 Παροσέφσκι Μ. Γκ., Ιστο- ρία της ψυχολογίας. Μ.. 1976, κεφ. 12' Χρη- στομάθεια της ιστορίας της ψυχολογίας, Μ., 1980. μέρ. 1. θεώρηση Β. Φίλια Σύμπλβγμα στην ψυχολογία. Με την ευ- ρύτερη έννοια είναι ορισμένη ένωση με- μονωμένων ψυχικών διαδικασιών σε κά- ποιο σύνολο. Με τη στενότερη έννοια, είναι ομάδα ετερογενών ψυχικών στοι- χείων, που τα συνδέει μία ενιαία ψυχική διέγερση. Η έννοια του συμπλέγματος, από την άποψη αυτή, έγινε μία από τις βασικές στις διάφορες κατευθύνσεις της ψυχολογίας του βάθους*. Σύμφωνα με την ψυχανάλυση του Φρόυδ, το σύ- μπλεγμα διαμορφώνεται γύρω από τις τά- σεις που απωθούνται στη ocpaipa του υ- ποσυνείδητου (π.χ., το λεγόμενο οιδιπό- δειο σύμπλεγμα, που είναι αποτέλεσμα της απώθησης σπιν αρχική παιδική ηλικία των εχθρικών παρορμήσεων σε σχέση με τον πατέρα). Τα συμπλέγματα προκα- λούν αποκλίσεις στη συμπερκρορά του ανθρώπου, όταν εκδηλώνονται με τη μορφή λαθεμένων ενεργειών, νευρώσε- ων, έμμονων ιδεών κ.λπ. Στην ατομική ψυχολογία* του Α. Άντλερ* αποδίδεται ιδιαίτερος ρόλος στο λεγόμενο σύμπλεγ- μα κατωτερότητας: στη συναίσθηση από μέρους του ατόμου των οργανικών ή των ψυχικών του ανεπαρκειών. Την υπερνί- κηση του συμπλέγματος αυτού με τη μέ- θοδο της επανόρθωσης ο ' Αντλερ θεω- ρεί βασικό παράγοντα της ψυχικής ανά- πτυξης του ανθρώπου, της διαμόρφωσης του χαρακτήρα του και της συμπεριφο- ράς του. Θεώρηση Β. Φίλια «Συμπόοιον», ή ^Περί έρωτος», ή ^Περί τ' αγαθού». Διάλογος του Πλάτωνα της ώριμης περιόδου (μεταξύ 385 και 373 Π.Χ.), που γράφτηκε, πιθανόν, ταυτόχρο- να με το «Φαίδωνα» και συσχετίζεται με αυτόν σαν την κωμωδία με την τραγωδία (πρβλ. ^Συμπόοιον» 223α). Το έργο είναι θαυμάσιο όχι μόνο για τη φιλοσοφική θε- ωρία του έρωτα*, αλλά και για την τέλεια λογοτεχνική του μορφή. Ο διάλογος απο- τελεί αφήγηση του Απολλόδωρου, μαθη- τή του Σωκράτη, για το συμπόσιο που ορ- γάνωσε ο τραγικός ποιητής Αγάθων για τη θεατρική νίκη του στα Λήναια του 416. Εκτός από την εισαγωγή (172α - 178α) 115
Συμπτωοιαρχία και το τέλος (223ο - d), το ^Συμπόσιον» περιέχει εφτά «λόγους»: α) του Φαιδρού (ο Έρως, αρχαιότατος θεός) (178α 180b), β) του Παυσανία (υπάρχουν δύο Αφροδίτες και δύο Έρωτες: «Αφροδίτη Ουρανία - Αφροδίτη πάνδημος») (180ο - 185c), γ) του Ερυξίμαχου (ο έρως δια- περνά όλον τον κόομο) (185 - 188), δ) του Αριστοφάνη (οι άνθρωποι στην τωρι- νή τους μορφή είναι μόνο το σύμβολο του ανθρώπου, το ήμισυ της κάποτε ακέ- ραιος ύπαρξης: της ολόκληρης γυναί- κας, του ολόκληρου άντρα και του αν- δρόγυνου, της ερμαφρόδυτης ύπαρξης με τα δύο φύλα* είναι τάση προς αποκα- τάσταση της αρχικής πληρότητας) (189ο - 193cl), ε) του Αγάθωνα (ο ' Ερως είναι θεός, προικισμένος με ομορφιά, τελειό- τητα, νεότητα κ.λπ.) (194e - 197e), στ) του Σωκράτη (199c - 212c) και ζ) του Αλ- κιβιάδη (215α - 222b). Αν οι πρώτες τέσ- σερις ομιλίες προετοιμάζουν βαθμιαία το θέμα της σωκρατικής ομιλίας, από την ο- μιλία του Αγάθωνα ο Σωκράτης απωθεί- ται: Ο έρως -όπως και κάθε τάση- είναι μια τάση προς κάτι που απουσιάζει' γΓ αυτό ο έρως είναι διττός: εφόσον τείνει προς το ωραίο και το καλό, δεν τα κατέ- χει. Ύστερα ο Σωκράτης παραθέτει μια ομιλία της μάντισσας Διοτίμας, που είχε ακούσει σε νεαρή ηλικία: ο ' Ερως δεν εί- ναι θεός, αλλά δαίμονας, μεσολαβητής μεταξύ ανθρώπου και θεού, γιος του Πό- ρου (πλούτου) και της Πενίας (φτώ- χειας), που η σύλληψη του έγινε κατά τον εορτασμό των γενεθλίων της Αφρο- δίτης· ο ' Ερως αγαπάει ένα από τα πιο ω- ραία αγαθά: τη σοφία· γΓ αυτό και ο Έ- ρως είναι η ίδια η φιλοσοφία* όμως η αγά- πη για τη σοφία, όπως και η γενετήσια α- γάπη, είναι ένα από τα είδη επιθυμίας της ευτυχίας, ενώ η ίδια η ευτυχία είναι η αιώνια κατάκτηση του αγαθού μέσα στην ομορφιά. Ωστόσο, στον κόσμο αυτό η αιωνιότητα δίνεται στον άνθρωπο είτε με τον κοινό με τα ζώα δρόμο της γέννησης επιγόνων, είτε με το δρόμο της βαθ- μιαίας ανόδου στην κλίμακα της ομορ- φιάς προς το ωραίο αυτό καθαυτό, προς το πνευματικό του δημιούργημα. Σε διά- κριση από τους άλλους συζητητές, ο Αλ- κιβιάδης σπιν ομιλία του εκθειάζει όχι τον ' Ε]ρωτα, αλλά το Σωκράτη, όμως και εδώ αναπτύσσεται το κύριο θέμα του δια- λόγου. Το «Συμπόσϊον» αποτέλεσε πηγή πολυά- ριθμων μιμήσεων (Ξενοφών, Αριστοτέ- λης, Πλούταρχος, Απουλήιος, Αθί^ναιος, Ιουλιανός, Μακρόβιος, Μεθόδιος ο Πα- τάρων). Σχόλιο στο «Συμπόοιον» αποτε- λεί μία από τις «Εννεάδες» (III 5) του Πλωτίνου. Την εποχή της Αναγέννησης το ^Συμπόοιον** έγινε ιδιαίτερα δημοφι- λές χάρη στο σχόλιο που έγραψε γΓ αυ- τό ο Φιτσίνο. Η πλατωνική μεταφυσική του έρωτα άσκησε σημαντική επίδραση στο Βλ. Σολοβιόφ και στην αισθητική του ρωσικού συμβολισμού. • Plato. The Symposium of Plato, ed. with i- ntrod., crltical notes, comm. by R. G. Bury, Camb.. 1909· Isenberg M. W., The Order of the discourses in Plato's Symposium, Chi., 1940 Hotfmann E., Über Piatons Symposion, Hdib.. 1947· Koller H.. Die Komposition des platonischen Symposions, Z., 1948* Marcel R., Marsile Ficin sur «Le Banquet de Piaton ou de Γ amour», P., 1956' Dover K. J.. The date of Plato' s Symposium, «Phronesis», 1965, V. 10, No 1, P. 2 - 20" Rosen S., Plato' s Symposium. New Haven - L., 1968* Πλάτω- νος Συμπόσιον. Κείμενον μετάφρασις και ερ- μηνεία υπό Ι. Συκουτρή: Αθήναι, Κολλάρος 1949 (Ακαδημία Αθηνών. Ελληνική Βιβλιοθή- κη 1). Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Συμπτωοιαρχία, βλ. Οκκαζιοναλιομός. Συμφέρον κοινωνικό, Η πραγματική αι- τία των κοινωνικών ενεργειών, γεγονό- των και μεταβολών, που βρίσκεται πίσω από τα άμεοα κίνητρα (σκοπούς, προθέ- σεις, ιδέες κ.λπ.) των ατόμων, κοινωνι- 116
Συμφέρον κών ομάδων και τάξεων που μετέχουν ο* αυτές τις ενέργειες. Οι γάλλοι υλιστές του 18ου αι. Ελβέτιος, Χόλμπαχ και Ντιντερό έκαναν, όπως έ- γραφε ο Γκ. Β. Πλεχάνοφ, την πρώτη α- πόπειρα να εξηγήσουν την κοινωνική ζωή με βάση το συμφέρον. Σύμφωνα μ' αυ- τούς τους στοχαστές, στα συμφέροντα των ανθρώπων αντιτάσσονται τόσο το θείο πεπρωμένο, όσο και τα τυχαία περι- στατικά της ιστορικής εξέλιξης. Βλέπουν στο συμφέρον την πραγματική βάση της ηθικής, της πολιτικής και, γενικά, του κοινωνικού καθεστώτος. «Ενώ ο φυσικός κόσμος υπόκειται στο νόμο της κίνησης, ο πνευματικός κόσμος υπόκειται εξίσου στο νόμο του συμφέροντος. Στη γη το συμφέρον είναι ο παντοδύναμος μάγος, που μπροστά στα μάτια όλων των όντων αλλάζει τη μορφή κάθε αντικειμένου» (Ελβέτιος Κ. Α., «Περί του πνεύματος», Μ., 1938, σελ. 34). Ωστόσο, οι γάλλοι υλι- στές δεν έβγαιναν έξω από τα πλαίσια της ιδεαλιστικής αντίληψης της κοινωνι- κής ζωής, εφόσον έβλεπαν το κοινωνικό συμφέρον (ος ένα απλό άθροισμα ατομι- κών συμφερόντων. Τα ίδια τα ατομικά συμφέροντα τα θεωρούσαν προϊόν της αισθησιακής φύσης του ανθρώπου, που παραμένει γενικά αμετάβλητη. Από δω και η θέση του Ελβέτιου ότι η πείνα και ο έρως κυβερνούν τον κόσμο. Σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη της θεωρίας του συμφέροντος έπαιξε ο Χέγγελ, ο οποίος μετά τον Καντ υπογράμμισε ότι το συμ- φέρον δεν ανάγεται στον άξεστο αισθη- σιασμό, στην υλική φύση του ανθρώπου. «Μια ματιά στην πιο πρόσφατη ιστορία μας πείθει, ότι οι ενέργειες των ανθρώ- πων πηγάζουν από τις ανάγκες τους, τα πάθη τους, τα συμφέροντα τους... και μόνο αυτά παίζουν τον κύριο ρόλο» (Χέγ- γελ, Έργα, τ. 8. Μ. - Α., 1935. σελ. 20). Ο μαρξισμός αναγνωρίζει όλα τα θετικά στοιχεία και ερμηνείες του συμφέρο- ντος, που προσκόμισε η ιστορία της κοι- νωνικής σκέψης, αλλά υπογραμμίζει επι- πλέον τις αντικειμενικές βάσεις του κοι- νωνικού συμφέροντος. «Οι οικονομικές σχέσεις κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας -έγραφε ο Φ. ' Ενγκελς- εκδηλώνονται πριν απ' όλα ως συμ(ρέροντα» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 18, σελ. 271). Εφόσον οι οικονομικές σχέσεις γεννούν το χωρισμό της κοινωνίας σε τά- ξεις, τα ταξικά συμφέροντα γίνονται τα πιο ουσιώδη, τα πιο βαθιά και καθορίζουν τα εθνικά, ομαδικά και ατομικά συμφέρο- ντα σε όλη τους την πολυμορφία. Τα κοι- νωνικά συμφέροντα εξαρτώνται από την οικονομική κατάσταση των διαφόρων κοι- νωνικών ομάδων. Ωστόσο, δεν ανάγονται στην κατάσταση αυτή, μια και δεν υπάρ- χουν έξω από μιαν ορισμένη έκφραση τους με τη μορφή δκιθέσεων, απόψεων, συναισθηματικών αντιδράσεων, ιδεολο- γίας κ.λπ. ' Ενα από τα ουσιωδέστερα στοιχεία της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας είναι η αποκάλυψη της αλληλεξάρτησης συμφέ- ροντος και ιδεολογίας. «Η ιδέα ντρόπια- ζε πάντα τον εαυτό της κάθε φορά που αποχωριζόταν από το "συμφέρον"» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., στο ίδιο, τ. 2, σελ. 89). Ο Β. Ι. Αένιν έγραφε ότι «οι άν- θρωποι ήταν και θα είναι πάντα ανόητα θύματα της απάτης και της αυταπάτης στην πολιτική, όσο δεν θα έχουν μάθει ν' αναζητούν πίσω από κάθε λογής ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, δηλώσεις και υποσχέσεις, τα συμφέροντα τούτων ή εκείνων των τάξε- ων» (Άπαντα, τ. 23, σελ. 47). • Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Η αγία οικογέ- νεια, Άπαντα, τ. 2" των ίδιων, Η γερμανική ι- δεολογία, στο ίδιο, τ. 3· Ένγκελς Φ.,, Σχετι- κά με το στεγαστικό πρόβλημα, στο ίδιο, τ. 18·Λένιν Β. Ι., Καρλ Μαρξ, Άπαντα, τ. 26' του ίδιου, Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά 117
Συναγωγή μέρη του μαρξισμού, στο ίδιο, τ. 23* Οράνσκι Σ. Α., Βαοικά ζητήματα της μαρξιστικής κοι- νωνιολογίας, τ. 1, Λ., 1931 · Ζντραβομίσλοφ Α. Γκ., Το πρόβλημα του συμφέροντος στην κοι- νωνιολογική θεωρία, Α., 1964* του ίδιου, Ο β. /. Λένιν και το πρόβλημα του συμφέροντος στην κοινωνιολογική Θεωρία, στο βιβ.: Ο Λένιν και η κοινωνιολογία, τ. 1, Μ., 1970* Κικνάντζε Ντ. Α., Ανάγκες, συμπεριφορά, διαπαιδαγώ- γηση, Μ., 1968' Interesse und Gesellschaft, Münch., 1977· LIck J., Needs, Interests, ac- tions, στο ßiß.: «Hungarian society and mar- xlst sociology In the nineteenseventies», Bdpst, 1978. A. Γκ. Ζντραβομίσλοφ Θεώρηση Γιάν. Κρητικού Συναγωγή. Νοητική ενέργεια που συν- δέει σε σειρά προκείμενων και συνε- πειών σκέψεις διαφόρου περιεχομένου. Η συναγωγή συντελείται στο επίπεδο της «εσωτερικής ομιλίας». Τα μέτρα και οι τύποι μιας τέτοιας σύνδεσης που χαρα- κτηρίζουν την ατομική (ή κοινωνική) συ- νείδηση είναι σε κάθε ξεχωριστή περί- πτωση ψυχολογική βάση της συναγωγής. Αν τα μέτρα και οι τύποι αυτοί ταυτίζο- νται, αντίστοιχα, με τους κανόνες και νό- μους της λογικής (βλ. Λογικός κανόνας) η συναγωγή, ως προς το αποτέλεσμα της, είναι ισοδύναμη προς τη λογική πα- ραγωγή, αν και γενικά η λογική παραγωγή και η συναγωγή διαφέρουν ποιοτικά. Σε διάκριση από τη συναγωγή, η λογική πα- ραγωγή κατασκευάζεται με στήριξη σε «εξωτερικά μέσα» μέσω ρητής (σημεια- κής) καταγραφής των σκέψεων ή τυπο- ποίησης τους, δηλαδή κωδικοποίησης (α- πεικόνισης) των σκέψεων και των συνδέ- σεων τους σε κάποια τυπική (τυποποιη- μένη) γλώσσα, λογικό λογισμό κ.λπ. με σκοπό να περιοριστούν στο ελάχιστο τα «ασυνείδητα» στοιχεία της παραγωγής και να μεταφρασθεί η αφηρημένη ή «ανελιγμένη» πορεία της σκέψης σπι γλώσσα των «εικόνων». Εκτός απ' αυτό, οι κανόνες που καθορίζουν τη «νομιμό- τητα» της συναγωγής δεν πρέπει να εί- ναι οπωσδήποτε λογικοί. Η μη πλήρης ε- παγωγή, π.χ., είναι ακριβώς συναγωγή και όχι λογική παραγωγή, αφού η σύνδεση των προκείμενων και των συμπερασμά- των στην επαγωγή έχει πραγματική και ψυχολογική βάση (με τη μορφή των γνω- στών τρόπων γενίκευσης). Δεν έχει ό- μως βάσεις - τυπικούς κανόνες, που κα- θορίζουν την πορεία της σκέψης από το μερικό στο γενικό. Η συναγωγή διαφέρει και από το διαλογισμό: ο τελευταίος είναι πάντοτε συνειδητή και αυτόβουλη ενέρ- γεια της νόησης, ενώ η συναγωγή, του- λάχιστον στη βάση της, μπορεί να είναι και ασυνείδητο, και ακούσιο ενέργημα. θεώρηση Γ Παπαγούνου Συναγωγής κανόνας. Κανόνας που κα- θορίζει τη μετάβαση από τις προκείμε- νες στις συνέπειες. Ακριβέστερα, απο- καθιστά τη σχέση μεταξύ κάποιου συνό- λου προτάσεων (τύπων) που ονομάζονται προκείμενες και μιας ορισμένης πρότα- σης (τύπου), που ονομάζεται λογική συ- νέπεια αυτών των προκείμενων. Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Συναισθήματα. Υποκειμενικές αντιδρά- σεις του ανθρώπου και των ζώων στην ε- πίδραση εσωτερικών και εξωτερικών ε- ρεθισμάτων, που εκδηλώνονται με τη μορφή της ικανοποίησης ή της δυσαρέ- σκειας, της χαράς, του φόβου κ.λπ. Τα συναισθήματα συνοδεύουν, ουσιαστικά, κάθε εκδήλα)ση ζωτικής δραστηριότητας του οργανισμού, εκφράζουν με τη μορφή του άμεσου βιώματος τη σημασία (το νό- ημα) των φαινομένων και γεγονότων, των καταστάσεων του οργανισμού και των ε- ξωτερικών επιδράσεων και αποτελούν έ- ναν από τους κύριους μηχανισμούς της εσωτρικής ρύθμισης της ψυχικής δρα- σπιριότητας και συμπερκροράς, που απο- βλέπουν στην ικανοποίηση άμεσων ανα- γκών. Τα θετικά συναισθήματα, που προ- 118
Σύνδεση καλούνται από ευεργετικές επιδράσεις, παροτρύνουν το υποκείμενο στην από- κτηση τους και στη διατήρηση τους. Τα αρνητικά συναισθήματα παρακινούν σε δράση, που αποβλέπει στην αποφυγή ε- πιβλαβών επιρροών. Η ανάπτυξη των συ- ναισθημάτων στην οντογένεση συνδέε- ται με το γεγονός, ότι ορισμένα αντικεί- μενα και καταστάσεις, που προηγήθηκαν άμεσα από τη γένεση των συναισθημά- των, αποκτούν την ικανότητα να τα προ- καλούν (διαμορφώνονται τα εμπράγματα συναισθήματα, που έχουν χαρακτήρα πρόβλεψης). Σε ακραίες περιπτώσεις, ό- ταν το υποκείμενο δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μια νέα κατάσταση, ανα- πτύσσονται οι λεγόμενες ισχυρές συγκι- νήσεις, θυελλώδη βραχύχρονα συναι- σθήματα. Η ισχυρή συγκίνηση, που κυ- ριαρχεί στη δοσμένη κατάσταση, ανα- στέλλει τις άλλες ψυχικές διεργασίες και «επιβάλλει» έναν ορισμένο, εδραιω- μένο με την εξέλιξη, τρόπο «εμβαλλω- ματικής» λύσης (π.χ., τη φυγή, την επίθε- ση), που δικαιολογείται μόνο σε τυπικές βιολογικές συνθήκες. Έτσι, μέσα τόσο από τις στοιχειώδεις, όσο και από τις πιο σύνθετες μορφές συναισθημάτων, το ά- τομο αποκτά μία διαγενική εμπειρία: προ- σανατολιζόμενο από τα συναισθήματα, ε- · κτελεί τις απαραίτητες ενέργειες (π.χ., αποφυγή του κινδύνου, συνέχιση του γέ- νους), η σκοπιμότητα των οποίων παρα- μένει, έτσι, κρυφή. Τα συναισθήματα έ- χουν μεγάλη σημασία και για την απόκτη- ση ατομικής εμπειρίας. Ασκώντας τη λει- τουργία της θετικής και της αρνητικής τόνωσης, τα συναισθήματα συμβάλλουν στην αφομοίωση των ευεργετικών μορ- φών συμπεριφοράς και στην εξάλειψη των μορφών που αποδείχτηκαν ανώφε- λες ή επιζήμιες. • Δαρβίνος Κ., Η έκφραση των συναισθημά- των στον άνθρωπο και στα ζώα, Εργα, τ. 5, Μ., 1953· Πάβλοφ Ι. Π., Άπαντα, τ. 3. βιβ. 2, Μ. - Λ., 1951 · Λεόντιεφ Α. Ν., Ανάγκες, κίνη- τρα και συναισθήματα, Μ., 1971· Ντεριάμπιν Β. Σ., Αισθήματα, ροπές, συναισθήματα, Α., 1974 Ανόχιν Π. Κ., 0/ φιλοσοφικές πλευρές της θεωρίας του λεπουργικού συστήματος, Επιλογή έργων, Μ., 1978, σελ. 311 -66 Σου- ντάκοφ Κ. Β., Συστημικοί μηχανισμοί του συ- ναισθηματικού στρες, Μ., 1981· Σίμονοφ Π. Β., Συναισθημαηκός εγκέφαλος, Μ., 1981 Jouiig Ρ. Τ., Emotion in man and animal, its nature and dynamic basis, N.Y.. 1973' Emo- tions ed. L Levi. N.Y.. 1975. θεώρηση Γιάν. Κρητικού Σύνδεση. Αλληλοπροσδιορισμός της ύ- παρξης φαινομένων χωρισμένων στο χώ- ρο και (ή) στο χρόνο. Η έννοια «σύνδε- ση» είναι μια από τις σημαντικότερες επι- στημονικές έννοιες: με την ανακάλυψη των σταθερών, απαραίτητων συνδέσεων αρχίζει η ανθρώπινη γνώση, ενώ στη βά- ση της επιστήμης βρίσκεται η ανάλυση της σύνδεσης των αιτίων και αιτιατών, της γενικής αλληλουχίας των φαινομέ- νων της πραγματικότητας. Η ύπαρξη της σύνδεσης κάνει δυνατούς τους νόμους της επιστήμης. Στην ιστορία της γνώσης η αρχή της γε- νικής αμοιβαίας σύνδεσης των αντικειμέ- νων και φαινομένων ήταν μια από τις βα- σικές αρχές της διαλεκτικής. Ωστόσο, μέχρι τον 20ό αιώνα, κύριο αντικείμενο ε- ξέτασης ήταν ακριβώς η αρχή της γενι- κής σύνδεσης και όχι η έννοια «σύνδε- ση» αυτή καθαυτή ούτε η λογική της δό- μηση. Η επιστήμη χρησιμοποιούσε ένα σχετικά στενό κύκλο τύπων συνδέσεων: εσωτερικές και εξωτερικές, απαραίτη- τες και τυχαίες, ουσιώδεις και επουσιώ- δεις. ' Ενα σημαντικό βήμα σπιν ανάπτυ- ξη των αντιλήψεων για τη σύνδεση έγινε το 19ο αιώνα, όταν στη βάση της κριτικής του μηχανισμού ανακαλύφτηκε η ιδιο- μορφία των συνδέσεων, που προσιδιά- ζουν στις διάφορες μορφές κίνησης της ύλης (π.χ., χημική και βιολογική σύνδε- ση), η διαφορά τους από τις συνδέσεις 119
Συνείδηση της μηχανικής κίνησης. Από φιλοσοφική - μεθοδολογική άποψη, το πρόβλημα αυτό διατυπώθηκε στη γερμανική κλασική φι- λοσοφία και αναλύθηκε λεπτομερειακά από τους Φ. ' Ενγκελς και Β. Ι. Λένιν από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού. • Φ. Ένγκελς, Η διαλεκτυα) της φύσης, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20* Β. Ι. Λένιν, Για το ζήτημα της δ(αλεκτυ<ής, Άπα- ντα, τ. 29* Ι. Ι. Νοβίνσκι, Η έννοια της σύνδε- σης στη μαρξιστική φιλοσοφία. Μ., 1961' Ι. Β. Μπλάουμπεργκ, Ε. Γ Πούντιν, Η οίαμόρφωσπ και η ουσία της συστημικής προσέγγισης, Μ., 1973. Θεώρηση Φ. Βώρου Συνείδηση (ήθος). Κατηγορία της ηθι- κής, που χαρακτηρίζει την ικανότητα του ατόμου να κάνει ηθικό αυτοέλεγχο, να διατυπώνει αυτοτελώς τις ηθικές του υ- ποχρεώσεις, να απαιτεί από τον εαυτό του την εκπλήρωση τους και να κάνει αυ- τοεκτίμηση των πράξεων του* μία από τις εκδηλώσεις ηθικής αυτογνωσίας του α- τόμου. Η συνείδηση εκδηλώνεται τόσο με τη μορφή της ορθολογικής κατανόη- σης της ηθικής σημασίας των διαφόρων πράξεων, όσο και με τη μορφή των συναι- σθηματικών βιωμάτων (π.χ., «τύψεων της συνείδησης»). Βλ. επίσης Ηθική. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Συνείδηση στη φιλοσοφία. Μια από τις θεμελιακές έννοιες της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας, που υποδηλώνει το ανώτατο επίπεδο ψυχικής ενεργητικότητας του ανθρώπου ως κοι- νωνικού όντος. Η ιδιομορφία της ενεργη- τικότητας αυτής συνίσταται στο ότι η α- ντανάκλαση της πραγματικότητας με τη μορφή αισθίητηριακών και νοητικών εικό- νων προδιαγράφει τις πρακτικές ενέρ- γειες του ανθρώπου, προσδίδοντας τους σκόπιμο χαρακτήρα. Αυτό καθορίζει το δημιουργικό μετασχηματισμό της πραγ- ματικότητας, αρχικά στη σφαίρα της πρα- κτικής δράσης και ύστερα και εσωτερικά με τη μορφή παραστάσεων, συλλογι- σμών, ιδεών και πνευματικών φαινομέ- νων, που συνιστούν το περιεχόμενο της συνείδησης, το οποίο αποτυπώνεται στα προϊόντα του πολιτισμού (μαζί και στη γλώσσα και στα άλλα σημειωτικά συστή- ματα), παίρνοντας τη μορφή του ιδεα- τού* και εμφανιζόμενο ως γνώση. Η Συ- νείδηση περιλαμβάνει επίσης την αξιολο- γική πλευρά, στην οποία εκφράζεται η ι- κανότητα εκλογής της συνείδησης, ο προσανατολισμός της στις αξίες, που ε- ξεργάστηκε η κοινωνία και αποδέχτηκε το υποκείμενο της συνείδησης: αξίες φι- λοσοφικές, επιστημονικές, πολιτικές, η- θικές, αισθητικές, θρησκευτικές κ.ά. Η συνείδηση περιλαμβάνει τη σχέση του υ- ποκειμένου τόσο με τις αξίες αυτές, όσο και με τον ίδιο τον εαυτό του και εμφανί- ζεται έτσι με τη μορφή της αυτοσυνείδη- σης, που κι αυτή έχει κοινωνικό χαρακτή- ρα. Η αυτογνωσία του ανθρώπου γίνεται δυνατή χάρη στην ικανότητα του να συ- σχετίζει τους σκοπούς και τους προσα- νατολισμούς του με τη στάση των άλλων ανθρώπων, την ικανότητα να παίρνει υπό- ψη τη στάση αυτή κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας. Το διαλογικό χαρακτήρα της συνείδησης υποδηλώνει και ο ίδιος ο όρος «συν - είδηση», δηλαδή γνώση που αποκτάται μαζί με τους άλλους. Η συνείδηση είναι έννοια πολύπτυχη και αυτό την καθιστά αντικείμενο μελέτης πολλών επιστημών. Γκι τη φιλοσοφία το κύριο πρόβλημα είναι το πρόβλημα της σχέσης της συνείδησης με το Είναι (βλ. Βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας»). Το συνειδέναι (das Bewusstsein) που απο- τελεί ιδιότητα της σε υψηλό βαθμό οργα- νωμένης ύλης, του εγκεφάλου, εμφανί- ζεται ως εγνωσμένο Είναι (das bewusste Sein), υποκειμενική εικόνα του αντικει- μενικού κόσμου, υποκειμενική πραγματι- κότητα και, στο γνωσιολογικό επίπεδο, 120
Συνείδηση ως ιδεατό σε αντίθεση με το υλικό και σε ενότητα με αυτό. Από κοινωνιολογική άποψη, η συνείδηση θεωρείται πριν απ' όλα ως αντανάκλαση στην πνευματική ζωή των ανθρώπων, των συμφερόντων και αντιλήψεων των διαφό- ρων κοινωνικών ομάδων, τάξεων, εθνών, της κοινωνίας εν γένει. ' Οντας αντανά- κλαση του υλικού Είναι, η συνείδηση εμ- φανίζεται σε διάφορες, σχετικά αυτοτε- λείς, μορφές. Στην ψυχολογία η συνείδηση ερμηνεύε- ται ως ιδιαίτερο, ανώτερο επίπεδο οργά- νωσης της ψυχικής ζωής του υποκειμέ- νου, που ξεχωρίζει από την γύρω του πραγματικότητα, εκφράζει αυτή την πραγματικότητα με τη μορφή ψυχικών μορφωμάτων, τα οποία λειτουργούν ως ρυθμιστές της σκόπιμης δραστηριότη- τας. Σπουδαιότατη λειτουργία της συνεί- δησης είναι η νοητή οργάνωση των ενερ- γειών και η πρόβλεψη των συνεπειών τους, ο έλεγχος και η διεύθυνση της συ- μπερκροράς του ατόμου, η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται τα διαδραματιζόμενα τόσο στον γύρω του κόσμο, όσο και στο δικό του πνευματικό κόσμο. Συνείδηση είναι η σχέση του υποκειμένου με το πε- ριβάλλον, πράγμα που σημαίνει ότι το ε- νέργημα της συνείδησης περικλείνει τό- σο ολόκληρη τη ζωή του υποκειμένου σπι μοναδικότητα και το ανεπανάληπτο της. όσο και την άμεση βιωματική εμπει- ρία του υποκειμένου από το σύστημα των σχέσεων του με την πραγματικότητα. Ο ιδεαλισμός ξεκινάει από την ιδέα ότι η συνείδηση έχει ενδογενή ανάπτυξη, εί- ναι αυθόρμητη και μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά από την ίδια. Αντίθετα, η θεωρία του ιστορικού υλισμού θεωρεί ότι η συνείδηση δεν μπορεί να αναλυθεί α- πομονωμένη από τα άλλα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής. «Η συνείδηση... είναι εξαρχής κοινωνικό προϊόν και τέτοιο θα παραμένει, όσο γενικά θα υπάρχουν άν- θρωποι» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Ά- παντα τ. 3, σελ. 29). Ο εγκέφαλος του ανθρώπου περικλείνει τις δυναμικότητες που παρήγαγε η ιστορία της ανθρωπότη- τας, τις κλίσεις που μεταδίνονται κληρο- νομικά και ενεργοποιούνται με την εκπαί- δευση και τη διαπαιδαγώγηση και με το σύνολο των κοινωνικών επιρροών. Ο ε- γκέφαλος γίνεται το όργανο της συνεί- δησης μόνο όταν ο άνθρωπος συμμετέ- χει στην κοινωνική ζωή και αφομοιώνει τις μορφές πολιτισμού, που έπλασε η ι- στορία. Η συνείδηση είναι ένα σύνθετο συστημι- κό μόρφωμα, που έχει διάφορα επίπεδα. Η γνώση περί τα επίπεδα αυτά εκφράζε- ται στις αντιλήψεις για το βαθμό ενάρ- γειας ή ευκρίνειας της συνείδησης. Συ- νήθως η διάγνωση αυτού του βαθμού σε έναν κανονικό άνθρωπο γίνεται με βάση την εκτίμηση που κάνει ο ίδιος για τη συ- μπεριφορά και τη δράση του και με βάση το χαρακτήρα του προσανατολισμού του στη γύρω πραγματικότητα. Αυτό εκφρά- ζεται, ειδικότερα, κατά τη μετάβαση από την προσήλωση στα αντικείμενα της σκέ- ψης και της δράσης, για τα οποία υπάρ- χουν σαφείς γνώσεις, στην απώλεια ή την υποκατάσταση του αντικειμένου της σκέψης. Η συνείδηση είναι αναπόσπαστη από την προσοχή, τις ιδιότητες της ο- ποίας μελετά η πειραματική ψυχολογία (έκταση, κατανομή, αλλαγή κατεύθυνσης κ.ά.). Στην εστία της συνείδησης (χάρη στη συ- γκέντρωση της προσοχής) βρίσκεται έ- νας περιορισμένος κύκλος αντικειμένων, ενώ τα άλλα αντικείμενα, που είναι έξω από τον κύκλο αυτό, αποτελούν την περι- φέρεια της συνείδησης. Η νευροφυσιο- λογική βάση του (ραινομένου αυτού βρή- κε την εξήγηση της στη θεωρία του Α. Α. Ουχτόμσκι γκι τη δεσπόζουσα. Παρατη- ρούνται επίσης διάφοροι βαθμοί ενάρ- γειας της συνείδησης: από τις καταστά- σεις, που χαρακτηρίζονται ως φώτιση, διόραση, διαισθητική έκλαμψη, ώς τις λε- 121
Συνείδηση γόμενες ενύπνιες καταστάσεις. Η συνεί- δηση βρίσκεται σ* ένα σύνθετο συσχετι- σμό με διάφορες μορφές της ασύνειδης ψυχικής δραστηριότητας. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν, ως ιδιαίτερη μορφή, η λεγό- μενη υπερσυνείδηση (Κ. Σ. Στανισλά- (ρσκι) και το «υπερσυνείδητο» επίπεδο ψυχικής ενεργητικότητας, που χαρακτη- ρίζει τις διεργασίες της δημιουργίας, ενώ η νέα ιδέα εμφανίζεται καθαρά στη συνείδηση αφού έχει ήδη γεννηθεί από το άτομο και έχει μπει στην εσωτερική του δομή. Ιστορία των απόψεων για τη συνείδηση. Στις πρώτες βαθμίδες ανάπτυξης της φιλο- σοφίας δεν υπήρχε αυστηρός διαχωρι- σμός ανάμεσα στη συνείδηση και στο α- συνείδητο, στο ιδεατό και στο υλικό, κα- τά την ερμηνεία των ψυχικών φαινομέ- νων. Έτσι, τη βάση των ενσυνείδητων ενεργειών του ανθρώπου ο Ηράκλειτος τη δήλωνε με τον όρο «λόγος» (με τον ο- ποίο εννοούσε τον προφορικό λόγο, τη σκέψη και την ουσία των ίδιων των πραγ- μάτων). Η αξία της ανθρώπινης διάνοιας καθοριζόταν από το βαθμό επαφής της με τούτο το λόγο, με την αντικειμενική παγκόσμια τάξη. Ομοίως και στις θεω- ρίες των άλλων ελλήνων στοχαστών, οι ψυχικές διεργασίες ταυτίζονταν με τις υλικές (τον αέρα, την κίνηση των ατόμων κ.ά.). Το σύνορο ανάμεσα στις ιδιάζου- σες στον άνθρωπο διεργασίες της συνεί- δησης και στα υλικά φαινόμενα το επισή- μαναν πρώτοι οι σοφιστές και αργότερα ο Σωκράτης, ο οποίος τόνισε την ιδιομορ- φία των ενεργημάτων της συνείδησης σε σύγκριση με το υλικό Είναι των πραγμά- των. Το αντικειμενικό περιεχόμενο των ενεργημάτων αυτών ο Πλάτων το ανήγα- γε στον ιδιαίτερο κόσμο των ιδεών, που είναι αντίθετος με κάθε τι το υλικό. Ο Πλάτων πίστευε ότι, όπως για όλο τον κό- σμο ο ασώματος λόγος είναι το πρώτο κι- νούν, η πηγή της αρμονίας, της δύναμης, που είναι ικανή να σκέφτεται σωστά τον ί- διο τον εαυτό της, έτσι και σε κάθε ατο- μική ψυχή του ανθρώπου ο νους ενατενί- ζει τον ίδιο τον εαυτό του και συνάμα α- ποτελεί την ενεργό αρχή, που ρυθμίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των α- πόψεων για τη συνείδηση ως ξεχωριστή μορφή του ψυχισμού, που διακρίνεται από τις άλλες μορφές του, έπαιξαν οι ε- ππεύξεις της φυσιογνωσίας και της κι- τρικής. Αυτές έδωσαν τη δυνατότητα να διαχωριστεί η συνείδηση ως ικανότητα του ανθρώπου να έχει γνώση για τα δια- νοητικά και βουλητικά του ενεργήματα από άλλες εκδηλώσεις του ψυχισμού (Γαληνός). Η συνείδηση συσχετίστηκε με την ιδιομορφία της λειτουργίας του οργανισμού, στον οποίο ο υλικός φορέας του ψυχισμού, το πνεύμα, εντοπίστηκε σε διάφορα μέρη του σώματος. Στην αρχαία φιλοσοφία η συνείδηση συμ- μετείχε στο λόγο, που είναι ενδοκοσμι- κός και εμφανίζεται ως γενίκευση του πραγματικού κόσμου, ως συνώνυμο της οικουμενικής νομοτέλειας. Στο Μεσαίω- να η συνείδηση θεωρείται ως υπερκό- σμια αρχή (θεός), που υπάρχει πριν από τη φύση και δημιουργεί τη φύση από το μηδέν. Παράλληλα, το λογικό ερμηνεύε- ται ως κατηγόρημα του θεού, ενώ για τον άνθρωπο απομένει μόνο μκι «σπιθίτσα» από τη φλόγα του θείου λόγου, που δια- περνά τα πάντα. Από το άλλο μέρος, στους κόλπους του χριστιανισμού γεν- νιέται η ιδέα για μιαν αυθόρμητη ενεργη- τικότητα της ψυχής, μάλιστα στην έννοια της ψυχής περιλαμβανόταν και η συνεί- δηση. Κατά τον Αυγουστίνο, όλη η γνώση βρίσκεται στην ψυχή. η οποία ζει και κι- νείται «εν θεώ». Βάση της αυθεντικότη- τας αυτής της γνώσης είναι η εσωτερική εμπειρία: η ψυχή στρέφεται προς τον ε- αυτό'της, συλλαμβάνοντας με τη μέγιστη ακρίβεια την ίδια τη δραστηριότητα της. Στη συνέχεια η έννοια της εσωτερικής ε- μπειρίας έγινε θεμελιακή για τη λεγόμε- 122
Συνείδηση νη ενδοσκοπική θεωρία της συνείδησης. Για το Θωμά Ακινάτη η εσωτερική εμπει- ρία είναι το μέσο για την αυτοεμβάθυνση και επικοινωνία με τον ύψιστο υπό τη μορφή του ενσυνείδητου λόγου. Η ασύ- νειδη ψυχή αφέθηκε για τα φυτά και τα ζώα, ενώ στον άνθρωπο όλα τα ψυχικά ε- νεργήματα, με πρώτη - πρώτη την αίσθη- ση, έχουν το χάρισμα της συνείδησης. Θεσπίστηκε η έννοια της αναφοράς ως ειδικής ενέργεκις της συνείδησης, που εκφράζεται στο γεγονός ότι αυτή κατευ- θύνεται προς το έξω από τη συνείδηση αντικείμενο (αναφορική μορφή). Την υλι- στική παράδοση ανέπτυξαν, κατά το Με- σαίωνα, οι αραβόγλωσσοι στοχαστές Ραζί και Ιμπν Σίνα, (Αβικέννας), καθώς και ο Ιωάννης Ντουνς Σκώτ, που διατύπωσε τη θεωρία ότι η ύλη σκέπτεται. Τη μεγαλύτερη επίδραση όσον αφορά τη μελέτη του προβλήματος της συνείδη- σης στη φιλοσοφία των Νέων Χρόνων την άσκησε ο Ντεκάρτ, ο οποίος, προ- βάλλοντας στο πρώτο πλάνο το στοιχείο της αυτοσυνείδησης, θεωρούσε τη συ- νείδηση σαν εσωτερική ενατένιση, από το υποκείμενο, του περιεχομένου του δι- κού του εσωτερικού κόσμου, σαν άμεση υπόσταση, ανοιχτή μόνο για το ενατενί- ζον αυτή υποκείμενο και αντιπαρατιθέ- μενη στον κόσμο του χώρου. Η ψυχή, κα- τά τον Ντεκάρτ, μόνο σκέφτεται, ενώ το σώμα μόνο κινείται. Η άποψη αυτή άσκη- σε τεράστια επίδραση στις μετέπειτα θε- ωρίες για τη συνείδηση, η οποία ταυτιζό- ταν με την ικανότητα του υποκειμένου να έχει γνώση για τις δικές του ψυχικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με την καρτε- σιανή άποψη, διατυπώθηκε η θεωρία για τον ασύνειδο ψυχισμό (Λάιμπνιτς). Οι γάλλοι υλιστές του 18ου αι. (ιδιαίτερα οι Λαμετρί και Καμπανίς), στηριζόμενοι στις επιτεύξεις της πρωτοπόρος φυσιο- λογίας και της ιατρικής, θεμελίωσαν τη θέση ότι η συνείδηση είναι μια ιδιαίτερη λειτουργία του εγκεφάλου, διαφορετική από τις άλλες λειτουργίες του, ότι χάρη σ* αυτή ο άνθρωπος είναι ικανός να απο- κτά γνώσεις γκι τη φύση και για τον ίδιο τον εαυτό του. Από το άλλο μέρος, ό- μως, 01 προμαρξικοί υλιστές δεν μπόρε- σαν να αποκαλύψουν την κοινωνική φύση και τον ενεργητικό χαρακτήρα της αν- θρώπινης συνείδησης. Μια νέα εποχή στην ερμηνεία της γένεσης και της δο- μής της συνείδησης εγκαινίασε ο γερμα- νικός κλασικός ιδεαλισμός, που κατέδει- ξε τα διάφορα επίπεδα οργάνωσης της συνείδησης, την ενεργητικότητα, τον ι- στορισμό της, τη διαλεκτική σχέση αι- σθητηριακού και έλλογου, ατομικού και κοινωνικού. Επικρίνοντας την ενδοσκοπι- κή ψυχολογία, η γερμανική κλασική φιλο- σοφία αποκάλυψε την εξάρτηση των αι- σθητηριακών αντιλήψεων και του περιε- χομένου της συνείδησης του ατομικού υ- ποκειμένου από τις ανεξάρτητες απ* αυτό μορφές και δομές της γνώσης (θε- ωρία του Καντ για την υπερβατική πρόσ- ληψη). Ο Χέγγελ ασχολήθηκε σοβαρά με το πρόβλημα της κοινωνικοϊστορικής φύ- σης της συνείδησης και υποστήριξε την αρχή του ιστορισμού για την κατανόηση της συνείδησης. Ο Χέγγελ ξεκινούσε από την ιδέα ότι εςρόσον η συνείδηση του ατόμου (το υποκειμενικό πνεύμα) είναι κατανάγκην συνδεδεμένη με το αντικεί- μενο, καθορίζεται από τις ιστορικές μορ- φές της κοινωνικής ζωής. Ωστόσο, τις τελευταίες αυτές τις ερμήνευε ιδεαλι- στικά, ως ενσάρκωση του αντικειμενικού πνεύματος. Η θετική γνώση για τη συνεί- δηση πλουτίστηκε σημαντικά χάρη στις επιτεύξεις της νευροφυσιολογίας (ειδι- κότερα, χάρη στη θεωρία του Σέτσενοφ και των μαθητών του για την αντανακλα- στική δραστηριότητα του εγκεφάλου) και της πειραματικής ψυχολογίας (μελέτες για τη νομοτελειακή σύνδεση των φαινο- μένων της συνείδησης στα έργα των Ε. Βέμπερ, Φέχνερ, Βούντ, Τζέμς κ.ά.). Η στενότητα της ενδοσκοπικής ερμηνείας 123
Συνείδηση της συνείδηοης οδήγησε σε κατευθύν- σεις, που αγνοούσαν τον πρωτεύοντα ρόλο της τελευταίας στη συμπεριφορά του ανθρώπου (φροϋδισμός, συμπεριφο- ρισμός). Ο διαλεκτικός υλισμός θεωρεί τη συνεί- δηση ως μια λειτουργία του εγκεφάλου, ως μιαν αντανάκλαση του αντικειμενικού κόσμου, ως μιαν απαραίτητη πλευρά της πρακτικής δραστηριότητας του ανθρώ- που. Η συνείδηση γεννιέται, λειτουργεί και αναπτύσσεται μέσα στις διεργασίες αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με την πραγματικότητα, με βάση την αισθητη- ριακή - υλική δραστηριότητα του. την κοι- νωνικοϊστορική πρακτική. Η συνείδηση, εφόσον στο περιεχόμενο της αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο, καθορίζεται από τη φυσική και την κοινωνική πραγμα- τικότητα. Τα αντικείμενα, οι ιδιότητες και οι σχέσεις τους, υπάρχουν στη συνείδη- ση με τη μορφή εικόνων: σε ιδεατή μορ- φή. Το ιδεατό είναι προϊόν της δραστη- ριότητας του εγκεφάλου, η υποκειμενική εικόνα του αντικειμενικού κόσμου. Η ενεργητικότητα της συνείδησης. Συνείδη- ση και δράση. Ο διαλεκτικός υλισμός, ενώ απορρίπτει την ιδεαλιστική ερμηνεία της συνείδησης ως ενδογενούς φαινο- μένου, που πηγάζει δηλαδή από τα βάθη της ψυχικής ενεργητικότητας του υπο- κειμένου, από το άλλο μέρος, καταδει- κνύει και το ανυπόστατο της άποψης του μεταφυσικού υλισμού, σύμφωνα με την οποία η συνείδηση είναι ενατένιση απο- σπασμένη από την πράξη. Με τον όρο «ενεργητικότητα της συνείδησης» ο δια- λεκτικός υλισμός εννοεί την ικανότητα της για εκλογή και την κατεύθυνση της σε κάποιο σκοπό, πράγμα που εκφράζε- ται με τη γέννηση νέων ιδεών, με τα ε- νεργήματα της δημιουργικής φαντασίας, με την καθοδήγηση της πρακτικής. Ανώτατο επίπεδο ρύθμισης της δράσης με βάση τις παραδεδεγμένες από τον άνθρωπο αξίες και ηθικούς κανόνες είναι ο ενσυνείδητος χαρακτήρας της, ο ο- ποίος προϋποθέτει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν γίνει συστατικό στοιχείο της ζωής του ατόμου. Μπαίνοντας στο σύστημα των πεποιθήσεων του, υλοποιούνται με τη σαφή και ευκρινή κατανόηση των τελι- κών σκοπών και των συνεπειών που μπο- ρούν να έχουν οι ενέργειες του. Η συ- νειδητότητα προϋποθέτει επίσης την ι- κανότητα του ανθρώπου να αναλύσει τα κίνητρα της συμπεριφοράς του και να ε- πιλέξει τον πιο ορθολογικό τρόπο για την επίτευξη των σκοπών του σύμφωνα με τους αποδεκτούς από την κοινωνία ηθι- κούς κανόνες. Αφετηρία της σχέσης του ανθρώπου με τον πραγματικό κόσμο είναι η προσχεδιασμένη δραστηριότητα. Ακρι- βώς, η εξασφάλιση μιας σχεδιασμένης δημιουργικής δραστηριότητας, που θα τείνει στην αναμόρφωση του κόσμου παίρνοντας υπόψη τα συμφέροντα του ανθρώπου και της κοινωνίας, αποτελεί το βασικό ζωτικό νόημα και την ιστορική α- ναγκαιότητα της γέννησης και της ιστο- ρικής ανάπτυξης της συνείδησης, η ο- ποία δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται σωστά το παρόν, να προβλέπει το μέλλον και σ* αυτή τη βά- ση, με την πρακτική δράση, να πλάθει τον κάίσμο. Αυτήν ακριβώς τη σκέψη εκφρά- ζει η θέση: «Η συνείδηση του ανθρώπου όχι μόνο αντανακλά τον αντικειμενικό κό- σμο, αλλά και τον φτιάχνει... Ο κόσμος δεν ικανοποιεί τον άνθρωπο, και γι' αυτό ο άνθρωπος αποφασίζει με τη δράση του να τον αλλάξει» (Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 29. σελ. 194. 195). Οι βιολογικές προϋποθέσεις και οι συνθήκες γένεσης της συνείδησης. Πριν από τη δια- μόρφωση της συνείδησης του ανθρώπου υπήρξε μια μακρά περίοδος ψυχικής α- νάπτυξης των ζώων εκείνων, στα οποία υπάρχουν σπέρματα νου ως ιδιότυπης μορφής λογικής δραστηριότητας, που 124
Συνείδηση παραμένει, ωστόσο, ασύνειδη. Η δραστη- ριότητα αυτή εκδηλώνεται σ* ένα υψηλό επίπεδο οργάνωσης της έμβιας ύλης και συνδέεται με την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος σε συνθήκες προσαρμογής του οργανισμού προς το μεταβαλλόμενο εξωτερικό περιβάλλον. Η ψυχική δρα- στηριότητα των ζώων καθορίζεται από τις βιολογικές νομοτέλειες και αποτελεί το ρυθμιστή της προσαρμοστικής τους συμπεριφοράς, ενώ η συνείδηση του αν- θρώπου τείνει στο μετασχηματισμό του κόσμου. Η ανθρωπογένεση συνδέεται με τη μετάβαση από την ιδιοποίηση των έ- τοιμων αγαθών στην εργασία, σπιν πο- ρεία της οποίας συντελέστηκε ο μετα- σχηματισμός της ενστικτώδους βασικά δραστηριότητας των ζώων και η διαμόρ- φωση των μηχανισμών της συνειδητής δραστηριότητας του ανθρώπου. Η συνεί- δηση γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στην εργασία, καισ' αυτή, κατά κύριο λό- γο, παίρνει υλική υπόσταση, δημιουργώ- ντας τον κόσμο της εξανθρωπισμένης φύσης: τον πολιτισμό. Η συνείδηση μπό- ρεσε να εμφανιστεί μόνο ως λειτουργία του πολυσύνθετα οργανωμένου εγκεφά- λου, που διαπλασσόταν παράλληλα με την τελειοποίηση της δομής της δραστη- ριότητας και των κοινωνικών σχέσεων, καθώς και της συναφούς με τη διαδικα- σία αυτή σημειωτικής επικοινωνίας (Φ. ' Ενγκελς, βλ. Κ. Μαρξ και Φ. ' Ενγκελς, Άπαντα, τ. 20, σελ. 490). Με τη βοήθεια των εργαλείων ο άνθρωπος προσκόμιζε αντικείμενα στη σφαίρα των νέων μορ- φών αλληλεπίδρασης του με την πραγμα- τικότητα. Η χρήση των εργαλείων και του συστήματος λεκτικών σημείων με τη μορφή χειρονομιών και ήχων, δηλαδή η μετάβαση στην έμμεση, όχι μόνο πρακτι- κή, αλλά και συμβολική δραστηριότητα σης συνθήκες της πρωτόγονης ανθρώπι- νης αγέλης και αργότερα και της κοινω- νίας του γένους, άλλαξε ολόκληρη τη δομή της ανθρώπινης ενεργητικότητας, συνακόλουθα, και τη συνείδηση. Η λογι- κή της αισθητηριακής υλικής δραστηριό- τητας, που αναπαράγεται στο περιεχόμε- νο των πράξεων επικοινωνίας, οι οποίες υπαγορεύονται από την αναγκαιότητα της από κοινού εργασίας, μετατρέπεται σε εσωτερικό πλάνο διανοητικής δρα- στηριότητας. Όργανο της εσωτερικής αυτής δραστηριότητας αποτέλεσε το κοινωνικά καθορισμένο σημειωτικό σύ- σπιμα: η γλώσσα. Χάρη στη γλώσσα η συ- νείδηση διαπλάσσεται και αναπτύσσεται ως πνευματικό προϊόν της ζωής της κοι- νωνίας, πραγματώνεται η διαδοχικότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας και επι- κοινωνίας. Κοινωνική και ατομική συνείδηση. Η έννοΐα «συνείδηση» περιλαμβάνει τόσο την ατο- μική (προσωπική), όσο και την κοινωνική συνείδηση. Η κοινωνική συνείδηση, ό- ντας αντανάκλαση του κοινωνικού Είναι των ανθρώπων, του πραγματικού τους τρόπου ζωής, αναπτύσσεται σύμφωνα με ορισμένους νόμους, ανεξάρτητους από τη συνείδηση των μεμονωμένων ανθρώ- πων, αλλά που παίρνουν υλική υπόσταση στην πορεία της δράσης τους. Η κοινωνι- κή συνείδηση ενσαρκώνεται σε διάφο- ρες μορφές: στη γλώσσα, στην επιστήμη και στη φιλοσοφία, στην τέχνη, στην πο- λιτική και νομική ιδεολογία, στην ηθική, στη θρησκεία και στους μύθους, στη λαϊ- κή σοφία, στους κοινωνικούς κανόνες και στις αντιλήψεις των κοινωνικών ομάδων, τάξεων, εθνών και της ανθρα>πότητας εν γένει. Η κοινωνική συνείδηση έχει σύν- θετη δομή και διάφορα επίπεδα, από την κοινή, τη μαζική συνείδηση ώς τις ανώτα- τες μορφές της θεωρητικής νόησης. Έ- χοντας σχετική αυτοτέλεια, η κοινωνική συνείδηση ασκεί αντίστροφη επίδραση στο κοινωνικό Είναι. Όπως η κοινωνία δεν είναι ένα απλό «άθροισμα των αν- θρώπων που την αποτελούν», έτσι και η κοινωνική συνείδηση δεν είναι ένα απλό «άθροισμα» των συνειδήσεων μεμονωμέ- 125
Συνειδητό και αυθόρμητο νων ατόμων, αλλά ένα ποιοτικά ξεχωρι- στό πνευματικό σύσπιμα, που ζει τη δική του σχετικά αυτοτελή ζωή. Ανάμεσα σπιν ατομική και την κοινωνική συνείδη- ση υπάρχει μία συνεχής αλληλεπίδραση. Οι κανόνες συμπεριφοράς, που επεξερ- γάστηκε η κοινωνία στην ιστορική πορεία της, γίνονται προσωπικές πεποιθήσεις του ατόμου, πηγή ηθικών επιταγών, αι- σθημάτων και αισθητικών αντιλήψεων. Με τη σειρά τους, οι προσωπικές ιδέες και πεποιθήσεις, χάρη στη δημιουργική δραστηριότητα των (ρορέων τους, παίρ- νουν το χαρακπίρα κοινωνικής αξίας, τη σημασία κοινωνικής δύναμης, όταν αυ- τές γίνονται συστατικό στοιχείο της κοι- νωνικής συνείδησης. Βλ. επίσης Κοινωνι- κό Είναι και κοινωνική συνείδηοη. • Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ, Η αγία οικογέ- νεια, Απαντα, τ. 2 Μαρξ Κ., Θέσε/ς για τον Φόυερμπαχ, στο ίδιο, τ. 3 Ένγκελς Φ., Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος πης κλασικής γερμανικής (βίλοοοφίας, στο ίδιο, τ. 21 Λένιν Β. Ι., Υλισμός και εμπειριοκριτικι- σμός, Απαντα, τ. 18 του ίδιου, Φιλοσοφικά τετράδια, στο ίδιο, τ. 29* Σέτσενοφ Ι. Μ., Επι- λογή φιλοσοφικών και ψυχολογικών έργων, Μ., 1947" Χασχάτσιχ Φ. Ι., Ύλη και συνείδη- ση, Μ., 1952* Ρουμπινστάιν Σ. Λ., Είναι και συ- νείδηση, Μ., 1957· Βιγκότσκι Λ. Σ., Η ανάπτυ- ξη των ανώτατων ψυχικών λειτουργιών, Μ., i960· Σπίρκιν Α. Γκ., Η καταγωγή της συνεί- δησης, Μ., 1960* του ίδιου, Συνείδηση και αυ- τοσυνείδηση, Μ., 1972* Σορόχοβα Ε. Β., Το πρόβλημα της συνείδησης στη φιλοσοφία και τη φυσιογνωσία, Μ., 1961 Προβλήματα συ- νείδησης, Μ., 1966 Γκεοργκίγεφ Φ. Ι., Συνεί- δηση. Η καταγωγή και η ουσία της. Μ., 1967 Μπάσσιν Φ. Β., Το πρόβλημα του «ασυνείδη- του», Μ., 1968* Ουλιέντοφ Α. Κ., Η δομή της κοινωνικής συνείδησης, Μ., 1968· Τουγκάρι- νοφ Β. Π., Η φιλοσοφία της συνείδησης. Μ., 1971* Λέκτορσκι Β. Α., Υποκείμενο, αντικεί- μενο, γνώση, Μ., 1980* Οι βάσεις της μαρξι- στικής - λενινιστικής φιλοσοφίας, Μ., 1980 y- λιστική διαλεκτική. Σύντομο δοκίμιο ιστορίας, Μ., 1980· Ντέμιν Μ. Β., Ανάλυση της δομής της συνείδησης, Μ., 1980 Λεόντιεφ Α. Ν., Προβλήματα ανάπτυξης του ψυχισμού, Μ., 1981 Conference οη problems of consious- ness. Transactions 1 st - 5th Conference, N.Y., 1951 - 55 Beioff J., The existence of mind, L.. 1962* Frey G., Sprache - Ausdruck des Bewusstseins, Stuttg., 1965* Brain and mind. Modern concepts of the nature of mind, by H. Kuhlenbeck [α. ο], N.Y 1965 Rothac- ker E., Zur Genealogie des menschlichen Be- wusstseins, Bonn., 1966. A. Γκ. Σπίρκιν, Μ. Γκ. riapoooq>OKi Θεώρηοη Πάν. Κρητικού Συνειδητό και αυθόρμητο. Κατηγορίες του ιστορικού υλισμού, που χαρακτηρί- ζουν την πορεία των διαδικασιών της κοι- νωνικής ζωής. Συνειδητό καλείται ό,τι πραγματοποιείται από τον άνθρωπο με βάση έναν εκ των προτέρων καθορισμέ- νο σκοπό. Η ανώτατη μορφή συνειδητής δραστηριότητας βασίζεται στη γνώση και, την αξιοποίηση των νόμων της φύσης και της κοινωνίας. Αυθόρμητο καλείται εκεί- νο που γίνεται χωρίς κανένα σχέδιο και που δεν ελέγχεται από τη συνείδηση του ανθρώπου. Στην πιο γενική μορφή τους το συνειδη- τό και το αυθόρμητο εκφράζουν την αντί- θεση ανάμεσα στις διαδικασίες που συ- ντελούνται στη φύση και την κοινωνία. Στη φύση δρουν στοιχειακές δυνάμεις, ενώ στην κοινωνία δρουν άνθρωποι, προι- κισμένοι με συνείδηση και βούληση και που επιδιώκουν ορισμένους σκοπούς. Ω- στόσο, παρά το ότι κάθε άνθρωπος δρα συνειδητά, η κοινωνική ζωή στο σύνολο της δεν αποτελεί εξαρχής μια συνειδητή διαδικασία. Αν οι άνθρωποι δρουν μόνο για τα άμεσα συμφέροντα τους και, δε- δομένου ότι τα συμφέροντα αυτά πολύ συχνά είναι αντιφατικά, μπορεί να προκύ- ψει αναντιστοιχία ανάμεσα στα άμεσα και τα απώτερα αποτελέσματα της δράσης τους. Στις περιπτώσεις αυτές τα τελικά επακόλουθα της συνειδητής δραστηριό- 126
Συνειρμική ψυχολογία τητας των ανθρώπων αποδείχνονται αυ- θόρμητα. Στους προοοσιαλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς στην οικονομική ζωή κυ- ριαρχούσε κυρίως το αυθόρμητο, γιατί οι συνθήκες της παραγωγής ανάγκαζαν τους ανθρώπους να ενεργούν μόνο με βάση τα άμεσα συμφέροντα τους. Στις Συνθήκες του κρατικομονοπωλιακού κα- πιταλισμού γίνεται όλο και πιο έντονη η αντικειμενική αναγκαιότητα ρύθμισης της παραγωγής (προγραμματισμός της οικονομίας, πρόγνωση της κοινωνικής α- νάπτυξης σε αρκετές χώρες). Ωστόσο, η αυξανόμενη παρέμβαση του αστικού κράτους στην οικονομία δεν μπορεί να α- ντιμετωπίσει τις αυθόρμητες δυνάμεις της οικονομικής ανάπτυξης στις συνθή- κες του καπιταλισμού. Ο πολιτικός αγώνας διεξάγεται λίγο - πο- λύ συνειδητά, ωστόσο και αυτός δεν έχει πάντα τα αναμενόμενα αποτελέσματα, πράγμα που οδηγεί συχνά σε διάσταση α- νάμεσα στους σκοπούς και τα αποτελέ- σματα της δράσης ορισμένων τάξεων. Το αυθόρμητο των κοινωνικών κινημάτων α- ποτελεί συνήθως απόδειξη της καθυστέ- ρησης τους, της ανεπαρκούς οργάνω- σης τους και της έλλειψης καθοδήγησης από μέρους ενός πολιτικού κόμματος. Η ταξική πάλη, στις αναπτυγμένες της μορφές, είναι πάντοτε συνειδητή. Από την άλλη πλευρά, το αυθόρμητο του κι- νήματος μπορεί να αποτελεί και απόδει- ξη της ζωτικόιητάς του, της ισχυρής πίε- σης των μαζών (βλ. Β. Ι. Λένιν. Απαντα, τ. 34, σελ. 217). Η νίκη του σοσιαλισμού, με την εξάλειψη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και τη σύμπτωση των συμφερόντων του κάθε εργαζόμενου με τα συμφέροντα ολόκλη- ρης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, σημαί- νει ριζική στροφή στην πορεία της κοινω- νικής εξέλιξης. Αυτό οδηγεί στη βαθ- μιαία υποταγή στην κοινωνία των αυ- θόρμητων δυνάμεων της οικονομικής α- νάπτυξης. Στο σοσιαλισμό η κοινωνία έ- χει τη δυνατότητα να υπολογίζει όχι μόνο τις άμεσες, αλλά και τις απώτερες συνέ- πειες της δράσης της μέσω της πρόγνω- σης του μέλλοντος και του σχεδιασμού. Οι οικονομικοί νόμοι του σοσιαλισμού α- παιτούν τη συνειδητή καθοδήγηση της κοινωνικής ζωής. Ωστόσο, όταν οι άν- θρωποι παραβιάζουν τις απαπτίσεις των νόμων είναι πιθανό να προκύψουν απρό- βλεπτες αυθόρμητες συνέπειες. Εκτός αυτού, οι κοινωνικοί νόμοι εκφράζουν μόνο τις βασικές κατευθύνσεις της ανά- πτυξης. ΓΓ αυτό και στο σοσιαλισμό δεν είναι πάντοτε δυνατό να υπολογιστούν ό- λες οι μελλοντικές κοινωνικές συνέ- πειες της δράσης των ανθρώπων. Συνάμα, πρέπει να υπολογίζεται ότι υ- πάρχουν και αυθόρμητα φαινόμενα, που εκφράζουν τη διαδικασία γέννησης του καινούργιου. Το πέρασμα από το αυθόρ- μητο στο συνειδητό προϋποθέτει το συν- δυασμό της συνειδητής καθοδήγησης της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινω- νίας, από την πλευρά των καθοδηγητικών της οργάνων, με τη δημιουργική δραστη- ριότητα και την πρωτοβουλία των μαζών. • Ένγκελς Φ., Αντί - Ντύρινγκ, μέρ. 2. 3, Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20. Λέ- νιν Β. Ι., Τι να κάνουμε;, Άπαντα, τ. 6 του ί- διου, Εισήγηση σχετικά με την τρέχουσα κα- τάσταση, της 24 Απριλίου (7Mdtou) [Έβδομη (Απριλιανή) Πανρωοική Συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ (μπ)], στο ίδιο. τ. 31 * του ίδιου, Η ρωσι- κή επανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος, στο ίδιο, τ. 34 Πριπισνόφ Β. Ι., Το πρόβλημα του υποκειμενικού παράγοντα στον ιστορικό υλι- σμό, Ντουσανμπέ, 1966 Γκλέζερμαν Γκ. Ε., Ο ιστορικός υλισμός και η ανάπτυξη νης σο- σιαλιστικής κοινωνίας. Μ., 1973" Η δημιουργι- κή φύση της σοσιαλιστικής κοινωνικής συνεί- δησης, Μ.. 1980. θεώρηση Β. Α. Κύρκου Συνειρμική ψυχολογία, βλ. Συνειρμι- ομός. 127
Συνειρμισμός Συνειρμισμ6ς, συνεψμική ψυχολογία. Κατεύθυνση στην ψυχολογία, όπου η έν- νοια του συνεψμού* θεωρείται ως η κύ- ρια αρχή που επεξηγεί όλη την ψυχική ζωή. Ο συνειρμισμός προσπαθεί να ε- δραιώσει μια αυστηρά ασιατή προσέγγιση της συμπεριφοράς και της συνείδησης του ανθρώπου. Τη βάση του συνειρμού αποτελεί η αντίληψη, ότι η αλληλουχία των ιδεών, που δημιουργούνται στη συ- νείδηση, αντανακλά την αλληλουχία των εξωτερικών επιδράσεων στον οργανισμό. Υποτίθεται ότι, εφόσον η αλληλεπίδραση ενός οργανισμού με το φυσικό κόσμο γί- νεται σύμφωνα με τους νόμους της μη- χανικής, οι διασυνδέσεις ιδεών γίνονται σύμφωνα με τους ίδιους νόμους. Η θέση αυτή διατυπώθηκε γκι πρώτη φορά από το Χομπς και αναπτύχθηκε από το Σπινό- ζα, που διατύπωσε το νόμο του συνειρ- μού: «Αν το ανθρώπινο σώμα υποστεί μία φορά την ταυτόχρονη επενέργεια δύο ή περισσότερων σωμάτων, τότε η ψυχή, ό- ταν αργότερα φέρει στη φαντασία της ένα απ* αυτά, θα θυμηθεί αμέσως και τα άλλα» («Ηθική», βλ. Επιλογή έργων, τ. 1, Μ., 1957, σελ. 423). Στα μέσα του 18ου αι. οΧάρτλυ*, στηριγμένος στη μηχανική του Νεύτωνα, θεμελίωσε μία θεωρία, σύμφωνα με την οποία όλες οι εκδηλώ- σεις της ψυχικής ζωής, μαζί με το λογικό και τη βούληση, υποτάσσονται στο νόμο του συνειρμού, που είναι οικουμενικός και αναπόδραστος, όπως ο νόμος της παγκόσμιας έλξης. Η επίδραση της θεω- ρίας αυτής, που υποστήριζε ότι κάθε σύνδεση αντιλήψεων και ενεργειών μπο- ρεί να εξαχθεί από τα αισθήματα και τα ί- χνη που αυτά αφήνουν στον εγκέφαλο, ήταν εξαιρετικά μεγάλη και επεκτάθηκε όχι μόνο στην ψυχολογία, αλλά και στην ηθική, την αισθητική, τη βιολογία, την παιδαγωγική και τη λογική. Σε αντιστάθμι- σμα αυτής της φυσικής - επιστημονικής κατεύθυνσης εμφανίστηκε ο ιδεαλιστι- κός συνειρμισμός του Μπέρκλεϋ και του Χιούμ, που υποστήριζαν ότι οι συνδέσεις ανάμεσα στα ψυχικά στοιχεία συντελού- νται μέσα στη συνείδηση και είναι καθα- ρά υποκειμενικές. Η χαρακτηριστική γκι το συνειρμισμό άποψη ότι οι σύνθετες διεργασίες της συνείδησης είναι προϊόν ένωσης στοιχείων (αισθημάτων, αντιλή- ψεων) οδήγησε στις αρχές του 19ου αι. στις μηχανιστικές αντιλήψεις του Τζέιμς Μιλ, σύμφωνα με τις οποίες όλο το οικο- δόμημα της ψυχικής ζωής αποτελείται από «τούβλα», δηλαδή τα συναισθήματα και το «τσιμέντο» που τα συνδέει, δηλα- δή τους συνειρμούς. Προσπαθώντας να μετριάσουν τις ακρότητες της θεωρίας αυτής, οι Τζ. Σ. Μιλ και Α. Μπέν παραδέ- χονταν ότι από τα αισθήματα μπορούν να προκύψουν ποιοτικά νέες ψυχικές μονά- δες. Οι αρχές του συνειρμισμού ζωογόνησαν τις ψυχολογικές μελέτες, ειδικότερα την επεξεργασία νέων μεθόδων μελέτης της μνήμης (της μηχανικής από το Χ. Ε- μπινχάουζ και της παραστατικής από το Φ. Γκώλτον), των συγκινήσεων (Κ. Δαρβί- νος) και των κινήτρων (Ζ. Φρόυδ, Κ. Γκ. Γιούνγκ). Η θεωρία του συνειρμισμού α- νασυγκροτείται σε νέα φυσιολογική βάση στη διδασκαλία για τα εξαρτημένα αντα- νακλαστικά και στο συμπεριφορισμό. Ορι- σμένες ψυχολογικές σχολές (η σχολή του Βύρτσμπουργκ και της ψυχολογίας Γκεστάλτ) επέκριναν το συνειρμισμό ως μηχανιστικό, ατομιστικό και ανίκανο να ε- ξηγήσει την ολικότητα και την ενεργητι- κότητα της συνείδησης. Βαθαίνοντας την κριτική αυτή, η μαρξιστική ψυχολογία εκτιμά, ταυτόχρονα, θετικά τη συμβολή του συνειρμισμού στην αιτιατή εξήγηση της ψυχικής δραστηριότητας. • Ιβανόφσκι Β. Ν.. Ψυχολογικός και γνωσιο- λογικός ουνεφμιομός, Καζάν, 1909 Γιαροσέ- φοκι Μ. Γκ.. Ιοτορία της ψυχολογίας, Μ., 1976, κεφ. 6· Warren Η. C.. Α history of the association psychology, [L.], 1921. θεώρηση Β. Φίλια 128
Συνέχεια και ασυνέχεια Συνειρμός στην ψυχολογία. Διασύνδεση που πραγματοποιείται κάτω από ορισμέ- νες συνθήκες ανάμεσα σε δύο ή περισ- σότερα ψυχολογικά μορφώματα (αισθή- ματα, κινησιακές πράξεις, αντιλήψεις, παραστάσεις, ιδέες κ.λπ.). Η ενέργεια της διασύνδεσης αυτής -η πραγμάτωση του συνειρμού- συνίσταται στο γεγονός ότι η εμφάνιση ενός μέλους του συνειρ- μού προκαλεί κανονικά την εμφάνιση του άλλου (των άλλων). Ψυχοφυσιολογική βάση του συνειρμού θεωρείται το εξαρ- τημένο ανακλαστικό. Η ιδέα της διασύνδεσης των παραστάσε- ων είχε ήδη αναπτυχθεί στην αρχαία φι- λοσοφία (Πλάτων, Αριστοτέλης). Τον όρο «συνειρμός» εισήγαγε πρώτος ο Λοκ (1698), για να επισημάνει όμως τους «... εσφαλμένους και αφύσικους συνδυα- σμούς ιδεών...» («Εμηεψία yia την αν- θρώπινη διάνοια», βλ. Επιλογή φιλοοοφι- κώνέργων, τ. 1, Μ., 1960, σελ. 400), που τους αντιπαρέθετε στις διασυνδέσεις που γίνονταν με βάση το λογικό. Ο συ- νειρμός έγινε η βασική έννοια του συ- νειρμιομού*. Μία από τις διαδομένες τα- ξινομήσεις του συνειρμού βασίζεται στις χρονικές συνθήκες εμφάνισης τους: αν η σχέση ανάμεσα στα ψυχικά μορφώματα δημιουργείται χάρη στην ταυτόχρονη εμ- φάνιση τους στη συνείδηση, τότε πρόκει- ται για συνειρμό με αλληλουχία στο χώ- ρο. Αν όμως η σχέση δημιουργείται ως α- ποτέλεσμα της διαδοχικής τους εμφάνι- σης, τότε γίνεται λόγος για συνειρμό με αλληλουχία στο χρόνο. Μια άλλη ταξινό- μηση βασίζεται στις διαφορές του περιε- χομένου των ψυχικών μορφωμάτων, ανά- μεσα στα οποία αποκαθίσταται η σχέση και του περιεχομένου των μελών εκείνου του συνειρμού που στην προκειμένη πε- ρίτΓτωση πραγματώνεται. Με βάση την αρχή αυτή, γίνεται διάκριση σε συνειρ- μούς αλληλουχίας, συνειρμούς ομοιότη- τας και συνειρμούς αντίθεσης. • Σεβάρεφ Π. Α., Γενικευμένοι συνεψμοί στην εκπαιδευτική εργασία των μαθητών, Μ., 1959. θεώρηση Β. Φίλια Συνεπαγωγή. Στη συμβολική λογική συ- νεπαγωγή είναι σύνδεσμος, ο οποίος εμ- ρηνεύεται συνήθως με τη φράση «αν..., τότε...». Συνεπαγωγές ονομάζονται επί- σης οι προτάσεις που σχηματίζονται με τη βοήθεια αυτού του συνδέσμου. Στη συνεπαγωγική πρόταση διακρίνονται η η- γουμένη [ή όρος] - η πρόταση στην οποία προτάσσεται η λέξη «αν», και η επομένη [η ακολουθία] - η πρόταση, η οποία ακο- λουθεί τη λέξη «τότε». Η συνεπαγωγή υ- ποδηλώνεται συνήθως με τόξα ή με το σύμβολο D το τελευταίο χρησιμο- ποιείται συνήθως για την υποδήλωση ε- νός από τους βασικούς συνδέσμους της κλασικής λογικής - της υλικής συνεπαγω- γής. Η πρόταση >4 D Β ως υλική συνεπα- γωγή είναι αληθής σε όλες τις περιπτώ- σεις, εκτός από μία: όταν Α είναι αληθές και β ψευδές (το περιεχόμενο των Α και β δεν έχει σημασία). Αυτό αποτελεί τη ριζική διαφορά της Α D Β από την έκ- φραση «αν Α, τότε β», η οποία προϋπο- θέτει πάντοτε κάποια πραγματική σύνδε- ση μεταξύ αυτών, για τα οποία γίνεται λό- γος στα Α και β. Ορισμένες φορές η συ- νεπαγωγή θεωρείται ως τυπικό ανάλογο της Λο//κής ακολουθίας* Στην περίπτω- ση της υλικής συνεπαγωγής αποδεικνύο- νται ορθοί οι ισχυρισμοί: «από ψευδή πρόταση έπεται οποιαδήποτε πρόταση» και «αληθής πρόταση έπεται από οποια- δήποτε πρόταση», οι οποίες ονομάζονται παράδοξα της υλικής συνεπαγωγής. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Συνέχεια και ασυνέχεια, βλ. Ασυνέ- χεια και ουνέχεια. Φ.Λ. 5-9 129
Συνεχές Συνεχές. Όρος που χρησιμοποιείται στα μαθηματικά, τις φυσικές επιστήμες και τη φιλοσοφία. Στα μαθηματικά ως συ- νεχή θεωρούνται τα άπειρα σύνολα, που είναι ποσοτικά ισοδύναμα με το σύνολο των πραγματικών αριθμών. Η ισχύς, ή ο πληθάριθμος, τέτοιων συνόλων, σύμφω- να με την υπόθεση του θεμελιωτή της θεωρίας συνόλων Γ Κάντορ, είναι ο αμέ- σως επόμενος του πληθαρίθμου του α- ριθμήσιμου συνόλου, δηλαδή του συνό- λου, που είναι ισοδύναμο με το σύνολο ό- λων των φυσικών αριθμών. Ο Π. Κοέν (ΗΠΑ) πέτυχε να αποδείξει την ανεξαρ- τησία της υπόθεσης του συνεχούς από τα υπόλοιπα αξιώματα της θεωρίας συνό- λων, ενώ το πρόβλημα της απόδειξης του αληθούς ή του ψευδούς της υπόθε- σης παραμένει ανοικτό. Κατά τη γεωμε- τρική ερμηνεία των πραγματικών αριθ- μών το συνεχές μπορεί να παρασταθεί με τη βοήθεια των σημείων της ευθείας των αριθμών (ή του άξονα των τετμημέ- νων). Αφού το σύνολο όλων των σημείων οποιουδήποτε ευθύγραμμου τμήματος μιας τέτοιας ευθείας είναι ισοδύναμο με το σύνολο όλων των πραγματικών αριθ- μών, το συνεχές μπορεί να περιγραφεί διαισθητικά με τη μορφή οποιουδήποτε ευθύγραμμου τμήματος ή συνεχούς γραμμής επιφάνειας. Στη φυσική ως συνεχές θεωρείται το ιδα- νικό μοντέλο του ενιαίου φυσικού χώρο - χρόνου. Λαμβάνεται με την ταύτιση των σημείων του γεωμετρικού συνεχούς με τα σημεία του φυσικού χώρο - χρόνου και τον ορισμό στο γεωμετρικό συνεχές με- τρικών σχέσεων και συναρτησιακών συν- δέσεων μέσω της νοητής αναπαραγωγής των κινήσεων στερεών σωμάτων (στην κλασική μηχανική) ή σημάτων φωτός (στη θεωρία της σχετικότητας). Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της γενικής θεωρίας της σχετικότητας, η μετρική δομή του χώρο - χρονικού συνεχούς καθορίζεται από την κατανομή πυκνότητας του υλικού και της ακτινοβολίας στο Σύμπαν. Το συνεχές μοντέλο του φυσικού χώρο - χρόνου εί- ναι αποτέλεσμα της γένεσης και ανάπτυ- ξης των κλασικών μαθηματικών και της κλασικής (μη κβαντικής) φυσικής. Η έννοια του συνεχούς ως μία εκλέπτυν- ση της κατηγορίας της συνέχειας έχει σπουδαία μεθοδολογική λειτουργία. Ο Λάιμπνιτς, π.χ.. θεωρούσε ότι η συνέχεια έχει οντολογικό κύρος («η φύση δεν κά- νει άλματα») και προβάλλει ως αναγκαίος όρος αληθείας των νόμων της φύσης. Στα πλαίσια των διαλεκτικών - υλιστικών ερευνών η έννοια «συνεχές» χρησιμο- ποιείται για την ανάλυση της αρχής της αιτιότητας, της σχέσης μέρους και όλου, ασυνεχούς και συνεχούς, πεπερασμέ- νου και απείρου κ.ά. • Κοέν Π. Τζ., Θεωρία συνόλων και η υπόθε- ση του συνεχούς, μετφ. απ* τ* αγγλ., Μ., 1969" Παντσένκο Α. Ι., Συνεχές και φυσική (Φιλοσοφικές πλευρές), Μ., 1975. Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Συνήθεια. Η ικανότητα επίλυσης του ε- νός και του άλλου προβλήματος (συνή- θως κινησιακού) κατά τρόπο σχεδόν αυ- τόματο. Κάθε νέος τρόπος ενέργειας, που γίνεται αρχικά ως κάποια αυτοτελής προσεκτική και συνειδητή ενέργεια, αρ- γότερα, με τη συνεχή επανάλειψη, μπο- ρεί να φτάσει στο σημείο να μετατραπεί σε συστατικό στοιχείο της ενέργειας και να εκτελείται αυτόματα, να γίνει δηλαδή συνήθεια σπιν κυριολεξία. • Μπερνστάιν Ν. Α., Η δόμηση των κινήσε- ων, Μ., 1947" Χοτζάβα Ζ. Ι., Γο πρόβλημα της συνήθειας στην ψυχολογία, Τιφλίδα, 1960. Θεώρηση Β. Φίλια Σύνθεση. Συνένωση των διαφόρων στοι- χείων και πλευρών ενός αντικειμένου σ' ένα ενιαίο όλο (σύστημα), που πραγματο- ποιείται τόσο στην πρακτική δράση, όσο και στη διαδικασία της γνώσης. Με την 130
Σύνθεση έννοια αυτή, η σύνθεση αντιπαρατίθεται στην ανάλυση (τη διάλυση του αντικειμέ- νου στα στοιχεία που το συνιστούν) με την οποία συνδέεται άρρηκτα. Στη φιλο- σοφία και τις διάφορες επιστήμες ο όρος «σύνθεση» χρησιμοποιείται επίσης με ο- ρισμένες ειδικές σημασίες. Έτσι, ο ό- ρος «σύνθεση» δηλώνει συχνά τη διαδι- κασία του διαλογισμού, τη με λογική ακο- λουθία συναγωγή του αποδείξιμου από προηγούμενα αποδεδειγμένες προτά- σεις (σε αντίθεση με την ανάλυση ως διαδικασία διαλογισμού από το αποδείξι- μο στο ήδη αποδεδειγμένο). Παρόμοια α- ντίληψη για την ανάλυση και τη σύνθεση, που ανάγεται στην αρχαία γεωμετρία (Πλάτων, Ευκλείδης, Πάππος ο Αλεξαν- δρεύς), υποστηρίζει, π.χ., ο Γ Χίντικκα (Φινλανδία). Μια άλλη σημασία του όρου «σύνθεση» σχετίζεται με τους λεγόμε- νους «συνθετικούς διαλογισμούς», οι ο- ποίοι συνενώνουν σε ένα ενιαίο όλο και γενικεύουν τις πληροφορίες για τα αντι- κείμενα. Με την ευρύτερη σημασία τους η ανάλυ- ση και η σύνθεση όχι μόνο αποτελούν τη βάση της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά, στις στοιχειώδεις μορφές τους, καθορίζουν τη συμπεριφορά των ανώτε- ρων ζώων, ενώ στις διάφορες τεχνικές τους εφαρμογές χρησιμοποιούνται στα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολο- γιστών, στα τεχνητά αυτοοργανωνόμενα συστήματα κ.λπ. Η φυσιολογική βάση της συμπεριφοράς του ανθρώπου είναι η α- ναλυτικοσυνθετική λειτουργία του εγκε- φάλου. Η σύνθεση ως διανοητική πράξη παράγεται από τη συγκεκριμένη συνένω- ση των μερών των αντικειμένων σε ένα όλο και διαμορφώνεται ιστορικά στην πο- ρεία της κοινωνικής παραγωγικής δρα- στηριότητας των ανθρώπων. Οι νόμοι της μετατροπής (εσωτερίκευσης) των ε- μπράγματων συνθετικών ενεργειών σε ψυχικές πράξεις σύνθεσης μελετώνται από την ψυχολογία. Η σύνθεση ως γνωστική πράξη έχει ποικί- λες μορφές. Οποιαδήποτε διεργασία σχηματισμού εννοιών βασίζεται σπιν ε- νότητα των διαδικασιών της ανάλυσης και της σύνθεσης. Τα εμπειρικά δεδομέ- να της μελέτης ενός ορισμένου αντικει- μένου συνθέτονται κατά τη θεωρητική τους γενίκευση. Στη θεωρητική επιστη- μονική γνώση η σύνθεση εμφανίζεται με τη μορφή της αλληλοσύνδεσης των θεω- ριών, που αναφέρονται σ* ένα συγκεκρι- μένο τομέα* ως συνένωση των ανταγωνι- ζόμενων και, σε ορισμένες πλευρές, α- ντιθέτων θεωριών (π.χ., η σύνθεση σωμα- τιδιακής θεωρίας και κυματικής θεωρίας σπι σύγχρονη φυσική)- με τη μορφή κα- τασκευής παραγωγικών (αξιωματικών, υ- ποθετικών - παραγωγικών κ.λπ.) θεωριών κ.ά. Η διαλεκτική μέθοδος ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο ως μέ- θοδος δόμησης της θεωρητικής γνώσης για σύνθετα και αναπτυσσόμενα αντικεί- μενα αποτελεί επίσης μία από τις μορ- φές της σύνθεσης: η συγκεκριμένη γνώ- ση που αποκτούμε για το εξεταζόμενο α- ντικείμενο αποτελεί σύνθεση, ενότητα των ποικιλόμορφων αφηρημένων προσ- διορισμών του. Πα τη σύγχρονη επιστήμη είναι χαρακτη- ριστικές οι διαδικασίες σύνθεσης όχι μό- νο στο εσωτερικό των μεμονωμένων επι- στημονικών κλάδων, αλλά και μεταξύ των διαφόρων κλάδων, δηλαδή η διακλαδική σύνθεση (οι διαδικασίες σύνθεσης έπαι- ξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της βιοφυσικής, της βιοχημείας, της οικονο- μετρίας κ.ά.), καθώς και μεταξύ των κυ- ριότερων σφαιρών της σύγχρονης επι- στημονικής και τεχνικής γνώσης: των ε- πιστημών της φύσης, των κοινωνικών και τεχνικών επιστημών. Στον 20ό αιώνα εμ- φανίστηκαν μια σειρά ολοκληρώνουσες (Integrative), όπως συνηθίζεται να λέγο- νται, επιστήμες (κυβερνητική, σημειωτι- κή, θεωρία των συστημάτων κ.ά.), στις ο- ποίες συνθέτονται τα δεδομένα για τις 131
Συνθετικό δομικές ιδιότητες των αντικειμένων των διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Η με- λέτη των μεθόδων σύνθεσης της επιστη- μονικής γνώσης παίζει ουσιώδη ρόλο για τη λύση του προβλήματος της ενότητας της επιστήμης, πρόβλημα που ο διαλεκτι- κός υλισμός πραγματεύεται ξεκινώντας από την ποικιλία των μορφών της επιστη- μονικής και τεχνικής γνώσης που συνε- νώνονται με βάση τη σύνθεση των μεθο- δολογικών μέσων, εννοιών και θεμελια- κών αρχών των δια(ρόρων τομέων της γνώσης. • Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20 Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 18,29* Μαμαρντασβίλι Μ. Κ., Οι διαδικασίες της ανάλυσης και σύν- θεσης, «Βαπρόσι Φιλοσόφιι», 1958, τεύχος 2* Γκόρσκι Ντ. Π., Προβλήματα γενικής μεθοδο- λογίας των επιστημών και διαλεκτικής λογι- κής, Μ., 1966 Η σύνθεση της σύγχρονης επι- στημονικής γνώσης. Μ., 1973* Σβίρεφ Β. Σ., Το θεωρητικό και το εμπειρικό στην επιστημο- νική γνώση. Μ., 1978· Bunge Μ., Scientific re- search, ν. 1 - 2, Hdib. - Ν.Υ., 1967· Hintikka J., Remes U., The method of analysis, Dor- drecht - Boston, 1974. Θεώρηση Γιάν. Κρητικού Συνθετικό, βλ. Αναλυτικές και συνθετι- κές προτάσεις. Συνόλων θοωρία. Μαθηματική θεωρία, που μελετά με ακριβείς μεθόδους το πρόβλημα του απείρου. Αντικείμενο της θεωρίας συνόλων είναι οι ιδιότητες των συνόλων (συλλόγων, κλάσεων), κυρίως των απείρων. Το βασικό περιεχόμενο της κλασικής θεωρίας συνόλων επεξεργά- στηκε ο γερμανός μαθηματικός Γ Κά- ντορ (στο τελευταίο τρίτο του 19ου αι.). Η κλασική θεωρία συνόλων ξεκινά από την αναγνώριση της ε(ραρμοσιμότητας των αρχών της λογικής στα άπειρα σύνο- λα. Στην ανάπτυξη της θεωρίας συνόλων στις αρχές του 20ού αι. εμφανίστηκαν δυσκολίες (συμπεριλαμβανομένων και παραδόξων), που συνδέονται με την ε- (ραρμογή των νόμων της τυπικής λογικής (ειδικότερα της αρχής του αποκλειομέ- νου τρίτου) στα άπειρα σύνολα. Στην πο- ρεία της πολεμικής για τη φύση των μα- θηματικών εννοιών δκιμορφώθηκαν τέ- τοιες τάσεις στα θεμέλια των μαθηματι- κών όπως ο φορμαλισμός, ο ενορατισμός, ο λογικισμός και η κατασκευαστική κα- τεύθυνση. θώρηση Γ Παπαγούνου Συντακτική. Κλάδος της σημειωτικής*, αφιερωμένος στην εξέταση και μελέτη των καθαρά δομικών ιδιοτήτων των συ- στημάτων σημείων από την άποψη της σύνταξης* (ανεξάρτητα από την ερμη- νεία* τους που χρησιμεύει ως αντικείμε- νο μελέτης της σημαντικής* και τα προ- βλήματα αντίληψης και χρήσης των συ- στημάτων σημείων ως επικοινωνιακά μέ- σα στα πλαίσια της πραγματιστικής*), θεώρηση Γ Παπαγούνου Σύνταξη. Στη λογική, σύνταξη είναι η μελέτη του καθαρά τυπικού μέρους της τυποποιημένης γλώσσας, δηλαδή του μη ερμηνευμένου AoyiOjLiOu* Ως αντικείμε- να μιας τέτοιας μελέτης χρησιμεύουν το αλφάβητο του εξεταζόμενου λογισμού (τυπικού συστήματος), οι κανόνες σχη- ματισμού εκφράσεων (τύπων) της γλώσ- σας περιγραφής αντικειμένων (της γλώσσας - αντικείμενο, βλ. Μεταγλώοσα) του λογισμού και οι κανόνες μετασχημα- τισμού (κανόνες συναγωγής) σ* αυτόν. Η «λογική σύνταξη» διακρίνεται συνήθως από τη «σύνταξη με τη στενή έννοια», με τον περιορισμό στην «καθαρά συντακτι- κή» (με τη συνηθισμένη γραμματική έν- νοια) πλευρά του συστήματος, δηλαδή χωρίς να εξετάζονται οι κανόνες μετα- σχηματισμού του. Στοιχειώδης σύνταξη ονομάζεται η μελέτη των συντακτικών (με τις δύο προμνημονευθείσες έννοιες) 132
Συντηρητισμός ιδιοτήτων κάποιου συγκεκριμένου τυπι- κού συστήματος με κάποια ειδικά αποτε- λεσματικά μέσα, όπως αυτό είναι παρα- δεδεγμένο στις μεταμαθηματικές (βλ. Μεταθεωρία) έρευνες. Η θεωρητική σύ- νταξη είναι η γενική θεωρία όλων των δυ- νατών τυπικών συστημάτων (ή κλάσης συστημάτων) κάποιου καθορισμένου εί- δους, στα εργαλεία του οποίου συνήθως δεν τίθενται καθόλου περιορισμοί. Η στοιχειώδης και η θεωρητική σύνταξη χειρίζονται τη συνηθισμένη περιεκτικά εννοούμενη γλώσσα (η οποία, με τη σει- ρά της, μπορεί και η ίδια να τυποποιηθεί και να χρησιμεύσει ως αντικείμενο αυ- στηρής τυπικής έρευνας). Θεώρηση Γ Παπαγούνου Συντηρητισμός. Ονομασία των ιδεολο- γικών - πολιτικών ρευμάτων της ταξικής ανταγωνιστικής κοινωνίας, που αντιτάσ- σονται στις προοδευτικές τάσεις της κοι- νωνικής ανάπτυξης. Φορείς της ιδεολο- γίας του συντηρητισμού είναι οι κοινωνι- κές τάξεις και τα στρώματα που ενδιαφέ- ρονται για τη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Χαρακτηριστικές ιδιο- μορφίες του συντηρητισμού είναι η ε- χθρότητα και η αντίδραση στην πρόοδο, η προσκόλληση στο παραδοσιακό και το ξεπερασμένο. Τον όρο «συντηρητισμός» χρησιμοποίη- σε για πρώτη φορά ο γάλλος συγγραφέ- ας Φ. Σατομπριάν. Με τον όρο αυτό υπο- δήλωνε την ιδεολογία της φεουδαρχικής - αριστοκρατικής αντίδρασης της περιό- δου της γαλλικής αστικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αι., την κριτική των ι- δεών της Αναγέννησης «από τα δεξιά», τη δικαιολόγηση των φεουδαρχικών α- ξιών και των προνομίων των ευγενών και του κλήρου (Ε. Μπέρκ, Σ. Κόλριτζ, Ου. Βόρντσβορτ, Φ. Νοβάλις, Ζ. ντε Μέστρ, Φ. Λαμεννέ, Λ. Μπονάλντ κ.ά.). Στον 20ό αι. ο συντηρηρισμός στις κεφαλαιοκρατι- κές χώρες άρχισε να εκφράζει τα συμ- φέροντα ορισμένων αστικών κύκλων, που τάσσονταν υπέρ της διατήρησης της ε- λευθερίας των εμπορικών σχέσεων και κατά του κρατικού μονοπωλκικού καπιτα- λισμού. Οι οπαδοί του συντηρητισμού α- γωνίζονται κατά του φιλελευθερισμού* και του σοσιαλισμού. Στη δυτική βιβλιογραφία είναι επίσης δια- δεδομένη πλατιά η λεγόμενη καταστα- σιακή αντίληψη του συντηρητισμού (Σ. Χάντινγκτον, Φ., Μάγιερ κ.ά.), που σημαί- νει ένα σύστημα ιδεών, το οποίο χρησι- μοποιείται για τη δικαίωση και σταθερο- ποίηση κάθε κοινωνικής δομής, ανεξάρ- τητα από την αντικειμενική της σημασία και τη θέση της σπιν κοινωνικοϊστορική διαδικασία. Η μαρξιστική αντίληψη του συντηρητι- σμού βασίζεται στις μεθοδολογικές αρ- χές του ιστορικού υλισμού, στη θέση ότι τα επιμέρους στάδια της κοινωνικής δια- δικασίας είναι ανεπίστρεπτα. Ο Κ. Μαρξ και ο Φ.' Ενγκελς έβλεπαν το συντηρητι- σμό ως μία τάση γκι σταθεροποίηση και παγίωση των συνθηκών ύπαρξης εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων που εκτοπί- ζονται από τον ιστορικό στίβο (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. ' Ενγκελς, Απαντα, τ. 4, σελ. 453 - 54). Ίο πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν οι θεωρητικοί του συντηρητισμού το φα- ντάζονται σαν σταθεροποίηση μιας κοι- νωνικής μορφής, που δεν υπόκειται σε αλλαγή. Ο συντηρητισμός θεωρεί κοινω- νική ουτοπία και απορρίπτει τη δυνατότη- τα παρέμβασης του υποκειμένου στην πορεία της ιστορικής διαδικασίας, αντι- μετωπίζει με σκεπτικισμό τις δυνατότη- τες λύσεων των κοινωνικών προβλημά- των. Ταυτόχρονα, η ιδεολογία του συντη- ρητισμού εισάγει αυθαίρετα το παρελ- θόν, με ολόκληρο τον ιστορικό του όγκο, στο παρόν, δημιουργώντας τη συντηρητι- κή ουτοπία. 133
Συστατική και ρυθμιστική μέθοδος Η ιδεολογία του συντηρητισμού στη δυτι- κή ιδεολογική - πολιτική ζωή υστερούσε αισθητά σε επιρροή σχετικά με το φιλε- λευθερισμό. Οι βασικές διαφωνίες ανά- μεσα τους αφορούσαν το ρόλο και τη λει- τουργία του κράτους. Από τη δεκαετία του 1930 οι φιλελεύθεροι (ιδιαίτερα στις ΗΠΑ) επέμεναν σηιν κρατική ρύθμιση της οικονομίας και στη μεταβίβαση στο κράτος σειράς κοινωνικών λειτουργιών, ενώ οι συντηρητικοί συνέχιζαν να υπο- σπιρίζουν την ελευθερία των σχέσεων της αγοράς. Τη δεκαετία του 1970 στη Δύση (ΗΠΑ, ΟΔΓ κ.ά. χώρες) εμφανίστη- κε και απόκτησε επιρροή ο λεγόμενος νεοσυντηρητισμός, που αποτελεί μία ι- διόμορφη αντίδραση στις τάσεις του φι- λελεύθερου μεταρρυθμιστικού πνεύμα- τος της δεκαετίας του 1960. Οι νεοσυ- ντηρητικοί αναγνωρίζουν κατ' αρχήν την ανάγκη της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, αποδίδουν όμως σημαντικό ρόλο στους ρυθμιστικούς μηχανισμούς της αγοράς. Στην εξωτερική πολιτική οι νεοσυντηρητικοί τηρούν αντικομμουνι- στική στάση, επιμένουν στην εξασφάλιση στρατιωτικής υπεροχής της Δύσης και τάσσονται κατά της χαλάρακτης της διε- θνούς έντασης. • Μέλβιλ Α. Γ Η κοινωνική φιλοσοφία του σύγχρονου αμερικανικού συντηρητισμού, Μ., 1980 Ελμ. Λ.. Ο «νέος» συντηρητισμός, μετφ. από τα γερμ., Μ., 1980* The wisdon of conservatjsm, ed. by P. Witonski, New Röchel- te. 1971 · Nash G. H., The conservative intel- lectual movement in America, since 1945, N.Y., 1976· O' Sullivan N., Conservatism, L., 1976· Grelffenhagen M., (Das Ditemma des Konservatismus in Deutschland, MUnch., 1977" Steinfels P., The Neoconservatives. The men who are changing America' s poli- tics, N.Y., 1979. A. Γ. Μέλβιλ θεώρηση Γρ. Θέμελη · ΑΑατζόγλου Συστατική και ρυθμιστική μέθοδος. Στη φιλοσοφία του Καντ είναι οι διάφοροι τρόποι χρήσης των εννοιών, κατηγοριών και ιδεών στη γνωστική διαδικασία και την ηθική πρακτική. Προϋπόθεση διάκρισης της συστατικής και ρυθμιστικής μεθόδου αποτέλεσε η άποψη του Κάντ, ότι καθαυ- τό γνωστό μπορεί να γίνει κάτι που το βλέπει, το ατενίζει και το συλλαμβάνει αισθητηρκικά η εμπειρία ενός χωριστού υποκειμένου ή η συνολική διϋποκειμενι- κή εμπειρία. Π.χ., εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε, να γενικεύσουμε και σε συνέχεια να γνωρίσουμε τις ποσοτι- κές, τις αιτιώδεις κ.ά. συγκεκριμένες ε- ξαρτήσεις, με αποτέλεσμα οι αντίστοι- χες κατηγορίες (ποσότητα, αιτία κ.ά.) να αποκτούν πραγματική, «συστατική», χρή- ση, ωσάν να είναι ανάλογες με τα φαινό- μενα που παρατηρούμε. Αντίθετα, π.χ., ο κόσμος στο σύνολο του, επειδή είναι ά- πειρος και ανεξάντλητος, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ολοκληρωμένης αισθητηριακής εποπτείας ούτε ατομικά, ούτε ανθρωποϊστορικά. Οι προσπάθειες να ερμηνευθεί η ιδέα του κόσμου στο σύνολο του, από άποψη πραγματική, ε- μπειρική, «συστατική», δεν είναι γόνιμες και οδηγούν σε επιστημονικές φαντασίες και πλάνες, σε ανεπίλυτες αντιφάσεις. Ωστόσο, η ιδέα του κόσμου ως συνόλου, όπως και οι άλλες οριακές, «υπεραισθη- τικές» έννοιες, παίζει θετικό ρόλο στη γνωστική διαδικασία, όταν λειτουργεί ως ιδεατή, ως οργανωτική και κατευθυντή- ρια δύναμη, ως ρυθμιστική αρχή της γνω- στικής αυτής διαδικασίας, γιατί έτσι εκ- φράζει την επιδίωξη της για μια τελική, απόλυτη, οριακή ολοκλήρωση, δηλαδή συμβολίζει τους υψηλούς σκοπούς της γνωστικής δκιδικασίας. Στη σφαίρα της ηθικής το ζήτημα της δυνατότητας της αισθητηριακής, εμπειρικής υλοποίησης των ύψιστων, των οριακών ηθικών αρχών - ιδανικών, κατά τον Καντ, δεν παίζει κα- νένα ρόλο, δεδομένου ότι εδώ δε γίνε- 134
Σύστημα ται λόγος για πρόσληψη του δεδομένου από πριν (από τη φύση), ούτε για υπαγω- γή και προσαρμογή, αλλά για τη δημιουρ- γία μιας άλλης, μιας υπέρ - φυσικής πα- γκόσμιας τάξης, που από μια άποψη δεν έχει αναλογίες με τη φύση. Στη σφαίρα του ήθους τα ιδανικά αποκτούν συστατι- κή εφαρμογή. • Βλ. λήμμα /. Καντ. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Σύστημα. Σύνολο αλληλοσυνδεδεμένων και αλληλοσχετιζόμενων στοιχείων το ο- ποίο σχηματίζει ορισμένη ακεραιότητα και ενότητα. Η έννοια του συστήματος υ- πέσπι ιστορικά μεγάλη επεξεργασία και στα μέσα του 20ού αι. έγινε μια από τις βασικές έννοιες της φιλοσοφίας της με- θοδολογίας και των ειδικών επιστημών. Στη σύγχρονη επιστημονική και τεχνική γνώση η επεξεργασία της προβληματι- κής, που συνδέεται με την έρευνα και την κατασκευή συστημάτων διαφόρων ει- δών, διεξάγεται στα πλαίσια της συστημι- κής προσέγγισης, της γενικής θεωρίας συσπιμάτων, των διαφόρων ειδικών θεω- ριών συστημάτων, στην κυβερνητική, τη συστημοτεχνική, τη συσπημική ανάλυση κ.ά. Οι πρώτες αντιλήψεις για το σύστημα εμ- φανίστηκαν στην αρχαία φιλοσοφία, η ο- ποία πρόβαλλε την οντολογική ερμηνεία, όπου το σύστημα θεωρείται ως η διστα- κτικότητα και ακεραιότητα του Είναι. Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και επι- στήμη (ο Ευκλείδης, ο Πλάτων, ο Αριστο- τέλης, οι στωικοί) επεξεργάστηκαν την ι- δέα της συστημικότητας της γνώσης (α- ξιωματική κατασκευή της λογικής και της γεωμετρίας). Οι διαμορφωμένες από την Αρχαιότητα αντιλήψεις για τη συστημικό- τητα του Είναι αναπτύχθηκαν τόσο στις οντολογικές αντιλήψεις του Σπινόζα και του Λάιμπνιτς, όσο και στις κατασκευές της επιστημονικής συστηματικής του 17ου - 18ου αι., η οποία απέβλεπε στη φυσική (και όχι τελεολογική) ερμηνεία της συστημικότητας του κόσμου (π.χ., η ταξινόμιση του Λινναίου). Στη φιλοσοφία και την επιστήμη των Νέων Χρόνων η έν- νοια του συστήματος χρησιμοποιήθηκε κατά τη διερεύνηση της επιστημονικής γνώσης. Παράλληλα, το φάσμα των προ- τεινόμενων λύσεων ήταν πολύ ευρύ - από την άρνηση του συστημικού χαρα- κτήρα της επιστημονικής - θεωρητικής γνώσης (Κοντιγιάκ) μέχρι τις πρώτες προσπάθειες φιλοσοφικής θεμελίωσης της λογικής - παραγωγικής φύσης των συστημάτων γνώσης (Ι. Γκ. Λάμπερτ κ.ά.). Η επεξεργασία των αρχών της συστημι- κής φύσης της γνώσης έγινε στην κλασι- κή γερμανική φιλοσοφία: σύμφωνα με τον Καντ, η επιστημονική γνώση είναι σύ- στημα, στο οποίο το όλο καθορίζει τα μέ- ρη. Ο Σέλλινγκ και ο Χέγγελ ερμήνευαν τη συστημικότητα της γνωστικής διαδικα- σίας ως το κυριότερο αίτημα της διαλε- κτικής νόησης. Στην αστική φιλοσοφία του δεύτερου μισού του 19ου - 20ού αι. στα πλαίσια της γενικής ιδεαλιστικής προσέγγισης του βασικού προβλήματος της φιλοσοφίας αναπτύχθηκαν θέσεις και, σε ξεχωριστές περιπτώσεις, λύσεις ορισμένων προβλημάτων συστημικής έ- ρευνας: οι ιδιοτυπίες της θεωρητικής γνώσης ως σύστημα (νεοκαντιανισμός), οι ιδιαιτερότητες του όλου (ολισμός, ψυ- χολογία Γκεστάλτ) και οι μέθοδοι κατα- σκευής λογικών και τυποποιημένων συ- στημάτων (νεοθετικισμός). Επαρκή γενική φιλοσοφική βάση της έ- ρειινας του συστήματος αποτελούν οι αρχές της υλιστικής διαλεκτικής (της κα- θολικής σύνδεσης των φαινομένων, της ανάπτυξης, της αντίφασης κ.ά.). Το σπουδαιότερο ρόλο σ* αυτή τη σύνδεση διαδραματίζει η διαλεκτική - υλιστική αρ- χή της συστημικότητας, το περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στις φιλοσοφικές 135
Σύστημα αντιλήψεις για την ακεραιότητα των αντι- κειμένων του κόσμου, για τη σχέση όλου και μέρους, για την αλληλεπίδραση του συστήματος με το περιβάλλον (που είναι μια από τις συνθήκες ύπαρξης του συ- στήματος), για τις γενικές νομοτέλειες λειτουργίας και ανάπτυξης του συστήμα- τος, για τη δομησιμότητα κάθε συστημι- κού αντικειμένου, για τον ενεργητικό χα- ρακτήρα της δραστηριότητας των ζωντα- νών και κοινωνικών συστημάτων κ.λπ. Οι εργασίες του Κ. Μαρξ, του Φ. ' Ενγκελς και του Β. Ι. Λένιν περιέχουν πλουσιότα- το υλικό της φιλοσοφικής μεθοδολογίας μελέτης των συσπιμάτων - των σύνθε- των αναπτυσσόμενων αντικειμένων (βλ. Συστημική προσέγγιση). Από τα μέσα του 19ου αιώνα αρχίζει η διείσδυση της έννοιας του συστήματος στα διάφορα πεδία της συγκεκριμένης ε- πιστημονικής γνώσης. Ιδιαίτερη σημασία είχε η διατύπωση της εξελικτικής θεω- ρίας του Κ. Δαρβίνου, της θεωρίας της σχετικότητας, της κβαντικής φυσικής, της δομικής γλωσσολογίας κ.ά. Εμφανί- στηκε το πρόβλημα της κατασκευής αυ- στηρού ορισμού της έννοιας του συστή- ματος και της επεξεργασίας λειτουργι- κών μεθόδων ανάλυσης των συστημά- των. Εντατικές έρευνες σ* αυτή την κατεύθυνση άρχισαν μόνο τις δεκαετίες του 1940 και 1950, ωστόσο μια σειρά συ- γκεκριμένων - επιστημονικών αρχών της ανάλυσης συστημάτων διατυπώθηκαν προηγουμένως στην τεκτολογία του Α. Α. Μπογκντάνοφ, στα έργα του Β. Ι. Βερ- νάντσκι, στην πραξεολογία του Τ. Κοταρ- μπίνσκι κ.ά. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 προτείνεται από το Λ. Μπέρταλαν- φυ πρόγραμμα κατασκευής «γενικής θε- ωρίας συσπιμάτων» που ήταν μια προ- σπάθεια γενικευμένης ανάλυσης της ου- στημικής προβληματικής. Συμπληρωματι- κά προς αυτό το πρόγραμμα, το οποίο συνδέεται με την ανάπτυξη της κυβερ- νητικής, σης δεκαετίες του 1950 και 1960 προβλήθηκαν γενικές συστημικές αντιλήψεις και ορισμοί της έννοιας του συστήματος (στις ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Πολωνία, Μεγ. Βρετανία, Καναδά και σε άλλες χώ- ρες). Για τον ορισμό της έννοιας του συστήμα- τος είναι ανάγκη να ληφθεί υπόψη η στε- νότατη διασύνδεση της με τις έννοιες της ακεραιότητας, της δομής, της σύν- δεσης, του στοιχείου, της σχέσης, του υ- ποσυστήματος κ.ά. Αφού η έννοια του συστήματος έχει εξαιρετικά ευρύ πεδίο εφαρμογής (πρακτικά κάθε αντικείμενο μπορεί να θεωρηθεί ως σύστημα), η πλή- ρης κατανόηση προϋποθέτει την κατα- σκευή οικογένειας αντίστοιχων ορισμών - τόσο περιεκτικών, όσο και τυπικών. Μόνο στα πλαίσια μιας τέτοιας οικογένειας ορι- σμών είναι δυνατόν να εκφρασθούν οι βασικές συστημικές αρχές, πρώτον, της ακεραιότητας (η κατ' αρχήν μη - αναγω- γιμότητα των ιδιοτήτων του συστήματος στο άθροισμα των συνιστωσών του στοι- χείων, η μη - παραγωγιμότητα από τα στοιχεία αυτά των ιδιοτήτων του όλου, η εξάρτηση κάθε στοιχείου, ιδιότητας και σχέσης του συστήματος από τη θέση, τις συναρτήσεις του κ.λπ. εντός του όλου). Δεύτερον, της δομικότητας (δυνατότητα περιγραφής του συστήματος μέσω του προσδιορισμού της δομής του, δηλαδή του δικτύου των συνδέσεων και σχέσεων του συστήματος· ο υπό όρους καθορι- σμός της συμπεριφοράς του συστήματος όχι τόσο από τη συμπεριφορά των ξεχω- ριστών του στοιχείων, όσο από τις ιδιότη- τες της δομής τους). Τρίτον, της αλλη- λεξάρτησης συστήματος και περιβάλλο- ντος (το σύστημα εκδηλώνει τις ιδιό- τητες του στη διαδικασία της αλληλε- πίδρασης με το περιβάλλον και γΓ αυτό είναι η κύρια ενεργός συνιστώ- σα της αλληλεπίδρασης). Τέταρτον, της μη - ιεραρχικότητας (κάθε συνιστώσα του συστήματος με τη σειρά του μπορεί να θεωρηθεί ως σύστημα, και το διερευνό- 136
Σύστημα μενο στη δεδομένη περίπτωση σύσπιμα είναι μια από τις συνιστώσες ευρύτερου συστήματος). Πέμπτον, της πολλαπλότη- τας περιγραφής κάθε συστήματος (λόγω της κατ* αρχήν πολυπλοκότητας κάθε συστήματος η διαδικασία της επαρκούς του γνώσης απαιτεί την κατασκευή πλή- θους διαφόρων μοντέλων, καθένα από τα οποία περιγράψει μόνο ορισμένη πλευρά του συστήματος) κ.ά. Κάθε σύσπιμα χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την ύπαρξη συνδέσεων και σχέσεων μεταξύ των στοιχείων που το απαρτί- ζουν, αλλά και από την άρρηκτη ενότητα με το περιβάλλον, στην αλληλεπίδραση με το οποίο το σύστημα εκδηλώνει την α- κεραιότητα του. Η ιεραρχικότητα, ο πο- λυεπίπεδος χαρακτήρας και η δομικότη- τα είναι ιδιότητες όχι μόνο της κατα- σκευής και μορφολογίας του συστήμα- τος, αλλά και της συμπεριφοράς του: ξεχωριστά επίπεδα του συστήματος απο- τελούν όρο ορισμένων πλευρών της συ- μπεριφοράς του, ενώ η ακέραια λειτουρ- γία αποδεικνύεται αποτέλεσμα αλληλεπί- δρασης όλων των πλευρών και επιπέδων του. Σημαντική ιδιαιτερότητα της πλειο- ψηφίας των συστημάτων, ιδιαίτερα των ζωντανών, τεχνικών και κοινωνικών συ- στημάτων, αποτελεί η μετάδοση πληρο- φορίας και η ύπαρξη διαδικασιών διεύ- θυνσης. Σύνθετα είδη συστημάτων θεω- ρούνται τα στοχοκατευθυνόμενα συστή- ματα, η συμπεριφορά των οποίων υποτάσσεται στην επίτευξη ορισμένων σκοπών, και τα αυτοοργανωνόμενα συ- στήματα, που είναι ικανά να τροποποιή- σουν τη δομή τους κατά τη διαδικασία λειτουργίας τους. Πολλά σύνθετα ζω- ντανά και κοινωνικά συστήματα χαρακτη- ρίζονται από την ύπαρξη διαφόρων ως προς το επίπεδο σκοπών, που συχνά δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ουσιαστική πλευρά της αποκάλυψης του περιεχομένου της έννοιας του συστήμα- τος είναι η διαίρεση διαφόρων τύπων συ- στημάτων. Σε γενικότερο επίπεδο τα συ- στήματα μπορούν να διαιρεθούν σε υλικά και σε αφηρημένα. Τα πρώτα (ακέραια σύνολα υλικών αντικειμένων) υποδιαι- ρούνται με τη σειρά τους σε συστήματα ανόργανης φύσης (φυσικής, γεωλογικής, χημικής κ.ά.) και ζωντανά συστήματα στα οποία περιλαμβάνονται τόσο τα στοιχειώ- δη βιολογικά συσπίματα, όσο και τα πο- λυσύνθετα βιολογικά αντικείμενα του τύ- που του οργανισμού, του είδους και του οικοσυστήματος. Ιδιαίτερη τάξη υλικών ζωντανών συστημάτων απαρτίζουν τα κοινωνικά συστήματα, εξαιρετικά πολύ- μορφα ως προς τον τύπο και τη μορφή τους (αρχίζοντας από τις στοιχειώδεις κοινωνικές ενώσεις και έως τις κοινωνι- κοοικονομικές δομές της κοινωνίας). Τα αφηρημένα συστήματα είναι προϊόντα της ανθρώπινης νόησης τα οποία υπο- διαιρούνται σε πλήθος τύπων (ιδιαίτερα συστήματα είναι οι έννοιες, οι υποθέ- σεις, οι θεωρίες, η διαδοχική αλλαγή επι- στημονικών θεωριών κ.ά.). Αφηρημένα συστήματα χαρακτηρίζονται και οι επι- στημονικές γνώσεις για συστήματα δια- φόρων τύπων, όπως διατυπώνονται στη γενική θεωρία συστημάτων, τις ειδικές θεωρίες συστημάτων κ.ά. Στην επιστήμη του 20ού αι. μεγάλη προσοχή δίδεται στην έρευνα της γλώσσας ως σύστημα (γλωσσολογικά συστήματα). Αποτέλεσμα της γενίκευσης αυτών των ερευνών είναι η γενική θεωρία σημείων - η σημειωτική. Τα προβλήματα θεμελίωσης των μαθημα- τικών και της λογικής είχαν ως αποτέλε- σμα την επεξεργασία των αρχών κατα- σκευής και της φύσης της τυποποίησης και των λογικών συσπημάτων (μεταλογι- κή, μεταμαθηματικά). Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών εφαρμόζονται ευρύ- τατα στην κυβερνητική, την υπολογιστική τεχνική κ.ά. Βάσει άλλων αρχών ταξινόμησης, τα συ- στήματα διακρίνονται σε στατικά και σε δυναμικά συστήματα. Τα στατικά συστή- 137
Σύστημα ματα χαρακτηρίζονται από το ότι η κατά- σταση τους παραμένει σταθερή με την πάροδο του χρόνου (π.χ., το αέριο οε πε- ριορισμένο όγκο βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας). Το δυναμικό σύστημα αλλά- ζει την κατάσταση του στο χρόνο (π.χ., ο ζωντανός οργανισμός). Αν η γνώση των τιμών των μεταβλητών του συστήματος σε δεδομένη χρονική στιγμή επιτρέπει τον προσδιορισμό της κατάστασης του συστήματος σε οποιαδήποτε προηγού- μενη ή οποιαδήποτε επόμενη χρονική στιγμή, τότε ένα τέτοιο σύστημα είναι μονοσήμαντα αιτιοκρατημένο. Για τα στοχαστικά συστήματα η γνώση των τι- μών των μεταβλητών σε δεδομένη χρονι- κή στιγμή επιτρέπει μόνο να προβλεφθεί η πιθανότητα κατανομής των τιμών αυ- τών των μεταβλητών στις επόμενες χρο- νικές στιγμές. Ως προς το χαρακτήρα των αμοιβαίων σχέσεων συστήματος και περιβάλλοντος τα συστήματα διαιρούνται σε κλειστά - απομονωμένα (σ' αυτά δεν προστίθεται ούτε εκλύεται υλικό, συμ- βαίνει μόνο ανταλλαγή ενέργειας) και α- νοικτά - μη απομονωμένα (διαρκώς συμ- βαίνει είσοδος και έξοδος όχι μόνο ενέρ- γειας, αλλά και υλικού). Σύμφωνα με το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, κά- θε κλειστό σύσπιμα σε τελευταία ανάλυ- ση φτάνει σε κατάσταση ισορροπίας, κα- τά την οποία παραμένουν αμετάβλητα όλα τα μακροσκοπικά μεγέθη του συστή- ματος και παύουν όλες οι μακροσκοπικές διαδικασίες (κατάσταση μέγιστης εντρο- πίας και ελάχιστης ελεύθερης ενέρ- γειας). Η στατική κατάσταση ανοιχτού συσπίματος είναι κινητή ισορροπία, κατά την οποία όλα τα μακροσκοπικά μεγέθη παραμένουν αμετάβλητα, ενώ συνεχί- ζουν αδιάκοπα οι μακροσκοπικές διαδι- κασίες εισόδου και εξόδου του υλικού. Στη διαδικασία ανάπτυξης των συστημι- κών ερευνών στον 20ό αι. ορίστηκαν α- κριβέστερα τα προβλήματα και οι λει- τουργίες διαφόρων μορφών θεωρητικής ανάλυσης του όλου πλέγματος των συ- στημικών προβλημάτων. Βασικό πρόβλη- μα των εξειδικευμένων θεωριών συστη- μάτων είναι η κατασκευή συγκεκριμένης - επιστημονικής γνώσης για διάφορους τύπους και διάφορες πλευρές των συ- στημάτων, ενώ τα κεφαλαιώδη προβλή- ματα της γενικής θεωρίας συστημάτων επικεντρώνονται στις λογικές - μεθοδο- λογικές αρχές ανάλυσης των συστημά- των και της κατασκευής μεταθεωρίας των συστημικών ερευνών. • Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Απαντα, τ. 20 τ. 26, μέρ. 2 τ. 46, μέρ. 1" Λένιν Β. Ι., Άπα- ντα, τ. 18, τ. 29' Ράποπορτ Α., Διάφορες προ- σεγγίσεις της γενικής Θεωρίας συστημάτων, μετφ. από τα πόλων., στο βιβ.: Συστημικές έ- ρευνες. Επετηρίδα 1969, Μ., 1969· Γκβιστάνι Ντ. Μ., Οργάνίύση και διεύθυνση. Μ., 1972 Ογκουρτσόφ Α. Π., Στάδια ερμηνείας της συ- στημικότητας της γνώσης, στο βιβ., Συστημι- κές έρευνες. Επετηρίδα 1974, Μ., 1974· Σα- ντόφσκι Β. Ν., Βάσεις της γενικής Θεωρίας συστημάτων. Μ., 1974 Ζαχάροφ Β. Ν., Πο- σπέλοφ Ντ. Α., Χαζάτσκι Β. Ε., Συστήματα διεύθυνσης, Μ., 1977· Ουέμοφ Α. Ι., Συστημι- κή προσέγγιση και γενική Θεωρία συστημά- των. Μ., 1978* Μεσάροβις Μ., Τακαχάρα Γ Γενική Θεωρία συστημάτων: μαΘηματικές βά- σεις, μετφ. απ' τ* αγγλ., Μ., 1978· Αφανά- σιεφ Β. Γκ., Συστημικότητα και κοινωνία. Μ., 1980 Κουζμίν Β. Π., Η αρχή της συστημικό- τητας στη Θεωρία και τη μεΘοδολογία του Κ. Μαρξ, Μ., 1980' Modern Systems research for the behavioral sueutist. Α sourcebook, ed. by W. Buckley, Chi., 1968· Bertalauffy L. v., General System theory. Foundations, develo- pment, applecations, N.V., 1969* Zadeh L. Α., Polak E. System theory, N.Y., 1969. Treuds in general Systems theory, ed by G. J. Klir.. N.Y., 1972· Laszio E., Introduction to Systems philosophy, N.Y., 1972' Sutherland J. W.. Sy- stems: analysis, administration and architec- ture, N.V., 1975 Mattessich R., Instrumental reasoning and Systems methodology, Dor- drecht - Boston, 1978* βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Συστηματική προσέγγιση. θεώρηση Γ. Παπαγούνου 138
«Σύστημα υπερβατικού ιδεαλισμού» Σύστημα κοινωνικό. Ενιαίο σύνολο με σύνθετη οργάνωση και τάξη, το οποίο πε- ριλαμβάνει ξεχωριστά άτομα και κοινωνι- κές κοινότητες, που συνδέονται με ποι- κιλόμορφους δεσμούς και αμοιβαίες σχέσεις, ειδικά κοινωνικές ως προς τη φύση τους. Τα κοινωνικά συστήματα εί- ναι: ομάδες ανθρώπων που βρίσκονται σε άμεση επαφή για αρκετά μακρόχρονο διάστημα* οργανώσεις με σαφώς διαμορ- φωμένη κοινωνική δομή· εθνικές κοινό- τητες· κράτη ή ομάδες κρατών με αμοι- βαία σύνδεση κ.λπ.· ορισμένα δομικά υ- ποσυστήματα της κοινωνίας: π.χ., οικονο- μικά, πολιτικά ή νομικά συστήματα της κοινωνίας, η επισπ^μη κ.λπ. Κοινωνικό σύσπιμα μπορεί να αποτελεί και ένα ξε- χωριστό άτομο, αν αυτό εξετάζεται από την άποψη των χαρακτηριστικών που δια- μορφώνονται και εμφανίζονται στις διαδι- κασίες της κοινωνικής αλληλόδρασης. Κάθε κοινωνικό σύσπιμα καθορίζει, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, τις ενέργειες των ατόμων και των ομάδων που το αποτε- λούν, και σε ορισμένες καταστάσεις εμ- φανίζεται, ως προς τη σχέση του με το περιβάλλον, ως ένα ενιαίο σύνολο. Μολονότι το ίδιο το γεγονός της συστη- μικής οργάνωσης της κοινωνικής ζωής, σε τούτες ή εκείνες τις μορφές, είχε γί- νει κατανοητό από την Αρχαιότητα ακό- μη, ωστόσο, μέχρι την εμφάνιση του μαρ- ξισμού, η φύση των σχέσεων που συ- γκροτούν το κοινωνικό σύσπιμα ερμη- νευόταν είτε ιδεαλιστικά, π.χ., ως αποτέλεσμα συμφωνίας των ανθρώπων (θεωρίες του «κοινωνικού συμβολαίου»), είτε νατουραλιστικά, ως συνέχιση και διεύρυνση των βιολογικών δεσμών ανά- μεσα στους οργανισμούς. Έτσι, στο Φόυερμπαχ, όπως έλεγε ο Κ. ΝΛαρξ, η ανθρώπινη ουσία «εξετάζεται... μόνο ως "γένος" ως εσωτερική, βουβή καθολι- κότητα, που συνδέει ένα σύνολο ατόμων μόνο με φυσικούς δεσμούς» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 3 σελ. 3). Από τη σκοπιά της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, η εμφάνιση, λειτουργία, α- νάπτυξη και αλλαγή του κοινωνικού συ- στήματος εξετάζεται ως φυσική - ιστορι- κή διαδικασία. Αφετηριακοί δεσμοί του κοινωνικού συστήματος είναι οι σχέσεις παραγωγής· στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης διαμορφώνονται και άλλα είδη κοινωνικών σχέσεων (πολιτικές, ιδεολο- γικές κ.λπ.), πράγμα που αυξάνει τον α- ριθμό και πλουτίζει το περιεχόμενο των κοινωνικών δεσμών ανάμεσα στους αν- θρώπους και αποτελεί τη βάση για τη δια- μόρφωση νέων τύπων κοινωνικών σχέσε- ων. Στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης, με την εντατικοποίηση των εμπορικών, οικο- νομικών, πολιτικών και πολιτιστικών σχέ- σεων και εξαρτήσεων ανάμεσα σε ξεχω- ριστές χώρες και περιφέρειες, συντελεί- ται μία μακρά και αντιφατική διαδικασία διαμόρφωσης του παγκόσμιου κοινωνι- κού συστήματος. Το σημερινό στάδιο αυ- τής της διαδικασίας -η εποχή το^' περά- σματος της ανθρωπότητας από τον καπι- ταλισμό στον κομμουνισμό- χαρακτηρί- ζεται από έναν αγώνα ανάμεσα στα δύο αντίθετα κοινωνικά συστήματα: του σο- σιαλισμού και του καπιταλισμού, που διε- ξάγεται σε συνθήκες ειρηνικής συνύ- παρξης τους. Θεώρηση Β. Φίλια Σύστημα κοινωνικοοικονομικό, βλ. Κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός. «Σύστημα υπερβατικού ιδεαλισμού» («System des transzendentalen Ideali- smus», Tüb., 1800). Το κυριότερο έργο του Σέλλινγκ της περιόδου του υπερβα- τικού ή αισθητικού ιδεαλισμού. Αποτελεί- ται από την εισαγωγή και έξι κύρια μέρη, στα οποία εκτίθενται η έννοια και οι αρ- χές του υπερβατικού ιδεαλισμού, το σύ- στημα της θεωρητικής φιλοσοφίας (η ι- 139
Συστήματα ελέγχου στορία της αυτοσυνείδησης από την «αρ- χική αίσθηση» ώς τη «γόνιμη θέαση» και ύστερα τον αναστοχασμό), της πρακτι- κής φιλοσοφίας (ο αυτοπροσδιορισμός του «Εγώ» σπιν πράξη της βούλησης, η θεωρία για την ηθική και τη νομική παγκό- σμια τάξη, η ιστορία ως ταυτότητα ελευ- θερίας και αναγκαιότητας), οι αρχές της τελεολογίας στη φύση και η φιλοσοφία της τέχνης ως τελικό τμήμα της φιλοσο- φίας (η τέχνη ως «καθολικό μέσο» της φιλοσοφίας, που παρουσιάζει την πραγ- ματική διευθέτηση των αντινομιών της και την πραγμάτωση του ιδανικού). Παρό- λο που η δομή του «Συστήματος υπερβα- τικού ιδεαλισμού», όπως και ο τρόπος διαχωρισμού των βασικών κατηγοριών, ε- ξαρτάται από την «Επιστημολογία» του Φίχτε, ωστόσο, ο Σέλλινγκ απομακρύνε- ται πολύ από το Φίχτε και προσεγγίζει το Σπινόζα: η φιλοσοφία κάθε άλλο παρά α- νάγεται στη «θεωρία για την επιστήμη», το «Εγώ» ως αυτοσυνείδηση αποτελεί την ανώτατη μορφή έκφρασης του «Εγώ» ως φύσης. Η φιλοσοφία της φύ- σης στο «Σύστημα υπερβατικού ιδεαλι- σμού» παύει να αποτελεί μέρος της «θε- ωρίας για την επιστήμη», όπως στο Φί- χτε, και παρουσιάζεται ως μία από τις δύο «πρώτες επιστήμες της φιλοσο- φίας», παράλληλα με την «υπερβατική φιλοσοφία», που μελετά και αντικειμενο- ποιεί την ανάπτυξη του «Εγώ» και που συσπιματική της παράθεση αποτελεί το «Σύστημα υπερβατικού ιδεαλισμού». • Βλ- λήμμα Σέλλινγκ. Θεώρηοη Β. Α. Κύρκου Συστήματα ελέγχου, βλ. Διεύθυνση. Συστημική ανάλυση. 1) Με τη στενή έννοια είναι το σύνολο των μεθοδολογι- κών μέσων, που χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία και θεμελίωση λύσεων σε σύνθετα προβλήματα πολιτικού, πολεμι- κού, κοινωνικού, οικονομικού, επιστημο- νικού και τεχνικού χαρακτήρα. 2) Με την ευρεία έννοια ο όρος «συστημική ανάλυ- ση» χρησιμοποιείται ορισμένες φορές ως συνώνυμο της συστημικής προσέγγι- σης* Βάση της συστημικής ανάλυσης θεωρεί- ται η γενική θεωρία συστημάτων και η συ- στημική προσέγγιση. Η συστημική ανάλυ- ση, ωστόσο, δανείζεται απ* αυτές μόνο τις πιο γενικές αρχικές αντιλήψεις και προϋποθέσεις. Το μεθοδολογικό της ε- πίπεδο είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστο: από τη μια, η συστημική ανάλυση διαθέτει λε- πτομερείς μεθόδους και διαδικασίες, που έχει αντλήσει από τις σύγχρονες ε- πιστήμες και έχει δημιουργήσει ειδικά γΓ αυτήν, πράγμα που την τοποθετεί στη σειρά με τις άλλες εφαρμοσμένες κα- τευθύνσεις της σύγχρονης μεθοδολο- γίας και, από την άλλη, στα πλαίσκι της συστημικής ανάλυσης εφαρμόζονται μη αυστηρές, βασισμένες στη διαίσθηση ποιοτικές κρίσεις, εκτιμήσεις και μέθο- δοι, γΓ αυτό, όμως, σε κάθε περίπτωση θεμελιώνεται ειδικά η αναγκαιότητα χρη- σιμοποίησης τους. Στη συστημική ανάλυ- ση συνυφαίνονται στενά στοιχεία της ε- πιστήμης και της πρακτικής. Οι σπουδαιότερες αρχές της συστημικής ανάλυσης ανάγονται στα εξής: η διαδικα- σία λήψης απόφασης πρέπει ν' αρχίζει από την αποκάλυψη και ακριβή διατύπω- ση των τελικών σκοπών. Είναι ανάγκη να εξετάζεται όλο το πρόβλημα συνολικά ως ενιαίο σύστημα και να αποκαλύπτο- νται όλα τα επακόλουθα και διασυνδέ- σεις κάθε μερικής λύσης. Βναι αναγκαία η αποκάλυψη και ανάλυση των δυνατών εναλλακτικών τρόπων επίτευξης του σκοπού. Οι σκοποί ξεχωριστών υποδιαι- ρέσεων δεν πρέπει να έρχονται σε σύ- γκρουση με τους σκοπούς όλου του προ- γράμματος. 140
Συστημική προσέγγιση Κεντρική διαδικασία στη συστημική ανά- λυση είναι η κατασκευή γενικευμένου μοντέλου (ή μοντέλων), το οποίο απεικο- νίζει όλους τους παράγοντες και διασυν- δέσεις της πραγματικής κατάστασης, οι οποίες μπορούν να εκδηλωθούν στη δια- δικασία εκπλήρωσης της απόφασης. Το μοντέλο που προκύπτει μελετάται με σκοπό την αποκάλυψη της εγγύτητας του αποτελέσματος ε(ραρμογής της συ- γκεκριμένης εναλλακτικής παραλλαγής ενεργειών με το επιθυμητό, σχετικά με την κατανάλωση των πόρων σε κάθε πα- ραλλαγή, με το βαθμό ευαισθησίας του μοντέλου στις διάφορες ανεπιθύμητες εξωτερικές επιδράσεις. Η συσπιμική α- νάλυση βασίζεται σε μκι σειρά εφαρμο- σμένων μαθηματικών κλάδων και μεθό- δων, που χρησιμοποιούνται ευρύτατα στη σύγχρονη δραστηριότητα της διεύθυν- σης. Τεχνική βάση της συστημικής ανά- λυσης είναι οι υπολογιστικές μηχανές και τα πληροφοριακά συστήματα. • Γκβισιάνι Ντ. Μ., Οργάνωση και διεύθυνση, Μ., 1972 Νικάνοροφ Σ. Π., Συστημική ανάλυ- ση και συστημική προσέγγιοη, στο βιβ.: Συ- στημικές έρευνες. Επετηρίδα 1971, Μ., 1972' Κλίλαντ Ντ., Κινγκ Β., Συστημική ανά- λυση και διεύθυνση ειδικών στόχων, μετφ. απ' τ' αγγλ., Μ., 1974" Σέιν Α. Μπ., Το μεθο- δολογικό επίπεδο της ουστημικής ανάλυσης στη σφαίρα της διεύθυνσης, στο βιβ.. Συστη- μικές έρευνες. Επετηρίδα 1976, Μ., 1977* Νάππελμπαουμ Ε. Λ., /-/ συστημική ανάλυση ως πρόγραμμα επιστημονικών ερευνών - δο- μή και βασικές έννοιες, στο βιβ.: Συστημικές έρευνες. Μεθοδολογικά προβλήματα. Επετη- ρίδα 1979, Μ., 1980· Λάριτσεψ Ο. Ι., Μεθοδο- λογικά προβλήματα πρακτικής εφαρμογής της συστημικής ανάλυσης, στο ίδιο βλ. επί- σης βιβλγ. στα λήμματα: Σύστημα. Συστημική προσέγγιση. Θεώρηση Γ Παπαγούνου ΣΙυστημική προσέγγιση. Κατεύθυνση της μεθοδολογίας της ειδικής επιστημο- νικής γνωστικής διαδικασίας και της κοι- νωνικής πρακτικής, βάση της οποίας α- ποτελεί η μελέτη αντικειμένων ως συ- στημάτων. Η συστημική προσέγγιση συμβάλλει στην επαρκή τοποθέτηση προβλημάτων στις συγκεκριμένες επι- στήμες και την επεξεργασία αποτελε- σματικής στρατηγικής και της μελέτης τους. Η μεθοδολογική ιδιοτυπία της συ- στημικής προσέγγισης καθορίζεται από το γεγονός ότι προσανατολίζει την έρευ- να στην αποκάλυψη της ακεραιότητας του αντικειμένου και των μηχανισμών του που το στηρίζουν, στην αποκάλυψη των πολύμορφων τύπων συνδέσεων του σύν- θετου αντικειμένου και την αναγωγή τους σε ενιαία θεωρητική εικόνα. Τα προβλήματα της επαρκούς αναπαρα- γωγής στη γνώση των σύνθετων κοινωνι- κών και βιολογικών αντικειμένων τοποθε- τήθηκαν για πρώτη φορά σε επιστημονι- κή μορφή από τον Κ. Μαρξ και τον Κ. Δαρβίνο. Το «Κεφάλαιο» του Μαρξ απο- τελεί κλασικό υπόδειγμα συστημικής έ- ρευνας της κοινωνίας ως όλου και των διαφόρων σφαιρών της κοινωνικής ζωής. Οι αρχές έρευνας που εμπεριέχονται στο έργο αυτό οι οποίες αναφέρονται στο περιορισμένο όλο (ανέλιξη από το α- φηρημένο στο συγκεκριμένο, η ενότητα ανάλυσης και σύνθεσης, ιστορικού και λογικού, η αποκάλυψη στο αντικείμενο διαφόρων ποιοτικών συνδέσεων και της αλληλεπίδρασης τους, η σύνθεση των δομολειτουργικών και γενετικών αντιλή- ψεων για το αντικείμενο κ.λπ.) αποτε- λούν σημαντική συνιστώσα της διαλεκτι- κής - υλιστικής μεθοδολογίας της επι- στημονικής γνωστικής διαδικασίας. Η δη- μιουργία της θεωρίας της βιολογικής εξέλιξης από το Δαρβίνο όχι μόνο εισή- γαγε στις φυσικές επιστήμες την ιδέα της ανάπτυξης, αλλά και επιβεβαίωσε την αντίληψη για την πραγματικότητα της οργανωτικής διαστρωμάτωσης των επι- πέδων οργάνωσης της ζωής, σημαντικής 141
Συστημική προσέγγιση προϋπόθεσης της συστημικής σκέψης σπι βιολογία. Στον 20ό αι. η συστημική προσέγγιση κα- ταλαμβάνει μια από τις κύριες θέσεις στην επιστημονική γνωστική διαδικασία. Προϋπόθεση της διείσδυσης της στην ε- πιστήμη ήταν κυρίως η μετάβαση σε νέο τύπο επιστημονικών προβλημάτων: σε μια ολόκληρη σειρά πεδίων της επιστή- μης κεντρική θέση αρχίζουν να καταλαμ- βάνουν τα προβλήματα οργάνωσης και λειτουργίας σύνθετων αντικειμένων. Η γνωστική διαδικασία αρχίζει να χειρίζεται συστήματα, τα όρια και η σύνθεση των ο- ποίων απέχουν από το να είναι προφανή και απαιτούν ειδική έρευνα σε κάθε ξε- χωριστή περίπτωση. Μετά τα μέσα του 20ού αι. εμφανίζονται ανάλογου τύπου προβλήματα και στην κοινωνική πρακτική. Στην κοινωνική διεύθυνση, στη θέση των τοπικών προβλημάτων και αρχών που επι- κρατούσαν προηγουμένως ηγετικό ρόλο αρχίζουν να διαδραματίζουν τα μεγάλα σύνθετα προβλήματα, τα οποία απαιτούν τη στενή και αμοιβαία σύνδεση των οικο- νομικών, κοινωνικών και άλλων πλευρών της κοινωνικής ζωής (π.χ., τα προβλήμα- τα δημιουργίας των σύγχρονων παραγω- γικών συγκροτημάτων, η ανάπτυξη των πόλεων και τα μέτρα για τη διαφύλαξη της φύσης). Η αλλαγή του τύπου των επιστημονικών και πρακτικών προβλημάτων συνοδεύε- ται από την εμφάνιση γενικών και ειδικών επιστημονικών αντιλήψεων, οι οποίες χα- ρακτηρίζονται από τη χρήση, με τη μία ή την άλλη μορφή, θεμελιωδών εννοιών της συστημικής προσέγγισης. Παράλλη- λα, με την εξάπλωση των αρχών της συ- στημικής προσέγγισης σε νέες σφαίρες της επιστημονικής γνώσης και πρακτι- κής, από τα μέσα του 20ού αι. αρχίζει συ- στηματική επεξεργασία αυτών των αρ- χών σε μεθοδολογικό επίπεδο. Οι προκα- ταρκτικές μεθοδολογικές έρευνες ομα- δοποιήθηκαν γύρω από τα προβλήματα κατασκευής γενικής θεωρίας συστημά- των. Ωστόσο, η ανάπτυξη των ερευνών σπιν κατεύθυνση αυτή έδειξε ότι το σύ- νολο των προβλημάτων της μεθοδολο- γίας της συσπιμικής προσέγγισης ουσια- στικά υπερβαίνει τα πλαίσια των προβλη- μάτων της γενικής θεωρίας συστημάτων. Πα την υποδήλωση αυτής της ευρύτε- ρης σφαίρας μεθοδολογικών προβλημά- των εφαρμόζεται ο όρος «συστημική προσέγγιση» ο οποίος από τη δεκαετία του 1970 μπήκε στο επιστημονικό λεξι- λόγιο. Η συστημική προσέγγιση δεν υπάρχει με τη μορφή αυστηρής μεθοδολογικής αντί- ληψης, εκτελεί τον ευρετικό της ρόλο, παραμένοντος όχι πολύ αυστηρά συνδε- δεμένη στο σύνολο των γνωστικών αρ- χών, το βασικό νόημα των οποίων συνί- σταται στον προσανατολισμό που αντι- στοιχεί στις συγκεκριμένες έρευνες. Αυτός ο προσανατολισμός πραγματο- ποιείται διττά. Πρώτον, οι περιεκτικές αρχές της συστημικής προσέγγισης επι- τρέπουν να προσδιοριστεί η ανεπάρκεια των παλαιών, παραδοσιακών αντικειμέ- νων μελέτης για τη διατύπωση και λύση νέων προβλημάτων. Δεύτερον, οι έν- νοιες και αρχές της συστημικής προσέγ- γισης συμβάλλουν ουσιαστικά στο να κα- τασκευασθούν νέα αντικείμενα μελέτης, με τον προσδιορισμό δομικών και τυπο- λογικών χαρακτηριστικών των αντικειμέ- νων αυτών. Έτσι συμβάλλουν στη δια- μόρφωση κατασκευαστικών ερευνητικών προγραμμάτων. Η σημασία των κριτικών λειτουργιών των νέων αρχών της γνωστικής διαδικασίας καταδείχτηκε με πειστικότητα από το Μαρξ, το «Κεφάλαιο» του οποίου δε φέ- ρει τυχαία τον υπότιτλο <<Κριτική της πο- λιτικής οικονομίας». Ακριβώς η συνεπής αυτή κριτική των αρχών της κλασικής πο- λιτικής οικονομίας επέτρεψε να αποκα- λυφθεί η στενότητα, η ανεπάρκεια της αρχικής, της συνεκτικής και εννοιακής 142
Συστημική προσέγγιση της βάσης, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την κατασκευή νέου αντικειμένου αυτής της επιστήμης, που να αντιστοιχεί προς τα προβλήματα της μελέτης της ακέ- ραιος λειτουργίας και ανάπτυξης της κα- πιταλιστικής οικονομίας. Η λύση ανάλο- γων προβλημάτων εμφανίζεται ως σημα- ντική πρωταρχική προϋπόθεση κατά τη διαμόρφωση των σύγχρονων συστημικών αντιλήψεων. Συνθήκη της επεξεργασίας αποτελεσματικών μέτρων για την προ- στασία του περιβάλλοντος αποτέλεσε η απόλυτα συνεπής κριτική της προηγού- μενης προσέγγισης στην ανάπτυξη της παραγωγής, η οποία αγνοούσε τη συστη- μική σύνδεση της κοινωνίας και της φύ- σης. Η επιβεβαίωση των συστημικών αρ- χών στη σύγχρονη βιολογία συνοδεύτηκε από την κριτική ανάλυση της μονομέ- ρειας της στενής εξελικτικής προσέγγι- σης της ζωντανής φύσης, η οποία δεν ε- πέτρεπε τον καθορισμό του σημαντικού ανεξάρτητου ρόλου των παραγόντων της βιολογικής οργάνωσης. ' Ετσι. αυτή η λει- τουργία της συστημικής προσέγγισης έ- χει κατασκευαστικό χαρακτήρα και συν- δέεται πρώτ' απ' όλα με την αποκάλυψη της μη - πληρότητας των υπαρχόντων α- ντικειμένων, την αναντιστοιχία τους στα νέα επιστημονικά προβλήματα, καθώς και την αποσαφήνιση της ανεπάρκειας για το συγκεκριμένο πεδίο της επιστή- μης και της πρακτικής, εφαρμογής επε- ξηγηματικών αρχών και τρόπων κατα- σκευής της γνώσης. Η αποτελεσματική διενέργεια αυτής της εργασίας προϋπο- θέτει τη συνεπή εφαρμογή της αρχής της διαδοχικότητας στην ανάπτυξη των συστημάτων γνώσης. Ο θετικός ρόλος της συστημικής προ- σέγγισης μπορεί να αναχθεί στα εξής βα- σικά στάδια: Πρώτον, οι έννοιες και αρ- χές της συστημικής προσέγγισης αποσα- φηνίζουν την ευρύτερη γνωστική πραγ- ματικότητα σε σύγκριση με εκείνη, η οποία καθορίσπικε στην προγενέστερη γνώση (π.χ., η έννοια της βιόσφαιρας στις αντιλήψεις του Β. Ι. Βερνάντσκι, η έννοια της βιογεωκοινότητας στη σύγ- χρονη οικολογία, η καλύτερη προσέγγιση στην οικονομική διεύθυνση και το σχε- διασμό). Δεύτερον, η συστημική προσέγγιση, σε σύγκριση με τα προγενέστερα σχήματα εξήγησης έχει ένα νέο σχήμα, βάση του οποίου αποτελεί η αναζήτηση συγκεκρι- μένων μηχανισμών ακεραιότητας του α- ντικειμένου και η αποκάλυψη αρκετά πλήρους τυπολογίας των συνδέσεων του. Η εφαρμογή αυτής της λειτουργίας συνοδεύεται συνήθως από πολλές δυ- σχέρειες: για την πραγματικά αποτελε- σματική έρευνα δεν αρκεί να καθοριστεί η ύπαρξη στο αντικείμενο των συνδέσε- ων διαφόρου τύπου, αλλά είναι αναγκαίο ακόμη να παρασταθεί αυτή η πολυμορφία με λειτουργική μορφή, δηλαδή να απει- κονισθούν οι διάφορες συνδέσεις ως λο- γικά ομογενείς, που επιτρέπουν άμεση σύγκριση και παραβολή. Τρίτον, από τη σημαντική για τη συστημι- κή ανάλυση θέση για την πολυμορφία των τύπων συνδέσεων του αντικειμένου έπεται ότι το σύνθετο αντικείμενο επι- τρέπει όχι έναν, αλλά πολλούς διαμελι- σμούς. Γι* αυτό, ως κριτήριο θεμελιωμέ- νης επιλογής του επαρκέστερου διαμε- λισμού του εξεταζόμενου αντικειμένου μπορεί να χρησιμεύσει το κατά πόσο επι- τυγχάνεται να κατασκευαστεί ως αποτέ- λεσμα η «μονάδα» ανάλυσης (τέτοιας, π.χ., όπως το εμπόρευμα στην οικονομι- κή θεωρία του Μαρξ ή η βιογεωκοινότητα στην οικολογία), που να επιτρέπει να κα- θοριστούν οι ακέραιες ιδιότητες του α- ντικειμένου, η δομή και η δυναμική του. Η ευρύτητα των αρχών και των βασικών εννοιών της συστημικής προσέγγισης τη φέρει σε στενή σύνδεση με τις μεθοδο- λογικές κατευθύνσεις της σύγχρονης ε- πιστήμης. Ως προς τις γνωστικές της κα- τευθύνσεις, η συστημική προσέγγιση έ- 143
Σφαίρα χει ιδιαίτερα πολλά κοινά με το στρου- κτουραλισμό και τη δομολειτουργική ανάλυση, με τις οποίες τη συνδέουν όχι μόνο ο χειρισμός των εννοιών της δομής και της λειτουργίας, αλλά και η έμφαση στη μελέτη συνδέσεων διαφόρων τύπων του αντικειμένου. Παράλληλα, οι αρχές της συστημικής προσέγγισης έχουν ευ- ρύτερο και πιο ελαστικό περιεχόμενο, δεν υπέστησαν πολλή αυστηρή εννοιο- λογική επεξεργασία και απολυτοποίηση, όπως έγινε με ορισμένες τάσεις στην α- νάπτυξη των κατευθύνσεων που προγε- νέστερα προβλήθηκαν. Χωρίς να λύνει άμεσα βασικά προβλήμα- τα, η συστημική προσέγγιση αντιμετωπί- ζει την ανάγκη φιλοσοφικής ερμηνείας των θέσεων της. Η ίδια η ιστορία της γέ- νεσης της συστημικής ανάλυσης δείχνει πειστικά ότι είναι αδιάσπαστα συνδεδε- μένη με τις θεμελιώδεις ιδέες της υλι- στικής διαλεκτικής, καιπρώτ* απ* όλα με τη φιλοσοφική αρχή της συστημικότητας, η οποία υπήρξε αντικείμενο ουσιαστικής επεξεργασίας στα έργα των κλασικών του μαρξισμού - λενινισμού. Ακριβώς ο διαλεκτικός υλισμός δίνει την πιο επαρκή φιλοσοφική και κοσμοθεωρητική ερμη- νεία της συστημικής προσέγγισης: μεθο- δολογικά γονιμοποιώντας την, εμπλουτί- ζει παράλληλα το περιεχόμενο" γι* αυτό, όμως, ανάμεσα στη διαλεκτική και τη συ- στημική προσέγγιση διατηρούνται σταθε- ρά οι σχέσεις υπαλληλίας, αφού παριστά- νουν διάφορα επίπεδα μεθοδολογίας· η συστημική προσέγγιση εμφανίζεται ως συγκεκριμενοποίηση των αρχών της δια- λεκτικής αναφορικά με την έρευνα, την προβολή και κατασκευή αντικειμένων ως συστημάτων. • Προβλήματα μεθοδολογίας της συστημι- κής έρευνας, Μ,, 1970· Μπλάουμπεργκ Ι. Β., Πούντιν Ε. Γκ.. Γένεση και ουσία της συστημι- κής προσέγγισης, Μ., 1973" Πούντιν Ε. Γκ., Η ουστημική προοεγγιοη και η αρχή της δρα- στηριότητας, Μ., 1978· Ουέμοφ Α. Ι., Συστη- μική προσέγγιση και γενική Θεωρία συστημά- των, Μ., 1978 Μπλάουμπεργκ Ι. Β., Σαντό- φσκι Β. Ν., Πούντιν Ε. Γκ., Ηφιλοσοφική αρχή της συστημικότητας και η συστημική προσέγ- γιση, «Βαπρόα φιλοσόφιι», 1978, τεύχος 8 Κουζμίν Β. Π., Η συστημική προσέγγιση στη σύγχρονη επιστημονική γνωστική διαδικασία, στο ίδιο, 1980, τεύχος 1' του ίδιου. Η αρχή της συστημικότητας στη μεθοδολογία του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, στο ίδιο, τεύχος 2 General Systems theory, ν. 1 - 22, Ν.Υ 1956 - 77 Churchman C. W., The Sy- stems approach, N.V., [1968]· Trends In ge- neral Systems theory, N.Y., 1972 βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Σύστημα. ^ Ι. Β. Μπλάουμπεργκ, Ε. Γκ. Πούντιν Θεώρηση Γ Παπαγούνου Σφαίρα, βλ. Αρμονία των σφαιρών. Σφυγμομέτρηση στην κοινωνική έ- ρευνα, βλ. Μέτρηση στην κοινωνική έ- ρευνα. Σχεδιασμός κοινωνικός, βλ. Κοινωνι- κός σχεδιασμός. Σχέσεις παραγωγής. Το σύνολο των υ- λικών οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους στην πορεία της κοι- νωνικής παραγωγής και της διακίνησης του κοινωνικού προϊόντος από την παρα- γωγή ώς την κατανάλωση. Οι σχέσεις πα- ραγωγής αποτελούν απαραίτητη πλευρά της κοινωνικής παραγωγής. «Στη διάρ- κεια της παραγωγής οι άνθρωποι αποκα- θιστούν σχέση όχι μόνο με τη φύση. Δεν μπορούν να παράγουν, αν δεν συνενώνο- νται με κάποιο τρόπο για την από κοινού δράση και για την αμοιβαία ανταλλαγή της δραστηριότητας τους. Για να παρά- γουν οι άνθρωποι δημιουργούν ορισμέ- νους δεσμούς και σχέσεις, και μόνο στα πλαίσια των κοινωνικών αυτών δεσμών και σχέσεων υπάρχει η σχέση τους με τη 144
Σχέσεις παραγωγής φύση, συντελείται η διαδικασία της παρα- γωγής» (Μαρξ Κ., βλ. Μαρξ Κ. και Έν- γκελς Φ., Απαντα, τ. 6, σελ. 441). Στην πορεία της εργασίας διαμορφώνονται οι σχέσεις, που καθορίζονται από τις ανά- γκες της τεχνολογίας και της οργάνω- σης της παραγωγής, π.χ., οι σχέσεις ανά- μεσα στους εργάτες δια(ρόρων ειδικοτή- των, ανάμεσα στους οργανωτές και τους εκτελεστές, που συνδέονται με τον τε- χνολογικό καταμερισμό της εργασίας στους κόλπους της παραγωγικής ομάδας ή σε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτές είναι οι παραγωγικοτεχνικές σχέσεις. Στην πα- ραγωγή όμως, εκτός από τις σχέσεις αυ- τές, ανάμεσα στους ανθρώπους διαμορ- φώνονται και οικονομικές σχέσεις. Οι πα- ραγωγικοοικονομικές σχέσεις ή, όπως συνήθως ονομάζονται, οι σχέσεις παρα- γωγής, διαφέρουν από τις παραγωγικο- τεχνικές κατά το ότι εκφράζουν τις σχέ- σεις των ανθρώπων μέσω των σχέσεων τους προς τα μέσα παραγωγής, δηλαδή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Αν τα μέσα πα- ραγωγής βρίσκονται στα χέρια όλης της κοινωνίας και, έτσι, την οικονομική της βάση αποτελεί η κοινωνική ιδιοκτησία -ό- πως συμβαίνει στο σοσιαλισμό- τότε α- νάμεσα στα μέλη της κοινωνίας διαμορ- φώνονται σχέσεις παραγωγής που βασί- ζονται στη συνεργασία και την αλληλοβο- ήθεια. Αντίθετα, αν τα μέσα παραγωγής βρίσκονται στα χέρια ενός μέρους της κοινωνίας, στα χέρια ατομικών ιδιοκτη- τών, τότε δημιουργούνται σχέσεις εκμε- τάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σχέ- σης κυριαρχίας και υποταγής (δουλεία, σχέσεις δουλοπαροικίας, εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας). Εκτός από τις βασικές, υπάρχουν και οι μεταβατικές σχέσεις παραγωγής, όταν, στα πλαίσια ε- νός και του αυτού συστήματος οικονο- μίας, συνδυάζονται στοιχεία διαφόρων τύπων σχέσεων παραγωγής (π.χ.. κρατι- κού καπιταλισμού σε συνθήκες δικτατο- ρίας του προλεταριάτου). Φ.Λ. 5-10 Οι σχέσεις ιδιοκτησίας διαποτίζουν όλες τις σφαίρες των οικονομικών σχέσεων: της παραγωγής, της ανταλλαγής, της κα- τανομής και της κατανάλωσης των υλι- κών αγαθών, και καθορίζουν την κατανο- μή των μέσων παραγωγής και την κατα- νομή των ανθρώπων στη δομή της κοινω- νικής παραγωγής (την ταξική δομή της κοινωνίας). ' Αμεσα στην πορεία της πα- ραγωγής, οι διάφορες σχέσεις ιδιοκτη- σίας βρίσκουν την έκφραση τους στον τρόπο σύνδεσης του παραγωγού με τα μέσα παραγωγής. ' Ετσι, στην κεφαλαιο- κρατική κοινωνία ο εργάτης μπορεί να συνδεθεί με τα μέσα παραγωγής μόνο πουλώντας την εργατική του δύναμη στον κεφαλαιούχο. Στη σοσιαλιστική κοι- νωνία τα μέσα παραγωγής ανήκουν στους ίδιους τους εργαζόμενους, που εκπρόσωπος τους είναι το σοσιαλιστικό κράτος. Και αυτό καθορίζει το χαρακτή- ρα των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώ- πους στην πορεία της παραγωγής και τις μορφές κατανομής των υλικών αγαθών. Οι σχέσεις παραγωγής προσδίδουν σε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα και σπιν κοι- νωνία στο σύνολο της μια ιστορικά καθο- ρισμένη ποιότητα. Το ίδιο το ξεχώρισμα (από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων) των σχέσεων παραγωγής, ως αντικειμε- νικών, υλικών και ανεξάρτητων από τη συνείδηση των ανθρώπων σχέσεων, απο- τελεί το κεντρικό σημείο κατά την επε- ξεργασία της υλιστικής αντίληψης της ι- στορίας. Ο Β. Ι. Λένιν τόνιζε ότι στην «Α- γία οικογένεια» (1845) «... ο Μαρξ προ- σεγγίζει στη βασική ιδέα όλου του "συστήματος" του.... στην ιδέα ακριβώς των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής» (Άπαντα, τ. 29, σελ. 16). Στη «Γερμανι- κή ιδεολογία^ (1845 - 46) οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς ξεχωρίζουν δύο πλευρές της παραγωγής: τις παραγωγικός δυνά- μεις και τις εξαρτημένες απ* αυτές κοι- νωνικές σχέσεις των ανθρώπων στην πα- ραγωγή, που ορίζονται στο έργο αυτό ως 145
Σχέσεις παραγωγής «μορφές επικοινωνίας». Τον ίδιο τον όρο «σχέσεις παραγωγής» τον επεξεργάστη- καν αργότερα ο Μαρξ και ο Ένγκελς («Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμμα- τος», 1848, κ.α.). Ο ξεχωρισμός των οι- κονομικών σχέσεων παραγωγής από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων αποτέ- λεσε τη βάση του επιστημονικού τρόπου ανάλυσης της ιστορικής δκιδικασίας. Οι σχέσεις παραγωγής δίνουν το αντικειμε- νικό κριτήριο για την οριοθέτηση της μιας βαθμίδας της κοινωνικής εξέλιξης από την άλλη, για το διαχωρισμό εκείνου του κοινού στοιχείου, το οποίο επανα- λαμβάνεται στην ιστορία των διαφόρων χωρών και λαών, που βρίσκονται στην ίδια βαθμίδα κοινωνικής εξέλιξης, δηλαδή για το διαχωρισμό των συγκεκριμένων ιστο- ρικών τύπων της κοινωνίας - των κοινωνι- κοοικονομικών σχηματισμών, και έτσι δια- νοίγουν το δρόμο για τη γνώση των νό- μων εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας. Η αγνόηση των σχέσεων παραγωγής, στα πλαίσια των οποίων πραγματοποιείται η εργασία, έχει ως συνέπεια η κάθε εργα- σιακή διαδικασία να ανάγεται σε ορισμέ- να γενικά στοιχεία, με αποτέλεσμα οι ι- στορικές εποχές να διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς το επίπεδο του τεχνι- κού εξοπλισμού της εργασίας και να απα- λείφονται οι ριζικές οικονομικές διαφο- ρές ανάμεσα στους διάφορους κοινωνι- κούς σχηματισμούς. Και σ' αυτό ακριβώς βρίσκεται η ουσία της μεθοδολογίας της λεγόμενης τεχνολογικής αιτιοκρατίας, που βρήκε την έκφραση της στις αστικές θεωρίες της «μεταβιομηχανικής κοινω- νίας», της «βιομηχανικής κοινωνίας» κ.ά., οι οποίες αξιολογούν τις διάφορες κοινωνίες μόνο από την άποψη του επι- πέδου της τεχνικής τους ανάπτυξης. Από την άλλη μεριά, η αγνόηση της ε- ξάρτησης των σχέσεων παραγωγής από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στον ιδεαλισμό στη θε- ωρία, και στη βουλησιαρχία και την αυθαι- ρεσία στην πολιτική. Οι σχέσεις παραγωγής αποτελούν την κοινωνική μορφή των παραγωγικών δυνά- μεων. Και οι δύο μαζί αποτελούν τις δύο πλευρές του κάθε τρόπου παραγωγής* και συνδέονται μεταξύ τους με το νόμο της αντιστοιχίας των σχέσεων παραγω- γής στο χαρακτήρα και το επίπεδο ανά- πτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η διαλεκτική των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής αποκαλύ- πτει τις αιτίες αυτοκίνησης της παραγω- γής και, συνεπώς, και την ουσία ολόκλη- ρης της ιστορικής διαδικασίας. Οι σχέσεις παραγωγής, ως μορφή ανά- πτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και ως πρωτογενείς υλικές κοινωνικές σχέ- σεις, αποτελούν τη βάση σε σχέση με την ιδεολογία, τις ιδεολογικές σχέσεις και τους θεσμούς, δηλαδή το κοινωνικό εποικοδόμημα (βλ. Βάση και εποικοδόμη- μα). Στο σύνολο των κοινωνικών τους λειτουργιών -και ως μορφή των παραγω- γικών δυνάμεων, και ως βάση της κοινω- νίας- οι σχέσεις παραγωγής συγκροτούν την οικονομική δομή του κοινωνικού σχη- ματισμού. Οι σχέσεις παραγωγής του κομμουνιστι- κού κοινωνικού σχηματισμού διαφέρουν ριζικά από τις σχέσεις παραγωγής όλων των ανταγωνιστικών σχηματισμών κατά το ότι σ* αυτόν κυριαρχεί η κοινωνική ι- διοκτησία των μέσων παραγωγής και α- πουσιάζουν η εκμετάλλευση και οι κοινω- νικοί ανταγωνισμοί. Αποτελούν επίσης, οι σχέσεις αυτές, τη βάση της ιδεολογικής και πολιτικής ενότητας όλης της κοινω- νίας. Οι σχέσεις παραγωγής του κομμου- νιστικού σχηματισμού έχουν ιδιόμορφες νομοτέλειες εμφάνισης τους. Δεν δη- μιουργούνται στους κόλπους του προη- γούμενου σχηματισμού, αλλά είναι απο- τέλεσμα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της εγκαθίδρυσης της εξουσίας της 146
Σχέσεις παραγωγής εργατικής τάξης, η οποία χρησιμοποιεί- ται ως μοχλός για το μετασχηματισμό των οικονομικών σχέσεων. Ο χαρακτή- ρας της ανάπτυξης των σχέσεων παρα- γωγής του κομμουνιστικού σχηματισμού διαφέρει επίσης ποιοτικά από την ανά- πτυξη των σχέσεων παραγωγής των προ- ηγούμενων κοινωνιών. Πρώτο, οι αντιθέ- σεις που δημιουργούνται κατά την ανά- πτυξη του σοσιαλιστικού τρόπου παραγω- γής επιλύονται όχι με την εξάλειψη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, αλλά με την ανάπτυξη τους και την ταυτόχρο- νη διατήρηση του ποιοτικού τους προσ- διορισμού ως σχέσεων συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας. Δεύτερο, στην α- νταγωνιστική κοινωνία οι αντιθέσεις ανά- μεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής επιλύονταν προς το συμφέρον μιας κοινωνικής ομάδας (τά- ξης) και σε βάρος μιας άλλης, ενώ στο σοσιαλισμό οι αντιθέσεις επιλύονται προς το συμφέρον όλης της κοινωνίας. Η διαμόρφ(οση των σοσιαλιστικών σχέσε- ων παραγωγής αρχίζει με την αντικατά- σταση της ατομικής ιδιοκτησίας από την κοινωνική μέσω της απαλλοτρίωσης της ατομικής ιδιοκτησίας, που βασίζεται στην ιδιοποίηση ξένης εργασίας, καθώς και της συνεταιριστικοποίησης της ιδιοκτη- σίας των μικροπαραγωγών, που βασίζεται σπιν προσωπική εργασία. Οι σοσιαλιστι- κές σχέσεις παραγωγής χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη δύο μορφών κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής: την κρατική και τη συνεταιριστική. Η κοινωνι- κή ιδιοκτησία καθορίζει τις σχέσεις αμοι- βαίας βοήθειας, συλλογικότητας και συ- ντροφικής συνεργασίας ανθρώπων απαλ- λαγμένων από εκμετάλλευση, καθώς και την κατανομή των αγαθών ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργα- σίας. Ανάπτυξη των σοσιαλιστικών σχέ- σεων παραγωγής σημαίνει συνεχή βελ- τίωση τους και βαθμιαία μετεξέλιξη τους σε κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, στη βάση και στην πορεία της δημιουρ- γίας της υλικοτεχνικής βάσης του κομ- μουνισμού. Σημαντική επίδραση στη δια- δικασία αυτή ασκεί η επιστημονικοτεχνι- κή επανάσταση, η οργανική της σύνδεση με τα πλεονεκτήματα του σοσιαλιστικού συστήματος οικονομίας. Με την ανάπτυ- ξη των παραγωγικών δυνάμεων και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργα- σίας, το κύριο καθήκον στις συνθήκες του αναπτυγμένου σοσιαλισμού συνίστα- ται στη βαθμιαία προσέγγιση και συγχώ- νευση των δύο μορφών σοσιαλιστικής ι- διοκτησίας και τη δημιουργία ενιαίας παλλαϊκής ιδιοκτησίας στα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής, σπην εξάλειψη των ουσιαστικών διαφορών ανάμεσα στην πό- λη και το χωριό, ανάμεσα στην πνευματι- κή και τη χειρωνακτική εργασία, στην ε- ξάλειψη των κοινωνικών διαφορών ανά- μεσα στους εργάτες, τους αγρότες και τους διανοούμενους, στο βαθμιαίο πέρα- σμα από την κατανομή ανάλογα με την εργασία στην κατανομή ανάλογα με τις ανάγκες, στην καθιέρωση πλήρους κοι- νωνικής ισότητας και στην ολόπλευρη α- νάπτυξη του ίδιου του ανθρώπου. • Μαρξ Κ. καιΈνγκελς Φ, Η/ερμανική/δεο- λογία, Άπαντα, τ. 3, μέρ. 1 · των ίδιων, Μανι- φέστο του Κομμουνιστικού κόμματος, στο ί- διο, τ. 4 Μαρξ Κ.. Η αθλιότητα της φιλοσο- φίας, στο ίδιο· του ίδιου, Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, ctto ίδιο, τ. 6 του ίδιου. Εισαγωγή (από τα οικονομικά χειρόγραφα 1857-1858), στο ίδιο, τ. 12· του ίδιου, Κριτική της πολιτι- κής οικονομίας. Πρόλογος, στο ίδιο, τ. 13 του ίδιου, Το Κεφάλαιο, τ. 1. στο ίδιο. τ. 23' ' Ενγκελς Φ., Αντί - Ντύρινγκ, μέρ. 2, 3, στο ί- διο, τ. 20 Λένιν Β. Ι., Τι είναι «οι φίλοι του λα- ού» και πως πολεμούν τους σοσιαλδημοκρά- τες;, Άπαντα, τ. 1 του Ιδιου, Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, στο ίδιο. τ. 3 του ί- διου, Ο ιμπεριαλισμός ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, στο ίδιο, τ. 27 του ίδιου, Τα ά- μεσα καθήκοντα Τ7?ς Σοβιετικής εξουσίας, στο ίδιο, τ 36 του ίδιου. Πα τους ουνεταψι- σμους, στο ίδιο, τ. 45· Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ 147
Σχέση (Ψηφίστηκε στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ), Μ., 1976* Υλικά του 25ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1976' Υλικά του 26ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1981· Οι βάσεις της μαρξιστικής - λενινιστικής φιλοσοφίας, Μ., 1982. Β. Ζ ΚέλΑε, Μ. Γ. Κόβαλζον θεώρηση Νικ. Στέργιου Σχέση. Φιλοσοφική κατηγορία, που χα- ρακτηρίζει την αλληλεξάρτηση των στοι- χείων ορισμένου συστήματος. Ο διαλε- κτικός υλισμός ξεκινά από το γεγονός ότι η σχέση έχει αντικειμενικό και καθο- λικό χαρακτήρα. Στον κόσμο υπάρχουν μόνο πράγματα, οι ιδιότητες και σχέσεις τους, οι οποίες βρίσκονται σε άπειρες συνδέσεις με άλλα πράγματα και ιδιότη- τες. Ο Β. Ι. Λένιν διέκρινε την ορθή θέση του Χέγγελ ότι κάθε συγκεκριμένο αντι- κείμενο συνίσταται από διάφορες σχέ- σεις με όλα τα υπόλοιπα (βλ. Άπαντα, τ. 29, σελ. 124). Η σχέση μπορεί να εμφανι- στεί στο ρόλο της ιδιότητας ή του γνωρί- σματος των πραγμάτων. Το πράγμα, θεω- ρούμενο σε διάφορες σχέσεις, αποκαλύ- πτει διάφορες ιδιότητες. ' Ετσι, οι ιδιότη- τες καθορίξονται από τη σχέση και η τελευταία ενέχει την εκδήλωση ιδιοτή- των. Η σχέση πραγμάτων και φαινομένων με- ταξύ τους είναι άπειρα πολύμορφη: χωρι- κές και χρονικές, αιτιακές, σχέσεις μέ- ρους και όλου, μορφής και περιεχομέ- νου, εξωτερικού και εσωτερικού κ.λπ. Ι- διαίτερο τύπο συνιστούν οι κοινωνικές σχέσεις*. Η κατηγορία της σχέσης συνδέεται στε- νά με την έννοια του νόμου - ως έκφρα- σης των ουσιωδών σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων, των φαινομένων και των ιδιο- τήτων και συνδέσεων τους. Η επιστημο- νική γνωστική διαδικασία αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων, τις νομοτέ- λειες της εμφάνισης και ανάπτυξης τους μέσω της αποκάλυψης των σχέσεων τους με άλλα πράγματα. Χαρακτηρίζο- ντας τα στοιχεία της διαλεκτικής, ο Λένιν έδειξε την αναγκαιότητα της μελέτης της σχέσης: «Όλο το σύνολο των πολύ- μορφων σχέσεων αυτού του πράγματος με άλλα», «οι σχέσεις κάθε πράγματος... δεν είναι μόνο πολυσχιδείς, αλλά καθολι- κές. Κάθε πράγμα (φαινόμενο, δκιδικα- σία...) συνδέεται με κάθε π άπειρη δκιδικασία αποκάλυψης νέων πλευρών, σχέσεων...» (στο ίδιο, σελ. 202, 203). Στη σύγχρονη εποχή, στην οποία η μελέ- τη ευσταθών ή επαναλαμβανόμενων δια- συνδέσεων και σχέσεων μεταξύ διαφό- ρων πραγμάτων, φαινομένων και διαδικα- σιών όλο και περισσότερο κυριαρχεί πά- νω σπιν περιγραφή, την ταξινόμηση και την παραβολή ξεχωριστών ιδιοτήτων, η σημασία της κατηγορίας της σχέσης αυ- ξάνει σημαντικά. • Ουέμοφ Α. Ι., Πράγματα, ιδιότητες και σχέ- σεις, Μ., 1963· Ράιμπεκας Α. Γ, Το πράγμα, η ιδιότητα και η σχέση ως φιλοσοφικές κατηγο- ρίες, Τομσκ, 1977 θεώρηση Γ. Παπαγούνου Σχετική αλήθεια, βλ. Αλήθεια, Σχετικισμός, βλ. Ρελατιβιομός. Σχολαστικισμός. Τύπος θρησκευτικής φιλοσοφίας, που χαρακτηρίζεται από τη θεμελιακή αναγνώριση των πρωτείων της θεολογίας, τη συνένωση δογματικών βά- σεων με την ορθολογική μέθοδο και από το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα προβλή- ματα της τυπικής λογικής. Αναπτύχθηκε και κυριάρχησε στη Δυτική Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα. Q πηγές του σχολαστικισμού ανάγονται σπιν ύστερη αρχαία φιλοσοφία, κυρίως στον Πρόκλο (απάντηση σε όλα τα ερω- τήματα με βάση τα κείμενα του Πλάτωνα, εγκυκλοπαιδικό άθροισμα πολυσχεδούς προβληματικής, συνένωση μυστικιστικών 148
Σχολαστικισμός θέσεων με λογικά συμπεράσματα). Η χρι- στιανική πατερική φιλοσοφία προσεγγίζει το σχολαστικισμό στο σημείο που ολο- κληρώνεται η εργασία για τις δογματικές βάσεις της εκκλησιαστικής διδασκαλίας (Ιωάννης Δαμασκηνός). Ο πρώιμος σχο- λαστικισμός (11ος - 12ος αι.) διαμορφώ- θηκε σε συνθήκες ανόδου του φεουδαρ- χικού πολιτισμού και της παπικής εξου- σίας και βρισκόταν υπό την επίδραση του αυγουστινικού πλατωνισμού (Άνσελμος του Καντέρμπουρι). Για πρώτη φορά εμ- φανίζονται αντίθετες θέσεις στη διαμά- χη για τις καθολικές έννο/ες - ο ρεαλι- ομός (Γκιγιόμ από το Σαμπό) και ο νομι- ναλισμός* (Ροσελίνος), καθώς και η εν- διάμεση θέση, ο κονοεπτουαΜομός* (εννοιοκρατία) (Αβελάρδος). Την περίο- δο αυτή ο σχολαστικισμός συχνά εμφανί- ζεται ως αντιπολιτευτική τάση· όχι μόνο τα δόγματα ορισμένων «αιρετικών», αλλά και η αρχή του σχολαστικού ορθολογι- σμού καθαυτή προκαλεί τις επιθέσεις των οπαδών της καθαρότητας της πίστης (Πέτρος Δαμιανός, Λανφράνκ, Μπερνάρ Κλερβό κ.ά.). Ο ώριμος σχολαστικισμός (12ος - 13ος αι.) αναπτύχθηκε στα με- σαιωνικά πανεπιστήμια. Πανευρωπαϊκό κέντρο του ήταν το Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Ο πλατωνισμός (ο οποίος δοκί- μασε μια θαρραλέα νατουραλιστική ερ- μηνεία στη φιλοσοφία της οχολής της Σαρτρ, που σε πολλά προοιωνιζόταν τις τάσεις της Αναγέννησης) εκτοπίζεται βαθμιαία από τον αριστοτελισμό, η ερμη- νεία του οποίου προκαλεί το διαχωρισμό ανάμεσα στον «αιρετικό» αβερροϊομό*, που αρνιόταν την πραγματικότητα της προσωπικής ψυχής και δίδασκε την ύ- παρξη μιας ενιαίας απρόσωπης πνευμα- τικής ψυχής σε όλα τα όντα (Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ). από τη μια, και την ορθόδο- ξη κατεύθυνση του σχολαστικισμού, που υπέτασσε την οντολογία του Αριστοτέλη στις χριστιανικές αντιλήψεις περί προσω- πικού θεού, προσωπικής ψυχής και του δημιουργημένου (από το θεό) κόσμου (Αλβέρτος ο Μέγας και ιδιαίτερα Θωμάς Ακινάτης), από την άλλη. Ο ύστερος σχο- λαστικισμός (13ος 14ος αι.) δέχθηκε την επίδραση των έντονων ιδεολογικών αντιθέσεων της εποχής του αναπτυγμέ- νου φεουδαρχισμού. Ο Ιίοάννης Ντουνς Σκώτ αντιπαρέθεσε στη νοησιαρχία του συστήματος του Θωμά Ακινάτη τη βου- λησιαρχία του, την άρνηση του ολοκλη- ρωμένου συσπίματος και το ιδιαίτερο εν- διαφέρον για το ατομικό Είναι. Οι εκπρό- σωποι της αντιπολίτευσης αυτής της πε- ριόδου (Οκκαμ και, ως ένα βαθμό, Νικόλαος Ορέσμιος) επέμεναν όλο και πιο έντονα στη θεωρία της διττής αλή- θειας, που κατέστρεψε τη σχολαστική «αρμονία» της πίστης και του λόγου. Η Α- ναγέννηση έθεσε το σχολαστικισμό στο περιθώριο της πνευματικής ζωής. Μερι- κή αναζωογόνηση των παραδόσεων του σχολαστικισμού παρατηρήθηκε στο λεγό- μενο δεύτερο σχολαστικισμό (16ος 17ος αι.), που αναπτύχθηκε στην περίο- δο της Αντιμεταρρύθμισης, κυρίως στην Ισπανία (Φ. ντε Βιτόρκι, Φ. Σουάρες, Γκ. Βάσκες, Μ. Μολίνα). Η Αναγέννηση κα- τέφερε στο δεύτερο σχολαστικισμό απο- φασιστικό πλήγμα. Στα τέλη του 19ου και στον 20ό αι. οι παραδόσεις του σχολαστι- κισμού αναζωογονούνται στο νεοθωμι- σμό (βλ. επίσης Νεοσχολαστικισμός). Ο προσανατολισμός σε αυστηρά καθορι- σμένους κανόνες σκέψης βοήθησε το σχολαστικισμό να διατηρήσει τη συνέχεια της πνευματικής εμπειρίας, τον ανα- γκαίο μηχανισμό εννοιών και ορολογίας με την αναστήλωση της αρχαίας κληρο- νομιάς σε οριακά ιΐηοποιημένη μορφή (ακόμα και στοχαστές των Νέων Χρόνων, που επέκριναν αυστηρά το σχολαστικι- σμό, μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού και του γερμανικού κλασικού ιδεαλισμού, ήταν αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν σε μεγάλη έκταση το λεξιλόγιο του σχολα- 149
Σχολή Μιλήτου στικισμού). Επιβάλλοντας ένα σύνολο δογματικών αντιλήψεων, ο σχολαστικι- σμός δε συνέβαλε στην ανάπτυξη των φυσικών επιστημών. Ωστόσο, η δομή του αποδείχτηκε ευνοϊκή για τέτοιους, π.χ., τομείς της γνώσης, όπως η λογική. Οι ε- πιτεύξεις των σχολαστικών σπι σφαίρα αυτή προοιωνίζονται τη σύγχρονη προβο- λή πολλών ζητημάτων, ειδικότερα της μαθηματικής λογικής (βλ. Λογυ<ή). Οι αν- θρωπιστές της Αναγέννησης, και ιδιαίτε- ρα οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, στην πάλη τους με τις μεσαιωνικές παραδό- .σεις τάχθηκαν κατά του σχολαστικισμού, υπογραμμίζοντας κάθε τι το νεκρό που υπήρχε σ* αυτόν και μετατρέποντας την ίδια τη λέξη «σχολαστικισμός» σε υβρι- στικό παρατσούκλι άγονης και στερούμε- νης περιεχομένου σκέψης, κενού φρα- στικού παιχνιδιού. • Όικεν Γκ., Η ιστορία και το σύστημα της μεσαιωνικής κοσμοαντίληψης, μετφ. από τα γερμ.. Μ., 1912 Τράχτενμπεργκ Ο. Β., Δοκί- μια για την ιστορία της δυτικοευρωπαϊκής με- σαιωνικής φιλοσοφίας, Μ., 1957· Στιάζκιν Ν. Ι., Η διαμόρφωση της μαθηματικής λογικής, Μ., 1967· Gilson Ε., L' espritde la phitosophle m6di6vale, Ρ., 1944' Copleston F., Α history of philosophy, v. 2 - 3., L. 1951 - 53- Gra- bmann M., Die Geschichte der scholastiscen Methode. Bd 1 - 2. B., 1957. Σ. Σ. Αβέριντσεφ Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Σχολή Μιλήτου, βλ. Μιλήτου σχολή. Σχολή φυλετικής ανθρωπολογίας 0777ν κοίνωνιολον/α. Αντιδραστικό ρεύμα στη δυτική κοινωνιολογκι του 2ου μισού του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Οι βασικές θέσεις της σχολής αυτής εί- ναι οι ακόλουθες: η κοινωνική ζωή και ο πολιτισμός είναι προϊόν φυλετικών - αν- θρωπολογικών παραγόντων οι φυλές δεν είναι ίσες μεταξύ τους, και σ* αυτό οφείλεται η ανισότητα (η «υπεροχή», η «μειονεκτικότητα», ο «κίνδυνος») των πολιτιστικών αξιών που δημιουργούν η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων, ολόκληρη ή στο μεγαλύτερο μέρος της, καθορίζεται από τη βιολογική κληρονομι- κότητα· οι φυλετικές επιμιξίες είναι επι- ζήμιες για την κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη. Η εμφάνιση της σχολής της φυλετικής ανθρωπολογίας συνδέεται με τις αντιλή- ψεις του Γκομπινό. ' Ενας άλλος εκπρό- σωπος της σχολής, ο Χ. Σ. Τσάμπερλεν, απορρίπτοντας τη μοιρολατρία και τον πεσιμισμό του Γκομπινό, ζητούσε την α- ναγέννηση του «αρίου πνεύματος», γε- γονός που τον ανέδειξε σ' έναν από τους προδρόμους της ιδεολογίας του γερμανικού φασισμού. Στο κυριότερο έρ- γο του «Οί βάσεις του δέκατου ένατου αιώνα» («Fountations of the NInettenth Century». 1899) παρουσιάζει μιαν επιφα- νειακή και υποβολιμαία επισκότηση της ευρωπαϊκής ιστορίας, ύψιστο «επίτευγ- μα» της οποίας ο Τσάμπερλεν ανακηρύσ- σει τη δημιουργία του «τευτονικού» πολι- τισμού. Μία από τις παραλλαγές της σχολής φυ- λετικής ανθρωπολογίας ήταν η λεγόμενη ανθρωποκοινωνιολογία, που εκπροσω- πούσαν οι Ο. Αμμόν και Ζ. Λαπούζ. Στα έργα τους, που βασίζονταν σε μια ψευδή ερμηνεία των ανθρωπομετρικών δεδομέ- νων, επιχειρούσαν ν* αποδείξουν την ύ- παρξη καθολικής σχέσης ανάμεσα σπιν ταξική προέλευση και στο μέγεθος του κρανιακού δείκτη (της αναλογίας μεταξύ του μεγαλύτερου πλάτους του κεφαλιού προς το μεγαλύτερο μήκος του). Χαρα- κτηριστική γκι την «ανθρωποκοινωνιολο- γία» είναι η σύνδεση του ρατσισμού με τον κοινωνικό δαρβινισμό στις εργασίες του Λ. Βόλτμαν. Ωστόσο, ο Βόλτμαν αρ- νιόταν τις φυλετικές βάσεις της κοινωνι- κής - ταξικής κλίμακας και δήλωνε ότι εί- ναι «οπαδός του σοσιαλισμού». Ως ένας 150
Σωβύ από τους πρώιμους θεωρητικούς του ε- θνικοσοσιαλισμού, ο Βόλτμαν διαστρέ- βλωνε ωμά τα ιστορικά δεδομένα, αποδί- δοντας τα σπουδαιότερα επιτεύγματα του παγκόσμιου πολιτισμού στη συμβολή της «γερμανικής φυλής». Q κυριότερες ιδεολογικές λειτουργίες της σχολής φυλετικής ανθρωπολογίας ή- ταν η στήριξη των προνομίων της άρχου- σας τάξης και του ιμπεριαλιστικού επε- κτατισμού. Οι ιδέες της σχολής φυλετι- κής ανθρωπολογίας επικρίθηκαν με δρι- μύτητα, ωστόσο ορισμένες από τις θέσεις της αναβιώνουν στην αστική κοι- νωνιολογία με τη μορφή προσχεδιασμέ- νων ερμηνειών των δεδομένων της αν- θρωπολογίας, της γενετικής, της εθνο- ψυχολογίας και άλλων επιστημών. • Το φυλετικό πρόβλημα και η κοινωνία. Συλ- λογή, μετάφραση από τα γαλ.. Μ., 1957· Τό- καρεφ Σ. Α., Ιστορία της ξένης εθνογραφίας. Μ., 1978 Ιστορία της αστικής κοινωνιολογίας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, Μ., 1979, κεφ. 4. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Σωβινιομός (γαλλικά chauvinisme). Α- κραία μορφή του εθνικισμού*, κήρυγμα της εθνικής αποκλειστικότητας, αντιπα- ράθεση των συμφερόντων ενός έθνους στα συμφέροντα άλλων εθνών, καλλιέρ- γεια της εθνικής υπεροψίας, υποδαύλιση της εθνικής εχθρότητας και του μίσους. Ο όρος «σωβινισμός» εμφανίστηκε στη Γαλλία [το 1831 στην κωμωδία των αδελ- φών Ι. και Τ. Κονιάρ «Η τρίχρωμη κονκάρ- δα» («La cocarde tricolore»), ένας από τους ήρωες ήταν ο ορμητικός και μαχητι- κός νεοσύλλεκτος Νικολά Σωβέν πι- στεύεται ότι το πρότυπο του ήρωα αυτού ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο: ο παλαί- μαχος των ναπολεόντειων πολέμων Ν. Σωβέν (Ν. Chauvin), που ήταν διαπαιδα- γωγημένος στο πνεύμα της λατρείας του αυτοκράτορα - δημιουργού του «μεγα- λείου» της Γαλλίας]. Με τη λέξη «σωβινι- σμός» άρχισαν να χαρακτηρίζουν τις διά- φορες εκδηλώσεις εθνικιστικού εξτρεμι- σμού. Στη Μεγάλη Βρετανία ο σωβινι- σμός απόκτησε στα τέλη της δεκαετίας του 1870 μια νέα επωνυμία: ζινγκοϊσμός (jingoism). Το οπορτουνιστικό ρεύμα στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα, που η εκπρόσωποί του κατά πι διάρκεια του πρώτου Παγκό- σμιου πολέμου τάχθηκαν υπέρ της σωβι- νιστικής πολιτικής της αστικής τάξης των χωρών τους, πήρε την ονομασία του σο- σιαλσωβινισμού. Παραλλαγή του σωβινισμού είναι ο μεγα- λοκρατικός σωβινισμός, ιδεολογία και πο- λιτική των κυρίαρχων τάξεων ενός έ- θνους, που κατέχει δεσπόζουσα θέση μέσα στο κράτος, και κηρύσσουν το έ- θνος τους «ανώτερο» έθνος. Ο μεγαλο- κρατικός σωβινισμός αποβλέπει στην υ- ποδούλωση των άλλων εθνών, σπι διά- κριση και την υποτίμηση τους στα πλαίσια της οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστι- κής ζωής. Η πιο ακραία εκδήλωση του σωβινισμού είναι η μισάνθρωπη ιδεολογία και πολιτική των φασιστικών κρατών. Τα μαρξιστικά - λενινιστικά κόμματα θεω- ρούσαν πάντα ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα τους την πάλη εναντίον όλων των παραλλαγών της ιδεολογίας του σω- βινισμού και των φορέων της. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Σωβύ (Sauvy) Αλφρέντ (γεν. 31. 10.1898, Βιλντέβ ντε λα Ραό). Γάλλος δημογράφος, κοινωνιολόγος και οικονομολόγος, προσωπικότητα της κοι- νωνικής ζωής. Ιδρυτής του Εθνικού Ινστι- τούτου Δημογραφικών Ερευνών (1946) και του περιοδικού «Population». Ο Σωβύ έγραψε πάνω από 20 βιβλία για τη δημο- γραφία, την κοινωνιολογία και τα κοινωνι- κοπολιτικά προβλήματα. Στο έργο «Γεν/- κή θεωρία του πληθυσμού» (τ. 1 - 2,1952 151
Σωβύ - 54) μελέτησε το συσχετισμό των κοινω- νικών και βιολογικών διαδικασιών στην α- ναπαραγωγή του πληθυσμού και την επί- δραση των δημογραφικών διαδικασιών στην κοινωνική και στην οικονομική ανά- πτυξη. Σ' αυτό και σε άλλα έργα - ^Από το Μάλθους ώς το Μάο Τοε Τούνγκ» («De Malthus a Mao Tse Toung», 1958), «O Μάλθους και οι δύο Μαρξ» («Malthus et les deux Marx». 1963), «H μυθολογία της εποχής μας» («Mythologie de notre temps», 1965) - άσκησε αυστηρή και ε- μπεριστατωμένη κριτική στο μαλθουσια- νισμό, αποκάλυψε την εξάρτηση του ορι- σμού του «άριστου μεγέθους (Optimum) πληθυσμού» από την τεχνική πρόοδο και το κοινωνικοοικονομικό καθεστώς της κοινωνίας, μελέτησε το συσχετισμό της δημογραφικής και της οικονομικής επέν- δυσης. Καταδικάζοντας τη «μαλθουσια- νική λατρεία του πλούτου», που ενσαρ- κώνεται σε απτές υλικές αξίες, ο Σωβύ υπογραμμίζει ότι ο πραγματικός πλούτος συνίσταται στην ανάπτυξη του ανθρώπι- νου δυναμικού της κοινωνίας (ιδιαίτερα στην επιστημονική γνώση, την τεχνική ε- μπειρία και την παραγωγική ειδίκευση των ανθρώπων). Κατά τη γνώμη του, η τεχνική πρόοδος γενικά οδηγεί στην αύ- ξηση και όχι τη μείωση της απασχόλησης του πληθυσμού. Κατά το Σωβύ, η δημο- γραφία εμφανίζεται ως «εξανθρωπισμέ- νη» πολιτική οικονομία και κοινωνιολογία, που μετράει τα κοινωνικά προβλήματα όχι με βάση την έκφραση τους σε χρήμα, αλλά με βάση τους ανθρώπους. Ο Σωβύ έχει γράψει επίσης πολλά έργα για την κοινωνική ψυχολογία, τα προβλήματα της κοινής γνώμης, του κρατικού συστήμα- τος, της οικονομικής ιστορίας της Γαλ- λίας και για πολλά επίκαιρα προβλήματα της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτι- κής. Στα βιβλία ^Μηδενική ανάτπυξη;» («Croissance zero?», 1973), «Το τέλος των πλουοίων^ («La fin des riches», 1975) και «Γο κόστος και η αξία της αν- θρώπινης ζωής» («Coüt et valeur de la vie humaine», 1977) ο Σωβύ επικρίνει τον οικολογικό πεσιμισμό και κάνει έκ- κληση για εξάλειψη των έντονων οικονο- μικών διαφορών ανάμεσα στις αναπτυγ- μένες και τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ταυτόχρονα, χαρακτηριστικό του Σωβύ είναι η τυπική για τους ρεφορμιστές μο- νόπλευρη ερμηνεία του μαρξισμού, ενώ στα τελευταία του έργα δείχνει ενδιαφέ- ρον για τις μικροαστικές - ριζοσπαστικές αντιλήψεις. Στις πολιτικές του πεποιθή- σεις ο Σωβύ βρίσκεται κοντά στο «δημο- κρατικό σοσιαλισμό», και στα βιβλία του «Γο οχέδιο Σωβύ» («Le plan Sauvy», 1960), «Σοσιαλισμός σε συνθήκες ελευ- θερίας» («Le sosialisme en liberto», 1974) κ.ά. υποστηρίζει τη θεωρία της «μικτής κοινωνίας» στο υπόδειγμα της Σουηδίας. Ο Σωβύ είναι δραστήριος οπα- δός της ειρηνικής συνύπαρξης των δύο συστημάτων, καθώς και της οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας ανάμεσα στη Γαλλία και την ΕΣΣΔ. RIchesse et population, Ρ., 1943' L' Europe et sa Population, F., [1954]· La nature socia- le, P., 1957· La montoe des jeunes, P., 1959· La bureaucratie, P.. 1961 · L' opinion publique nouv. ed., P., 1964· La machlne et le choma- ge, P., 1980 σε ρωσ. μετφ.: Ηοχέση ανάμε- σα στη δημογραφία και ης κοινωνικές επιστή- μες σης κεφαλαιοκρατικές χώρες, «Βαπρόσι φιλοσόφιι». 1957, τεύχος 6* Η γήρανση του πληθυσμού και το ξανάνιωμα των κοινωνικών Θεσμών, στο βιβ.: Ποιο μέλλον περιμένει vrjv ανθρωπότητα:, Πράγα, 1964. • Αράμπ - Ογκλί Ε. Α., Ορισμένα προβλήματα του πληθυσμού. «Βαπρόσι φιλοσόφιι», 1957, τεύχος 6· Η μαρξιστική και η αστική κοινωνιο- λογία σήμερα, Μ., 1964, σελ. 7 - 60* Ρούμπιν Γ Ι., Η θεωρία του πληθυσμού, Μ., 1972 του ίδιου, Τα προβλήματα του πληθυσμού ως αντι- κείμενο του ιδεολογικού - πολιτικού αγώνα, Μινσκ, 1976. Θεώρηση Β. Φίλια 152
Σωκράτης Σωκράτης (περίπου 470 - 399 π.Χ.). Αρ- χαίος έλληνας φιλόσοφος. ' Εζησε στην Αθήνα. Προς το τέλος της ζωής του πα- ραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία ότι ήταν «εισηγητής καινών δαιμονίων (νέων θεοτήτων) και ασκούσε επιβλαβή επίδραση στους νέους». Καταδικάσθηκε σε θάνατο, αρνήθηκε να δραπετεύσει και ήπιε στη φυλακή το κώνειο. Ο Σωκράτης δεν έγραψε ποτέ τίποτα και τις πληροφορίες για τις αντιλήψεις του οι ιστορικοί τις αντλούν από δεύτερες πηγές: κυρίως από τα «σωκρατικά» έργα του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα (μια γε- λοιογραφική εικόνα του Σωκράτη δίνει ο Αριστοφάνης στις «Νεφέλες»). Η ανάλυ- ση των πηγών αυτών δείχνει ότι ο Σωκρά- της δεν είχε, προφανώς, κανένα φιλοσο- φικό «σύστημα». Ο Σωκράτης ως προς την εξωτερική του εμφάνιση δεν έμοιαζε με φιλόσοφο, με την παραδοσιακή έν- νοια. Υπήρξε μάλλον λαϊκός σοφός, που ο τρόπος ζωής και η συμπεριφορά του ά- φηναν όχι λιγότερη εντύπωση απ' ό,τι το περιεχόμενο των λόγων του. Περνώντας μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του στην αγορά, στα γυμναστήρια κ.λπ., άρχιζε συζητήσεις με οποιονδήποτε ή- θελε να μιλήσει μαζί του. Το ύφος και ο χαρακτήρας των συζητήσεων αυτών εκ- φράζονται καθαρά στους διάλογους του Πλάτωνα (ιδιαίτερα στους πρώιμους). Τόσο ο Πλάτων, όσο και ο Ξενοφών μας πληροφορούν ότι ο Σωκράτης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις προγενέ- στερες θεωρίες της φιλοσοφίας της φύ- σης, θεωρώντας άξια προσοχής μόνο τα καθαρά ανθρώπινα προβλήματα. Ταυτό- χρονα, θεωρούσε απαράδεκτο το γνω- σιολογικό και ηθικό σχετικισμό των σοφι- στών, με τους οποίους, κρίνοντας από τους διάλογους του Πλάτωνα, είχε επα- νειλημμένες διαμάχες. Συζητώντας το νόημα διαφόρων ηθικών εννοιών (αγαθό, σοφία, δικαιοσύνη κ.λπ.) ο Σωκράτης, κα- τά τα λεγόμενα του Αριστοτέλη, άρχισε για πρώτη φορά να χρησιμοποιεί τους ε- παγωγικούς («επακτικούς») λόγους και να δίνει γενικούς ορισμούς (βλ. «Μετά τα φυσικά» XIII 4.1078 b 17 - 32). Στην η- θική ήταν οπαδός του αυστηρού ορθολο- γισμού, υποστηρίζοντας ότι η αρετή είναι ταυτόσημη με τη γνώση και ότι ο άνθρω- πος, που γνωρίζει ποιο είναι το αγαθό, δεν προβαίνει σε ανόητες πράξεις. Οι πολιτικές του απόψεις βασίζονταν στην πεποίθηση ότι η εξουσία σ* ένα κράτος πρέπει να ανήκει στους «βέλτιστους», τους «καλύτερους», δηλαδή στους ηθι- κούς, τους δίκαιους και τους έμπειρους σπιν τέχνη της διοίκησης πολίτες. Ξεκι- νώντας από αυτή την αρχή, επέκρινε δρι- μύτατα τις ελλείψεις της σύγχρονης του αθηναϊκής δημοκρατίας. Η σπουδαιότατη υπηρεσία που πρόσφε- ρε ο Σωκράτης στην ιστορία της φιλοσο- φίας συνίσταται στο ότι στην πρακτική του δράση ο διάλογος έγινε βασική μέ- θοδος ανεύρεσης της αλήθειας. Ενώ οι πρώιμοι στοχαστές αντιμετώπιζαν δογ- ματικά τις βασικές αρχές των θεωριών τους, ο Σωκράτης προσπαθούσε να συ- ζητήσει κριτικά όλες τις πιθανές από- ψεις χωρίς να ταχθεί προκαταβολικά με καμία από αυτές. Ο αντιδογματισμός του εκφραζόταν, ειδικότερα, ατην άρνηση του να διεκδικήσει την κατοχή θετικών γνώσεων. Πα το λόγο αυτό δε θεωρούσε τον εαυτό του δάσκαλο της σοφίας, αλλά απλώς άνθρωπο, ικανό να διεγείρει στους άλλους την τάση προς την αλή- θεια (βλ. Μαιευτυα) και «Γνώθί σ' αυ- τόν»). Η μορφή του Σωκράτη, που ο Πλά- των περιέγραψε με θαυμαστή καλλιτε- χνική μαεστρία, μπήκε στη συνείδηση των επόμενων γενεών ως ύψιστο παρά- δειγμα ανεξάρτητου στοχαστή με κρυ- στάλλινη εντιμότητα, που έθετε την ανα- ζήτηση της αλήθειας πάνω από κάθε άλ- λη παρόρμηση. ■ Πηγές: Έργα του Πλάτωνα, τ. 1 - 2, Μ., 1899 -1903 Ξενοφών ο Αθηναίος, «Απομνη- 153
Σωκρατικές σχολές μονεύματα», Μ. - Λ., 1935 Πλάτων, τ. 1 - 2, Μ., 1968 - 70. • Ζέμπελεφ Σ, Α., Σωκράτης, Βερολίνο, 1923" Λόσεφ Α. Φ., Ιοτορία της αρχαίας αι- σθητικής. Σοφιστές, Σωκράτης, Πλάτων, Μ., 1969* Ροζάνσκι Ι. Ντ., Το αίνιγμα του Σωκρά- τη, στη συλλογή: Προμηθέας, εκδ. 9, Μ., 1972· Κεσσίντι Φ. Χ., Σωκράτης, Μ., 1976· Νερσεσιάντς Β. Σ., Σωκράτης, Μ., 1977 Gl- gon Ο., Sokrates. Sein Bild in Dichtung und Geschichte, Bern, 1947* Magalhäes - Vilhend V. de, Le problome de Socrate, P., 1952 Maier H., Sokrates. Sein Werk und seine ge- schichtliche Stellung. Aalen, 1964· Guthrie W. K. C, Α History of Greek Phllosophy. vol. 3: Cambridge, 1971· Adorno F., Introduzione a Socrate: Bari, 1978' Blum A. F., Socrates. The Original and its Images: London, 1978 K. Döring Exemplum Socratis: Wiesbaden, 1979 Santas, G. X., Socrates: London, 1979· B. N. Τατάκης, Ο Σωκράτης. Η ζωή του, η δι- δασκαλία του. Αθήνα, 1970. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Σωκρατικές σχολές. Συμβατική ονομα- σία σειράς φιλοσοφικών κατευθύνσεων που ανάγονται στους μαθητές του Σω- κράτη. Ορισμένες από αυτές παρέτεθαν τις αντιλήψεις τους με τη μορφή «σω- κρατικών» διαλόγων. Κύριος συζητητής στους διάλογους αυτούς, όπως και στους διάλογους του Πλάτωνα, ήταν ο Σωκράτης. Είναι γνωστές τέσσερις τέ- τοιες κατευθύνσεις: 1) οι κυνικοί", που υιοθέτησαν ορισμένες ιδέες του Αντι- σθένη, τελικά όμως διαμορφώθηκαν σε σχολή με τη δράση του Διογένη του Σι- νωπέα: Κράτης Μενέδημος και ο σατιρι- κός Μένιππος· 2) η Κυρηναϊκή σχολή*, που ίδρυσε ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος: Α- ρήτη, Ηγησίας, Αννίκερις, Θεόδωρος* 3) η Μεγαρική οχολή* που ίδρυσε ο Ευκλεί- δης από τα Μέγαρα: Ευβουλίδης, Στίλ- πων και Διόδωρος Κρόνος* 4) η Ηλείο - Ερετρική σχολή, που ίδρυσε ο Φαίδων από την ' Ηλιδα (το όνομα του πήρε ένας από τους διάλογους του Πλάτωνα)* ο μα- θητής του Μενέδημος* μετέφερε την έ- δρα της σχολής στην Ερέτρια της Εύ- βοιας. Στις σωκρατικές σχολές ανήκει και η Ακαδημία του Πλάτωνα. • Διογένης ο Λαέρτιος. «Βίοι φιλοσόφων... , Μ., 1979 Guthrie W. Κ. C, Α history of Greek philosophy. ν. 3. Camb., 1971. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Σωκρατική μέθοδος, βλ. Μαιευτική. Σωρείτης (από τη λέξη σωρός). Είδος σύνθετου βραχυλογικού συλλογισμού ο οποίος είναι αλυσσίδα συλλογισμών, στην οποία παραλείπονται ορισμένες προκεί- μενες. Υπάρχουν δύο είδη σωρείτη: 1. ' Οταν παραλείπονται λιγότερες προκεί- μενες των συλλογισμών και η συναγωγή προχωρά από τη μερική έννοια στη γενι- κή (Αριστοτελικός σωρείτης). 2. Όταν παραλείπονται οι περισσότερες προκεί- μενες και η συναγωγή προχωρά από τη γενική έννοια στη μερική (Γοκλήνειος σωρείτης). Παράδειγμα μορφής σωρείτη του πρώτου είδους: «Κάθε S είναι Α, κά- θε Α είναι β, κάθε Β είναι Ρ, επομένως κάθε S είναι Ρ». Σωρείτης του δεύτερου είδους: «Κάθε Α είναι Ρ, κάθε Β είναι Α, κάθε S είναι β, επομένως, κάθε S είναι Ρ». Στο σωρείτη κάθε όρος (εκτός από το υποκείμενο και το κατηγόρημα του συμπεράσματος) εμ(ρανίζεται στις προ- κείμενες δύο φορές: αρχικά ως κατηγό- ρημα, και στην επόμενη προκείμενη ως υποκείμενο: ή αρχικά ως υποκείμενο, και στην επόμενη προκείμενη ως κατηγόρη- μα. Βλ. επίσης Συλλογιστική. Θεώρηση Γ. Παπαγούνου 154
«Τα Πολιτικά» («Πολιτικά»). Θεωρητική πραγματεία του Αριστοτέλη σε οκτώ βι- βλία, της οποίας τη βάση αποτέλεσε, ει- δικότερα, η σειρά μονογραφιών -<^Πολΐ' τείες»- που συντάχτηκε στο Λύκειο υπό την επίβλεψη του Αριστοτέλη, με περι- γραφή 158 ελληνικών και «βάρβαρων» πολιτευμάτων (μια απ' αυτές, την «Αθη- ναίων πολιτεία», ανακάλυψε ο άγγλος φι- λόλογος Κένυον ανάμεσα στους αιγυ- πτιακούς παπύρους του Βρετανικού Μουσείου. Το έργο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1891). Με το συμβατικό τίτλο ^Τα Πολιτικά» ένας από τους επιμελητές της φιλοσοφικής κληρονομιάς του Αρι- στοτέλη (ο Θεόφραστος;) ένωσε πέντε σχετικά αυτοτελή έργα, που το καθένα τους έχει ξεχωριστή εισαγωγή στην αντί- στοιχη προβληματική και μέθοδο μελέ- της: 1) βιβλίο Ι: η δομή της οικογένειας και της οικιακής οικονομίας ως απλού- στερο στοιχείο της πόλης· 2) βιβλίο II: κριτική ανάλυση των προγενέστερων θε- ωριών «του καλύτερου πολιτεύματος», περιλαμβανομένων της «Πολιτείας» και των «Νόμων» του Πλάτωνα (κεφ. 1 - 6)* 3) βιβλίο III: βασικές έννοιες της πολιτι- κής· η έννοια του κράτους και του πολί- τη· οι τρεις κύριες μορφές του πολιτεύ- ματος (βασιλεία, αριστοκρατία, δημοκρα- τία) και οι αντίστοιχες εκτροπές από αυ- τό (τυρανίδα, ολιγαρχία, οχλοκρατία)· βασιλική εξouσb· 4) βιβλία IV - VI: η μορ- φολογία των υπαρκτών δημοκρατικών και ολιγαρχικών πολιτευμάτων κοινωνικές ο- μάδες (φτωχοί και πλούσιοι), η σημασία των μεσαίων στρωμάτων για τη δκιτήρη- ση της σταθερότητας του κράτους* οι αι- τίες των επαναστάσεων και οι τρόποι α- ποτροπής τους· 5) βιβλία VII - VIII: σχέδιο ενός ιδανικού πολιτεύματος (εναλλακτι- κή λύση στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα). Στο ζήτημα της σχετικής χρονολογίας ο- ρισμένων τμημάτων των «Πολιτικών» οι απόψεις των ερευνητών διαφέρουν. Σύμφωνα με την αντίληψη του Γαίγκερ, τα βιβλία VII - VIII, που ξεκινούν από την πλατωνική προβληματική του ιδανικού κράτους και που συνδέονται στενά με τον πρώιμο «Προτρεπτικό» και τα «Ηθικά Ευδήμεια», πρέπει να ανήκουν στα λεγό- μενα «Προ - Πολιτικά» (περίοδος ' Ασσου και Μυτιλήνης). Σύμφωνα με τον Ι. Ντύ- ρινγκ, όλα τα βιβλία των «Πολιτικών» ανα- θεωρήθηκαν κατά τη δεύτερη Αθηναϊκή περίοδο, και έτσι τα «Πολιτικά» στο σύνο- λο τους πρέπει να θεωρούνται ύστερο έργο. Τα «Πολιτικά» και η σειρά «Πολιτείες» συνδέονται μεταξύ τους όχι μόνο λόγω των ενιαίων πολπικών απόψεων, αλλά και λόγω της ενιαίας κατεύθυνσης. Στα «Πο- λιτικά» ο Αριστοτέλης, ανιχνεύοντας τις βάσεις της ζωής των πόλεων μέσα από τις απαπήσεις της ίδιας της φύσης του ανθρώπου, εξετάζει και αξιολογεί τις μορφές πολιτεύματος, που έχουν δια- μορφωθεί στην πορεία της ιστορίας. Μια από τις «ορθές» μορφές, τη λεγόμενη «μέση πολιτεία», τη θεωρεί πιο εύκολα ε- φαρμόσιμη. Ταυτόχρονα, τονίζει ότι τα κράτη που κυριάρχησαν στην Ελλάδα, κά- 155
Τάι Tocv θε άλλο παρά προσπάθησαν να εφαρμό- σουν τα ίδια ή σε άλλα κράτη μια τέτοια μορφή διακυβέρνησης- «ένας και μονα- δικός άνδρας» (1296 α 38 επ.) πείστηκε για την ανάγκη εφαρμογής του «μέσου» συστήματος. Τα συφραζόμενα οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι τέτοιον μοναδικό ά- ντρα ο Αριστοτέλης εννοεί το μαθητή του Αλέξανδρο το Μακεδόνα (σύμφωνα με άλλη διαδομένη ερμηνεία, πρόκειται για το Σόλωνα), από τον οποίο περιμένει την εγκαθίδρυση στις ιστορικά διαμορ- φωμένες ελληνικές πόλεις ενός «ορ- θού» καθεστώτος (στο σχέδιο του στα βι- βλία VII - VIII σε βασικές γραμμές αντι- γράφει το σύστημα των πόλεων που ί- δρυσε ο Αλέξανδρος στην Ανατολή, προσθέτοντας ορισμένες λεπτομέρειες στο πνεύμα των δικών του επιθυμιών). ■ Έκδοση: W. D. Ross, 1957* με σχόλια: W. L Newman, ν. 1 - 4, 1887 1902 • Ντοβατούρ Α. Ι., Τα «Πολιτικά» και οι «Πο- λιτείες» του Αριστοτέλη, Μ. - Α., 1965* La «Politlque» d' Aristote. Sept exposes et dl- scussions, Gen., 1965* Schriften zu den Poli- tika des Aristoteles, hrsg. v. P. Steinmetz, Hil- desheim - N.Y., 1973. A. I. Ντοβατούρ Θεώρηοη 5. Ν. Ρούοοου Τάι Toev, Τάι Ντουνγιουάν (19.1.1724, Σιουνίν, επαρχία Ανόι, - 1.7.1777, Πεκί- νο). Κινέζος υλιστής φιλόσοφος της πε- ριόδου των Τσινγκ (1644 -1911). Διακε- κριμένος επιστήμονας, ασχολήθηκε με την αστρονομία, τα μαθηματικά, την ιστο- ρία, τη γεωγραφία και τη γλωσσολογία. ' Εγραψε ή επιμελήθηκε 50 περίπου έρ- γα, από τα οποία 35 δημοσιεύτηκαν και έ- φτασαν ώς τις μέρες μας. Ως φιλόσοφος ο Τάι Τσεν ήταν επικεφα- λής της μιας από τις δύο ομάδες του «Χαν σιουέ», ενός ρεύματος που στην κυριολεξία σημαίνει «διδασκαλία της πε- ριόδου των Χαν» (3ος αι. π.Χ. - 3ος αι. μ.Χ.) ή «Τσιάνγκ - Τσιά σιουεπάι», δηλα- δή «φιλοσοφική σχολή της περιόδου των διοικήσεων των Τσιανλούνγκ και Τσια Τσινγκ» (1736 - 1820). Το ρεύμα αυτό εμ(ρανίστηκε το 17ο αι. και έγινε δημοφι- λές το 18ο αι. Κήρυττε την επιστροφή στη μελέτη των κλασικών του κομςρουκκι- νισμού (που είχαν εκδοθεί κατά την πε- ρίοδο των Χαν - από εδώ και η ονομασία), όχι όμως μόνο του κειμένου, αλλά και των ιστορικών, αστρονομικών, μαθηματι- κών και γεωγραφικών προβλημάτων, και στρεφόταν κατά του νεοκομφουκιανι- σμού της περιόδου των Σούνγκ με τους αφηρημένους διαλογισμούς του. Ο Τάι Τσεν, ειδικότερα, απέρριπτε την ιδεαλι- στική νεοκομφουκκινική ερμηνεία του λι - νόμου ως ύψιστης αρχής, που στάλθη- κε από τον ουρανό και προηγείται των πραγμάτων: το λι, κατά τον Τάι Τσεν, εί- ναι φυσικός και αναγκαίος νόμος, η τάξη όλων των πραγμάτων και φαινομένων, που υπάρχει μέσα σ* αυτά τα ίδκι, στα υ- λικά μόρια τσι* και γίνεται γνωστό με την ανάλυση των λεπτομερειών τους. Το λι, υποστηρίζει, υπάρχει επίσης στα αισθή- ματα και τις επιθυμίες, γι' αυτό τα δύο αυτά πράγματα δεν πρέπει να τα απορρί- πτουμε, να τα καταπνίγουμε ή να τα θεω- ρούμε ως κάτι το αρνητικό, όπως υπέθε- ταν οι νεοκομφουκιανικοί. Πηγή του κα- κού στον άνθρωπο είναι γι' αυτόν μόνο η διαστρέβλωση των αισθημάτων: ο εγωι- σμός, η εμπάθεια, η απάτη. Οι κοσμολο- γικές αντιλήψεις του Τάι Τσεν βασίζο- νταν στις έννοιες τσι και τάο*, δηλαδή στις κινήσεις και τις αλλαγές του τσι, που οδηγούν στη συνεχή δημιουργία της ζω- ής. Την ουσία του τάο αποτελούν οι δυ- νάμεις του Σύμπαντος Γ/ν και γιανγκ* και οι πέντε κινητήριες αρχές {ου - οουν*). Το τάο είναι επίσης τσι. που δεν απέκτη- σε ακόμα μορφή και υλικό περιεχόμενο. Το τσι, που έχει αυτές τις ιδιότητες, εί- ναι το πράγμα. 156
Ταιν Ο Τάι Τσεν ήταν ένας από τους θεμελιω- τές της βιβλιοθήκης «Σι Κου τσιουάν σου» («Πλήρης συγκέντρωση βιβλίων και για τους τέσσερις τομείς»). ■ Πουάν οαν. Μεν - τσι τσι -1 σου - τσεν («Για την εγγενή καλοσύνη της ανθρώπινης φύσης. Διευκρινίσεις με αποδεξεις της σημασίας των σημείων στο κείμενο «Μενγκ - τσε»), Πε- κίνο, 1956. • Μπούροφ Β. Γκ., Η κοσμοθεωρία του κινέ- ζου στοχαστή του 17ου αι. Βανγκ Τσουάνγκ - σαν, Μ., 1976 Fang Chao - ying, Tai Chen, στη συλλογή Eminent Chinese of the Ch' ing period (1644 -1912), ed. A. W. Humniel, v. 2, Wash., 1944, p., 695 - 700 Wing - tsit Chan, Α Source Book in Chinese Philosophy, Prin- ceton, 1963, p., 709 - 22. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τάι - τσι. Μία από τις βασικές έννοιες της αρχαίας κινεζικής φιλοσοφίας. Τό ιε- ρογλυφικό «τσι» έχει πολλές σημασίες («σε ύψιστο βαθμό», «υπερβολικός», «στολίδι της σκεπής», «έσχατο όριο», «πόλος» «εξώθηση στα άκρα») και γΓ αυ- τό προσφέρεται για διάφορες ερμη- νείες. Η πιο διαδομένη από αυτές είναι «το μεγάλο όρ(0». Για πρώτη φορά εμφα- νίζεται στο «Σιτσίτσουανι» (βλ. «/ - Κιν- γκ»), στο οποίο παρουσιάζεται η διαδικα- σία των κοσμογονικών μεταβολών και της εξέλιξης, η οποία διαδικασία ξεκινά από το τάι - τσι. Σχολιαζόμενο στο σημείο αυ- τό, το τάι - τσι χαρακτηρίζεται σαν «μεγά- λη αρχή», «μεγάλη ενότητα», σαν προ- αιώνιο χάος που προϋπήρχε πριν τη στιγ- μή που αποσπάστηκαν απ* αυτό ο ουρα- νός και η γη. Το μεγάλο όριο είναι «ονομασία που δεν έχει όνομα* και δεν μπορεί κανείς ούτε να την αποκτήσει, ούτε να την ονομάσει»· είναι εκείνο το μη - Είναι απ' το οποίο γεννιέται το Eivar «γεννάει δύο ουσίες που υπάρχουν ε- ξαρχής», και που συνεχίζουν και ολοκλη- ρώνουν τις διεργασίες δημιουργίας του Σύμπαντος. Η έννοια «τάι - τσι» αναπτύ- χθηκε ιδκιίτερα πλατιά στο νεοκομφου- κιανισμό*. Ο Τσόου Ντούνι στην πραγμα- τεία του «Γάί - τσι του σο» («Επεξήγηση του διαγράμματος του μεγάλου ορίου»), υπογράμμιζε ότι το ίδκ) το «μεγάλο όριο» είναι στην ouota απεριόριστο. Ο Τσου Σι διατύπωσε την άποψη ότι το τάι - τσι υ- πάρχει σ' όλους τους ανθρώπους και σ* όλα τα πράγματα και χωριστά και συνολι- κά, και το ταύτισε με την έννοια του ιδα- νικού λι, στην προκειμένη περίπτωση, του ύψιστου νόμου του Σύμπαντος, του ρυθμιστή όλης της δράσης του. • Βλ. λήμματα «/ - Κίνγκ», Τσου Σι. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Ταιν (Taine) Ιππόλυτος Αδόλφος (21. 4. 1828, Βουζγέ, Αρδέννες, - 5.3.1893, Παρίσι). Γάλλος φιλόσοφος, ιστορικός της τέχνης και του πολιτισμού. Δέχτηκε την επίδραση της αρχαίας φιλοσοφίας, του ντετερμινισμού του Σπινόζα, της αισθη- τικής του Χέγγελ, του γαλλικού Διαφω- τισμού του 18 αι., ιδιαίτερα του Κο- ντιγιάκ, καθώς επίσης και του γαλλικού και αγγλικού θετικισμού. Στη θεωρία της γνώσης, ο Ταιν θεωρεί κεντρικό πρόβλημα τη φύση της αυταπά- της, το απόλυτο και σχετικό στη γνώση, τα κριτήρια της αλήθειας. Στο έργο του ^'Περί νοήσεως» (τ. 1 - 2, 1870), ακολου- θώντας τον Κοντιγιάκ, αναπτύσσει μια υ- λιστική άποψη, αντίθετη στον αγνωστικι- σμό του Καντ και τον επαγωγισμό του Τζ. Στ. Μιλ. Κατά την άποψη του Ταιν, το πρόβλημα της γνώσης είναι «η υπερνίκη- ση των ψευδαισθήσεων, της πλάνης» και η δημιουργία «επιστήμης πραγμάτων και γεγονότων», γιατί μόνο η έννοια του γε- γονότος ή του συμβάντος αντιστοιχεί στα υπαρκτά πράγματα, γι* αυτό και «οι γνώσεις μας είναι γεγονότα... Το καθή- κον μας είναι να ορίσουμε πώς γεννιού- νται, με ποιο τρόπο και κάτω από ποιους 157
Ταιν συνδυασμούς συνθηκών, τέλος ποια εί- ναι τα αποτελέσματα παρομοίων συνδυα- σμών» («Περί νοήσεως», σελ. 11). Κατά τον Ταιν, το κριτήριο της αλήθειας είναι «η αμοιβαία συμφωνία των παραστάσε- ων». Ο Ταιν είναι ο θεμελιωτής της πολιτιστι- κής - ιστορικής σχολής στον τομέα της ι- στορίας των καλών τεχνών, και είναι αυ- τός που ανέπτυξε την ιστορική - γενετι- κή μέθοδο ανάλυσης στην τέχνη. Μεγά- λη επίδραση άσκησε το έργο του «Φιλοσοφία της τέχνης» (1865), στο ο- ποίο εξέταζε την τέχνη σαν κοινωνικό φαινόμενο. Η μεθοδολογία του Ταιν χα- ρακτηρίζεται από ιστορισμό, από την ιδέα της εξέλιξης και από την πάλη κατά της θεολογίας. Σύμφωνα με τον Ταίν, ηJ■έ- χνη γενικεύει και εκφράζει τον «κυρίαρ- χο τύπο», τον «τυπικό χαρακτήρα», ο ο- ποίος ενσαρκώνει τα «πιο ουσιαστικά χα- ρακτηριστικά της εποχής», «το πνεύμα των καιρών». Ο Ταιν καλούσε τους καλλι- τέχνες να απεικονίζουν τις ουσιαστικές πλευρές της ζωής, την «ουσία των πραγ- μάτων», την ιεραρχία των αισθητικών α- ξιών, που, όπως έλεγε, ενυπάρχει στο «ί- διο το Είναι». Κριτήριο αξιολόγησης ενός έργου τέχνης, κατά τον Ταίν, είναι ο βαθ- μός της σπουδαιότητας και της ευεργε- τικής επίδρασης του, ο βαθμός πληρότη- τας των εντυπώσεων που προκαλεί (μορ- φή και σύνθεση σπ^ν τέχνη). Η τέχνη, σύμφωνα με τον Ταίν, δεν είναι μόνο μέ- σο γνώσης της αλήθειας, αλλά και μέσο αίσθησης του κόσμου, αισθητηριακής πρόσληψης του· η συνεισφορά του συ- γκινησιακού στοιχείου στην τέχνη είναι μεγάλη· τέλος, η τέχνη, κατά τον Ταιν, «είναι τόσο αιώνια, όσο και ο πολιτισμός». Παρά το γεγονός ότι ο Ταιν δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ιδεαλιστική αντίληψη της ιστορίας, η αισθητική του, μια αισθη- τική με κοινωνιολογικό προσανατολισμό, αποτελεί την πρώτη προσπάθεια μελέ- της της λεπουργικότητας της τέχνης στον κοινωνικό χώρο. Βασικοί παράγο- ντες ανάπτυξης της τέχνης, κατά τον Ταιν, είναι η φυλή, το φυσικό και κοινωνι- κό περιβάλλον και η ιστορική στιγμή. Ο Γκ. Β. Πλεχάνοφ θεωρούσε σπουδαία τη συνεισφορά του Ταιν στον προσδιορισμό της αιτιακής σχέσης ανάμεσα στο κοινω- νικό καθεστώς, στις κυρίαρχες αισθητι- κές προτιμήσεις, στην κοινωνική ψυχο- λογία και την τέχνη. Q απόψεις του Ταιν για την ιστορία χα- ρακτηρίζονταν από μεταφυσική αντίληψη και ταξική στενότητα. ' Ετσι, θεωρούσε την επανάσταση «τέκνο της γενικής διέ- γερσης». Στο βασικό ιστορικό του έργο «Η καταγωγή ιης σύγχρονης Γαλλίας» (τ. 1-3,1876 -1893) ο Ταιν φιλοτέχνησε το αποκρουστικό πορτραίτο ενός ιακωβίνου, χρησιμοποιώντας υλικά που σύλλεξε κα- τά τρόπο τυχαίο* δεν κατανόησε την ι- στορική σημασία της Παρισινής Κομμού- νας. Ασκώντας κριτική στο θετικισμό, δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τα πλαίσια της θετικιστικής μεθοδολογίας. ■ Tain, Sa vie et sa correspondance, v. 1 - 2, P., 1908 -14 σε ρωσ. μετφ.: Ο αγγλικός θετι- κισμός, ΣΠ-ργκ, 1866· Κριτικές εμπειρίες, ΣΠ-ργκ, 1869" Δοκίμιο για τη σύγχρονη Αγ- γλία, ΣΠ-ργκ, 1872' Μπαλζάκ. Σπουδή, ΣΠ- ργκ, 1894· Η γαλλική φιλοσοφία του πρώτου μισού του 19ου αι., ΣΠ-ργκ, 1896' Ιστορία της αγγλικής λογοτεχνίας, τ. 5. Μ.. 1904 Ταξίδι στην Ηαλία, τ. 1 - 2. Μ., 1913-16* Δκϊλέξεις για την Τέχνη, μερ. 1 - 3, 5. Μ., 1919. • Πλεχάνοφ Γκ. Β., Λογοτεχνία και αισθητι- κή, τ. λ · 2, Μ., 1958' Λουνατσάρσκι Α. Β., Συλλογή έργων, τ. 5, 8, Μ., 1965 -1967· Μο- ράφκι Σ., Η θεωρία της τέχνης του Ταιν και η αστική αισθητική, am συλ.: Για τη σύγχρονη α- στική αισθητική, σειρά 2, Μ., 1965· Πρεντβέ- τσνι Γκ. Π., Η γαλλική αστική αισθητική, Ρο- στόφ του Nh-ov., 1967· Νόβικοφ Α. Β., Από το θετικισμό στον ιντουϊτιβισμό, Μ., 1976 La- combe Ρ., Taine, historien et sociologie, Ρ.. 1909· Chevrilion Α., Taine, formation de sa pensoe, p. 1932' Cresson Α., Hippolyte Tai- 158
Τάξεις ne. Sa vie, son oeuvre, avec un exposo de sa Philosophie, P., 1951. θεώρηοη Γρ. Θέμελη - ΑλατζόγΑου Ταΐχμύλλερ (Teichmiller) Γκουοττάβ (19.11.1832, Μπράουνσβείγκ, 22. 5.1888, Ντερπτ, σημερ. Τάρτου). Ιδε- αλιστής φιλόσοφος. Οι φιλοσοφικές από- ψεις του Ταΐχμύλλερ διαμορφώθηκαν κά- τω από την καθοριστική επίδραση του Λάιμπνιτς μέσω του Λότσε και του Χέρ- βαρτ. Η διδασκαλία του Ταΐχμύλλερ απο- τελεί στο σύνολο της ιδιόμορφη παραλ- λαγή του χριστιανικού περσοναλισμού, ο οποίος αντιτίθεται τόσο στο θετικισμό και τον εξελικτισμό (evolutionismus), όσο και στον παραδοσιακό πλατωνισμό. Κατά τον Ταΐχμύλλερ, η ουσία του Είναι βρί- σκεται στο προσωπικό «ουσιαστικό Εγώ», το οποίο ανακαλύπτεται στην αυτοσυνεί- δηση, αλλά που ενεργεί και ασυνείδητα. Από τις θέσεις της ιδεαλιστικής θεολο- γίας τάχθηκε εναντίον του δαρβινισμού, κατηγορώντας τον για απολυτοποίηση του τυχαίου και της συνέχειας. Σημαντι- κό μέρος των εργασιών του Ταΐχμύλλερ είναι αφιερωμένο στην ιστορία των φιλο- σοφικών εννοιών. ' Ασκησε επίδραση στο Φ. Νίτσε και στο Ρ.' Οικεν στη Ρωσσία ε- πέδρασε στους Α. Α. Κοζλόφ, Ε. Α. Μπο- μπρόφ κ.ά. ■ Die Religionsphilosophie. Breslau. 1886' Studien zur Geschichte der Begriffe, hildeshe- im, 1966· Neue Studien zur Geschichte der Begriffe. Bd 1 - 3. Hildesheim, 1965' σε ρωσ. μετφ.: Δαρβινιομός κω φιλοοοφία, Γιούριεφ, 1894· Η αθανασία της ψυχής. Φιλοοοφυα) έ- ρευνα, Γιούριεφ, 1895. • Κοζλόφ Α., Ο Γκ. Ταΐχμύλλερ, «Ζητήματα φιλοσοφίας και ψυχολογίας», 1894,-βιβ. 24 - 25· Szylkarski W., Teichmüllers philosophi- sche Entwicklungsgang, Kannas, 1938. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Ταμπεραμέντο ή τεμπεραμέντο, βλ. /- διοουγκρασία. Τάξεις κοινωνικές. «Μεγάλες ομάδες ανθρώπων που διαφέρουν ως προς τη θέση τους σ* ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα κοινωνικής παραγωγής, ως προς τη σχέση τους (που κατά το μεγα- λύτερο μέρος κατοχυρώνεται και μορφο- ποιείται σε νόμους) με τα μέσα παραγω- γής, ως προς το ρόλο τους στην κοι- νωνική ογάνωση της εργασίας, και. συνεπώς, και ως προς τους τρόπους κατανομής και το μέγεθος του μεριδίου από τον κοινωνικό πλούτο το οποίο έχουν σπι διάθεση τους. Οι τάξεις είναι ομά- δες ανθρώπων, από τις οποίες η μια μπο- ρεί να ιδιοποιείται την εργασία της άλ- λης, εξαπίας της διαφορετικής τους θέ- σης στο συγκεκριμένο σύστημα της κοι- νωνικής παραγωγής» (Λένιν Β. Ι., Απαντα, τ. 39, σελ. 15). Ο λενινιστικός ορισμός των τάξεων αναφέρεται στις α- νταγωνιστικές κοινωνίες. Αν και σπι σο- σιαλιστική κοινωνία, η οποία εξάλειψε την εκμετάλλευση, παραμένουν ακό[ΐα τάξεις, οι σχέσεις τους είναι θεμελιακά διαφορετικές και βασίζονται στην κοινή εργασία και τη συνεργασία. Στο σοσιαλι- σμό, η κοινωνία δεν είναι πια διαιρεμένη σε τέτοιες ομάδες ανθρώπων, που η μία να μπορεί, χάρη στη θέση που κατέχει στο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας, να σφετερίζεται την εργασία της άλλης. Μ* αυτή την έννοια, η βάση της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας έχει ήδη εξα- λειφθεί. Παρ' όλα αυτά, και στις τάξεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας έχουν ε- φαρμογή τα κυριότερα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο λενινιστικό ορισμό. Τις τάξεις αυτές τις συνενώνει το σοσια- λιστικό σύστημα οικονομίας, η μονότυπη κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγω- γής και η από κοινού εργασία. Ταυτόχρο- να, όμως. και στα πλαίσια αυτής της κοι- νής βάσης τους, οι τάξεις αυτές διαφέ- 159
Τάξεις ρουν ως προς τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής, το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, τις μορφές κα- τανομής του κοινωνικού εισοδήματος. Οι σπουδαιότερες θέσεις της επιστημο- νικής θεωρίας των τάξεων διατυπώθηκαν από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Στο γράμμα του προς τον Ι. Βαϊντεμάγιερ στις 5 Μαρτίου 1852 ο Μαρξ έγραφε: «Το νέο που εγώ προσέφερα συνίσταται σπιν απόδειξη του εξής: 1) ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται μόνο με καθορι- σμένες ιστορικές φάσεις εξέλιξης της παραγωγής, 2) ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά σπι δικτατορία του προλε- ταριάτου, 3) ότι αυτή η δικτατορία αποτε- λεί απλώς το πέρασμα στην κατάργηση κάθε τάξης και στην κοινωνία χωρίς τά- ξεις^ (Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Άπα- ντα, τ. 28, σελ. 427). Στην ανάλυση της ταξικής δομής της κοινωνίας ο μαρξισμός - λενινισμός δια- κρίνει τάξεις βασικές και μη βασικές. Παίρνει επίσης υπόψη του και την ύπαρ- ξη διαφόρων ομάδων και στρωμάτων μέ- σα στις τάξεις, καθώς και ενδιάμεσων στρωμάτων ανάμεσα σε τάξεις. Βασικές τάξεις ονομάζονται οι τάξεις που η ύ- παρξη τους απορρέει άμεσα από τον κυ- ρίαρχο σ' ένα δοσμένο κοινωνικοοικονο- μικό σύστημα τρόπο παραγωγής. Τέτοιες τάξεις είναι οι δούλοι και οι δουλοκτή- τες, οι αγρότες και οι φεουδάρχες, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι προλετάριοι και οι αστοί. Ωστόσο, μαζί με τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής, στους ταξικούς σχη- ματισμούς, μπορούν να διατηρούνται και υπολείμματα των προηγούμενων τρόπων παραγωγής ή να εμφανίζονται εμβρυα- κές μορφές νέων τρόπων παραγωγής ως ιδιαίτεροι τύποι οικονομίας. Αυτό ουνε-^ πάγεται την ύπαρξη μη βασικών, μεταβα- τικών Τάξεων. Σ* εκείνες τις κεφαλαιο- κρατικές χώρες, όπου διατηρήθηκαν ση- μαντικά κατάλοιπα του φεουδαρχισμού, υπάρχουν, (ος μη βασική τάξη, οι τσιφλι- κάδες, οι οποίοι ολοένα και περισσότερο συγχωνεύονται με την αστική τάξη'' Στις περισσότερες κεφαλαιοκρατικές χώρες υπάρχουν πολυάριθμα στρώματα μικροα- στικής τάξης* (μικροί αγρότες, βιοτέ- χνες), τα οποία, όσο αναπτύσσεται ο κα- πιταλισμός, διαφοροποιούνται. Μέσα στις τάξεις υπάρχουν συνήθως διάφορα στρώματα, ομάδες, που τα συμφέροντα τους εν μέρει δε συμπίπτουν. ' Ετσι, για παράδειγμα, στην αρχαία κοινωνία διεξα- γόταν πάλη ανάμεσα στη δουλοκτητική αριστοκρατία και στους δημοκρατικούς, στην οποία εκφράζονταν οι αντιφάσεις των συμφερόντων των διαφόρων στρω- μάτων των δουλοκτητών. Στην κεφαλαιο- κρατική κοινωνία υπάρχουν επίσης αντι- θέσεις ανάμεσα στα συμφέροντα διαορό- ρων στρωμάτων της αστικής τάξης (λό- γου χάρη, της μονοπωλιακής και της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης). Η ανάπτυξη του καπιταλισμού οδηγεί σε αλλαγές στην ταξική δομή της κοινωνίας, οι οποίες όμοος, παρά τις διακηρύξεις των ρεφορμιστών, δεν εξαλείφουν, αλ- λά, αντίθετα, οξύνουν και βαθαίνουν τους ταξικούς ανταγωνισμούς. Οι σημα- ντικότερες από αυτές τις μεταβολές συνδέονται, απ' τη μια, με τη διαδικασία ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλι- σμού και της μετεξέλιξης του σε κρατικό - μονοπωλιακό καπιταλισμό, και, από την άλλη, με την ανάπτυξη της επιστημονι- κής - τεχνικής επανάστασης. Τα τελευ- ταία εκατό χρόνια στις αναπτυγμένες κε- φαλαιοκρατικές χώρες μειώθηκε το ειδι- κό βάρος της αστικής τάξης στον ενεργό πληθυσμό (αν στα μέσα του 19ου αι. ξε- περνούσε, στη Μεγάλη Βρετανία, το 8%, στις δεκαετίες του 1960 και 1970 έφτα- νε, στις υψηλά αναπτυγμένες κεφαλαιο- κρατικές χώρες, μόλις το 1 - 2 έως 3 - 4%). Την ίδια περίοδο αυξήθηκε πολύ ό πλούτος της αστικής τάξης. Στο εσωτε- ρικό της ξεχώρισε η μονοπωλιακή ολι- γαρχία, που συνένωσε στα χέρια της την 160
Τάξεις οικονομική και πολιτική εξouσJα. Τα συμ- φέροντα των μονοπωλίων ήρθαν σε σύ- γκρουση με τα συμφέροντα όχι μόνο των εργαζομένων, αλλά και με τα συμφέρο- ντα των μικρών, ακόμα και με ένα μέρος των μεσαίων επιχειρηματιών. Στις συνθή- κες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλι- σμού επιταχύνθηκε η διαδικασία της ε- κτόπισης και καταστροφής των μικρών α- τομικών ιδιοκτητών (αγροτών, βιοτεχνών κ.ά.) και μειώθηκε το ειδικό τους βάρος στο σύνολο του πληθυσμού. Ταυτόχρο- να, αυξήθηκε το ειδικό βάρος των εργα- ζομένων στη σφαίρα της μισθωτής εργα- σίας. Το ποσοστό των μισθωτών στις ανα- πτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες στη δεκαετία του 1980 φτάνει το 70% έως 90% (και άνω) του απασχολούμενου πλη- θυσμού. Στο σύνολο των μισθωτών εργα- ζομένων τη σημαντικότερη θέση, και από αριθμητική άποψη, και ως προς το ρόλο της σπτιν παραγωγή, κατέχει η σύγχρονη εργατική τάξη* Η ανάπτυξη της κεφάλαιοκρατικής παρα- γωγής, και ιδιαίτερα η επιστημονική - τε- χνική επανάσταση, προκαλεί ουσιαστικές μεταβολές στη δομή της εργατικής τά- ξης. Αλλάζει ο συσχετισμός των διαφό- ρων τμημάτων της και. πρώτ' απ* όλα, μεγαλώνει η αριθμητική δύναμη της βιο- μηχανικής εργατικής τάξης, ενώ μειώνε- ται η δύναμη της αγροτικής. Η επιστημονική - τεχνική πρόοδος, η α- νάπτυξη της παιδείας και του πολιτισμού, οδήγησαν στη θυελλώδικη αύξηση Π7ς διανόησης* και των υπαλλήλων* Η κοι- νωνική σύνθεση της διανόησης δεν είναι ομοιογενής. Τα ανώτερα στρώματα της (π.χ., οι διευθυντές) συνυφαίνονται με την άρχουσα τάξη· ένα μέρος της διανό- ησης, που απασχολείται με τα λεγόμενα «ελεύθερα επαγγέλματα», συγγενεύει, ως προς την κοινωνική του θέση, με τα μεσαία στρώματα* της κοινωνίας. Ταυτό- χρονα, ολοένα κοι πιο σημαντικό μέρος της διανόησης και των υπαλλήλων χάνει την προηγούμενη θέση του ως προνο- μιούχο στρώμα της κοινωνίας και προ- σεγγίζει ως προς την κατάσταση του την εργατική τάξη. Οι αλλαγές στην κοινωνική δομή του κα- πιταλισμού δημιουργούν τις προϋποθέ- σεις για μια στενότερη συμμαχία της ερ- γατικής τάξης με τα πλατιά στρώματα των εργαζομένων της πόλης και του χω- ριού. Η σύγκλιση των συμφερόντων της αγροτιάς*, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και της διανόησης με τα συμφέρο- ντα της εργατικής τάξης οδηγεί στο στέ- νεμα της κοινωνικής βάσης των μονοπω- λίων και ανοίγει δυνατότητες για τη δη- μιουργία πλατιάς συμμαχίας όλων των α- ντιμονοπωλιακών και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ηγετική δύναμη σ' αυτή τη συμμαχία είναι η εργατική τάξη, η οποία όλο και περισσότερο γίνεται το κέντρο συσπείρωσης όλων των εργαζομένων στρωμάτων. Επί χιλιάδες χρόνια η ύπαρξη των τάξεων ήταν ιστορικά αναγκαία. Καθοριζόταν, ό- πως παρατηρούσε ο Φ.' Ενγκελς, από τη σχετική ανανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και η ανάπτυξη της κοινωνίας μπορούσε να πραγματοποιείται μόνο με την υποδούλωση των μαζών του εργαζό- μενου πληθυσμού* σ' αυτή την περίπτω- ση, η προνομιούχα μειοψηφία μπορούσε να ασχολείται με τις κρατικές υποθέσεις, την επιστήμη, την τέχνη κ.λπ. Με την τε- ράστια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, που επιτεύχθηκε χάρη στη βα- ριά κεφαλαιοκρατική βιομηχανία, δη- μιουργήθηκαν οι υλικές προϋποθέσεις για την κατάργηση των τάξεων. Η ύπαρξη οποιασδήποτε εκμεταλλευτικής τάξης όχι μόνο έγινε περιττή, αλλά και μετα- τράπηκε σε άμεσο εμπόδιο για την πε- ραιτέρω ανάπτυξη της κοινωνίας. Η κατάργηση των τάξεων είναι δυνατή μόνο με την κατάκτηση της πολιτικής ε- ξουσίας από το προλεταριάτο και το ριζι- κό μετασχηματισμό του οικονομικού συ- Φ.Λ. 5-11 161
Τάξεις σπίματος. Για την κατάργηση του εκμε- ταλλευτικού συστήματος είναι ανάγκη να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέ- σα παραγωγής και να αντικατασταθεί με την κοινωνική ιδιοκτησία. «Να καταργή- σεις τις τάξεις σημαίνει να βάλεις όλους τους πολίτες στην ίδια θέση ως προς τα μέσα παραγωγής όλης της κοινωνίας, κι αυτό σημαίνει ότι όλοι οι πολίτες θα έ;- χουν την ίδια δυνατότητα απασχόλησης στα κοινωνικά μέσα παραγωγής, στην κοινωνική γη, στα κοινωνικά εργοστάσια και ούτω καθεξής» (Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 24, σελ. 363). Οι τάξεις δεν είναι δυ- νατό να καταργηθούν αμέσως, εξακο- λουθούν να υπάρχουν για μακρό χρονικό διάσπιμα και μετά την ανατροπή της ε- ξουσίας των καπιταλιστών. Στη μεταβατι- κή περίοδο από τον καπιταλισμό στο σο- σιαλισμό το οικονομικό σύστημα είναι μι- κτό, και στις περισσότερες χώρες υπάρ- χουν τρεις τάξεις: η εργβτική τάξη, που συνδέεται κυρίως με το σοσιαλιστικό σύ- στημα οικονομίας, η εργαζόμενη αγρο- τιά, που συνδέεται, στη συντριπτική της πλειοψηφία, με το μικροεμπορευματικό σύστημα οικονομίας (είναι οι βασικές τά-' ξεις), και τα καπιταλιστικά στοιχεία της πόλης και του χωριού, που συνδέονται με το ατομικό - καπιταλιστικό σύστημα οικο- νομίας (μη βασική, δευτερεύουσα τάξη). Με τη νίκη των σοσιαλιστικών μορορών οι- κονομίας καταργούνται όλες οι εκμεταλ- λευτικές τάξεις και αλλάζει ριζικά η ταξι- κή δομή της κοινωνίας. Ωστόσο, όπως δείχνει η πείρα, και στη φάση του σοσια- λισμού διατηρούνται ορισμένες ταξικές διαφορές ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αγροτιά. Οι διαφορές αυτές συν- δέονται με την ύπαρξη δύο μορφών σο^ σιαλιστικής ιδιοκτησίας, δηλαδή με την κρατική - παλλαϊκή και την κολχόζνικη - συνεταιριστική, που η ύπαρξη τους καθο- ρίζεται με τη σειρά της από το διαςρορε- τικό βαθμό κοινωνικοποίησης της παρα- γωγής και τη διαφορά ανάπτυξης των πα- ραγωγικών δυνάμεων στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία. Οι ουσιαστικές .διαφορές που διατηρούνται ακόμα ανά- μεσα στην πόλη και στο χωριό, ανάμεσα στη διανοητική και χειρωνακτική εργασία, αντανακλώνται στη δομή της κοινωνίας, που αποτελείται από την εργατική τάξη, τη συνεταιρισμένη αγροτιά και τη διανόη- ^ ση, ανάμεσα στις οποίες διαμορφώθηκαν σχέσεις σταθερής συμμαχίας. Η εργατική τάξη, στις συνθήκες του ανα- πτυγμένου σοσιαλισμού, είναι η πολυα- ριθμότερη τάξη της κοινωνίας. Το ειδικό βάρος της στον πληθυσμό της ΕΣΣΔ α- νέβηκε, από 14,6% το 1913, στα 33,7% το 1939 και στα 60,5% το 1981. Η εργατι- κή τάξη παίζει ηγετικό ρόλο στην κοινω- νία. Σε διάκριση από την εργατική τάξη, η α- ριθμητική δύναμη της συνεταιρισμένης αγροτιάς μειώθηκε (από 47,2% το 1939 στα 13,8% το 1981). Η μηχανοποίηση της αγροτικής οικονομίας, η άνοδος του τε- χνικού εξοπλισμού της εργασίας μετα- βάλλουν το χαρακτήρα της εργασίας του αγρότη, την κάνουν πιο παραγωγική, τη φέρνουν πλησιέστερα στην εργασία του εργάτη. Ο σοσιαλισμός επιταχύνει την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στη σφαί- ρα της πνευματικής εργασίας. Από το 1926 ώς το 1981 ο αριθμός αυτών που εργάζονται κυρίως πνευματικά αυξήθηκε στην ΕΣΣΔ πάνω από 12 φορές. Το ειδι- κό βάρος των υπαλλήλων στον πληθυσμό της ΕΣΣΔ αυξήθηκε από 2,14% το 1913 στα 16.5% το 1939 και στα 25,7% το 1981. Η ίδια η φύση του σοσιαλισμού κα- θορίζει τη βαθμιαία σύγκλιση όλων αυτών - των ομάδων και την εξάλειψη των διαφο- ρών ανάμεσα τους. Αυτή η διαδικασία συ- ντελείται, πριν απ* όλα, ως αποτέλεσμα της οικονομικής και πολιτιστικής ανόδου του χωριού, της μετατροπής της αγροτι- κής εργασίας σε παραλλαγή της βιομη- χανικής. Η διεύρυνση της κοινωνικοποίη- 162
Τάξεις σης της εργασίας στα κολχόζ (τους α- γροτικούς συνεταιρισμούς), η ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στα κολχόζ και τις κρατικές επιχειρήσεις, ο- δηγούν στη σύγκλιση της συνεταιριστι- κής και της παλλαϊκής ιδιοκτησίας. Ταυ- τόχρονα, με τη σύζευξη των αποτελε-, σμάτων της επιστημονικής - τεχνικής ε- πανάστασης με τα πλεονεκτήματα του σοσιαλισμού, συντελείται η διαδικασία σύγκλισης της χειρωνακτικής και της πνευματικής εργασίας. Η πείρα της ανά- πτυξης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ επι- τρέπει να υποθέσει κανείς ότι η διαμόρ- φωση της αταξικής δομής της κοινωνίας, βασικά και κύρια, θα πραγματοποιηθεί στα ιστορικά πλαίσια του ώριμου σοσιαλι- σμού. Ηγετική δύναμη αυτής της δκιδι- κασίας είναι η σημερινή εργατική τάξη (βλ. Υλικά του 26ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, 1981,. σελ. 52 - 54). Οι επιτυχίες στην κατάργηση των εκμε- ταλλευτικών τάξεων διέψευσαν στην πράξη τις διακηρύξεις των αστών θεωρη- τικών ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι «αιώ- νια», ότι η διαίρεση της κοινωνίας σε κυ- ρίαρχους και υποταγμένους είναι φυσικό φαινόμενο. Τις αστικές θεωρίες των τά- ξεων τις διακρίνει συνήθως η αντιιστορι- κή μέθοδος. Οι οπαδοί, π.χ., των βιολογ^' κών θεωριών υποστηρίζουν ότι στη βάση της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις βρίσκεται η διαφορετική βιολογική αξία των ανθρώπων, οι διαφορές στην κατα- γωγή, στη φυλετική τους προέλευση. Η πλειοψηφία των αστικών θεωριών απορ- ρίπτει τις υλικές αρχές διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις. Οι αστικές κοινω-^ νιολογικές θεωρίες επιδιώκουν είτε να αποσιωπήσουν τις διαφορές ανάμεσα στις τάξεις, είτε, αντίθετα, να τις θεωρή- σουν ως φυσικές και αξεπέραστες. Πολ- λοί αστοί κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι το ίδιο το προλεταριάτο «εξαφανίστηκε», ότι μετατράπηκε σε «μεσαία τάξη». Ω- στόσο, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία «μεσαία τάξη», υπάρχουν μόνο πο- λυάριθμα ενδιάμεσα στρώματα τα οποία δεν αποτελούν ενιαία τάξη. Η ύπαρξη τους με κανένα τρόπο δεν οδηγεί στην εξίοίοση της θέσης των αντίθετων τάξε- ων. Το ίδιο μάταιες και αβάσιμες είναι και οι προσπάθειες να υποκατασταθεί η διαί- ρεση της κοινωνίας σε αντίπαλες τάξεις με τη διαίρεση της σε ένα σύνολο από κοινωνικά στρώματα, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το επάγγελμα, το εισόδημα, τον τόπο κατοικίας, κ.ά. γνωρί- σματα. Ο μαρξισμός - λενινισμός δεν αρ- νείται, βέβαια, την ύπαρξη στην κοινωνία διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και ο- μάδων παράλληλα με την ύπαρξη των τά- ξεων. Ωστόσο, η θέση και ο ρόλος τους μπορούν να κατανοηθούν μόνο με βάση τη θέση που κατέχουν στην ταξική δομή της κοινωνίας και στην πάλη των τάξεων. Οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν να καλυ(ρθούν από τις επαγγελματικές, πο- λιτιστικές και άλλες διαφορές. Αυτές οι αντιθέσεις εξαφανίζονται μόνο με τη ρι- ζική αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, ύ- στερα από την επαναστατική ανατροπή των βάσεων της κεφαλαιοκρατικής κοι- νωνίας και τη δημιουργία της νέας, της σοσιαλιστικής κοινωνίας. • Μαρξ κ. και Ενγκελς Φ., Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος, Άπαντα, τ. 4· Μαρξ Κ., Εισαγωγή (Από τα οικονομικά χειρό- γραφα του 1857 - 58), στο ίδιο, τ. 12* του ί- διου, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βονα- πάρτη, στο ίδιο. τ. 8· του ίδιου, Το Κεφάλαιο, τ. 1-3, στο ίδιο, τ. 23 - 25' του ίδιου, Θεωρίες της υπεραξίας (4ος τ. «Κεφαλαίου»), στο ίδιο, τ. 26 (μέρ. 1 - 3)· Ενγκελς Φ.. Ανη - Ντύ- ρινγ, στο ίδιο, τ. 20 του ίδιου, Ο Λουδοβίκος Φουερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμα- νικής φιλοσοφίας, στο ίδιο. τ. 21, κεφ. 4* του ίδιου,·/-/ καταγωγή της οικογένειας της ατομι- κής ιδιοκτησίας και του κράτους, στο ίδιο* του ίδιου. Κοινωνικές τάξεις - Αναγκαίες και πε- ριττές, στο ίδιο, τ. 19· Λένιν Β. !., Ποιοι είναι 01 «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν ενά- 163
Τάξη «καθ' εαυτήν»... νηα στους οοοιαλδημοκράτες;, Απαντα, τ. 1 του ίδιου, Το οικονομικό περιεχόμενο της Θε- ωρίας των ναρόντνικων και η κριτική του στο βιβλίο του κ. Στρούβε, στο iöto, τ. 1 · του ίδιου, Άλλη μια εξόντωση του σοσιαλισμού, στο ί- διο, τ. 25* του ίδιου, Καρλ Μαρξ, στο ίδιο, τ. 26- του ίδιου, Κράτος και επανάσταση, στο ί- διο, τ. 33* του ίδιου, Η μεγάλη πρωτοβουλία, στο ίδιο, τ. 39* του ίδιου. Οικονομία και πολιτι- κή στην εποχή της δικτατορίας του προλετα- ριάτου, στο ίδιο* του ίδιου, Η παιδική αρρώ- στια του «αριστερισμού» στον κομμουνισμό, στο ίδιο, τ. 41 · Η ^ίεθντίς Διάσκεψη των κομ- μουνιστικών και εργατικών κομμάτων, Ντο- κουμέντα και υλικά. Μ., 1969' Υλικά του 25ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1976" Υλικά του 26ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μ.. 1981 Σόλ- ντσεφ Σ. Ι., Κοινωνικές τάξεις. Π., 1923* Σε- μιόνοκρ Β. Σ., Καπιταλισμός και τάξεις. Μ., 1969 Προβλήματα αλλαγής της κοινωνικής δομής της σοβιετικής κοινωνίας, Μ., 1968 Τάξεις, κοινωνικά στρώματα και ομάδες στην ΕΣΣΔ, Μ., 1968' ΙνοζέμτσεφΝ. Ν., Οσύγχρο- νος καπιταλισμός: νέα φαινόμενα και αντιφά- σεις, Μ., 1972' Γκλέζερμαν Γκ. Ε., Ο ιστορι- κός υλισμός και η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής κο/νωνισς, Μ., 1973, κεφ. 4 Ο επιστημονικός κομμουνισμός και η διαστρέβλωση του από τους αποστάτες, Μ., 1974· Ρούτκεβιτς Μ. Ν., Τάσεις ανάπτυξης της κοινωνικής δομής της σοβιετικής κοινωνίας. Μ., 1975' Η κοινωνική δομή της αναπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινω- νίας στην ΕΣΣΔ, Μ., 1976 Μικούλσκι Κ. Ι., Η ταξική δομή της κοινωνίας στις χώρες του σο- σιαλισμού, Μ., 1976· Σεμιόνοφ Β. Σ., Η διαλε- κτική της ανάπτυξης της κοινωνικής δομής της σοβιετικής κοινωνίας. Μ., 1977* Αμβρό- σοφ Α. Α., Από την ταξική διαφοροποίηση στην κοινωνική ομοιογένεια, Μ., λ21^' Η Δια- μόρφωση της κοινωνικής ομοιογένειας της σοσιαλιστικής κοινωνίας, Μ., 1981* Η δομή της σοσκιλισηκής κοινωνίας, 1970 - 77* Βι- βλιογραφικός πίνακας, με ρ. 1 2, Τάλλιν, 1980" βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Ταξική πά- λη. Γκ. Ε. Γκλέζερμαν Θεώρηση Νικ. Στέργιου Τάξη «καθ' εαυτήν»> και τάξη «δι* Ε- αυτή ν». ' Εννοιες του ιστορικού υλισμού που χαρακτηρίζουν την αντικειμενική και την υποκειμενική έκφανση της ουσίας μιας τάξης στην ιστορική διαδρομή της. Η διάκριση των εννοιών τάξη «καθ* εαυ- τήν» και τάξη «δΓ εαυτην» εκφράζει τις προϋποθέσεις της διαμόρφωσης των τά- ξεων και έχεΓ βαθιά θεωρητική και πολιτι- κή σημασία. Τάξη «καθ* εαμτήν» Γ,ίναι η βαθμίδα εξέλιξης της τάξης, κατά την ο- ποία η τάξη δεν έχει συνειδητοποιήσει α- κόμα τα δικά της ιδιαίτερα, αντικειμενικά καθορισμένα, θεμελιακά συμφέροντα, τις διαφορές τους, τις αντιθέσεις ή και τη σύμπτωση τους με τα συμφέροντα των άλλων τάξεων, και συνεπώς δεν προ- βάλλει δικό της κοινωνικοπολιτικό πρό- γραμμα. Ετσι, το προλεταριάτο, στην αρχική φάση της ανάπτυξης του, δεν α- ντιπαρέθετε τα δικά του συμφέροντα στα συμφέροντα του αντίποδα του: της αστικής τάξης. «Οι οικονομικές συνθή- κες μετέτρεψαν αρχικά τη μάζα του υ- περπληθυσμού σε εργάτες. Η κυριαρχία του κεφαλαίου δημιούργησε γι* αυτή τη μάζα μια κοινή κατάσταση και κοινά συμ- φέροντα. Έτσι, αυτή η μάζα αποτελεί ήδη μια τάξη σε σχέση με το κεφάλαιο, αλλά όχι ακόμα για τον ίδιο τον εαυτό της. Μέσα στον αγώνα... η μάζα αυτή συ- σπειρώνεται και συγκροτείται ως τάξη δι* εαυτήν» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., 'Α- παντα, τ. 4, σελ. 183). Η τάξη υπάρχει αντικειμενικά ως τάξη «καθ* εαυτην» από τη στιγμή κιόλας της διαμόρφωσης κάποιας συγκεκριμένης σχέσης μιας ομάδας ανθρώπων προς τα μέσα παραγωγής, η υποκειμενική της ό- μως διαμόρφωση εξαρτάται από ολόκλη- ρη σειρά καταστάσεων και συνθηκών ιδε- ολογικού, πνευματικού και κοινωνικοπο- λιτικού χαρακτήρα. ' Ετσι, στη διαμόρφω- ση του προλεταριάτου, σημαντικότατο ρόλο παίζουν: ο βαθμός διάδοσης της προλεταριακής κοσμοθεωρίας μέσα 164
Ταξική πάλη στους εργάτες' το επίπεδο της4^όρφΑ)- σης και της συνείδησης τους· η ύπαρξη μαρξιστικών - λενινιστικών κομμάτων οι διαστάσεις όλων των. μορφών ταξικού α- γώνα, και κυρίως του πολιτικού αγώνα ο χαρακτήρας της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στη χώρα* η οργανωτική συ- σπείρωση των μελών της τάξης* η απου- σία ρεφορμιστικής και αναθεωρητικής καθοδήγησης στις συνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις* η απουσία επίδρα- σης της αστικής και μικροαστικής ιδεο- λογίας στους εργάτες. Σε συνάρτηση μ* αυτές τις συνθήκες, η συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη «για τον εαυτό της» συντελείται ανισόμερα: σε ορισμέ- νες περιόδους επιταχύνεται, σε άλλες ε- πιβραδύνεται και απλώνεται σ' ένα μεγά- λο χρονικό διάστημα. Με άνισο επίσης τρόπο διαμορ(ρώνεται η ταξική συνείδη- ση στα διάφορα στρώματα της εργατικής τάξης* γρηγορότερα διαμορφώνεται στους εργοστασιακούς εργάτες, που α- ποτελούν τον πυρήνα του προλεταριά- του, την πιο συνειδητή και οργανωμένη πρωτοπορία του, οι εκπρόσωποι της ο- ποίας ενώνονται crra κομμουνιστικά και εργατικά πολιτικά κόμματα (βλ. επίσης, Τάξεις, Ταξική πάλη). • Μαρξ Κ., Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Απαντα, τ. 4, σελ. 83 - 84· Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ.. Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος, στο ίδιο, σελ. 431 - 434, 437 - 38. 446 - 47 Θεώρηση Παν. Κρητικού Ταξική πάλη. Η πάλη ανάμεσα σε τά- ξεις, τα συμφέροντα των οποίων είναι α- συμβίβαστα ή αντίθετα. Η ταξική πάλη α- ποτελεί το βασικό περιεχόμενο και την κινητήρια δύναμη της ιστορίας όλων των ανταγωνιστικών ταξικών κοινωνιών. Ο Κ. Μαρξ και ο Φ. ' Ενγκελς ανακάλυ- ψαν το μεγάλο νόμο της ιστορικής κίνη- σης των ταξικών κοινωνιών. Σύμφωνα με το νόμο αυτό «... κάθε ιστορική πάλη - που διεξάγεται είτε στον πολιτικό, θρη- σκευτικό, φιλοσοφικό, είτε σ* οποιονδή- ποτε άλλο ιδεολογικό τομέα- στην πραγ- ματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από κα- θαρή, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, έκφραση της πάλης των κοινωνικών τά- ξεων, ενώ η ύπαρξη αυτών των τάξεων και ταυτόχρονα η σύγκρουση ανάμεσα τους, με τη σειρά της, καθορίζεται από το βαθμό ανάπτυξης της οικονομικής τους κατάστασης, από το χαρακτήρα και τον τρόπο παραγωγής και τον εξαρτώμε- νο απ' αυτόν τρόπο ανταλλαγής» (Εν- γκελς Φ,βλ. Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 21, σελ. 259). Η θεωρία της ταξικής πάλης έχει τερά- στια μεθοδολογική σημασία για όλους τους τομείς των κοινωνικών επιστημών, γιατί δίνει τη δυνατότητα να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο της ιδεολο- γικής και πολιτικής πάλης σ' όλες τις μορφές της. Όπως υπογράμμιζε ο Β. Ι. Λένιν, οι άνθρωποι πάντα ήταν και θα εί- ναι αφελή θύματα απάτης και αυταπάτης στην πολιτική, μέχρι να μάθουν να αναζη- τούν πίσω από οποιεσδήποτε κοινωνικές φράσεις, δηλώσεις, υποσχέσεις, τα συμ- φέροντα αυτών ή εκείνων των τάξεων. Πηγή της ταξικής πάλης είναι η αντίθεση των ταξικών συμφερόντων. Ανάλογα με το χαρακτήρα αυτής της αντίθεσης, οι τάξεις διακρίνονται σε ανταγωνιστικές και μη ανταγωνιστικές. Ανταγωνιστικές, πρώτ' απ' όλα, είναι οι σχέσεις ανάμεσα στις βασικές τάξεις όλων των συστημά- των που στηρίζονται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο: ανάμεσα στους δούλους και τους δουλοκτήτες, τους α- γρότες και τους φεουδάρχες, τους προ- λετάριους και τους αστούς. Ανταγωνιστι- κές μπορούν να είναι επίσης και οι σχέ- σεις ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις συ- στημάτων που το ένα αντικαθιστά το άλλο (όπως, για παράδειγμα, ανάμεσα στους φεουδάρχες και την αστική τάξη). 165
Ταξική πάλη εάν τα θεμελιώδη συμφέροντα τους εί- ναι ασυμβίβαστα. Το πέρασμα από το ένα σύσπιμα στο άλλο πραγματοποιείται με την κοινωνική επανάσταση, η οποία, παρ* όλη την ποικιλία των μορφών της, είναι πάντα αποτέλεσμα και η ανώτατη έκφρα- ση της πάλης των τάξεων. «Ελεύθερος ή δούλος, πατρίκιος ή πληβείος, φεουδάρ- χης ή δουλοπάροικος, μάστορας ή κάλ- φας, με δύο λόγια, καταπιεστής και κατα- πιεζόμενος βρίσκονταν σ' ένα αιώνιο α- νταγωνισμό μεταξύ τους, διεξήγαγαν συ- νεχή πάλη, άλλοτε ανοιχτή, άλλοτε καλυμμένη που πάντοτε τελείωνε είτε με τον επαναστατικό ανασχηματισμό ο- λόκληρου του κοινωνικού οικοδομήμα- τος, είτε με το γενικό αφανισμό των αντι- μαχόμενων τάξεων», - έτσι χαρακτήριζαν ο Μαρξ και ο ' Ενγκελς τις βασικές φά- σεις της ταξικής πάλης μέχρι την εμφά- νιση του καπιταλισμού (στο ίδιο, τ. 4, σελ. 424). Ο καπιταλισμός απλούστευσε και απογύ- μνωσε τις ταξικές αντιθέσεις, θέτοντας αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες τάξεις, την αστική τάξη και το προλεταριάτο. Το προ- λεταριάτο είναι η πρώτη από τις καταπιε- ζόμενες τάξεις, που η ταξική πάλη της παίρνει πραγματικά διεθνιστικό χαρακτή- ρα και παγκόσμιες διαστάσεις. Σε αντίθε- ση με τις προηγούμενες καταπιεζόμε- νες τάξεις, το προλεταριάτο διεξάγει την ταξική πάλη με την καθοδήγηση του δικού του πολιτικού κόμματος, το οποίο το οπλίζει με την επιστημονική γνώση των θεμελιακών ταξικών συμφερόντων του και των τρόπων ικανοποίησης τους. Το προλεταριάτο διεξάγει την ταξική πά- λη με τρεις βασικές μορφές: οικονομική, πολιτική και ιδεολογική. Η οικονομική πά- λη είναι ο αγώνας για τα επαγγελματικά συμφέροντα των εργατών (αύξηση μι- σθών, μείωση του εργάσιμου χρόνου, βελτίωση των συνθηκών δουλειάς κ.λπ.). Η πάλη αυτή αποκρούει την επίθεση των επιχειρηματιών κατά του βιοτικού επιπέ- δου της εργατικής τάξης, προετοιμάζει τους εργάτες για αγώνες με ευρύτε- ρους στόχους, συντελεί στην επαναστα- τική διαπαιδαγώγηση και οργάνωση τους. Σ' αυτό τον αγώνα, αναπτύχθηκαν τα συνδικάτα, που συνενώνουν τις μάζες των εργαζόμενων και υπερασπίζουν τα συμφέροντα τους. Ο οικονομικός αγώ- νας, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, περιπλέκεται και εξελίσσεται σε πολιτικό αγώνα. Στις συνθήκες του κρατικομονο- πωλιακού καπιταλισμού ακόμα και ο αγώ- νας για τις καθημερινές οικονομικές α- νάγκες δεν μπορεί να έχει επιτυχία χω- ρίς την πολιτική πάλη. Οι μαρξιστές α- γωνίζονται τόσο ενάντια στους ρεφορ- μιστές, που προσπαθούν να ανάγουν την ταξική πάλη του προλεταριάτου σε οικονομικό αγώνα, όσο και ενάντια στη σεχταριστική υποτίμηση του οικονο- μικού αγώνα. Η πολιτική πάλη αποτελεί την ανώτατη μορφή ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Οι ιδιομορφίες αυτού του είδους της ταξικής πάλης του προ- λεταριάτου, σ' όλο το φάσμα ανάπτυξης της, είναι: 1) ότι η πάλη αυτή σημαίνει πάλη γκι τα θεμελιακά συμφέροντα του προλεταριάτου· 2) η πολιτική πάλη είναι καθολική ταξική πάλη· υποδηλώνει τον α- γώνα όχι μόνο των εργατών κάποιας επι- χείρησης ενάντια στον εργοδότη τους, αλλά ολόκληρης της τάξης των προλετά- ριων ενάντια στην τάξη των κε(ραλαιο- κρατών 3) στην πολιτική πάλη διαμορφώ- νεται το κόμμα - το οποίο αποτελεί τηνσ- νώτατη μορφή ταξικής οργάνωσης του προλεταριάτου. Το κύριο στην πολπική πάλη του προλεταριάτου είναι ο αγώνας του για την εγκαθίδρυση και εδραίωση της εξουσίας του. Η εππυχία αυτού του στόχου είναι αδύνατη χωρίς την ιδεολο- γική ταξική πάλη που το καθήκον της συ- νίσταται, πρώτ' απ' όλα, στην απελευθέ- ρωση του προλεταριάτου από την επιρ- ροή της αστικής ιδεολογίας. Η ιδεολογι- κή πάλη έχει σαν αποστολή της να ιββ
Ταξική πάλη διοχετεύσει στις μάζες του προλεταριά- του τη σοσιαλιστική ιδεολογία, πράγμα α- παραίτητο για τη μετατροπή της αυθόρ- μητης ταξικής πάλης σε πάλη συνειδητή. Η ιδεολογική πάλη του κόμματος του προλεταριάτου, που κατευθύνεται ενά- ντια σ* όλες τις μορφές της αστικής και ρεφορμιστικής ιδεολογίας, παίρνει σήμε- ρα ιδιαίτερα ευρείες διαστάσεις. Η έννοια «μορφές ταξικής πάλης» χρησι- μοποιείται επίσης και με στενότερη ση- μασία, με την έννοια δηλαδή των μέσων, των μεθόδων της ταξικής πάλης (απερ- γίες, διαδηλώσεις, αποχή από εκλογές, κοινοβουλευτική πάλη, ένοπλη εξέγερση κ.λπ.). Η επιτυχία της πάλης της εργατι- κής τάξης για τη νίκη της επανάστασης εξαρτάται από το βαθμό που αυτή η ίδια και το κόμμα της κατέχουν όλες τις μορ- φές πάλης, ειρηνικές και μη ειρηνικές, κοινοβουλευτικές και μη κοινοβουλευτι- κές, και είναι έτοιμοι για την πιο γρήγορη και αιφνίδια αντικατάσταση της μιας μορ- φής πάλης με άλλη. Σπουδαιότατη ιδιομορφία της ταξικής πάλης του προλεταριάτου στο σημερινό στάδιο της ιστορίας αποτελεί η οργανική σύζευξη της πάλης για τη δημοκρατία με την πάλη για το σοσιαλισμό. Η μετεξέλι- ξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό συνο- δεύεται από την επίθεση των μεγάλων μονοπωλίων ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των πλατιών μα- ζών του λαού σ* όλα τα μέτωπα. Ταυτό- χρονα, αυξάνουν οι δυσκολίες που δέχε- ται η μικρή και μεσαία αστική τάξη των πόλεων. Μ* αυτό τον τρόπο, μαζί με την όξυνση της βασικής ταξικής αντίθεσης της αστικής κοινωνίας -ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο- βαθαίνει και η αντίθεση ανάμεσα στην πλειοψηφία του έθνους και στα μονοπώλια. Αυτή η νέα διάταξη των ταξικών δυνάμεων δημιουρ- γεί τη δυνατότητα πραγματοποίησης συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα πιο πλατιά στρώματα του λαού στην πάλη τους για την ανατροπή της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Ο αγώνας για ειρήνη, δημοκρατία, για την υπεράσπιση της ε- θνικής ανεξαρτησίας, γκι θεμελιακές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, είναι αγώ- νας για πανδημοκρατικούς στόχους, που για την επιτυχία τους το προλεταριάτο μπορεί να συσπειρώσει πλατιά λαϊκά στρώματα, πράγμα που διευκολύνει τον αγώνα του για το σοσιαλισμό. Η προσέγ- γιση ενός σημαντικού μέρους της διανό- ησης και των υπαλλήλων προς το προλε- ταριάτο, η αύξηση της αριθμητικής δύνα- μης της φοιτητικής νεολαίας στις συνθή- κες της επιστημονικής τεχνικής επανάστασης, η όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων και η άνοδος της δραστη- ριότητας διαφόρων ομάδων του πληθυ- σμού αυξαίνουν τη μάζα «του εύφλεκτου υλικού» στις κεφαλαιοκρατικές χώρες και διευρύνουν τις γραμμές των δυνάμει συμμάχων του προλεταριάτου. Στις ση- μερινές συνθήκες η εργατική τάξη πα- ρουσιάζεται ως ο κυριότερος και ισχυρό- τερος αντίπαλος της εξουσίας των μονο- πωλίων, ως κέντρο συσπείρωσης όλων των αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η ταξική πάλη στα εθνικά πλαίσια συνυ- (ραίνεται στενά με την ταξική πάλη στο διεθνή στίβο. Η συνένωση της δύναμης των μονοπωλίων και του αστικού κράτους σ' έναν ενιαίο μηχανισμό συνδέεται και με τα διεθνή μονοπώλια. Στην πάλη τους ενάντια στο αυξανόμενο επαναστατικό κίνημα, τα αστικά κράτη δημιουργούν πο- λεμικές συμμαχίες και συνασπισμούς (NATO κ.ά.), που θέτουν σαν σκοπό τους όχι μόνο την εφαρμογή της ιμπεριαλιστι- κής πολιτικής στις διεθνείς σχέσεις, αλ- λά και την κατάπνιξη, με την εξωτερική επέμβαση, των επαναστατικών δυνάμε- ων σε διαφορές χώρες. Στη σημερινή εποχή επήλθαν ουσιαστι- κές αλλαγές στο συσχετισμό των ταξι- κών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα 167
Ταξική πάλη προς όφελος των εργαζομένων. Αυτό συνδέεται, πριν απ* όλα, με τη δημιουρ- γία του παγκόσμιου συστήματος του σο- σιαλισμού, που αποτελεί την κύρια κατά- κτηση της διεθνούς εργατικής τάξης. Με τη νίκη της Μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης και την εμ- φάνιση του σοσιαλισμού στο διεθνή στίβο σχηματίστηκε ένα νέο μέτωπο ταξικής πάλης: της πάλης ανάμεσα σε δύο κοινω- νικά συστήματα. Οι αμοιβαίες σχέσεις των δύο συστημάτων, οποιαδήποτε μορ- φή κι αν πάρουν -από την ένοπλη από- κρουση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότη- τας ώς την ειρηνική συνύπαρξη κρατών και τον οικονομικό συναγωνισμό του σο- σιαλισμού με τον καπιταλισμό- αποτε- λούν πεδίο ταξικής πάλης. Η πάλη των δύο συσπιμάτων εκφράζει τη βασική α- ντίθεση της σημερινής εποχής. Κάτω από την επίδραση αυτής της αντίθεσης εκτυλίσσεται σήμερα η ταξική πάλη στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ο διαμορφωμέ- νος συσχετισμός δυνάμεω;/ στο διεθνή στίβο δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για την κατάργηση του αποικιοκρατικού συστήματος του ιμπεριαλισμού και για την απελευθέρωση πολλών χωρών της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Α- μερικής. Η ταξική δομή αυτών των χω- ρών έχει ιδιαίτερα πολύπλοκο χαρακτή- ρα, γιατί η οικονομία τους στρεβλώθηκε από τον ιμπεριαλισμό, ενώ οι καπιταλιστι- κές σχέσεις σε μια σειρά χώρες συνυ- φαίνονται με προκαπιταλιστικές: φεου- δαρχικές ή προφεδουαρχικές σχέσεις. Στην εθνικοαπελευθερωτική πάλη ενά- ντια στον ιμπεριαλισμό, η οποία, ως προς το περιεχόμενο της, είναι πανδημοκρατι- κή, οι διάφορες τάξεις μπορούν να αγω- νίζονται σ' ένα ενιαίο μέτωπο. Στο βαθ- μό που επιλύονται τα εθνικοαπελευθε- ρωτικά προβλήματα προβάλλουν όλο και περισσότερο τα κοινωνικά προβλήματα, στα οποία με ιδιαίτερη οξύτητα εκφράζο- νται οι ταξικές αντιθέσεις. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα συνένωσης όλων των προοδευτικών δυνάμεων γύρω από την εργατική τάξη, η οποία είναι ο συνεπέστερος μαχητής για τη λύση των προβλημάτων της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης. Η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προ- λεταριάτου* δε σημαίνει διακοπή της τα- ξικής πάλης, αλλά τη συνέχιση της με νέες μορφές και νέα μέσα. Το προλετα- ριάτο μετατρέπεται σε κυρίαρχη τάξη και αποκτά ένα νέο όπλο της ταξικής πάλης: την κρατική εξουσία. Ύστερ' απ' αυτό, μια σειρά μορφές της ταξικής πάλης χά- νουν τη σημασία τους (εξέγερση κ.λπ.), ενώ εμφανίζονται νέες μορφές τις ο- ποίες μπορούμε να ονομάσουμε κρατι- κές. Ο Β. Ι. Λένιν μίλησε για τις εξής νέ- ες μορφές της ταξικής πάλης του προ- λεταριάτου: 1) καταστολή της αντίστα- σης των εκμεταλλευτών 2) εμφύλιος πόλεμος· 3) ουδετεροποίηση της μικρο- αστικής τάξης· 4) «χρησιμοποίηση» της αστικής τάξης και των αστών ειδικών 5) διαπαιδαγώγηση στο πνεύμα μιας νέας πειθαρχίας. Η πρώτη μορφή της ταξικής πάλης είναι καθολική, υποχρεωτική για ό- λες τις χώρες στη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Η δεύτερη δεν είναι υποχρεωτική για όλες τις χώρες. Όπως δείχνει η πείρα των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών, όταν υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για την ερ- γατική τάξη (βοήθεια από μέρους των σοσιαλιστικών χωρών και εξασθένιση του διεθνούς καπιταλισμού), υπάρχει η δυνα- τότητα να αποφευχθεί ο εμφύλιος πόλε- μος. Ο λενινιστικός ορισμός περιλαμβά- νει επίσης και τέτοιες νέες μορφές της ταξικής πάλης του προλεταριάτου, που εκφράζουν την επιρροή του στα μη προ- λεταριακά στρώματα των εργαζομένων, όπως η αγροτιά και η αστική διανόηση, α- κόμα και σε συντηρητικά στρώματα της εργατικής τάξης. Η συγκεκριμένη έκ- φραση αυτών των τύπων ταξικής πάλης 168
Ταξική πάλη μπορεί να είναι διάφορη. Για παράδειγμα, σ* ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να κα- ταστεί αναγκαία η πολιτική ουδετερο- ποίησης της μεσαίας αγροτιάς (όπως στην πρώτη περίοδο της προλεταριακής επανάστασης στη Σοβιετική Ρωσία), η ο- ποία κατόπιν αντικαθίσταται με την πολι- τική της σταθερής συμμαχίας με τη με- σαία αγροτιά. Στις χώρες της λαϊκής δη- μοκρατίας, σχεδόν παντού, δεν υπήρξε ανάγκη να εφαρμοστεί πολιτική ουδετε- ροποίησης της μεσαίας αγροτιάς, αλλά έγινε δυνατή αμέσως η αποκατάσταση συμμαχίας μαζί της. Αλλά και εδώ, η κρα- τική καθοδήγηση της αγροτιάς από την πλευρά της εργατικής τάξης αποτελού- σε ιδιαίτερη μορφή ταξικής πάλης. Το κύριο πρόβλημα της ταξικής πάλης στη μεταβατική περίοδο είναι το ζήτημα «Ποιος ποιόν», δηλαδή ποιος θα επι- κρατήσει, ο σοσιαλισμός ή ο καπιταλι- σμός; Ο μαρξισμός - λενινισμός απορρί- πτει τόσο τη δεξιά οπορτουνιστική θεω- ρία της χαλάρωσης της ταξικής πάλης, η οποία αρνείται τις ανταγωνιστικές αντι- θέσεις ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη, όσο και την αριστερί- στικη θεωρία για την ανάγκη υποδαύλι- σης της ταξικής πάλης. Η εργατική τάξη που βρίσκεται στην εξουσία δεν ενδια- φέρεται για την τεχνητή υποδαύλιση της ταξικής πάλης. Η όξυνση της ταξικής πά- λης μπορεί να προκληθεί από δύο αιτίες: 1) από τις ενέργειες των εχθρικών εκμε- ταλλευτικών τάξεων, οι οποίες αξιο- ποιούν την υποστήριξη που τους παρέχε- ται από τον κεφαλαιοκρατικό κόσμο, και 2) από την επίθεση σοσιαλιστικών στοι- χείων ενάντια σε καπιταλιστικά, η οποία προκαλεί ενίσχυση της αντίστασης των τελευταίων. Στις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας η τα- ξική πάλη πήρε, κατά κανόνα, λιγότερο οξυμένες μορφές απ* ό,τι στη Σοβιετική ' Ενωση, γεγονός που καθορίσπικε. πριν απ' όλα, από την αλλαγή του συσχετι- σμού των ταξικών δυνάμεων προς όφε- λος του σοσιαλισμού. Ωστόσο, η κοινωνι- κή εξέλιξη δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία* η ταξική πάλη, στην περίοδο οι- κοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορεί, εξ αιτίας διαφόρων μεταβολών στο εσωτε- ρικό ή το εξωτερικό της χώρας για ορι- σμένη περίοδο, να ενταθεί και να πάρει οξύτατες μορφές, μέχρι και την ένοπλη επίθεση των εχθρών του σοσιαλισμού ε- νάντκι στην εξουσία της εργατικής τά- ξης (όπως, π.χ., στην Ουγγαρία το 1956). Όπως δείξανε τα γεγονότα του 1968 στην Τσεχοσλοβακία και του 1980 - 81 στην Πολωνία, οι εχθροί του σοσιαλισμού μελετούν τα διδάγματα της ταξικής πά- λης και μπορούν να αποπειραθούν να πε- τύχουν τους σκοπούς τους μέσω της υ- ίτόσκαψης του σοσιαλισμού από τα μέσα, χρησιμοποιώντας γΓ αυτό τα αναθεωρη- τικά στοιχεία («σιωπηρή αντεπανάστα- ση»). Με την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, εξαλείφεται η βάση για ταξι- κές συγκρούσεις. Παρά την άποψη των αριστερίστικων σεχταριστικών στοι- χείων ότι είναι αναπόφευκτη η ταξική πά- λη στην περίοδο του σοσιαλισμού έως τη νίκη του κομμουνισμού, οι σχέσεις ανά- μεσα στις κοινωνικές ομάδες της σοσια- λιστικής κοινωνίας (εργάτες, συνεταιρι- σμένοι αγρότες, διανόηση) είναι σχέσεις φιλικής συνεργασίας. Όμως παραμένει το μέτωπο της ταξικής πάλης ενάντια στον εξωτερικό, τον κεφαλαιοκρατικό κόσμο. Στο εσωτερικό της κοινωνίας πα- ραμένει επίσης η αναγκαιότητα της πά- λης ενάντια στα καπιταλιστικά υπολείμ- ματα στη συνείδηση και στη συμπεριφο- ρά των ανθρώπων, ενάντια στην ιδεολο- γική κληρονομιά του παλιού κόσμου. Στις σημερινές συνθήκες, με την απότομη ό- ξυνση της ιδεολογικής πάλης ανάμεσα στα δύο συστήματα, ιδιαίτερη σημασία α- ποκτά ΤΟ αποφασιστικό ξεσκέπασμα των μηχανορραφιών του ιμπεριαλισμού, η 169
Ταξινόμηση κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση όλων των εργαζομένων, η ενίσχυση της ιδεολογι- κής δραστηριότητας του κόμματος. • Μαρξ Κ., Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Απαντα, τ. 6' του ίδιου, Η ταξική πάλη στη Γαλλία από το 1848 έως 1850, στο ίδιο, τ. 7' του ίδιου, Μισθός, τι- μή, κέρδος, στο ίδιο, τ. 16" του ίδιου, Ο εμφύ- λιος πόλεμος στη Γαλλία, στο ίδιο, τ. 17* του ίδιου, Κριτική του προγράμματος της Γκόττα, στο ίδιο, τ. 19" του ίδιου, [Επιστολή] στο Φ. h/ίπόλτε, της 23 Νοεμβρίου 1871, στο ίδιο, τ. 33· Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., «Εγκύκλιος επι- στολή» προς τους Α. Μπέμπελ, Β. Λίμπκνεχτ, Β. Μπράκκε κ.ά., της 17 Ί8.9.1879, στο ίδιο, τ. 34* ' Ενγκελς Φ., Η κατάσταση της εργατι- κής τάξης στην Αγγλία, στο ίδιο, τ. 2* του ί- διου. Σχετικά με την κριτική του σχεδίου του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος, 1891, στο ίδιο* Λένιν Β. Ι., Τι να κάνουμε:, Απαντα, τ. 6' του ίδιου. Δύο τακτικές της σοσιαλδημο- κρατίας στη δημοκρατική επανάσταση, στο ί- διο, τ. 11 · του ίδκ)υ, Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού, στο ίδιο, τ. 23' του ίδιου, Για τη φιλελεύθερη και μαρξι- στική έννοια της ταξικής πάλης, στο ίδιο* του Ιδιου, Η προλεταριακή επανάσταση και ο απο- στάτης Κάουτσκι, στο ίδκ), τ. 37 του ίδκ)υ, Για τη δικτατορία του προλεταριάτου, στο ίδιο τ. 39· Λαμπριόλα Α., Δοκίμια υλιστικής αντίλη- ψης της ιστορίας, μετφ. από τα ιταλ.. Μ., 1960* Πλεχάνοφ Γκ. Β., Οι πρώτες φάσεις της διδασκαλίας για την ταξική πάλη, Έργα, Τ. 11, Μ. - Λ., 1928 Προγραμματικά ντοκου- μέντα των κομμουνιστικών και εργατικών κομ- μάτων των κεφαλαιοκρατικών χωρών της Ευ- ρώπης, Μ., i960· Προγραμματικά ντοκουμέ- ντα του αγώνα για εφήνη, δημοκρατία και σο- σιαλισμό, Μ. 1961' Διεθνής Διάσκεψη των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων. Ντοκουμέντα και υλικά, Μ., 1969' Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ (Εγκρίθηκε στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ), Μ., 1976' Υλικά του 25ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1976; Υλικά του 26ου Συνε- δρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1981· βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Τάξεις, Γκ. Ε. Γκλέζερμαν θεώρηση Νικ. Στέργιου Ταξινόμηση. Σύστημα συνδυασμένων εννοιών (κλάσεων αντικειμένων) κάποιου πεδίου γνώσης ή δρασπιριότητας του ανθρώπου, που παριστάνεται συνήθως με μορφή δκΐφόρων σχημάτων (πινάκων) και χρησιμοποιείται, πρώτο, ως μέσο προσδιορισμού συνδέσεων μεταξύ αυ- τών των εννοιών ή κλάσεων αντικειμένων και, δεύτερο, για τον προσανατολισμό σπιν πολλαπλότητα των εννοιών ή των α- ντίστοιχων αντικειμένων. Η επιστημονική ταξινόμηση καθορίζει τις νομοτελειακές συνδέσεις μεταξύ των κλάσεων των αντι- κειμένων με σκοπό τον καθορισμό της θέσης του αντικειμένου στο σύστημα, το οποίο υποδηλώνει τις ιδιότητες του (τέ- τοιες, π.χ., είναι η βιολογική συστηματο- ποίηση, η ταξινόμηση των χημικών στοι- χείων και η ταξινόμηση των επιστημών). Η αυστηρή και ακριβής ταξινόμηση συνο- ψίζει ταυτόχρονα τα αποτελέσματα της προγενέστερης ανάπτυξης του δεδομέ- νου πεδίου της γνωστικής δκιδικασίας και παράλληλα σημειώνει την αρχή του νέου σταδίου στην ανάπτυξη του. Η ταξι- νόμηση συμβάλλει στην κίνηση της επι- στήμης από τη βαθμίδα της εμπειρικής συσσώρευσης γνώσεων στο επίπεδο της θεωρητικής σύνθεσης. Η ταξινόμηση, που βασίζεται σε επιστημονικές αρχές, όχι μόνο είναι, σε ανελιγμένη μορφή, ει- κόνα της κατάστασης της επιστήμης ή τμήματος της, αλλά και εππρέπει να γί- νουν θεμελιωμένες προγνώσεις ως προς άγνωστα ακόμα γεγονότα ή νομοτέλειες. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η πρόβλε- ψη, με βάση το περιοδικό σύστημα του Μεντελέγεφ, ιδιοτήτων στοιχείων που δεν είχαν ακόμα βρεθεί. θεώρηση Γ. Παπαγούνου Τάσ (κυριολεκτικά = οδός, δρόμος). Μία από τις σημαντικότερες έννοιες της κι- νέζικης φιλοσοφίας, κεντρική έννοκι του ταοϊσμού. Στη φιλοσοφία του Λάο - Τσε, 170
«Τάο τσανγκ» το τάο είναι ο αόρατος, πανταχού παρών, αντικειμενικός νόμος της φύσης, της αν- θρώπινης κοινωνίας, της συμπεριφοράς και της νόησης του μεμονωμένου ατό- μου, αναπόσπαστος από τον υλικό κόσμο που ο ίδιος κυβερνά (γι* αυτό το τάο ορι- σμένες φορές παραβάλλεται με την έν- νοια του λόγου στον Ηράκλειτο). Το τάο γεννά το άπειρο πλήθος των πραγμάτων είναι ακίνητο, και ωστόσο κάνει τα πάντα· το τάο είναι αιώνιο και ανώνυμο, κενό και ανεξάντλητο· ασυνέπεια προς το τάο ο- δηγεί στην καταστροφή. Στη διδασκαλία του Τσουάνγκ - τσε, το τάο είναι κάτι το αδρανές και αμορφοποίήτο· μπορεί κα- νείς να το μεταδόσει, όμως δεν μπορεί να το πάρει, μπορεί να το συλλάβει με το νου του, όχι όμως και να το δει* είναι αρ- χή και βάση για τον ίδιο του τον εαυτό, δεν εξαρτάται ούτε από χρόνο, ούτε από χώρο, δεν έχει αρχή ούτε τέλος, υπάρχει παντού και σ' όλα· να γνωρίσουμε το τάο σημαίνει να συλλάβουμε το νόμο της φύ- σης και να μπορέσουμε να τον ακολου- θήσουμε. Για το λεγκιστή νομικό Χαν Φέιτσι, το τάο είναι η προωτοαιτία εμφάνισης όχι μόνο του άπειρου πλήθους των πραγμάτων, αλλά και των διαφορών ανάμεσα τους, αυτό ταξινομεί το άπειρο πλήθος των νό- μων που ορίζουν τα πράγματα. Η απόκτη- ση του τάο οδηγεί, κατ' αυτόν, σε διάφο- ρα αποτελέσματα: άλλοι γίνονται σοφοί, άλλοι ανόητοι, άλλοι ευδοκιμούν και άλ- λοι καταστρέφονται. Όμως, λέει ο Φέι- τσι, ο ηγέτης οφείλει να κατέχει το τάο, για να μη γίνει σκληρός στο εσωτερικό της χώρας και επιθετικός στο εξωτερικό, γκιτί αυτό οδηγεί στην καταστροφή της. Διαφορετικά ερμηνεύεται το τάο στον κομφουκιανισμό. Πρώτα, κατά τον Κομ- φούκιο, το τάο δεν είναι κοσμολογική αρ- χή και αποκτά σημασία ηθικού νόμου, τρόπου συμπεριφοράς, καθήκοντος, γι' αυτό και εξαρτάται από τη μόρφωση: ο ουρανός χαρίζει στον άνθρωπο τη φύση. και η συμπεριφορά του σύμφωνα με τη φύση ονομάζεται τάο. ' Ετσι, το τάο τε- λειοποιείται με τη μόρφωση, καθώς και με το ζεν*, δηλαδή την ανθρωπιά. Αυτή η ιδέα αναπτύχθηκε περισσότερο από το Χαν Γιούι: η καθολική αγάπη ονομάζεται ανθρωπιά" η πρακτική έκφραση της αν- θρωπιάς ονομάζεται δικαιοσύνη* η συ- μπερκρορά σύμφωνα με την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη ονομάζεται τάο. Οι νεο- κομφουκκινιστές συγκρίνουν το τάο όχι μόνο με το ζεν, αλλά και με τον κόσμο, τη φύση: η ουσία των πράξεων του ουρα- νού (της φύσης) ονομάζεται μεταβολή, ο νόμος τους (αρχή) ονομάζεται τάο (Τσεν Χάο)· η διαδοχική κίνηση των δυνάμεων Γ/ν κω γιανγκ αποτελεί το τάο. Είναι αυτό που εξ αιτίας του το Γιν και το γιανγκ α- κολουθούν το ένα το άλλο (Τσεν -1)· το τάο πληροί το Σύμπαν, σε σχέση με τον ουρανό ονομάζεται Γιν και γιανγκ, σε σχέση με τη γη ονομάζεται δύναμη και α- δυναμία και σε σχέση με τον άνθρωπο ο- νομάζεται ανθρωπιά και δικαιοσύνη, (Λου τσγιου γιουάν). Ο όρος «τάο» χρησιμο- ποιείται και από άλλους φιλόσοφους. • Γιαν Χιν - Σουν, 0 αρχαίος κινέζος φιλόσο- φος Λάο - τσε και η διδασκαλία του, Μ. - Λ. 1950* Αθειστές, υλιστές, διαλεκτικοί της αρ- χαίας Κίνας, εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Λ. Ντ. Ποζνεβάγια, Μ., 1967, σελ. 196 - 203' The four books. transl. by J. Legge. Shanghai 1933· Wing - tsit Chan, Α soyrce book In Chi- nese phllosophy, Princeton, 1963. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου «Τάο τσανγκ» (^θηοαυροφυλάκιο των γραφών του ταο»). Ονομασία των απά- ντων του ταοϊσμού. Σύμφωνα με την πα- ράδοση του τάο, η σύνταξη του «Τάο τοανγκ» άρχισε το 745, το πιθανότερο ό- μως είναι ότι συντάχθηκε το 1008 - 17, στην περίοδο που κυβερνούσε ο αυτο- κράτορας Τσενγκ - Σουνγκ (998 -1022) της δυναστείας των Σουνγκ, οπαδός του 171
Tao'ioMöc ταοϊσμού. Ο κανόνας δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1019 και αποτελείτο από 4565 τόμους. Η συμπλήρωση του συνεχι- ζόταν ώς την εποχή των Μινγκ (1368 - 1644), όταν στις περιόδους 1436 - 49 και 1573 - 1619 πραγματοποιήθηκαν άλλες δύο εκδόσεις του. Το 1626 συντάχθηκε με σχόλια ο κατάλογος «Τάο τσανγκ». Στο «Τάο τσανγκ» περιλήφθηκαν τόσο τα κλασικά έργα («Τάο τε κινγκ», «Τοουάνγκ - τσε» κ.ά.), όσο και μεταγενέστερα έρ- γα* πολλές πραγματείες είναι ανώνυμες και αχρονολόγητες. • Αλεξέγεφ Β. Μ., Η κινέζικη λογοτεχνία. Ε- πιλογή έργων Μ., 1978, σελ. 34 - 35' Weich Η., Taolsm. The parting of the way, Boston 1966· Strickmann M., Longest Taoist scri- pture, «History of Religion», 1978, v. 17, p. 331 - 54. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Ταοΐσμός (κινέζικα τάο τσιά = σχολή του τάο). Μια από τις δύο βασικές κατευθύν- σεις της κινέζικης φιλοσοφίας (η δεύτε- ρη είναι ο κομφουκιανισμός). Εμφανίστη- κε το δεύτερο μισό της πρώτης χιλιετη- ρίδας π.Χ. ' Υστερα από τη διείσδυση του βουδισμού στην Κίνα, ο ταοϊσμός μαζί με το βουδισμό και τον κομφουκιανισμό α- ποτέλεσαν το «σαν τσιάο» (= τις τρεις θρησκείες) - τη φιλοσοφική - θρησκευτι- κή τριάδα των τριών αυτών ρευμάτων που συνυπήρχαν και ανταγωνίζονταν και που καθόρισαν την ιδεολογική ζωή της Κίνας ώς τον 20ό αιώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτής του ταοϊσμού θεω- ρείται ο Λάο - τσε, ωστόσο ο κυριότερος εκπρόσωπος του ήταν ο Τσουάνγκ - τσε. Για να εξυψώσουν το κύρος της διδασκα- λίας τους σπιν πάλη κατά του κομφου- κιανισμού, οι οπαδοί του ταοϊσμού ανακή- ρυξαν ιδρυτή του το θρυλικό ήρωα Χουάνγκ - τι (2697 - 2598 π.Χ.) και ο ταοϊ- σμός απόκτησε την ονομασία «Χουάνγκ - Λάο τσε σιουέ», δηλαδή διδασκαλία του Χουάνγκ - τι και του Λάο - τσε. Ο κλασικός ταοϊσμός (Λάι -τσε, Τσουάνγκ - τσε, Γιαν Τσου) αποτελούσε διδασκα- λία αφελούς υλιστικού χαρακτήρα με σπέρματα απλοϊκής διαλεκτικής. Ωστό- σο, τα στοιχεία μυστικισμού που περιείχε οδήγησαν τον ταοϊσμό, κατά το 2ο - 3ο μ.Χ. αιώνα, στη διάσπαση του σε φιλοσο- φικό (τάο τσια), που εκπροσωπείται κυ- ρίως από το νεοταοίομό*, και θρησκευτι- κό (τάο τσιάο) που διαμορφώθηκε σε «εκκλησία», της οποίας πρώτος πατριάρ- χης θεωρείται ο Τσανγκ ταο -λινγκ (Τσανγκ Φουχάν, 34-156 μ.Χ.)· Ο θρη- σκευτικός ταοϊσμός περιλαμβάνει μα- γεία, αλχημεία, θεραπευτική, δαιμονολο- γία και άλλα στοιχεία, που δεν είχαν τίπο- τε το κοινό ούτε με τη φιλοσοφία, ούτε με το δόγμα του κλασικού ταοϊσμού, με αποτέλεσμα τα όρια της έννοιας «ταοϊ- σμός» να είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτα. Ο θρησκευτικός ταοϊσμός διαδόθηκε ι- διαίτερα πλατιά στην εποχή των Τανγκ (618 - 907), έγινε αναπόσπαστο στοιχείο της «εθνικής λατρείας», των θρησκευτι- κών πεποιθήσεων και των ιεροτελεστιών των πλατιών λαϊκών μαζών. Είτε ως ανε- ξάρτητο δόγμα, είτε ως τμήμα της προα- ναφερμένης «τριάδας», αποτέλεσε την ιδεολογική βάση των μυστικών επανα- στατικών αιρέσεων και οργανώσεων («Ταϊπιντάο» = του «Δρόμου της μεγά- λης ισότητας», του «Ουντοουμιντάο» = του «Δρόμου των πέντε μέτρων του ρυ- ζιού», του «Μπάιλιαντσιάο» = της «Διδα- σκαλίας του λευκού λωτού» κ.ά.) και των αγροτικών εξεγέρσεων (όπως του «Χουάνγκ τσίν» = των «Κίτρινων μαντη- λιών») και άσκησε σημαντική επίδραση στους κινέζους ζωγράφους, συγγραφείς και ποιητές. Στη μακραίωνη ύπαρξη του ο ταοϊσμός πότε υφίστατο διωγμούς και πότε απολάμβανε την εύνοια των κυβερ- νητών, όπως του Τσίν Σιχουαντί (246 - 210 π.Χ.), του Τσιν - λι (156 -141 π.Χ.), του Γκάο - τσουν (650 - 683), του Σιουάν 172
Τάπας - τσουν (712 - 756) και άλλων. Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας εξαπολύθηκαν διωγμοί κατά την μυστικών αιρέσεων του ταοϊσμού. Η αφετηριακή - ιδέα του φιλοσοφικού τα- οϊσμού είναι η διδασκαλία του τάο, το ο- ποίο είναι ο δρόμος, ο προαιώνιος, φυσι- κός και καθολικός νόμος της αυθόρμη- της εμφάνισης, ανάπτυξης και εξαφάνι- σης όλου του Σύμπαντος. Από δω απορρέει και η αρχή της συμμόρφωσης με το τάο, δηλαδή της συμπερκροράς που θα είναι στο μικρόκοσμο σύμφωνη με το τάο (τη φύση) του ανθρώπου και στο μακρόκοσμο θα είναι σύμφωνη με το τάο του Σύμπαντος. Αν τηρηθεί αυτή η αρχή, τότε θα είναι δυνατή η αδράνεια (το «βου βέι» - δηλαδή η απραξία, μια από τις βασι- κές ιδέες του ταοϊσμού), που ωστόσο ο- δηγεί στην πλήρη ελευθερία, την ευτυ- χία, στην επιτυχία και στην προκοπή. Α- ντίθετα, κάθε ενέργεια που αντιφάσκει στο τάο σημαίνει απλή απώλεια δυνάμε- ων και οδηγεί στην αποτυχία και την κα- ταστροφή. Το Σύμπαν δεν είναι δυνατό να οδηγηθεί σε τάξη με τεχνητό τρόπο, για την επικυριαρχία σ' αυτό πρέπει να α- πελευθερωθούν οι εγγενείς δυνάμεις του. ΓΓ αυτό, ο σοφός κυβερνήτης ακο- λουθεί το τάο και δεν κάνει τίποτε για να κυβερνήσει τη χώρα, και τότε αυτή ακμά- ζει και κυριαρχείται από την ησυχία και την αρμονία. Το τάο επισκιάζεται από την ανθρώπινη μονομέρεκι, ενώ το ίδιο δεν έχει κανένα περιορισμό: ο βλαστός και ο στύλος, το τέρας και η πεντάμορφη, η μεγαλοψυχία και η παρασπονδία - όλα συνενώνονται από το τάο σε ένα ενιαίο σύνολο. Όλα τα πράγματα είναι ίσα με- ταξύ τους, και ο σοφός που είναι ελεύ- θερος από πάθος και προκατάληψη βλέ- πει με το ίδκ) μάτι και τον ευγενή, και το δούλο και συνενώνεται με την αιωνιότη- τα και με το Σύμπαν, και δε θλίβεται ούτε για τη ζωή. ούτε για το θάνατο, κατανοώ- ντας ότι πρόκειται για κάτι φυσικό και α- ναπότρεπτο. Οι ιδέες του ταοϊσμού ά- σκησαν μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της κινέζικης παιδείας και φιλοσοφίας. • Γιαν Γιουν - γκο, Ιστορία της αρχαίας κινέ- ζίκπς ιδεολογίας, μετφ. από τα κινέζ., Μ., 1957, σελ. 226 - 93" Η αρχαία κινέζυ<η φιλο- σοφία, τ. 1, Μ., 1972, σελ. 114 -138, 212 - 24, 248 - 94· Σκούρκιν Π. Β., Δοκίμιο για τον ταοι- σμό, Χαρμπίν, 1926* Αθειστές, υλιστές, δια- λεκτικοί της Αρχαίας Κίνας, εισαγωγή, μετφ. και σχόλια Λ. Ντ. Ποζντεβάγια, Μ., 1967' Πόρσνιεβα Ε. Μπ., Η διδασκαλία του «Λευκού λωτού» - η ιδεολογία της λαϊκής εξέγερσης του 1796 -1804, Μ., 1972, σελ. 8 - 29 Μαλιά- βιν Β. Β., Ο κόσμος ως παρομοίωση. Η πείρα του ταοϊσμού στην κινέζικη κουλτούρα, στο βιβ.: Η κοινωνία και το κράτος στην Κίνα, τ. 1, Μ.. 1978, σελ. 91 - 99* Welch Η., Taolsm. The parting of the way, Boston, 1966' Pollltella J., Taoism and Confuclanism, Jowa City, 1967· Weber M., The rellglons of China. Confucia- nism and Taoism, N.Y.,-L., 1968 Mcnauchton W., The Taoist Vision, Ann Arbor, 1971 · Saso M. R., Taoism and the rite of cosmic renewal, Wash., 1972. Σ. Κούτοερα θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τάπας (σανσκριτικά, από το τάπα = ζέ- στη, θέρμανση, φλόγα). Ιδιόμορφος και χαρακτηριστικός τύπος του ινδικού ασκη- τισμού, που ιδιαίτερο γνώρισμα του απο- τελούν οι ενεργητικές μέθοδοι κατανίκη- σης των αισθήσεων (εξαντλητικές στά- σεις, βασανιστήρια με φωτώ, με νερό κ.λπ.) και η αυξημένη σωματική και ψυχι- κή ένταση. Γενικά ανάγεται στο προ- βραχμανικό βεδικό στρώμα του πολιτι- σμού, όμως, επειδή συνδέθηκε πολύ νω- ρίς με το βραχμανισμό, έγινε αναπό- σπαστο συστατικό των βραχμανοϊνδουι- στικών συστημάτων, συγγενεύει εν μέ- ρει με το γιανισμό και τον ύστερο βουδι- σμό. Ξεκινά από την αντίληψη της ενότη- τας όλων των δυνάμεων του ανθρώπου (σωματικών, ψυχικών, πνευματικών). ' Ε- Ι 73
Top VT τσι, η καταστολή της δραστηριότητας της (χραίρας των αισθήσεων του ανθρώπου θεωρείται τρόπος μεταμόρφωσης και πνευματοποίησής της, και, έτσι, ενίσχυ- σης του πνευματικού Είναι, πράγμα που οδηγεί στην υπέρβαση της συνηθισμένης κατάστασης του ψυχισμού. Το τάπας συγγενεύει με την πρακτική της γιόγκα και του ταντρισμού. • Osman J. C, The mystics ascetics and sants India, L. 1905* Wood E., The occult trai- ning of the Hindus, L, 1931. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούασου Ταρντ (Tarde) Γκαμπριέλ (12.3.1843, Σάρλα, -13.5.1904, Παρίσι). Γάλλος κοι- νωνιολόγος και εγκληματολόγος, ένας από τους ιδρυτές της ψυχολογικής κα- τεύθυνσης στη δυτική κοινωνιολογία. Σύμφωνα με τον Ταρντ, η κοινωνική εξέ- λιξη ανάγεται σε διαπροσωπικές δκιδικα- σίες και η κοινωνιολογία στην ουσία ταυ- τίζεται με τη «διαψυχολογία» («ίηίβφβν- chologie»»). Κατ* επέκταση, την πρόοδο της κοινωνιολογίας την αντιλαμβανόταν μέσω της παραπέρα ψυχολογικοποίησής της (βλ.: «Νέες ιδέες στην κοινωνιολο- γία», τεύχος 2, ΣΠ-ργκ, 1914, σελ. 69 - 78). Βασικές κοινωνικές διεργασίες, κατά τον Ταρντ, είναι η «εφεύρεση» (την οποία α- ντιλαμβάνεται με την πιο πλατιά έννοια, από τις τεχνικές τελειοποιήσεις μέχρι τις νέες κοινωνικές - πολπικές ιδέες και ηθικές αξίες) και η μίμηση, στις οποίες αργότερα πρόσθεσε και την «αντιπαρά- ταξη» (κοινωνική σύγκρουση). Οι εφευ- ρέσεις -η μοναδική πηγή κοινωνικής προόδου- είναι αποτέλεσμα της δη- μιουργικότητας μεμονωμένων ατόμων και εφαρμόζονται στις περιπτώσεις, που οι ίδιες οι εφευρέσεις συμφωνούν βασι- κά με τις υπόλοιπες ιδιαιτερότητες της δοσμένης κοινωνίας και του συγκεκριμέ- νου πολιτισμού. ΓΓ αυτό, από ένα σύνο- λο εφευρέσεων μόνο ορισμένες γίνονται δεκτές και δκιδίδονται. Βασική κοινωνική σημασία έχει η μίμηση (που μπορεί να υ- πάρχει με τη μορφή των εθίμων ή της μό- δας), χάρη στην οποία εμφανίζονται ομα- δικές και κοινωνικές αξίες και κανόνες, ενώ τα άτομα που αφομοιώνουν όλα αυτά κοινωνικοποιούνται, δηλαδή αποκτούν τη δυνατότητα να προσαρμόζονται στις συνθήκες της κοινωνικής ζωής. Το πιο χαρακτηριστικό, κατά τον Ταρντ, είναι η τάση μίμισης των «ανώτερων» κοινωνι- κών στρωμάτων από τα «κατώτερα». Η κοινωνική αντιπαράταξη («Opposition») είναι αποτέλεσμα της αλληλόδρασης α- νάμεσα σε οπαδούς αντίθετων εφευρέ- σεων. Ο Τάρντ έδινε ιδκιίτερη σημασία στην ε- πίδραση που ασκούν ορισμένα μέσα επι- κοινωνίας, όπως το τηλέφωνο, ο τηλέ- γραφος, η μαζική έκδοση βιβλίων και ιδίως των εφημερίδων. Τα μέσα αυ- τά αποτελούν σημαντικό παράγοντα κοι- νωνικού ελέγχου. Διακρίνοντας την ψυ- χολογία του ατόμου από την ψυχολο- γία του όχλου, όπου η ανθρώπινη ατομι- κότητα καταπνίγεται (ο άνθρωπος γίνεται υπερβολικά ευερέθιστος, χάνει την πνευματικότητα του, υποτάσσεται στη συμπεριφορά του όχλου), ο Τάρντ ξεχω- ρίζει και κάποιο ενδιάμεσο κρίκο ανάμε- σα τους - το κοινό, που διαμορφώνεται με τη βοήθεια ακριβώς των μέσων μαζι- κής επικοινωνίας και χωρίς να είναι, ό- πως ο όχλος, ενωμένος κατά φυσικό τρόπο, διαθέτει κοινή αυτοσυνείδηση. Μια σειρά ιδέες του Τάρντ είχαν θετική σημασία για την ανάπτυξη της κοινωνικής ψυχολογίας, ωστόσο οι ψυχολογικές βά- σεις της θεωρίας του είναι απαράδε- κτες, γιατί στηρίζονται στο φιλοσοφικό ι- δεαλισμό και στον ψυχολογικό ρεντου- ξιονισμό (αναγωγισμό*). Ο Τάρντ άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στην αμερικανική κοινωνιολογία και κοινωνική ψυχολογία (Ε. Ρος, Τσ. Ελβουντ, Ντ. Μπόλντουιν, 174
Τατάκης Τσ. Κούλεϋ) παρά στη γαλλική. Οι αντιλή- ψεις του επέδρα(χιν στις θεωρίες της «μαζικής κοινωνίας», στις έρευνες των μαζικών επικοινωνιών και της διάδοσης των νεοτερισμών. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Οι νόμοι της μίμησης, ΣΠ- ργκ, 1892* Κοινωνυ&ι λογική, ΣΠ-ργκ, 1901" Κοινωνική γνώμη και όχλος, Μ. 1902* Προοω- πικότητα και όχλος, ΣΠ-ργκ, 1903 Οι κοινωνι- κοί νόμοι, ΣΠ-ργκ. 1906. • Πλεχάνοφ Γκ. Β., Γράμματα χωρίς διεύθυν- ση, Επιλογή φιλοσοφικών έργων, τ. 5, Μ. 1958, σελ. 294 - 95,302· /στορ/α της αστικής κοινωνιολογίας του 19ου και των αρχών του 20ού αι., Μ. 1979, κεφ. 5· Mllet J., G. Tardeet la Philosophie de I' histoire. P.. 1970. θεώρηση Β. Φίλια Ταρσκι (Tarski) Αλφρεντ (γεν. 14. 1. 1902, Βαρσοβία). Πολωνός λογικός και μαθηματικός, ένας από τους κύριους εκπροσώπους της σχολής Λβοφ - Βαρ- σοβίας. Από το 1939 ζει στις ΗΠΑ. Η συμβολή του ήταν σημαντική στην επε- ξεργασία μεθόδων λύσης του προβλήμα- τος απόφασης, στη θεωρία μοντέλων, σπι θεωρία της δυνατότητας ορισμού εν- νοιών, στην ανάπτυξη αλγεβρικών μεθό- δων μελέτης του λογκιμού των κατηγο- ρημάτων, στη θεωρία λογικών με τύπους άπειρου μήκους, στην πλειότιμη λογική και σε άλλους τομείς της μαθηματικής λογικής και των θεμελίων των μαθηματι- κών. Θεμελιωτής της τυπικής σημαντι- κής. Στην εργασία του «Η έννοκι της α- λήθειας στις τυποποιημένες γλώσσες» ο Τάρσκι όρισε την κλασική έννοια της α- λήθειας για μια μεγάλη ομάδα τυποποιη- μένων γλωσσών. Στον Τάρσκι ανήκει μια σειρά ερευνών στον τομέα της μεθοδο- λογίας των παραγωγικών επιστημών. Οι εργασίες του Τάρσκι στη σημαντική και τη μεταλογική άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της σημειωτικής και χρη- σίμευσαν ως υπόδειγμα ε(ραρμογής τυπι- κών μεθόδων γκι την ανάλυση περιεκτι- κών προβλημάτων και θεωριών. ■ Undecidable theories. Ν.Υ., 1954 (συνσυγ- γραφέας)' Logic, semntics. metamathema- tics, Oxf., 1956* Εισαγωγή στη λογική και τη μεθοδολογία των παραγωγικών επιστημών, Μ., 1948' Αλήθεκι και απόδειξη, «Βαπρόσι φι- λοσόφιι^, 1972, τεύχος 8. • Τσουντίνοφ Ε. Μ., Η φύση της επιστημονι- κής αλήθειας, Μ., 1977, κεφ. 1. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Τάση. Η κατεύθυνση εξέλιξης κάποιου φαινομένου ή δκιδικασίας Η τάση απο- τελεί μορφή εκδήλωσης των νόμων, οι ο- ποίοι γενικά «... δεν υπάρχουν αλλοιώς στην πραγματικότητα παρά μόνο με τη μορφή της προσέγγισης, της τάσης...» (Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Άπαντα τ. 39 σελ. 355). Σε ένα και το αυτό φαινόμενο μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές, ακόμα και αντιθετικές τάσεις. Σε όμοια ή συγγενικά ως προς την προέλευση συ- στήματα συχνά παρατηρούνται όμοιες τάσεις εξέλιξης (όπως, π.χ., στα θερμο- δυναμικά κλειστά συστήματα εμφανίζο- νται τάσεις αύξησης της εντροπίας* στους βιολογικούς πληθυσμούς εμφανί- ζονται τάσεις οικολογικής προσαρμογής μέσω της φυσικής επιλογής). Η διάκριση της κύριας, της κυρίαρχης τάσης αποτε- λεί τη σημαντικότερη στιγμή τόσο κατά την ιστορική, όσο και κατά τη δομολει- τουργική ανάλυση οποιουδήποτε ανα- πτυσσόμενου αντικειμένου. Βάση για την κατανόηση της κύριας τάσης διαμόρφω- σης του αντικειμένου αποτελεί η διαλε- κτική δυνατότητας και πραγματικότητας. θεώρηση Στ Φασουλάκη (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Τατύκης Βασίλειος (1896 - 1986). Γεν- νήθηκε στην Ανδρο. Σπούδασε φιλολο- 175
Ταύτιση για και φιλοσοφία στην Αθήνα και στο Πα- ρίσι. Για πολλά χρόνια υπηρέτησε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε όλη την ιεραρχία. Το 1958 διορίστηκε τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπι- στήμιο Θεσσαλονίκης. Δημοσίευσε πολ- λά έργα φιλοσοφικά, ερευνητικού ή συ- σπιματικού χαρακτήρα. Το έργο, όμως, που καθιέρωσε τον Τατάκη ως ερευνητή της ιστορίας της φιλοσοφίας και αποτε- λεί πραγματική συμβολή του στην Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, είναι «Η Βυ- ζαντινή φιλοσοφία» του. Εκδόθηκε αρχι- κά στη γαλλική γλώσσα (1949) ως τμήμα της Ιστορίας της φιλοσοφίας του Emile Brehler. Μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε το 1977 Επειδή η βυζαντινή φιλοσοφία είναι έκ- δηλα υπηρετική της πίστης, ο συγγραφέ- ας -για να δικαιώσει το έργο του- γράφει στον πρόλογο του: «Εξένιζε τους πολ- λούς, και μάλιστα τους ορθολογιστές, να μιλήσουν για φιλοσοφία και για φιλοσοφι- κή σκέψη χυμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της μέσα στα καλούπια θρησκευ- τικής και ειδικότερα θεολογικής όρασης του κόσμου... Ο ιστορικός της φιλοσο- φίας δεν έχει απλώς το δικαίωμα, αλλά έ- χει την υποχρέωση να μελετήσει όλους τους δρόμους που ακολούθησε η σκέψη κάτω από τις διαφορετικές κάθε φορά συνθήκες και να αναζητήσει σε όλες αυ- τές τις μορφές την πορεία του πνεύμα- τος». ' Αποψη σεβαστή, όχι όμως καθολι- κά αποδεκτή, «αφού για να μιλήσουμε για φιλοσοφία απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αδέσμευτη και αδογμάτιστη πορεία του ανθρώπινου λόγου», όπως ο ίδιος ο συγ- γραφέας συνοψίζει την άποψη των ορ- θολογιστών (σελίδα 8 του βιβλίου του). Φ. Κ. Βώρος Ταύτιοη (ταυησμός) στην ψυχολογία και κοινωνιολογία. Η διαδικασία της συναι- σθηματικής ή άλλης συνταύτισης του α- τόμου με άλλο άτομο, με ομάδα ή με κά- ποιο πρότυπο. Τον όρο εισήγαγε ο Φρόυδ. Στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία σαν υπόδειγμα ταύτισης αναφέρεται, συ- νήθως, η ταύτιση του παιδιού με τους γο- νείς του, είτε του ενός, είτε του άλλου φύλου. Στην κοινωνιολογική και κοινωνι- κοψυχολογική βιβλιογραφία ο όρος από- κτησε πιο πλατιά σημασία και υποδηλώ- νει, απ' τη μια πλευρά, τη μίμηση, τη μι- μητική συμπεριφορά και, απ' την άλ- λη -ιδκιίτερα στις έρευνες της προσω- κικότητας- τη συναισθηματική συνένω- ση με το αντικείμενο. Θεώρηση Β. Φίλια "Ταυτολογία στ77 λογική. 1) Ακραία περί- πτωση του λογικού παραλογισμού «λήψη του ζητούμενου» (λατ. petitio principil) και ακριβέστερα: όταν ορίζεται ή αποδει- κνύεται κάτι κυκλικά (λατ. idem per i- dem). 2) Στη δίτιμη κλασική λογική ο ό- ρος «ταυτολογία» χρησιμοποιείται, όπως και ο όρος λονικός νόμος* γκι να υποδη- λώσει γενικά τους τύπους με σημασία πάντα -αληθών ή εκ ταυτότητος αλη- θών- οι οποίοι είναι αναλλοίωτοι ως προς το δυνατό πραγματικό περιεχόμενο (ση- μασίες) των παραμέτρων που υπεισέρχο- νται στους τύπους, δηλαδή σπιν πραγμα- τική «κατάσταση πραγμάτων» στον κό- σμο. ΓΓ αυτό σ' αυτή τη λογική, ακολου- θώντας το Λάιμπνιτς, οι ταυτολογίες ονομάζονται αληθείς «σε όλους τους δυ- νατούς κόσμους» ή «αιώνιες αλήθειες», «αναγκαίες αλήθειες», αλήθειες λόγω των αιτημάτων της κλασικής λογικής κ.λπ. Παράδειγμα ταυτολογίας είναι ο τύ- πος που εκφράζει την αρχή του απο- κλειομένου τρίτου. 3) Στην πλειότιμη λο- γική ταυτολογίες ονομάζονται οι τύποι, οι οποίοι σε οποκιδήποτε συλλογή από το παραδεδεγμένο «γενικευμένο» σύστημα τιμών των μεταβλητών δκιτηρούν μια και την αυτή διακεκριμένη σημασία. Οι ταυ- 17β
Ταυτότητα ιολογίες μ' αυτή την έννοια χρησιμο- ποιούνται, ειδικότερα, στις αποδείξεις α- νεξαρτησίας* των αξιωμάτων. • Βιτγκενστάιν Λ., Tractatus Logico - Phllo- sophlcus, Αθήνα: Παπαζήσης, 1978* Τσερτς Α.. Εισαγωγή στη μαθηματική λογική, μετφ. απ* τ' αγγλ., τ. 1, Μ., 1960. Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Ταυτόσημη αλήθεια. Ιδιότητα των σύν- θετων προτάσεων, οι οποίες είναι αλη- θείς λόγω της τυπικής - λογικής δομής και νοήματος τους (ερμηνείας) και των λογικών πράξεων που υπεισέρχονται σ* αυτές. Τέτοιες προτάσεις μόνο πιθανο- λογικά περιγρά(ρουν γεγονότα (τάξεις γεγονότων), για τα οποία ομιλούν οι στοι- χειώδεις προτάσεις που υπεισέρχονται σ' αυτές και τα οποία συνιστούν την «ύλη» τους. Στην ουσία εκφράζουν λογι- κά νοηματοδοτημένες συνδέσεις μετα- ξύ των προτάσεων, συνδέσεις, οι οποίες γεννούν πάντοτε αληθή σκέψη ανεξάρ- τητα από το σε ποιο πεδίο γνώσης, σε ποιο «υλικό» εκφέρεται αυτή η σκέψη. Το αναλλοίωτο ως προς το περιεχόμενο της σκέψης και η ικανότητα να χαρακτη- ρίζεται μόνο η τυπική ορθότητα της έκ- φρασης της αποτελεί όρο της γενικής ε- πιστημονικής σημασίας της ταυτόσημης αλή&Βίας: οι ταυτόσημες αλήθειες, οι καταγραμμένες σε συστήματα λογικών νόμων, υπεισέρχονται μη - αντιφατικά σε οποιοδήποτε πεδίο της ανθρώπινης γνώ- σης, σχηματίζοντας τη «λογική της υφή», τη λογική βάση των εφαρμοζόμενων σ' αυτό το πεδίο γνώσης τρόπων διαλογι- σμού. θεώρηση Γ. Παπαγούνου Ταυτότητα. ' Εννοια, που εκφράζει την οριακή περίπτωση της ίσότητας* αντικει- μένων, όπου όχι μόνο όλες οι ιδιότητες γένους και είδους, αλλά και όλες οι ατο- μικές τους ιδιότητες συμπίπτουν. Η σύ- μπτωση των ιδιοτήτων γένους και είδους (ομοιότητα*) γενικά δεν περιορίζει τον α- ριθμό των πραγματικά εξισωμένων δια- φόρων αντικειμένων - το είδος μπορεί να είναι και άπειρη συλλογή. Όμως η σύμ- πτωση των ιδιοτήτων γένους και είδους με όλες τις ατομικές ιδιότητες (εξατομί- κευση*) αναγκαστικά οδηγεί σε ένα αντι- κείμενο ή σε μονομελές σύνολο, στο ο- ποίο τα αντικείμενα διαφέρουν μόνο συμβατικά - αριθμητικά. Στη σύγχρονη θεωρία της ταυτότητας η δυνατή ανεξαρτησία της ταυτότητας από την ενεργεία άπειρη εξατομίκευση των αντικειμένων εκφράζεται από τη συνθή- κη αντικατάστασης (αμοιβαίας αντικατα- στασιμότητας) των ταυτόσημων, η οποία δηλώνει ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση η διαδικασία της αφαίρεσης, η οποία συν- δέεται με την ταυτότητα καιη οποία ανα- φέρεται σε κάποιο πεδίο υπό μελέτη α- ντικειμένων (βλ. Αφαίρεσης αρχή), παρέ- χει εξαντλητική περιγραφή αυτού του πεδίου, δηλαδή το διαμερισμό του σε στοιχεία. Γι' αυτό, το ζήτημα της πληρό- τητας περιγραφής του σύμπαντος της ε- πιστημονικής θεωρίας σε συμφωνία με την αρχή της αντικατάστασης συμπληρώ- νεται από το ζήτημα για τα δυνατά εκ- φραστικά μέσα περιγραφής, π.χ., για τη γλώσσα της επιστημονικής θεωρίας και τις βασικές της αφαιρέσεις. Η σχετικό- τητα της πληρότητας περιγραφής που προκαλείται από τη συνθήκη στην αντικα- τάσταση, πρέπει να συμπληρωθεί από τον απόλυτο χαρακτήρα εκείνης της πε- ριγραφής με εκείνη την έννοια, όπου η ί- δια η δυνατότητα αντικατάστασης πρέπει να αντανακλά μια ορισμένη σταθερά στο περιεχόμενο της γνωστικής μας διαδικα- σίας, η αντικειμενικότητα της οποίας εί- ναι εγγυημένη από τις θεμελιώδεις αρ- χές της επιστημονικής θεωρίας (του τύ- που .της αρχής της απροσδιοριστίας ή της απαγορευτικής αρχής στην κβαντική μηχανική). Το γεγονός ότι η ταυτότητα υ- Φ.Α. 5-12 177
Ταυτότητα πάρχει ήδη ανεξάρτητα από την επιθυμία μας να ταυτισθούν ή να διακριθούν αντι- κείμενα, εκφράζεται στο διττό ισχυρισμό της αρχής της αντικατάστασης και της ταυτότητας: χ = χ. Οι αρχές αυτές υπει- σέρχονται και οι δύο στον ορισμό της έν- νοιας της ταυτότητας και στη διττή αλή- θεια των οποίων εκδηλώνεται η διαλεκτι- κή της διαδικασίας της γνώσης. Στην καθαρή λογική η διατύπωση της συνθήκης της αντικατάστασης (με μετα- βλητή στον τύπο) προσδίδει στην έννοια της ταυτότητας χαρακτήρα οριακά γενι- κό - απόλυτης αφαίρεσης. 'Ομως, στις φυσικές - επιστημονικές θεωρίες (στην εφαρμοσμένη λογική) οι συνθήκες στην αντικατάσταση καθορίζουν την ταυτότη- τα ως σχετική αφαίρεση, ως ισότητα σχε- τικά ορισμένων κατηγορημάτων, αφού την αναγάγουν στη σύμπτωση μόνο εκεί- νων των ιδιοτήτων, οι οποίες υποδηλώνο- νται από τη δεδομένη θεωρία. Γενικά, η καθαρά λογική έννοια για το «ένα και το αυτό» στην πρακτική και τη θεωρία υλο- ποιείται σε συγκεκριμένες γνωσιολογι- κές παραλλαγές: στην πρακτική -λόγω των περιορισμών, τους οποίους η διαδι- κασία της αντίληψης επιφέρει στη διαδι- κασία της ταύτισης· στη θεωρία - λόγω της επάρκειας του αποθέματος των ιδιο- τήτων, που μπορούν να ορισθούν στη θε- ωρία, για κρίσεις που αφορούν την ταυ- τότητα σ' αυτή τη θεωρία. ' Ομως, αν και η κατανόηση της ταυτότητας, που περιο- ρίζεται έτσι, δεν αποκλείει τα μη - απόλυ- τα (τα ονομαζόμενα ποπ - Standard) μο- ντέλα για ταυτότητες, όλη η ισοδυναμία της σχετικής και απόλυτης κατανόησης της ταυτότητας είναι υποχρεωτική στο διάστημα της αφαίρεσης της ταύτισης, αφού γενικά το διάστημα αφαίρεσης εί- ναι η πληροφορία για τα δυνατά μοντέλα αφαίρεσης, που εξάγεται μόνο από την ί- δια την αφαίρεση. Η ερμηνεία βάσει λογικών μοντέλων δεί- χνει ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δη- λώνει ότι αν κάποια θεωρία με σχετική ταυτότητα έχει μοντέλο, τότε έχει μο- ντέλο κατά την απόλυτη ερμηνεία αυτής της ταύτισης, δηλαδή έχει σταθερό μο- ντέλο. Στο διάσπιμα ερμηνείας γι* αυτή την κατάσταση εισάγεται η έννοια για το καθαυτό σύμπαν της θεωρίας, η πλήρης περιγραφή του οποίου συνδέεται με την αφαίρεση της ταύτισης ως προς γνωρί- σματα, που είναι εκφρασμένα με κατηγο- ρήματα, τα οποία μπορούν να ορισθούν στη δεδομένη θεωρία. Μια τέτοια σχετι- κή ταυτότητα είναι απόλυτη στο σύμπαν της θεωρίας· αυτή επάγεται φυσικά στα σύμπαντα των μοντέλων της, αν τα τε- λευταία είναι γνωστά όχι αυτά καθαυτά, αλλά μόνο ως πρότυπα του σύμπαντος της θεωρίας. Σ' αυτή την περίπτωση εί- ναι προςρανές, ότι η αλλαγή των αφαιρέ- σεων της θεωρίας μπορεί να οδηγήσει σε κατ' αρχήν διαφορετική πληροφορία για τα μοντέλα της. Η διαφορά της παραπάνω ερμηνείας των συνθηκών των μοντέλων με τις ταυτότη- τες συνδέεται με διάφορες θεωρίες της ταυτότητας - της γλωσσολογικής, που ε- πικρατεί στη λογική και ανάγεται στο Φρέγκε, και της γνωσιολογικής, που επι- κρατεί στη φιλοσοφία και ανάγεται στο Λάιμπνιτς. Σύμφωνα με την πρώτη, το νόημα της ταυτότητας είναι καθαρά και μονοσήμαντα ορισμένο για οποιεσδήπο- τε δομές και θεωρίες. Είναι σταθερό κα- τηγόρημα, η σημασία τοα οποίου χρησι- μεύει ως λογική συνάρτηση, αληθής, ό- ταν στα ορίσματα της συμπίπτει ένα και το αυτό αντικείμενο στο μοντέλο, στο ο- ποίο ερμηνεύεται το κατηγόρημα της ταυτότητας. Έτσι, η σημασία των λέξε- ων «ένα και το αυτό» αναφορικά με ένα συγκεκριμένο μοντέλο βγαίνει έξω από τα πλαίσια της γλωσσολογικής θεωρίας της τατυτότητας, ενώ το νόημα της ίδιας της ταυτότητας ανάγεται στην περίπτω- ση της γλωσσικής συνωνυμίας είναι ταυτότητα ονομάτων, σημείων. Σύμφωνα 178
Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν με τις γνωσιολογικές θεωρίες, το κατη- γόρημα της ταυτότητας απαιτείται να θε- ωρηθεί, γενικά, ως μεταβλητό, όπως στη συνάρτηση της έννοιας «ένα και το αυτό αντικείμενο στη δεδομένη θεωρία», δη- λαδή, όπως στη συνάρτηση εκείνης της α(ραίρεσης της ταύτισης, η οποία εκφρά- ζει την αντικατάσταση σ' αυτή τη θεω- ρία. Γι' αυτό η γνωσιολογική θεωρία επι- τρέπει να μιλάμε για ταυτότητα διαφό- ρων αντικειμένων κυριολεκτικά, έξω από το ρόλο τους ως σημεία. Επιπλέον, η θε- ωρία αυτή για κρίσεις για ταυτότητες, α- ληθείς στο διάστημα αφαιρέσεων της θε- ωρίας, κατοχυρώνει και την αναγκαιότη- τα τους, θεμελιώνοντας αυτή την ανα- γκαιότητα με αιτήματα της θεωρίας και επιλύοντας, έτσι, τροπικά παράδοξα της ταυτότητας. Η γλωσσολογική θεωρία, α- ντίθετα, αρκείται στις τυχαίες ταυτότη- τες, αφού η συνωνυμία είναι τυχαία ιδιό- τητα της γλώσσας. • Τάρσκι Α., Εισαγωγή στη λογική και τη με- θοδολογία των παραγωγικών επιστημών, με- τφ. απ* τ* αγγλ.. Μ., 1948* Γκόρσκι ντ. Π., Ζη- τήματα αφαίρεσης και ο σχηματισμός των εν- νοιών, Μ., 1961· ΚλΙνι Σ. Κ.. Μαθημαηκή λογι- κή, μετφ. απ* τ* αγγλ., Μ., 1973· Φρέγκε Γκ., Νόημα και καταδήλωση, μετφ. απ* τα γερμ., στο βιβ.: Σημειωτική και πληροφορική, Μ., 1977· Νοβοσιόλοφ Μ. Μ., Η κατηγορία της ταυτότητας και τα μοντέλα της, στο 0ιβλ.: Κυ- βερνητική και διαλεκτική, Μ., 1978. Χίλμπερτ Ντ., Μπερνέις Π., Οι βάσεις των μαθηματι- κών, μετφ. από τα νέου., [τ. 11, Μ., 1979* Ide- ntily and Individuation, Ν. Υ., 1971. Μ. Μ. Νοβοσιόλοφ Θεώρη<π) Γ Παπαγούνου Ταυτότητα, νόμος της (λατ. lex identi- tatis). Στην προταοιακή λογική, νόμος της σταθερότητας των προτάσεων: ο- ποιαδήποτε Ολοκληρωμένη, τελική σκέ- ψη (κρίση), που εκφράζεται με ορισμένη μορφή πρότασης και έχει ορισμένη αλη- θοτιμή, πρέπει να διατηρεί την πρωταρχι- κή της μορφή και σημασία της σε κάποιο γνωστό εκ των προτέρων ή υπονοούμενο γενικό πλαίσιο. Το γενικό πλαίσιο δράσης του νόμου της ταυτότητας στις μεταβλη- τές στον προτασιακό λογισμό δεν είναι καθορισμένο και περιορισμένο, αλλά στις φράσεις της λογικής (στα μοντέλα) κα- θορίζεται από το ρόλο των προτάσεων σχετικά με τα μοντέλα. Από την ιδιαιτε- ρότητα αυτή του νόμου της ταυτότητας διέπεται, ειδικότερα, και η επιλογή των παραμέτρων κατά τη μετάφραση από τη φυσική γλώσσα στη γλώσσα της λογικής: στα πλαίσια της δεδομένης μετάφρασης κάθε παράμετρος μπορεί να αντικατα- στήσει μόνο μια πρόταση - σταθερά και διάφορες προτάσεις - σταθερές πρέπει να αντικατασταθούν από διαφορετικές παραμέτρους. Το αδιαμφισβήτητο του νόμου της ταυτότητας στον κλασικό και τον ενορατικό λογισμό μπορεί να εκφρα- στεί από το θεώρημα: αν κατά τον ισχυρι- σμό μιας πρότασης γίνεται άρνηση ο νό- μος της ταυτότητας, τότε παράλληλα γί- νεται άρνηση και του ισχυρισμού αυτής της πρότασης. Στη λογική των κατηγορη- μάτων ο νόμος της ταυτότητας διατηρεί- ται πλήρως για εκείνο το μέρος του, το οποίο συμπίπτει με την προτασιακή λογι- κή, και για το σύμπαν του υπονοούμενου μοντέλου εισάγεται η έννοια της ταυτό- τητας που έχει σημασία για όλη τη λογι- κή. • Νοβοσιόλοφ Μ. Μ. Η κατηγορία της ταυτό- τητας και τα μοντέλα της, στο βιβ.: Κυβερνη- τική και διαλεκτική, Μ., 1978. Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν (Teilhard de Char- din) Πιέρ (1.5.1881, πύργος Σαρσέν κο- ντά στο Κλερμόν - Φερράν, Οβέρν, 10.4.1955, Νέα Υόρκη). Γάλλος φιλόσο- φος, επιστήμονας (γεωλόγος, παλαιο- ντολόγος, αρχαιολόγος, ανθρωπολόγος) 179
Ζεϊγιάρ ντε Σαρντέν και καθολικός θεολόγος. Μέλος του τάγ- ματος των Ιησουιτών (1899), ιερωμένος (1911). ' Ενας από τους πρώτους που α- νακάλυψαν το σινάνθρωπο κοντά στο Πε- κίνο (1929). Σκοπό της ζωής του ο Τεϊ- γιάρ ντε Σαρντέν έθεσε τη ριζοσπαστική ανανέωση της χριστιανικής διδασκαλίας, τη ριζική μεταρρύθμιση της θρησκείας σε αντιστοιχία με τη σύγχρονη επιστήμη. Εξ αιτίας της θρησκευτικής του ετερο- δοξίας, που απέρριπτε τα ορθόδοξα εκ- κλησιαστικά δόγματα, ο Τεϊγιάρ ντε Σαρ- ντέν έχασε το δικαίωμα να διδάσκει, να εκδίδει τα φιλοσοφικά - θεολογικά του συγγράμματα και εξορίστηκε από τη Γαλ- λία με επέμβαση των εκκλησιαστικών αρ- χών. Έζησε στην Κίνα πάνω από 20 χρόνια. Για να κάνει παλαιοντολογικές έ- ρευνες γύρισε όλες τις ηπείρους. Τελι- κά, αφού εξορίστηκε για δεύτερη φορά από τη Γαλλία, έζησε στις ΗΠΑ. Ο Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν θεωρούσε βασικό ελάττωμα της ορθόδοξης θωμικής θεο- λογίας τη στατικότητά της, την οποία ο ί- διος επιδίωξε να ξεπεράσει με τη βοή- θεια της θεωρίας της εξέλιξης. Απορρί- πτοντας το βιβλικό μύθο της δημιουργίας από το θεό του πρωτόπλαστου -του γε- νάρχη όλης της ανθρωπότητας- ο Τεϊ- γιάρ ντε Σαρντέν πρέσβευε ότι ο άνθρω- πος είναι το τελειότερο αποτέλεσμα μιας μακραίωνης εξέλιξης του οργανικού κόσμου, ο οποίος με τη σειρά του είναι το αποτέλεσμα εξέλιξης του ανόργανου κόσμου. Ο Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν διακρίνει τρία διαδοχικά, ποιοτικά διαφορετικά, στάδια εξέλιξης: το στάδιο της «προζω- ής» (λιθόσφαιρα), το στάδιο της «ζωής» (βιόσφαιρα) και το στάδιο του «φαινομέ- νου του ανθρώπου» (νοόσφαιρα). Απορρίπτοντας τόσο το δυϊσμό, όσο και τον υλισμό και την πνευματοκρατία (σπι- ριτουαλισμό), ο Τεϊγιάρ όρισε τη φιλοσο- φική του θέση οαν «μονιομό». Η ενότητα ύλης και συνείδησης στηρίζεται στο ότι η ύλη είναι η «μήτρα» της πνευματικής αρ- χής. Στη φυσική («εφαπτόμενη») ενέρ- γεια, η οποία φθίνει, με βάση τους νό- μους της εντροπίας, αντιτίθεται η πνευ- ματική (ακτινική) ενέργεια, η οποία αυξά- νει κατά τη διαδικασία της εξέλιξης. Η πνευματική αρχή ενυπάρχει σε κάθε υ- παρκτό ον: ως πηγή της ακεραιότητας (της ολικότητας) υπάρχει ήδη σε λανθά- νουσα μορφή μέσα στο μόριο και στο ά- τομο. Στη ζωντανή ύλη η συνείδηση απο- κτά ψυχική μορφή. Στον άνθρωπο γίνεται «αυτοσυνείδηση» (ο άνθρωπος «ξέρει ότι ξέρει»). Κινητήρια δύναμη της εξέλιξης είναι, κα- τά τον Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν, η σκόπιμα κατευθυνόμενη συνείδηση («ορθογένε- ση»). Η εξέλιξη στον Τεϊγιάρ ντε Σαρ- ντέν παίρνει θεολογική μορφή: η τελική ελκτική της δύναμη -η κορυφή της προ- όδου- είναι το σημείο Ωμέγα (το συμβο- λικό σήμα του Χριστού). Η «κοσμογένε- ση» μετατρέπεται στον Τεϊγιάρ ντε Σαρ- ντέν σε «χριστογένεση». Η εμφάνιση του ανθρώπου, κατά τον Τεϊ- γιάρ ντε Σαρντέν, δεν αποτελεί την απο- περάτωση της εξέλιξης, αλλά το κλειδί της ανοδικής τελειοποίησης του κόσμου. Η ενανθρώπιση του υιού του θεού (ο Τεϊ- γιάρ ντε Σαρντέν αμφισβητεί τη γέννηση του Ιησού Χριστού από την παρθένα Μα- ρία) εκφράζει τον αποκλειστικό ρόλο του ανθρώπου στη μετέπειτα εξέλιξη. Ο υ- πάρχων κόσμος δεν είναι τέλειος. Τα αν- θρώπινα πάθη (που συμβολίζονται με τη σταύρωση του Χριστού) είναι το κίνητρο της ενεργητικής σύμπραξης του ανθρώ- που για την τελειοποίηση της ύπαρξης του. Η αυτοσυνείδηση -η πηγή της «προ- σωποποίησης»- έχει σαν συνέπεια της την «κοινωνικοποίηση», η οποία στον Τεϊ- γιάρ ντε Σαρντέν νοείται ως ομοψυχία. Οι κοινωνικές απόψεις του Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν έχουν ουμανιστικό χαρακτήρα, όμως είναι υπερβολικά ουτοπικές. Σύμ- φωνα μ* αυτές, η κοινωνική πρόοδος στηρίζεται σε ηθική αρχή: σπιν καθολική 180
Τεκμηρίωση αγάπη τα ηθικά κίνητρα περιβάλλονται με θρησκευτικό μανδύα, η τάση «προς τα ε- μπρός» συνδυάζεται με την επιδίωξη «προς τα άνω». Το κοινωνικό ιδανικό του Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν ταυτίζεται με τη «δευτέρα παρουσία» του Χριστού. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η θεολογία του Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν μετεξελίσσεται σε χριστο- λογία. Η διδασκαλία του Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν διαδόθηκε πλατιά στους κύκλους της διανόησης τόσο στη Γαλλία, όσο και σ' άλλες χώρες. Ο «τεϊγιαρισμός» έγινε το πιο έγκυρο θεολογικό σύστημα που αντι- παρατίθεται στο νεοθωμισμό. ■ Oeuvres, ν. 1 - 13, Ρ., 1955 - 76· σε ρωο. μετφ.: Το φαινόμενο του ανθρώποα Μ., 1965. • Πλουζάνσκι Τ., Ορισμένα στοιχεία των α- πόψεων του Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν, στο βιβ.: Από τον Ερασμο του Ρόττερνταμ έως τον Μπ. Ράσσελ, Μ., 1969* Μπαμπόσοφ Ε. Μ., Ο «τεΙγΐαρισμός>^\ μια προσπάθεια σύνθεσης της επιστήμης και του χριστιανισμού, Μινσκ, 1970* Πάσικα Β. Μ., Η θεολογία και η επιστή- μη στην ερμηνεία του «τεϊγιαρισμού», στο βιβ.: Επιστήμη και θεολογία του 20ού αι., Μ., 1972· Σάχαροβα Τ. Α., Από τη φιλοσοφία της ύπαρξης στο στρουκτουραλισμό, Μ., 1974, σελ. 178 - 95· Phlzanski Τ., Marksizm a feno- men Teilharda, [Warsz.], 1967' Guenot C, P. Telhard de Chardln, [P., 1958]· Cuypers H., Vocabulalre Tailhard de Chardin, P.. 1963· Baudry Gr. - H., Plerr Teilhard de Chardin, Bibliographie (1881 1972), lille, 1972. Θεώρηση Στ. Φαοουλάκη TfcKci (Tokei) Φέρεντς (γεν. 3.10.1930, Βουδαπέσπι). Ούγγρος φιλόσοφος και φιλόλογος, αντεπιστέλλον μέλος της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών (ΟΑΕ) (1973). Στα 1969 - 72 διετέλεσε διευθυ- ντής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας της GAE. Από το 1979 διευθύνει το Τμήμα Α- νατολής της ΟΑΕ. Οι βασικές του εργα- σίες αναφέρονται στα προβλήματα της ι- στορίας, της ιστορίας της λογοτεχνίας και φιλοσοφίας της Κίνας, του ιστορικού υλισμού. Το 1970 του απονεμήθηκε κρα- τικό βραβείο. ■ Α Klnai elegia szUletese. Κ' lU Jüan es Kora, Bdpst, 1959· Α KInal riodalom rövid tortenete, Bdpst., 1960 (σε συνεργ. με τον Ρ. MIklos)· Klnai fllozofia, Köt 1 - 3, Bdpst. 1962 - 67' Az «azsiai termelesi med» Rerdeseher. Bdpst, 1975· MUfajelmelet kinaban a III - VI szaza- dban. (Liu Hie elmelet a költöi mufajokrol). Bdpst, 1967' Antikvitas es feudalizmus, Bdpst. 1969· Vaziatok a kinai irodalomrol. Bdpst, 1970· Sinologiai mühely, Bdpst, 1974* Α szocializmus dialektikasahoz, Bdpst, 1974* Α tarsadalmi formak marxista elmeletenek nehany kerdese. Tanulmanyok, Bdpst, 1977* σε ρωσ. μετφ.: Σχετικά με 777 θεωρία των κοι- νωνικών σχηματισμών, Μ. 1975. θεώρηση Νικ. Στέργιου Τεκμηρίωση. Ικανή συνθήκη για κάτι: λ.χ. το Είναι, η γνωστική διαδικασία, η σκέψη, η δραστηριότητα. Τεκμηρίωση υ- λικών (ραινομένων είναι, π.χ., οι αιτίες τους. Τεκμηρίωση ενεργειών είναι τα κί- νητρα τους. Τεκμηρίωση κρίσεων είναι άλλες κρίσεις (προκείμενες) ή η εμπει- ρία. Η αναζήτηση τεκμηρίωσης ονομάζε- ται θεμελίωση. Θεμελιώνω κάτι σημαίνει παραθέτω τεκμηρίωση (λόγους) για τη στήριξη του, το κάνω πειστικό. Με την έννοια αυτή θεμελίωση αποτελούν εξί- σου και η υπόδειξη της αιτίας, και η επα- γωγή από το γεγονός, και η λογική παρα- γωγή. Υπάρχουν διάφορα επίπεδα και βά- θος τεκμηρίωσης. Στη ocpaipa της παρα- γωγής οι έσχατες τεκμηριώσεις είναι λογικοί νόμοι: καθένας τους θεμελιώνει τη λογικά ορθή σύνδεση των κρίσεων. ΓΓ αυτό, για να θεμελιώσουμε κάποια σύν- δεση κρίσεων, πρέπει να την φέρουμε στη μορφή λογικού νόμου. Παράλληλα, η έλλειψη δυνατότητας να δειχθεί η τεκ- μηρίωση μιας κρίσης δεν αποτελεί λογική μαρτυρία του ψευδούς αυτής της κρί- σης, εκτός αν αυτή η ίδια η έλλειψη δυ- νατότητας, με τη σειρά της, δεν είναι θε- 181
Τελέζιο μελιωμένη λογικά. Ωστόσο, το τελευταίο αυτό συχνά παραμελείται με τον περιορι- σμό σπιν υποκειμενική βεβαιότητα για την έλλειψη τεκμηρίωσης. Γι' αυτό δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που ορισμέ- νες θέσεις, οι οποίες εθεωρούντο για μεγάλο χρονικό διάστημα ψευδείς, απέ- κτησαν αργότερα επαρκή τεκμηρίωση της αλήθειας τους. Σ' αυτό, ειδικότερα, εκδηλώνεται ο αντικειμενικός χαρακτή- ρας της τεκμηρίωσης, καθώς και του νό- μου του αποχρώντος λόγου ο oπofoς έ- χει στη (κλασική ενορατική και ελαχιστι- κή) λογική ένα σημαντικό ανάλογο θεώ- ρημα: αν κατά την παραδοχή μιας κρίσης απορρίπτεται η ακολουθία της από κά- ποια προκείμενη, τότε η παραδεδεγμένη κρίση αυτή είναι ψευδής. Το ζήτημα της αναζήτησης και της νομι- μότητας της τεκμηρίωσης για την εκτίμη- ση κρίσεων ανάγεται στην Αρχαιότητα. Ο Πλάτων, διαφωνώντας με τους σοφι- στές, παρατηρούσε ότι η τεκμηρίωση δεν πρέπει να συνίσταται στην υποκειμε- νική θέληση του ανθρώπου, αλλοιώς θα πρέπει να αναγνωρίζεται η νομιμότητα των αντιφατικών προκείμενων και να θε- ωρούνται οποιεσδήποτε κρίσεις θεμε- λιωμένες. Η σκέψη αυτή αναπτύχθηκε στην αριστοτελική «αρχή της μη - αντίφα- σης», ενώ στη σύγχρονη λογική - στην α- παίτηση καθαρά λογικής θεμελίωσης των επιστημονικών θεωριών. θεώρηοη Γ. Παπαγούνου Τελέζιο (Telesio) Μπερναρντίνο (1509, Κοζέντσα, - 2.10.1588. Κοζέντσα). Ιτα- λός φιλόσοφος της φύσης της εποχής της Αναγέννησης. Τελείωσε το Πανεπι- στήμιο της Πάδουας (1535). Βασικά του έργα είναι: «Πα τη φύση των πραγμάτων ούμφωνα με τις δικές της αρχές» («De rerum natura iuxta propria principia», 1565- διευρ. έκδ., libri 1 - 9,1586, σύγχρ. έκδ., 1965.1976). Αντίπαλος του σχολα- στικού αριστοτελισμού, ίδρυσε ακαδημία (Academia Telesiana, ή Cosentina) με σκοπό την πειραματική μελέτη της φύ- σης στη βάση των νόμων της. Η φιλοσο- φία της φύσης του Τελέζιο στηρίζεται στις παραδόσεις του αρχαίου υλοζωι- σμού. Τα αντίθετα στοιχεία, το θερμό και το ψυχρό, κατά τον Τελέζιο, αποτελούν τις κινητήριες αρχές του παντός, οι ο- ποίες επιδρούν πάνω στην αδρανή ύλη. Το θερμό είναι η πηγή κάθε οργανικής ζωής, καθώς και του ζωτικού «πνεύμα- τος» (Spiritus), το οποίο έχει λετπτ) υλική υφή και ενυπάρχει τόσο στα ζώα, όσο και στον άνθρωπο ο οποίος παράλληλα μ* αυτό έχει και αθάνατη ψυχή, που εμφύ- σησε μέσα του ο θεός. Στη θεωρία της γνώσης ο Τελέζιο ανέπτυξε σενσουαλι- στικές (αισθησιαρχικές) απόψεις. Βάση της ηθικής, κατά τον Τελέζιο, είναι η επι- δίωξη κάθε ζωντανού όντος προς αυτο- συντήρηση. Ο προσανατολισμός του Τε- λέζιο στην πειραματική γνώση άσκησε μεγάλη επίδραση στον Καμπανέλλα, κα- θώς και στους Μπρούνο, Ντεκάρτ και Φ. Μπέικον. • Γκορφούνκελ Α. Χ, Η φιλοσοφία της επο- χής της Αναγέννησης, Μ. 1980 Fiorentino F., Β. Telesio.... ν. 1 - 2, Firenze, 1872 - 74 Ge- ntlle G., Β. Telesio, Bari, 1911* Troilo E., B. Telesio, Roma, 1924 Van Deusen N. C, Te- lesio: the first of the moderns. N.Y.. 1932' Ab- bagnano N., B. Telesio, Mil., 1941. θεώρηση Στ. Φασουλάκη Τελεολογία (από τις αρχαιοελληνικές λέξεις: τέλος, που σημαίνει αποτέλεσμα, ολοκλήρωση, σκοπό, και λόγος, που ση- μαίνει διδασκαλία). Ιδεαλιστική διδασκα- λία για την ύπαρξη σκοπού και τη σκοπι- μότητα στον κόσμο. Σε αντίθεση με το ντετερμινισμό (αιτιοκρατία), και κάποτε σαν «συμπλήρωση» του, η τελεολογία προβάλλει ένα ιδιαίτερο είδος αιτιότη- τας: την αιτιότητα του σκοπού, που απα- 182
Τελεολογία ντά στο ερώτημα: για τί\ για ποιο σκοπό συντελείται η μια ή η άλλη διαδικασία στη φϋση. Η αρχή αυτή των τελικών αιτίων (Causa finalis - «τελικό αίτιο», κατά τον Αριστοτέλη), σύμφωνα με την οποία ο ιδε- ατός αυτός σκοπός, το τελικό αποτέλε- σμα, ασκεί αντικειμενική επίδραση στην πορεία της διαδικασίας, παίρνει διάφο- ρες μορφές στις διάφορες διδασκαλίες για την τελεολογία. Ωστόσο, σ* όλες τις περιπτώσεις διατηρείται το κύριο στοι- χείο της τελεολογίας - η ιδεαλιστική αν- θρωπομορφοποίηση των διαδικασιών της φύσης, η απόδοση σκοπού στη φύση, η μεταφορά σ' αυτή της ικανότητας να θέ- τει σκοπούς, μιας ικανότητας που στην πραγματικότητα χαρακτηρίζει μόνο τον άνθρωπο. Αυτό το χαρακτηριστικό της τελεολο- γίας, στην πιο καθαρή μορφή του, εκφρά- ζεται στη θεωρία της «εξωτερικής σκοπι- μότητας», που επιβάλλεται δήθεν από το θεό, στην ανθρωποκεντρική και ωφελιμι- στική τελεολογία, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος έγινε «γκι την εξυπηρέτηση των σκοπών του ανθρώπου» (Βολφ κ.ά.). Ωστόσο, το χαρακτηριστικό αυτό υπάρχει και στην «εγγενή τελεολογία» (δηλαδή σπιν τελεολογία που θέτει εσωτερικό σκοπό στην ανάπτυξη της φύσης) που τις βάσεις της διαμόρφωσε ο Αριστοτέλης, ο οποίος υποστήριζε ότι όπως η δραστη- ριότητα του ανθρώπου εμπεριέχει έναν «ενεργεία» (ενεργητικό) σκοπό, έτσι και τα αντικείμενα της φύσης έχουν έναν ά- πειρο ως προς το περιεχόμενο σκοπό («δυνάμει» σκοπό), προς τον οποίο τεί- νουν και ο οποίος πραγματοποιείται κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης του αντικει- μένου. Αυτός ο εσωτερικός σκοπός εί- ναι, κατά τον Αριστοτέλη, η αιτία της κί- νησης από τις κατώτερες βαθμίδες της φύσης προς τις ανώτερες ο σκοπός αυ- τός μεταμορφώνεται σε κάτι απόλυτο - την «εντελέχεια»- την ολοκλήρωση της ανάπτυξης. Οι ιδέες της εγγενούς τελε- ολογίας αναπτύχθηκαν στους Νέους Χρόνους από το Λάιμπνιτς στη «μοναδο- λογία» του και στη θεωρία της «προκαθο- ρισμένης αρμονίας»· στη συνέχεια, οι ι- δέες αυτές μορφοποιήθηκαν στη διδα- σκαλία του Σέλλινγκ για την «παγκόσμια ψυχή» και στον αντικειμενικό ιδεαλισμό του Χέγγελ. Οι ιδέες της τελεολογίας απόκτησαν μια ιδιότυπη μορφή στη διδασκαλία του Καντ. Συναισθανόμενος την ανεπάρκεια της μηχανιστικής αιτιοκρατίας (ντετερμινι- σμού) γκι την εξήγηση των σύνθετων διαδικασιών (και πριν απ* όλα της οργανι- κής ζωής και της ανθρώπινης δραστηριό- τητας), ο Καντ έθεσε ένα ιδιαίτερο είδος αιτιότητας, που επιτρέπει να κατανοη- θούν αυτές οι διαδικασίες ως «σκοποί της φύσης». Ωστόσο, κατά τον Καντ, «η σκοπιμότητα της φύσης είναι... μια ιδιό- τυπη προεμπειρική (απριόρι) έννοια, που έχει την καταγωγή της αποκλειστικά στη θεωρητική ικανότητα της κρίσης» ('ξρ- ya, τ. 5, Μ., 1966, σελ. 179). Ο Καντ θέ- τει υπό αμφιβολία το αντικειμενικό νόημα των «σκοπών της φύσης», των τελεολο- γικών «τελικών αιτίων», θεωρώντας ότι έ- χουν σημασία μόνο ως ρυθμιστική, ευρε- τική αρχή. Με διάφορες παραλλαγές, οι βασικές μορφές της τελεολογίας διαδόθηκαν στην επιστήμη (βπαλισμός, νεοβιταλι- σμός κ.ά.) και στη φιλοσοφία (Σοπεγχά- ουερ, Ε. Χάρμαν, νεοθωμισμός κ.ά.). Στην ερμηνεία της σκοπιμότητας των έμ- βιων όντων (σκοποθέτησης) η βιολογία, αρχίζοντας από το Δαρβίνο και μέχρι τη σύγχρονη μοριακή βιολογία και τη βιοκυ- βερνητική, έχει ξεπεράσει και «παραμε- ρίσει» την τελεολογία. Οι αντικειμενικές διαδικασίες που είχαν χρησιμεύσει σαν κάποια βάση για την «τελεολογική νόη- ση» βρήκαν την επιστημονική τους εξή- γηση στα πλαίσια της διαλεκτικής - υλι- στικής αντίληψης του ντετερμινισμού, που ιδιοποιήθηκε ό,τι πολύτιμο έχει πα- 183
«Τέλος» ρουσιάσει η ιστορία της σκέψης. Και α- κριβώς γΓ αυτό, κάθε προσπάθεια «ανα- γέννησης» της τελεολογίας (ιδιαίτερα με την αναφορά στην κυβερνητική) και δημιουργίας «υλιστικής τελεολογίας» έ- χει απόλυτα αρνητική σημασία. ' Αλλες α- ντιλήψεις με συγγενείς τίτλους, όπως «τελεονομία» ή «κβαζιτελεολογία» (πε- ρίπου τελεολογία) κ.λπ., στην ουσία δεν έχουν τίποτε το κοινό με την τελεολογία: οι αντιλήψεις αυτές περιγράφουν αιτια- κές σχέσεις, εκφρασμένες στη γλώσσα της κυβερνητικής με τη βοήθεια εννοιών του προγράμματος και της ανάδρασης, με σκοπό την επισήμανση του ντετερμι- νικού χαρακτήρα του αποτελέσματος της δράσης που παρατηρείται στα πολύ- πλοκα συσπίματα (και κατ' αντιστοιχία της κατεύθυνσης αυτής της δράσης). Περιγράφουν επίσης και τον τρόπο ερ- μηνείας αυτών των συστημάτων μέσω της σχέσης σκοπιμότητας, έναν τρόπο που από παράδοση χαρακτηριζόταν ως «τελεολογικός». Αυτό όμως είναι πια μια ιδιαίτερη επιστημονική προσέγγιση - η λεγόμενη σκόπιμη (του σκοπού) προσέγ- γιση που αποτελεί τμήμα της λειτουργι- κής ανάλυσης των σύνθετων οργανικών συσηιμάτων. • Ένγκελς Φ., Η διαλεκτική της φύσης, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ.. Απαντα, τ. 20" Μπούνγκε Μ., Η αιτιότηα, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1962' Φρολόφ Ι. Τ., Γενετική και δια- λεκτική, Μ., 1968· του ίδιου. Οργανικός ντε- τερμινισμός, τελεολογία και σκόπιμη (του σκοπού) προσέγγιση και έρευνα, «Βαπρόσι φιλοσόφα», 1970, τεύχος 10* Στο δρόμο 777C Θεωρητικής βιολογίας, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1970' Theiler W.. Zur Geschichte der tele- ologisches Naturbetrachtung bis auf Aristote- les. Z. - Lpz.. 1925' Hartmann N., Teleologi- sches Denl<en, B., 1951* Schmitz J.. Disput über das Teleologisches Denken, Mainz, i960· βλ. επίσης βιρλγ. στο λήμμα Σκοπιμό- τητα. Ι. Τ. Φρολόφ Θεώρηση Φ. Βώρου «Τέλος». Όρος της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, που υποδηλώνει τον προορι- σμό, τον προκαθορισμένο σκοπό των επι- μέρους πραγμάτων, του ανθρώπου και του κόσμου στο σύνολο του. Η αντίληψη του «τέλους» διαμορφώθηκε σε αντι- στάθμισμα των διδασκαλιών των φιλοσό- φων της φύσης του 6ου - 5ου αιώνα π.Χ., που θεωρούσαν επαρκή την εξήγηση της δομής του κόσμου με βάση την αρχή της αιτίας και του αποτελέσματος. Ο Πλάτων στο διάλογο του «Φα/δών», χωρίς να με- ταχειρίζεται τον όρο «τέλος», ασκεί κρι- τική στον Αναξαγόρα, γιατί δεν ερμη- νεύει το νόημα και τον προορισμό της δομής του Σύμπαντος, αλλά περιορίζεται σε μηχανικές ερμηνείες. Μια από τις βα- σικές θέσεις της φιλοσοφίας του Αριστο- τέλη είναι: «η φύση δεν κάνει τίποτε επί ματαίω» {<^Περί ψυχής» 432 b 22 κ.α.). Συνάμα, ο Αριστοτέλης θεωρεί το «τέ- λος», δηλαδή το σκοπό της ύπαρξης των πραγμάτων και του Σύμπαντος στο σύνο- λο του όχι σαν κάτι δοσμένο απ' έξω, αλ- λά σαν ενυπάρχουσα ιδιότητα της φύσης τους. Σύμφωνα με τη θεωρία των στωι- κών, το «τέλος», που ενυπάρχει μέσα στον κόσμο, διευθύνει τον κόσμο και α- ποτελεί καθοδηγητική αρχή για τη συ- μπεριφορά του σοφού. • Holwerda D., Τέλος, «Mnemosyne», 1963, ν. 16. τεύχος 4, σελ. 337 - 63· βλ. επίσης λήμ- μα Τελεολογία και τη σχετική βιβλιογραφία. Θεώρηση £ Ν. Ρούσσου Τέννις (Tönnies) Φερντινάντ (26. 7. 1855, Ριπ, κοντά στο Ολντενσβόρτ, -11. 4. 1936, Κίελο). Γερμανός κοινωνιολό- γος, ένας από τους πρώτους συντελε- στές της διαμόρφωσης της κοινωνιολο- γίας ως αυτόνομης επιστήμης στη Γερ- μανία. Παρέδιδε μαθήματα στο Πανεπι- στήμιο του Κίελου από το 1881 ώς το 1933, όταν τον καθαίρεσαν οι ναζιστές από τη θέση του. 184
Τερτυλλιανός Το κύριο έργο του Τέννις έχει τον τίτλο «Κοινότητα και κοινωνία» (Gemeinschaft und Gessellschaft», 1887). Θεωρώντας τις κοινωνικές σχέσεις ως βουλητικές, ο Τέννις τις υποδιαιρεί με βάση τον τύπο της βούλησης που εκφράζεται σ* αυτές: η φυσική - ενστικτώδικη βούληση κατευ- θύνει τη συμπεριφορά του ανθρώπου με υπολανθάνοντα τρόπο. Η έλλογη βούλη- ση προϋποθέτει τη δυνατότητα εκλογής και το συνειδητό καθορισμό σκοπού στη δράση του ανθρώπου. Παράδειγμα του πρώτου τύπου μπορεί να χρησιμεύσει η μητρική αγάπη, παράδειγμα του δεύτε- ρου - το εμπόριο. Η φυσική βούληση γεν- νά την κοινότητα, η έλλογη βούληση γεν- νά την κοινωνία. Στην κοινότητα κυριαρ- χούν τα ένστικτα, το αίσθημα, οι οργανι- κές σχέσεις, ενώ στην κοινωνία κυ- ριαρχεί το λογικό, με τους υπολογι- σμούς του, και οι μηχανικές σχέσεις. Στην πορεία της ιστορίας οι σχέσεις του πρώτου τύπου παραχωρούν όλο και πε- ρισσότερο θέση στις σχέσεις του δεύτε- ρου τύπου. Αργότερα, στην «Εισαγωγή στην κοινωνιολογία» («Einfuhrung in die Soziologie», 1931), ο Τέννις έκανε πιο σύνθετη αυτή την κατάταξη, προσθέτο- ντας σ* αυτή και τη διαίρεση σε σχέσεις «κυριαρχίας» και «συντροφικότητας», σε ομάδες και σε ενώσεις. Παρά τον ψυχολογισμό της (δεδομένου ότι οι κοινωνικές σχέσεις ταξινομούνται με βάση τον τύπο της βούλησης), η θεω- ρία του Τέννις περιείχε μια σειρά πολύτι- μα στοιχεία. Ο Τέννις είναι ένας από τους πρώτους που επιδίωξαν να δη- μιουργηθεί ένα λογικά αυστηρό σύστημα κοινωνιολογικών εννοιών. Πίσω από την αντιπαράθεση κοινότητας και κοινωνίας βρίσκεται το πρόβλημα της μετάβασης από τις φεουδαρχικές πατριαρχικές σχέσεις (και γενικά από τις σχέσεις της προσωπικής εξάρτησης και των παραδο- σιακών μορφών της κουλτούρας) στις κε- φάλα ιοκρατικές σχέσεις. Μεγάλη επι- στημονική σημασία είχαν πολυάριθμες πειραματικές έρευνες που έκανε ο Τέν- νις. Αν και κρατούσε αρνητική στάση α- πέναντι στην ιδέα της επανάστασης, ω- στόσο, ο Τέννις αναγνώριζε τη μεγάλη ε- πιστημονική σημασία των έργων του Κ. Μαρξ και αλληλογραφούσε με το Φ. ' Εν- γκελς. 'Ηταν συνεπής δημοκράτης και αντιφασίστας, κατηγορούσε ανοιχτά το ρατσισμό τον οποίο αποκαλούσε «σύγ- χρονη βαρβαρότητα». ■ Die Sitte. Fr./M.. 1909' Manc. Leben und Le- hre, Jena 1921* Kritik der öffentlichen Mein- ung, B., 1922- Soziologische Studien und Kri- tiken, BD 1 - 3. Jena, 1925 - 29* Das Einge- ntum, W. - Lpz., 1926 Fortschritt und soziale Entwicklung. Geschichtsphilosophische An- stichten, Karlruhe, 1926 Geist der Neuzeit, Lpz.. 1935. • Ιστορία της αστικής κοινωνιολογίας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, Μ., 1979, κεφ. 8· F. Tönnis, ed. W. Ι. Cahnman, Leiden, 1973. θεώρηση Β. Φίλια Τερτυλλιαν6ς (Quintus Septimius Flo- rens Tertullianus) (περίπου 160, Καρχη- δόνα, - μετά το 220, Καρχηδόνα). Χρι- στιανός θεολόγος και συγγραφέας. Στη Ρώμη ασκούσε το λειτούργημα του δημό- σιου ρήτορα· το 195 περίπου ασπάστηκε το χριστιανισμό και επέστρεψε στην Καρχηδόνα. Αργότερα επηρεάστηκε από την αίρεση του Μοντανισμού και όταν ήρ- θε σε σύγκρουση με την εκκλησία προ- σχώρησε σ* αυτή την αίρεση. Κατά τα τέ- λη της ζωής του δημιούργησε δική του αίρεση, τον «τερτυλλιανισμό». Η σκέψη του Τερτυλλιανού έχει την τά- ση προς τα παράδοξα. Ενώ οι σύγχρρνοί του χριστιανοί στοχαστές προσπαθούσαν να υπαγάγουν τη διδασκαλία της Βίβλου και την ελληνική φιλοσοφία σε ενιαίο σύ- στημα, ο Τερτυλλιανός υπογράμμιζε με κάθε τρόπο το χάσμα ανάμεσα στην πί- 185
Τεστ στη και το λογικό («Τι το κοινό μεταξύ Α- καδημίας και εκκλησίας;»): «Ο υιός του θεού σταυρώθηκε· εμείς δεν ντρεπόμα- στε γΓ αυτό, γιατί θα έπρεπε να ντρεπό- μαστε. Και πέθανε ο υιός του θεού· αυτό είναι απόλυτα αξιόπιστο, γιατί είναι παρά- λογο. Και μετά τον ενταφιασμό του ανα- στήθηκε* αυτό είναι αναμφίβολο, γιατί εί- ναι αδύνατο». Στην πολεμική κατά της α- φηρημένης θεωρητικής λογικής ο Τερ- τυλλιανός υπογραμμίζει τα δικαιώματα του «φυσικού» πρακτικού λογικού και πα- ρουσιάζεται ως ομοϊδεάτης με τους κυ- νικούς, και ιδιαίτερα με τους ρωμαίους στωικούς. Αναπτύσσει πρόγραμμα επι- στροφής όχι μόνο στη ζωή, αλλά και στη γνώση, καλώντας τους ανθρώπους μέσα από όλη τη σοφία των βιβλίων να φτά- σουν στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής. Αυτό για τον Τερτυλλιανό σημαίνει επι- βεβαίωση του εμπειρισμού τόσο από μυ- στικιστική - ψυχολογική, όσο και από αι- σθησιοκρατική - ρεαλιστική πλευρά. Ταυ- τόχρονα, ο εμπειρισμός του Τερτυλλια- νού τον οδηγεί σε υλιστικές τάσεις· κάθε τι που υπάρχει, είναι «σώμα», κατά συνέ- πεια και ο θεός πρέπει να νοηθεί σαν «σώμα, το οποίο ωστόσο είναι πνεύμα». Η κυρίαρχη διάθεση στον Τερτυλλιανό είναι η θλίψη για το εσχατολογικό τέλος της ιστορίας. Στην τάξη πραγμάτων του ρωμαϊκού κράτους αντιπαραθέτει τον κο- σμοπολιτισμό των κυνικών και τον ηθικό αποκλεισμό της πολιτικής. ■ Corpus Scriptorum ecclesiasticorum lati- norum, ν. 19, 47, 69, 76, VIndobonae, 1890 - 1957. • Ποπόφ Κ., Ο Τερτυλλιανός, Κίεβο, 1880· Στερνόφ Ν., Τερτυλλιανός, ο πρεοβύτερος της Καρχηδόνας, Κουρσκ, 1889' Πρεομπρα- ζένσκι Π. Φ., Τερτυλλιανός και Ρώμη, Μ., 1926' Barnes Τ. D., Tertullian. Α historical and literary study. Oxf.. 1971. Θεώρηση L· Ν. Ρούοοου Τεστ (αγγλ. lest = δοκιμή, έρευνα) στην ψυχολογία. Τυποποιημένες έρευνες ή δοκιμές που τα αποτελέσματα τους επι- τρέπουν να καταμετρηθούν ορισμένα ψυχοφυσιολογικά και προσωπικά χαρα- κτηριστικά, καθώς και οι γνώσεις, οι ικα- νότητες και οι συνήθειες του εξεταζό- μενου ατόμου. Τα τεστ άρχισαν να εφαρμόζονται το 1864 από τον Τζ. Φίσερ στη Μεγάλη Βρετανία για τον έλεγχο των γνώσεων των μαθητών. Οι θεωρητικές βάσεις της μεθόδου των τεστ εκπονήθηκαν από τον άγγλο ψυχολόγο Φ. Γκάλτον (1883). Τον όρο «τεστ» εισήγαγε πρώτος ο αμερικα- νός ψυχολόγος Τζ. Κέττελ (1890). Ο γάλλος ψυχολόγος Α. Μπινέ εφάρμοσε την αρχή της τεστολογικής έρευνας στις ανώτερες ψυχικές λειτουργίες του αν- θρώπου: στη σειρά των τεστ που κατάρτι- σε (το 1891) περιέλαβε προβλήματα δο- κιμής της μνήμης, του τύπου των παρα- στάσεων, της προσοχής, του αισθητικού και ηθικού αισθήματος κ.λπ. Ο γερμανός ψυχολόγος Β. Στερν εισήγαγε το δείκτη διανοητικότητας (1911). Στις αρχές του 20ού αιώνα αρχίζουν να διαχωρίζονται η ψυχολογική και η παιδα- γωγική κατεύθυνση στην επεξεργασία των τεστ. Το πρώτο τυποποιημένο παιδα- γωγικό τεστ εκπονήθηκε από τον αμερι- κανό ψυχολόγο Ε. Τορντάικ. Η ανάπτυξη της μεθόδου των τεστ ήταν μια από τις αιτίες που καθόρισαν την εισαγωγή των μαθηματικών μεθόδων στην ψυχολογία και την παιδαγωγική. Οι στατιστικές μέ- θοδοι του Κ. Σπίρμεν (ιδιαίτερα η εφαρ- μογή της παραγοντικής ανάλυσης) έπαι- ξαν σπουδαίο ρόλο στην παραπέρα ανά- πτυξη των τεστ. Η προγνωστική της ανά- πτυξης της προσωπικότητας του ατόμου δημιούργησε ένα ειδικό είδος τεστ, που στηρίζεται κυρίως στις μεθόδους της ψυχολογίας του βάθους*, τα προγραμμα- τισμένα τεστ (όπως τα τεστ του Ρόρσαχ). Η πρακτική εφαρμογή των τεστ στη σύγ- 186
Τέχνη χρονη ψυχολογία συνδέεται κυρίως με τη διάγνωση των ιδιαίτερων χαρακτηρι- στικών της ανθρώπινης προσωπικότητας, που εκφράζονται με ποσοτικούς δείκτες. • Τσατούροβα Ι. Α., Από την ιστορία της ανά- πτυξης των τεστ στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες, Ταγκανρόγκ, 1969 Ψυχολογική δια- γνωστική. Συλ. άρθρων, Μ. 1981" Αβανέσοφ Β. Σ., Τα τεστ στις κοινωνιολογικές έρευνες, Μ., 1982· Gronbach L. J., Essentials of psy- chological testing, N.Y.. i960- Anastasi Α., Psychologlcal testing, L., 1969. θεώρηση Β. Φίλια Τέυλορ (Tylor) Έντουαρντ Μπέρνετ (2.10.1832, Λονδίνο. - 2.1.1917, Ουέλ- λινγκτον, Σόμερσεττσιρ). Άγγλος εθνο- γρά(ρος, ερευνητής του αρχέγονου πολι- τισμού. Μαζί με το Σπένσερ ήταν ο θεμε- λιωτής της εξελικτικής σχολής σττ]ν ι- στορία του πολπισμοϋ και της εθνο- γραφίας. Οι απόψεις του Τέυλορ διαμορφώθηκαν κάτω από την επίδραση της εξελικτικής θεωρίας του Κόντ και των άγγλων συνε- χιστών του. Ο Τέυλορ θεωρούσε την ι- στορία του πολιτισμού ως μία δκιδικασία προοδευτικής ανάπτυξης («η επιστήμη του πολιτισμού είναι επιστήμη των με- ταρρυθμίσεων»), που εκφράζεται με την τελειοποίηση των μορφών διαφόρων ερ- γαλείων, των ειδών της τέχνης, των θρη- σκευτικών πεποιθήσεων και λατρειών. Ο Τέυλορ εισήγαγε στην επιστήμη την έν- νοια «επιβιώσεις» (survivals), που τις θε- ωρούσε «ζωντανή μαρτυρία ή μνημείο του παρελθόντος», και σ* αυτή τη βάση καθόρισε την ιστορική σύνδεση των φαι- νομένων του πολιτισμού, ανακάλυψε τις ιστορικές ρίζες πολλών λησμονημένων ή περιβλημένων με νέο νόημα συνηθειών και τελετών. Στην ιστορία της επιστήμης ο Τέυλορ κα- θιερώθηκε κυρίως ως δημιουργός της α- νιμιστικής θεωρίας (βλ. Ανιμισμός) για την προέλευση της θρησκείας. Πηγή της θρησκείας θεωρούσε την ψυχική δρα- στηριότητα του ανθρώπου, ανάγοντας την σε συνειδητή ορθολογική δραστηριό- τητα. Ο Τέυλορ εισήγαγε στην ιστορία της θρησκείας την ιδέα της ανάπτυξης, της γενετικής σχέσης ανάμεσα στις πρωτόγονες και τις αναπτυγμένες θρη- σκείες. Υπάρχει κάθε λόγος να υποτεθεί ότι αργότερα ο Τέυλορ είχε αρχίσει να κατανοεί τη στενότητα της εξελικτικής μεθόδου. ■ Ο αρχέγονος πολιτισμός. Μ., 1939 Εισαγω- γή στη μελέτη του ανθρώπου και του πολσι- σμού (Ανθρωπολογία), Π. - Μ.. 1924. • Τόκαριεφ Σ. Α., Ιστορία της εθνογραφίας των άλλων (εκτός της ΕΣΣΔ) χωρών. θεώρηση Φ. Βώρου Τέχνη. Μια από τις μορφές της κοινωνι- κής συνείδησης, ένα ιδιαίτερο είδος πρακτικής και πνευματικής αφομοίωσης του κόσμου. Από την άποψη αυτή, σπιν τέχνη υπάγονται δραστηριότητες, όπως η ζωγραφική, η μουσική, το θέατρο, η λο- γοτεχνία (η οποία κάποτε ξεχωρίζει ιδιαί- τερα, οπότε και έχουμε την έκφραση «τέχνη και λογοτεχνία») κ.λπ. Οι δραστη- ριότητες αυτές του ανθρώπου έχουν το εξής κοινό χαρακτηριστικό: αποτελούν ι- διαίτερες καλλιτεχνικές εικονιστικές μορφές αναπαραγωγής της πραγματικό- τητας. Με την πιο πλατιά έννοια της λέ- ξης η τέχνη αναφέρεται σ' οποιαδήποτε μορφή πρακτικής δρασπτιριότητας, όταν αυτή πραγματοποιείται με επιδεξιότητα και τέχνη, με την έννοια της τεχνολογίας και συχνά της αισθητικής. Η τέχνη, με την πλατιά έννοια της λέξης, συμβολίζοντας το υψηλό επίπεδο επιδε- ξιότητας σε κάθε τομέα καλλιτεχνικό και μη, συμβολίζοντας δηλαδή την τέλεκι πραγματοποίηση της εργασίας, αποκτάει αισθητικό νόημα, υια και η επιδέξια δρα- 187
Τέχνη στηριότητα, όπου και με όποιον τρόπο κι αν εκδηλώνεται, αποκτά αισθητική σημα- σία. Αυτό αφορά και τη δραστηριότητα του καλλιτέχνη - του ποιητή, του ζωγρά- φου, του μουσικού, τα έργα του οποίου είναι ωραία στο μέτρο που αποτυπώνουν την υψηλή επιδεξιότητα του δημιουργού τους και μας προκαλούν το αίσθημα του αισθητικού θαυμασμού. Ωστόσο, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της καλλιτεχνι- κής δημιουργίας δεν είναι η δημιουργία του ωραίου χάριν της αισθητικής απόλαυ- σης, αλλά η εικονιστική αφομοίωση της δραστηριότητας, δηλαδή η παραγωγή ι- διαίτερου έργου, πνευματικού περιεχο- μένου, που έχει ιδιαίτερη κοινωνική λει- τουργία. Προσπαθώντας να ορίσουν το νόημα της τέχνης (=καλλιτεχνίας) ως ιδιαίτερης σφαίρας δραστηριότητας, καταρχήν δια- (ρορετικής απ* την τέχνη με την πλατιά έννοια της λέξης, οι θεωρητικοί ακολού- θησαν δύο δρόμους: ορισμένοι ήταν πε- πεισμένοι ότι το «μυστικό» της τέχνης συνίσταται σε κάποια ικανότητα, σε μια κάποια κλίση και προορισμό - είτε στη γνώση του πραγματικού κόσμου, είτε στη δημιουργία ενός κόσμου φανταστικού, ι- δεώδους, είτε στην έκφραση του εσωτε- ρικού κόσμου του καλλιτέχνη, είτε στην οργάνωση της επικοινωνίας των ανθρώ- πων, είτε σπ] δραστηριότητα ως αυτο- σκοπό, ως καθαρό παιχνίδι* άλλοι, διαπι- στώνοντας ότι ο καθένας απ' τους ορι- σμούς αυτούς απολυτοποιεί ορισμένες ι- διότητες της τέχνης και παραγνωρίζει άλλες, υποστήριζαν την άποψη της πο- λυεδρικότητας, του πολύπλευρου της τέχνης και προσπάθησαν να την περιγρά- ψουν ως στοιχειοθέτηση διαφόρων ιδιο- τήτων και λειτουργιών. ' Ετσι όμως χανό- ταν η ολότητα της τέχνης και παρουσια- ζόταν ως ένα είδος αθροίσματος ποικί- λων ιδιοτήτων και λειτουργιών, των οποίων ο τρόπος συνένωσης σε ενιαίο, ποιοτικά ιδιόμορ(ρο όλο παρέμενε ακατα- νόητος. Η σύγχρονη μαρξιστική επιστήμη αναζη- τεί τη λύση του προβλήματος αυτού σπιν υπέρβαση τόσο των μονόπλευρων, όσο και των πλουραλιστικών ερμηνειών της φύσης της τέχνης, με βάση τη διαλεκτι- κή - υλιστική μεθοδολογία και τις αρχές της συστημικής έρευνας με την εξής έννοια: η διαδικασία της ιστορικής ανά- πτυξης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας οδήγησε σπι βαθμιαία διά- κριση της πρωταρχικής ανθρώπινης δρα- σπιριότητας σε διάφορες μορφές υλικής και πνευματικής παραγωγής και διάφο- ρες μορφές επικοινωνίας. Η κάθε μια απ' τις μορφές αυτές της ανθρώπινης δραστηριότητας απόκτησε όλο και πιο ε- ξειδικευμένο χαρακτήρα και επικεντρώ- θηκε στην εκτέλεση μιας ορισμένης κοι- νωνικής λειτουργίας: η επιστήμη έγινε το βασικό εργαλείο γνώσης του κόσμου, οι ιδεολογικές μορφές έγιναν το μέσο του προσανατολισμού σε αξίες και της κοινω- νικής ρύθμισης της ανθρώπινης δραστη- ριότητας, η γλώσσα έγινε το καθολικό μέσο επικοινωνίας, το παιχνίδι έγινε η οργάνωση της ανάπαυσης, ο αθλητισμός έγινε ο μηχανισμός της σωματικής ανά- πτυξης κλπ. Η διαδικασία αυτή προχώρη- σε βαθύτερα, οδηγώντας στην εξειδί- κευση των διαφόρων μορφών της υλικής παραγωγής, δηλαδή στη διαίρεση της ε- πιστήμης σε διάφορους κλάδους, στη δκιίρεση της ιδεολογίας σε διάφορες μορφές της (ηθική, θρησκευτική, πολιτι- κή, νομική, αισθητική), στην εμφάνιση διαφόρων σημειωτικών συσπιμάτων και μέσων μαζικής επικοινωνίας, στην εσω- τερική διαφοροποίηση των μορφών δρα- στηριότητας που αναφέρονται στον α- θλητισμό και στο παιγνίδι. Η αποτελεσμα- τικότητα και η αισθητική αξία των μορφών αυτών αποδείχτηκε σε κάθε περίπτωση ανάλογη με τον περιορισμένο, το μονό- 188
Τέχνη πλευρό χαρακτήρα των επιλυόμενων προβλημάτων. Παράλληλα μ' αυτή την αναγκαία διαδι- κασία της διάσπασης της ανθρώπινης δραστηριότητας, ο πολσισμός διατηρού- σε την ανάγκη ν* αναπαράγει τη δραστη- ριότητα του ανθρώπου στην αρχική λει- τουργικότητα της, στην ταυτόχρονη και ενιαία πραγμάτωση διαφόρων μεθόδων α(ρομοίωσης του κόσμου - πρακτικής και πνευματικής (ο Κ. Μαρξ το ονόμαζε αυ- τό «πρακτική - πνευματική» α(ρομοίωση της πραγματικότητας· βλ. Κ. Μαρξ και Φ. ' Ενγκελς, Άπαντα, τ. 12, σελ. 727 - 28), γνώσης του κόσμου και ανακάλυψης των αξιών του, αντανάκλασης της πραγματι- κότητας και μεταμόρφωσης της με τη βοήθεια της φαντασίας, της «αυτοεκδή- λωσης» του ανθρώπου και της επικοινω- νίας του με τους άλλους ανθρώπους. Στην τέχνη αποτυπώνεται η γενική αυτή δομή της ανθρώπινης δραστηριότητας, πράγμα που καθορίζει το πολύπλευρο και ταυτόχρονα την ακεραιότητα της. Η σύν- δεση της γνωστικής, της αξιολογικής, της δημιουργικής και της σημειωτικής - επικοινωνιακής πλευράς στη δομή του καλλιτεχνικού ιστού εππρέπει σπιν τέ- χνη, σε αντίθεση προς όλες τις εξειδι- κευμένες μορφές της ανθρώπινης δρα- σπιριότητας, να αναδημιουργεί (να πα- ρουσιάζει σε εικόνες) την ίδια την αν- θρώπινη ζωή στην ακεραιότητα της, να την «διπλασιάζει», να είναι το ιδεατό συ- μπλήρωμα της, η συνέχεια και κάποτε η αντικατάσταση της. Η επίτευξη ενός τέ- τοιου σκοπού είναι δυνατή χάρη στο γε- γονός ότι φορέας της καλλιτεχνικής πληροφορίας είναι η καλλιτεχνική εικό- να*, στην οποία το ακέραιο πνευματικό περιεχόμενο (η ενότητα σκέψεων, αι- σθημάτων και παραστάσεων) εκφράζεται με συγκεκριμένη μορφή. Γι* αυτό η τέ- χνη δεν απευθύνεται στην ωφελιμιστική χρήση ούτε σπιν ορθολογική μελέτη, αλ- λά στη συγκίνηση. Στον κόσμο των καλλι- τεχνικών εικόνων ο άνθρωπος πρέπει να ζει, όπως ζει και στην πραγματικότητα. Πρέπει όμως να συνειδητοποιεί ότι ο κό- σμος αυτός είναι πλαστός και πρέπει να τον απολαμβάνει αισθητικά, αναλογιζό- μενος πόσο επιδέξια έχει δημιουργηθεί από υλικό του πραγματικού κόσμου (αυτή η συνείδηση της δημιουργικότητας της τέχνης είναι που κάνει τη σχέση του αν- θρώπου με την τέχνη να διαφέρει θεμε- λιακά απ* τη σχέση του με τη θρησκεία, όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Φόυερ- μπαχ, και ο Β. Ι. Λένιν συμμερίστηκε από- λυτα. Βλ. Άπαντα, τ. 29, σελ. 53). Παρέχοντας στον άνθρωπο πρόσθετη πείρα της ζωής -φανταστική, αλλά ειδικά οργανωμένη ώστε να διευρύνει απέρα- ντα τα πλαίσια της πραγματικής πείρας της ζωής- η τέχνη γίνεται ισχυρότατο μέσο για την κοινωνική διαμόρφωση της συνείδησης κάθε μέλους της κοινωνίας. Η τέχνη επιτρέπει στον άνθρωπο να πραγματοποιήσει τις δυνατότητες του, ν* αναπτυχθεί ψυχικά, συναισθηματικά και διανοητικά, να έρθει σε επαφή με τη συλλογική πείρα που έχει συσσωρευθεί από την ανθρωπότητα, τη σοφία των αιώ- νων και τα πανανθρώπινα ενδιαφέροντα, τις επιδιώξεις και τα ιδανικά. ' Ετσι, η τέ- χνη αποκτάει κοινωνική - οργανωτική λει- τουργία και την ικανότητα να επιδρά στην πορεία ανάπτυξης του πολιτισμού, του ο- ποίου γίνεται ιδιόμορφη «αυτοσυνείδη- ση». Είναι ευνόητο ότι στη διάρκεια της ι- στορίας του πολσισμού η τέχνη τράβηξε την προσοχή όλων των κοινωνικών δυνά- μεων -του κράτους, των τάξεων, των κομμάτων, των θρησκευτικών οργανώσε- ων κ.λπ., οι οποίες προσπαθούν να επη- ρεάσουν τους ανθρώπους. Το αποτέλε- σμα ήταν να προσδεθεί η τέχνη στην τροχιά της ταξικής πάλης, να εκφράζει τις επιδιώξεις των λαϊκών μαζών ή των εκμεταλλευτριών τάξεων, την κοινωνική πρόοδο ή αντίδραση, αποτυπώνοντας συ- χνά τις πιο βαθιές αντιθέσεις και συ- 189
Τέχνη γκρούσεις της κοινωνικής ανάπτυξης (ο Φ. ' Ενγκελς το έδειξε με παραδείγματα το έργο του Γκαίτε και του Μπαλζάκ, ενώ ο Λένιν με παράδειγμα το έργο του Λ. Ν. Τολστόι). Η τέχνη αντανακλούσε τη δια- δικασία της ιστορικής ανάπτυξης της κοι- νωνίας και βοήθησε την κοινωνία να ανα- ζητεί τους δρόμους και τις προοπτικές της κίνησης της προς την ελευθερία, προς μορφές κοινωνικής ζωής αντάξιας του ανθρώπου. Συνάμα, η δομή της τέχνης, όπως κάθε σύνθετου δυναμικού συστήματος, δια- κρίνεται από ευλυγισία, πράγμα που της επιτρέπει να προβάλλει πλήθος συγκε- κριμένων πραγματοποιήσεων: τέτοιες εί- ναι οι διάφορες μορφές της τέχνης (λο- γοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, αρχίτε- κτονική, θέατρο, κινηματογράφος κ.λπ.), τα διάφορα είδη των μορφών της τέχνης (π.χ., ποίημα και μυθιστόρημα, ορατόριο και συμφωνία, ιστορική εικόνα και νεκρή φύση) και οι διάφοροι ρυθμοί της τέχνης (π.χ., γοτθικός, μπαρόκ, κλασικισμός, ρο- μαντισμός κ.λπ.). Στο καθένα από αυτά τα καλλπεχνικά μορφώματα εντοπίζουμε την ιδιαίτερη τροποποίηση των γενικών και σταθερών χαρακτηριστικών της καλ- λιτεχνικής απεικόνισης του κόσμου, ό- που η μια ή η άλλη πλευρά της δομής του αποκτάει κυρίαρχη σημασία και αντίστοι- χα διαμορφώνεται η αμοιβαία σχέση των υπόλοιπων, π.χ., ο συσχετισμός της γνω- στικής και της δημιουργικής ικανότητας της τέχνης είναι αντίθετος στη λογοτε- χνία και σπιν αρχιτεκτονική, γιατί η δεύ- τερη δημιουργεί εντελώς πραγματικά α- ντικείμενα, τα οποία απευθύνονται όχι μόνο στο αίσθημα, αλλά και στην πρακτι- κή χρήση, ενώ η πρώτη δημιουργεί μόνο αντικείμενα φανταστικά' σ' ό,τι αφορά τη γνώση του κόσμου και του ανθρώπου, οι δυνατότητες της λογοτεχνίας είναι άπει- ρα ευρύτερες απ' τις δυνατότητες της αρχιτεκτονικής' στο έπος και στη λυρική ποίηση ο συσχετισμός των αντικειμενι- κών - γνωστικών και των υποκειμενικών εκφραστικών τάσεων της καλλπεχνικής δημιουργίας είναι αντιθετικός. Η εναλλα- γή των δημιουργικών μεθόδων, η οποία παρατηρείται στην ιστορία της τέχνης, βασίζεται επίσης στη δυνατότητα να στραφεί το πολυεδρικό κρύσταλλο της καλλιτεχνικής - εικονιστικής αφομοίωσης του κόσμου προς τη μια ή προς την άλλη πλευρά του: η ρεαλιστική μέθοδος μ' όλες τις παραλλαγές της έΟΒτε πάντα ως πρώτο το γνωστικό καθήκον, ενώ ο κλασικισμός έθετε ως κύριο σκοπό του την παρουσίαση του ιδανικού κόσμου, ο οποίος θα καθιέρωνε άμεσα ένα ορισμέ- νο σύστημα αξιών. Η διαδικασία της δημιουργίας και λει- τουργίας της τέχνης πραγματοποιείται στην ιδιαίτερη σφαίρα του πολιτισμού που καλείται καλλιτεχνική σφαίρα της κοινωνίας, η οποία συνενώνει σε ένα συ- στηματικό και ιστορικά μεταβαλλόμενο σύνολο την καλλιτεχνική παραγωγή, την καλλιτεχνική κατανάλωση, την καλλιτε- χνική κριτική, την επιστημονική μελέτη της τέχνης και τις ίδιες τις καλλιτεχνικές αξίες, φορείς των οποίων είναι τα έργα όλων των ειδών της τέχνης. Ο κομμουνισμός καλείται να δημιουργή- σει ευνοϊκές κοινωνικές - ιστορικές συν- θήκες γκι την πλατιά, ελεύθερη και ποικι- λόμορφη ανάπτυξη της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Ο Λένιν έλεγε ότι η Ο- κτωβριανή επανάσταση του 1917 απε- λευθέρωσε τον καλλιτέχνη απ* την ε- ξουσία των εμπορευματικών χρηματι- κών σχέσεων, εξασφαλίζοντας του τη δυνατότητα αληθινής, ελεύθερης δη- μιουργίας, η οποία απευθύνεται σ* όλο το λαό και έχει ως σκοπό την πνευματική και αισθητική αγωγή του, ακόμα ότι στο δρόμο αυτό θα δημιουργηθεί η «μεγάλη κομμουνιστική τέχνη» που θα βρει νέες μορφές, αντίστοιχες στο νέο περιεχόμε- νο της (βλ. Β. Ι. Λένιν, Πα τη λογοτεχνία και την τέχνη, 1969, σελ. 666). Η μεθο- 190
Τεχνική δος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού*, η ο- ποία διαμορφώθηκε κατά την πορεία της μακράς ανάπτυξης της προλεταριακής και στη συνέχεια της σοσιαλιστικής τέ- χνης στη Σοβιετική ' Ενωση και σε πολ- λές χώρες του κόσμου, αποτελεί τη βά- ση της πραγματοποίησης του λενινιστι- κού προγράμματος οικοδόμησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας της κομμου- νιστικής κοινωνίας. • Βλ. λήμμα Αισθητική. έτσι, από τη συνένωση του ανθρώπου με την τεχνική σε μια τεχνολογική δκιδικα- σία, όπου ο άνθρωπος είναι η υλική βάση της τεχνολογικής αυτή^διαδικασίας^ ενώ τα εργαλεία απλώς επεκτείνουν και δυναμώνουν τα εργαζόμενα όργανα του. Σ* αυτή την περίπτωση η εργασία έχει χειρωνακτικό χαρακτήρα. Το δεύτερο σταδϊο^αρακίηρίζετοΓαπό το γεγονός ότι βάση της τεχνολογικής δκιδικασίας γίνεταΤη μηχανή, ενώ ο άνθρωπος απλώς τη συμπληρώνει με τα δικά του όργανα Μ. Σ. Καζάν εργασίαςΤ^ίποτελεΓ,^^άδή, τεχνολογι- Θεώρηοη Γρ. θέμελη - Αλατζόγλου Τεχνική. Το σύστημα των τεχνητών ορ- γάνων της δραστηριότητας της κοινω- νίας, σύστημα που αναπτύσσεται μέσω της"ιστορικής διαδικασίας της αντικειμε- νοποίησης σε φυσικό υλικό των εργασια- κών λειτουργιών, της πείρας και των γνώ- σεων, με τη γνωστική διαδικασία και τη χρησιμοποίηση των δυνάμεων και των νο- μοτελειών της φύσης. Η τεχνική (μαζί με τους ανθρώπους που τη δημιουργούν και τη Βέτο~ϋ\Γσ^ενέργεια) αποτελεί συστα- λτικό μέρος των παραγωγικών δυνά^ίεων της κοινωνίας και το δείκτη των κοινωνι- κών σχέσεων, που στα πλαίσώ τους διε- ξάγεται η εργασία, και είναι η υλική βάση κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Κρπηριο για την οριοθέτηση των ιστορι- κών σταδίων της ανάπτυξης της τεχνικής είναι η μεταβίβαση από τον άνθρωπο στην τεχνική "των λειτουργιών εκείνων που προκαλούν ριζικές αλλαγές στον τε- χνολογικό τρόπο της συνένωσης του αν- θρώπου με την τεχνική. Κατά συνέπεια, η ιστορία της τεχνικής μπορεί να υποδιαιρεθεί σε τρία βασικά στάδια: α) όργανα χειρωνακτικής εργα- σίας (εργαλεία)" β) μηχανές (στο επίπε- δο της μηχανοποίησης)· γ) αυτόματα (οι μηχανές στο επίπεδο της αυτοματοποίη- σης). Το πρώτο στάδιο χαρακτηρίζεται, κό στοιχείο της μηχανής. Στην περίπτω- ση αυτή η εργασία γίνεται μηχανοποιημέ- νη. Τέλος, το τρίτο στάδιο χαρακτηρίζε- ταΓαπό τον ελεύθερο τύπο σύνδεσης του ανθρώπου με την τεχνίΜ*). υ άνθρω- πος παύει να είναι ο άμεσος κρίκος της τεχνολογικής αλυσίδας και αποκτά τη δυ- νατότητα να χρησιμοποιεί δημιουργικά τις ικανότητες του. Η ανάπτυξη της τεχνικής συντελείται όχι μόνο με την αντικειμενοποίηση των τε- χνολογικών λεσουργιών του ανθρώπου, αλλά και με τη μετατροπή της ουσίας της φύσης και των φΰσΓκών διαδικασιών σε εργατική ουσία και σε τεχνολογικές δια- δικασίες. Η επιστημονικοτεχνική δραστη- ριότητα του ανθρώπου εκφράζεται στο ότι ο άνθρωπος αξιοποιεί τις μηχανικές, φυσικές Kot χημικέςΓ^ότητες^^ιης φϋ- σης, ώστε «... σε αντιστοιχία μεΤόϋς σκοπούς του να τις χρησιμοποιεί σαν μέ- σα για να επιδράσει πάνω σε άλλα πράγ- ματα» (Μαρξ Κ., βλ. «Γο Κεφάλαιο», στο βιβ.:Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ.,'Λπαντα, τ. 23, σελ. 190). Η ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνικής κα- θορίζεται περισσότερο από ποτέ άλλοτε από την ανάπτυξη TiieL^nigniyng. η ο- ποία, όσον αφορά την τεχνική, παίζει η- γετικό ρόλο. Οι τεχνικές καινοτομίες πραγματοποιούνται με την εφαρμογή των επιστημονικοθεωρητικών γνώσεων. 191
Τεχνοκρατία Με τη σειρά τους, οι ανάγκες ανάπτυξης της τεχνικής υποκινούν και κατευθύνουν σε επιστημονικές έρευνες (ιδιαίτερα στον τομέα των εοραρμογών). Η τεχνική των εργαστηρίων και η τεχνική των επι- στημονικών πειραμάτων δημιουργούν νέ- ες δυνατότητες για την καθυπόταξη των νόμων της φύσης. Ο μαρξισμός, στην ανάλυση των κοινωνι- κών φαινομένων, ορμάται όχι από την τε: )ρ^ική, αυτή καθαυτή, αλλά από το επίπε- δο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμε'- .ων. ΤΓτεχνίίπΥ όμως "κατέχει ξεχωριστή θέση στις παραγωγικές δυνάμεις: ορίζει την ανάπτυξη τους -τις ποιοτικές και πο- σοτικές μεταβολές τους- με τη μορφή'" αντικειμένων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα γκι την παραγωγική τεχνική, για τα τεχνητά μέσα εργασίας και κυρίως για εκείνο το τμήμα τους, που ο Μαρξ ονομάζει μηχα- νικά μέσα εργασίας, το οστέινο και μυϊκό σύστημα της παραγωγής. ' Ετσι, το επί- πεδο ανάπτυξης της τεχνικής καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το αντίστοιχο επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας. Οι οικονομι- κές εποχές διαφέρουν όχι ως προς το τι παράγουν, αλλά ως προς το πώς παρά- γουν, με ποια μέσα εργασίας παράγουν (στο ίδιο, σελ. 191). Η τεχνική ασκεί επίδραση στην κοινωνία με διάςρορους τρόπους. Η επίδραση αυτή μετριάζεται ή, αντίθετα, δυναμώνει σε συνάρτηση με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες εφαρμογής της τεχνικής. Η ί- δια η ανάπτυξη της τεχνικής δέχεται την ισχυρή επίδραση των οικονομικών, πολιτι- κών και ιδεολογικών θεσμών της κοινω- νίας, η οποία μπορεί να προωθεί την επι- στημονικοτεχνική πρόοδο ή να την παρε- μποδίζει, ανάλογα με τους οικονομικούς και πολιτικούς σκοπούς των τάξεων. Η επίδραση της τεχνικής στη σύγχρονη κοινωνία ασκείται όχι μόνο μέσα από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής (αν και αυ- τή είναι η κύρια σφαίρα επίδρασης της). Έτσι, η πολεμική τεχνική επιδρά στην παγκόσμια πολιτική, διότι με την εφεύρε- ση μέσων μαζικής εξόντωσης των αν- θρώπων το πρόβλημα της διαφύλαξης της ειρήνης μετατρέπεται σε πρόβλημα ζωής και βίανάτου όλης της ανθρωπότη- τας. Το σύστημα της μόρφωσης, η τέχνη, η κουλτούρα, ο τρόπος ζωής διαμορφώ- νονται σε σημαντικό βαθμό κάτω από την επίδραση της τεχνικής. Η εφεύρεση της τεχνικής του κινηματογρά(ρου. της τηλε- όρασης, του ραδιοφώνου, της ηχογρά- φησης^ημκ)ύργησαν νέα είδη τέ^^,^ι- σκησαν βαθιά επίδ(3αση σ' όλο τον αν- θρώπινο πολιτισμό. Η τεχνική επαγαστα- τικοποιεί και τις συνθήκες της καθη- μερινής ζωής, ασκεί επίδραση σπιν κο- σμοαντίληψη των ανθρώπων, στην ψυ- χολογία τους, στη σκέψη τους κ.λπ. Βλ. επίσης Επκπημονικοτεχγυο) επανάστα- ση, Επιστημανικοτεχγική πρόσδος. • Μαρξ Κ., ^Το Κεφάλακ)», Μαρξ Κ. και' Εν- γκελς Φ., Άπαντα, τ. 23 του ιδίου, Η αθΛ/ό- τητα ΤΓ7ς φιλοσοφίας, στο ίδιο, τ. 4 του ίδιου, Οικονομικά χειρόγραφα του 1857 -1859, στο ίδιο, τ. 46, μέρ. 1 -2 Χέγγελ Γκ. Β. Φ., Έργα, τ. 1, 4, 6. Μ., - Λ.. 1929 - 59' Μπέρναλ Τζ., Η Επιστήμη στην ιστορία, μετφ. από τ* αγγλ., Μ., 1956' Σουχάρντιν Σ. Β., Οι βάσεις της ι- στορίας της τεχνικής, Μ., 1961* Ιστορία της τεχ\/ικής. Μ., 1962* Μελέστοενκο Γ Σ., Άν- θρωπος, κοινωνία και τεχνική. Λ., 1964* του ί- διου, Η τεχνική και οι νόμοι της ανάπτυξης της. Λ., 1970" Ομάροφ Α. Μ., Τεχνική και άν- θρωπος, Μ., 1965' Επισκόποσοφ Γκ. Α., Τε- χνική και κοινωνκ>λογία, Μ., 1967* Κουζίν Α. Α., OK. Μαρξ και τα προβλήματα της τεχνι- κής, Μ., 1968* Τοβμασιάν Σ. Σ., Τα φιλοσοφι- κά προβλήματα της εργασίας και η τεχνική, Μ., 1972* Βόλκοφ Γκ. Ν., Πηγές και ορίζο- ντες της προόδου, Μ. 1976. Γκ. Ν. Βόλκοφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού Τεχνοκρατία. 1) Κοινωνιολογική θεωρία που υποστηρίζει ότι είναι ανάγκη vgjß:: γκαθιδρυθεί η πολιτική εξουσία των τε- 192
Τεχνοκρατία χνικών : ειδικών (των οργανωτών πις πα- ραγωγής και των ρηχανΐκων^πόυ θα α- σκείται προς το συμφέρον όλης της κοι- νωνίας με βάση τις επιστημονικές γνώσεις, σε αντικατάσταση της ιδιωτικής εξουσίας του κεφαλαίου και των κεφα- λαιούχων. Αρχικά η ιδέα της τεχνοκρα- τίας διατυπώθηκε στην κοινωνική ουτο- πία του Βέμπλεγ_5<0ί μηχανικοί κω το σύ- στημα των τιμών» («The engineers and the price System», 1921). Οπαδδς του "«τεχνολογικού ντετερμινισμού», ο Βέ- μΐλεΝΓαποδίδει ηγετικό~ρόλο στην ανά- πτυξη της κοινωνίας του 20ού αιώνα στη βιομηχανική παραγωγή και την τεχνική πρόοδο και αναθέτει στους τεχνικούς - ειδικούς το ρόλο των ανιδιοτελωνίί^πρε: τών της παραγωγής καΓτης κοινωνικής προόδου. Για την πραγματοποίηση αυτών των σκοπών, οι τεχνικοί πρέπει να ενω- θούν και να καταλάβουν τις θέσεις - κλει- διά στη βιομηχανία της χώρας. Αποτέλε- σμα της βιομηχανικής επαναστατικής α- νατροπής θα είναι ν' αντικατασταθεί το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας με το σύστημα της ορθολογικής διεύθυνσης. Τη θεωρία της τεχνοκρατίας την ανάπτυ- ξαν ο ^ Μπέρλ («The twentjeth_centyry capitalist revolution», 1954), ο A^J&pις («Une reponse au defi de Γ histoire», 1954) και άλλοι. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 η ιδέα της τεχνοκρατίας εκτέ- θηκε στην πληρέστερη της μορφή στις εργασίες του Τζ. Κ. Γκαλμπρέιθ («Η νέα βιομηχανική κοινωνία» και «Οι οικονομι- κές θεωρίες και οι σκοποί της κοινω- νίας»), στις οποίες αντανακλώνται οι αλ- λαγές που συντελέστηκαν σε 40 - 50 χρόνια στην οργάνωση της παραγωγής των μεγάλων βιομηχανικών ενώσεων. Η θεωρία της «νέας βιομηχανικής κοινω- νίας» παραμένει μέσα στα πλαίσια του «κλασικού» τεχνοκρατισμού* (οστόσο δια- φέρει απ* αυτόν κατά το ότι δεν είναι πια ένα σχέδιο του μέλλοντος, αλλά μια πε- ριγραφή και δικαίωση Toü'sSius quo, των νέων αρμοδιοτήτων και του ρόλου των ει- δικών στην υπάρχουσα κοινωνία. Η βασι- κή έννοια του Γκαλμπρέιθ, η «τεχνοδο- μή», αντανακλά την πραγματική ανάπτυ- ξη και τη διαφοροποίηση των κοινωνικών ομάδων των τεχνικών - ειδικών, την πο- λυπλοκότητα και τη διαφοροποίηση των λειτουργών της διεύθυνσης των βιομη- χανικών ενώσεων στο σύγχρονο στάδιο του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Η «τεχνοδομή» είναι μια ευρεία ιεραρχι- κή οργάνωση, που συνενώνει ανθρώπους οΤ οποίοΓκατέχουν τεχνικές γνώσεις - από τους απλούς μηχανικούς μέχρι τους διευθυντές παραγωγικών τμημάτων, τους επαγγελματίες διευθυντές και διοι- κητές- είναι «φορέας του συλλογικού νου και των συΧλογϊκων^αποφάσεων» | (Galbraith, Economics and the social purpose, Boston, 1973, σελ. 82). Υπο- στηρίζοντας ότι η «τεχνοδομή» μετέχει στην εξουσία ή στη «λήψη των αποφάσε- ων», οι θεωρητικοί τύπου Γκαλμπρέιθ προωθούν την άποψη ότι TojiiKpo σώμα των ανωτέρων υπαλλήλων, σ' όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, συμμετέχει πραγ- ματικά στη δομή της εξουσίας. Παραπλή- σιο πνεύμα με την τεχνοκρατία στην α- στική κοινωνιολογία έχουν οι θεωρίες της «επανάστασης των διευθυντών» του Μπέρ^^^ιι της «επανάστασης των επι- offf^^v» του Ντ. Μπέλ. Οι θεωρίες αυ- τές διατείνονται ότι ασκούν κριτική στην ιδέα της τεχνοκρατίας και ότι αποτελούν νεοτερισμό από θεωρητική άποψη. Στην πραγματικότητα, όμως, ακολουθούν τη γραμμή του «τεχνολογικού ντετερμινι- σμού» και υπηρετούν τη δικαίωση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, α- γνοώντας το γεγονός ότι η αύξηση της επιρροής των τεχνικών - ειδικών δεν επι- φέρει ριζικές αλλαγές στη δομή της ιδιο- κτησίας και της εξουσίας στην ύστερη κεφαλαιοκρατική κοινωνία. 2) Το κοινωνικό στρώμα των ανώτερων λειτουργών της μονοπωλιακής παραγω- Φ.Λ. 5-13 193
Τζαίμινι γής και διεύθυνσης. Οι τεχνοκράτες εί- ναι άτομα με ειδική μόρφωση, μέρος του ανώτερου στρώματος της μεγάλης αστι- κής τάξης, και διαμοιράζονται μαζί της την εξουσία. Ο όρος «τεχνοκρατία» με την έννοια αυτή χρησιμοποιείται στις συ- γκεκριμένες έρευνες της οργάνωσης, της δομής, της κοινωνικής κινητικότητας κ.λπ. (ιδιαίτερα στη γαλλική κοινωνιολο- γία). 3) Ονομασία του κοινωνικού κινήματος που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1930. Οι οργανωτικές αρχές και η βάση του προγράμματος του -η επίτευξη δηλαδή της γενικής ευημερίας, του «τε- λειοποιημένου κοινωνικού μηχανισμού»- είναι παρμένες ολοκληρωτικά από τις θέ- σεις του Βέμπλεν. Οι οργανώσεις βάσης των τεχνοκρατών έφτασαν τις 300. Ηγέ- τες του κινήματος ήταν ο Γκ. Λόεμπ και Γκ. Σκότ. Η επιδίωξη να πραγματοποιηθεί βιομηχανική επανάσταση με την καθιέ- ρωση του επιστημονικού σχεδιασμού της παραγωγής σ' όλη την έκταση του κρά- τους, στις συνθήκες του καπιταλισμού, στα τέλη της δεκαετίας του 1940 είχε ήδη λησμονηθεί. • Όσιποφ Γκ. Β., Η τεχνική και η κοινωνική πρόοδος, Μ., 1959 Γκβισιάνι Ντ. Μ., Οργάνο)- ση και διεύθυνση. Μ., 1972* Η κοινωνιολογία και η εποχή μας, τ. 2, Μ., 1977, κεφ. 2, παργρ. 1 · Γκράφσκι Β. Γκ., 7Ό κράτος και η τεχνοκρα- τία. Ιστορικό ' κριτικό δοκίμιο, Μ., 1981' Co- ston Η., Les technocrates et la synarchie, P., 1962 Meynaud J., Lß technocratie, mytheou realite?, P., 1964* Eisner H., The technocrats. Prophets of automation, Syracuse, 1967 Bon F.. Bumier M. Α.. Les nouveau intellectuels, P., 1971 Kleinberg B., American socIety In the postlndustrial age, Columbus, 1973. θεώρηση Β. Φίλια ΤζαΓμινι. Αρχαίος ινδός σοφός, ένας από τους ιδρυτές της σχολής πούρβα - μιμάμσα*. Πότε ακριβώς έζησε δεν είναι γνωστό, και οι εικασίες που διατυπώθη- καν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Υπο- λογίζεται ότι έζησε στο διάστημα από τον 4ο π.Χ. αιώνα ώς τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Ωστόσο, το πιθανότερο είναι ότι έζησε και έδρασε γύρω στο 200 π.Χ. Βασικό του έργο είναι η «Μιμάμσα - οούτρα» ή «ΤζαΤμινι - σούτρα». Στο 1 ο κεφάλαιο του έργου αυτού διερευνάται το ζήτημα των πηγών της γνώσης, παρατίθενται αποδεί- ξεις για την αιωνιότητα των βεδών* και γκι το αλάθητο τους* στα υπόλοιπα μέρη ο ΤζάΤμινι υπερασπίζεται τις ιεροτελε- στίες των Βεδών και προσπα^ί να τις θε- μελιώσεις φιλοσοφικά. ■ The mimansa Sutras of Jaimini, transl. by Paudit Mohan Lal Sandal, R1 - 8, Allahabad, 1923 - 25. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τζεμς, Τζέιμς (James) Ουίλιαμ (11.1.1842. Νέα Υόρκη, 26.8.1910, Τσοκόρουα, Νιου Χέμπσιρ). Αμερικανός ιδεαλιστής φιλόσοφος και ψυχολόγος, έ- νας από τους ιδρυτές του πραγματι- σμού* Στις απόψεις του Τζεμς υπάρχει μια αντιφατική συνύφανση εμπειρισμού και βιολογισμού με έναν άκρατο ατομικι- σμό, με την παραδοχή της ελευθερίας βούλησης και με στοιχεία μυστικισμού. Αναπτύσσοντας τις ιδέες του Πιρς, ο Τζεμς διατύπωσε ένα νέο «πραγματιστι- κό» κριτήριο της αλήθειας* σύμφωνα με αυτό το κριτήριο, αληθινό είναι μόνο ε- κείνο που αντιστοιχεί στην πρακτική επι- τυχία της δράσης, δηλαδή εκείνο που εί- ναι «ωφέλιμο». Ο Τζεμς προσπάθησε να σταθεί πάνω από τον υλισμό και τον ιδεα- λισμό, αποδεχόμενος ως μοναδική πραγ- ματικότητα την άμεση αισθητηριακή ε- μπειρία του ατόμου (ο ονομαζόμενος ρι- ζοσπαστικός πραγματισμός). Το πρωτο- γενές υλικό της εμπειρίας είναι «ου- δέτερο», όμως τα στοιχεία του μπο- ρούν να εμφανίζονται στη διαδικασία της γνώσης με τη μορφή και του φυσικού και 194
Τζεντίλ€ του ψυχικού, ανάλογα με το πώς είναι πρακτικά πιο βολικό. Οι σκέψεις, όπως και τα πράγματα, κατά τον Τζέμς, αποτε- λούνται από αισθήματα και εντυπώσεις, (βλ. «νπάρχε/ άραγε η ουνείδηοη;», 1904, στη συλ.: Νέες ιδέες στη φιλοσο- φία, σελ. 4, 1913). Οι θέσεις του Τζεμς προσεγγίζουν το μαχισμό. Ο Β. Ι. Λένιν θεωρούσε ότι οι διαφορές ανάμεσα στο μαχισμό και τον πραγματισμό του Τζέμς, ως προς την κατανόηση της εμπειρίας, είναι «μηδαμινές και δευτερεύουσες» (βλ. Άπαντα, τ. 18, σελ. 363, σημείίοση). Στον τομέα της ψυχολογίας ο Τζεμς τά- χθηκε ενάντια στη θεωρία του συνειρμού και. σε αντιστάθμισμα, ανέπτυξε μια δική του αντίληψη: υπάρχει η «ροή της συνεί- δησης», δηλαδή ένα σύνολο διαρκώς με- ταλλασσόμενων ενιαίων και ατομικών ψυ- χικών καταστάσεων, που αντανακλούν τις φυσιολογικές διεργασίες του οργανι- σμού. Ο Τζέμς πρόβαλε σε πρώτο πλάνο την αρχή της ενεργητικότητας της ψυχι- κής ζωής και του καθορισμού της πρώτ' απ* όλα από τη βούληση του ατόμου και το συμφέρον του. Ο ψυχισμός, κατά τον Τζεμς, έχει ζωτική «λειτουργική» αξία, όντας ταυτόχρονα και όργανο της βιολο- γικής επιβίωσης του ατόμου. Η θεωρία που επεξεργάστηκε ο Τζέμς για τη φυ- σιολογική προέλευση των συναισθημά- των αποτέλεσε μια από τις αφετηρίες του συστήματος της ψυχολογίας της συ- μπεριφοράς (του μπιχεϊβορισμού). Ο Τζέμς υπερασπιζόταν τη θρησκεία από τις θέσεις του πραγματισμού: η «αληθι- νότητα» της θρησκείας και η πίστη στο θεό απορρέουν, σύμφωνα με την άποψη του, από τη χρησιμότητα της, την «ωφε- λιμότητα» της. Ως προς τις πολιτικές του απόψεις, ο Τζέμς θεωρείται εκπρόσω- πος του αστικού φιλελευθερισμού. ■ Principles of phycology, ν. 1 2, Ν. Υ., 1890· The meaning of truth, Ν.Υ., 1909) Es- says in radical empiricism, N.V 1912* σε ρωσ. μετφ.: Οι επιστημονικές βάσεις της ψυ- χολογίας, ΣΠ-ργκ, 1902· Η εξάρτηση της πί- στης από τη βούληση, ΣΠ-ργκ, 1904' Η πολυ- μορφία της θρησκευτικής εμπειρίας. Μ., 1910· Ο πραγματισμός, ΣΠ-ργκ, 1910* Το Σύ- μπαν από πλουραλιστική άποψη. Μ., 1911. • Μπιχόφσκι Μπ. Ε., Ο πραγματισμός και ο «ριζοσπαστικός εμπειρισμός» του Ου. Τζβμς, στη συλ.: Ο Β. Ι. Λένιν και τα ζητήματα της μαρξιστικής φιλοσοφίας, Μ., 1960 Μπογκο- μόλοφ Α. Σ, Η αστική φιλοσοφία στις ΗΠΑ κατά τον 20ό αι.. Μ., 1974, κεφ. 3· Η αστική φιλοσοφία στις παραμονές και τις αρχές της ιμπεριαλιστικής εποχής, Μ. 1977, κεφ. 8* Per- ry R. Β., Throught and character of W. James, V. 1 - 2, Boston, 1935· Morris L. R., W. James, N.Y., 1950· Wild J.. The radical empiricism of W. James, N.V., 1969 The philosophy of W. James. Hamb., 1976 βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Πραγματισμός. θεώρηση Φ. Βώρου Τζεντίλε (Gentile) Τζοβάννι (30.5.1875, Καστελβετράνο, 15.4.1944, Φλωρε- ντία). Ιταλός φιλόσοφος, νεοχεγγελια- νός, ένας από τους θεωρητικούς του φα- σισμού. Το φιλοσοφικό σύστημα του. ο α- ΚΓΟί/αΑ/σμός*, είναι υποκειμενική ιδε- αλιστική παραλλαγή του νεοχεγγε- λωνισμού. Ο Τζεντίλε «μεταρρύθμισε» τη διδασκαλία του Χέγγελ με βάση θέσεις παραπλήσιες με του Φίχτε, ανάγοντας την πραγματικότητα στην τρέχουσα νοητική διαδικασία, στην «πρά- ξη της σκέψης», σπι «σκεπτόμενη σκέ- ψη». Και μάλιστα η «σκεπτόμενη σκέψη» αντιπαρατίθεται, ως υπαρκτή πραγματι- κότητα, όχι μόνο σ' όλο τον αντικειμενι- κό κόσμο, αλλά και στην προηγούμενη σκέψη (σπι «νοηθείσα σκέψη») ως κά- ποια «απολιθωμένη», υλοποιηθείσα (που και γΓ αυτό το λόγο έπαψε να είνρι δια- λεκτική) νοητική διαδικασία. Ο Τζεντίλε συνεργάσπικε με τη φασιστι- κή κυβέρνηση της Ιταλίας και έγινε απο- λογητής του ολοκληρωτικού κράτους το 195
Τζέφερσον οποίο, κατά τον Τζεντίλε, παρουσιάζεται σαν ενσάρκωση του ηθικού πνεύματος. Ο Τζεντίλε κήρυσσε την «ολοκληρωτική» υποταγή της προσωπικότητας στο κρατι- κό σύνολο και τη «διάλυση» του ατόμου μέσα στην πολιτική ιστορία. ■ Opere complete, ν. 1 -16, Firenze, 1935 - 46. • ΕφΙροφ Σ. Α., Η ιταλική αστική φιλοσοφία στον 206 αι., Μ., 1968, κεφ. 2. θεώρηση Στ. Φασουλάκη Τζέφερσον (Jefferson) Τόμας, (13. 4. 1743, Αλμπερμάλ, - 4. 7. 1826, Μοντι- σέλλο). Αμερικανός δκιφωτισπίς, φι- λόσοφος και δημόσιος παράγοντας. Ως κοινωνικός στοχαστής διαμορφώθηκε στην περίοδο της αμερικανικής αστικής επανάστασης του 18ου αι., στη διάρκεκι της οποίας προβλήθηκε ως ριζοσπαστι- κός θεωρητικός και πολιτικός ηγέτης της αριστερής δημοκρατικής της πτέρυγας. Μετά την κατάκτηση της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ο Τζέφερσον κατέλαβε ανώτα- τα αξιώματα και διετέλεσε τρίτος κατά σειρά πρόεδρος των ΗΠΑ (1801 - 09). Αποδεχόταν τα ανθρωπιστικά ιδανικά του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, δέχτηκε, ό- μως, και επιδράσεις του διαισθητισμού (ι- ντουιτιβισμού) του Φ. Χάτσεσον και του Ε. Σέφτσμπερι. Ο Τζέφερσον υποστήρι- ζε ότι υπάρχει έμφυτο ηθικό συναίσθημα για το δίκαιο και το άδικο σε κάθε άνθρω- πο. Η ιστορική διαδικασία, κατά τον Τζέ- φερσον, παίρνει τη μορφή της αντιμα- χίας ανάμεσα στην έμφυτη ηθική αρχή και στον ανθρώπινο εγωισμό, ο οποίος ε- δραιώνεται μέσα από κοινωνικούς και κρατικούς σχηματισμούς. Χείριστη μορ- φή πολιτεύματος θεωρούσε τη μοναρχία και την τυρανία. Ομως, σε αντίθεση με τους γάλλους διαφωτιστές, ο Τζέφερ- σον απέρριπτε την αυστηρή κοινωνική αι- τιοκρατία (ντετερμινισμό) και, ακολουθώ- ντας το Χιούμ, υποστήριζε ότι ορισμένες φορές τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα δια- μορφώνονται ως συγκυριακή συνέπεια α- πρόβλεπτων καταστάσεων, που η νομο- τελειακή τους σύνδεση δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί. Σε μια σειρά έργα του ο Τζέφερσον διατύπωσε υλιστικές από- ψεις, τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να τις θεμελιώσει φιλοσοφικά. Ο Τζέφερσον είχε γενικά παραπλήσιες απόψεις με το Λοκ σχετικά με τη θεωρία του φυσικού δικαίου. Ωστόσο, τοποθε- τούσε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας μόνο ως πολιτικό και όχι ως φυσικό δικαίωμα. Στη δκικήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ το 1776 -ένα έξοχο ντοκουμέντο δημοκρατικής κοινωνικής και φιλοσοφι- κής σκέψης του 18ου αι.- ο Τζέφερσον διατύπωνε την άποψη ότι «... όλοι οι άν- θρωποι γεννήθηκαν ίσοι και είναι προικι- σμένοι από το δημιουργό τους με (έμφυ- τα και αναφαίρετα) καταφανή δικαιώμα- τα, ανάμεσα στα οποία είναι το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας και της επι- δίωξης της ευτυχίας» (βλ. στο βιβ.: ^Α- μερικανοί διαφωτιστές», τ. 2, 1969, σελ. 27). Η εγγύηση γκι τη δκιτήρηση της δη- μοκρατίας, κατά τον Τζέφερσον, βρίσκε- ται στο δικαίωμα του λαού να επαναστα- τεί περιοδικά ενάντια στους σφετερι- στές της ελευθερίας. Ο Τζέφερσον σύν- δεσε τον ειρηνικό δρόμο διατήρησης της λαϊκής κυριαρχίας με τις αρχές της μέγι- στης εξισορρόπησης και αποκέντρωσης της εξουσίας. Κρατούσε αρνητική θέση απέναντι στο βιομηχανικό και ουρμπανι- στικό (τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε μεγάλα αστικά κέντρα) δρόμο ανάπτυ- ξης των ΗΠΑ και πρότεινε να καθιερωθεί η ίση κατανομή στη γαιοκτησία και να γί- νει η τάξη των μικροϊδιοκτητών γεωργών (των μικρών φάρμερς) η κοινωνικό - οικο- νομική βάση του κρατικού συστήματος των ΗΠΑ. Ο Τζέφερσον τάχθηκε ενάντια στο κόμ- μα των «ομοσπονδιακών» - την ένωση των μεγιστάνων του πλούτου και των 196
«<Τι είναι οι '*φ[λοι του λαού''. χρηματιστών που διακρινόταν για τις βίαιες αντιδημοκρατικές του επιδιώξεις. Ωστόσο, η ίδια η πολιτική γραμμή του Τζέφερσον χαρακτηριζόταν από φιλε- λεύθερη αστάθεια και ασυνέπεια (όπως στο ζήτημα της δουλείας των νέγρων). Σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας των ΗΠΑ, η θεωρητική κληρονομιά του Τζέ- φερσον βρισκόταν και βρίσκεται στο κέ- ντρο της ιδεολογικής και πολπικής πά- λης για τη δημοκρατία, τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις πολιτικές ελευθερίες. ■ Papers, ed. J. Ρ. Boyd, ν. 1 - [19], Prince- ton, 1950 - [74]· σε ρωσ. μετφ.: Αμερικανοί διαζρωτιστές. Επιλογή έργων, τ. 2, Μ. 1969. • Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 16, σελ. 17* ' Απτεκερ Γ., Για τη φύση της δημο- κρατίας, της ελευθέρας και της επανάστα- σης, μετφ. από τα αγγλ.. Μ., 1970* Καρίμσκι Α. Μ.. Η επανΰσπαστ) του 1776 και η διαμόρ- φωση της αμερικανικής φιλοσοφίας Μ. 1976' White Μ. G.. The philosophy of the American Revolution, Oxf., 1978* Two centuries of phi- iosophy in America, ed. by P. Caws, Oxf., 1980. θεώρηση Β. Φίλια «Τι είναι οι "φίλοι του λαού" και πώς πολβμούν GvavTia στους σοσιαλδη- μοκράτες; [Απάντηση cm άρθρα του «Ρούοκογε μπογκάστβο» («Ρωσικού πλούτου») ενάντκι στους μαρξιστές]» ' Εργο του Β. Ι. Λένιν, με το οποίο ολο- κληρώθηκε η ιδεολογική συντριβή του ναροντικισμού* και στο οποίο μελετήθη- καν τα σημαντικότερα προβλήματα της μαρξιστικής θεωρίας στις συνθήκες πε- ράσματος του ρωσικού επαναστατικού κι- νήματος στο προλεταρκικό στάδιο του. Το βιβλίο γράφτηκε το καλοκαίρι και εκ- δόθηκε (παράνομα) το φθινόπωρο του 1894 σε τρία τεύχη: το 1ο και το 3ο τεύ- χος βρέθηκαν στο σοσιαλδημοκρατικό αρχείο του Βερολίνου, και στη βιβλιοθή- κη «Μ. Ε. Σαλτικόφ - Σεντρίν» στο Λένιν- γκραντ· το 2ο τεύχος δεν βρέθηκε ακό- μα. Το βιβλίο περιέχει ανάλυση και κριτική των φιλοσοφικών και κοινωνιολογικών α- πόψεων, της πολπικής και οικονομικής θεωρίας, του προγράμματος και της τα- κτικής του ρωσικού ναροντνικισμού της δεκαετίας του 1890. Χαρακτηρίζοντας το ναροντνικισμό ως παραλλαγή του ου- τοπικού αγροτικού σοσιαλισμού, ο Λένιν έδειξε ότι με την καπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας. «... διασπάστηκε και ο πα- λιός ρωσικός αγροτικός σοσιαλισμός, πα- ραχωρώντας, από τη μια. τη θέση του στον εργατικό σοσιαλισμό και, από την άλλη, εκφυλιζόμενος σε ένα χυδαίο μι- κροαστικό ριζοσπαστισμό» (Άπαντα, τ. 1, σελ. 272). Κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι η ιδέα της οργανικής ενότητας όλων των συ- στατικών στοιχείων του μαρξισμού. Α- πορρίπτοντας τη θέση του Μ/χαηλόφσκι* ότι η μαρξιστική διαλεκτική ανάγεται στη χεγγελιανή τριάδα, ο Λένιν έδειξε ότι η μαρξιστική μέθοδος είναι αντίθετη στη δκιλεκτική του Χέγγελ και έδωσε μια βα- θιά ανάλυση της μαρξιστικής δκιλεκτικής μεθόδου, υπογραμμίζοντας την εσωτερι- κή ενότητα του υλισμού και της διαλεκτι- κής, χαρακτηρίζοντας τη διαλεκτική ως μέθοδο έρευνας και απεικόνισης της πραγματικής διαδικασίας σης κύριες τά- σεις της, ως μέθοδο αναπαραγωγής στη θεωρία των αντικειμενικών νόμων εμφά- νισης, ύπαρξης, ανάπτυξης και εξαφάνι- σης των αντικειμένων που εξετάζονται. Ο Λένιν έδειξε, γιατί μόνο η υλιστική α- ντίληψη της ιστορίας μετέτρεψε την κοι- νωνιολογία σε επιστήμη. Πρώτο, ξεχωρί- ζοντας από ολόκληρο το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων τις σχέσεις παρα- γωγής ως βάση των ιδεολογικών σχέσε- ων, ο μαρξισμός φανέρωσε τη φύση και τη γέννηση των πολιτικών και νομικών μορφών και των κοινωνικών ιδεών. Δεύ- τερο, προσδιορίζοντας τις σχέσεις παρα- 197
«Τι είναι οι ''φίλοι του λαού*'... γωγής cxav την οικονομική δομή της κοι- νωνίας, η υλιστική κοινωνιολογία όρισε ένα αντικειμενικό κριτήριο για τη διάκρι- ση του ουσιαστικού και του δευτερεύο- ντος στοιχείου στα κοινωνικά (ραινόμενα, για την ανακάλυψη των ιστορικών νομο- τελειών, θέτοντας τέρμα στον υποκειμε- νισμό κατά την αξιολόγηση των ιστορικών γεγονότων. Τρίτο, η αποκάλυψη της ε- ξάρτησης των ιδεολογικών κοινωνικών σχέσεων από τις σχέσεις παραγωγής, και των τελευταίων από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έδωσε μια στα- θερή βάση για την κατανόηση της κοινω- νικής εξέλιξης ως φυσικής - ιστορικής διαδικασίας της αλλαγής των κοινωνικών σχηματισμών. Ο Λένιν καταδίκασε τις προσπάθειες του Μιχαηλόφσκι να ερμηνεύσει τη μαρξιστι- κή κοινωνιολογία σαν «οικονομικό υλι- σμό» και έδειξε ότι ακριβώς ο μαρξισμός ήταν ο πρώτος που διερεύνησε την κοι- νωνία στην ενότητα όλων των πλευρών της. Ο Λένιν υπογράμμισε ότι μόνο ο ι- στορικός ντετερμινισμός εππρέπει να διασαφηνιστεί ο πραγματικός ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορία και να τε- θεί έτσι τέρμα στη μεταφυσική αντιπαρά- θεση, πρώτο, ανάμεσα στη συνειδητή, σκόπιμη δράση και στην ιστορική ανα- γκαιότητα, και, δεύτερο, ανάμεσα στους «ήρωες» και τον «όχλο». Αποκαλύπτο- ντας την αυστηρή νομοτέλεια των αν- θρώπινων πράξεων, η ιδέα του ντετερμι- νισμού όχι μόνο δεν υποβιβάζει το ρόλο του λογικού και της ελεύθερης βούλη- σης του ανθρώπου, αλλά, αντίθετα, για πρώτη φορά δίνει τη δυνατότητα να εκτι- μηθεί ο ρόλος αυτός σωστά, με βάση την ανάλυση των συγκεκριμένων αντικειμενι- κών συνθηκών, στα πλαίσια των οποίων είναι αναγκασμένος να δρα ο άνθρωπος. Απ* την άλλη, «... η ιδεατής ιστορικής α- ναγκαιότητας καθόλου δεν υποσκάπτει το ρόλο της προσωπικότητας σπιν ιστο- ρία: όλη η ιστορία διαμορφώνεται ακρι- βώς από τις ίδιες τις πράξεις των προσω- πικοτήτων, που αποτελούν αδιαμφισβή- τητους δημιουργούς. Το πραγματικό πρόβλημα που ορθώνεται κατά την εξέ- ταση της κοινωνικής δραστηριότητας της προσωπικότητας βρίσκεται στο ερώτημα, σε ποιες συνθήκες αυτή η δραστηριότη- τα μπορεί νάχει επιτυχία;» (στο ίδιο, σελ. 159). Ξεκινώντας από την ανάλυση των τάσεων της κοινωνικής εξέλιξης και της διάτα- ξης των ταξικών δυνάμεων στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αι., ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην επερχόμενη α- στικοδημοκρατική επανάσταση ηγετικό ρόλο θα παίζει το προλεταριάτο με σύμ- μαχο του την αγροτιά. Το επιστημονικά τεκμηριωμένο απ' το Λένιν πρόγραμμα πάλης της ρωσικής σο- σιαλδημοκρατίας πρόβαλε το καθήκον: της συνένωσης του εργατικού κινήματος με τον επιστημονικό σοσιαλισμό, της ί- δρυσης επαναστατικού μαρξιστικού κόμ- ματος, της συσπείρωσης όλων των δημο- κρατικών δυνάμεων μ' επικεφαλής το προλεταριάτο για την ανατροπή της απο- λυταρχίας. Όλες αυτές οι ιδέες ανα- πτύχθηκαν στα μεταγενέστερα έργα του Λένιν. Το βιβλίο του Λένιν εξακολουθεί να απο- τελεί ιδεολογικό και μεθοδολογικό όπλο στην πάλη ενάντια στη σύγχρονη αστική υποκειμενική - ιδεαλιστική κοινωνιολογία και στα ψευδοεπαναστατικά συνθήματα. • Γκιντιρίνσκι Β. Ι., Ζητήματα ιστορικού υλι- ομού στο βιβλίο του Β. Ι. Λένιν «Τι είναι οι ''φίλοι του λαοΰ" και πώς πολεμούν ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες;>', Μ., 1972· Κουλι- KOCD Ε. Σ.. Το βιβλίο του Β. Ι. Λένιν «Τι είναι οι "'φίλοι του λαού" και πώς πολεμούν ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες:», Μ., 1975. Ν. Ν. Καρίμσκαγια Θεώρηση Νικ. Στέργιου 198
«Τι να κάνουμβ; «Τι να κάνουμε; Τα φλέγοντα προβλή- ματα του κινήματος μας». Βιβλίο του Β. Ι. Λένιν, αφιερωμένο στην ανάλυση και γε- νίκευση των τακτικών και οργανωτικών αρχών, οι οποίες είχαν διατυπωθεί και α- ναπτυχθεί στην εφημερίδα «Ίοκρα» («Σπίθα», όργανο των μπολσεβίκων) στα 1901 - 02 και επεκράτησαν το 1903 στο 2ο Συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημο- κρατικού Εργατικού κόμματος. Γράφτηκε από το φθινόπωρο του 1901 μέχρι το Φε- βρουάριο του 1902. Στο έργο «7/ να κά- νουμε;» τεκμηριώθηκε ολόπλευρα ο σπουδαιότατος ρόλος της επαναστατι- κής θεωρίας στο επαναστατικό κίνημα, η ιδέα της ίδρυσης προλεταριακού κόμμα- τος νέου τύπου, ενός κόμματος που δια- φέρει θεμελιακά από τα ρεφορμιστικά κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, του κόμματος της σοσιαλιστικής επανάστα- σης και της δικτατορίας του προλεταριά- του. Το βιβλίο αποτελεί ένα εκτενές πρόγραμμα οργάνωσης ενός τέτοιου μαρξιστικού κόμματος και ένα σχέδιο πά- λης για την ίδρυση του. Στο βιβλίο αυτό ο Λένιν συνέτριψε ιδεολογικά τον «οικονο- μισμό», χαρακτηρίζοντας τον παραλλαγή του διεθνούς οπορτουνισμού -του μπερν- σταϊνισμού (βλ. Μπερνατάιν). Οι «μπερνσταϊνιστές» σπι Δύση και οι «οικονομιστές» στη Ρωσία υποστήριζαν ότι η ιστορική διαδικασία έχει «αυθόρμη- το» χαρακτήρα, υποτιμούσαν το ρόλο της πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης και ανήγαγαν αυτή την πάλη σε καθαρά οικο- νομικές διεκδικήσεις. Στο έργο του «Γί να κάνουμε;» ο Λένιν έδειξε ότι «... το βασικό οικονομικό συμφέρον του προλε- ταριάτου μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την πολιτική επανάσταση, η οποία θα α- ντικαταστήσει τη δικτατορία της αστικής τάξης με τη δικτατορία του προλεταριά- του» (Άπαντα, τ. 6, σελ. 46, σημείωση). Σχετικά μ* αυτό, ο Λένιν θεωρούσε ότι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιςΛισμό αποτελεί την ουσία και το κεντρικό καθήκον του μαρξιστικού κόμ- ματος. Συνεχίζοντας, μετά τον Έν- γκελς, τη μελέτη του προβλήματος της σχετικής αυτονομίας της ιδεολογίας, ο Λένιν στο έργο του αυτό συγκεκριμενο- ποίησε το θέμα των νομοτελειών της ε- ξέλιξης της ιδεολογίας της εργατικής τάξης την εποχή του καπιταλισμού, εξε- τάζοντας το σοσιαλισμό σαν ιδεολογία που εμφανίστηκε έξω από το αυθόρμητο εργατικό κίνημα (βλ. στο ίδιο, σελ. 79 - 80). Ο Λένιν έδειξε ότι η ιδεολογία του επιστημονικού σοσιαλισμού συνεχίζει και αναπτύσσει τις καλύτερες παραδόσεις του ανθρώπινου πολσισμού και μπορεί να μεταφερθεί στο εργατικό κίνημα «... μό- νο από τα έξω, δηλαδή έξω από το πεδίο της οικονομικής πάλης...» (στο ίδιο, σελ. 79). Οι εργάτες, με τις δικές τους μόνο δυνάμεις, μπορούν στην πορεία της ταξι- κής πάλης να διαμορφώσουν μόνο συνδι- καλιστική συνείδηση, δηλαδή μπορούν να κατανοήσουν την αναγκαιότητα μόνο της οργάνωσης σε συνδικάτα, την ανάγκη της κοινής οικονομικής πάλης ενάντια στους εργοδότες, της διεκδίκησης ερ- γατικής νομοθεσίας κ.λπ. Ωστόσο, ένα τέτοιο επίπεδο συνείδησης των εργατών δεν τους επιτρέπει να πετύχουν αποφα- σιστικές επαναστατικές αλλαγές και ο- δηγεί βαθμιαία στην υποταγή του εργατι- κού κινήματος στην αστική ιδεολογία, στον οπορτουνισμό. Και επειδή «... για α- νεξάρτητη ιδεολογία, διαμορφωμένη από τις ίδιες τις εργατικές μάζες στην πο- ρεία του ίδιου του αγώνα τους, δεν μπο- ρεί καν να γίνεται λόγος, το ζήτημα τί- θεται μόνο έτσι: είτε αστική, είτε σοσια- λιστική ιδεολογία. Μέση λύση δεν υπάρ- χει. Γι' αυτό κάθε υποτίμηση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, κάθε απομά- κρυνση απ' αυτή σημαίνει ταυτόχρονα ε- νίσχυση της αστικής ιδεολογίας» (στο ί- διο, σελ. 39 - 40). Δίνοντας, στην πολεμική με τους «οικο- νομιστές», ιδιαίτερη προσοχή στη σημα- 199
Τιερύ της Σαρτρ σία της πολιτικής πάλης του προλεταριά- του, ο Λένιν υπογράμμιζε την οργανική σύνδεση όλων των μορφών της ταξικής του πάλης: της θεωρητικής, της οικονο- μικής και της πολιτικής. «Χωρίς επανα- στατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρχει και επαναστατικό κίνημα» (στο ίδιο, σελ. 24). «... Το ρόλο του πρωτοπόρου μαχητή μπορεί να παίζει μόνο το κόμμα που κα- θοδηγείται από πρωτοπόρο θεωρία» (στο ίδιο, σελ. 25). Το έργο του Λένιν «Τι να κάνουμε;» έχει μεγάλη πολιτική και θεωρητική σημασία στις σύγχρονες συνθήκες της οξύτατης πάλης του μαρξισμού - λενινισμού ενά- ντια στην αστική ιδεολογία, ενάντια στους σύγχρονους οπορτουνιστές και α- ναθεωρητές. • Τσάγκιν Μπ. Α., Από την ιστορία του αγώνα του Β. Ι. Λένιν για την ανάπτυξη της μαρξιστι- κής φιλοσοφίας, Μ. 1960* Σούσλοβα Φ. Μ., Για το έργο του Β. Ι. Λένιν «Τι να κάνουμε;», Μ. 1966· Γκάλιεφ Γ Σ., Το έργο του Β. Ι. Λέ- νιν «Τι να κάνουμε;» Κούιμπισεφ, 1967 θεώρηση Νικ. Στέργιου Τιερύ της Σαρτρ (Theodoricus Carno- tensis, Theodericus Brito» (; μεταξύ 1149 και 1155. Σαρτρ). Μεσαιωνικός φι- λόσοφος, επιφανής^ εκπρόσωπος της Σχολής της Σαρτρ. Στην οντολογία (σχόλια για το Βοήθιο), στη φιλοσοφία της φύσης (πραγματεία «Για τις επτά η- μέρες και τις έξ/ διαφορές της δημιουρ- γίας») και στη λογική (πρώτος αυτός πε- ριέλαβε στο πρόγραμμα και ερμήνευσε αποσπάσματα από τα έργα του Αριστοτέ- λη «Αναλυτικά πρότερα», «Τοπικά» και «Σοφιστικοί έλεγχοι») ο Τιερύ της Σαρτρ δόμησε τη σύνθεση «φυσικής και Γρα- φής», επιστημών (του τρίβιουμ = των τριών κλάδων: της γραμματικής, της ρη- τορικής και της διαλεκτικής - σημ. μετφ.) και φιλολογίας (του κβαντρίβιουμ= κύ- κλου των μεσαιωνικών σχολών που περι- λάβαινε τέσσερα μαθήματα: μουσική, α- ριθμητική, γεωμετρία και αστρονομία - σημ. μετφ.), Πυθαγόρα, Πλάτωνα και Αρι- στοτέλη. Στη «μαθηματική» μεταφυσική του Τιερύ της Σαρτρ δημιουργία είναι η ανάπτυξη των αριθμών (των συστατικών μονάδων) από τη μη εξαρτημένη απλότη- τα της πρωτοενότητας, η οποία προσδί- δει ακεραιότητα σε κάθε αριθμό, όμως η ίδια δεν υπολογίζεται με αριθμό. Ενώπιον της πρωτοενότητας πρώτα εμφανίζεται αναγκαστικά η ύλη ως καθαρή, κατοπτρι- κή αντίληψη. Η ύλη διαπερνάται από τις α- νακλάσεις του «ενός», ενώ η ενότητα α- ποδεικνύεται «μορφή του Είναι» των πραγμάτων, μια και καθένα απ' αυτά εί- ναι μια ενότητα των μονάδων που το απο- τελούν. Η ύλη χωρίζεται πρώτα σε 4 στοιχεία (βλ. Στοιχεία), τα οποία σε συνέ- χεια προσδιορίζουν αμοιβαία το ένα το άλλο: έτσι, ο αέρας διαδίδεται σε πλά- τος, σχηματίζοντας το ουράνιο «στερέίο- μα» και συνάμα «αποστερεώνει» τη γη με τη συμπαγή του πίεση κ.λπ. Η αριστοτε- χνική αριθμητική θεωρία του Τιερύ της Σαρτρ ήταν μισοξεχασμένη στο μεσαιω- νικό σχολαστικισμό, όμως αναζωογονή- θηκε στο σύστημα του Νικολάου Κουζά- νου. ■ The creation and creator of the world ac- cording to Thierry of Chartres and Clarenbal- dus of An-as, ed. N. Haring, «Archives d' hl· stoire doctrinale et Iitt6raire du Moyen Age» 1956, annoe 30, p. 184 - 200" Two comme- ntahes on Boethius de Trinitate and De He- bdomadibus, ed. N. Haring. στο ίδιο, 1961, annoe 35, ρ. 80 - 134. • Fredborg Κ. Μ., The commentary of Thier- ry of Chartres on Cicero' s De inventione, Cph., 1971· βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Σαρτρ Σχολή. θεώρηση Στρ. Φασουλάκη Τίλλιχ (Tillich) Πάουλ (20.8.1886, Στάρ- τσεντελ, - 22.10.1965, Σικάγο). Γερμα- 200
«Τίμαιος» νοαμερικανός προτεστάντης θεολόγος και φιλόσοφος, εκπρόσωπος της διαλε- κτικής θεολογίας*. Μετά τον πρώτο Πα- γκόσμιο πόλεμο εμφανίσπικε ως ένας από τους επικριτές του φιλελεύθερου προτεσταντισμού, ζητώντας την επι- στροφή στις αρχικές ιδέες της Μεταρ- ρύθμισης. Κατά τη δεκαετία του 1920 ή- ταν ηγέτης του θρησκευτικού - σοσιαλι- στικού κινήματος της Γερμανίας (παραλ- λαγή του χριστιανικού σοσιαλισμού). Το 1933 μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Ο Τίλλιχ προσπάθησε να συνενώσει τα βασικά ρεύματα του προτεσταντισμού και της χριστιανικής θεολογίας γενικά και να θέσει τις βάσεις της νέας «οικουμενι- κής» τους σύνθεσης. Πρόβαλε το καθή- κον της δημιουργίας «θεολογίας της κουλτούρας», που θα έδινε θρησκευτική εξήγηση όλων των πλευρών της ζωής της σύγχρονης κοινωνίας (εργασίες του Τίλλιχ γκι ζητήματα της ιστορίας του πο- λιτισμού, της ηθικής, της παιδαγωγικής και της κοινωνιολογίας). Επέκρινε τον ι- στορικό προτεσταντισμό, ο οποίος προ- κάλεσε την απειλή εξάλειψης των βάσε- ων της εκκλησίας, υποκαθιστώντας τα σύμβολα του καθολικισμού με ορθολογι- κές αντιλήψεις, ηθικούς νόμους και υπο- κειμενικά συναισθήματα. Σε διάκριση από τον Καρλ Μπαρτ, ο Τίλλιχ υπογράμ- μιζε τη θρησκευτική αξία του πολιτισμού και την ανάγκη της διατήρησης της αυτό- νομης ανθρώπινης ενεργητικότητας στη θρησκεία. Ο θεός, κατά τον Τίλλιχ. βρί- σκεται σ' αυτόν τον κόσμο σαν σε δική του βάση και δικό του βάθος. Το θεό δεν πρέπει να τον «αναζητούμε» σαν κάποιο πράγμα, και ο θεός δεν υπάρχει ως ιδιαί- τερο Είναι, γΓ αυτό. κατά τον Τίλλιχ, εί- ναι απόλυτα δικαιολογημένη η διαμαρτυ- ρία του αθεϊσμού κατά του θεού, που κα- τοικεί πάνω από τον κόσμο ως τέλεια ε- πουράνια προσωπικότητα. Ο Χριστός, κατά τον Τίλλιχ, αποτελεί μορφή του «νέ- ου Είναι», που υπερνικά τους σατανικούς μηχανισμούς της προσωπικής και κοινω- νικής αλλοτρί(οσης. Αντίθετα από το Ρ. Μπούλτμαν, ο Τίλλιχ πίστευε ότι τα σύμ- βολα (οι μύθοι) συγκροτούν τη «φυσική γλώσσα» της θρησκείας και δε χρειάζο- νται κανενός είδους αντικατάσταση. Η δραστηριότητα του Τίλλιχ αποτελεί χαρα- κτηριστικό παράδειγμα προσπάθειας να δομηθεί, σε συνθήκες κρίσης της θρη- σκείας, ένα θεολογικό σύσπιμα. «ανοι- χτό» στην επίδραση των δια(ρόρων ρευ- μάτων της σύγχρονης φιλοσοφίας, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας. Ο Τίλλιχ άσκησε σημαντική επίδραση τόσο σπιν προτεσταντική, όσο και στην καθο- λική φιλοσοφία των μέσων του 20ού αι. ■ Gesammelte Werke. Bd 1 14, Stuttg., 1959 - 75· Α history of Christian thought, N.Y., 1972. • Armbruster C. J., The Vision of P. Tillich, N. Y., [1967]· Scabini E., II pensierodIP.TIIIIch, Mil.,[1967]. θεώρηση Β. Α. Κύρκου «Τίμαιος». Διάλογος του Πλάτωνα, που ανήκει στην τελευταία περίοδο του συγ- γραφικού έργου του. Τον ύστερο χαρα- κτήρα του «Τιμαίου» προσπάθησε να αμ- φισβητήσει ο G. Ε. L. Owen (1953), περι- λαμβάνοντας το έργο αυτό στην ίδια ο- μάδα με την «Πολιτεία» και άλλους διάλογους της μεσαίας συγγραφικής πε- ριόδου. Την άποψη αυτή επέκρινε ο Η. Cherniss (1957), που έδειξε ότι ο «Τί- μαιος» γράφτηκε μετά από την «Πολι- τεία», το «Θεαίτητο» και τον «Παρμενί- δη» και, πιθανότατα, μετά το «Σοφιστή» και τον «Πολιτικό». Αν η «Πολιτεία» έδει- ξε ότι οι ατομικές αρετές αναπτύσσονται καλύτερα σ* ένα σωστό κρατικό σύστη- μα, ο ^Τίμαιος» όφειλε να δείξει ότι ο άν- θρωπος και το κράτος έχουν τις ρίζες τους στην παγκόσμια ζωή. Πρόσωπα του διαλόγου είναι ο Σωκρά- της, ο πυθαγόρειος Τίμαιος ο Λοκρός 201
«Τίμαιος»» (προφανώς, υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο, για το οποίο, ωστόσο, άλλες πληροφο- ρίες εκτός από τον «Τίμαιο» δε σώζο- νται), ο Αθηναίος Κριτίας, στο σπίτι του οποίου διεξάγεται η συζήτηση (παπούς του τύρανου Κριτία, θείου του Πλάτωνα), και ο Ερμοκράτης, συρακούσιος ναύαρ- χος, που συνέτριψε την αθηναϊκή εκ- στρατεία κατά της Σικελίας στα 415 - 413. Η συζήτηση διεξάγεται στα Μεγάλα Παναθήναια, που γιορτάζονταν κατά τη θερινή περίοδο. Ο διάλογος αποτελείται από την εισαγωγική συζήτηση (17α 27b), κατά την οποία ο Κριτίας αφηγείται έναν μύθο, που έφερε κάποτε ο Σόλων από την Αίγυπτο, για κάποιο κατόρθωμα των κατοίκων της αρχαίας Αθήνας, ότι δηλαδή τάχθηκαν κατά της συμμαχίας με τις πόλεις της θρυλικής Ατλαντίδος (21α - 25d), και ένα λόγο του Τιμαίου (27ο - 92ο), γραμμένο στον τύπο των παραδο- σιακών για την πρώιμη φιλοσοφία της φύ- σης έργων «Περί φύσεως». Ο λόγος του Τιμαίου -αφήγηση για τη δημιουργία του αιώνια μεταβαλλόμενου αισθητού κό- σμου- έχει χαρακτήρα «αληθθ(ρανούς μύθου» και αποτελείται από την εισαγω- γή (27c - 29d), που παραθέτει τις απαραί- τητες για την ανάπτυξη του θέματος κα- τηγορίες του «Είναι» και του «γίγνεσθαι», του «παραδείγματος» και του «μιμήμα- τος» (που σε συνέχεια συμπληρώνονται με τις κατηγορίες της ταυτότητας και της ετερότητας, της αιωνιότητας και του χρόνου κ.ά.), και από τρία μέρη: με προϋ- πόθεση το ότι ο κόσμος πλάστηκε από το δημιουργό του με συνδυασμό του νου και της ανάγκης το πρώτο μέρος (29d - 47e) εξετάζει τα έργα του νου, το δεύτερο μέρος (47e - 69α) τα έργα της ανάγκης και το τρίτο μέρος (69α - 92ο) αυτό που προκύπτει από το συνδυασμό των δύο πρώτων αρχών. Στο πρώτο μέρος εξετά- ζονται τα πρωτογενή στοιχεία, από τα ο- ποία αποτελείται ο κόσμος, η ψυχή του κόσμου, οι ψυχές των ανθρώπων και τα ουράνια σώματα. Στο δεύτερο μέρος ε- ξετάζεται το πρόβλημα της ύλης, η ο- ποία νοείται ως «εκείνο, στο οποίο», ο χώρος, που δέχεται τα «είδη», δηλαδή τις μορφές που ξεκινούν από το νου, ο- νομάζεται «μητέρα» και «τροφός», μια και αποτελεί τη βάση κάθε γίγνεσθαι και κάθε δημιουργίας· ο νους στην προκεί- μενη περίπτωση αποδεικνύεται «πατέ- ρας», ενώ ο κόσμος που δημιουργήθηκε είναι το «παιδί»· εδώ εξετάζονται και οι μεταβολές των πρωτογενών στοιχείων, η δημιουργία των αισθήσεων και αισθητών φαινομένων. Στο τρίτο μέρος περιγρά- φεται η δομή και η λειτουργία του ανθρώ- πινου οργανισμού. Συνοψίζοντας τα βασικά προβλήματα της κοσμογονίας και της ανθρωπογονίας, ο «Τίμαιος» έκανε απολογισμό της φυσι- κής φιλοσοφίας του 6ου - 4ου αι. π.Χ. και αποτέλεσε τη βάση διαμόρφωσης των α- ντιλήψεων για τη δομή του κόσμου κατά την ελληνιστική εποχή. Άσκησε επίσης άμεση επίδραση στον Αριστοτέλη και την Περιπατητική σχολή, στην Αρχαία Ακαδη- μία, στους στωικούς και -έτσι ή αλλοιώς- στον επικουρισμό (στην κριτική του «Τι- μαίου» ο Επίκουρος αφιέρωσε ειδική πραγματεία). Ο μεταφορικός και διφο- ρούμενος χαρακτήρας του «Τιμαίου» προκάλεσε διάφορες και κάποτε και αντί- θετες ερμηνείες του, ακόμα και στην κα- τεύθυνση του ορθόδοξου πλατωνισμού. ' Ετσι, αν και, αρχίζοντας από την Αρχαία Ακαδημία και ώς τους μεταγενέστερους νεοπλατωνικούς, στον αρχαίο πλατωνι- σμό κυριαρχούσε η εξωχρονική αντίληψη της δημιουργίας του «Τιμαίου», ορισμέ- νοι εκπρόσωποι του μέσου πλατωνισμού (Πλούταρχος, Αττικός, Γαληνός) πί- στευαν ότι στον «Τίμαιο» ο Πλάτωνας δι- δάσκει τη δημιουργία του κόσμου μέσα στο χρόνο. Η άποψη αυτή, σημαντική για τους χριστιανούς αναγνώστες του «Τι- μαίου», πέρασε στο έργο του Αλεξανδρι- νού νεοπλατωνικού Ιωάννη του Φιλόπο- 202
Τιμάσεφ νου «Κατά Πρόκλου περί αϊδιότητος κό- σμου». Με τον «Τίμαιο», ώς την Αναγέννηση, ή- ταν κυρίως δεμένη η αντίληψη για τον Πλάτωνα (δεν είναι τυχαίο το ότι ο Ραφα- ήλ στον πίνακα του «Αθηναϊκή σχολή» α- πεικόνιζε τον Πλάτωνα με τον «Τίμαιο» στο χέρι). Πρώτος σχολιαστής του «Τι- μαίου» ήταν ο εκπρόσωπος της Αρχαίας Ακαδημίας Κράντωρ· τον «Τίμαιο» ερμη- νεύουν οι στωικοί (ειδικότερα ο Ποσει- δώνιος)· αρκετά σχόλια γκι ορισμένα προβλήματα του «Τιμαίου» έγραψε ο Πλούταρχος· είναι γνωστό ότι σχόλια στον «Τίμαιο» έγραψαν ο Πορφύριος και ο Ιάμβλιχος· σώζεται ώς σήμερα σημαντι- κό μέρος από το σχόλιο του Πρόκλου στον «Τίμαιο». Στη λατινική γλώσσα μετέ- φρασε τον «Τίμαιο» ο Κικέρων (απόσπ. 27d - 47b)· εξαιρετική ήταν η δημοτικό- τητα στη λατινική Δύση της μετάφρασης και του σχολίου του Χαλκίδιου (πιθανόν, περίπου το 400). Η αραβική φιλοσοφία α- φομοίωσε τον «Τίμαιο» χάρη στη μετά- φραση κατά τον 9ο αι. μιας παράφρασης του Γαληνού. • Martin Τ. Η., Les etudes le «Timoe» de Pia- ton, V. 1 - 2, P., 1841 The Timaeus of Plato, ed. with Introd. and notes by R. D. Archer - Hind, L. -Camb., 1888* Taylor A. E., Α comme- 'ntary on Plato' s Timaeus, Oxf., 1928 Plato' s cosmology: The Timaeus of Plato, transl. with comm. by F. M. Comford, N.Y., 1937· Caleni Compendium Timaei Piatonis..., ed. P. Kraus et R. Walzer. L., 1951 (Plato Arabus, v. 1 )· Ti- maeus a Caicidio translatus commentarioque instructus, ed. J. H. Waszik. L.. 1975 (Plato Latinus, v. 4)* Baltes M., Die Weltentstehung des platonischen Timaios, nach den antiken Interpreten, Tl. 1 - 2. Leiden. 1976 - 78. Γ Α. Σιτσάλιν θ6ώρηοη Ε. Ν. Ρούοσου Τιμάσεφ (Tinnasheff) Νικολάι Σεργκέγε- βιτς (9. 11. 1886, Πετρούπολη - 9. 3. 1970, Νέα Υόρκη). Ρωσοαμερικανός κοι- νωνιολόγος, νομικός και ιστορικός της κοινωνικής σκέψης. Καθηγητής της νο- μολογίας του Πολυτεχνείου της Πετρού- πολης (1916 - 20). Το 1921 έφυγε από την ΕΣΣΔ και μετά το 1936 ζούσε στις ΗΠΑ. Κατά τον Τιμάσεφ, το σύστημα δι- καίου είναι ο μετρητής, ο δείκτης και το κυριότερο «κάτοπτρο» του κοινωνικού συσπίματος και των μεταβολών του. ' Ο- πως και ο Πετραζίτσκι, ο Τιμάσεφ πί- στευε ότι το δίκαιο, ως κοινωνικό φαινό- μενο, δημιουργείται κατά τη συγχώνευση δύο ιδιοσυστασιών του κοινωνικού Είναι, που έχουν ήδη διαμορφωθεί (και οι ο- ποίες γενικά μπορούν να υπάρχουν και α- νεξάρτητα η μία από την άλλη). Πρώτη απ' αυτές είναι η ύπαρξη σε κάθε κοινω- νική ομάδα, που υπάρχει επί μακρό χρο- νικό διάστημα, μιας τέτοιας τάξης πραγ- μάτων, που μπορεί να εκφρασθεί στους κανόνες δικαίου και η οποία μέσα από πολύπλοκους μηχανισμούς γίνεται υπο- χρεωτική για τα μέλη της ομάδας. Δεύ- τερη είναι η ύπαρξη της κοινωνικής ε- ξουσίας. Στις εργασίες του με θέμα τη γενική κοινωνιολογία ο Τιμάσεφ εξέφρα- σε ιδέες, παραπλήσιες με εκείνες του Σορόκιν. Πίστευε ότι η κοινωνιολογία με- λετά τη «βιοψυχική συλλογική εμπειρία των ανθρώπων», ότι δεν υπάρχει μια κα- τώτατη αρχή ή υπόστρωμα, στο οποίο να μπορούν να αναχθούν όλες οι κοινωνικές διαδικασίες. Απέρριπτε επομένως τον ι- στορικό μονισμό, υποστηρίζοντας ότι οι ι- στορικές διαδικασίες καθορίζονται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων: οικονομικών, δημογραφικών, θρησκευτι- κών, ψυχολογικών κ.ά. Ο Τιμάσεφ έκλινε προς την άποψη ότι κύριο κοινωνικό cpai- νόμενο, μονάδα που υπόκεπαι σε κοινω- νική ανάλυση, πρέπει να θεωρείται η αλ- ληλεπίδραση ανάμεσα σε δύο ή περισσό- τερες ανθρώπινες υπάρξεις. Έγραψε ε- πίσης αρκετές εργασίες για την ιστορία της κοινωνιολογίας. 203
ΤΙμων Στις εργασίες του σχετικά με την κοινω- νικοπολιτική ανάπτυξη της Ρωσίας μετά την Οκτωβριανή επανάσταση εμφανίζε- ται ως ανοιχτός εχθρός του μαρξισμού και της σοβιετικής εξουσίας. • Το δίκαιο ως συλλογυα) - ψυχολογική πραγ- ματικότητα, σπι συλ.: Εργα των ρώσων επι- στημόνων στο εξωτερικό, τ. 2, Βερολίνο, 1923' Η ανάπτυξη της κοινωνιολογίας του δι- καίου και η σφαίρα της, στο βιβ.: Η σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία, επιμέλεια Γκ. Μπέκ- κερ και Α. Μπόσκοφ. Μ., 1961, σελ. 479 - 508' Sociologicaltheory, itsnatureandgrowth, Ν. Υ.. 1967' General sociology, Milwaukee, 1959 (μαζί με άλλους)* War and revolution, Ν. Υ.. 1965. Θεώρηση Β. Φίλια (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Τίμων ο Φλειάοιος (Φλειούς, περ. 320 - 230 π.Χ.) «Σκεπτικός» και σκωπτικός φι- λόσοφος, μαθητής του Στίλπωνα του Με- γαρικού και του Πύρρωνα του Ηλείου. Εδρασε ως σοφιστής στη Χαλκηδόνα, στην Προποντίδα και στην Αθήνα, αλλά δεν άφησε μαθητές. Στην εποχή του ο σκεπτικισμός επηρέασε και την πλατωνι- κή Ακαδημία, με της οποίας τον εκπρό- σωπο Αρκεσίλαο ο Τίμων είχε σχέσεις. Παραδίδεται ότι είχε γράψει πολλά έργα, πεζά και ποιητικά, διάλογους, τραγωδίες, κωμωδίες και τους περίφημους «σίλ- λους» του, σκωττΓΐκά ποιήματα, με τα ο- ποία ασκούσε κρπική σε κρατούσες κοι- νές αντιλήψεις, συνεχίζοντας έτσι ένα είδος διαφωτισμού, που είχε αρχίσει από τον Ξενοφάνη. Από τα έργα του έχουν περισωθεί μόνο αποσπάσματα. • ν. Brochard, Les Sceptics Qrecs: Hilde- shem 1959 (1927). E. N. Ρούσσος «Τιπίτακα» [σανσκριτικά, στην κυριολε- ξία = τρία καλάθια (του νόμου)]. Συλλογή βουδιστικών κειμένων στη γλώσσα Πάλι, ο λεγόμενος πολικός κανόνας (σανσκρι- τικά «Τρ/ΓΓ/ττακα»). Από τις ανάλογες συλ- λογές σώθηκαν μόνο αποσπάσματα. Η βάση της «Τιπίτακα» τέθηκε στην 1η βουδιστική Σύνοδο, που έγινε στο Ρατζα- γκρίχα (περίπου το 477 π.Χ.)· την τελική της μορφή την πήρε στην 3η βουδιστική Σύνοδο, που έγινε στο Παταλιπούτρα τον 3ο αι. π.Χ.· διατυπώθηκε γραπτά τη δεκα- ετία του 80 π.Χ. στην Κεϋλάνη. Η «Τιπίτακα» αποτελείται από τρία μέρη: 1) τη ^Βινάγια - πίτακα» (^Συλλογή πει- θαρχικών κανόνων»), που περιέχει κυ- ρίως κανόνες της συμπεριφοράς του βουδισπί και της οργάνωσης της βουδι- στικής κοινότητας 2) τη «Σούττα - πίτα- κα» («Συλλογή κειμένων»), που είναι έκ- θεση της διδασκαλίας του βουδισμού, διαιρούμενη σε πέντε τμήματα: «Ντίγκχα νικάγκι» (^^Συλλογή μακρών διαλογι- σμών»), «Ματζχίμα - νικάγια» (^Συλλογή διαλογισμών μέσου μήκους»), ^Σαμιούτ- τα νικάγια» («Συλλογή συνδεόμενων διαλογισμών»), <<Ανγκουττάρα - νικάγια» («Συλλογή διαλογισμών, μεγαλύτερη κα- τά ένα μέλος»), «Κουντάκα νικάγια» («Συλλογή σύντομων διαλογισμών»), δη- λαδή τη διδασκαλία του βουδισμού σπιν αρχική της μορφή (ως ηθικό - πρακτικό δόγμα, χωρίς φιλοσοφικό και μυθικό πλαί- σιο)' 3) την «Αμπιντάμμα - πίτακα», που παραθέτει τη διδασκαλία του βουδισμού σε πιο θεωρητικό - σχολαστικό ύφος. Παρόλο που η «Τιπίτακα» αποτελεί κανό- να μιας από τις αιρέσεις της χιναγιάνα*, δηλαδή των τεραβαντίν (των αρχαίων), λόγω της αρχαιότητας της και του ότι διατηρείται σε σχετικά μεγάλο βαθμό α- ποτελεί σπουδαιότατη πηγή για τη μελέ- τη του αρχαίου βουδισμού. Η «Τιπίτακα» περιέχει σημαντικά στοιχεία για την ιστο- ρία και τον πολπισμό της Αρχαίας Ινδίας γενικά. Με την «Τιπίτακα» συνδέονται στενά πολυάριθμα σχόλια. 204
Τκατσιόφ • Ελιζαρένκοβα Τ. Γ., Τοπόροφ Β. Ν., Η γλώσοα Πάλι, Μ., 1965' βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Βουδισμός. θεώρηση Ε. Ν. Ρούαοου Τίτσενερ (Titchener)' Εντουαρντ Μπρε- VTcpopvT (11.1.1867, Τσίτσεστερ, Μεγά- λη Βρετανία, - 3.8.1927, Ιτάκα, ΗΠΑ). Α- μερικανός ψυχολόγος, εκπρόσωπος της ενδοσκοπικής ψυχολογίας*. Το 1904 ί- δρυσε την Εταιρεία Πειραματικής Ψυχο- λογίας. Μαθητής του Βουντ, υπήρξε ο- παδός της ακραίας αισθησιαρχίας και του ατομισμού σπιν ερμηνεία της συνείδη- σης, πράγμα που βρήκε την έκφραση του στη θεωρία της «αναλυτικής ενδοσκόπη- σης», καθώς και στην ιδέα της λεγόμε- νης δομικής ψυχολογίας. Στην πολεμική με τη σχολή ψυχολογίας της νόησης του Βύρτσμπουργκ αρνιόταν ότι οι «σημα- σίες» αποτελούν αυτοτελή πραγματικό- τητα, ανάγοντας τες ολοκληρωτικά σε στοιχεία, που γίνονται καταληπτά με τις αισθήσεις, πράγμα που πλησίασε την ερ- μηνεία του για τη συνείδηση με τη θέση του Μαχ. Είναι επίσης γνωστός για τις πειραματικές του μελέτες σπιν ψυχολο- γία των αισθήσεων, της προσοχής και άλ- λων ψυχικών λειτουργιών. ■ Experlmental psychology, ν. 1 - 2, Ν.Υ. - L., 1901 06· Systematic psychology, Ν.Υ., 1924 σε ρωσ. μετφ.: Δοκίμια ψυχολογίας, ΣΠ-ργκ, 1898· Εγχεψίδιο ψυχολογίας, μέρ. 1 - 2, Μ., 1914. Θεώρηση Β. Φίλια Τκατσιόφ Πιότρ Νικίτιτς (11.7.1844, χω- ριό Σίβτσοβο του κυβερνείου του Πσκοφ, - 4.1.1886, Παρίσι). Ρώσος επαναστάτης και στοχαστής, θεωρητικός του επανα- στατικού ναροντνικ/σμού*, δημοσιολόγος και κριτικός της λογοτεχνίας. Αρχισε τη λογοτεχνική του δράση στο περιοδικό ^Βρέμια» («Χρόνος>*, 1862) και από το 1865 εργάστηκε ως μόνιμος συνεργάτης στα δημοκρατικά περιοδικά ^^Ρούοκογε σλόβο» {^Ρωσικός λόγος^) και ^Ντέλο» («νπόθεσπ»). Το 1869 δημοσίευσε ρωσι- κή μετάφραση του Προσωρινού Κατα- στατικού της Πρώτης Διεθνούς. Για την επαναστατική και τη λογοτεχνική του δράση καταδιώχτηκε από τις διοικητικές και δικαστικές αρχές και τις υπηρεσίες λογοκρισίας. Πέρασε έξι περίπου χρόνια στις φυλακές και τις εξορίες. Το 1873 διέφυγε στο εξωτερικό, όπου συνεργά- στηκε με το περιοδικό ^ΒπεριόντΙ» (^Ε- μπρός!») του Λαβρόφ και αργότερα εξέ- διδε στη Γενεύη το περιοδικό και την ε- φημερίδα ^Ναμπάτ» {^Συναγερμός», 1875 -1881), από τις στήλες των οποίων υπερασπίστηκε το μπλανκιστικό πρό- γραμμα της πολιτικοκοινωνικής επανά- στασης στη Ρωσία, αντιπαραθέτοντας το στις θεωρίες του Λαβρόφ και του Μπα- κούνιν. Τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις, όπως και τον υλισμό των δασκάλων του, των ε- παναστατών δημοκρατών, ο Τκατσιόφ τις αποκαλούσε «ρεαλισμό» ή «ορθολογι- σμό», εννοώντας με τους όρους αυτούς «... την αυστηρά πραγματική, λογικά επι- στημονική και γι' αυτό στον ανώτατο βαθμό ανθρώπινη κοσμοθεωρία» (Επιλο- γή έργων, τ. 4, 1933, σελ. 27). Κατά τον Τκατσιόφ, ο ρεαλιστής παίρνει τα γεγο- νότα όπως είναι, «στην επισπ^ιμη δομεί με αυτά τις αρχές της, συνάγει νόμους, ενώ στη ζωή προσαρμόζεται σ* αυτούς, προσπαθώντας να τους αλλάξει και να τους στρέψει προς όφελος του» (Έργα, τ. 1, Μ., 1975, σελ. 160). Το ρεαλισμό ο Τκατσιόφ τον αντιπαρέθετε στον ιδεαλι- σμό, τον οποίο ταύτιζε από οντολογική και γνωσιολογική άποψη με τη «μεταφυ- σική» και από κοινωνική άποψη με την ι- δεολογική υπεράσπιση του υπάρχοντος καθεστώτος. Η θέση αυτή οδήγησε σε ο- ρισμέ>>ες θεωρητικές απώλειες, π.χ., στην απόρριψη της φιλοσοφίας του Χέγ- γελ ως «αερολογία». Κατά τη δεκαετία 205
Τκοτσιόφ του 1860 ο Τκατσιόφ επέκρινε το θετικι- σμό, ενώ κατά τη δεκαετία του 1870 υ- πήρξε ο πρώτος επικριτής του νεοκα- ντιανισμού και του εμπειριοκριτικισμού (πολεμική με το Β. Β. Λεσέβιτς στα άρ- θρα «Η χρηοιμότητα της φιλοοοφίας^, 1877, «Οί θησαυροί της σοφίας των ρώ- σων φιλοσόφων», 1878, κ.ά.). Στον κοινωνιολογικό τομέα ο Τκατσιόφ πίστευε στη θεωρία του «οικονομικού υ- λισμού», την οποία δόμησε υπό την επί- δραση ορισμένων έργων του Ν. Γκ. Τσερνισέφσκι και του Κ. Μαρξ. «Πι- στεύω, -έγραφε ο Τκατσιόφ,- ότι όλα τα φαινόμενα του πολιτικού, ηθικού και πνευματικού κόσμου σε τελευταία ανά- λυση ανάγονται σε φαινόμενα του οικο- νομικού κόσμου και στην "οικονομική δο- μή" της κοινωνίας..., κατά την έκφραση του Μαρξ» (στο ίδιο, τ. 1, 1932, σελ. 445). Ο Τκατσιόφ προπαγάνδιζε τη θέση αυτή και υπερασπιζόταν τον αντικειμενι- κό χαρακτήρα των νόμων της ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα επέκρινε τη μοιρολα- τρία, τη θεωρία περί Θείας Πρόνοιας, τον οργανικισμό, τον κοινωνικό δαρβινι- σμό και ιδιαίτερα την υποκειμενική μέθο- δο στην κοινωνιολογία (βλ. Υποκειμενική κοινωνιολογία) του Λαβρόφ και του Μιχα- ηλόφσκι και τις θεωρίες τους για την κοι- νωνική πρόοδο («7/ σημαίνει κόμμα της προόδου», 1870* «Ο ρόλος της σκέψης στην ιστορία^, 1875, κ.ά.). Το μηχανισμό δράσης στην ιστορία της «οικονομικής προόδου» ο Τκατσιόφ τον έβλεπε στη διαπάλη των οικονομικών συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων και στην πάλη των προσωπικών συμφερόντων, των «οι- κονομικών υπολογισμών και απόψεων των ανθρώπων», των τάσεων τους για προσωπική ευτυχία, πράγμα που έθετε την επίτευξη του σοσιαλιστικού κοινωνι- κού ιδεώδους (που ο Τκατσιόφ εννοούσε ως απόλυτη ισότητα όλων των μελών της κοινωνίας, αρμονικό συνδυασμό των αν- θρώπινων αναγκών με τα μέσα ικανοποίη- σης τομς), σε σημαντικό βαθμό, σε εξάρ- τηση από τη «λογικότητα και το δίκαιο» των οικονομικών αρχών, οι οποίες «προ- καλούν την αδιάκοπη κίνηση και τις μετα- μορφώσεις στην κοινωνία», έκανε την προσωπικότητα κύριο παράγοντα της ι- στορικής προόδου. Γενικά, η κοινωνιολο- γική θεωρία του Τκατσιόφ δεν ξέφευγε από τα πλαίσια του ιδεαλιστικού υποκει- μενισμού του ναροντνικισμού, που εκδη- λώθηκε ιδιαίτερα στις απόψεις του ότι το ρωσικό κράτος είναι υπερταξικό, ότι η ρωσική αγροτιά έχει κομμουνιστικά έν- στικτα και παραδόσεις και ότι η ρωσική α- γροτική κοινότητα είναι «πυρήνας του σοσιαλισμού», καθώς και στα συνθήματα για άμεση ανατροπή κ.λπ. Το αβάσιμο ό- λων αυτών των αντιλήψεων αποκάλυψαν ο Φ. ' Ενγκελς («Η φιλολογία των μετα- ναστών^) και ο Γκ. Β. Πλεχάνοφ («Οί δια- φωνίες μας»). Το επαναστατικό δόγμα του Τκατσιόφ άσκησε σημαντική επίδραση στη δρά- ση του κόμματος «Ναρόντναγια βόλια» («Λαϊκή θέληση»). «Η απόπειρα κατάκτη- σης της εξουσίας, που προετοιμάστηκε με το κήρυγμα του Τκατσιόφ και πραγμα- τοποιήθηκε με την "εκφοβίζουσα" και την πραγματικά εκφοβιστική τρομοκρα- τία, υπήρξε μεγαλειώδης...», έγραψε ο Β. Ι. Λένιν (Άπαντα, τ. 6, σελ. 173), α- σκώντας κρπΊκή (πη συνωμοτική τακτική του μπλανκισμού και αναφέροντας την τάση των «μικρών Τκατσιόφ» να καταφύ- γουν στην τακτική αυτή τον 20ό αι. ■ Επιλογή λογοτεχνικών - κριτικών άρθρων, Μ. - Λ., [1928]· Έργα, τ. 1 - 2, Μ., 1975 - 76 (βιβλγ.. Τ. 2. σελ. 607 - 24)· Δοκίμια από την ι- στορία του ορθολογισμού, στη συλλογή: Ζη- τήματα του επιστημονικού αθεϊσμού, τεύχος 25, Μ.. 1980. • Κοζμίν Μπ., Ο Π. Ν. Τκατσιόφ και το επα- ναστατικό κίνημα της δεκαετίας του 1660, Μ., 1922· του ίδιου, 7ο ζήτημα των σχέσεων του Π. Ν. Τκατσιόφ με το μαρξισμό, στο βιβ.: 206
Τοκεβίλ Λογοτεχνική κληρονομιά, τ. 7/8, Μ., 1933' Γκαλακτιόνοφ Α. Α., Νίκαντροφ Π. Φ., Οι Θεω- ρητικοί του ρωοικού ναροντνικισμού, Α., 1966, κεφ. 5* Βοντολάζοφ Γκ. Γκ., από τον Τοερνισέφσκι στον Πλεχάνοφ, Μ., 1969, κεφ. 3* Μάσλιν Μ. Α., Κριτική της αστικής ερμη- νείας της ιδεολογίας του επαναστατικού να- ροντνικισμού, Μ., 1977, κεφ. 3' Βολόντιν Α. Ι., Ο «Αντί - Ντύρινγκ» του Φ. Ενγκελς και η κοινωνική σκέψη της Ρ(ύσίας του 19ου αί., Μ., 1978. σελ. 121 - 31 · Σάχματοφ Μπ. Ν., Ν. Γκ Τοερνισέφσκι και Π. Ν. Τκατσιόφ, στο βιβ.: Ο Ν. Γκ. Τοερνισέφσκι και η σύγχρονη εποχή, Μ., 1980' του ίδιου, Π. Ν. Τκατσιόφ: Σπουδή σε ένα δημιουργικό πορτραίτο. Μ., 1981- Ι- στορία της ρωσικής φιλοσοφίας. Οδηγός της λογοτεχνίας, που εκδόθηκε στην ΕΣΣΔ στη ρωσική γλώσσα στα 1968 - 77, μερ. 2, Μ., 1981, σελ. 128 - 31 · Hardy D.. Petr Tkachev, the critjc as jacobin, L., 1977 Mn. M. Σάχματοφ Θεώρηση Νικ. Στέργιου Το μη - Είναι. ' Εννοια της ιδεοκρατικής οντολογίας, που υποδηλώνει απουσία, άρνηση του Είναι. Η κατηγορία του μη - Είναι (ως ιδέα απρόσιτη στο νου) εμφανί- στϊ]κε μαζί με την αντίθετη σ* αυτή κατη- γορία του Βναι («ον») στη διδασκαλία του Παρμενίδη για τον αληθινό δρόμο της νόησης. Ο Δημόκριτος και ο Πλάτων προσέδωσαν στο μη - Είναι («μη - ον») ο- ντολογική υπόσταση, ο Πλάτων μάλιστα εισήγαγε όχι μόνο τη διάκριση του Είναι («ον») και του μη - Είναι («μη - ον»), αλλά και τη διάκριση του απλώς Είναι («ό- ντας») και του «όντως είναι» («όντως ό- ντας»), πράγμα που προκαθόρισε τις βα- σικές πλευρές εξέτασης του μη - Είναι στην ιστορία της φιλοσοφίας: το μη - Εί- ναι ως απουσία του Είναι και ως θετική υ- πέρβαση του Είναι. Η κατηγορία του μη - Είναι στην πραγματικότητα είναι ταυτό- σημη με την κατηγορία του μηδενός· η διαφορά τους συνίσταται μόνο στο ότι το μη - Είναι αντιπαρατίθεται στο Είναι γενι- κά, ενώ το μηδέν αντιπαρατίθεται στην πολυμορφία των διαφόρων κάτι. Στη δια- λεκτική - υλιστική φιλοσοφία η έννοια του μη - Είναι δε χρησιμοποιείται. Βλ. Μηδέν. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τοκεβίλ (Tocqueville) Αλέξις (29. 7. 1805, Βερνιόι, σήμερα Βερνιόι - συρ - Σαιν, διαμέρισμα Ιβελίν, - 16.4.1859, Κάννες). Γάλλος κοινωνιολόγος, ιστορι- κός και πολιτικός. Στο βιβλίο «Η δημοκρατία στην Αμερική» (τ. 1 - 2, 1835) ο Τοκεβίλ, συνειδητο- ποιώντας καθαρά το αναπόφευκτο των α- στικοδημοκρατικών μετασχηματισμών, ε- ξετάζει την αναπτυσσόμενη αστική κοι- νωνία από την άποψη του συσχετισμού σ* αυτή της ελευθερίας και της ισότη- τας, της αλληλεπίδρασης της πολιτικής εξουσίας και του κοινωνικού οργανισμού στο σύνολο του. Ταυτόχρονα, ο Τοκεβίλ αναλύει τις τρεις αρνητικές πλευρές του αστικού εξισωτισμού, (εγκαλιτασισμού), που συνέβαλαν στο θρίαμβο του δεσπο- τισμού στη Βόρεια Αμερική και στην Ευ- ρώπη. Πρώτο, ο πολιτικός συγκεντρωτι- σμός ως όπλο ισότητας στην πάλη με τα προνόμια της φεουδαρχικής αριστοκρα- τίας, συνενωνόμενος με το διοικητικό συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατικο- ποίηση, ενισχύει ιδιαίτερα την εξουσία του κράτους, το οποίο εγκαθιδρύει τον έλεγχο σε όλες τις σφαίρες της κοινωνι- κής ζωής και γίνεται στραγγαλιστής της ελευθερίας. Δεύτερο, η αστική ισότητα γεννά τον ατομικισμό, που απομονώνει τους ανθρώπους τον έναν από τον άλλο, τους κλείνει στα πλαίσια της ιδιωτικής ζωής, δημιουργώντας έτσι ευνοϊκό έδα- φος για το δεσποτισμό. Τρίτο, η «δια- στρεβλωμένη» (μικροαστική) ισοπεδωτι- κή τάση, που τη βάση της αποτελεί η προσπάθεια υποβιβασμού όλων στο επί- πεδο της μάζας, οδηγεί στην «ισότητα της δουλείας». Η πραγμάτωση των τάσε- ων για δεσποτισμό, κατά τον Τοκεβίλ, ε- 207
Τόλαντ ξαρτάται κατά πολύ από τη σταθερότητα των κοινοτικών ιδρυμάτων και οργανώσε- ων, που βρίσκονται ανάμεσα στο κράτος και το άτομο. Στις τάσεις αυτές, κατά τον Τοκεβίλ, μπορούν να αντιπαρατεθούν ο- ρισμένοι θεσμοί, π.χ., σαν αυτούς που υ- πάρχουν στις ΗΠΑ: η ομοσπονδιακή μορ- φή του κράτους, η περκρερειακή ποικιλο- μορφία, η ελευθερία των πολιτικών και α- στικών ενώσεων κ.λπ. Ωστόσο, ο Τοκεβίλ πιστεύει ότι βασική κατεύθυνση ανάπτυ- ξης της αστικής κοινωνίας είναι ο πολιτι- κός και διοικητικός συγκεντρωτισμός. Γι' αυτό και καταλήγει στο απαισιόδοξο συ- μπέρασμα για το αναπόφευκτο της τυρα- νίας και του δεσποτισμού στην αστική κοινωνία. Στο βιβλίο «Η παλαιά τάξη πραγμάτων και η επανάσταση» (1856), ο Τοκεβίλ προ- σπάθησε να δείξει τη διαδοχικότητα ανά- μεσα στην πρώην και τη «νέα τάξη πραγ- μάτων» και υποστήριζε ότι και χωρίς επα- νάσταση ήταν δυνατό να καταλυθεί το φεουδαρχικό καθεστώς. Οι φιλελεύθερες - συντηρητικές ιδέες του Τοκεβίλ άσκησαν μεγάλη επίδραση στην αστική κοινωνική σκέψη (Ταίν, Ντυρκχάιμ, Τέννις, Μ. Βέμπερ, Μαν- Χάιμ). ■ Oeuvres complotes, 1.1 -12, Ρ., 1951 - 64· • Mayer J. Ρ., Alexis de Tocqueville, N.Y 1940' Nisbet R. Α., The sociologicai tradition, L.. 1967 θεώρηση ß. Φίλια Τόλαντ (Toland) Τζών (30.11.1670, κο- ντά στο Λόντονντέρρυ, Βόρεια Ιρλανδία, - 11.3.1722, Πάτνι, κοντά στο Λονδίνο). Αγγλος υλιστής φιλόσοφος. Στο έργο του «/-/ φυλή των Λεβιτών» («Tribe of Le- vi», 1691), που δε διασώθηκε, και στο βι- βλίο «Ο χριστιανισμός χωρίς μυστήρια» («Christianity not mysterlous», 1696) τά- χθηκε κατά της χριστιανικής θρησκείας και της εκκλησίας. Κατηγορήθηκε για ε- πιθέσεις κατά της θρησκείας και της ηθι- κής και το βιβλίο κάηκε (1697), ενώ ο ί- διος καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αλλά δραπέτευσε. Αργότερα εξέδωσε τα πο- λιτικά έργα των άγγλων ρεπουμπλικάνων Τζ. Μίλτον (1699) και Τζ. Χάρρινγκτον (1700). Στο κύριο φιλοσοφικό του έργο «Γράμμα- τα στη Σερένα» («Letters to Serena, 1704) ο Τόλαντ ανέπτυξε τη διδασκαλία της ενότητας κίνησης και ύλης, σύμφω- να με την οποία η κίνηση είναι ουσιαστική και αναπόσπαστη ιδιότητα της ύλης. Επι- κρίνοντας τη θεωρία του Σπινόζα για την ουσία και την αντίληψη του Νεύτωνα για τον απόλυτο χώρο, πρόβαλε τη θέση της άρρηκτης σύνδεσης χώρου και χρόνου με την κινούμενη ύλη. Σημαντική συμβο- λή στην ανάπτυξη του φιλοσοφικού υλι- σμού αποτέλεσε η ιδέα της υλικότητας του άπειρου και αιώνιου Σύμπαντος, που υποστήριζε ο Τόλαντ. Στοιχεία διαλεκτι- κής υπάρχουν στη θεωρία του Τόλαντ, σύμφωνα με την οποία η ύλη χαρακτηρί- ζεται από εγγενή ενεργητικότητα και αυ- τοκίνηση. Ωστόσο, ο Τόλαντ παρέμενε στα πλαίσια του μηχανιστικού υλισμού: αρνιόταν την εξέλιξη της φύσης, δε συ- νέδεε την κίνηση της ύλης με τις ποιοτι- κές της αλλαγές. Επικρίνοντας από ντεί- στικές θέσεις τη θρησκευτική κοσμοθε- ωρία, πλησίασε αρκετά τις θέσεις του αθεϊσμού. Στο τελευταίο του έργο «Παν- θεϊστικόν» (1720) προπαγάνδιζε τον υλι- σμό και το νατουραλιστικό πανθείσμό. Οι ιδέες του άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη του αγγλικού και του γαλλικού υλισμού του 18ου αι. ■ The miscellaneous works, ν. 1 -2. L.. 1747" 08 ρωο. μετφ.: Επιλογή έργων, Μ. - Λ., 1927· Οι άγγλοι υλιστές του 18ου αι., τ. 1, Μ., 1967 Η αγγλική ελεύθερη σκέψη, Τζ. Λοκ. Τζ. Τό- λαντ, Α. Κόλλινζ. Μεταφράσεις, Μ., 1981. • Μεγερόφσκι Μπ. Β., Ο αγγλικός υλισμός του 18ου αι., στο βιβ.: Οι άγγλοι υλιστές του 208
Τολστοισμός 18ου αι., τ. 1, Μ., 1967' του ίδιου, Τζ. Τόλαντ, Μ., 1979· Τζοχάτζε Ντ. Β., Τζ. Τόλαντ, στο βιβ.: Ιστορία της διαλεκτικής του 14ου - 18ου αι., Μ., 1974· Lantolne Α., J. Toland, 1670 - 1722, Ρ., 1927 Θεώρηση Φ. Βώρου Τολστοΐσμός. θρησκευτικό - ουτοπιστι- κό ρεύμα στην κοινωνική σκέψη και στο κοινωνικό κίνημα της Ρωσίας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, που διαμορφώθηκε με βάση τη διδασκα- λία του Λ. Ν. Τολστόι. Τις θεμελιακές αρ- χές του τολστοϊσμού τις εκθέτει ο Τολ- στόι στα έργα του «Εξομολογήσεις», «Σε 7/ συνίσταται η πίστη μου;», «Η σονάτα του Κρόυτσερ» κ.ά. Ο Τολστόι άσκησε μια δριμύτατη κριτική, που πήρε το χαρα- κτήρα ηθικής καταδίκης, στους κρατι- κούς θεσμούς, στη δικαιοσύνη, στην εκ- κλησία, στο μηχανισμό της εξουσίας και στην επίσημη παιδεία της Ρωσίας εκεί- νης της εποχής. Ωστόσο, η κριτική αυτή ήταν αντιφατική. Ενώ περιείχε ορισμένες σοσιαλιστικές ιδέες (προσπάθεια σύστα- σης, στη θέση της τσιφλικάδικης γαιο- κτησίας και του αστυνομικού - ταξικού κράτους, μιας κοινότητας ελεύθερων και ισότιμων αγροτών), η διδασκαλία του Τολστόι, από την άλλη μεριά, εξιδανί- κευε τον πατριαρχικό τρόπο ζωής και έ- βλεπε την ιστορική εξέλιξη από τη σκο- πιά των «αιώνιων», των «εξαρχής δοσμέ- νων» εννοιών της ηθικής και θρησκευτι- κής συνείδησης της ανθρωπότητας. Ο Τολστόι παραδεχόταν, ότι οι καρποί του πολιτισμού στη δυτικοευρωπαϊκή και τη ρωσική κοινωνία του 19ου αιώνα είναι α- πρόσιτοι για το λαό, ο οποίος, μάλιστα, τους θεωρεί ως κάτι το ξένο και το περιτ- τό. Ωστόσο, η σωσπί κριτική της υφιστά- μενης κατανομής των πολιτιστικών αγα- θών ανάμεσα στις διάφορες τάξεις μετα- τρέπεται στον Τολστόι σε κριτική των ί- διων των πολιτιστικών αγαθών γενικά. Ανάλογες αντιφάσεις χαρακτηρίζουν και την τολστοϊκή κριτική της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της τέχνης, του κράτους κ.λπ. Ο Τολστόι πίστευε, ότι η σύγχρονη επιστήμη έπαψε να νιώθει ποιος είναι ο προορισμός και σε τι συνίσταται η ευτυ- χία των ανθρώπων. Η απάντηση στο ερώ- τημα: ποιο είναι το νόημα της ζωής -νόη- μα που δίχως αυτό ο άνθρωπος χάνεται μέσα στο πλήθος των υφιστάμενων γνώ- σεων και στο άπειρο των δυνατών γνώσε- ων- μπορεί να δοθεί μόνο από το λογικό και τη συνείδηση και όχι από τις ειδικές επιστημονικές μελέτες. Ως κύριο καθή- κον του ατόμου που έχει αποκτήσει αυ- τογνωσία, ο Τολστόι θεωρούσε την αφο- μοίωση της μακραίωνης λαϊκής σοφίας και της θρησκευτικής πίστης, της μόνης που δίνει απάντηση στο ερώτημα ποιος είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Η θρησκεία του Τολστόι αναγόταν σχε- δόν όλη στην ηθική της αγάπης και της μη - αντίστασης, και η ορθολογικότητα της θύμιζε τις θεωρίες ορισμένων αιρέ- σεων του προτεσταντισμού, που υποτι- μούσαν τη σημασία των μυθολογικών και των υπερφυσικών στοιχείων της θρη- σκευτικής πίσπΓίς. Επικρίνοντας την εκ- κλησιαστική δογματολογία, ο Τολστόι πί- στευε ότι τα δόγματα, στα οποία η εκκλη- σία ανήγαγε το περιεχόμενο του χριστια- νισμού, αντιφάσκουν στους στοιχειώδεις νόμους της λογικής. Κατά τον Τολστόι, η ηθική διδασκαλία αποτελούσε αρχικά το κύριο μέρος του χριστιανισμού, αλλά avr\ συνέχεια το κέντρο βάρους μετατοπί- στηκε από την ηθική στη φιλοσοφική (τη «μεταφυσική») πλευρά. Θεωρούσε ως το μεγαλύτερο σφάλμα της εκκλησίας τη συμμετοχή της στο κοινωνικό καθεστώς που βασίζεται στη βία και την καταπίεση. Ο Τολστόι συμμεριζόταν την ψευδαίσθη- ση της ιδεαλιστικής ηθικής ότι είναι δυ- νατή η υπερνίκηση της βίας στις διαν- θρώπινες σχέσεις με τη μέθοδο της «μη αντίστασης», της αυτοτελείωσης του Φ.Λ. 5-14 209
Τόμας κάθε ατόμου και της πλήρους άρνησης κάθε λογής αγώνα. Ο Τολστόι θεωρούσε την κάθε εξουσία ανόσια και κατέληγε έτσι στην απόλυτη άρνηση του κράτους, δηλαδή στη θεωρία του αναρχισμού. Η κατάργηση του κρά- τους πρέπει να γίνει με την ειρηνική και παθητική αποχή, την άρνηση κάθε μέ- λους της κοινωνίας να αναλάβει οποια- δήποτε κρατική υπηρεσία ή και αξίωμα ή να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα. Οι οπαδοί του Τολστόι κήρυτταν την «κα- θολική αγάπη», τη μη - αντίσταση στο κα- κό με τη βία, τη θρησκευτική και ηθική τελείωση ως μέσο αναμόρφωσης της κοινωνίας, οργάνωναν παραγωγικές γε- ωργικές κοινότητες, καλούσαν το λαό να μην πληρώνει φόρους και να μην υπηρε- τεί στο στρατό. Η εκκλησία και οι αρχές καταδίωκαν τους τολστοϊστές. τους εξό- ριζαν στη Σιβηρία και την Υπερκαυκασία. Οι αποικίες τολστοϊστών (τα λεγόμενα πολιτιστικά κοινόβια), που ιδρύθηκαν κα- τά τη δεκαετία του 1880 στα κυβερνεία του Τβερ, της Σιβηρίας και του Χαρκό- βου, καθώς και στην Υπερκαυκασία, γρή- γορα διαλύθηκαν, Ο τολστοϊσμός απέ- κτησε οπαδούς στη Δυτική Ευρώπη, την Ιαπωνία, την Ινδία (Γκάντι), οι οποίοι στις δεκαετίες 1880 -1900 προσπάθησαν να δημιουργήσουν τολστοϊκές αποικίες στη Μεγάλη Βρετανία και τη Νότια Αφρική. Η ιδεολογία του τολστοϊσμού, ειδικότερα το κήρυγμα του ησυχασμού και της μη - αντίστασης, επικρίθηκε αυστηρά από το Β. Ι. Λένιν (βλ. Ο Λένιν yia το Λ. Ν. Τολ- στόι. Μ., 1969). • Κριβένκο Σ. Ν.. Στα σταυροδρόιιια. Μ., 1901 Προυγκάβιν Α. Σ., Ο Λέων Τολστόι και οι τολστοϊστές, Μ., 1911 Ασμους Β. Φ., Η κοομοθεωρία του Τολστόι, Επιλογή φιλοσοφι- κών έργων, τ. 1, Μ., 1969. Θεώρηση Πάν Κρητικού Τόμας (Thomas) Ουίλιαμ Αιζεκ (13. 8. 1863, κομητεία Ράσσελ, Βιργινία, 5.12.1947, Μπέρκλυ, Καλιφόρνια). Αμε- ρικανός κοινωνιολόγος, εκπρόσωπος του ψυχολογισμού στην κοινωνιολογία. Πυρήνας της θεωρίας του Τόμας είναι η έννοια της κοινωνικής κατάστασης, που περιλαμβάνει τρία αλληλοσυνδεόμενα στοιχεία: αντικειμενικές συνθήκες (κοι- νωνικοί κανόνες και αξίες)* προσανατολι- σμοί του ατόμου και της ομάδας* προσ- διορισμός της κατάστασης από το πρό- σωπο που ενεργεί. Στο βιβλίο «Ο πολω- νός αγρότης στην Ευρώπη και την Αμερική» («The Polish peasant in Europe and America», v. 1 - 5,1918 - 20), που έ- γραψε μαζί με το Φ. Ζνανιέσκι, η προσο- χή στρέφεται κυρίως στην ανάλυση του δεύτερου στοιχείου. 'Οταν ο προσδιορι- σμός της κατάστασης από το άτομο δε συμπίπτει με τις ομαδικές αξίες, προκα- λούνται συγκρούσεις και κοινωνική απο- διάλυση που γεννούν πολλά από τα πα- θολογικά φαινόμενα στη σύγχρονη κοι- νωνία. Αναλύοντας τις ασίες και τις κινητήριες δυνάμεις, που αποτελούν τη βάση της κοινωνικής ζωής και των προσωπικών προσανατολισμών του ανθρώπου, ο Τό- μας, κάτω από την επίδραση της ψυχανά- λυσης, προβάλλει τη θεωρία για τις τέσ- σερις βασικές επιθυμίες του ανθρώπου: της νέας εμπειρίας, της ασφάλειας, της αναγνώρισης και της κυριαρχίας. Σε τε- λευταία ανάλυση ο Τόμας πίστευε ότι οι επιθυμίες καθορίζονται από την ιδιοσυ- γκρασία. Μαζί με το Ζνανιέτσκι ο Τόμας επεξερ- γάστηκε την τυπολογία των ανθρώπινων προσωπικοτήτων με βάση το χαρακτήρα και την προσαρμοστικότητα τους στο κοι- νωνικό περιβάλλον: ο μικροαστικός τύ- πος (χαρακτηρίζεται από παραδοσιακές θέσεις), ο μποέμικος (ασταθείς και ασύν- δετοι προσανατολισμοί, μεγάλη προσαρ- μοστικότητα) και ο δημιουργικός τύπος. 210
Τούλμιν Ο Τόμας υποστήριζε ότι η ανάπτυξη της κοινωνικής ζωής και του πολιτισμού κα- θορίζεται μόνο από τις δημιουργικές προσωπικότητες, που είναι ικανές για ε- φευρέσεις και καινοτομίες. Την πηγή της προόδου την έβλεπε στις ψυχολογι- κές ιδιότητες των ανθρώπων, που καθο- ρίζονται από την ιδιοσυγκρασία τους. Στην ανάπτυξη της τεχνικής της κοινωνι- κής έρευνας μεγάλο ρόλο έπαιξε η χρη- σιμοποίηση από τον Τόμας των προσωπι- κών ντοκουμέντων: επιστολών, ημερολο- γίων, αυτοβιογραφιών. Οι εργασίες του Τόμας σήμαναν το πέρασμα της αμερικα- νικής κοινωνιολογίας στις εμπειρικές έ- ρευνες. ■ Sex and society, Chi. - L., 1907' Source bo- ok for social origins, Boston, 1920* The una- djusted girl, Boston, 1923 The child in Ameri- ca, N.Y., 1928 (μαζί με τον D. S. Thomas)' Primitive behavior, N.Y. - L., 1937 Social be- havior and Personality, ed. by E. H. Volkart, N.Y., 1951 On social Organization and social Personality. Selected papers. ed. with an introd. by M. Janowitz, Chi., 1966. • Young K., Contributions of W. I. Thomas to sociology, «Sociology and Social Research», 1962, V. 47, No V 1963, v. 47, No 2 - 4. Θεώρηση Β. Φίλια Τούλμιν (Toulmln) Στήβεν Έντελστον (γεν. 25.3.1922). Αμερικανός φιλόσο- φος, εκπρόσωπος της αντιθετικιστικής τάσης στην αγγλοαμερικανική φιλοσοφία της επιστήμης. Στις αρχές της δεκαε- τίας του 1950 ο Τούλμιν εμφανίστηκε με κριτική των βασικών θέσεων του νεοθετι- κισμού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 διαμορφώνει την άποψη, σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφία της επιστήμης είναι η θεωρία της ιστορικής διαμόρφω- σης και λειτουργίας «των καθορισμένων πρότυπων ορθολογικότητας και της κα- τανόησης, που αποτελούν τη βάση των επιστημονικών θεωριών». Σύμφωνα με τον Τούλμιν, ο επιστήμονας θεωρεί κα- τανοητά εκείνα τα συμβάντα ή φαινόμε- να, τα οποία αντιστοιχούν στα παραδε- δεγμένα απ' αυτόν καθορισμένα πρότυ- πα. Ότι δεν εμπίπτει σπι «μήτρα κα- τανόησης», θεωρείται ανωμαλία, η ε- ξάλειψη της οποίας (δηλαδή η βελτίω- ση της κατανόησης) εμφανίζεται ως κί- νητρο εξέλιξης της επιστήμης. Η ορθο- λογικότητα της επιστημονικής γνώσης, κατά τον Τούλμιν, είναι η αντιστοιχία με τα παραδεδεγμένα καθορισμένα πρότυ- πα κατανόησης. Τα καθορισμένα πρότυ- πα ορθολογικότητας αλλάζουν με την αλλαγή των επιστημονικών θεωριών - της συνεχούς διαδικασίας επιλογής εννοια- κών καινοτομιών. Το περιεχόμενο των θεωριών εξετάζεται από τον Τούλμιν όχι ως λογικό - προτασιακό σύστημα, αλλά ως ιδιόμορφος πληθυσμός εννοιών. Κα- τά την άποψη του, τα βασικά γνωρίσματα της εξέλιξης της επιστήμης είναι όμοια με το δαρβινικό σχήμα βιολογικής εξέλι- ξης. Το περιεχόμενο των εννοιακών πλη- θυσμών (ανάλογο των βιολογικών ειδών) υφίσταται αλλαγή, πράγμα που επιφέρει αλλαγή των μεθόδων και των σκοπών της επιστημονικής δραστηριότητας. Η εμφά- νιση εννοιακών καινοτομιών εξισορρο- πείται από τη διαδικασία της κριτικής επι- λογής (ανάλογο της βιολογικής μετάλλα- ξης ή επιλογής). Αυτή η δπτή διαδικασία οδηγεί σε εμφανή αλλαγή μόνο κάτω από ορισμένες συνθήκες (ανάλογο, της επι- βίωσης ή της εξαφάνισης των ειδών στον αγώνα για την ύπαρξη). Διατηρούνται ε- κείνες οι εννοιακές παραλλαγές, οι ο- ποίες προσαρμόζονται καλύτερα σης α- παιτήσεις του πνευματικού περιβάλλο- ντος. Ö μηχανισμός εξέλιξης των εννοιακών πληθυσμών, σύμφωνα με τον Τούλμιν, συνίσταται στην αλληλεπίδραση τους με το σύνολο των εσωεπιστημανικών πνευ- ματικών και εξωεπιστημανικών (κοινωνι- κών, ψυχολογικών, οικονομικών κ.ά.) πα- 211
Τουνγκ Τσουνσού ραγόντων. Καθοριστικός όρος επιβίωσης των συγκεκριμένων εννοιών είναι η ση- μασία της συμβολής τους στη βελτίωση της κατανόησης. Η εξέλιξη των θεωριών εξαρτάται, πρώτον, από τα καθορισμένα πρότυπα τα οποία αλλάζουν ιστορικά και, δεύτερον, από στρατηγικές ορθολογικό- τητας, οι οποίες με τη σειρά τους υφί- στανται αντίστροφη επίδραση από την πλευρά των εξελικτικών κλάδων. Με την έννοια αυτή η εσωτερική (ορθολογικά α- νασυγκροτημένη) και η εξωτερική (η ε- ξαρτώμενη από εξωεπιστημονικούς πα- ράγοντες) ιστορία της επιστήμης είναι συμπληρωματικές μεταξύ τους όψεις μιας και της αυτής διαδικασίας προσαρ- μογής των επιστημονικών εννοιών στις α- παιτήσεις του «περιβάλλοντος» τους. ' Ετσι, ο Τούλμιν αρνείται τον αντικειμε- νικό στοχοκατευθυνόμενο χαρακτήρα της ανάπτυξης της επιστήμης, στην πραγματικότητα απαλείφει την έννοια της αλήθειας από την επιστημολογία, α- ντικαθιστώντας την με πραγματιστικά και ινστρουμενταλιστικά ανάλογα. Η θέση του Τούλμιν εναντίον της απολυτοποίη- σης της τυπικής λογικής ως κριτηρίου ορθολογικότητας και η απαίτηση συγκε- κριμένης ιστορικής προσέγγισης της α- νάλυσης της ανάπτυξης της επιστήμης με χρήση δεδομένων της κοινωνιολο- γίας, της οικονομικής, της κοινωνικής ψυχολογίας και της πολιτικής, που είναι έγκυρες αυτές καθαυτές, στη βάση της εκλεκτικής φιλοσοφίας (η οποία συνδυά- ζει στοιχεία ρεαλισμού, αναλυτικής φιλο- σοφίας και νεοκαντιανισμού) συνιστούν στροφή, με σοβαρές παραχωρήσεις, προς το σχετικισμό και τον ανορθολογι- σμό. Αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στις εργασίες του Τούλμιν πάνω στην ηθική και τη φιλοσοφία της θρησκείας, σης ο- ποίες διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι οι βάσεις των ηθικών και θρησκευτικών κρί- σεων εξαρτώνται από το σύνολο των πα- ραδεδεγμένων σης δεδομένες περιο- χές κανόνων και σχημάτων κατανόησης και εξήγησης. ■ The philosophy of science, L., 1953* An e- xamination of the place of reason in ethics, L. -N.Y., 1958" The aucestry et science, V. 1 -3, L., 1961 - 65 Foresight and understanding, Bloomington, 1961' Metaphysical bellefs, L., 1970 (μαζί με R. Hepburn, A. Maclntyre)' Hu- man understanding v. 1, Princeton, 1972· Wit- tgensten's Vienna, N. Y., 1973 (μαζί με Α. Janik)· Knowing and acting, N.Y. - L., 1976' Σε ρωο. μετφ.: Εννοιακές επαναστάσεις στην επιστήμη, στο βιβ.: Δομή και ανάπτυξη της ε- πιστήμης, Μ., 1978, σελ. 170 - 89. • Χιλ τ. Ι., Σύγχρονη Θεωρία της γνώσης, με- πρ. απ* τ* αγγλ.. Μ., 1965* Πόρους Β. Ν., Τσερτκόβα Ε. Α., Η θεωρία της εξέλιξης πης επιστήμης του Σ. Τούλμιν, «Φιλοσόφσκιγε να- ούΜ», 1978 τεύχος 5, σελ. 130-39 Cohen L., Is the progress of science evolutionary' s «British Journal for the Philosophy of scien- ce» 1973, V. 24, No 1, p. 41 - 46. Motycka Α., Relatywistyczna wizja nauki. Analiza krytycza koncepcji T. S. Kuhn i. S. E. Toulmina, Wroc- law, 1980. θεώρηση Γ Παπσγούνου Τουνγκ Τσουνσού, Τουνγκ Γκούιγιανγκ (180 - 115 ή 179 -104 π.Χ.). Κινέζος φι- λόσοφος, εκπρόσωπος του κομφουκιανι- σμού· κάποτε τον αποκαλούν «Κομφού- κιο της εποχής των Χα ν». Γεννήθηκε στο Γκουαντσουάνγκ (περιφέρεια Τσαο- τσιάνγκ, ΝΑ της σημερινής επαρχίας Χε- μπέι). Την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τον Τσιν - ντι (156 -141 π.Χ.) παρέδινε μαθήματα στο αυτοκρατο- ρικό πανεπιστήμιο και επί αυτοκράτορα Ου - ντι (140 - 87 π.Χ.) κλήθηκε να υπη- ρετήσει στο Παλάτι. Με το όνομα του Τουνγκ Τσουνσού συνδέεται η μετατρο- πή του κομφουκιανισμού σε κρατικό δόγ- μα: το 136 ο Τουνγκ Τσουνσού πρότεινε στον Ου - ντι να «καταργήσει εκατό σχο- λές και να σεβαστεί μόνο τον κομφουκια- 212
Τόυνμπι νισμό». Με πρωτοβουλία του Τουνγκ Τσουνσού καθιερώθηκαν οι κρατικές ε- ξετάσεις για τους δημόσιους υπάλλη- λους, με βάση τη μελέτη των κλασικών του κομφουκιανισμού. Οι εξετάσεις αυ- τές έθεσαν τα θεμέλια του εξεταστικού συστήματος, που καθιερώθηκε αργότερα και αποτέλεσε σημαντικότατο θεσμό ώς τις αρχές του 20ού αι. Ο Τουνγκ Τσουνσού επεξεργάστηκε κο- σμογονικά προβλήματα, καθώς και προ- βλήματα της φιλοσοφίας της φύσης και δημιούργησε τη θεωρία του ουρανού ως τμήματος της φύσης και ως ανώτερης δύναμης, που βρίσκεται υπεράνω του κό- σμου και καθορίζει τη μοίρα του. Θεω- ρούσε τον ουρανό πηγή όλων των πραγ- μάτων, περιλαμβανομένου και του νόμου της φύσης (τάο*): «Η τάξη και η αταξία, ο θάνατος και η ζωή εξαρτώνται από τη μοίρα, που ορίζεται από τον ουρανό. Από τη μοίρα δεν μπορείς να ξεφύγεις», γιατί «η μοίρα είναι επιταγή του ουρανού». Ως τμήμα της φύσης ο ουρανός αποτελεί ζευγάρι με τη γη και τριάδα με τη γη και τον άνθρωπο. Ο ουρανός είναι ψηλά, και αυτός είναι ο δημιουργός του ανθρώπου* η γη είναι χαμηλά και μαζί με τον ουρανό δημιουργεί όλα τα πράγματα* ο άνθρω- πος βρίσκεται ανάμεσα τους και είναι το πολυτιμότερο από όλα τα δημιουργήματα του ουρανού. ' Ετσι, ο ουρανός ταυτίζε- ται με τη συμπαντική δύναμη γιανγκ (κα- θώς και με το φως) και η γη με τη δύναμη Γιν (καθώς και με το σκοτάδι). Το Γινκαι γιανγκ* είναι η εκδήλωση του ενιαίου, του τσε*, που διαπερνά τα πάντα. Από δω ο Τουνγκ Τσουνσού περνά στις κοινωνι- κές και ιστορικές θεωρίες. Ο ουρανός, η γη και ο άνθρωπος συμβολίζονται με τρεις οριζόντιες γραμμές, ενώ ο δρόμος που τους ενώνει, με μία κάθετη γραμμή· έτσι σχηματίζεται το ιερογλυφικό «βαν», ο ηγεμόνας, ο μόνος ικανός να κατανοεί το δρόμο της τριάδας. Ο ουρανός τιμω- ρεί και ανταμείβει, ασκεί την εξουσία του με ορισμένη συνέπεια, που συνδέεται με την ανακύκληση των πέντε πρωτοστοι- χείων (ου - σιν*). Πάνω σ' αυτή τη βάση ο Τουνγκ Τσουνσού δημιούργησε τη θεω- ρία της ιστορικής εξέλιξης, τη διδασκα- λία για τις «τρεις περιόδους κυριαρχίας», που διαδέχονται η μία την άλλη: κάθε πε- ρίοδος αρχίζει, όταν ο ηγεμόνας λάβει την «εντολή του ουρανού», συμβολίζεται με ένα καθορισμένο χρώμα (μαύρο, ά- σπρο, κόκκινο) και αντιστοιχεί σε κάποια συγκεκριμένη δυναστεία. • Μπίκοφ Φ. Σ., Η Θεωρία των πρωτοστοι- χείων στην κοομοΘεωρία του Τουνγκ Τσουν- σού. (Σχετικά με το πρόβλημα της διαμόρφω- σης τΌϋ κομφουκιανισμού), στο βιβ. Κίνα. Ια- πωνία. Ιστορία και φιλολογία, Μ., 1961, σελ. 117 - 30· Forke Α., Geschichte der mittelalter- lichen Chinesischen Philosophie, Hamb.. 1934, S. 46 - 64· βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Κομφουκιανισμός. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τόυνμπι (Toynbee) Άρνολντ Τζόζεφ (14.4.1889, Λονδίνο, 22.10.1975, Γιόρκ). Άγγλος ιστορικός και κοινωνιο- λόγος. Ο Τόυνμπι έγινε γνωστός με το έργο του ^Μελέτη της ιστορίας^ («Α study of history», ν. 1 -12, 1934 - 61), στο οποίο, υπό την επίδραση του Σπέν- γκλερ, προσπαθεί να επανεξετάσει ολό- κληρη την κοινωνική και ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας με το πνεύμα της «α- νακύκλησης» των τοπικών πολπισμών. Κατά τον Τόυνμπι, η παγκόσμια ιστορία α- ποτελεί απλώς ένα σύνολο επιμέρους ι- στοριών ιδιόμορφων και σχετικά κλειστών πολιτισμών (αρχικά τους υπολόγιζε σε 21, μετά τους μείωσε σε 13, χωρίς να υ- πολογίζει τους δευτερεύοντες, τους ό- μοιους και τους υπανάπτυκτους). Κάθε πολιτισμός περνά κατά την εξέλιξη του τα στάδια της εμοράνισης, της ανάπτυ- ξης, της παρακμής και της αποσύνθεσης και μετά, κατά κανόνα, χάνεται, παραχω- ρώντας τη θέστ) του σε άλλον. Θεωρώ- 213
Τουνμπι ντας ότι οι κοινωνικές διαδικασίες, που συντελούνται διαδοχικά στους πολιτι- σμούς αυτούς, παρουσιάζουν αναλογίες, ο Τόυνμπι προσπάθησε να διατυπώσει πάνω στη βάση αυτή ορισμένους τυπι- κούς «εμπειρικούς νόμους» της επανα- ληπτικότητας της κοινωνικής εξέλιξης, που δίνουν τη δυνατότητα πρόβλεψης των κύριων γεγονότων του ορατού μέλ- λοντος. Κινητήρια δύναμη της ανάπτυ- ξης των πολιτισμών, όπως πίστευε ο Τόυνμπι, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μπερξόν, είναι η «δημιουργική μειο- ψηφία», ο φορέας της μυστικιστικής «ζωικής ορμής», η οποία, αντιδρώντας με επιτυχία στις διάφορες «προκλήσεις» της ιστορίας, παρασύρει πίσω της την «α- δρανή πλειοψηφία». Η ιδιομορφία αυτών των «προκλήσεων» και «απαντήσεων» καθορίζει την ιδιαιτερότητα κάθε πολιτι- σμού, την ιεράρχηση των κοινωνικών του αξιών και τις φιλοσοφικές θεωρίες για την έννοια της ζωής. ' Οταν η «δημιουρ- γική ελίτ» αποδειχθεί κάποτε ανίκανη να επιλύσει το επόμενο κοινωνικοϊστορικό πρόβλημα, μετατρέπεται σε άρχουσα μειοψηφία, που επιβάλλει την εξουσία της με τη βία και όχι με το κύρος. Στο με- ταξύ, η αλλοτριωμένη μάζα του πληθυ- σμού γίνεται «εσωτερικό προλεταριάτο», το οποίο, από κοινού με τη βάρβαρη πε- ριφέρεια ή το εξωτερικό προλεταριάτο, τελικά γκρεμίζει το συγκεκριμένο πολιτι- σμό, αν αυτός δεν έχει στο μεταξύ κατα- στραφεί από μια στρατιωτική ήττα είτε από φυσικές θεομηνίες. Προσπαθώντας να εισάγει στη θεωρία του στοιχεία ανο- δικής εξέλιξης, ο Τόυνμπι θεωρούσε την πρόοδο της ανθρωπότητας αποτέλεσμα της πνευματικής τελειοποίησης, της θρησκευτικής εξέλιξης από τις πρωτόγο- νες ανιμιστικές πεποιθήσεις -μέσα από καθολικές θρησκείες- προς μία ενιαία συγκρητική θρησκεία του μέλλοντος. Η θεωρία του Τόυνμπι είναι μία ιδεαλιστι- κή απάντηση στη θετικιστική θεωρία της εξέλιξης. Περιέχει επίρης μία ιδιόμορφη εναλλακτική λύση στον «ευρωκεντρι- σμό». Στα επόμενα έργα του, ιδιαίτερα στο διάλογο με τον ιάπωνα επιστήμονα Ντ. Ικέντα («Choose Life. Α dialogue», 1976), ο Τόυνμπι στρέφεται όλο και πε- ρισσότερο προς τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα της κεφαλαιοκρατικής Δύ- σης. Κατά τη γνώμη του, η διέξοδος από τις βαθιές εσωτερικές αντιθέσεις του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και τη σύ- γκρουση ανάμεσα στη Δύση και τον «τρί- το κόσμο» βρίσκεται στην πνευματική α- νανέωση, στην άρνηση από τη μερκαντι- λιστική φιλοσοφία και την απολυτοποίηση των υλικών αξιών, καθώς και σπιν ανα- γέννηση της αρμονίας ανάμεσα στον άν- θρωπο και τη φύση. Ο Τόυνμπι έβλεπε με συμπάθεια το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, ήταν υπέρ της ειρηνικής συνύ- παρξης και της αμοιβαίας κατανόησης α- νάμεσα σπι Δύση και τις σοσιαλιστικές χώρες. Οι ιδέες του Τόυνμπι άσκησαν σημαντική επίδραση στην κοινωνική φιλοσοφία και την κοινωνική συνείδηση της κεφαλαιο- κρατικής Δύσης. ■ The World and the West, L., 1953' America and the world revolution, N.Y., 1962* Change and habit, L., 1966* Experience, L. - [a.o.], 1969· CIties on the move, L, 1970· Mankind and mother earth. Α narrative history of the World, N.Y. - L., 1976* Δώλογος ιστορικών. Αλληλογραφία Α. Τόυνμπι και Ν. Κόντραντ, στο βιβ.: Κόντραντ Ν. Ι., Επιλογή έργων. Ιστο- ρία, Μ., 1974, σελ. 270 - 82. • Καν Ι. Σ., Ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός και η κρίση της αστικής ιστορικής σκέψης, Μ., 1959' Αράμπ - Ογκλί Ε. Α., Η θεωρία της ιστο- ρικής ανακύκλησης, στη συλ.: Ο ιστορικός υ- λισμός και η κοινωνική φιλοσοφία της σύγχρο- νης αστικής τάξης. Μ.. 1960* Μαρκαριάν Ε. Σ., Η Θεωρία των τοπικών πολιτισμών, Ερε- βαν, 1962 Τσεσνοκόφ Γκ. Ντ., Η σύγχρονη α- στική φιλοσοφία της ιστορίας, Γκόρκι, 1972* Ρασκόφσκι Ε. Μπ., Τα προβλήματα της Ανατο- 214
Τουραίν λής στην πολιτιστυα) - ιστορική θεωρία του Α. Τζ. Τόυνμτη, Μ., 1976* Σεμενόφ Γ Ν., Η κοι- νωνική φιλοσοφία του Α. Τόυνμτη. Κριτική με- λέτη, Μ.. 1980 (βιβλγ.) Anderle Ο. F.. Das universalhistorisches System Α. J. Toynbees, Fr ./Μ., 1955' Toynbee and history, ed. by M. E. A. Montagu. Boston, 1956' L' histoire et ses interprotations, P. - La Haye, 1961' Mor- ton S. F., Bibllography of A. J. Toynbee, Oxf., 1980. Θεώρηση Φ. Βώρου Τουραίν (Toyralne) Αλαίν (γεν. 3. 8. 1925, Ερμανβίλ - συρ Μερ). Γάλλος κοινωνιολόγος. Καθηγητής του Πανεπι- στημίου του Να\π-έρ, διευθυντής του Κέ- ντρου Μελετών των Κοινωνικών Κινημά- των, διευθυντής του περιοδικού «Socio- logie du travail» («Κο/νων/οΛο/ία Τ77ς ερ- γασίας»). Άρχισε από τη μελέτη των προβλημάτων της βιομηχανικής κοινω- νιολογίας και της κοινωνιολογίας της ερ- γασίας και μετά στράφηκε προς τη γενι- κή θεωρητική προβληματική και την ανά- λυση των κοινωνικών κινημάτων. Στο έρ- γο του <<Κοινωνιολογία της δράσης» («Sociologie de Γ actiön», 1965) τάσσε- ται κατά της νατουραλιστικής αντίληψης της κοινωνίας και θέτει ως στόχο την υ- περνίκηση των πλαισίων της δομολει- τουργικής ανάλυσης* στη μη μαρξιστική κοινωνιολογία. Ο Τουραίν αναπτύσσει την «πραξιολογική» προσέγγιση, προσπα- θώντας να επισημάνει τις πηγές των α- ξιακών - κανονιστικών συστημάτων και να τις αναγάγει στην ενέργεια, η οποία τις γεννάει, να αποκαλύψει πίσω από τους θεσμούς και τις κοινωνικές σχέσεις τη «δυναμική του συστήματος της ιστορικής δράσης», που αναπτύσσει το «ιστορικό υ- ποκείμενο». Αυτό προϋποθέτει, κατά τον Τουραίν, ανάλυση της εργασίας (με την πλατύτερη έννοια της), των σχέσεων α- νάμεσα στον άνθρωπο και τα έργα του, των προσανατολισμών σε σχέση με τον «άλλο» (της «κοινωνικότητας») και της «ανθρωπολογικής συνείδησης» (της α- ντίθεσης ανάμεσα στη φύση και τον πολι- τισμό, που συναισθάνεται ο άνθρωπος). Στη θεωρία της «μεταβιομηχανικής κοι- νωνίας»* ο Τουραίν υποσπιρίζει ότι, σε διάκριση από τη βιομηχανική κοινωνία, στην οποία κύριες αντιμαχόμενες δυνά- μεις είναι οι εργάτες και η τάξη των κε- φαλαιούχων, στη «μεταβιομηχανική» («τεχνοκρατική», «προγραμματιζόμενη») κοινωνία οι δυνάμεις αυτές εκπροσω- πούνται από τους τεχνοκράτες, που ε- λέγχουν τους θεσμούς της εξουσίας, και από τους «επαγγελματίες» (επιστημονι- κοτεχνική διανόηση και φοιτητές). Το κί- νημα του Μαΐου του 1968 στη Γαλλία ο Τουραίν το θεωρεί ως τον «πρώτο ταξικό αγώνα της τεχνοκρατικής κοινωνίας». Α- νακηρύσσοντας τον εαυτό του οπαδό των αριστερών δυνάμεων, ο Τουραίν εί- ναι στην ουσία θιασώτης του ρεφορμι- σμού. Αρνείται την ποιοτική διαφορά α- νάμεσα στους πολιτικούς θεσμούς του καπιταλισμού και του υπαρκτού σοσιαλι- σμού, υποτιμά τη σημασία του οργανωμέ- νου εργατικού κινήματος στη σύγχρονη ταξική πάλη. Η αντιφατικότητα των κοι- νωνικοπολιτικών θέσεων του Τουραίν εκ- δηλώθηκε στον εκλεκτισμό των θεωρητι- κών του αντιλήψεων. ■ L' evolution du travail ouvrier aux uslnes Renault, P., 1955* Le mouvement de Mai ou le communisme utopique, P., 1968' Lasocio- to post - industrielle. P., 1969* Production de la socioto, P., 1973 Pour la socilogie, P., 1974· La soci6t6 invisible. Regards 1974 - 76, P., 1977· L' apros - socialisme, P., 1980. • Κοινωνιολογία και σύγχρονη εποχή, τ. 2, Μ.. 1977, σελ. 138 - 45. 280 - 81* Φόμινα Β. Ν., Η κοινωνική σύγκρουση στη θεωρία της μεταβιομηχανικής κοινωνίας του Αλαίν Του- ραίν, σττ] συλ.: Κριτική της σύγχρονης αστι- κής κοινωνιολογίας, εκδ. 1, Μ., 1976. Θεώρηση Β. Φίλια 215
Τόφλερ Τόφλερ (Toffler) Αλβιν (γεν. 4.10.1928, Νέα Υόρκη). Αμερικανός κοινωνιολόγος και δημοσιολόγος, ένας από τους δη- μιουργούς της θεωρίας της «μεταβίομ/?- χανικής κοινωνίας»* ή, σύμφωνα με τη δική του ορολογία, του «υπερβιομηχανι- κού πολιτισμού». Στα έργα του «Η συ- γκρουοη με το μέλλον» (1970), «Εκθε- ση οχετικά με τον οίκο - σπασμό» («The eco spasm. Report, 1975), «Γο τρίτο κύ- μα» («The third wave», 1980) κ.α. υπο- στηρίζει ότι η ανθρωπότητα ζει μία τε- χνολογική επανάσταση, που οδηγεί στη συνεχή ανανέωση των κοινωνικών σχέ- σεων και στη δημιουργία ενός υπερβιο- μηχανικού πολιτισμού. Ο Τόφλερ κατα- λήγει στο συμπέρασμα ότι ο κρατικομο- νοπωλιακός καπιταλισμός είναι ανίκανος να αντιμετωπίσει τις οικονομικές αντιθέ- σεις και τις κοινωνικές συγκρούσεις, που προκαλεί η επισπιμονικοτεχνική επανά- σταση και που προσλαμβάνουν μορφή οι- κουμενικών σπασμών. Οι πολιτικές του α- ντιλήψεις είναι παραπλήσιες με εκείνες του λαϊκιομού* και συμμερίζεται τις μι- κροαστικές ουτοπικές απόψεις σχετικά με τη δυνατότητα δημιουργίας μιας δί- καιης κοινωνίας σπιν πορεία ριζοσπαστι- κών δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων του καπιταλισμού. ■ The culture consumers, Ν.Υ., 1973 The futurists, Ν.Υ., 1972* Learning for tomorrow, N.Y., 1974 (editor). • Αράμπ - Ογκλί Ε. Α., Στο λαβύρινθο των προφητειών, Μ., 1973* Μπατάλοφ Ε. Γ., Με- ταξά παρελθόντος και μέλλοντος. Το βιβλίο του ΑλβΝ Τόφλερ «Το τρίτο κύμα», περιοδι- κό «Η λο/οτεχν/α του εξωτερικού», 1981. τεύχος 9 Χόζιν Γκ., Ακόμα ένας ύμνος για τη μεταβιομηχανική κοινωνία, «Παγκόσμια οικο- νομία και διεβνείς σχέσεις», 1981, τεύχος 4. Θεώρηση Β. Φίλία Τραγικό. Κατηγορία της φιλοσοφίας και της αισθητικής, η οποία χαρακτηρίζει την ανεπίλυτη κοινωνική - ιστορική σύγκρου- ση που αναπτύσσεται κατά τη δκιδικασία της ελεύθερης δράσης του ανθρώπου και που συνοδεύεται από οδύνη και την καταστροφή πολύτιμων αξιών. Σε διάκρι- ση από το λυπηρό ή το φρικτό, το τραγι- κό, σαν κάτι που απειλεί ή που επιφέρει καταστροφή, δεν προκαλείται από τυ- χαίες εξωτερικές δυνάμεις, αλλά απορ- ρέει από τη φύση του ίδιου του τραγικού φαινομένου. Στο τραγικό η διαλεκτική της ζωής στρέφει προς τον άνθρωπο την οδυνηρή και καταστροφική πλευρά της. Το τραγικό προϋποθέτει ελεύθερη δρά- ση του ανθρώπου, αυτοδιάθεση του προ- σώπου που δρα, έτσι, που αν και η κατα- στροφή του είναι αναγκαστική συνέπεια της δράσης του, η ίδια η δράση αποτελεί ελεύθερη επιλογή του ατόμου. Η αντίφα- ση που βρίσκεται στη βάση του τραγικού συνίσταται στο ότι η ελεύθερη ακριβώς δράση του ανθρώπου πραγματώνει την α- ναπότρεπτη αναγκαιότητα που τον κατα- στρέφει και που τον πλήττει ακριβώς τη στιγμή που προσπαθούσε να την ξεπερά- σει ή να την αποφύγει (η λεγόμενη «τρα- γική ειρωνεία»). Η φρίκη και η οδύνη, που αποτελούν το ουσιαστικό στοιχείο του τραγικού, είναι τραγικά όχι ως αποτέλε- σμα ανάμιξης κάποιων τυχαίων εξωτερι- κών δυνάμεων, αλλά ως συνέπειες της πράξης του ίδιου του ατόμου. Σε διάκρι- ση από το μελοδραματικό (που προκαλεί λύπη, που «συγκινεί»), το τραγικό δεν μπορεί να υπάρξει εκεί όπου ο άνθρωπος υφίσταται παθητικά τη μοίρα του. Το τρα- γικό συγγενεύει με το υψηλό κατά το ότι είναι αναπόσπαστο από την ιδέα της α- ξιοπρέπειας και του μεγαλείου του αν- θρώπου, που εκδηλώνεται μέσα ακριβώς στον πόνο του. Η αρχαία και η μεσαιωνική φιλοσοφία δεν έχουν γενικά καμιά ειδική θεωρία για το τραγικό: η διδασκαλία για το τραγικό απο- τελεί εδώ αναπόσπαστο στοιχείο της δι- δασκαλίας για το Είναι. Ως υπόδειγμα για 216
Τραγικό το πώς κατανοεί το τραγικό η αρχαία ελ- ληνική φιλοσοφία, όπου το τραγικό πα- ρουσιάζεται σαν ουσιαστική πλευρά του κόσμου και της δυναμικής των αντιμαχό- μενων σ' αυτόν αρχών, μπορεί να χρησι- μεύσει η φιλοσοφία του Αριστοτέλη, ό- πως τουλάχιστον την κατανοούσαν στο Μεσαίωνα. Σύμφωνα λοιπόν με την αρι- στοτελική διδασκαλία για το νου*, το τρα- γικό εμφανίζεται όταν αυτός ο αιώνιος και αυτάρκης νους παραδίδεται στην ε- ξουσία του «άλλως - Είναι» και γίνεται από αιώνιος - πρόσκαιρος, από αυτάρκης - υποταγμένος στην αναγκαιότητα. Τότε αρχίζει η ανθρώπινη «δράση και ζωή» (που μίμηση τους είναι η ουσο της τρα- γωδίας - βλ. «Ποιητικής, 1449b) με τις χαρές και τις θλίψεις της, με τις μεταλ- λαγές από την ευτυχία στη δυστυχία, με την ενοχή της, με τα εγκλήματα και την τιμωρία. Αυτό το πέρασμα του νου στην εξουσία της αναγκαιότητας και του τυ- χαίου αποτελεί ασυνείδητο έγκλημα. Ω- στόσο, αργά ή γρήγορα έρχεται η ανά- μνηση ή η «αναγνώριση» της προτερινής ευτυχισμένης κατάστασης, το έγκλημα αποκαλύπτεται και κρίνεται. Τότε αρχίζει η περίοδος του τραγικού πάθους, που καθορίζεται από το συγκλονισμό που δο- κιμάζει ο άνθρωπος μπρος στην έντονη αντίθεση ανάμεσα στη μακάρια αθωότη- τα, από τη μια, και το σκότος της ματαιο- δοξίας και του εγκλήματος, από την άλ- λη. Αυτή όμως η συνειδητοποίηση του ε- γκλήματος σημαίνει ταυτόχρονα και την αρχή της επανόρθωσης του παραπτώμα- τος, η οποία παίρνει τη μορφή της τιμω- ρίας που συντελείται μέσω του φόβου και του πόνου. Αρχίζει έτσι η κάθαρση και η αποκατάσταση της διαταραγμένης ισορροπίας του νου. Η φιλοσοφική ανάλυση και έρευνα της κατηγορίας του τραγικού πραγματοποιεί- ται στη γερμανική κλασική αισθητική. Ο Σίλλερ, αναπτύσσοντας τις ιδέες της φι- λοσοφως του Κάντ, έβλεπε την πηγή του τραγικού στη σύγκρουση ανάμεσα στη φύση και τον ηθικό χαρακτήρα του αν- θρώπου («Γο τραγικό στην τέχνη», 1792). Κατά το Σέλλινγκ, η ουσία του τραγικού συνίσταται στην «... πάλη της ε- λευθερίας του υποκείμενου ενάντια στην αναγκαιότητα του αντικειμενι- κού...», ενώ και τα δύο μέρη «... παρου- σιάζονται ταυτόχρονα και νικητές, και ητ- τημένοι, σε μια αξεχώριστη ενότητα» («Φ/λοσοφ/α T77C τέχνης», Μ., 1966, σελ. 400). Η αναγκαιότητα, η μοίρα, κάνει τον ήρωα ένοχο χωρίς αυτός να φταίει, γίνε- ται ένοχος απλώς γιατί έτσι έχει προκα- θοριστεί. Ο ήρωας πρέπει να παλεύει με την αναγκαιότητα -αν την αποδεχόταν παθητικά, δε θα υπήρχε ελευθερία- και να νικηθεί απ' αυτή. Αλλά για να μη νική- σει η αναγκαιότητα, πρέπει ο ήρωας εθε- λοντικά να εξαγοράσει αυτή την προκα- θορισμένη από τη μοίρα ενοχή, και ακρι- βώς σ' αυτή την εθελοντική αποδοχή της τιμωρίας για το αναπότρεπτο έγκλη- μα βρίσκεται και η νίκη της ελευθερίας. Ο Χέγγελ βλέπει το θέμα του τραγικού στη δκιίρεση της ηθικής ουσίας σε πε- ριοχή της βούλησης και περιοχή της ε- νέργεκις (βλ. Έργα, τ. 14, Μ., 1958, σελ. 365 - 89). Οι ηθικές δυνάμεις που την αποτελούν και οι δρώντες χαρακτή- ρες διαφέρουν και ως προς το περιεχό- μενο, και ως προς τον τρόπο εκδήλωσης, και η ανάπτυξη αυτών των δωφορών οδη- γεί αναγκαστικά σπι σύγκρουση. Κάθε η- θική πλευρά επιδιώκει να πραγματοποιή- σει έναν ορισμένο σκοπό, συνεπαρμένη από κάποιο πάθος που ξεσπά σε δράση, και ο' αυτό το μονόπλευρο καθορισμό του περιεχομένου της αναπόφευχτα δια- ταράσσει την αντίθετη πλευρά και συ- γκρούεται μ* αυτή. Η καταστροφή αυτών των συγκρουόμενων δυνάμεων αποκαθι- στά τη δκιταραγμένη ισορροπία σε άλλο, πιο υψηλό, επίπεδο και έτσι προωθεί την ιστορική διαδικασία της ανάπτυξης του πνεύματος. 217
Τραγικό Εάν η γερμανική κλασική φιλοσοφία, και πρώτ' απ* όλα η φιλοσοφία του Χέγγελ, στην κατανόηση του τραγικού ξεκινούσε από τη λογικότητα της βούλησης και τη συνειδητοποίηση της τραγικής σύγκρου- σης, στην οποία η νίκη της ιδέας πραγμα- τοποιόταν με αντίτιμο την καταστροφή του φορέα της, στην ανορθόλογη φιλο- σοφία του Σοπενχάουερ και του Νίτσε συντελείται η ρήξη αυτής της παράδο- σης, γιατί τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η ύπαρξη κάποιου νοήματος στον κόσμο. Θεωρώντας τη βούληση α - ηθική και μη - λογική, ο Σοπενχάουερ βλέπει την ουσία του τραγικού στη μονομαχία με την τυ- φλή βούληση, στο άσκοπο της οδύνης, στο θάνατο του δικαίου. Ο Νίτσε χαρα- κτηρίζει το τραγικό ως την αρχική ουσία του Είναι - χαοτική, ανορθόλογη και ά- μορφη («Η γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής», 1872). Στον 20ό αιώνα η ανορθόλογη ερμηνεία του τραγικού συνεχίστηκε στον υπαρξισμό. Σύμφωνα με το Γιάσπερς, το αληθινά τραγικό συνίσταται στη συναίσθηση ότι «... η καθολική κατάρρευση είναι το βασι- κό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρ- ξης» (Von der Wahrheit», Münch., 1947. S. 956). Ο Ζίμμελ, από τη σκοπιά της φιλοσοφίας της ζωής, μιλούσε για την τραγική αντίφαση ανάμεσα στη δυνα- μική της δημιουργικής διαδικασίας και ε- κείνες τις σταθερές μορφές στις οποίες αυτή αποκρυσταλλώνεται. Ο Φ. Στεπούν έγραφε για την «τραγωδία της δημιουρ- γίας» ως αντικειμενοποίησης του ανέκ- φραστου εσωτερικού κόσμου του ατόμου (περιοδικό «Λόγος», 1910, βιβ. 1). Ο μαρξισμός - λενινισμός έδωσε κοινωνι- κή - ιστορική ερμηνεία στο τραγικό, θεω- ρώντας ως αντικειμενικές του προϋπο- θέσεις τους ανταγωνισμούς της εκμε- ταλλευτικής κοινωνίας, την αλλοτρίωση του ανθρώπου και της δραστηριότητας του. Αναλύοντας την καταστροφή του παλαιού κοινωνικού συστήματος, ο Κ. Μαρξ έγραφε: «Η ιστορία... περνά από διάφορες φάσεις, οδηγώντας στον τάφο την ξεπερασμένη μορφή ζωής». Ο Μαρξ τραγικό θεωρεί την ιστορία της παλιάς τάξης πραγμάτων, «... όταν η τάξη αυτή ήταν η πατροπαράδοτη εξουσία του κό- σμου, ενώ, αντίθετα, η ελευθερία ήταν μια ιδέα που ενέπνεε ορισμένα μεμονω- μένα άτομα...» και«... όταν η παλαιά τάξη πραγμάτων πίστευε η ίδια στο δίκιο της», γιατί με το μέρος της βρισκόταν «... όχι η ατομική, αλλά η παγκόσμια ιστορική πλάνη» (<ΛΚριτική της χεγγελιανής φιλο- σοφίας του δικαίου», Εισαγωγή, βλ. Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 1, σελ. 418). Αντίθετα από αυτό το είδος του τραγικού, το επαναστατικά τραγικό ο Μαρξ και ο ' Ενγκελς το έβλεπαν στη σύ- γκρουση «... ανάμεσα στο ιστορικά ανα- γκαίο αίτημα και στην πρακτική αδυναμία πραγματοποίησης του» (Ένγκελς Φ., στο ίδιο, τ. 29, σελ. 495), στο γεγονός ότι η ανωριμότητα των κοινωνικών σχέσεων, η ανωριμότητα των συνθηκών του επανα- στατικού κινήματος οδηγούσε τους εκ- προσώπους του στην εκμηδένιση (Τ. Μύ- ντσερ. Ιακωνίνοι κ.ά.) παρόμοια σύγκρου- ση, κατά το Μαρξ, «...οδήγησε σε αποτυ- χία το επαναστατικό κόμμα στα 1848 - 1849» (στο ίδιο, σελ. 483). • Λόσεφ Α. Φ., Η διαλεκτική της καλλιτεχνι- κής μορφής, Μ.. 1927. σελ. 114 - 16, 240 - 43 του ίδιου. Ιστορία της αρχαίας αισθητικής. Αριστοτέλης και ύστερη κλασική περίοδος, Μ., 1975" του ίδιου. Ιστορία της αρχαίας αι- σθητικής. Ύστερη ελληνιστική περίοδος. Μ., 1980, σελ. 697 - 735' Μπόριεφ Γ.. Το τραγικό, Μ., 1961· Πίνσκι Λ. Ε., Ο ρεαλισμός της επο- χής της Αναγέννησης, Μ., 1961, σελ. 250 - 96 του ίδιου, Ο Σαίξπηρ, Μ., 1971 Szondi Ρ., Versuch über das Tragische. Fr./M., [1961] Kaufmann W., Tragedy and phllosophy, Gar- den aty, 1968. A. Φ. Λόσεφ Θεώρηση Γρ. θέμελη - Αλατζόγλου 218
Τριάς Τρελτς (Troeltsch) Ερνστ (17.2.1865, Χάουνστεττεν, κοντά στο Άουγκσ- μπουργκ, -1.2. 1923, Βερολίνο). Γερ- μανός προτεστάντης θεολόγος, φιλόσο- φος, κοινωνιολόγος και ιστορικός της θρησκείας. Οι θρησκευτικές και φιλοσο- φικές του αντιλήψεις διαμορφώθηκαν στα πλαίσκι των ιδεών του φιλελεύθερου προτεσταντισμού. Ο Τρέλτς προσπάθη- σε να επεξεργαστεί μία ιστορική μέθοδο στη θεολογία, αναλύοντας την εξέλιξη του χριστιανισμού (ιδιαίτερα του προτε- σταντισμού) σε συνάρτηση με τη γενική ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Στο κύριο έργο του για την κοινωνιολογία της θρησκείας «0/ κοινωνικές θεωρίες των χριστιανικών εκκλησιών και ομάδων» («Die Soziallehren der christichen Kir- chen und Gruppen», Hälfe 1 -2,1912), έ- δωσε την τυπολογία των θρησκευτικών ομάδων («εκκλησία», «αίρεση», «μυστική κοινότητα»). Προς το τέλος της ζωής του έγραψε αρκετές εργασίες για τη φι- λοσοφία της ιστορίας, που είχαν την επί- δραση των ιδεών της φιλοσοφίας της ζω- ής (Ντίλτάϊ) και της σχολής της Βάδης του νεοκαντιανισμού και, ως ένα βαθμό, του Σπένγκλερ. Ο Τρέλτς υπογράμμιζε τη μοναδικότητα και το ανεπανάληπτο της ιστορικής πορείας και την ανάγκη της κατανόησης του «ανορθολογικού στοιχείου στο Είναι». Στον τομέα της ηθι- κής από το νεοκαντιανισμό πέρασε στον περσοναλισμό. ■ Gesammelte Schriften, Bd 1 - 4, Tüb., 1912 - 25. • Άσμους Β. Φ., Μαρξ και αστικός ιστορι- σμός, Μ. - Λ., 1933· Bodenstein W., Neige des Historismus Ε. Trceltschs Entwic- klungsgang, [Gütersloh, 1959], (βιβλγ.)* Kasch W. F., Die Sozialphilosophie v. E. Troeltsch, Tüb., 1963· Lessing E., Die Geschichtsphilo- sophie E. Troeltschs, Hamb., 1965 Gabriel H. - J.. Christlichkeit der Gesellschaft? Eine kritische Darstellung der Kulturphilosophie v. E. Troeltsch, B.. [1975] (βιβλγ.). θεώρηση 8. Α. Κύρκου Τριάς. Μέθοδος φιλοσοφικής δόμησης που στην Αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν πλατιά ο πλατωνισμός και ο νεοπλατωνι- σμός. Η αρχή της τριάδας χρησιμοποιή- θηκε στη 2η πλατωνική" επιστολή κατά την περιγραφή της δομής του Σύμπα- ντος (διδασκαλία για τους τρεις βασιλείς του παντός). Οι εκπρόσωποι του μέσου πλατωνισμού* δίδασκαν τις τρεις αρχές («υπόδειγμα - δημιουργός - ύλη») και τις τρεις βαθμίδες του όντος {«νους* - ψυ- χή* - κόσμος»). Αυτή η τελευταία τριάδα ερμηνεύτηκε από τον Πλωτίνο σαν τριά- δα των «αρχικών υποστάσεων» (Ο Πορ- φύριος τη θέλει τριάδα «τέλειων και ακέ- ραιων υποστάσεων»), σαν πραγμάτωση και μορφή εκδήλωσης μιας πιο υψηλής αρχής: του «ενός»*. Παράλληλα, ο Πλω- τίνος και ο Πορφύριος αναγνώριζαν την τριάδα των υπερκοσμίων και υπεραισθη- τών «φύσεων» («εν - νους - ψυχή»). Πιο καθαρά η αρχή της τριάδας, ως μέθοδος φιλοσοφικής δόμησης, εκδηλώθηκε στην τριάδα κατηγοριών του πλατωνικού «Φ/- ληβου» «πέρας - άπειρο - αριθμός», ό- που ο αριθμός είναι το ενδιάμεσο μεταξύ δύο αντιθέτων στην τριάδα των «υπο- στάσεων» του Πλωτίνου («εν - νους - ψυ- χή») η ψυχή εμπεριέχει την «αντικειμενι- κότητα» του όντος και την «υποκειμενι- κότητα» της σκέψης· οι μεταγενέστεροι νεοπλατωνικοί (αρχίζοντας από τον Πρό- κλο) εννοούσαν αυτή την τριάδα σαν τριάδα του νοούντος, του νοούμενου και του νοούντος και νοούμενου κόσμου στα όρια του νου. Καθαρά μεθοδολογικό νόη- μα, που δεν προϋποθέτει συγκεκριμένη οντολογική εξήγηση έχει η νεοπλατωνι- κή ·τριάδα «αφετηρία - εκκίνηση - επι- στροφή», που με περισσότερη πληρότη- τα χρησιμοποιούσε ο Πρόκλος (βλ. «Λρ- χές 777ς θεολογίας**)- το τρίτο μέλος της 219
«Τριπίτακα» τριάδας αυτής ενώνει τα δύο ακραία και αποτελεί «ενδιάμεσο» μεταξύ τους· ο καθαρά δομικός χαρακπ'ιρας αυτής της τριάδας δεν προϋποθέτει τη νόηση της ως διαδοχικής κίνησης στο χρόνο. Η χριστιανική διδασκαλία για την τριάδα (Αγία Τριάς), χρησιμοποιώντας τα εν- νοιολογικά πρότυπα του νεοπλατωνι- σμού, διαφέρει ουσιαστικά από το νεο- πλατωνικό δόγμα: οι υποστάσεις της χρι- στιανικής τριάδας είναι «πρόσωπα» και όχι απρόσωπες οντότητες και βρίσκονται στο ίδιο οντολογικό επίπεδο («ομοού- σιες»), σε διάκριση από τις κατιούσες βαθμίδες της τριάδας των νεοπλατωνι- κών. Η αρχή της τριάδας αναπτύχθηκε πλατιά στο γερμανικό κλασικό ιδεαλισμό των Φί- χτε, Σέλλινγκ και ιδκιίτερα του Χέγγελ, ο οποίος μετέτρεψε την τριάδα σε καθολι- κό σχήμα κάθε διαδικασίας ανάπτυξης: θέση (αφετηρία, αρχικό σημείο), αντίθε- ση (πέρασμα στο αντίθετο, άρνηση), σύν- θεση των αντιθέτων σε νέα ενότητα (άρ- ση, άρνηση της άρνησης). Για τη μαρξιστική αντίληψη των τριών σταδίων της διαδικασίας της ανάπτυξης βλ. λήμμα Άρνησης της άρνησης νόμος. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούοοου «ΤριπΙτακα». Βλ. «ΓίΓτίττακα». Τροπικότητα. Τρόπος ύπαρξης κάποιου αντικειμένου ή εκτύλιξης κάποιου φαινο- μένου (οντολογική τροπικότητα) ή τρό- πος κατανόησης της κρίσης για ένα αντι- κείμενο, φαινόμενο ή συμβάν (γνωσιολο- γική ή λογική τροπικότητα). Την έννοια της τροπικότητας εισήγαγε ο Αριστοτέ- λης. Οι μαθητές και οι σχολκιστές του Θεόφραστος, Εύδημος ο Ρόδιος κ.ά.. και κατόπιν οι μεσαιωνικοί σχολαστικοί ανα- γνώριζαν τη διάκριση των κρίσεων ως προς την τροπικότητα. Η διαίρεση των κρίσεων που προτάθηκε από τον Καντ σε κατηγορικές (κρίσεις της πραγματικότη- τας) αποδεικτικές (κρίσεις της αναγκαιό- τητας) και προβληματικές (κρίσεις της δυνατότητας) αποτελεί τα θεμέλια της περιγραφής των ιδιοτήτων των τροπικο- τήτων στη σύγχρονη τροπική λογική, ό- που οι τροπικότητες υποδιαιρούνται, από τη μια, σε αληθινές (αναφερόμενες σε προτάσεις ή κατηγορήματα) και δεοντι- κές (αναφερόμενες σε λέξεις, που εκ- φράζουν ενέργεια, δράση) και, από την άλλη, σε απόλυτες (μη - εξαρτώμενες από όρους) και σχετικές (εξαρτώμενες από όρους). Στη σύγχρονη λογική σημα- ντική* ως τροπικότητες συγκαταλέγονται επίσης και οι έννοιες «αληθές» και «ψευδές», καθώς και οι «αποδείξιμο», «μη - αποδείξιμο» και «αναιρέσιμο». Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Τρόπος (λατ. modus). 1) Όρος της προμαρξιστικής φιλοσοφίας, που υποδη- λώνει ιδιότητα ενός αντικειμένου, που το χαρακτηρίζει μόνο σε ορισμένες κατα- στάσεις, σε διάκριση από το κατηγόρη- μα* (attribute) που είναι αναπόσπαστη ι- διότητα του αντικειμένου* 2) στη λογική είναι ένας τύπος συλλογισμού*, που κα- θορίζεται από τη μορφή και την αλληλε- ξάρτηση των προκείμενων και των λογι- κών συναγωγών, βλ. Συλλογιστική. Θεώρηση Γ Παπαγσύνσυ Τρόπος παραγωγής. Η ιστορικά συγκε- κριμένη ενότητα των παραγωγικών δυνά- μεων* και των σχέσεων παραγωγής* Η έννοια «τρόπος παραγωγής» χαρακτηρί- ζει τις κοινωνικές πλευρές της δράσης του κοινωνικού ανθρώπου για τη δη- μιουργία των απαραίτητων για τη ζωή του υλικών αγαθών. Πρέπει να ξεχωρίζουμε τον τρόπο παραγωγής από τον τεχνολο- γικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος εκφρά- ζει την τεχνική - οργανωτική πλευρά της δράσης αυτής. Τη θέση και τη σημασία 220
Τρόπος παραγωγής του τρόπου παραγωγής σπιν κοινωνική ζωή ο Κ. Μαρξ προσδιόρισε ως εξής: «Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής κα- θορίζει την κοινωνική, πολιτική και πνευ- ματική διαδικασία της ζωής γενικά» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 13, σελ. 7). Η αποκάλυψη του ρόλου του τρόπου παραγωγής στην κοινωνική ζωή αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες κα- τακτήσεις του μαρξισμού, η οποία έθεσε τις βάσεις του ιστορικού υλισμού. Εξηγώντας την ουσία της υλιστικής αντί- ληψης της ιστορίας, ο Φ. Ένγκελς έ- γραφε: «... οι άνθρωποι πρέπει πρώτα να φάνε, να πιουν, να έχουν στέγη και ενδύ- ματα και μετά να είναι σε θέση να ασχο- ληθούν με την πολιτική, την επιστήμη, την τέχνη, τη θρησκεία κ.λπ.» (στο ίδιο, τ. 19, σελ. 350). Ωστόσο, σε διάκριση από τα άλλα έμβια όντα, ο άνθρωπος παράγει όλα τα απαραίτητα για τη ζωή του, χρησι- μοποιώντας εργαλεία, τα οποία δημιούρ- γησε ο ίδιος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, παράλληλα με τη βιολογική σχέση, που έ- χει γενικά ο άνθρωπος με όλη την έμβια φύση, να εμφανίζεται σ' αυτόν ένα ειδι- κό είδος υλικής αλληλεπίδρασης με τη φύση: η διαδικασία της εργασίας. Το επί- πεδο ανάπτυξης των εργαλείων και των μέσων εργασίας καθορίζει το χαρακτήρα της σχέσης αυτής. Η έννοια «παραγωγή» αντανακλά το γεγονός ότι η εργατική δραστηριότητα του ανθρώπου έχει παρα- γωγικό χαρακτήρα: στη διάρκεια της ερ- γασίας παράγονται πράγματα, που είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τη μια ή την άλλη ανθρώπινη ανάγκη. Οι άνθρωποι, ω- στόσο, παράγοντας τα απαραίτητα για τη ζωή υλικά αγαθά, ταυτόχρονα παράγουν και αναπαράγουν τις κοινωνικές παραγω- γικές τους σχέσεις, τις οποίες συνά- πτουν κατά τη διαδικασία της εργασίας. Ο χαρακτήρας των σχέσεων αυτών καθο- ρίζεται όχι από τη θέληση και τη συνείδη- ση των ανθρώπων, αλλά από το επίπεδο και τις ανάγκες ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. ΓΓ αυτό, η έννοια «παραγωγή» εδώ πλέον εκφράζει και το ότι η εργατική δραστηριότητα έχει κοινωνικό χαρακτήρα, ότι αναπτύσσεται στα πλαίσια των υλικών κοινωνικών σχέ- σεων. «Στην κοινωνική παραγωγή της ζω- ής τους οι άνθρωποι έρχονται σε ορισμέ- νες, απαραίτητες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους σχέσεις: τις σχέσεις παρα- γωγής, οι οποίες αντιστοιχούν σε μια ορι- σμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων» (Μαρξ Κ., στο ίδιο, τ. 13, σελ. 6). Η έννοια «τρόπος παραγωγής» χαρακτη- ρίζει την ιστορικά συγκεκριμένη και ποιο- τικά καθορισμένη παραγωγή. Ο τρόπος παραγωγής αποτελεί την υλική βάση του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, που καθορίζει τις ιδιομορφίες του, ενώ οι αλ- λαγές στον τρόπο παραγωγής καθορί- ζουν την ανάπτυξη των κοινωνικοοικονο- μικών σχηματισμών, το πέρασμα από τον -έναν σχηματισμό στον άλλο. Το πρωτό- γονο κοινοβιακό σύστημα, ο δουλοκτητι- κός, ο φεουδαρχικός, ο καπιταλιστικός και ο κομμουνιστικός κοινωνικοοικονομι- κός σχηματισμός αποτελούν τις κύριες βαθμίδες της ανοδικής εξέλιξης της αν- θρώπινης κοινωνίας. Ως είδικό τρόπο πα- ραγωγής ο Μαρξ αναφέρει ακόμα τον α- otariKO τρόπο παραγωγής*, ωστόσο, το ζήτημα του αν πραγματικά αυτός υπήρξε είναι συζητήσιμο. Η ανάπτυξη του τρόπου παραγωγής υπο- τάσσεται στον καθολικό κοινωνιολογικό νόμο της αντιστοιχίας των σχέσεων πα- ραγωγής στο χαρακτήρα και το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, οι σχέσεις παραγωγής καθορίζονται από τις παρα- γωγικές δυνάμεις και αποτελούν καθορι- σμένες κοινωνικές μορφές ανάπτυξης τους. Οι σχέσεις παραγωγής προσδίδουν στις παραγωγικές δυνάμεις συγκεκριμέ- νη κοινωνική ποιότητα, τις υποτάσσουν στη δράση των κοινωνικών νόμων, δη- 221
Τρουμπετσκόι μιουργουν ορισμένα κίνητρα για παραγω- γική δραστηριότητα και τελειοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, που υπάρχουν. Όμως, οι παραγωγικές δυνάμεις κατά την ανάπτυξη τους υπερβαίνουν τα πλαί- σια των σχέσεων παραγωγής, που υπάρ- χουν, και οι τελευταίες αρχίζουν να απο- τελούν τροχοπέδη στην παραπέρα ανά- πτυξη της παραγωγής. Μεγαλώνει η α- ντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής και μετατρέπεται σε σύγκρουση. Η σύγκρου- ση αυτή διευθετείται με τη σοσιαλιστική επανάσταση, που εξαλείφει τις ξεπερα- σμένες και καθιερώνει νέες σχέσεις πα- ραγωγής, οι οποίες αντιστοιχούν στις α- ναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις. Δημιουργείται νέος τρόπος παραγωγής και στη βάση αυτή συντελείται η μετάβα- ση από τον ένα κοινωνικοοικονομικό σχη- ματισμό σε άλλον, πιο υψηλό και προο- δευτικό. Ο Μαρξ υπογράμμιζε: «Οι άν- θρωποι ποτέ δεν απορρίπτουν αυτό που απόκτησαν, όμως αυτό δε σημαίνει ότι δε θα αρνηθούν και την κοινωνική μορφή, στην οποία απόκτησαν ορισμένες παρα- γωγικές δυνάμεις. Αντίθετα. Για να μη στερηθούν το αποτέλεσμα που πέτυχαν, για να μη χάσουν τους καρπούς του πολι- τισμού, οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να αλλάξουν όλες τις κοινωνικές μορφές που κληρονόμησαν, όταν ο τρόπος επι- κοινωνίας τους (commerce) δεν αντι- στοιχεί πλέον στις νέες παραγωγικές δυ- νάμεις» (στο ίδιο, τ. 27, σελ. 403). Σε διάκριση από όλους τους προηγούμε- νους κοινωνικούς σχηματισμούς, στις συνθήκες του σοσιαλισμού η κοινωνία α- ναπτύσσει ενσυνείδητα και μεθοδικά όχι μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις. Έτσι, δημιουρ- γείται η δυνατότητα να διευθετηθούν έ- γκαιρα οι αντιθέσεις, που εμφανίζονται κατά την ανάπτυξη του τρόπου παραγω- γής. • Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ, Η γερμανική ιδε- ολογία, μέρ. 1 - «Φόυερμπαχ», Άπαντα, τ. 3' Μαρξ Κ., Γράμμα στον Π. Α. Άννενκοφ της 28 Δεκεμβρίου 1846, στο ίδιο, τ. 27' του ί- διου. Πρόλογος [«Κριτική της πολιτικής οικο- νομίας»], στο ίδιο, τ. 13' του ίδιου, «Το κεφά- λαιο», τ. 1, κεφ. 5, στο ίδιο, τ. 23· Ένγκελς Φ., Αντί - Ντύρινγκ, μέρ. 3, στο ίδιο, τ. 30" Λέ- νιν Β. Ι., Τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πως πολεμούν τους σοοιαλδημοκράτες;, Άπα- ντα, τ. 1. β. Ζ Κέλλε Θεώρηση Β. Φίλια Τρουμποτσκόι Γεβγκένι Νικολάγεβιτς (5.10.1863, Μόσχα, - 23.1.1920, Νοβο- ροσίσκ). Ρώσος θρησκευτικός φιλόσο- φος, νομομαθής και κοινωνικός παράγο- ντας, πρίγκιπας, οπαδός και φίλος του Βλ. Σολοβιόφ*, αδελφός του Σ. Ν. Τρου- μπετσκόι* Καθηγητής στο Κίεβο (1906 - 18) και στη Μόσχα. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση του εκδοτικού οίκου «Πουτ» («Δρόμος», 1910 -17) και ήταν ο θεωρη- τικός της θρησκευτικής - φιλοσοφικής κατεύθυνσης που συνδεόταν μ* αυτόν. Οι πολιτικές του αντιλήψεις εξελίχτηκαν από τον καντετισμό (την κίνηση των «συ- νταγματικών - δημοκρατών») στο κίνημα των «κοσμοαναμορφωτών». Στη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου σπι Ρωσία αγωνί- στηκε στις γραμμές του λεγόμενου Εθε- λοντικού Στρατού εναντίον της Σοβιετι- κής εξουσίας. Στα κύρια φιλοσοφικά του έργα «Η κο- σμοθεωρία του Β. Σ. Σολοβιόφ» (τ. 1 - 2, 1913), «Ο μεταφυσικές προϋποθέσεις της γνώσης» (1917) και «Το νόημα της ζωής» (1918) ο Τρουμπετσκόι προβαίνει σε μια κριτική αναθεώρηση της φιλοσο- φίας του Σολοβιόφ, προσπαθώντας να την ευθυγραμμίσει με το ορθόδοξο χρι- στιανικό δόγμα και αφαιρώντας από τη θεωρία του για τη «θετική πανενότητα» τα στοιχεία του πανθεϊσμού, του εξελι- 222
Τρουμπετσκόι κτισμού και της θεοκρατικής κοινωνικής ουτοπίας. Η απόλυτη «πανενότητα» δια- σαφηνίζεται από τον Τρουμπετσκόι μέσω της έννοιας της απόλυτης συνείδησης· το απόλυτο δεν είναι η ουσία του παντός στον κόσμο (όπως υποστήριζε, κατά τον Τρουμπετσκόι, ο Σολοβιόφ), περικλείει όμως τον κόσμο ως παντογνωσία, που περιλαμβάνει το ενεργεία και το δυνά- μει, την αλήθεια και την πλάνη. Η «σο- φία» του θεού, κατά τον Τρουμπετσκόι, δεν ταυτίζεται με την πανενωτική αυτή γνώση· είναι ένα ιδεατό σχέδιο για τον κόσμο, μια δυνατότητα, την οποία ο άν- θρωπος είναι ελεύθερος να αποδεχτεί ή να απορρίψει. Αναπτύσσοντας μιαν οντο- λογική προσέγγιση των προβλημάτων της γνώσης, ο Τρουμπετσκόι επιχείρησε μία κριτική αναθεώρηση της γνωσιολογίας του καντιανισμού· διεξήγαγε πολεμική ε- ναντίον του «μυστικιστικού αλογισμού» των Π. Α. Φλορένσκι, Σ. Ν. Μπουλγκά- κοφ και Β. Φ. Ερν. ■ Το θρησκευτικό - κοινωνικό ιδεώδες του δυτικού χριστιανιομού κατά τον 5ο αιώνα, μερ. 1, Μ.. 1892· Το θρησκευτικό - κοινωνικό ιδεώδες του δυτικού χριστιανισμού κατά τον 11ο αιώνα, τ. 2, Κίεβο, 1Qd7 Η φιλοσοφία του Νίτσε. Μ., 1904* Η κοινωνική ουτοπία του Πλάτωνα, Μ., 1908. • Λοπάτιν Λ., Ο Βλ. Σ. Σολοβιόφ και ο πρίγκι- πας Τρουμπετσκόι. «Ζητήματα φιλοσοφίας και ψυχολογίας», 1913, τεύχη 119, 120· 1914, τεύχος 123 Ιστορία της φιλοσοφίας στην ΕΣΣΔ, τ. 4. Μ., 1971. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Τρουμπετσκόι Σεργκέι Νικολάγεβιτς (4.8.1862, Καλούγκα, 12.10.1905, Πε- τρούπολη). Ρώσος θρησκευτικός φιλόσο- φος, δημοσιολόγος και κοινωνικός παρά- γοντας, πρίγκιπας οπαδός και φίλος του Βλ. Σολοβιόφ, αδελφός του Γ Ν. Τρου- μπετσκόι* Από το 1900 καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μόσχας, το 1905 ε- ξελέγη πρύτανης του. Στα 1900 - 05 ή- ταν διευθυντής του περιοδικού «Ζητήμα- τα φιλοσοφίας και ψυχολογίας». Ανα- πτύσσοντας τη «φιλοσοφία της πανενό- τητας» του Σολοβιόφ, ο Τρουμπετσκόι ονόμασε τη διδασκαλία του «συγκεκριμέ- νο ιδεαλισμό» σε διάκριση από τον αφη- ρημένο ιδεαλισμό (χεγγελιανού τύπου), που δεν ήταν σε θέση, κατά τον Τρου- μπετσκόι, να εξηγήσει τη μετάβαση από το απόλυτο στα μεμονωμένα πράγματα και να θεμελιώσει την αξία των επιμέ- ρους επιστημών και της εμπειρικής γνώ- σης. Κεντρικό πρόβλημα της φιλοσοφίας για τον Τρουμπετσκόι είναι η σχέση του γιγνώσκοντος νου προς το όντως ον, που στον εμπειρισμό ταυτίζεται με το φαινό- μενο, στον ορθολογισμό με την ιδέα και στο μυστικισμό με την πνευματική, υπε- ραισθητή πραγματικότητα. Προσβλέπο- ντας, μετά το Σολοβιόφ, στη συνένωση του ορθολογισμού, του μυστικισμού και του εμπειρισμού ως μονομερών απόψε- ων, ο Τρουμπετσκόι θεωρούσε αληθινό τον ορισμό του όντος ως «απόλυτης πα- νενότητας», του «πανενωτικού συγκε- κριμένου Είναι», στο οποίο η χωροχρονι- κή πολυμορφία των πραγμάτων και η λο- γική (ιδανική) ενότητα που την καθορίζει παρουσιάζονται ως εντελέχεια (δυναμι- κότητα) του απόλυτου. Το απόλυτο φα- νερώνεται, στο σύστημα του Τρουμπε- τσκόι, μέσω της δραστηριότητας του κα- θολικού υποκειμένου: κάποιου κοσμικού όντος, της Σοφίας, νοούμενης ως ψυχι- κής βάσης του κόσμου. Ο Τρουμπετσκόι έγραψε αρκετές ιστορικές - φιλοσοφι- κές μελέτες («Η μεταφυσική στην Αρ- χαία Ελλάδα», 1890* «Η διδασκαλία για το λόγο στην ιστορία του», 1900, κ.ά.). Στις πολιτικές του αντιλήψεις ο Τρουμπε- τσκόι ήταν οπαδός της συνταγματικής μοναρχίας. Την αστικοφιλελεύθερη δρα- στηριότητα του επέκρινε συχνά ο Β. Ι. Λένιν (βλ. Άπαντα, τ. 10, σελ. 296 - 97, 300· τ. 11. σελ. 333, 352). 223
Τσααντάγεφ ■ Συλλογή έργων, τ. 1 - 6, Μ., 1906 - 12. • Τσιτσέριν Μπ. Ν., Ζητήματα φιλοσοφίας, Μ., 1904, σελ. 146 - 222 «Ζητήματα φιλοσο- φίας και ψυχολογίας», 1906, τεύχος 81 (1), 82 (2), 1916, τεύχος 131 (1)· Λοπάτιν Λ. Μ., Φιλοσοφικοί χαρακτηρισμοί και λόγοι, Μ., 1911, σελ. 157 - 235' Μπλόνσκι Π. Π.. Ο Σ. Ν. Τρουμπετσκόι και η φιλοσοφία, Μ., 1917· Ι- στορία της φιλοσοφίας στην ΕΣΣΔ, τ. 4, Μ., 1971. θεώρηση Πάν. Κρητικού Τσααντάγεφ Πιότρ Νικολάγεβιτς (7. 6. 1794, Μόσχα, 26. 4. 1856, Μόσχα). Ρώσος στοχαστής και δημοσιολόγος. Φί- λος του Α. Σ. Πούσκιν. Το 1819 έγινε δε- κτός στην «Ένωση ευημερίας» και το 1821 στη Βόρεια εταιρεία τωνΔεκεββρι^ στων*, ωστόσο, ενεργό μέλος των μυστι- κών συλλόγων δεν υπήρξε και τους έ- βλεπε με επκρϋλαξη και σκεπτικισμό. Κα- τά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο ε- ξωτερικό στα 1823 - 26 γνωρίσπικε με το Σέλλινγκ και το Λαμενναί και επηρεάστη- κε βαθιά από τις θρησκευτικές και φιλο- σοφικές τους ιδέες. Στα 1829 - 31 έγρα- ψε (στα γαλλικά) το κύριο έργο του <^Επΐ' στολές σχετικά με τη φιλοσοφία της ι- στορίας», που έγινε γνωστό με τον τίτλο «Φιλοσοφικές επιστολές». Η δημοσίευ- ση της πρώτης επιστολής στο περιοδικό «Τελεσκόπ» (1836) προκάλεσε την έντο- νη δυσαρέσκεια της τσαρικής εξουσίας λόγω της πικρής αγανάκπισης που εξέ- φραζε για την απουσία της Ρωσίας από την «παγκόσμια διαπαιδαγώγηση του αν- θρώπινου γένους», την εθνική αυταρέ- σκεια και την πνευματική στασιμόπιτα, που εμποδίζουν τη συνειδητοποίηση και εκπλήρωση της δοσμένης «εκ των άνω» ιστορικής αποστολής της Ρωσίας. Κατό- πιν «ανωτάτης διαταγής» ο Τσααντάγεφ χαρακτηρίστηκε τρελλός. Απαντώντας στις κατηγορίες για έλλειψη πατριωτι- σμού, ο Τσααντάγεφ έγραψε την <Άπο- λογία ενός τρελλού» (1837) στην οποία. αναφερόμενος σπτ Ρωσία, διακήρυσσε ότι «... έχουμε κληθεί να λύσουμε ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών προβλη- μάτων..., να απαντήσουμε σε σπουδαιό- τατα ερωτήματα, που απασχολούν την ανθρωπότητα» (Έργα και επιστολέςr τ. 2, Μ.. 1914, σελ. 227). Το έργο όμως αυ- τό, όσο ζούσε ο Τσααντάγεφ, δε δημο- σιεύτηκε. Παρά το γεγονός ότι ο Τσαα- ντάγεφ δεν είχε τη δυνατότητα να δημο- σιεύσει τις απόψεις του στον τύπο, ω- στόσο εξακολουθούσε να είναι ένας στοχαστής με κύρος και να ασκεί σημα- ντική επίδραση (ιδιαίτερα με την προβο- λή του προβλήματος των ιστορικών πε- πρωμένων της Ρωσίας) στους εκπροσώ- πους των διαφόρων τάσεων, τόσο στους «φιλοδυτικούς», («ζάπαντνικους»*) όσο και στους σλαβόφιλους*. Στις «ΦίΛοσοφ/κές επιστολές» ο Τσαα- ντάγεφ δήλωσε ότι ασπάζεται αρκετές από τις αρχές του καθολικισμού, ωστόσο ο Χέρτσεν δικαιολογημένα αποκαλούσε την κοσμοθεωρία του «επαναστατικό κα- θολικισμό»: τον Τσααντάγεφ τον ενέ- πνεε η ασυμβίβαστη με την καθολική ορ- θοδοξία «γλυκιά πίστη στη μελλοντική ευτυχία της ανθρωπότητας» και γοη- τευόταν με την ιδέα της εκπλήρωσης των επίγειων πόθων του λαού ως ενός υ- περλογικού συνόλου, το οποίο απορρί- πτει τον εγωισμό και τον ατομικισμό σαν ασυμβίβαστα με τον προορισμό του αν- θρώπου να είναι ο κινητήρας του Σύμπα- ντος με την καθοδήγηση του ύψιστου λό- γου και της παγκόσμιας βούλησης. Πα- ρόλο που δε συμπαθούσε το σοσιαλισμό, ο Τσααντάγεφ πρόβλεπε, ωστόσο, τη νί- κη του («ο σοσιαλισμός θα νικήσει όχι ε- πειδή έχει δίκιο, αλλά επειδή έχουν άδι- κο οι αντίπαλοί του»). Η φιλοσοφική και ι- στορική σκέψη του Τσααντάγεφ αποτέ- λεσε ισχυρό κίνητρο για την ανάπτυξη και τον αυτοκαθορισμό της ρωσικής φι- λοσοφίας στο σύνολο της. 224
Τσανγκ ■ Έργα και επιστολές, επιμέλεια Μ. Γκέρ- σενζον, τ. 1 - 2, Μ., 1913-14 Ανέκδοτα άρ- θρα, στη συλλογή: Ομάδες, βιβ. 3 - 4, Μ. - Λ., 1934 Τρεις επιστολές (στους Ι. Σ. Γκαγκάριν και Σέλλινγκ), στο ίδιο. βιβ. 5, Μ. - Λ., 1935· Α- νέκδοτες «Φιλοσοφικές επιστολές», στο βιβ.: Λογοτεχνική κληρονομιά, τ. 22 - 24, Μ., 1935. • Τσερνισέφσκι Ν. Γκ., Η απολογία ενός τρελλού, Απαντα, τ. 7, Μ., 1950' Πλεχάνοφ Γκ. Β., Π. Γ. Τσααντάγεφ, Έργα, τ. 23, Μ. - Λ., 1925* Γκέρσενζον Μ. Ο., Τσααντάγεφ. Η ζωή και η σκέψη του ΣΠ-ργκ, 1908 Σκούρινοφ Π. Σ., Η κοσμοθεωρία του Π. Γ. Τσααντάγεφ, Μ., 1958* Γκριγκοριάν Μ. Μ., Ο Τσααντάγεφ και το φιλοσοφικό του σύστημα, στη συλλογή: Από την ιστορία της φιλοσοφίας, έκδ. 2, Μ., 1958· Λέμπεντεφ Α. Α., Γσααντάνεφ, Μ., 1965· Σμιρνόβα Ζ. Β., Ο Π. Γ Τσααντάγεφ και η ρωσική κοινωνική σκέψη του πρώτου μισού του 19ουαι., «Βαπρόσιφιλοσόφιι», 1968,τεύ- χος 1 Winkler Μ., Ρ. J. Caadaev, Β., 1927· Quenet Ch., Tchaadeev et les lettres philoso- phiques, P., 1931 Moskoff E. Α., The Russian philosopher Chaadayev. his ideas and his e- poch, N.Y., 1937· Falk H., Das Weltbild P. J. Tscaadajews nach seinen acht «Phitosophi- schen Briefen», Münch.. 1954. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Τσάγκιν Μπορίς Αλεξάντροβιτς (γεν. 22.3.1899, Μόσχα). Σοβιετικός φιλόσο- φος, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδη- μίας Επιστημών (ΑΕ) της ΕΣΣΔ. (1960). Μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ από το 1920. Το 1931 αποφοί- τησε από το Ινστιτούτο Κόκκινης Καθη- γεσίας. Από το 1922 εργάσθηκε ως κα- θηγητής. Από το 1963 είναι συνεργάτης στην έδρα φιλοσοφίας του Λένινγκραντ της ΑΕ της ΕΣΣΔ. Τα κύρια έργα του έ- χουν ως θέμα την ιστορία της φιλοσο- φίας και τον ιστορικό υλισμό. ■ Οι φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές αντιλή- ψεις του Φ. Μέρινγκ, Μ. - Α., 1934· Η πάλη του μαρξισμού - λενινισμού κατά του φιλοσο- φικού αναθεωρητισμού στα τέλη του 19ου - αρχές του 20ού αι., Α., 1959· Από την ιστορία της πάλης του Β. Ι. Λένιν για την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Μ., i960· Από την ιστορία της πάλης κατά του φιλοσοφικού αναθεωρητισμού στη γερμανική σοσιαλδημο- κρατία. 1895 - 1914, Μ. - Α.. 1961· Ο Γκ. Β. Πλεχάνοφ και ο ρόλος του στην ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας, Μ. - Α., 1963 Ο υπο- κειμενικός παράγοντας. Δομή και νομοτέ- λειες, Μ., 1968· Η δημιουργία και η ανάπτυξη από τον Κ. Μαρξ και το Φ. Ένγκελς της θεω- ρίας του επιστημονικού κομμουνισμού, Α., 1970 Δοκίμιο της ιστορίας της κοινωνιολογι- κής σκέψης της ΕΣΣΔ (1917 1969), Α., 1971· Η μαρξιστική λενινιστική αρχή της κομματικότητας στη φιλοσοφία, Α., 1974* Η επεξεργασία από το Γκ. Β. Πλεχάνοφ της γε- νικής κοινωνιολογικής θεωρίας του μαρξι- σμού, Α., 1977* Η δομή και οι νομοτέλειες της κοινωνικής συνείδησης, Α., 1982. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Τσανγκ. Σχολή του βουδισμού της μαχα- γιάνα, που διαμορφώθηκε στην Κίνα στο μεταίχμιο του 5ου και του 6ου αι. Πρώτος κινέζος πατριάρχης της τσανγκ θεωρεί- ται ο ημιθρυλικός ιεραπόστολος Μπο- ντχιντάρμα. Ως αυτοτελές σύστημα η τσανγκ διαμορφώθηκε την εποχή του 6ου πατριάρχη Χόι - νεν (637 - 713). Η ο- νομασία της σχολής προέρχεται από τη συντετμημένη παραλλαγή της κινέζικης μεταγραφής της σανσκριτικής λέξης ντίάνα* (κινεζικά τσανγκ - να) που σημαί- νει μυστικιστική ενατένιση, συγκέντρω- ση, στοχασμός. Ωστόσο, οι μέθοδοι του παθητικού στοχασμού, παρμένες από την παραδοσιακή βουδιστική γιόγκα, συν- δυάζονταν στην τσανγκ με τις μεθόδους του ενεργητικού, «δυναμικού» στοχα- σμού, παρμένες από την ψυχοτεχνική του ταοίσμού' αισθητή επίδραση άσκησε επίσης ο ταντρισμός. Η θρησκευτική - φι- λοσοφική διδασκαλία της τσανγκ διαμορ- φώθηκε με βάση τις αντιλήψεις της μα- ντιαμίκα* και της γιογκασάρα*, που επα- νεξετάστηκαν με το πνεύμα των πραγμα- Φ.Α. 5-15 225
Τσανγκ Τσάι τειών του πρώιμου ταοϊσμού («Τάο τε Κινγκ»*, «Τσοαάνγκ - τοέ»* κ.ά.) και των σχολίων των εκπροσώπων του νεοταοϊ- σμού. Βασικές αρχές της θεωρίας και της πρακτικής της τσανγκ είναι: η δυσπι- στία απέναντι στο λόγο και το κείμενο, σαν μορφή μετάδοσης της ύψιστης αλή- θειας, και στη συλλογιστική και αποδει- κτική διαδικασία σαν μέσο κατανόησης της· η δυνατότητα επίτευξης «διαύ- γειας» και «απελευθέρωσης» χωρίς μα- κρά πορεία στο δρόμο της αυτοτελειο- ποίησης· η πηγαία και εξωλογική κατανό- ηση της ύψιστης αλήθειας μέσω της διαι- σθητικής φώτισης· η δυνατότητα επίτευξης της τελειότητας κατά τη διάρ- κεια της ενεργητικής ζωτικής δραστη- ριότητας και αισθητοποίησης του περι- βάλλοντος (στην τσανγκ εκτιμούνται πο- λύ τα διάφορα είδη πρακτικής δραστη- ριότητας, που θα μπορούσαν να θεω- ρηθούν ως ιδιόρυθμη μορφή της γιό- γκα: η σωματική εργασία, η δημιουργία του καλλιτέχνη, του ποιητή ή του ηθο- ποιού, οι «στρατιωτικές - εφαρμοσμένες τέχνες»: η πυγμαχία, η πάλη, η ξιφασκία κ.λπ.)· το ξεπέρασμα της προσκόλλησης στις πνευματικές αυθεντίες και δόγματα, η άρνηση της απομίμησης και η απόκτη- ση εσωτερικής ελευθερίας* η κατάργηση όλων των αντιθέτων του τύπου «χρόνος - αιωνιότητα», «υποκείμενο αντικείμε- νο», «ζωή - θάνατος», «αληθινό - ψεύτι- κο», «καλό - κακό» κ.λπ. Από τον 7ο αι. η τσανγκ εμφανίστηκε σπιν Ιαπωνία: βλ. Ζεν. • Διδακτικό βιβλίο του έκτου πατριάρχη (Χόι - νέν), στο βιβ.: Ζαβάντσκαγια Ε. Β., Αισθητικά προβλήματα ζωγραφικής της παλαιάς Κίνας, Μ., 1975· Ζαβάντσκαγια Ε. Β., Ο πολιτισμός της Ανατολής οτο σύγχρονο δυτικό κόσμο, Μ., 1977' Suzuki D. Τ., Essays in Zen Buddhism. ν. 1 - 3. L.. 1927 - 34· Watts Α. W.. The Spirit of Zen, N.Y., 1960 Blyth R. H., Zen and Zen classics. v. 1 - 7. Tokyo. 1963 - 66. Θεώρηση £ Ν. Ρούσσου Τσανγκ Τσάι, Τοανγκ Τσιχόου, Τσανγκ Χεντσούι, Τσανγκ τσι (δάσκαλος Τσανγκ) (1020 - 9.1.1078). Κινέζος φιλόσοφος έ- νας από τους θεμελιωτές του νεοκομ- φουκιανισμού* Γεννήθηκε στο Τσανώνε (σήμερα Σιαν, επαρχία Σενσί). Σε νεαρή ηλικία μελέτησε το βουδισμό και τον τα- οϊσμό, αργότερα άρχισε να ασχολείται με τον κομφουκκινισμό και ιδιαίτερα με το «/ - Κινγκ»* και το ^Τσούνγκ γιούνγκ» {^Δια- λογισμοί γκχ την τήρηση της μέσης ο- δού», που αποτέλεσε τη βάση της διδα- σκαλίας του. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν και οι ανεψιοί του, αδελφοί Τσένγκ*. Ο Τσανγκ Τσάι έγραψε τις πραγματείες «Σι μινγκ» («Δυτική επιγρα- φή»), «Τούνγκ μιν» («Ανατολυσι επιγρα- φή»), «Τσεν μεν» («Κανονισμοί για την ακατατόπιστη νεολαία»), την πρώτη από τις οποίες εκτίμησαν πολύ οι νεοκομ- φουκιανιστές. Ο Τσανγκ Τσάι διατύπωσε τη θεωρία της διασπαρμένης στο Σύμπαν και ικανής να πάρει τη μορφή υλικής δύ- ναμης (του τσι*) - της βάσης του Είναι, που την αρχική της ουσία αποτελεί το στερημένο φυσικής μορφής μεγάλο κε- νό (σιούι). Σύμφωνα με την αρχή (λ/* -νό- μος) το τσι, πότε ενώνεται, σχηματίζο- ντας το πλήθος των πραγμάτων, πότε διαλύεται, επιστρέφοντας στο σιούι. Και το ότι το μεγάλο κενό αποτελείται από το τσι, και το ότι η υλική δύναμη πότε εμφα- νίζεται και πότε εξαφανίζεται, είναι συ- νέπεια της αντικειμενικής ανάγκης, που προκαλεί η «αλλαγή». Δεύτερη βασική ι- δέα του Τσανγκ Τσάι ήταν η σκέψη ότι με κάθε μία από τις διανθρώπινες σχέσεις συνδέεται μία ειδική ηθική ανάγκη, ωστό- σο η αγάπη τα περιλαμβάνει όλα αυτά, γι' αυτό ο άνθρωπος της αγάπης ταυτί- ζεται με τον ουρανό και τη γη, που είναι 01 δημιουργοί των πάντων. Στον κοινωνι- κό και πολιτικό τομέα ο Τσανγκ Τσάι ήταν υπέρ της υλοποίησης του ιδανικού του κλασικού κομφουκιανισμού: της ίσης κα- τανομής της γης στους αγρότες. 226
Τσενγκ • Βλ. λήμμα Νεοκομφουκιανισμός. θεώρηση £ Ν. Ρούοοου Τσαρβάκα ((χινσκριτικά). Υλιστική διδα- σκαλία της αρχαίας και μεσαιωνικής Ιν- δίας, ύστερη παραλλαγή της λοκαγιάτα*, με την οποία κάποτε ταυτίζεται εντελώς. ' Εργα της τσαρβάκα δε σώζονται* ως πη- γή χρησιμοποιούνται οι αποοράνσεις των εκπροσώπων της βεδάντα, του βουδι- σμού και του γιανισμού. Η τσαρβάκα απορρίπτει τόσο τις παραδο- σιακές βραχμανικές - βεδικές αρχές - την ύπαρξη θεού -απόλυτου και ψυχής (του βράχμαν* και του άτμαν*)- όσο και το νόμο του κάρμα*, που είναι αποτέλε- σμα του συνδυασμού της προβραχμανι- κής και της βραχμανικής κοσμοθεωρίας, ως βάσης της ηθικής νομιμότητας του υ- πάρχοντος κόσμου. Θεωρώντας αληθινό μόνο αυτό που γίνεται νοητό με την άμε- ση αντίληψη, η τσαρβάκα υποστηρίζει την ύπαρξη μόνο αυτού του κόσμου και παραδέχεται ως μοναδική πραγματικότη- τα την ύλη. Αναγνωρίζεται η ύπαρξη τεσ- σάρων στοιχείων: της γης, του νερού, της φωτιάς και του αέρα, από των οποίων τον αυθόρμητο συνδυασμό σχηματίζεται κάθε τι που υπάρχει. Η ζωή και η συνεί- δηση αποτελούν λειτουργία των στοι- χείων αυτών. Ταυτόχρονα, η τσαρβάκα υ- πογραμμίζει την αρχή της σβαμπχάβα, της ατομικής φύσης κάθε πράγματος, που είχε ήδη διατυπώσει η λοκαγιάτα. Ιδιομορφία της τσαρβάκα αποτελεί η επι- κέντρωση της στην επεξεργασία της ηθι- κής θεωρίας. Η τσαρβάκα βλέπει στις έν- νοιες του καλού και του κακού την αυτα- πάτη της ανθρώπινης φαντασίας. Σύμ- φωνα με την τσαρβάκα, πραγματικά είναι μόνο οι ηδονές και οι οδύνες της αισθη- τής πραγματικότητας. Η τσαρβάκα αρνεί- ται την ανάγκη οποιωνδήποτε ασκητικών περιορισμών, που επιβάλλουν οι κανόνες των άλλων ινδικών θρησκευτικών - φιλο- σοφικών συστημάτων, και υποστηρίζει σαν μοναδικό σκοπό του ανθρώπινου Εί- ναι την ηδονή, εξηγώντας μάλιστα ότι και όταν η ηδονή συνδέεται με οδύνη, δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για την επι- δίωξη της. Η τσαρβάκα άσκησε κριτική στη θρησκεία, ειδικότερα στο βουδισμό. Ο συνεπής ηδονισμός της τσαρβάκα κα- θιστά τη σχολή αυτή μοναδικό στο είδος του φαινόμενο στην ιστορο της ινδικής σκέψης. • Αρτασάστρα ή Επιστήμη της πολιηκής, μετφ. από τα σανσκρ., Μ. - Λ., 1959' Σερμπα- τσκόι Φ. Ι., Η ιστορία του υλισμού στην Ινδία, στο βιβ.: Επιλογή έργων των ρώσων ινδολό- γων - φιλόλογων, Μ., 1962 Ραντακρίσναν Σ., Ινδική φιλοσοφία, μετφ. από τα αγγλ., τ. 1, Μ., 1956· Τσαττοπαντιάγια Ντ., Λοκαγιάτα νταρ- σάνα, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1961 · του ίδιου, Ο ινδικός αθεϊσμός, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1973. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τσατσκόφσκι (Cackowski) Ζντισλάβ (γεν. 1.1.1930, Βαζόνχεφκα). Πολωνός μαρξιστής φιλόσοφος. Μέλος του Ε- νκιίου Εργατικού κόμματος Πολωνίας (Ε- ΕΚΠ) από το 1950. Τα έργα του είναι α- φιερωμένα στα προβλήματα του διαλε- κτικού και ιστορικού υλισμού και στην κρι- τική του αναθεωρητισμού και της αστικής φιλοσοφίας. ■ Tresc poznawcza wra2en zmyslowych, Warsz., 1962· Problemy i pseudoproblemy, Warsz., 1964 Glowne pojecia materiaüzmy historycznego, Warsz., 1974 Jednoöo i wle- bsc. Dzialanie i poznawanie. Warsz., 1975' Glowne zagadnienia i klerunki fllozofll, Warsz., 1977' Czlowiek jako podmiot dzialania praktycznego I poznawczego, Warsz., 1979 Trud i sens ludzkiego zycia, Warsz., 1981. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Τσενγκ, αδελφοί: Χάο (Τσενγκ Μπο- τοούν, Τσενγκ Μινλάο' 1032, Λογιάν, 227
Τσερνισέφοκι 7.7.1085, Λογιάν) και / (Τσενγκ Τσέσου, Τσένγκ Ιτσουάν 1033, Λογιάν 5.10.1107, Λογιάν). Θεμελιωτές του νε- οκομφουκιανισμού*, που επεξεργάστη- καν από κοινού αρκετές βασικές θέσεις του. ' Ηταν ανεψιοί του Τσανγκ Τσάι* και κατείχαν διάφορα αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό. Ο Ι Τσένγκ με την αυστηρή κριτική που ασκούσε στους υψηλά ιστά- μενους απόκτησε πολλούς εχθρούς, το 1097 εξορίστηκε, το 1100 του δόθηκε χάρη, ωστόσο η διάδοση των ιδεών του ώς το 1155 ήταν σε μεγάλο βαθμό απα- γορευμένη. Παρά τα πολλά κοινά τους, οι αντιλήψεις των Τσέν,γκ έθεσαν αργό- τερα τις βάσεις για τη δημιουργία δύο σχολών στο νεοκομφουκιανισμό: της υ- ποκειμενικής - ιδεαλιστικής σχολής Λου - Βαν (από τα επίθετα των Λου Τσου- γιουάν και Βαν Γιανμίν) ή σιν σουγέ (διδα- σκαλία για τη συνείδηση), που είχε βάση τις ιδέες του Χάο, και της ορθολογικής σχολής του αντικειμενικού ιδεαλισμού Τσενγκ - Τσου (Τσεν Ι - Τοου Σι*) ή λι σουγέ (διδασκαλία για την αρχή, το νό- μο), που αναγόταν στον Ι. Τα φιλοσοφικά τους έργα είναι συγκεντρωμένα στο «Ερ - Τσενγκ τσσυάνγκ - τσ/» [ 'άπαντα (των πραγματειών) των δύο Τσενγκ] και τα λο- γοτεχνικά τους έργα στο «£ρ - Τσενγκ βεν τσι» («Συλλογή έργων των δύο Τσενγκ». Οι Τσενγκ επεξεργάστηκαν μία από τις βασικές ιδέες του νεοκομφου- κιανισμού: τη θεωρία του λι* - νόμου, του ενιαίου και πολύμορφου, που ενυπάρχει και κατευθύνει όλους τους ανθρώπους, τα πράγματα και τα φαινόμενα. Το λι είναι αυταπόδεικτο και αυτοτελές, δεν μπορεί να μεγαλώσει, να ενισχυθεί, ούτε να μι- κρύνει, να εξασθενίσει, εμπεριέχει όλες τις αρχές: φυσικές και ηθικές, γενικές και ειδικές. Το λι είναι ταυτόσημο με τη συνείδηση και τη φύση, είναι η καθολική αλήθεια, η τάξη και ο νόμος, η καθολική διαδικασία της δημιουργίας. ΟΙ υπογράμ- μιζε τον αρμονικό συνδυασμό της ενότη- τας και της πολυμορφίας του λι, ενώ η θέση του «η αρχή είναι μία, αλλά οι εκδη- λώσεις της διάφορες» έγινε μία από τις πιο γνωστές φιλοσοφικές ιδέες στην Κί- να. Ο Χάο έδινε μεγάλη προσοχή στην ι- δέα του Είναι ως αδιάκοπης διαδικασίας γέννησης και αναγέννησης, κυρίου γνω- ρίσματος του Σύμπαντος. ' Ολα τα πράγ- ματα έχουν μια «ζωηφόρο αρχή» και αυ- τή είναι το ζεν* (ανθρωπιά), που παραμε- ρίζει τους φραγμούς ανάμεσα στο «Εγώ» και όλους τους άλλους και ενώνει τον ουρανό, τη γη και τον άνθρωπο. Με ορι- σμένες επιφυλάξεις ο Χάο θα μπορούσε να θεωρηθεί μονιστής (δεν υπάρχει λι έξω από την υλική δύναμη και δεν υπάρ- χει τσι έξω από το λι) και ο Ι δυιστής. Ταυ- τόχρονα ο Ι πίστευε ότι οι δυνάμεις Γιν και γιανγκ* δεν υπάρχουν έξω από το λι και ότι κάθε πράγμα έχει τόσο υλική (τσι), όσο και μη - υλική (λι) πλευρά. • Βλ. λήμμα Νεοκομφουκιανισμός. Θεώρηοη Ε. Ν. Ρούοοου Τσερνισέφσκι Νικολάι Γκαβρίλοβιτς (24.7 1828. Σαράτοφ, - 29.10.1889, Σα- ράτοφ). Ρώσος επαναστάτης - δημοκρά- της, διαφωτιστής εγκυκλοπαιδιστής, συγγραφέας, κριτικός της λογοτεχνίας, «... μεγάλος σοσιαλιστής της προμαρξι- κής περιόδου...» (Λένιν Β. Ι., Απαντα, τ. 41. σελ. 55). Γεννήθηκε σε οικογένεια πρωθιερέα και φοίτησε στο πανεπιστήμιο της Πετρού- πολης, όπου γνώρισε τις «... νέες ιδέες και αρχές που κυκλοφορούσαν στη Δυτι- κή Ευρώπη...» ('/Απαντα, τ. 1,1939, σελ. 33). Στα μέσα της δεκαετίας του 1850 κατείχε ηγετική θέση στο περιοδικό «Σο- βρεμένικ» («Σύγχρονος»). Το 1855 υπε- ράσπισε τη διατριβή του για τον τίτλο του μαγίστρου με θέμα «0/ αισθητικές σχέ- σεις τέχγηζ ί^αί πραγματικότητας», στην οποία, εφαρμόζοντας στην αισθητική τις αρχές του Φόυερμπαχ, θεμελείωσε τη 228
Τσερνισέφσκι θέση: «Το ωραίο είναι η ζωή» (στο ίδιο, τ. 2, 1949, σελ. 10). Στα χρόνια της προε- τοιμασίας της «αγροτικής μεταρρύθμι- σης» ο Τσερνισέφσκι ακολουθούσε τα- κτική παρακίνησης και ταυτόχρονα στηλί- τευσης των «κρατούντων», εφάρμοζε γραμμή που απόβλεπε στη δημιουργία ε- νός πλατιού αντιδουλοπάροικου μετώ- που. Στην εργασία του «Λέοοινγκ» (1856 - 57) διατυπώνει τη σκέψη ότι το απολυ- ταρχικό σύστημα είναι ακατάλληλο για την πραγματοποίηση μετασχηματισμών. Παρ' όλ* αυτά, παίρνει μέρος στην εξέ- ταση των συνθηκών απελευθέρωσης των αγροτών και δημοσιεύει στο «Σοβρεμέ- WK» το σχέδιο του Καβέλιν* Με πρόσχη- μα τη διατύπωση σκέψεων για τις μελλο- ντικές τύχες της ρωσικής αγροτικής κοι- νότητας αρχίζει την προπαγάνδιση των σοσιαλιστικών ιδεών. ' Οσο προχωρούσε η αποκάλυψη του ληστρικού χαρακτήρα της «αγροτικής μεταρρύθμισης», τόσο πιο ισχυρά αντηχούσαν στην αρθρογρα- φία του Τσερνισέφσκι οι επικρίσεις κατά της απολυταρχίας και των αστών - φιλε- λεύθερων και τεκμηριωνόταν βαθμιαία η ανάγκη της επανάστασης. Η κριτική του Τσερνισέφσκι κατά της απολυταρχικής - γραφειοκρατικής μεταρρύθμισης ολο- κληρώθηκε στα «Γράμματα χωρίς διεύ- θυνση» (κρατήθηκαν από τη λογοκρισία και τυπώθηκαν στο εξωτερικό): «... Εκεί- νο που άλλαξε είναι οι μορφές σχέσεων ανάμεσα στους γαιοκτήμονες και τους α- γρότες με μια πολύ μικρή, σχεδόν ανε- παίσθητη αλλαγή της ουσίας των προη- γούμενων σχέσεων», έγραφε* και σε συνέχεια τόνιζε ότι είναι ανάγκη ο λαός να αναλάβει ο ίδιος τη διευθέτηση των υποθέσεων του» (στο ίδιο. τ. 10, 1951, σελ. 99, 92). Το θέμα της άμεσης συμμετοχής του Τσερνισέφσκι στη δρά- ση της οργάνωσης «Ζεμλιά ι βόλια» («Γη και ελευθερία») δεν είναι ξεκαθαρισμέ- νο, όμως η ιδεολογική προετοιμασία της οργάνωσης αυτής έγινε οπωσδήποτε από τον ίδιο. Ταυτόχρονα, ο Τσερνισέ- φσκι προειδοποιούσε ότι ο λαός εμάς «... δεν μας ξέρει ούτε από τα ονόματα μας», και η διαμαρτυρία του θα πάρει αυ- θόρμητο, καταστροφικό χαρακτήρα (στο ίδιο, σελ. 90). Το 1862 η τσαρική κυβέρνηση διέταξε τη σύλληψη του Τσερνισέφσκι. Παρόλο που δεν αποδείχτηκε η συμμετοχή του στη συγγραφή της προκήρυξης «Στους άρ- χοντες αγρότες μια υπόκληση από κεί- νους που θέλουν το καλό τους», καταδι- κάστηκε σε καταναγκαστικά έργα και, σε συνέχεια, εξορία στη Σιβηρία. Κατά την περίοδο της φυλάκισης του στο φρούριο Πετροπάβλοφσκ (της Πετρούπολης) δη- μοσίευσε το μυθιστόρημα «Τι να κάνου- με;» (1863), όπου έθεσε το πρόβλημα της χειραφέτησης της γυναίκας, της δια- παιδαγώγησης «νέων» και «ιδιαίτερων» ανθρώπων, διατύπωσε την ιδέα της επα- νάστασης και της ανάγκης δημιουργίας οργάνωσης επαγγελματιών επαναστα- τών. Μετά την έκτιση της εφτάχρονης ποινής στα κάτεργα του Νέρτσιν μετα- φέρθηκε στο Βιλιούισκ, ένα από τα πιο α- πόκεντρα μέρη της Σιβηρίας. Το 1883 μεταφέρθηκε στο Αστραχάν και από κει στο Σαράτοφ, όπου βρισκόταν υπό επιτή- ρηση της αστυνομίας και δε συμμετείχε στην κοινωνική ζωή. Από τα πολυάριθμα έργα που έγραψε στη Σιβηρία το σημα- ντικότερο ήταν ο «Πρόλογος», που ήταν αφιερωμένος στη μελέτη των διδαγμά- των της εποχής του 1861 (της κατάργη- σης της δουλοπαροικίας, σημ. μετφ.). Τα περισσότερα από τα άλλα έργα του κατα- στράφηκαν. Την κατεύθυνση και το χαρακτήρα των θεωρητικών αναζητήσεων του Τσερνισέ- φσκι προσδιόρισαν, σε μεγάλο βαθμό, οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848 1849, που οδήγησαν στη χρεωκοπία της αστικής επαναστατικότητας και του υ- περταξικού σοσιαλισμού, καθώς και η με- ταρρύθμιση του 1861 στη Ρωσία. Τα γε- 229
Τσερνιοέφσκι γονότα αυτά έβαλαν στην κοσμοθεωρία του Τσερνισέφοκι τη σφραγίδα του σκε- πτικισμού, ο οποίος, όπως και στο Χέρ- τσεν, ήταν μία μορφή περάσματος στη δημιουργία επιστημονικής θεωρίας της επαναστατικής πάλης. Τυπικά ο Τσερνισέφοκι δε δημιούργησε ιδιαίτερη επιστημονική σχολή. Τις ιδέες του σπάνια τις εξέθετε σε συστηματο- ποιημένη μορφή· ήταν διασκορπισμένες σε άρθρα και βιβλιοκρισίες, που γράφο- νταν με διάφορες αφορμές και αλ/»οιω- μένες για να προσαρμόζονται στις συν- θήκες της λογοκρισίας. Ωστόσο, η θεμε- λιακή ενότητα των θεωρητικών αντι- λήψεων του Τσερνισέφοκι είναι αδιαμ- φισβήτητη. Γενικά ο Τσερνισέφοκι α- ταλάντευτα, αν και όχι χωρίς αντιφά- σεις, προχωρούσε από την παλιά, την ι- δεαλιστική αντίληψη της ιστορίας προς τη νέα, την υλιστική αντίληψη. Την επιστημονική προσέγγιση της μελέ- της της φύσης και της κοινωνίας ο Τσερ- νισέφοκι τη συνέδεε με τον ανθρωπολο- γικό υλισμό του Φόυερμπαχ, τον οποίο θεωρούσε πατέρα της νέας φιλοσοφίας. Την κριτική που άσκησε ο Φόυερμπαχ στη φιλοσοφία του Χέγγελ ο Τσερνισέ- φοκι τη θεωρούσε ως την πιο πλήρη και ριζοσπαστική εξουδετέρωση του ιδεαλι- σμού και της «μεταφυσικής υπερβατικό- τητας». Ταυτόχρονα, ο Τσερνισέφοκι ξε- χώριζε και ορισμένα θετικά στοιχεία στο περιεχόμενο της φιλοσοφίας του Σέλλινγ και του Χέγγελ: την αποκάλυψη «... των γενικών μορφών, με βάση τις οποίες προχωρούσε η διαδικασία της ανάπτυ- ξης» (στο ίδιο, τ. 5, 1950, σελ. 363). Ο Τσερνισέφοκι διαφέρει από το Φόυερ- μπαχ και σε άλλα ζητήματα. Η «φύση του ανθρώπου» εισάγεται από τον Τσερνισέ- φοκι όχι μόνο στις βιολογικές, αλλά και στις κοινωνικές κατηγορίες. Κατά τον Τσερνισέφοκι, η «φύση του ανθρώπου» βρίσκεται όχι στο άτομο αυτό καθαυτό, αλλά στην ενότητα του με τις φυσικές και τις κοινωνικές δυνάμεις. Στο επίκε- ντρο της ανθρωπολογίας ο Τσερνισέφοκι θέτει τη μελέτη όχι μόνο της «αρχής του εγωισμού», αλλά και των φαινομένων του «πλούτου» και της «δύναμης ή της εξου- σίας» (βλ. στο ίδιο, τ. 7, 1950, σελ. 292). ' Ετσι, τα αρχικά όρκι της ανθρωπολογι- κής φιλοσοφίας μετακινούνται: η φιλοσο- φία αυτή οφείλει όχι μόνο να απαντήσει στο ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος γενι- κά», αλλά και να προσδιορίσει τις κοινωνι- κές - οικονομικές και πολιτικές συνθή- κες, που θα εξασφάλιζαν την ιδιοποίηση από το άτομο των ίδιων των δυνάμεων του, την τάση που το χαρακτηρίζει για «ευτυχία». Το κύριο ζήτημα της ανθρω- πολογικής θεωρίας του Τσερνισέφοκι: «... δεν μπορούν μήπως οι σχέσεις ανά- μεσα στους ανθρώπους να είναι διαμορ- φωμένες έτσι, ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης;» (στο ίδιο, τ. 9, 1949, σελ. 334) οδήγησε στην κριτική του αστικού καθεστώτος, στο πρόβλημα της απελευθέρωσης της εργασίας. Ως επικριτής του καπιταλισμού ο Τσερνι- σέφοκι βρισκόταν στα πλαίσια των σοσια- λιστικών ρευμάτων (' Οουεν, σοσιαλιστές - ριχαρδικοί). Η «θεωρία των εργαζομέ- νων» του Τσερνισέφοκι, που δημιουργή- θηκε ως αντιστάθμισμα της «θεωρίας των κεφαλαιοκρατών», αποσκοπεί στο να εξαλείψει την «ασυνέπεια» της κλασικής πολιτικής οικονομίας. Στηριζόμενος στη μία πλευρά -την οποία ανέπτυξε «επι- στημονικά» ο Α. Σμιθ»- στην αντίληψη των αφηρημένων συνθηκών κάθε υλικής παραγωγής, ο Τσερνισέφοκι επέκρινε την άλλη πλευρά της κληρονομιάς των κλασικών: τις συγκεκριμένες - απολογη- τικές αντιλήψεις για την κεφαλαιοκρατι- κή οικονομία. Η συνεπής και λογική ανά- πτυξη των ιδεών του Α. Σμιθ για την ερ- γασία ως τον «μοναδικό παραγωγό κάθε αξίας» οδήγησε τον Τσερνισέφοκι στο συμπέρασμα ότι «... το έργο πρέπει να α- 230
Τσερνισέςκϊκι νήκει σ' αυτόν που το παρήγαγε». Από την άποψη αυτή, και «... το ίδιο το κεφά- λαιο είναι έργο της εργασος» (στο ίδιο, τ. 7, σελ. 41, 44, 37). Ταυτόχρονα, στον Τσερνισέφσκι παρατηρείται -αν και με τη μορφή τάσης- μία προσέγγιση προς την κατανόηση της αντικειμενικής λογικής της εξέλιξης της αστικής κοινωνίας, προς την κατανόηση του ότι η ίδια «... η οικονομική ιστορία προχωρεί προς την α- νάπτυξη της συντροφικότητας...» (στο ί- διο, τ. 9, σελ. 643). Γενικά, ο στοχαστής κατανοεί ότι η εξάλειψη «... της τελευ- ταίας μορφής της ανελευθερίας, που ο- νομάζεται αγορά εργασίας», συνίσταται πλέον στην ίδια την «αλλαγή του χαρα- κτήρα των παραγωγικών διαδικασιών» (στο ίδιο, σελ. 222, 539). Στηριζόμενος στα έργα των Χέγγελ, Γκι- ζό, Νιμπούρ και Σλόσσερ, ο Τσερνισέ- φσκι επεξεργάστηκε την «ιδέα της γενι- κής ιστορίας», με υπογράμμιση της ση- μασίας που έχουν στα ιστορικά γεγονότα «... οι υλικές συνθήκες διαβίωσης, οι ο- ποίες παίζουν σχεδόν τον πρώτο ρόλο στη ζωή...» (στο ίδιο, τ. 3, 1947, σελ. 357). Αν και την ιδέα αυτή δεν την υπο- στήριζε με συνέπεια, η σταθερή προσπά- θεια υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας ο- δήγησε τον Τσερνισέφσκι σε μια πρωτό- τυπη αντίληψη της ιστορικής προόδου. Με ιδιαίτερη προσοχή επεξεργάστηκε το πρόβλημα της «τεράστιας» δύναμης του «κακού» στην ιστορία (βλ. στο ίδιο, τ. 15, σελ. 26 - 27). Χωρίς να περιορίζεται στην αφηρημένη τοποθέτηση του ζητήματος της «πολύ ισχυρότερης» επίδρασης των αρνητικών ιδιοτήτων του ανθρώπου στην πορεία της ιστορικής προόδου, ο Τσερνι- σέφσκι την αποκάλυψη του «μυστικού της παγκόσμιας ιστορίας» - δηλαδή της κυριαρχίας των «απατεώνων» τύπου Μέττερνιχ ή Ναπολέοντα πάνω στους ανθρώπους- την αναζητεί στη δράση του εκμεταλλευτικού και αποξενωμένου από το λαό κράτους (βλ. στο ίδιο, τ. 11, σελ. 61), καθώς και στον ιδιαίτερο ρόλο των ανθρώπων και των τάξεων, που βρίσκο- νται σε «ειδική θέση» σε σχέση με τις άλ- λες τάξεις και ανθρώπους (βλ. στο ίδιο, τ. 16, σελ. 555, 556). Η σπουδαιότητα της ταξικής προσέγγισης επιβεβαιώνεται και από την ανάλυση της οικονομικής δο- μής της κοινωνίας. Από τη μελέτη της «τριμελούς κατανομής του προϊόντος» ο Τσερνισέφσκι εξάγει το συμπέρασμα για τις νομοτέλειες της ταξικής πάλης στη νέα εποχή: «... Τα συμφέροντα της γαιο- προσόδου είναι αντίθετα με τα συμφέρο- ντα τόσο του κράτους, όσο και της εργα- τικής αμοιβής. Κατά του κοινωνικού στρώματος, στο οποίο παραχωρείται η γαιοπρόσοδος, η μεσαία τάξη και ο α- πλός λαός ήταν πάντα σύμμαχοι. Είδαμε ότι το συμφέρον του κέρδους είναι αντί- θετο με το συμφέρον της εργατικής α- μοιβής. Μόλις υπερισχύσουν, στη συμμα- χία τους έναντι της τάξης που λαμβάνει τη γαιοπρόσοδο, το στρώμα των καπιταλι- στών και το στρώμα των εργαζομένων, η ιστορία της χώρας αποκτά ως κύριο πε- ριεχόμενο της την πάλη του μεσαίου στρώματος κατά του λαού» (στο ίδιο, τ. 9, σελ. 516). Αναπόφευκτο, αν και απώτερο, αποτεΛ^- σμα αυτής της πάλης θα είναι, κατά τον Τσερνισέφσκι, το σοσκιλισηκό σύστημα: «η ενωσιακή παραγωγή και κατανάλωση», η συνένωση εργασίας και ιδιοκτησίας στα ίδια χέρια. Ο σοσκιλισμός του Τσερνισέ- φσκι δεν είχε τα φανταστικά εκείνα γνω- ρίσματα, που χαρακτήριζαν τους μεγά- λους ουτοπιστές (τα «φαλανστήρια» «φάλαγγες» του Φουριέ τα χρησιμοποιεί στο μυθιστόρημα «7/ να κάνουμε;» στο ο- νειροπόλημα της Βέρας Πάβλοβνα). Στις προγνώσεις του μέλλοντος ο Τσερνισέ- φσκι, κατά κανόνα, δεν έβγαινε από τα πλαίσια των «αφηρημένων» ορισμών, που έδινε η οικονομική επιστήμη. Σημαντικότατο στοιχείο της ιστορικής α- ντίληψης του Τσερνισέφσκι αποτελούσε 231
Τσερνισέφοκι η ιδέα της ανακύκλησης της ιστορικής διαδικασίας με νομοτελειακή εναλλαγή της ανοδικής και καθοδικής φάσης ανά- πτυξης στις επαναστάσεις των Νέων Χρόνων. «Αυτή είναι η γενική όψη της ι- στορίας: επιταχυμένη πορεία με συνέ- πεια τη στασιμότητα της και, κατά τη διάρκεια της στασιμότητας, δημιουργία δυσχερειών, στην αποτροπή των οποίων απέβλεπε η δραστηριότητα... και κατόπιν ξανά κίνηση, και η σειρά αυτή συνεχίζε- ται ώς το άπειρο» (στο ίδιο, τ. 6, σελ. 13 - 14 και τ. 9, σελ. 145, 252 - 54, 351, 616 κ.ά.). Ωστόσο, στις ατέλειωτες ανακυ- κλήσεις των σύντομων «στιγμών δη- μιουργίας» και των μακρών «περιόδων α- ντίδρασης» ο Τσερνισέφοκι ξεχώριζε τα σημεία στροφής, κατά τα οποία άλλαζε ο ίδιος ο χαρακτήρας των κύκλων. Αυτό συνδεόταν, κατά τον Τσερνισέφοκι, με την αλλαγή «... του γενικού (σημ. Συντ. χαρακτήρα) του εθνικού συστήματος» (στο ίδιο, τ. 13, σελ. 242 - 43), δηλαδή με την εδραίωση, στις χώρες που έζησαν περιόδους επαναστάσεων και παλινορ- θώσεων, της αντιπροσωπευτικής μορφής διακυβέρνησης. Με βάση το ίδιο αυτό κυκλικό σχήμα εννοούσε ο Τσερνισέφοκι και την εδραίωση του σοσιαλισμού (βλ. στο ίδιο, τ. 9, σελ. 832 - 33). Ο Τσερνισέφοκι καταλάβαινε ότι τους ε- παναστάτες στη Ρωσία τους περιμένουν τεράστιες θυσίες, και στις πρώτες περιό- δους βέβαιη καταστροφή (βλ. στο ίδιο, τ. 11, σελ. 144 - 45). Η ηθική του «λογικού εγωισμού» (η βασική της αρχή συνίστατο στο ότι οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να συμφωνούν απόλυτα με τις εσωτερι- κές του παρορμήσεις) αποσκοπούσε στο να πείσει τον καθένα ότι άλλος δρόμος προς τη μακρινή ευτυχία δεν υπάρχει. Τον αναπτυγμένο άνθρωπο, το «λογικό εγωιστή», το ίδιο το προσωπικό του συμ- φέρον τον οδηγεί σε πράξεις αυτοθυ- σίας, μια και αυτό είναι απαραίτητο για το θρίαμβο του ιδανικού που επέλεξε. Αν και είναι τρωτή, με την τυπική - θεωρητι- κή έννοια, η ηθική του Τσερνισέφοκι συ- νέβαλε στη διαμόρφωση «νέων ανθρώ- πων», τους μετέτρεψε σε δύναμη, που συντελεί στην αλλαγή της πραγματικότη- τας. Γενικά η πορεία του Τσερνισέφοκι προς τη δημιουργία μιας επιστημονικής επανα- στατικής θεωρίας δεν ολοκληρώθηκε. Ω- στόσο, τις αναζητήσεις του και ιδιαίτερα τη νηφαλιότητα του στην πολιτική [«Ο δρόμος της ιστορίας δεν είναι πεζοδρό- U10 της Λεωφόρου Νέφσκι...» (κεντρική λεωφόρος της Πετρούπολης σημ. μετφ.), στο ίδιο, τ. 7, σελ. 932] εκτίμησαν ιδιαίτερα οι κλασικοί του μαρξισμού - λε- νινισμού. φ OK. Μαρξ. ο Φ. Ένγκελς και η επαναστα- τική Ρωσία. [Συλλογή], Μ.. 1967' Ο Β. Ι. Λένιν και η ρωσική κοινωνικοπολιτική σκέψη του 19ου και των αρχών του 20ού αι., Λ., 1969* Πλεχάνοφ Γκ. Β., Έργα, τ. 5, 6, Μ., [1925] Στεκλόφ Γ Μ., Ν. Γκ. Τσερνισέφοκι. Η ζωή και η δράση του, τ. 1 - 2, Μ. - Λ., 1928 Σκα- φτίμοφ Α. Π., Η ζωή και η δράση του Ν. Γκ. Τσερνισέφοκι, Σαράτοφ, 1947* Ρόζενταλ Μ. Μ., Οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Ν. Γκ. Τσερνισέφοκι, Μ., 1948· Ζαμιάτνιν Β. Ν., Οι οικονομικές απόψεις του Ν. Γκ. Τσερνισέ- φοκι, Μ., 1951 Ζέβιν Β. Γ., Οι πολιτικές αντι- λήψεις και το πολιτικό πρόγραμμα του Ν. Γκ. Τσερνισέφοκι, Μ., 1953 Αζναούροφ Α. Α., Η ηθική θεωρ^ του Ν. Γκ. Τσερνισέφοκι, Μ., 1960* Μπέλικ Α. Π., Η αισθητική του Τσερνι- σέφοκι, Μ., 1961 Βοντολάζοφ Γκ. Γκ., από τον Τσερνισέφοκι στον Πλεχάνοφ (Οι ιδιο- μορφίες της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής σκέψης στη P(uob), Μ., 1969" Πάντιν Ι. Κ.. Η σοσιαλιστική σκέψη στη Ρωσία: πέρασμα από την ουτοπία στην επιστήμη, Μ., 1973" Βολό- ντιν Α. Ι., KapwKiv Γ Φ., Πλιμάκ Ε. Γκ., Τσερ- νισέφοκι ή Νετσάγεφ: Η αληθινή και η δήθεν επαναστατικότητα στο απελευθερωτικό κίνη- μα της Ρωσίας των δεκαετιών 1850 και 1860, 232
Τσιολκόφσκι Μ., 1976' Ο Ν. Γκ. Τσερνισέφσκι στην κοινω- νική σκέψη των άλλων λαών, Μ., 1981. /. Κ. Πάτκιν, Ε. Γκ. Πλιμάκ Θεώρηση Νικ. Στέργιου Τσέρτς (Church) Αλόνσο (γεν. 14. 6.1903, Ουάσιγκτον). Αμερικανός θε- ωρητικός της λογικής και μαθηματικός. Οι εργασίες του αναφέρονται σε διάφο- ρους τομείς της λογικής. Ο Τσερτς ανέ- πτυξε την άποψη του διαχωρισμού της έννοιας της συνάρτησης από την έννοια του συνόλου. Το 1936 διατύπωσε τη βα- σική υπόθεση της θεωρίας των υπολογί- σιμων συναρτήσεων (την ονομαζόμενη θέση του Τσέρτς). Το 1935 έφερε παρά- δειγμα μη - επιλύσιμου μαζικού προβλή- ματος και το 1966 απέδειξε, ότι το πρό- βλημα απόφασης για το λογισμό των κα- τηγορημάτων είναι μη - επιλύσιμο. Τα α- ποτελέσματα αυτά άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της μαθηματι- κής λογικής. Ο Τσέρτς συνέβαλε ουσια- στικά σπιν ανάπτυξη της συνδυαστικής λογικής, έκανε αρκετές μελέτες στον τομέα της λογικής σημαντικής και της τροπικής λογικής. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Εισαγωγή στη μαθηματική λογική, τ. 1, Μ., 1960. Θεώρηση Γ Παππγούνου Τσι (κινέζικα, στην κυριολεξία = αέρας, αέριο, ατμός, αναπνοή, αιθέρας). Μια από τις βασικές έννοιες της κινέζικης φιλοσοφίας. Από γενική άποψη σημαίνει την υλική βάση του κόσμου με τη μορφή μικρότατων σωματιδίων, τα οποία βρίσκο- νται σε διαρκή κίνηση - πνοή, και πότε πυκνώνονται και σχηματίζουν τα πράγμα- τα, πότε αραιώνουν, προκαλώντας τις αλ- λαγές και την εξαφάνιση των πραγμάτων. Εκτός από αυτό, το τσι είναι υλική δύνα- μη, ενέργεια ή ζωική δύναμη που συνδέ- εται με το αίμα και την αναπνοή. Με αυτή την ιδιότητα το τσι συμμετέχει στη διαδι- κασία της δημιουργίας των ανθρώπων και των πραγμάτων. Το τσι εμφανίζεται στο «Σίτοι - τσουανί» (βλ. «/ - Κίνγκ»), κατέχει σημαντική θέση στην υλιστική διδασκαλία του Βανγκ Τσουνγκ, καθώς και του Σιούνγκ - τσι. Διαφορετική ερμηνεία έ- δωσε στο τσι ο νεοκομφουκιανισμός. Ο Τσανγκ Τσάι ταύτιζε το τσι, όταν αυτό εί- ναι σε κατάσταση ηρεμίας, με το «μεγά- λο κενό», ενώ την κίνηση την ταύτιζε με τη «μεγάλη αρμονία», έννοιες που ανα- πτύσσονται στην αντίληψη του «μεγάλου ορίου» (βλ. Ταϊτσι). Ο Τσενγκ Χάο ταύτι- ζε το τσι με τη φύση (δηλαδή με τις έμ- φυτες ιδιότητες) και ενοποίησε το τσι και το λι (πνευματική ή νοητή αρχή): «Δεν υ- πάρχει αρχή έξω από την υλική δύναμη και δεν υπάρχει υλική δύναμη έξω από την αρχή». Ο αδελφός του Τσενγκ Ι ανέ- πτυξε μια κάπως διαφορετική θεωρία, σύμφωνα με την οποία αρχή και υλική δύ- ναμη αποτελούν τις δύο όψεις του μονα- δικού «δρόμου». Την ιδέα του τσι ανέ- πτυξαν και μεταγενέστεροι στοχαστές (Τσου Σι και άλλοι) ώς τον 20ό αιώνα. • Η αρχαία κινέζικη φιλοσοφία, τ. 1, Μ., 1972, σελ. 128, 231 - 33, 295 - 296 τ. 2., Μ., 1973, σελ. 10 -13, 31 - 32, 51 - 57. 157 - 58, 285 - 294· Πετρόφ Α. Α., Βανγκ Τσουνγκ, ο αρχαίος κινέζος υλιστής και διαφωτιστής, Μ., 1954· Μπίκοφ Φ. Σ., Η γέννηση της κοινωνι- κής - πολιτικής και φιλοσοφικής σκέψης στην Κίνα, Μ., 1972, σελ. 174-207 Φεοκτίστοφ Β. Φ., Οι φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές α- πόψεις του Σιούνγκ - τσι, Μ., 1976. Θεώρηση £ Ν. Ρούσσου Τσιολκόφσκι Κονσταντίν Εντουάρντο- βιτς (17.9.1857,χωριό Ιζέφσκογε, σήμερα περιοχή Ριαζάν, -19.9.1935, Καλούγκα). Ρώσος στοχαστής και επιστήμονας που έθεσε τις βάσεις στη χρησιμοποίηση της αρχής της αντίδρασης για τις πτήσεις στο διάστημα και δημιούργησε μια νέα ε- 233
Τσιολκόφσκι πιστημονική κατεύθυνση: την πυραυλο- δυναμική και την αστροναυτική. Παράλ- ληλα με τις επιστημονικοτεχνικές πλευ- ρές της κατάκτησης του διαστήματος, ο Τσιολκόφσκι. στα φιλοσοφικά και λογοτε- χνικά συγγράμματα του (που ένα μέρος τους εκδόθηκε στην Καλούγκα από τον ί- διο το συγγραφέα, αλλά που τα περισσό- τερα ο επιστήμονας τα κράτησε στο αρ- χείο του), επεξεργάστηκε τη «διαστημι- κή φιλοσοφία», το μονισμό, που τον αντι- παρέθεσε τόσο στο θρησκευτικό δυϊσμό ψυχής και σώματος, όσο και στον «πεσι- μιστικό» υλισμό που, κατά τον Τσιολκό- φσκι, δεν έδινε απάντηση στο ερώτημα ποιοί είναι οι οικουμενικοί σκοποί της ζω- ής. Ο Τσιολκόφσκι, ξεκινώντας από την υπόθεση ότι σ' όλες τις μορφές και βαθ- μίδες της η ύλη έχει μια σχετική ικανότη- τα αίσθησης και μια «ψυχή», συγκρότησε μια δική του μονιστική θεωρία γύρω από την ιδέα του «ατόμου»: της αθάνατης στοιχειώδους ουσίας, που περνά από διάφορες περιπέτειες, ταξιδεύοντας από το ένα σύγκριμα ή οργανισμό στον άλλο (πρβλ. με την ινδική ή τη θεοσοφική διδασκαλία περί μετενσάρκωσης της ψυ- χής). Από δω πηγάζει και η «διαστημική ηθική» του Τσιολκόφσκι: η εναλλαγή των ατόμων στο διάσπιμα αναγκάζει όλα τα λογικά όντα να έχουν ηθική αλληλεγγύη μεταξύ τους και τη φροντίδα για το πα- γκόσμιο σύνολο, όπου τα άτομα διασκορ- πίζονται και κυκλοφορούν όταν ο κάτο- χος τους πάψει να υπάρχει. Ως αντικει- μενικό αγαθό η «διαστημική ηθική» θεω- ρεί τη συνθετότητα και διαστρωμάτωση του Σύμπαντος, μια και η ευεξία των ατό- μων εξασφαλίζεται με την παραμονή τους σε σύνθετους καλά δομημένους οργανισμούς. Η παρούσα κατάσταση στο διάστημα δείχνει, κατά τον Τσιολκόφσκι. το θρίαμβο των δημιουργικών, αντιεντρο- πικών, δυνάμεων της ζωής και του λογι- κού επί των εξισωτικών, εντροπικών, τά- σεων και επί της έλξης της ύλης προς την απόλυτη οργάνωση, πράγμα που θα σήμαινε το «τέλος του κόσμου». Από την άποψη αυτή, η κοσμολογική δκιδικασία εμφανίζεται στον Τσιολκόφσκι ως μια σειρά κυκλικών τελειοποιήσεων του Εί- ναι. Τα έλλογα όντα που κατοικούν, κατά τον Τσιολκόφσκι, στο Σύμπαν, έχουν ρυθμίσει προ πολλού την πετυχημένη πορεία της συμπαντικής εξέλιξης, ενώ τη Γη με τα βάσανα της του βιολογικού και κοινωνικού γίγνεσθαι την άφησαν σαν ένα είδος εφεδρεία για τη φυσική ανανέ- ωση των ζωικών μορφών, και η μοίρα της Γης αποτελεί εξαίρεση. Ο Τσιολκόφσκι ήταν ενθουσιώδης θιασώ- της και θεωρητικός της δκιστημικής ε- γκατάστασης της ανθρωπότητας στο η- λιακό σύστημα και στους άλλους αστρι- κούς κόσμους. Προέβλεπε για το απώ- τερο μέλλον μκι πλήρη βιοχημική αναδιοργάνωση των κατοίκων της Γης και τη μετατροπή τους σε έλλογα «ζώα - φυ- τά», που θα επεξεργάζονται άμεσα την ηλιακή ενέργεια. ' Ετσι, οι φορείς του λο- γικού στο μέλλον θα απελευθερώνονται στον ανώτατο βαθμό από το περιβάλλον της διαμονής τους. Η διαστημική ουτοπία του Τσιολκόφσκι (που μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στα πλαίσια του λεγόμενου ρωσικού οι- κουμενισμού σε σύνδεση με τις ιδέες των Β. Ι. Βερνάντσκι, Α. Λ. Τσιζέφσκι κ.ά.) είναι η πρώτη απόπειρα συστηματι- κής έκθεσης των προβλημάτων που χα- ρακτηρίζουν την έναρξη της «διαστημι- κής εποχής»: για τη θέση του λογικού στο παγκόσμιο σύνολο, για την ευθύνη του για τη Γη και το Σύμπαν. Η ουτοπία αυτή είναι προδρομική ορισμένων σύγ- χρονων κοσμολογικών θεωριών και ιδεών της κυβερνητικής. ■ Άπαντα, τ. 1 - 4, Μ., 1951 - 64' Επιλογή έρ- γων, Μ., 1962· Βάσανο και μεγαλοφυία, Κα- λούγκα, 1916 Το μέλλον της Γης και της αν- θρωπότητας, Καλούγκα. 1928* Η αγάπη του 234
Τσιτσέριν εαυτού μας ή η αληθινή φιλαυτία, Καλούγκα, 1928* Η βούληση του Σύμπαντος. Άγνωστες έλλογες δυνάμεις, Καλούγκα, 1928· Η κοινω- νική οργάνωση της ανθρωπότητας, Καλού- γκα. 1928· Νους και πάθη, Καλούγκα, 1928' Το φυτό του μέλλοντος. Το ζώο του δκιστή- ματος. Αυτογέννηση, Καλούγκα, 1929 Χεί- ρόγραφα υλικά του Κ.Ε. Τσιολκόφσκι, Μ., 1966 (Κείμενα Αρχείου της Ακαδημίας Eni- στημών της ΕΣΣΔ, τεύχος 22). • Μπριουχάνοφ Β. Α., Η κοσμοθεωρία του Κ. Ε. Τσιολκόφσκι και το επιστημονικοτεχνικό του έργο. Μ., 1959 Δεύτερος κύκλος διαλέ- ξεων, αφιερωμένων στην ανάπτυξη των ιδεών και τη μελέτη της δημιουργικής κληρονομιάς του Τσιολκόφσκι, Μ., 1968· Τρίτος κύκλος διαλέξεων..., Μ., 1969. θεώρηση Πάν. Κρητικού Τσισιά. Φιλοσοφική ακαδημία, που ιδρύ- θηκε στο Λιντσί, πρωτεύουσα του βασι- λείου Τσι, από τον Σουάνγκ - βανγκ (κυ- βερνούσε από το 342 ώς το 324 ή από το 320 ώς το 301 π.Χ.) είτε, σύμφωνα με άλλες εκδοχές, από τον πατέρα του, τον Βειβανγκ (378 - 343 ή 357 - 320 π.Χ.). Το πιο πιθανό όμως είναι ότι ιδρύθηκε από τον παπού του, τον Χουάνγκ γκούν (384 - 379 ή 374 - 356 π.Χ.). Η ακαδημία βρι- σκόταν πίσω από τις δυτικές πύλες του Λιντσί, τις οποίες ονόμαζαν Τσιμέν, από εδώ και η ονομασία Τσισιά, που στην κυ- ριολεξία σημαίνει «δίπλα στις (πύλες) Τσι». Οι παραπάνω κυβερνήτες του βασι- λείου Τσι και οι διάδοχοί τους ώς το Σιαν - βαν (283 - 265 π.Χ.), όταν η Τσισιά έπα- ψε να λειτουργεί, προσπάθησαν να προ- σελκύσουν στο βασίλειο Τσι επιφανείς ε- πιστήμονες και φιλόσοφους, που παράδι- ναν μαθήματα στην Τσισιά και οργάνωναν ζωηρές συζητήσεις. Από την Τσισιά πέ- ρασαν οι κομφουκιανιστές Μενγκ - τσε και Σουν - τσι, ο οπαδός της σχολής της φυσικής φιλοσοφίας ινιάντσιαΤσου Γιανγκ (περίπου 305 - 240 π.Χ.) και ο συγγε- νής του Τσου Σι, οι σοφιστές από τη σχο- λή μιντσώ Τιαν Μπα (3ος αι. π.Χ.) και Ερ Σο, καθώς και πολλοί εκπρόσωποι του τα- οϊσμού: Τιαν Πιάν, Τσε Σιντσί, Σεν τάο (395 - 315 π.Χ., κάποτε καταλογίζεται στους λεγκιστές), Χουάνγκ Γιουάνγκ (Τσιουάνγκ - τσε). Ιν Βεν - τσι (4ος αι. π.Χ., κάποτε καταλογίζεται στους εκπρο- σώπους της σχολής μιντσιά) κ,ά. • Μπίκοφ Φ. Σ., Η εμφάνιση της κοινωνικο- πολιτικής και φιλοσοφικής σκέψης στην Κίνα, Μ., 1966, σελ. 153 - 69. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τσιτσέριν Μπορίς Νικολάγεβιτς (7 6.1828, Τάμποφ, 16.2.1904, χωριό Καραούλ του κυβερνείου του Τάμποφ). Ρώσος χεγγελιανός φιλόσοφος, θεωρη- τικός του κράτους και του δικαίου, ιστο- ρικός, δημοσιολόγος και κοινωνικός πα- ράγοντας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1850 ο Τσιτσέριν ήταν ένας από τους η- γέτες της φιλελεύθερης φιλοδυτικής πτέρυγας του ρωσικού κοινωνικού κινή- ματος. Επιφανής εκπρόσωπος του δε- ξιού χεγγελιανισμού στη Ρωσία, ο Τσι- τσέριν αντιπάλευε τόσο το θετικισμό («Η θετική φιλοσοφία και η ενότητα της επι- στήμης», 1892), όσο και τις μυστικιστικές θεοκρατικές ιδέες του Βλ. Σολοβιόφ. Α- ναθεώρησε αρκετές θέσεις της χεγγε- λιανής διαλεκτικής (αντικατάσταση της τριάδας με την «τετράδα» κ.λπ.), η οποία γενικά δεν αποτελούσε γΓ αυτόν μέθο- δο πρόσκτησης νέων γνώσεων, αλλά μό- νο μέσο συστηματοποίησης των ήδη υφι- στάμενων. Ο Τσιτσέριν τοποθετούσε τη θρησκεία, ως μορφή συγκεκριμένης α- ντίληψης του κόσμου, πάνω από τη φιλο- σοφία, ως μορφή αφηρημένης ενατένι- σης, και πρότεινε το πέρασμα στη θρη- σκευτική φιλοσοφία (^Επιστήμη και φιλο- σοφία», 1879). Η συνένωση του χεγγελιανού μονισμού με την καταξίωση της ελευθερίας της βούλησης χαρακτη- 235
Τσίττα ρίζει την αντίφαση του συστήματος του Τσιτσέριν, που εκφράστηκε πριν απ* όλα στην κοινωνική του ηθική. Ο Τσιτσέριν προσπαθούσε να διαχωρίσει τις σφαίρες της ηθικότητας και του δικαίου* ως εγ- γύηση της προσωπικής ελευθερίας, το δίκαιο αποτελεί περιορισμό της εξωτερι- κής ελευθερίας. Ιδανική μορφή του κρά- τους δικαίου για τον Τσιτσέριν είναι η συ- νταγματική μοναρχία. Υποστήριζε επίσης την αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας και της μη παρέμβασης του κράτους στην οι- κονομία. Οι απόψεις του Τσιτσέριν απο- τέλεσαν την πηγή της ιδεολογίας των κα- ντέτ (του αστικού κόμματος των «συ- νταγματικών - δημοκρατών»). Στον τομέα της ιστοριογραφίας ο ΤσπΌέ- ριν υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές της λεγόμενης νομικής (κρατικής) σχο- λής, που θεωρεί πρωτεύοντα το ρόλο της πολιτικής και της νομικής μορφής στην ιστορική εξέλιξη. ■ Ιστορία των πολιτικών Θεωριών, μέρ. 1-5, Μ., 1869 - 1902* Ο μυστικισμός στην επιστή- μη, Μ., 1880' Ιδιοκτησία και κράτος, μέρ. 1 - 2, Μ., 1882 -1883· Οι βάσεις της λογικής και της μεταφυσικής, Μ., 1894 Μαθήματα πολιτι- κής επιστήμης, μέρ. 1 - 3, Μ., 1894 -98' Φι- λοσοφία του δικαίου, Μ., 1900 Ζηπιματα φι- λοσοφίας, Μ., 1904· Απομνημονεύματα, [τ. 1 - 4, Μ.], 1929 - 34. • Γκουλμπίνσκι Ι., Μπ. Ν. Τσιτσέριν, Βιοβι- βλιογραφικό δοκίμιο, περιοδικό «Βιβλιογραφι- κές ειδήσεις», 1914, τεύχος 1 - 2 Γκαλακτιό- νοφ Α. Α., Νίκαντροφ Π. Φ., Ιστορία της ρωσι- κής φιλοσοφίας, Μ., 1961, σελ. 387 95' Ζόρκιν Β. Ντ., Από την ιστορία της ασηκοφιλελεύθερης πολιτικής σκέψης της Ρωσίας του δεύτερου μισού του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα (Μπ. Ν. Τσιτσέριν), Μ., 1975. Θεώρηση Πάν. Κρητικού Τοίττα (σανσκριτικά = νόηση, σκέψη, ο- ρισμός, παρατήρηση· μνήμη, καρδιά' από το τσιτ, που σημαίνει αντιλαμβάνομαι, πα- ρατηρώ). Έννοια της αρχαίας ινδικής θεωρίας της γνώσης και της ψυχολογίας, που υποδηλώνει το σύνολο των βαθμίδων ανάπτυξης του νου, οι οποίες καθορί- ζουν τις διάφορες καταστάσεις της πνευματικής ζωής. Το τσίττα συσχετίζε- ται με το νου (μάνας*) όπως το εξωτερι- κό με το εσωτερικό. Το τσίττα, όντας δε- μένο με κάποιο αντικείμενο μέσω του μάνας, παίρνει τη μορφή αυτού του αντι- κειμένου. Το τσίττα στερείται συνείδη- σης, είναι όμως ικανό, βρισκόμενο κοντά στο «Εγώ», να εκφράζει τη συνείδηση αυτού του «Εγώ» και να παρουσιάζεται σαν λογικό (η άλλη πλευρά του ίδιου φαι- νομένου είναι το «Εγώ», που από άγνοια ταυτίζει τον εαυτό του με το τσίττα). Στη γιόγκα* διακρίνουν πέντε βαθμίδες ανά- πτυξης του τσίττα: την αληθινή γνώση (α- ντίληψη, λογικό συμπέρασμα, προφορική μαρτυρία), την ψευδή γνώση, τη γνώση των λέξεων (την καθαρά γλωσσική γνώ- ση), τον ύπνο (η εμφάνιση του εξηγείται με την υπεροχή στο τσίττα του γκούνι* του τάμας) και τη μνήμη (αναπαραγωγή των βιωμάτων της προηγούμενης εμπει- ρίας). Διακοπή της ανάπτυξης του τσίττα σε όλες τις βαθμίδες της είναι η ίδια η γιόγκα, που εμποδίζει το «Εγώ» να ταυτι- στεί με αυτές. Οι διάφοροι συσχετισμοί των γκούνι εξηγούν τις πέντε βαθμίδες του τσίττα: α) την κσίπτα, δηλαδή ανησυ- χία (μεταφορά του τσίττα από το ένα α- ντικείμενο στο άλλο, που αποκλείει τον έλεγχο του νου και των αισθήσεων), β) τη μούντχα, δηλαδή αδρανή εξασθενημένη κατάσταση (τάσεις για ύπνο, αμάθεια, ε- λάττωμα), γ) τη βικσίπτα, δηλαδή αφηρη- μάδα, κατάσταση γαλήνης, δ) την εκά- γκρα, δηλαδή προσήλωση σε ένα αντικεί- μενο και ε) τη νιρόντχα, δηλαδή διακοπή της νοητικής δραστηριότητας, αυτοπε- ριορισμό, εγκράτεια (πλήρης διακοπή των τροποποιήσεων του τσίττα και βύθι- ση σε κατάσταση απόλυτης ηρεμίας). Το τσίττα στη γιόγκα αντιστοιχεί στο μά- 236
Τσουτ Σι χατ της σαμκύα* Στη βεδάντα* η λέξη «τσίττα» είναι συνώνυμο του Βούδα* και των τροποποιήσεων του, καθώς και άπο- ψη του ενιαίου εσωτερικού οργάνου. Σε αρκετές θεωρίες (π.χ., του Γκαουνταπά- ντα*) τονίζεται ότι το τσίττα είναι το μη πραγματικό. Η βουδιστική σχολή γιογκα- σάρα*, αντίθετα, υπερασπιζόταν την πραγματικότητα του τσίτα ως πρώτης πη- γής όλων των πραγμάτων. Εδώ το τσίττα έχει οκτώ ντάρμα*, από τα οποία τα πέ- ντε συνδέονται με τα αισθητήρια όργανα, ενώ τα υπόλοιπα τρία δε συνδέονται (αυ- τά είναι τα ντάρμα του εσωτερικού αι- σθήματος, τα βιτζνιάνα* και τα αλάγια βι- τζνιάνα, δηλαδή του καθαρού Είναι). Η πνευματική πλευρά της ύπαρξης, το νά- μα (βλ. Νάμα - ρούπα), παράλληλα με το μάνας και το βιτζνιάνα περιλαμβάνει και το τσίττα, νοούμενο ως συναισθηματική αρχή, που συνδέεται με την καρδιά (στα βουδιστικά βιβλία το τσίττα μπορεί να ση- μαίνει όχι μόνο σκέψη και νου, αλλά και βούληση, προθέσεις, συναισθήματα, καρδιά). Θεώρηση Ε. Ν. Ρούοοου Τσου Σι, Τσου Γιουανχουέι, Τσου - τσι (δάσκαλος Τσου) (18.10.1130, Γιουτσί, επαρχία Φουτσιάν, - 23.4.1200, Καοτίν, επαρχία Φουτσιάν). Κινέζος φιλόσοφος, εκπρόσωπος του νεοκομφουκιανιομού, ο οποίος και ολοκλήρωσε τη διαδικασία της διαμόρφωσης του. Είχε μεγάλες διοικητι- κές ικανότητες και ήταν επιφανής επι- στήμονας εγκυκλοπαιδιστής, σχολια- στής κλασικών βιβλίων και παιδαγωγός. Στα 1179 - 80, όντας κυβερνήτης της περιοχής Νανκάν (επαρχία Τσιανσί), ανα- συγκρότησε τη σχολή «Μπάι - λου ντουν» («Σπήλαιο του λευκού ελαφιού»), που χάρη στις διαλέξεις του έγινε η πιο διά- σημη σχολή της αυτοκρατορίας του Σουν. Ο Τσου Σι συνέθεσε τις ιδέες των κομ- φουκιανιστών στοχαστών από τον Κομ- φούκιο ώς τους Τσου Τουν - Γ, Τσανγκ Τσάι* και τους αδελφούς Τσενγκ*, των ο- ποίων τα έργα συμπλήρωσε με σχόλια του και έγραψε γι* αυτά τη μελέτη «Τσιν σι λου» («Σημειώσεις για τους σύγχρο- νους στοχαστές και τις σύγχρονες ιδέ- ες»). Στη διδασκαλία του Τσου Σι συστη- ματοποιούνται και αναπτύσσονται και οι έξι βασικές ιδέες του νεοκομφουκιανι- ομού. Συνάμα ο Τσου Σι προχώρησε πιο πέρα από τον Τσενγκ Ι στην ανάπτυξη της δυιστικής αντίληψης: της ιδεατής, α- νώτερης αρχής του «λι», και της υλικής, δευτερεύουσας, του «τσι». Έτσι, κατ' αυτόν, το λι έχει ανάγκη προσκόλλησης σε ένα ορισμένο τσι, ενώ το τσι έχει ανά- γκη από το λι ως νόμο της ύπαρξης του, και γι* αυτό τα δυο είναι αδιαχώριστα. Όλες οι αρχές, πραγματικές και φαινο- μενικές, καθώς και το ίδιο το τσι περιέχο- νται στο απαλλαγμένο από φυσική μορφή μεγάλο όριο, που υπάρχει σε όλα τα πράγματα, θεωρούμενα και συνολικά (ως σύμπαν) και μεμονωμένα (το καθένα χω- ριστά). Το λι του ανθρώπου (ή του πράγ- ματος) αποτελεί τη φύση του, πραγματι- κή και συγκεκριμένη, μάλιστα το λι της αρχικής του φύσης, άθικτο και τέλειο, α- ποτελεί ηθική διάνοια, ενώ το λι, ανάμι- κτο με τις ανθρώπινες επιθυμίες και το φυσικό στοιχείο, αποτελεί την ανθρώπινη διάνοια, που ρέπει τόσο προς το καλό, όσο και προς το κακό. Το ζεν στην πραγ- ματεία του Τσου Σι απόκτησε τη μορφή «του χαρακτήρα της ανθρώπινης διά- νοιας και του κανόνα αγάπης». Γενικευ- μένη, η διδασκαλία του Τσου Σι έγινε σε συνέχεια το κύριο ρεύμα της κινέζικης φιλοσοφίας και μέσω του συστήματος των κρατικών εξετάσεων, που βασίζο- νταν σε κλασικές πραγματείες με σχόλια του. έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μόρφω- ση και τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας ώς τις αρχές του 20ού αι. Ο Τσου Σι ά- σκησε επίσης ισχυρή επίδραση στη φιλο- 237
Τσου Τουν - Ι σοφία της Κορέας και της Ιαπωνίας. • Bruce J. Ρ., Chu Hsi and his masters, L., 1923* Philosophy of Chu Hsi, ed. and transl. by D. Bodde, Camb., 1942 βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Νεοκομφουκιανισμός. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τσου Τουν -1, Τσου Μαόσου, Τσου Λιαν- οί, Τσου ' τσι (δάσκαλος Τσου) (1017. I- ντάτο, σήμερα περιοχή Ταοσιάν, επαρχία Χουνάν, 14.7.1073, Λουσάν επαρχία Τσιανσί). Κινέζος φιλόσοφος, ένας από τους θεμελιωτές του νεοκομφουκιανι- ομού*. Ανάμεσα στους μαθητές του ή- ταν οι αδελφοί Τσενγκ*, καθώς και ο με- γάλος πολιτικός Βαν Ανσί (1019 - 86). Στις πραγματείες «Ταϊτσί του σο» («Επε- ξηγήσεις στο διάγραμμα του Με^γύλου ο- ρίου») και «Τουνγκ σου» («Βιβλίο έ- μπνευσης»), για τις οποίες τα κυριότερα σχόλια έγραψε ο Τσου Σ· ο Τσου Τουν - Ι, βασιζόμενος σης θέσεις του «Ι - Κινγκ»*, και ορισμένες ιδέες του ταοϊσμού, έκανε κοσμολογική και οντολογική θεμε- λίωση των ηθικών αντιλήψεων. Επεξερ- γάστηκε την ιδέα του νόμου (λ/*), των κο- σμογονικών δυνάμεων Γιν και γιανγκ* και των πέντε κινητήριων αρχών (ου σ/ν*), δηλαδή των αντιθέσεων και των πρώτων στοιχείων της υλικής φύσης. Το χωρίς ό- ρια μεγάλο όριο (Tai - τσΓ), κινούμενο, δημιουργεί το γιανγκ, δηλαδή το φως (το οποίο ο Τσου Τουν -1 εννοούσε ως «κίνη- ση», που οδηγεί στην «αλλαγή»), ενώ ό- ταν βρίσκεται σε ακινησία δημιουργεί το γιν, δηλαδή τη σκιά (τη γαλήνη, που οδη- γεί στην «ένωση»). Συνάμα, το γιάνγκ. α- φού φτάσει στο όριο του, περνά στο γιν, και το γιν πάλι στο γιάνγκ. Η μεταξύ τους αλληλεπίδραση παράγει τα ου σιν (νερό, φωτιά, ξύλο, μέταλλο, γη). Τα τελευταία, ενεργώντας στο χρόνο, σε μυστική συμ- φωνία με το τάϊ - τσι, γιν και γιανγκ, με τη μεσολάβηση της ανδρικής (ουρανός) και της γυναικείας (γη) αρχής, δημιουργούν το σκότος των πραγμάτων, τα οποία αυ- τοαναπαράγονται συνεχώς. Την κορωνί- δα της διαδικασίας αυτής αποτελεί ο άν- θρωπος, που είναι κάτοχος πέντε ηθικών αρχών (ανθρωπιά, δικαιοσύνη, ευπρέ- πεια, γνώση, πίσπι) και είναι σε θέση να διακρίνει το καλό από το κακό. Βάση των ηθικών ιδιοτήτων και πηγή κάθε δραστη- ριότητας είναι η ειλικρίνεια (η τιμιότητα, το τσεν), που είναι ταυτόσημη με την α- πραξία. Στη θεωρία του πολιτικού συστή- ματος ο Τσου Τουν -1 κεντρική θέση πα- ραχώρησε στον κυβερνήτη, ο οποίος ο- φείλει να αποτελεί υπόδειγμα σωστής συμπεριφοράς: ένας κυβερνήτης με κα- θαρή καρδιά, που δεν παραβιάζει τις ηθι- κές αρχές, με λόγο, με παρουσιαστικό, με το βλέμμα του και τη φήμη του προ- σελκύει κοντά του τους ενάρετους και ταλαντούχους ανθρώπους και με τη βοή- θεια τους κυβερνά εύκολα τη ya)f)a. • Chow Yih chings, La Philosophie morale dans le naoconfucianisme (Tcheou Touen - Yi). P., 1954· βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Νε- οκομφουκιανισμός. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τσουάνγκ - τσε (δάσκαλος Τσουάνγκ), Τσουάνγκ Τσου (περίπου 369 - 286 π.Χ.). Αρχαίος κινέζος φιλόσοφος, ένας από τους θεμελιωτές του ταοϊσμού", συγγρα- φέας σημαντικού τμήματος της πραγμα- τείας «Τσουάνγκ - τσε». Γεννήθηκε στο Μενγκ (πιθανόν στο νοτιοδυτικό τμήμα της σημερινής επαρχίας Σαντούνγκ). Κα- τείχε μικρό αξίωμα στην ιδιαίτερη πατρί- δα του, το Τσιγιουάνι. Σε συνέχεια τά- χθηκε κατά της δημοσιοϋπαλληλικής σταδιοδρομίας και απέρριψε πρόταση του Βέι - βαν (339 - 329 π.Χ.) να γίνει πρώτος υπουργός του Τσού, θεωρώντας ότι «είναι καλύτερα να διασκεδάζει ξέ- γνοιαστα, ξαπλωμένος μέσα στα βρώμικα αυλάκια, παρά να βρίσκεται κάτω από το ζυγό του κυβερνήτη». 238
Τύμπινγκεν σχολή Από τα 33 κεοράλαια της πραγματείας «Τσουάνγκ - τσε» πιο αυθεντικά θεωρού- νται τα πρώτα επτά. Σημαντικό ενδιαφέ- ρον παρουσιάζει το 33ο κεφάλαιο, μια ε- πισκόπηση της αρχαίας κινέζικης φιλο- σοφίας, που συντάχθηκε, προφανώς, α- μέσως μετά το θάνατο του Τσουάνγκ - τσε. Εκτός από την έκθεση των θέσεων του ταοϊσμού, η πραγματεία περιέχει κρι- τική αξιολόγηση του κομφουκιανισμού και των μοϊστών, των οποίων τη φιλοσο- φία ο Τσουάνγκ - τσε θεωρούσε αναξιό- πιστη [«Αυτό που (ο Κομφούκιος) στην αρχή το ανακήρυσσε σωστό, στο τέλος (του δρόμου της ζωής του) το ανακήρυ- ξε ψευδές... Μπορείς μήπως να ξεχωρί- σεις πέντε θεμέλια και έξι βάσεις (ακού- γοντας) τους ψευδείς λόγους των κομ- φουκιανιστών και (τις φλυαρίες) των μοϊστών για τη γενική αγάπη;... Ασχολούμενος με διανθισμένους λό- γους (ο Κομφούκιος), παρουσίαζε την ε- πίτευξη του δευτερεύοντος σαν επίτευ- ξη του κύριου»]. Στο κέντρο της διδασκαλίας του Τσουά- νγκ - τσε βρίσκεται α) η θεωρία του τάο*' του δρόμου του ανενεργού και άμορφου, που υπάρχει από παλιά και αποτελεί την αρχή και τη βάση για τον ίδιο τον εαυτό του και που γέννησε τον ουρανό και τη γη· β) η αρχή της απραξίας, που περιπλέ- κεται με την ιδέα της μεγάλης τάξης, της μεγάλης φυσικότητας, στις οποίες υ- ποτάσσονται, τις οποίες ακολουθούν και με τις οποίες συγχωνεύονται όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα* γ) η σκέψη για την ενότητα των αντιθέτων, τον αμοι- βαίο καθορισμό τους και τη φυσική τους αμοιβαία αντικατάσταση δ) η θέση ότι η ζωή και ο θάνατος είναι φυσικά και ανα- πότρεπτα φαινόμενα. Αυτές και άλλες ι- δέες του Τσουάνγκ - τσε συνέβαλαν πο- λύ στην ανάπτυξη της αρχαίας κινέζικης φιλοσοφίας. • Τσουάνγκ τοε, στο βιβ.: Η αρχαία κινέζικη φιλοσοφία, Μ., 1972, σελ. 248 - 294. 337 - 53 >^θε/σ7^ς, υλιστές, διαλεκτικοί της Αρχαίας Κίνας, εισαγωγικό άρθρο, μετφ. και σχόλιο της Λ. Ντ. Ποζντνέγεβα, Μ., 1967. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Τύμπινγκεν σχολή (Σχολή της Τυβίγ- γης). 1) Κατεύθυνση στη γερμανική προ- τεσταντική θεολογία, που αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο της πόλης Τύμπινγκεν (Tübingen, από δω και η ονομασία). Η πρώτη περίοδος της ιστορίας της σχολής του Τύμπινγκεν (1777 - 97) συνδέεται με τη δράση του Χ. Γκ. Στορ και χαρακτηρί- ζεται από το συνδυασμό του υπερνατου- ραλισμού με τις διαφωτιστικές τάσεις. Οι αντιλήψεις αυτές κυριαρχούσαν στο Θε- ολογικό Ινστιτούτο του Τύμπινγκεν, όταν φοιτούσαν σ* αυτό οι Χέγγελ, Σέλλινγκ και Χέλντερλιν. Στα 1830 ιδρύθηκε η λε- γόμενη νέα σχολή του Τύμπινγκεν από το χεγγελιανό Φ. Χ. Μπάουρ. Οι οπαδοί του, προσπαθώντας να διασαφηνίσουν στα κείμενα της Καινής Διαθήκης τη δια- λεκτική των αντιμαχόμενων τάσεων, πέ- ρασαν στην επίκριση τους, η οποία έφτα- σε «... τόσο μακριά, όσο αυτό ήταν δυνα- τό για μία θεολογική σχολή» (Ένγκελς Φ., βλ. Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ.. Απα- ντα, τ. 22, σελ. 473). Ακριβώς στα έργα των εκπροσώπων της σχολής του Τύ- μπινγκεν αποκρυσταλλώθηκαν πολλές θέσεις της κριτικής της Βίβλου, που αρ- γότερα έγιναν αποδεκτές από τη μυθο- λογική σχολή (καταγραφή των αντιθέσε- ων ανάμεσα στα διάφορα Ευαγγέλια, της υπόθεσης για το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο ως το αρχαιότερο, υπόθεση για την ύστε- ρη προέλευση μερικών επιστολών του Α- πόστολου Παύλου, ερμηνεία του πρώι- μου χριστιανισμού ως σύνθεσης μεταξύ στωικισμού και εξελληνισμένου ιουδαϊ- σμού κ.λπ). Ιδιαίτερη σημασία είχαν τα έργα των Ντ. Φ. Στράους και Μπ. Μπά- ουερ, που άσκησαν επίδραση στον Ε. Ρε- 239
Τυπική κοινωνιολογία νάν και στη φιλελεύθερη γερμανική θεο- λογία του τέλους του 19ου και των αρ- χών του 20ού αι. Το υλικό των έργων αυ- τών χρησιμοποίησε σε ευρεία κλίμακα ο Φ. Ένγκελς. Κατά της σχολής του Τύ- μπινγκεν τάχθηκαν οι θεολόγοι της συ- ντηρητικής κατεύθυνσης, με επικεφα- λής τον Γκένστενμπεργκ. Τη δεκαετία του 1860 η σχολή του Τύμπινγκεν διαλύ- θηκε. 2) Κατεύθυνση στη γερμανική καθολική θεολογία του 19ου αι., που αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν (Ι. Α. Μελερ, Ι. Κουν, Κ. Ι. Χέφελε κ.ά.). Η κα- τεύθυνση αυτή είχε δεχθεί την επίδραση του γερμανικού ιδεαλισμού και ρομαντι- σμού, τηρούσε, ώς ένα βαθμό, αντιπολι- τευτική στάση απέναντι στην επίσημη σχολαστική κατεύθυνση και προετοίμασε την ιδεολογία της παλαιοκαθολικής εκ- κλησίας, που αποσπάστηκε από το Βατι- κανό. • ' Ενγκελς Φ., Μπρούνο Μπάουερ και πρω- τοχριστιανισμός, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 19* Leube Μ., Geschichte des Tübinger Stifts. Bd 1 - 3, Stuttg.. 1921 - 36 Geiselmann J. R., Die Katholische Tübinger Schule, Freiburg. - Basel - W.. 1964. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Τυπική κοινωνιολογία. Κοινωνιολογική κατεύθυνση, που ασκούσε σημαντική ε- πιρροή στη Γερμανία και τις ΗΠΑ στα τέ- λη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. Τους κύριους εκπρόσωπους της: Φ. Τέν- νις, Γ Ζίμμελ, Λ. φον Βίζε, Α. Φίρκαντ και Χ. Π. Μπέκκερ τους ένωνε η προσπά- θεια, σε αντίθεση με τις ιστορικές - εξε- λικτικές θεωρίες που ήταν διαδομένες εκείνη την περίοδο, να δομήσουν την ε- πιστήμη για την κοινωνία πάνω σε αναλυ- τική βάση. Αντίστοιχα, αντικείμενο της τυπικής κοινωνιολογίας αποτέλεσαν όχι τα συγκεκριμένα ιστορικά κοινωνικά φαινόμενα, αλλά οι «καθαρές μορφές κοινωνικότητας», δηλαδή εκείνο το κοινό που χαρακτηρίζει όλα τα κοινωνικά φαι- νόμενα: οι μορφές της κοινωνικής επί- δρασης ή των κοινωνικών σχέσεων (βλ. Γκ. Ζίμμελ, Κοινωνική διαφοροποίηση, μετφ. από τα γερμ., Μ., 1909, σελ. 5). Οι Τέννις και Ζίμμελ επεξεργάστηκαν λεπτομερείς ταξινομήσεις των μορφών της κοινωνικής ζωής, που έπρεπε να α- ποτελέσουν τα θεμέλια των πλατιών ι- στορικών και κοινωνικών γενικεύσεων. Ο Τέννις διέκρινε τρεις τύπους κοινωνικών ουσιών ή μορφών της κοινωνικής ζωής: τις κοινωνικές σχέσεις, τις ομάδες και τις ενώσεις. Ο ίδιος επεξεργάστηκε επί- σης τις ταξινομήσεις των κανόνων (κανό- '--νες κοινωνικής τάξης του δικαίου, της η- θικής). Καθένας από τους τύπους αυ- τούς υποδκιιρέθηκε σε ολόκληρη σειρά υποτύπων, με αποτέλεσμα να διαμορφω- θούν δκικλαδωμένες ταξινομήσεις πολ- λών επιπέδων, που περιλάμβαναν όλες τις μορφές κοινωνικής αλληλόδρασης. Ο Ζίμμελ έδινε μεγάλη προσοχή στην ί- δια την έννοια της κοινωνικής μορφής. Αντιπαραθέτοντας τη μορφή στο περιε- χόμενο, ο Ζίμμελ αντιπαρέθετε την «ύλη» της κοινωνικής αλληλόδρασης: σκοπούς, ανάγκες, επιδιώξεις των ατό- μων που επαναλαμβάνονται πιο συχνά και που είναι χαρακτηριστικές για όλες τις ε- ποχές στις δομές αλληλόδρασης: κυ- ριαρχία, υποταγή, ανταγωνισμός, κατανο- μή της εργασίας κ.λπ. Συνάμα, ο Ζίμμελ συχνά συνένωνε, με βάση το τυπικό γνώ- ρισμα, δομές με διαφορετικό πολιτιστικό και ιστορικό περιεχόμενο: τις χριστιανι- κές αιρέσεις και το πρώιμο κομμουνιστι- κό κίνημα, τη συζυγική διαμάχη και την πολεμική σύγκρουση, την υποταγή του στρατιώτη στον αξιωματικό και του εργά- τη στον επιχειρηματία. Σε διάκριση από τους Τέννις και Ζίμμελ, που έβλεπαν στην επεξεργασία της ταξι- νόμησης των κοινωνικών μορφών μόνο 240
Τυπολογία την αναλυτική βάση της κοινωνιολογίας, ο Βίζε αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη μελέτη και την ταξινόμηση των μορφών της κοινωνικής αλληλόδρασης, αρνούμε- νος την ανάγκη ανάλυσης του περιεχο- μένου τους στην κοινωνική επιστήμη. Το αποτέλεσμα ήταν να αποδειχθεί η τυπική κοινωνιολογία του Βίζε ένας γιγάντιος «επεξηγηματικός κατάλογος» των τύπων των διατομικών αλληλοδράσεων και των πιο σταθερών σχηματισμών που διαμορ- φώνονται στη βάση των αλληλοδράσεων αυτών. Θετικιστής στις φιλοσοφικές του αντιλήψεις, ο Βίζε θεωρούσε ως πραγ- ματικά υπάρχουσες μόνο τις αλληλοδρά- σεις που προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, πράγμα που είχε ως συνέπεια να θεωρεί τις κοινωνικές τάξεις «φαντασιώματα» και τέτοια προβλήματα, όπως η ταξική πάλη, η ταξική κυριαρχία κ.λπ. - ψευδο- προβλήματα. Η εμπειρία έδειξε ότι η δόμηση τυπικών ταξινομήσεων δεν μπορεί να είναι επιτυ- χής, χωρίς συνδυασμό με μια περιεκτική θεωρητική ανάλυση. Ταυτόχρονα, η από- πειρα της τυπικής κοινωνιολογίας να α- ναλύσει επιστημονικά την άπειρη πολυ- μορφία της κοινωνικής ζωής και ο αυστη- ρός προσδιορισμός των εννοιών και της ορολογίας της κοινωνικής επιστήμης ά- σκησαν σημαντική επίδραση στην ανά- πτυξη των κοινωνικών ερευνών. Πολλές από τις ταξινομήσεις, που επεξεργάστη- κε η τυπική κοινωνιολογία, χρησιμοποιού- νται στη συμβολική αλληλόδραση, στη δο- μολειτουργική σχολή, στον κοινωνικό συ- μπεριφορισμό κ.α. • Κον Ι. Σ., Ο Θετικισμός στηνκοί\/ωνιολογία, Λ., 1964 Η ιστορία της αστικής κοινωνιολο- γίας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, Μ., 1979' Ιόνιν Λ. Γκ., Ο Γεώργιος Ζίμμελ, ως κοινωνιολόγος. Κριτικό δοκίμιο, Μ., 1981. Λ. Γκ. Ιόνιν θεώρηοη Β. Φίλια Τυπολογία. 1) Μέθοδος απόκτησης επι- στημονικών γνώσεων, που βασίζεται στη διαίρεση συνόλων αντικειμένων και στην ταξινόμηση τους με τη βοήθεκι ενός γε- νικευμένου και ιδεατοποιημένου μοντέ- λου ή τύπου. 2) Το αποτέλεσμα της τυ- πολογικής περιγραφής και αντιπαραβο- λής. Προβλήματα τυπολογίας παρουσιά- ζονται σε όλες τις επιστήμες, που ασχολούνται με άκρως ανομοιογενή ως προς τη σύσταση τους σύνολα αντικειμέ- νων (κατά κανόνα διάκρπων) και που ο- φείλουν να ταξινομήσουν και να δκισα- φηνίσουν αυτά τα σύνολα. Η τυπολογία βασίζεται στην αποκάλυψη της ομοιότη- τας και της διαφοράς των υπό μελέτη α- ντικειμένων και στην αναζήτηση αξιόπι- στων τρόπων εξακρίβωσης της ταυτότη- τας τους, ενώ στη θεωρητικά αναπτυγ- μένη μορφή της επιδιώκει την α- πεικόνιση της δομής του υπό μελέτη συστήματος και την αποκάλυψη των νο- μοτελειών του, που επιτρέπουν την πρό- γνωση της ύπαρξης άγνωστων προς το παρόν αντικειμένων. Ανάλογα με τον τρόπο δομής διακρίνουν δύο είδη τυπολογίας: την εμπειρική και τη θεωρητική. Βάση της πρώτης είναι η ποσοτική επεξεργασία και γενίκευση των εμπειρικών δεδομένων, ο προσδιορισμός των σταθερών γνωρισμάτων ομοιότητας και δκιφοράς, που ανακαλύπτονται με ε- παγωγικό τρόπο, η συστηματοποίηση και ερμηνεία του υλικού που συγκεντρώθη- κε. Η θεωρητική τυπολογία προϋποθέτει την κατασκευή ενός ιδεατού μοντέλου του αντικειμένου, τη γενικευμένη έκ- φραση των γνωρισμάτων και τον καθορι- σμό των θεμελιακών αρχών της ταξινομι- κής περιγραφής του συνόλου των υπό μελέτη αντικειμένων (π.χ., της αρχής της ομολογικής ομοιότητας στη συστη- ματική των ζώων, της αρχής της συμμε- τρίας στη φυσική των στοιχειωδών σωμα- τιδίων κ.λπ.). Η θεωρητική τυπολογία Φ.Λ. 5-16 241
Τυπολογία στηρίζεται συνήθως στο ότι το αντικείμε- νο νοείται ως σύστημα, πράγμα που συν- δέεται με το ξεχώρισμα των δεσμών που συγκροτούν ένα σύστημα, με το σχηματι- σμό μιας ιδέας για τα δομικά επίπεδα του αντικειμένου. Μια τέτοια τυπολογία απο- τελεί ένα από τα κύρια μέσα για την εξή- γηση του αντικειμένου και τη δημιουργία μιας θεωρίας γΓ αυτό. Διακρίνουν διάφορες μορφές τυπολο- γίας, που χρησιμοποιούνται για την επι- στημονική γνώση. Η μορφολογική τυπο- λογία, που προσανατολίζει στην αναζή- τηση κάποιου αμετάβλητου «αρχέ- τυπου», «σχεδίου δόμησης», εφαρ- μόσπικε, ειδικότερα, στις βιολογι- κές έρευνες (π.χ., από τον Γκαίτε). Με την εδραίωση, στην επιστημονική γνώση, της ιστορικής μεθόδου δκιμορφώνεται η συγκριτική - ιστορική τυπολογία, σκοπός της οποίας είναι η απεικόνιση του συστή- ματος στην εξέλιξη του. Η τυπολογία αυ- τή εκπροσωπείται στην εξελικτική βιολο- γία της λεγόμενης φυλογενετικής συ- στηματικής και στη γλωσσολογία με τον καθορισμό του γενεαλογικού δέντρου των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Στον 20ό αιώνα αναγνωρίζεται η σημασία της τυπολογίας ως ιδιαίτερου μεθοδολο- γικού μέσου για τη θεωρητική ερμηνεία. Συνάμα συντελείται μία πρόοδος στο χει- ρισμό του τύπου, ο οποίος δεν εμφανίζε- ται πια ως πραγματικό «αρχέτυπο», αλλά ως το αποτέλεσμα της θεωρητικής ανα- συγκρότησης του υπό μελέτη συνόλου αντικειμένων, τα οποία ενώνονται με τη βοήθεια των μεθόδων της τυπολογίας. Στα πλαίσια μιας τέτοιας αντίληψης για την τυπολογία μπορούμε να διακρίνουμε: 1) τη δομική τυπολογία· 2) τη μέθοδο των ιδεατών τύπων (ιδεοτύπων) όπου ο τύ- πος είναι μία αφηρημένη κατασκευή με την οποία αντιπαραβάλλονται τα υπό με- λέτη αντικείμενα· 3) τη μέθοδο των κα- τασκευασμένων τύπων, όπου ο τύπος εί- ναι κάποιο αντικείμενο, που επιλέγεται από το σύνολο με βάση μκι σειρά κριτή- ρια και θεωρείται ως εκπρόσωπος αυτού του συνόλου αντικειμένων. Στην αστική κοινωνική σκέψη η τάση για μεθοδολογική αναθεώρηση της τυπολο- γίας εκδηλώνεται με το πέρασμα από τη θεωρία των πολιτιστικών και ιστορικών τύπων (Ντανιλέφσκι, Σπένγκλερ), όπου η τυπολογία νοείται ως διαίρεση του πλή- θους των τύπων πολπισμού, που υπάρ- χουν πραγματικά, στην ιδεατή τυπολογία, που εκπόνησε ο Μ. Βέμπερ. Η τυπολο- Yta, κατά το Βέμπερ, συνίσταται στη δη- μιουργία ορισμένων ιδεατών τύπων, αφη- ρημένων κατασκευών, που αποτελούν ο- λοφάνερη απλοποίηση, νοητικά πλάσμα- τα, οριακές έννοιες, που δεν έχουν άμεση αντιστοιχία με την πραγματικότη- τα και που χρησιμοποιούνται για την έ- ρευνα των αιτίων και του χαρακτήρα της απόκλισης της ιστορικής πραγματικότη- τας από τον ιδεατό τύπο. Η αυθαιρεσία και η άρνηση των αντικειμενικών κριτη- ρίων σπην προαγωγή και εκπόνηση της τυπολογίας, που χαρακτηρίζουν αυτή τη μέθοδο, ενισχύθηκαν σημαντικά στη θε- ωρία των κατασκευασμένων τύπων (του αμερικανού κοινωνιολόγου Χ. Μπέκκερ - Η. Becker). Η κατασκευαστική τυπολο- γία, τονίζοντας ότι η τυπολογία προϋπο- θέτει απομάκρυνση από την περιγραφό- μενη πραγματικότητα, υπερεκτιμά το ρό- λο της αυθαίρετης επιλογής, από μέρους του ερευνητή, μιας οποιασδήπο- τε περίπτωσης ή ενός οποιουδήποτε γε- γονότος ως τύπου. Οι μέθοδοι της τυπολογίας χρησιμο- ποιούνται πλατιά από το μαρξισμό - λενι- νισμό ως μέσο επιστημονικής ανάλυσης των κοινωνικών διαδικασιών και φαινομέ- νων: των κοινωνικών σχέσεων, της ταξι- κής δομής της κοινωνίας, της προσωπι- κότητας κ.ά.' Ετσι, η μαρξιστική διδασκα- λία για τους κοινωνικοοικονομικούς σχη- ματισμούς συνδέεται με τον ξεχώρισμα των οικονομικοϊστορικών τύπων της κοι- 242
Τυποποίηση νωνίας, που τη βάση τους αποτελούν ο- ρισμένες σχέσεις παραγωγής (βλ. Κ. Μαρξ, Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ.. Απα- ντα, τ. 24, σελ. 65). Χρησιμοποιώντας τις μεθόδους της τυπολογίας, η μαρξιστική κοινωνιολογία ξεχώρισε τις πραγματικές δομικές μονάδες της ιστορικής διαδικα- σίας, πράγμα που της επέτρεψε να δώ- σει μιαν υλιστική ερμηνεία της ιστορίας, της πολλότητας των ιστορικών τύπων κοινωνιών και πολιτισμών και της ύπαρ- ξης διαφόρων δομών στους κόλπους ορι- σμένων κοινωνικοοικονομικών σχηματι- σμών. Σε αντίθεση με τις διάφορες υπο- κειμενισπκές αντιλήψεις, η μαρξιστική τυπολογία υπογραμμίζει την αντικειμενι- κή βασιμότητα του διαχωρισμού των τύ- πων κοινωνίας.' Ετσι, ο Κ. Μαρξ στο «Κε- φάλαιο» παρατηρεί ότι «... οι πραγματι- κές σχέσεις αντιστοιχούν στην έννοια τους, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, οι πραγματικές σχέσεις απεικονίζονται μό- νο στο βαθμό που εκφράζουν το δικό τους γενικό τύπο» (στο ίδιο, τ. 25, μέρ. 1, σελ. 155). Παράλληλα, όμως, οι μαρξιστι- κές κοινωνικές επιστήμες στηρίζονται σπι χρησιμοποίηση διάφορων θεωρητι- κών μοντέλων και της μεθόδου ιδεατο- ποίησης. • Μαρξ Κ.. Κεφάλαιο, τ. 1 - 3. Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., '/άπαντα, τ. 23 - 25 Λένιν Β. Ι., Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, Α- παντα, τ. 3' Ουσπένσκι Μπ. Α., Αρχές της δο- μικής τυπολογίας, Μ., 1962 Δομικές - τυπο- λογικές μελέτες. Συλλογή άρθρων, Μ.. 1962· Κανάγεφ Ι. Ι., Δοκίμια από την ιστορία του προβλήματος του μορφολογικού τύπου από το Δαρβίνο ώς τις μέρες μας. Μ. - Λ., 1966* Λιουμπίσεφ Α. Α., /-/ σημασία και το μέλλον της συστηματικής, «Φύση», 1971. τεύχος 2 του Ιδιου, Η λογική της συστηματικής, στη συλλογή: Προβλήματα της εξέλιξης, τ. 2, Νο- βοσιμπίρσκ, 1972 Βινογκράντοφ Β. Α., Μέθο- δοι τυπολογίας, στο βιβ.: Γενική γλωσσολογία. Οι μέθοδοι των γλωσσολογικών ερευνών. Μ., 1973 Hempel C, Oppenhein Ρ., Der Ty- pusbegriff im Lichte der neuen Logik, Leiden, 1936 Mac Kinney J. C, constructive typolo- gy and social theory, N.Y., 1966· Weber M., Methodologische Schriften, Fr./M.. 1968· Voi- gt W., Homologie und Typus in der Biologie, Jena, 1973 (βιβλγ.). Α. Π. Ογκουρτσόφ θεώρηση Πάν. Κρητικού Τυποποίηση. Η απεικόνιση των αποτε- λεσμάτων της νόησης με ακριβείς έν- νοιες ή ισχυρισμούς. Με αυτή την έννοια η τυποποίηση αντιπαρατίθεται στην πε- ριεκτική ή ενορατική νόηση. Στα μαθημα- τικά και την τυπική λογική, όπου είναι πιο αναπτυγμένη η τυποποίηση, ως τυπο- ποίηση νοείται συνήθως η απεικόνιση της περιεκτικής γνώσης με τυποποίηση ση- μείων ή τυποποιημένη γλώσσα. Απαραί- τητος όρος για την κατασκευή μιας τέ- τοιας γλώσσας είναι η χρήση της αξιωμα- τικής μεθόδου, χάρη στην οποία επιτυγ- χάνεται η λήψη όλων των ισχυρισμών της θεωρίας από μικρό αριθμό παραδεδεγμέ- νων χωρίς απόδειξη ισχυρισμών ή αξιω- μάτων. Πλήρης τυποποίηση της θεωρίας επιτυγχάνεται μόνον τότε, όταν αποσπα- σθούν από περιεκτικό νόημα οι αρχικές έννοιες και αξιώματα ττ\ς θεωρίας και α- παριθμηθούν πλήρως οι κανόνες λογικής παραγωγής των θεωρημάτων από τα α- ξιώματα. Η χρησιμοποίηση της αξιωματι- κής μεθόδου στη διαδικασία της τυπο- ποίησης εξασ(ραλίζει μια συστηματοποίη- ση της γνώσης, κατά την οποία τα ξεχωριστά της στοιχεία όχι απλώς συντονίζονται μεταξύ τους, αλλά βρίσκο- νται σε σχέση υπαλληλίας (Φ. ' Ενγκελς, Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20, σελ. 538). Η αναζήτηση των αξιωμάτων, από τα οποία μπορούν να παραχθούν κα- θαρά λογικά οι συνέπειες ή θεωρήματα, συνιστά ένα από τα σπουδαιότερα προ- βλήματα της τυποποίησης. 243
Τύπος Η τυποποίηση συνδέεται αδιάρρηκτα με την κατασκευή τεχνητών ή τυποποιημέ- νων επιστημονικών γλωσσών. Τέτοιες γλώσσες δημιουργούνται για την ακριβή έκφραση των σκέψεων με σκοπό να απο- κλεισθεί η δυνατότητα μη - μονοσήμα- ντης κατανόησης. Η.τυποποίηση δίνει τη δυνατότητα να κατασκευασθούν επιστη- μονικές γλώσσες με επακριβώς προσδιο- ρισμένη δομή και δεδομένους κανόνες μετασχηματισμού των εκφράσεων. Τα αποτελέσματα που λαμβάνονται με τη βοήθεια των μεθόδων της τυποποίησης έχουν σημαντική φιλοσοφική σημασία πρώτ* απ* όλα για τη λύση του προβλή- ματος της σχέσης των τυπικών και των περιεκτικών συνιστωσών στην επιστημο- νική γνωστική διαδικασία. Οι έρευνες πά- νω στην επιλυσιμότητα των τυποποιημέ- νων μαθηματικών θεωριών, την αρχή των οποίων έθεσε ο Τσερτς με την απόδειξη της έλλειψης επιλύουσας δκιδικασίας γκι το στενό λογισμό των κατηγορημά- των, κλόνισαν την πίστη στις αρχές της καθαρά τυπικής θεμελίωσης των μαθη- ματικών που πρότεινε ο Χίλμπερτ. Ακόμα πιο ουσιαστική σημασία είχαν τα αποτε- λέσματα του Γκέντελ γκι τη μη - πληρό- τητα της τυποποιημένης αριθμητικής, τα θεωρήματα του Τάρσκι για τη μη - τυπο- ποιησιμότητα της έννοιας της αλήθειας στα πλαίσια φορμαλισμών κ.ά. Αυτές οι έ- ρευνες έδειξαν τον περιορισμένο χαρα- κτήρα του νεοθετικιστικού προγράμμα- τος ανάλυσης της επιστήμης, που ξεκινά από την πρωταρχικότητα της μορφής ως προς το περιεχόμενο και ανάγει όλα τα προβλήματα της φιλοσοφίας της επιστή- μης στην ανάλυση της δομής της επιστη- μονικής γλώσσας. Ο διαλεκτικός υλισμός θεωρεί την τυπο- ποίηση ως μέσο αποσαφήνισης και επα- κριβέστερου προσδιορισμού του περιε- χομένου της επιστημονικής γνώσης. Υ- πογραμμίζοντας τον καθορισμό των με- θόδων της τυποποίησης από το περιεχόμενο της επιστημονικής γνώσης, η διαλεκτική - υλιστική αντίληψη αναγνω- ρίζει το σημαντικό ρόλο της μορφής και των τυπικών συνιστωσών στην αποκάλυ- ψη αυτού του περιεχομένου. Παράλλη- λα, καμιά τυποποίηση δεν μπορεί να εξα- ντλήσει όλο τον πλούτο του περιεχομέ- νου, είναι απλώς ικανή να προσεγγίσει σ' αυτό το όριο σπιν άπειρη δκιδικασία της επιστημονικής γνώσης. • Κλίνι Σ. Κ., Εισαγωγή στα μεταμαθηματικά, μετφ. απ* τ' αγγλ., Μ., 1957* Γιανόφκσαγια Σ. Α., Μεθοδολογικά προβλήματα της επιστή- μης, Μ., 1972, Κουράγεφ Β. Ι., Η διαλεκτική του περιεκτικού και του τυπικού στην επιστη- μονική γνωστική διαδικασία. Μ., 1977' Μάνιν Γ Ι., Το αποδείξιμο και το μη -αποδείξιμο, Μ., 1979' Wang Η.. Logic. Computers and sets, N.Y., 1970, eh. 3. ρ. 57 - 67. Θεώρηση Γ Παπσγούνου Τύπος, βλ. Τυπολογία. Τυργκο (Tyrgot) Αν Ρομπέρ Ζακ (10.5.1727, Παρίσι, - 20.3.1781 Παρίσι). Γάλλος πολσικός, φιλόσοφος - διαφωτι- στής και οικονομολόγος. Αποφοίτησε από τη Θεολογική σχολή του Πανεπιστη- μίου της Σορβόνης, αλλά αρνήθηκε τη σταδιοδρομία του κληρικού. Από το 1751 υπάλληλος στο Κοινοβούλιο του Παρι- σιού και στα 1761 - 64 επιμελητής στη Λι- μόζ. Στα 1774 - 76 ως γενικός ελεγκτής των οικονομικών έκανε αρκετές αντιφε- ουδαρχικές μεταppuθμtoεις, που προκά- λεσαν την αντίσταση των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων και, μετά την πα- ραίτηση του Τυργκό, καταργήθηκαν. Οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις διαμορφώ- θηκαν υπό την επίδραση των ιδεών των διαφωτιστών, με τους οποίους συνεργά- στηκε στην ^Εγκυκλοπαίδεια» των Ντι- ντερό και Ντ' Αλαμπέρ. Οι υλιστικές και αισθησιοκρατικές του αντιλήψεις συν- δυάζονταν με την αναγνώριση του ρόλου 244
Τυχαίο του θεού - δημιουργού ως πρώτης πηγής του Είνα». Επιδιώκοντας ν* αποδείξει το σταθερό χαρακτήρα της δράσης των νό- μων της φύσης, διατύπωσε μία από τις πρώτες παραλλαγές της ορθολογιστικής θεωρίας της κοινωνικής προόδου, προ- λαβαίνοντας τη θεωρία του Κοντορσέ. Ο Τυργκό διατύπωσε την ιδέα των τριών σταδίων της πολιτιστικής προόδου της ανθρωπότητας: του θρησκευτικού στα- δίου, του θεωρητικού και του επιστημονι- κού. Την ιδέα αυτή την ανέπτυξε αργό- τερα ο Κοντ. Το κύριο έργο του Τυργκό είναι οι «Σκέ- ψεις για τη δημιουργία και την κατανομή του πλούτου» (1766). Μετά το Φ. Κενέ και άλλους φυσιοκράτες ο Τυργκό υπε- ρασπιζόταν την αρχή της ελευθερίας της οικονομικής δραστηριότητας. Είναι ο πρώτος που προσέγγισε το νόημα και τις συνέπειες που έχει η ιδιοκτησία στα μέ- σα παραγωγής για την ταξική διαίρεση της κοινωνίας διέκρινε, στους κόλπους της «αγροτικής τάξης» και της «τάξης των βιοτεχνών», τους επιχειρηματίες και τους μισθωτούς εργάτες. Ο Τυργκό υ- πήρξε θεωρητικός του καπιταλισμού και, όπως έγραφε ο Κ. Μαρξ, «... ήταν ένας από τους διανοούμενους ήρωες, που α- νέτρεψαν το παλιό καθεστώς...» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 15, σελ. 384), δηλαδή το φεουδαρχικό. ■ Oeuvres, ν. 1 - 5, Ρ., 1913 - 23* σε ρωσ. με- τφ.: Επιλογή φιλοσοφικών έργων, Μ., 1937 Ε- πιλογή οικονομικών έργων, Μ., 1961. • Βόλγκιν Β. Π., Η ανάπτυξη της κοινωνικής σκέψης στη Γαλλία το 18ο αι., Μ., 1958* Φό0 Ε., Η δυσμένεκι του Τυργκό της 12ης Μαΐου 1776, μετφ. από τα γαλ., Μ., 1979. Θεώρηση Φ. Βώρου Τυχαίο, βλ. Αναγκαιότητα και τυχαίο. 245
Ύλη (λατ. materia). «... Φιλθ(κκρική κα- τηγορία που δηλώνει την αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία γίνεται αντιλη- πτή στον άνθρωπο μέσω των αισθήσεων, η οποία αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, απεικονίζεται από τις αισθήσεις μας και υπάρχει ανεξάρτητα απ * αυτές» (Λένιν Β. Ι.. Άπαντα, τ. 18, σελ. 131). Ύλη εί- ναι το άπειρο πλήθος όλων των αντικει- μένων και συστημάτων, που υπάρχουν στον κόσμο, το υπόστρωμα κάθε ιδιότη- τας, σύνδεσης σχέσης και μορφής της κίνησης. Η ύλη περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα απευθείας παρατηρούμενα αντι- κείμενα και σώματα της φύσης, αλλά και όλα εκείνα που μπορούν καταρχήν να γί- νουν γνωστά στο μέλλον με την τελειο- ποίηση των μέσων παρατήρησης και του πειράματος. Ολος ο κόσμος που μας περιβάλλει αποτελεί κινούμενη ύλη στην άπειρη ποικιλία των μορφών και εκφάν- σεων της, σ* όλες τις ιδιότητες, συνδέ- σεις και σχέσεις της. Η μαρξιστική - λενι- νιστική αντίληψη της ύλης συνδέεται ορ- γανικά με τη διαλεκτική - υλιστική λύση του βασικού προβλήματος της φιλοσο- φίας· στηρίζεται στην αρχή της υλιστικής ενότητας του κόσμου, στην αρχή ότι η ύλη είναι το πρωτεύον σε σχέση με την ανθρώπινη συνείδηση και στην αρχή της γνωσιμότητας του κόσμου με τη συνεχή μελέτη των συγκεκριμένων ιδιοτήτων, σχέσεων και μορφών κίνησης της ύλης (βλ. Υλιομός). Στην υλιστική φιλοσοφία η ύλη ορίζεται ως ουσία (βάση) όλων των πραγμάτων και των φαινομένων του κόσμου. Η άποψη αυτή αντιτίθεται στη θρησκευτική - ιδεα- λιστική κοσμοαντίληψη, η οποία δέχεται ως ουσία του κόσμου τη θεϊκή θέληση, το απόλυτο πγεύμα, την ανθρώπινη συνεί- δηση αποσπασμένη από τον εγκέφαλο και απολυτοποιημένη και θεοποιημένη. Από την άλλη πλευρά, στην προμαρξιστι- κή φιλοσοφία η υλική ουσία συχνά εκλαμ- βανόταν ως πρωτοϋλη, αναγόταν σε πρωταρχικά και χωρίς δομή στοιχεία τα ο- ποία ταυτίζονταν με τα αδιαίρετα άτομα. Υποστηριζόταν ότι, ενώ τα δώφορα στοι- χεία και τα υλικά μορφώματα μπορούν να γεννώνται και να χάνονται, η ύλη είναι α- δημιούργητη και άφθαρτη, πάντα σταθε- ρή ως προς την ουσία της* μεταβάλλο- νται μόνον οι συγκεκριμένες μορφές ύ- παρξης της, οι ποσοτικοί συνδυασμοί και η αμοιβαία διάταξη των στοιχείων της κ.λπ. Στη σύγχρονη επιστήμη η έννοια «ουσία» υπέστη ριζικές αλλαγές. Ο διαλεκτικός υλισμός αναγνωρίζει την ουσιαστικότητα της ύλης, αλλά μόνο με μια εντελώς συ- γκεκριμένη έννοια: στο πλαίσιο της υλι- στικής λύσης του βασικού προβλήματος της φιλοσοφίας και της αποκάλυψης της φύσης των διαφόρων ιδιοτήτων και μορ- φών κίνησης των σωμάτων. Συγκεκριμέ- να, η ύλη και όχι η συνείδηση ή το φαντα- στικό θεϊκό πνεύμα είναι η ουσία όλων των ιδιοτήτων, δεσμών και μορφών κίνη- σης που υπάρχουν πραγματικά στον κό- σμο, είναι η έσχατη βάση όλων των πνευ- ματικών φαινομένων. Καμιά ιδιότητα και 246
Υλη μορφή κίνησης δεν μπορεί να υπάρξει από μόνη της, και οι δύο ενυπάρχουν πά- ντοτε στα συγκεκριμένα υλικά μορφώμα- τα που αποτελούν το υπόστρωμα τους. Η έννοια «ουσία» είναι, από την άποψη αυ- τή, ισοδύναμη της έννοιας του καθολι- κού υλικού υποστρώματος των διαφόρων διαδικασιών και φαινομένων στον κόσμο. Η αναγνώριση της ουσιασπκότητας και του απόλυτου της ύλης είναι ισοδύναμη και με την αρχή της υλικής ενότητας του κόσμου, η οποία επιβεβαιώνεται απ' όλη την ιστορική ανάπτυξη της επιστήμης και της πρακτικής. Εδώ, ωστόσο, πρέπει να παρθεί υπόψη ότι η ίδια η ύλη υπάρχει με τη μορφή της άπειρης πολυμορφίας των συγκεκριμένων μορφωμάτων και συστη- μάτων. Στη δομή κάθε μιας απ* αυτές τις συγκεκριμένες μορφές της ύλης δεν υ- πάρχει καμιά πρωταρχική, χωρίς δομή κι αμετάβλητη ουσία, που να αποτελεί τη βάση όλων των ιδιοτήτων της ύλης. Κάθε υλικό αντικείμενο διαθέτει μιαν ανεξά- ντλητη πολυμορφία δομικών συνδέσεων, είναι ικανό για εσωτερικές αλλαγές, για μετατροπές σε ποιοτικά άλλες μορφές της ύλης. «Η «ουσία» των πραγμάτων - έγραφε ο Β. Ι. Λένιν- είναι κι αυτή σχετι- κή* εκφράζει μόνο την όλο και βαθύτερη ανθρώπινη γνώση των αντικειμένων, και μ' όλο που χτες ακόμα η γνώση αυτή δεν πήγαινε πέρα από το άτομο και σήμερα δεν πάει πιο πέρα από το ηλεκτρόνιο και τον αιθέρα, ο διαλεκτικός υλισμός επιμέ- νει ότι όλοι αυτοί οι σταθμοί της γνώσης της φύσης που σημαδεύουν την πρόοδο της ανθρώπινης επιστήμης έχουν παρο- δικό, σχετικό και προσεγγίζοντα χαρα- κτήρα. Το ηλεκτρόνιο είναι εξίσου ανε- ξάντλητο με το άτομο, η φύση είναι άπει- ρη...» (στο ίδιο, σελ. 277). Από το άλλο μέρος, για την πρόοδο της επιστημονι- κής γνώσης και την ανασκευή των διαφό- ρων ιδεαλιστικών θεωριών είναι πάντα βασικό να δείχνουμε το υλικό υπόστρωμα που βρίσκεται στη βάση των ερευνώμε- νων στη συγκεκριμένη περίοδο φαινομέ- νων, ιδιοτήτων και μορφών κίνησης του αντικειμενικού κόσμου. Τα υλικά αντικείμενα έχουν πάντα μια ε- σωτερική τάξη και μια συστημική οργάνω- ση. Η τάξη εκδηλώνεται στη νομοτελεια- κή κίνηση και αλληλεπίδραση όλων των στοιχείων της ύλης, χάρη στην οποία συ- νενώνονται σε συστήματα. Η σύγχρονη επιστήμη γνωρίζει τους παρακάτω τύ- πους υλικών συστημάτων και τα αντίστοι- χα δομικά επίπεδα της ύλης: τα στοιχειώ- δη σωμάτια και τα πεδία (ηλεκτρομαγνη- τικό, βαρύτητας κ.ά.), τα άτομα, τα μόρια, τα μακροσκοπικά σώματα διαφόρων με- γεθών, τα γεωλογικά συστήματα, τη Γη και τους πλανήτες, τα άστρα, τα εσωγα- λαξιακά συστήματα (διάχυτα νεφελώμα- τα, αστρικές συσσωρεύσεις κ.ά.), το Γα- λαξία, το σύστημα γαλαξιών, το Μεταγα- λαξία (τα όρια κι η δομή του οποίου ακό- μα δεν έχουν προσδιοριστεί). Η έμβια ύλη και η κοινωνικά οργανωμένη ύλη είναι γνωστή, προς το παρόν, μόνο στη Γη. Η εμφάνιση τους είναι αποτέλε- σμα της φυσικής και νομοτελειακής αυ- τοεξέλιξης της ύλης, τόσο αναπόσπα- στης από την ύπαρξη της, όσο και η κίνη- ση, η δομικότητα κ.ά. ιδιότητες της. ' Εμ- βια ύλη είναι το σύνολο των οργανισμών που είναι ικανοί για αυτοαναπαραγωγή με τη μετάδοση και τη συσσώρευση, κατά τη διαδικασία της εξέλιξης, της γενετικής πληροφορίας. Κοινωνικά οργανωμένη ύλη είναι η ανώτατη μορφή ανάπτυξης της ζωής, το σύνολο των ατόμων και κοι- νοτήτων διαφόρων βαθμίδων που σκέ- πτονται και συνειδητά μετασχηματίζουν την πραγματικότητα. ' Ολα τούτα τα είδη της ύλης έχουν επίσης συστημική οργά- νωση. Στη δομή των κοινωνικών συστη- μάτων μετέχουν και διάφορα τεχνητά υ- λικά συστήματα που δημιούργησαν οι άν- θρωποι για την πραγματοποίηση των στό- χων τους. Στην προμαρξιστική φιλοσοφία και φυσιο- 247
Υλη γνωσία, η ύλη ως φιλοσοφική κατηγορία ταυτιζόταν συχνά με ορισμένα συγκεκρι- μένα είδη της, όπως, π.χ., με την ουσία, με τα άτομα των χημικών ενώσεων ή με ορισμένη ιδιότητα της ύλης, όπως η μά- ζα, που εθεωρείτο ως μέτρο ποσότητας της ύλης. Στην πραγματικότητα, η ουσία δεν περιλαμβάνει όλη την ύλη, αλλά μό- νο τα αντικείμενα και τα συστήματα που διαθέτουν μάζα ηρεμίας. Στον κόσμο υ- πάρχουν και είδη ύλης τα οποία δεν έ- χουν μάζα ηρεμίας: το ηλεκτρομαγνητι- κό πεδίο και τα κβάντα του - τα φωτόνια, το πεδίο βαρύτητας (πεδίο έλξης), το νε- τρόνιο. Στον κόσμο μπορεί να υπάρχουν και πλήθος άλλων, άγνωστων ακόμα σε μας, ειδών ύλης με ασυνήθιστες, ειδικές ιδιότητες, όμως όλα αυτά είναι στοιχεία της αντικειμενικής πραγματικότητας που υπάρχει ανεξάρτητα από τη δική μας συ- νείδηση. Η αναγωγή της ύλης, ως αντικειμενικής πραγματικότητας, σε ορισμένες επιμέ- ρους καταστάσεις και ιδιότητες της προ- καλούσε κρίσεις στην ιστορία της επιστή- μης. Αυτό συνέβη στα τέλη του 19ου - αρχές του 20ού αιώνα, όταν αποκαλύ- φθηκε το λάθος της ταύτισης της ύλης με τα αδιαίρετα άτομα, με την ουσία. Τό- τε ορισμένοι ιδεαλιστικά προσανατολι- σμένοι φυσικοί έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η «ύλη εξαφανίστηκε», «ο υλισμός διαψεύστηκε οριστικά» κ.λπ. Τα συμπε- ράσματα αυτά ήταν λανθασμένα, αλλά το ξεπέρασμα της μεθοδολογικής κρίσης της φυσικής απαιτούσε μια περαιτέρω ε- πεξεργασία της διαλεκτικής - υλιστικής αντίληψης της ύλης και των βασικών της ιδιοτήτων. Η ταύτιση, σε κάποιο στάδιο της γνώσης, της φιλοσοφικής έννοιας της ύλης, ως α- ντικειμενικής πραγματικότητας, με τις συγκεκριμένες επιστημονικές ιδέες για τη δομή της και τις μορφές της. οδηγεί ουσιαστικά στον αποκλεισμό από τη δομή της ύλης άγνωστων ακόμη, αλλά πραγμα- τικών αντικείμενων και συστημάτων, πράγμα που αντιφάσκει στην αρχή της υ- λικής ενότητας του κόσμου. Η ενότητα τούτη εκφράζεται με πλήθος συγκεκρι- μένων μορφών, που φέρνει στο φως η ε- πιστήμη και η πρακτική. Η υλική ενότητα του κόσμου εκδηλώνεται στην αμοιβαία σύνδεση όλων των δομικών επιπέδων της ύλης, στην αλληλεξάρτηση των φαι- νομένων του μικρόκοσμου και του μεγα- κόσμου. Βρίσκει επίσης την έκφραση της στην παρουσία μέσα στην ύλη ενός συ- μπλέγματος καθολικών ιδιοτήτων και δια- λεκτικών νόμων δομικής οργάνωσης, αλ- λαγής κι ανάπτυξης. Στις καθολικές ιδιό- τητες της ύλης ανήκουν το αδημιούργη- το και η αφθαρσία της, η αιωνιότητα της στο χρόνο και το άπειρο της στο χώρο, το ανεξάντλητο της δομής της. Με την ύλη είναι πάντα σύμφυτες η κίνηση και η αλ- λαγή, η νομοτελειακή αυτοανάπτυξη, που εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, η μετατροπή της μκις κατάστασης σε άλ- λη. Καθολικές μορφές ύπαρξης της ύλης εί- ναι ο χώρος και ο χρόνος, που δεν υπάρ- χουν έξω από την ύλη, όπως δεν μπο- ρούν να υπάρξουν και υλικά αντικείμενα που να μην έχουν χωροχρονικές ιδιότη- τες. Καθολική ιδιότητα της ύλης είναι ο ετεροκαθορισμός όλων των φαινομένων, η εξάρτηση τους από τις δομικές συνδέ- σεις στα υλικά συστήματα και από τις ε- ξωτερικές επιδράσεις, από τις αιτίες και τις συνθήκες που τα προκαλούν. Η αλλη- λόδραση οδηγεί στην αμοιβαία μεταλλα- γή των σωμάτων (ή των καταστάσεων τους) και στην αντανάκλαση. Η αντανά- κλαση που εκδηλώνεται μέσα σ* όλες τις διαδικασίες εξαρτάται από τη δομή των αλληλοδρώντων συστημάτων και από το χαρακτήρα των εξωτερικών επιδράσεων. Η μακραίωνη εξέλιξη της ιδιότητας της αντανάκλασης οδηγεί, με την πρόοδο της έμβιας φύσης και της κοινωνίας, στην εμφάνιση της ανώτερης μορφής 248
Υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας της: της αφηρημένης σκέψης, δκιμέσου της οποίας η ύλη φτάνει, σαν να λέμε, στη συνειδητοποίηση των νόμων της ύ- παρξης της και της ίδιας της προσανατο- λισμένης σ' ένα σκοπό αλλαγής. Οι κα- θολικές ιδιότητες της ύλης που εκδηλώ- νονται και στους καθολικούς νόμους της ύπαρξης και εξέλιξης της, αποκαλύπτο- νται από το διαλεκτικό υλισμό κι απ' όλη τη σύγχρονη επιστήμη. • Φ. ' Ενγκελς , Αντί - Ντύρινγκ, μέρ. πρώτο, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20* του ίδιου, Η διαλεκτική της φύσης, στο ίδιο· Β. Ι. Λένιν, Υλισμός κι εμτιεψιοκρσικισμός, Απα- ντα, τ. 18· του ίδιου, Καρλ Μαρξ, στο ίδιο, τ. 26' Αρχίψεφ Φ. Τ., Η ύλη ως φιλοσοφική κα- τηγορία, Μ., 1961· Φιλοσοφικά προβλήματα της φυσικής των στοιχειωδών σωματίων. Μ., 1963* Η διαλεκτική στις επιστήμες για την ά- βια φύση, Μ., 1964, τμ. 2 Μελιούχιν Σ. Τ., Η ύλη στην ενότητα της, στο άπεψο και στην α- νάπτυξη της. Μ., 1966* του ίδιου, Η υλική ε- νότητα του κόσμου στο φως της σύγχρονης επιστήμης. Μ., 1967* Δομή και μορφές της ύ- λης, Μ., 1967' Κέντροφ Μπ. Μ., ΟΛένινκαιη επανάσταση στις επιστήμες της φύσης του 20ού αιώνα, Μ., 1969* Ο Λένιν και οι σύγχρο- νες επιστήμες της φύσης, Μ., 1969· Γκοτ Β. Σ., Φιλοσοφικά ζητήματα της σύγχρονης φυ- σικής, Μ., 1972· Διαλεκτικός υλισμός, Μ., 1975, κεφ. 1 και 6· Υλιστική διαλεκτική. Σύ- ντομο δοκίμιο της Θεωρίας, Μ.. 1980* Οι βά- σεις της μαρξιστικής - λενινιστικής φιλοσο- φίας, Μ., 1980* Φιλοσοφία. Φυσική. Νεοτερι- κότητα. Αποτελέσματα και προοπτικές της έ- ρευνας, 1970 1980 (Συλλ. άρθρων). Μ., 1981. Σ. Τ. Μελιούχιν Θεώρηση Πάν. Κρητικού Ύλη, με 777 οτενή έννοια. Είδος της ύ- λης, το οποίο, σε διάκριση από το φυσικό πεδίο, διαθέτει μάζα αδρανείας. Σε τε- λευταία ανάλυση, η ύλη (με τη σημασία αυτή) αποτελείται από στοιχειώδη σωμα- τίδια, η μάζα αδρανείας των οποίων δεν ι- σούται με μηδέν (κυρίως από ηλεκτρό- νια, πρωτόνια και ουδετερόνια). Στην κλασική φυσική η ύλη, με τη σημασία αυ- τή, και το φυσικό πεδίο αντιπαρατίθονταν απόλυτα το ένα στο άλλο ως δύο εί- δη της ύλης, που η δομή τους ήταν του μεν πρώτου ασυνεχής, του δε δεύτερου συνεχής. Η κβαντική φυσική, η οποία ει- σήγαγε την ιδέα της διττής σωματιδιακής - κυματικής φύσης κάθε μικροαντικειμέ- νου, οδήγησε στην ισοπέδωση αυτής της αντιπαράθεσης. Η αποκάλυψη της στε- νής αλληλοσύνδεσης της ύλης και του πεδίου οδήγησε στον εμπλουτισμό των αντιλήψεων για τη δομή της ύλης. Πάνω στη βάση αυτή έγινε αυστηρή οριοθέτη- ση των κατηγοριών της ύλης με τη στενή σημασία και της ύλης γενικά, που για πολλούς αιώνες ταυτίζονταν στη φιλοσο- φία και σπιν επισπίμη, και μάλιστα η φι- λοσοφική σημασία παρέμενε στην κατη- γορία της ύλης, ενώ η έννοια της ύλης με τη στενή σημασία διατήρησε επιστη- μονική σημασία στη φυσική και τη χημεία. Η ύλη με τη στενή σημασία, στις συνθή- κες της γης, απαντάται σε τέσσερις κατα- στάσεις: αέρια, υγρά, στερεά σώματα, πλάσμα. Εκφράζεται η υπόθεση ότι η ύλη με τη στενή σημασία μπορεί επίσης να υ- πάρξει και σε ειδική, υπερσυμπαγή (π.χ., στο ουδετερόνιο) κατάσταση. • Βαβίλοφ Σ. ι, Η ανάπτυξη της ιδέας της ύ- λης με τη στενή σημασία, Επιλογή έργων, τ. 3, Μ., 1956, σελ. 41 - 62· Η δομή και οι μορφές της ύλης. [Συλ. άρθρων], Μ.. 1967 /. Σ. Αλεξέγεφ Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Υλικό, βλ. Ύλη με τη στενή έννοια. Υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας. Το ιστορικά καθορισμένο σύνολο των μέσων εργασίας, της τεχνολογίας της παραγω- γής και της τεχνικής της οργάνωσης. 249
Υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας που αποτελούν σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία μέσο παραγωγής των απαραίτη- των στη ζωή αγαθών. Καθοριστικό στοι- χείο της υλικοτεχνικής βάσης της κοινω- νίας είναι τα μέσα εργασίας, το «οστέινο και μυϊκό σύσπιμα της παραγωγής», που ενδυναμώνει τα φυσικά όργανα του αν- θρώπου και αποτελεί τον αγωγό της επί- δρασης του στο αντικείμενο της εργα- σίας (Κ. Μαρξ, βλ. Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 23, σελ. 191). Η υλικοτεχνι- κή βάση του κομμουνισμού, που θέτει ανά- μεσα στον άνθρωπο και το αντικείμενο της εργασίας την αυτοματοποιημένη και μηχανοποιημένη παραγωγή, εμφανίζεται πλέον όχι μόνο ως «συνέχεια του χε- ριού», αλλά και ως «συνέχεια του εγκέ- φαλου» του ανθρώπου, πράγμα που με- ταμορφώνει ποιοτικά την υλικοτεχνική βάση των προηγούμενων κοινωνικών σχηματισμών. Η γνήσια επιστημονική ε- πεξεργασία του φιλοσοφικού και κοινω- νιολογικού περιεχομένου της έννοιας «υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας» ανή- κει στον Κ. Μαρξ. Ο Μαρξ υπογράμμιζε ότι η τεχνολογία αποκαλύπτει την ενερ- γό σχέση του ανθρώπου προς τη φύση, την άμεση διαδικασία παραγωγής των κοινωνικών του συνθηκών ζωής και των πνευματικών του αντιλήψεων, που απορ- ρέουν από τις συνθήκες αυτές. Οι οικο- νομικές εποχές διακρίνονται όχι από το τι παράγουν, αλλά από το πώς το παρά- γουν, με ποια μέσα εργασίας (βλ. στο ί- διο). Η υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας κατέ- χει ιδιαίτερη θέση στο σύστημα των πα- ραγωγικών δυνάμεων μιας ιστορικά καθο- ρισμένης κοινωνίας. Η υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας είναι έννοια πιο στενή απ* ό,τι οι παραγωγικές δυνάμεις, δεδομένου ότι δεν περιλαμβά- νει την εργατική δύναμη, αποτελεί όμως καθοριστικό τους στοιχείο. Η βάση αυτή αποδείχνεται ο τελικός παράγοντας που καθορίζει και εκείνες τις σχέσεις παρα- γωγής, που καθιερώνονται ως αποτέλε- σμα της δράσης του νόμου της αντιστοι- χίας των σχέσεων παραγωγής στο χαρα- κτήρα και το επίπεδο ανάπτυξης των πα- ραγωγικών δυνάμεων. Η υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας όχι μόνο καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την ύπαρξη ή την ανάγκη αλλαγής των συγκεκριμένων σχέσεων παραγωγής, αλλά και η ίδια λει- τουργεί και αναπτύσσεται κάτω από την επίδραση τους. Οι σχέσεις παραγωγής δρουν είτε ως μορφή ανάπτυξης της υλι- κοτεχνικής βάσης της κοινωνίας, αν αυ- τές αντιστοιχούν στις παραγωγικές δυ- νάμεις, είτε ως τροχοπέδη για την ανά- πτυξη της, αν αυτές έρχονται σε αντίθε- ση με τις τελευταίες. Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, υ- ποτάσσοντας την ανάπτυξη της παραγω- γής στα συμφέροντα των ίδιων των εργα- ζομένων, δημιουργούν ποιοτικά διαφο- ρετικά υλικά και πνευματικά κίνητρα για την ανάπτυξη και την πιο παραγωγική α- ξιοποίηση της υλικοτεχνικής βάσης της κοινωνίας. Ως υλοποίηση της παραγωγι- κής εμπειρίας, της εξάσκησης και των γνώσεων των ανθρώπων η υλικοτεχνική βάση εμ(ρανίζεται ως εμπράγματη εν- σάρκωση του χαρακτήρα και του επιπέ- δου των παραγωγικών δυνάμεων, των πο- σοτικών και ποιοτικών τους αλλαγών, α- ποτελεί δείκτη του βαθμού γνώσης και κυριαρχίας πάνω στη φύση, που έχει πε- τύχει η κοινωνία onrjv κάθε εποχή. Κάθε νέα γενεά ανθρώπων χρησιμοποιεί την υ- πάρχουσα υλικοτεχνική βάση της κοινω- νίας ως βάση της ύπαρξης και ανάπτυ- ξης του τρόπου παραγωγής, γι' αυτό και εμ(ρανίζεται ως βάση της σύνδεσης και της συνέχειας στην ιστορία. Σε όλους τους προκαπιταλιστικούς κοι- νωνικούς σχηματισμούς η υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας λειτουργούσε και α- ναπτυσσόταν με βάση τις εμπειρικές γνώσεις, την καθημερινή εμπειρία και τις παραδοσιακές μεθόδους. Με την εμφά- 250
«Υλισμός και εμπειριοκρπικισμός» νιση της μηχανοποιημένης παραγωγής, την οποία ο Μαρξ αποκάλεσε «πραγμα- τωμένη δύναμη της γνώσης», η επιστήμη αρχίζει να χρησιμοποιείται όλο και πιο πλατιά στις τεχνολογικές διαδικασίες και την οργάνωση της εργασίας. Στο βαθμό που η παραγωγή αποτελεί τεχνολογική συνέχεια της επιστήμης, η τελευταία όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό μετατρέ- πεται σε άμεση παραγωγική δύναμη. Η έ- νωση των επιτεύξεων της σύγχρονης ε- πιστημονικοτεχνικής επανάστασης με τα πλεονεκτήματα του σοσιαλιστικού τρό- που παραγωγής αποτελεί τη βασική κα- τεύθυνση ανάπτυξης της υλικοτεχνικής βάσης του αναπτυγμένου σοσιαλισμού. Από την άποψη των κοινωνικοοικονομι- κών και όχι των τεχνικών της λειτουρ- γιών, η υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας προσδιορίζει σε τελευταία ανάλυση την παραγωγικότητα της κοινωνικής εργα- σίας, πράγμα που αποτελεί βασική προϋ- πόθεση για τη νίκη του ενός κοινωνικού καθεστώτος επί του άλλου. Ταυτόχρονα, ο μαρξισμός - λενινισμός υπογραμμίζει ότι η επίδραση της υλικοτεχνικής βάσης στην κοινωνική, πολιτική και πνευματική ζωή της κοινωνίας δεν ασκείται άμεσα, αλλά έμμεσα, μέσω των σχέσεων παρα- γωγής. Ο μαρξισμός - λενινισμός απορρί- πτει τόσο την απόσπαση της υλικοτεχνι- κής βάσης της κοινωνίας από την κοινω- νική μορφή της λειτουργίας και ανάπτυ- ξης της, όσο και την απολυτοποίηση του ρόλου της στην κοινωνικρίστορική εξέλι- ξη. Κάτω από την επίδραση των έργων των αστών επιστημόνων (Λ. Νουαρέ, Ε. Κάπ- πα), ο Μπερνστάιν και αργότερα και ο Κάουτσκι διαστρέβλωναν τη μαρξιστική διδασκαλία σχετικά με την υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας στο πνεύμα του χυ- δαίου κοινωνιολογισμού. Είχαν μετατρέ- ψει σε φετίχ την τεχνική πρόοδο, υπο- στηρίζοντας ότι αυτή θα οδηγήσει αυτό- ματα στη «χρεοκοπία του καπιταλισμού». Πολλές φιλοσοφικές και κοινωνικοοικο- νομικές αστικές και αναθεωρητικές θεω- ρίες στηρίζονται στην «τεχνολογική αι- τιοκρατία», που απολυτοποιεί το ρόλο της τεχνικής και της υλικοτεχνικής βά- σης της κοινωνίας στην κοινωνική ανά- πτυξη. Απ' αυτή ξεκινούν τόσο οι απολο- γητικές ως προς τη σχέση τους με τον καπιταλισμό θεωρίες, που προσπαθούν να θεμελιώσουν τη δυνατότητα ανάπτυ- ξης του χωρίς κρίσεις και τον ειρηνικό μετασχηματισμό του σε «νέα κοινωνία» (διάφορες τεχνοκρατικές αντιλήψεις, θεωρίες της «βιομηχανικής» και «μετα- βιομηχανικής» κοινωνίας), όσο και οι α- παισιόδοξες «κριτικές» θεωρίες, που θε- ωρούν την επιστήμη και την τεχνική ως την κύρια αιτία των αντιθέσεων και των δεινών της σύγχρονης κοινωνίας. • Μαρξ Κ., Η αθλιότητα της φιλοοοφίας, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 4· του ίδιου, «Το κεφάλαιο**, στο ίδιο, τ. 23 του ί- διου, Γράμμα στον Π. Β. Αννενκοφ της 28ης Δεκεμβρίου 1846, στο ίδιο, τ. 27' του ίδιου, Οικονομικά χειρόγραφα 1857-1859, μερ. 1 - 2, στο ίδιο, τ. 46, μερ. 1 - 2* Λένιν Β. Ι., Τα ά- μεσα προβλήματα της Σοβιετικής εξουσίας, Άπαντα, τ. 36* του ίδιου. Το 8ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, στις 22 - 29 Δεκεμ- βρίου 1920. στο ίδιο. τ. 42· Το Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ (Ψηφίστηκε στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ), Μ., 1976· Υλικά του 25ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1976" Υλικά του 26ου Συνε- δρίου του ΚΚΣΕ, Μ., 1981 Ο μαρξισμός - λε- νινισμός για την υλικοτεχνική βάση του κομ- μουνισμού, Μ., 1963. Μ. Γ. Κόβαλζον Θεώρηση Β. Φίλια «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός. Κριτικές σημειώσεις για μία αντιδραστική φιλοσοφία». Το κύριο φιλοσοφικό έργο του Β. Ι. Λένιν. Γράφτηκε το Φεβρουάριο - Οκτώβριο του 1908 και δημοσιεύθηκε το Μάιο του 1909. Στο έργο αυτό ο Λένιν έδωσε απάντηση 251
«Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» στα πολύπλοκα μεθοδολογικά προβλήμα- τα που προέκυψαν τόοο από την κοινωνι- κή εξέλιξη, όσο και από την ανάπτυξη της επιστήμης. Στο βιβλίο γίνεται ολό- πλευρη επεξεργασία σειράς ζητημάτων του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, α- σκείται κριτική στην ιδεαλιστική φιλοσο- φία που προσπαθούσε να εκμεταλλευθεί τα νέα γνωσιολογικά και κοινωνικά προ- βλήματα. Ο οργανικός αυτός συνδυα- σμός της δημιουργικής ανάλυσης των νέων προβλημάτων και της κριτικής των αντιμαρξιστικών αντιλήψεων, που χαρα- κτηρίζει το έργο «νλίσμός και εμπειριο- κριτικισμός», αποτελεί ένα από τα βασικά γνωρίσματα του λενινιστικού σταδίου α- νάπτυξης της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Το βιβλίο γράφτηκε σε μια περίπλοκη ι- στορική περίοδο, όταν, μετά την ήττα της Επανάστασης του 1905 - 07 στη Ρω- σία, άρχισαν να γίνονται σε ευρεία κλίμα- κα επικίνδυνες για το επαναστατικό κίνη- μα προσπάθειες να αναθεωρηθούν οι θε- ωρητικές βάσεις του μαρξισμού με τη χρησιμοποίηση διαφόρων «νεότερων» μορφών ιδεαλισμού. Στις συνθήκες της πολιτικής αντίδρασης, η ιδεαλιστική φι- λοσοφία ήταν αντικειμενικά όργανο και αγωγός της αντίδρασης αυτής, σπέρνο- ντας τη δυσπιστία σχετικά με την ύπαρξη και τη δυνατότητα γνώσης των αντικειμε- νικών νόμων της κοινωνικής προόδου. Ο Λένιν θεωρούσε ότι η διάδοση της ιδεα- λιστικής φιλοσοφίας αποτελεί μία από τις βασικές μεθόδους πάλης της αστικής τάξης κατά του εργατικού κινήματος. Α- ντίστοιχα, στο βιβλίο αποκαλύπτεται ο α- ντιδραστικός χαρακτήρας της ιδεαλιστι- κής φιλοσοφίας σπτιν εποχή του ιμπερια- λισμού. Ταυτόχρονα με τη λενινιστική κριτική των ιδεαλιστικών φιλοσοφικών σχολών [του εμπειριοκριτικισμού (μαχι- σμού), του εμπειριομονισμού, του πραγ- ματισμού κ.ά.] γίνεται και επεξεργασία των γενικών αρχών της επιστημονικής - κριτικής ανάλυσης της αστικής φιλοσο- φίας. Το βιβλίο αποτελείται από: το «Αντί εισα- γωγής», έξι κεφάλαια, το κλείσιμο και τις «Συμπληρώσεις στην 1η παράγραφο του IV κεφαλαίου», καθώς και από τους προ- λόγους στην 1η και τη 2η έκδοση. Στο τμήμα «>Αντ/ εισαγωγής» ο Λένιν, ύστερα από μια αντιπαραβολή των απόψεων του Μπέρκλεϋ και των αντιλήψεων των μαχι- στών, υπογράμμισε ότι όλα τα επιχειρή- ματα των μαχιστών κατά των υλιστών συ- μπίπτουν με τα επιχειρήματα του Μπέρ- κλεϋ (βλ. Άπαντα, τ. 18, σελ. 31). Στα κεφάλαια Ι, II και III γίνεται κριτική ανάλυ- ση της θεωρίας της γνώσης του εμπει- ριοκριτικισμού και παράλληλη επεξεργα- σία των γνωσιολογικών προβλημάτων του διαλεκτικού υλισμού. Στο IV κεφάλαιο ε- ξετάζονται οι σχέσεις του εμπειριοκριτι- κισμού με τις άλλες σχολές του φιλοσο- φικού ιδεαλισμού. Στο V κεοράλαιο ανα- λύονται τα αίτια της εμ(ράνισης, η ουσία και η σημασία του «φυσικού» ιδεαλισμού, και στο VI ασκείται κριτική στον εμπειριο- κριτικισμό στον τομέα των κοινωνικών ε- πιστημών, ενώ ένα μέρος του είναι αφιε- ρωμένο στην ανάπτυξη των προβλημά- των του ιστορικού υλισμού. Σημειώνοντας τις ουσιαστικές αλλαγές στις συνθήκες της φιλοσοφικής πάλης, που συντελέστηκαν από την εποχή της δράσης του Κ. Μαρξ και του Φ. Έν- γκελς, ο Λένιν έγραφε: «Ο Μαρξ και ο ' Ενγκελς, που τράφηκαν από το Φόυερ- μπαχ και ανδρώθηκαν στην πάλη με τους "ατζαμήδες" ήταν φυσικό να δώσουν περισσότερη προσοχή στην αποπεράτω- ση της δόμησης της φιλοσοφίας του υλι- σμού ώς την κορυφή, δηλαδή όχι στην υ- λιστική γνωσιολογία, αλλά στην υλιστική αντίληψη της ιστορίας... Οι μαχιστές μας, θέλοντας να είναι μαρξιστές, πλη- σίασαν το μαρξισμό σε μια ιστορική πε- ρίοδο τελείως διαφορετική από τούτη. 252
«Υλισμός και εμπβιριοκριτικισμός» τον πλησία(χιν την εποχή που η αστική φιλοσοφία εξειδικευόταν ιδιαίτερα στη γνωσιολογία...» (στο ίδιο, σελ. 350). Ανα- πτύσσοντας ολόπλευρα τη μαρξιστική θεωρία της γνώσης και θεμελιώνοντας τη θεωρία της αντανάκλασης, ο Λένιν α- ποκάλυψε την υποκειμενική - ιδεαλιστική ουσία των βασικών θέσεων της γνωσιο- λογίας του Ε. Μαχ και του Ρ. Αβενά- ριους. Ο σοφιστικός χαρακτήρας της ιδε- αλιστικής φιλοσοφίας, όπως απόδειξε ο Λένιν, συνίστατο στο ότι η αίσθηση μετα- τρεπόταν σε ένα είδος φράγματος, σε ένα τείχος, που χώριζε τη συνείδηση από τον εξωτερικό κόσμο. «Η αίσθηση -έγρα- φε ο Λένιν- είναι πραγματικά μια άμεση σύνδεση της συνείδησης με τον εξωτε- ρικό κόσμο, είναι η μετατροπή της ενέρ- γειας του εξωτερικού ερεθίσματος σε δεδομένο της συνείδησης» (στο ίδιο, σελ. 39). Τα δεδομένα αυτά της συνείδη- σης δεν είναι απλώς ορισμένα συμβατικά σήματα, σύμβολα, ιερογλυφικά, αλλά α- ποτελούν αντίγραφα, απεικονίσεις πραγ- ματικών αντικειμένων και διαδικασιών, που συντελούνται στη φύση, ενώ η ίδκι η γνώση αποτελεί διαλεκτική διαδικασία α- ντανάκλασης από τη συνείδηση του αντι- κειμενικού κόσμου. Στο βιβλίο εξετάζονται ολόπλευρα τα σοβαρότερα προβλήματα της θεωρίας της αντανάκλασης, όπως τα προβλήματα της αλήθειας, η αντικειμενικότητα της και ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της, η διαλεκτική της απόλυτης και της σχετι- κής αλήθειας. Ο Λένιν εμπλούτισε τη μαρξιστική διδασκαλία για την πρακτική, υπογραμμίζοντας, ότι «η άποψη της ζω- ής, της πρακτικής πρέπει να είναι η πρώ- τη και βασική άποψη της θεωρίας της γνώσης» (στο ίδιο, σελ. 145), ότι το κρι- τήριο της πρακτικής πρέπει να περιλαμ- βάνεται στη βάση της θεωρίας της γνώ- σης. Υπερασπίζοντας και αναπτύσσοντας τη μαρξιστική θεωρία της γνώσης, ο Λένιν έδειξε επίσης την άρρηκτη εσωτερική ε- νότητα του διαλεκτικού και του ιστορικού υλισμού, την ενότητα της υλιστικής ερ- μηνείας και της φύσης, και της κοινω- νίας, και της ανθρώπινης νόησης, που α- ποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της φι- λοσοφίας του μαρξισμού. Η προσπάθεια των αναθεωρητών της Ρω- σίας και των άλλων χωρών να «συμβιβά- σουν» τον ιστορικό υλισμό με το μαχισμό σήμαινε όχι μόνο άρνηση των φιλοσοφι- κών βάσεων της οικονομικής και ιστορι- κής θεωρίας του Μαρξ, αλλά και έλλειψη κατανόησης του πραγματικού ρόλου και της σημασίας του ιστορικού υλισμού στο σύστημα της φιλοσοφίας του μαρξισμού. Ο Λένιν έδειξε, ότι η φιλοσοφία του μαρ- ξισμού αποτελεί ολοκληρωμένο φιλοσο- φικό σύστημα, που αντιτάσσεται με συνέ- πεια και χωρίς συμβιβασμούς στην αντι- δραστική ιδεαλιστική κοσμοθεωρία. Στον «Υλισμό κω εμπειριοκριτικιομό>^ αναπτύ- χθηκαν παραπέρα πολλά θεμελιώδη ζη- τήματα του ιστορικού υλισμού, όπως: η σχέση κοινωνικής συνείδησης και κοινω- νικού Είναι, ο αντικειμενικός χαρακτήρας των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και η δυνατότητα γνώσης αυτών των νόμων, οι ειδικές ιδιομορφίες των κοινωνικών νο- μοτελειών και η διαφορά τους από τους νόμους της φύσης, η σχέση της αντικει- μενικής αναγκαιότητας και η ελευθερία του ανθρώπου, ο ρόλος της προσωπικό- τητας και των ιδεών στην κοινωνική πρό- οδο. Μεγάλη ιδεολογική και μεθοδολογική ση- μασία είχε η παραπέρα επεξεργασία από το Λένιν του βασικού προβλήματος της φιλοσοφίας και των προβλημάτων ερμη- νείας της φιλοσοφικής κατηγορίας «ύλη». Ο Λένιν για μια ακόμα φορά υπο- γράμμισε: «Θα πάρουμε ως πρωτεύον τη φύση, την ύλη, το φυσικό, τον εξωτερικό κόσμο - και θα θεωρήσουμε δευτερεύον τη συνείδηση, το πνεύμα, την αίσθηση (- την εμπειρία, σύμφωνα με τη διαδομένη 253
«Υλισμός και εμπειριοκρπικισμός» στην εποχή μας ορολογία), το ψυχικό στοιχείο κ.λπ. - να ποιο είναι το θεμελιώ- δες πρόβλημα που στην ουσία εξακολου- θεί να χωρίζει τους φιλόσοφους σε δύο μεγάλα στρατόπεδα» (στο ίδιο, σελ. 356). Ταυτόχρονα, δείχνοντας τη διαλε- κτική του απόλυτου και του σχετικού κα- τά την αντιπαράθεση ύλης και συνείδη- σης, ο Λένιν τόνιζε ότι «... η αντίθεση ύ- λης και συνείδησης έχει απόλυτη ση- μασία μόνο στα όρια ενός πολύ περιορισμένου τομέα* και στην προκει- μένη περίπτωση - αποκλειστικά στα όρια του βασικού γνωσιολογικού προβλήμα- τος, δηλαδή σχετικά με το τι θα θεωρεί- ται πρωτεύον και τι δευτερεύον. Πέρα από τα όρια αυτά, η σχετικότητα της συ- γκεκριμένης αντίθεσης είναι αδιαμφι- σβήτητη» (στο ίδιο, σελ. 151). Η θυελλώδης ανάπτυξη των φυσικών επι- στημών στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αι., οι μεγάλες ανακαλύψεις στον τομέα της φυσικής αποκάλυψαν τη σχετικότητα των συγκεκριμένων φυσικών γνώσεων και απαιτούσαν τη ριζική ανα- τροπή των αντιλήψεων που υπήρχαν σχε- τικά με τη δομή της ύλης και την αλληλο- σύνδεση των διάφορων μορφών της. Πά- νω στη βάση αυτή εμφανίστηκε ο λεγό- μενος φυσικός ιδεαλισμός και η θέση του ότι «η ύλη εξαφανίστηκε». Ο Λένιν απέδειξε ότι δεν είναι σωστό να ταυτίζο-^ νται οι συγκεκριμένες φυσικές αντιλή- ψεις όσον αφορά τη δομή της ύλης με τη φιλοσοφική κατηγορία της ύλης (βλ. στο ίδιο, σελ. 131). Ο Λένιν διέκρινε δύο πη- γές της κρίσης που εμφανίστηκε στις φυσικές επιστήμες: την επαναστατική α- νάπτυξη της επιστήμης και τις αντιδρα- στικές τάσεις της ιδεαλιστικής φιλοσο- φίας. Επικρίνοντας αυστηρά τις τελευ- ταίες, ο Λένιν έδωσε διαλεκτική - υλιστι- κή ερμηνεία των διαδικασιών ανάπτυξης της φυσιογνωσίας, διατύπωσε μια σειρά από θεμελιακές φιλοσοφικές θέσεις, που δικαιώθηκαν πανηγυρικά με την εξέ- λιξη της επιστημονικοτεχνικής επανά- στασης. Στο βιβλίο «Υλισμός και εμπειριοκριτικι- σμός» δείχνεται η αντίθεση της μαρξιστι- κής και της θρησκευτικής κοσμοθεω- ρίας, αποκαλύπτεται η θεωρητική ανεδα- φικότητα και η αντιδραστικότητα της λε- γόμενης θεοπλασίας, που προσπάθησε να «συμβιβάσει» τον επιστημονικό σοσια- λισμό και τη θρησκεία, γίνεται επεξεργα- σία των βασικών μεθοδολογικών αρχών της κριτικής του φιντεϊσμού, ο οποίος «... δεν απορρίπτει καθόλου την επιστήμη· α- πορρίπτει μόνο τις "υπερβολικές αξιώ- σεις" της επιστήμης και, ακριβώς, τις α- ξιώσεις για την αντικειμενική αλήθεια» (στο ίδιο, σελ. 127). Ο Λένιν έδειξε πει- στικά, ότί ο αντικειμενικός αντιδραστικός ρόλος των ιδεαλιστικών σχολών εκφρά- ζεται πιο καθαρά στην εξυπηρέτηση του φιντεϊσμού. Στο έργο αυτό του Λένιν θεμελιώνεται ο- λόπλευρα η μαρξιστική αρχή της κομμα- τικότητας της φιλοσοφίας, επισημαίνεται η θεμελιακή σημασία της καθαρής και σαφούς διάκρισης των αφαιτηριακών αρ- χών κάθε συγκεκριμένης φιλοσοφικής σχολής για να φανεί η σχέση της με τις βασικές φιλοσοφικές κατευθύνσεις και, σε τελευταία ανάλυση, η σχέση της με τα συμφέροντα αυτών ή εκείνων των κοι- νωνικών ομάδων και τάξεων, η σχέση της με την κοινωνική πρόοδο. «... Πίσω από το γνωσιολογικό σχολαστικισμό του ε- μπειριοκριτικισμού -έγραφε ο Λένιν- δεν μπορούμε να μη δούμε την πάλη των κομμάτων στη φιλοσοφία, μία πάλη που, σε τελευταία ανάλυση, εκφράζει τις τά- σεις και την ιδεολογία των εχθρικών τά- ξεων της σύγχρονης κοινωνίας. Η νεότε- ρη φιλοσοφία είναι το ίδιο κομματική, ό- πως ήταν η φιλοσοφία και πριν από δύο χιλιάδες χρόνια» (στο ίδιο, σελ. 380). Η ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης μετά την έκδοση του βιβλίου «νΛ/σμός και εμπειριοκριτικισμός» επιβεβαίωσε 254
Υλοζωισμός την ορθότητα των λενινικών συμπερα- σμάτων, την ορθότητα των επιστημονι- κών διαλεκτικών - υλιστικών αρχών. Το βιβλίο αυτό του Λένιν σημείωσε εποχή στην ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσο- φίας και εξακολουθεί να αποτελεί παρά- δειγμα δημιουργικής επεξεργασίας των προβλημάτων της κοινωνικής ανάπτυ- ξης, των επιτευγμάτων της επισπίμης, α- ποτελεί υπόδειγμα στηλίτευσης της αντι- δραστικής ουσίας της αστικής ιδεολο- γίας και του αναθεωρητιομού. • Ένα μεγάλο έργο του μαχόμενου υλι- σμού, Μ., 1959* Οκούλοφ Α. Φ.. Μσβενιγερά- τζε Β. Β., Ένα μεγάλο φιλοοοφικό έργο το δημιουργικού μαρξισμού, Μ., 1959' Κέντροφ Μη. 1\Λ., Ο Λένιν και η επανάσταση στη φυσιο- γνωσία του 20ού αι., Μ., 1969 του ίδιου, Πώς να μελετάμε το βιβλίο του Β. Ι. Λένιν «Υλι- σμός και εμπειριοκριτικισμός», Μ., 1972· I- λιένκοφ Ε. Β.. Η λενινιστική διαλεκτική και η μεταφυσική του θετικισμού. Σκέψεις για το βιβλίο του Β. Ι. Λένιν «Υλισμός και εμπειριο- κριτικισμός, Μ., 1980* Το έργο του Β. Ι. Λένιν «Υλισμός και εμηειριοκρσικισμός» και η σύγ- χρονη εποχή, Μ., 1980* Γκάποτσκα Μ. Π., Υλι- σμός εναντίον <ριντεϊσμού. Οι λενινιστικές αρχές της κριτικής του φιντεϊομού και η σύγ- χρονη εποχή, Μ., 1980' Το έργο του Λένιν «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» και η σύγ- χρονη εποχή, Μ., 1980' Βολόντιν Α. Ι., «Μάχη τεΛε/ως αναπόφευκτη». Ιστορικοφιλοοοφικά δοκίμια για το β^λίο του Β. Ι. Λένιν «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός», Μ., 1982. Μ. Π. Γκάποτσκα Θεώρηση Νικ. Στέργιου Υλιστική αντίληψη της ιστορίας, βλ. Ι- στορικός υλισμός. Υλοζωισμός. ' Ορος, που εισήγαγε ο Ρ. Κέντγουορθ* (R Cudworth) το 1678 για να χαρακτηρίσει τις θεωρίες της φιλοσο- φίας της φύσης (κυρίως των πρώτων ελ- λήνων φιλοσόφων), που δεν παραδέχο- νταν την ύπαρξη συνόρων ανάμεσα στο «έμβιο» και το «άβιο» και θεωρούσαν τη «ζωή» εγγενή ιδιότητα της πρωταρχικής ύλης. Ως θεωρία, σύμφωνα με την οποία τα πάντα στον κόσμο είναι έμψυχα, ο υ- λοζωισμός είναι συνώνυμο του παμψυχι- σμού· ωστόσο, δεν πρέπει να ταυτίζεται με το βιταλισμό*, που διαχωρίζει τη «ζω- τική δύναμη» από τη φυσικοχημική ύλη. Ο υλοζωισμός είναι το αντίθετο της μη- χανιστικής άποψης σύμφωνα με την ο- ποία, από τη μια, η ύλη είναι αδρανής και «νεκρή» και, από την άλλη, η πηγή της κί- νησης είναι εξωτερική «δύναμη». Ο υλοζωισμός της πρώιμης επιστημονι- κής και φιλοσοφικής παράδοσης έχει τις ρίζες του στις αρχαίες ανιμιστικές αντι- λήψεις (Βλ. Ανιμισμός). Ο υλοζωισμός ταυτίζει το «έμβιο» με το «υπαρκτό», εν- νοεί το Είναι ως «ζωή» και το μη - Είναι ως «θάνατο». Η ουσία της θεωρίας αυ- τής για την πρώιμη ελληνική «επιστήμη της φύσης» (τη «φυσιολογία») φαίνεται από την ετυμολογία της λέξης «φύση», που προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα bheu/bhu, δηλαδή Είναι, «υπάρ- χειν», «φύομαι», που εκφράζει την ιδέα του «φύτρου» ως αποτέλεσμα της ανά- δυσης στο φως. Από δω και η ονομασία των απλούστατων οντολογικών ουσιών (στοιχείων) «ριζώματα» (Εμπεδοκλής) ή «σπέρματα» (Αναξαγόρας). Σε λίγο - πο- λύ καθαρή μορφή ο υλοζωισμός υπάρχει και στη φιλοσοφία του Θαλή (ο οποίος με βάση ότι ο μαγνήτης και το ήλεκτρο είναι έμψυχα πίστευε ότι τα πάντα είναι γεμά- τα από θεό), του Αναξιμένη (82), του Η- ράκλειτου (830) και του Διογένη Απολ- λωνιάτη. Στον έκδηλο υλοζωισμό του πλατωνικού «Τιμαίου»* (ο κόσμος ως ζω- ντανός οργανισμός) αντιτίθενται στα με- τριοπαθή υλοζωισηκά στοιχεία του Αρι- στοτέλη (ιδιαίτερα στη θεωρία του υπερ- σελήνιου κόσμου). Ο αμιγής υλοζωισμός, κατά κανόνα, απαιτεί συνεπή μονισμό και αποκλείει την ανάγκη του δημιουργού* από δω και η μερική ομοιότητα του υλο- 255
Υλομορςκσμός ζωισμού με τον πανθεϊσμό* Η συνεπής επέκταση των υλοζωιστικών προϋποθέ- σεων ώς το τέλος οδηγεί στη δημιουργία ενός συνεπούς παραλληλισμού μικρόκο- σμου και μακρόκοσμου* (Αναξιμένης, Η- ράκλειτος, πλατωνικός «Τίμαιος», στωικι- σμός). Η σκοπιμότητα του συμπαντικού οργανισμού είναι η φυσική γέφυρα για την τελεολογική ερμηνεία της φύσης (αρχίζοντας από το Διογένη Απολλωνιά- τη). Ακραία περίπτωση υλοζωισμού μπορεί να θεωρηθεί ο υλονοϊσμός (από το νους και ύλη· τον όρο πρότεινε ο ολλανδός επι- στήμονας Β. Βερντένιους το 1977), μια διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η πρωταρχική ύλη είναι προικισμένη με συ- νείδηση, η πανεναισθησία του θεού - κό- σμου, όπως, πίστευαν, π.χ., ο Ξενοφάνης (Β24), ο Ηράκλειτος (Β 64), ο Διογένης Απολλωνιάτης (Β4) και ο Εμπεδοκλής (Β 110, 10). Η διδασκαλία αυτή συγγενεύει ιδιαίτερα με τον ευρωπαϊκό παμψυχισμό (Φέχνερ κ.ά.). • Spitzer Η., über Ursprung und Bedeutungt des Hylozoismus, Graz, 1881· Guthrie W. K. C, In the beginning. Seme Greek views on the origins of life and the early State of man, I - thaca, 1965' Verdenius W. J., Hylozoism in e- arly Greek thought, «Janus», 1977, v. 64, p. 25 - 40. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υλομορφΐσμ6ς. ' Ορος που εμορανίστη- κε στα τέλη του 19ου αι. γκι να υποδηλώ- σει την αριστοτελική διδασκαλία περί ύ- λης και μορφής (βλ. Μορφή και ύλη) ως βασικών αρχών του Είναι. Υπάλληλοι. Εργαζόμενοι, που ασχολού- νται με μη - σωματική και διανοητική ερ- γασία και εισπράτουν μισθό ή (στις κεφα- λαιοκρατικές χώρες) διαφόρων τύπων α- μοιβές. Διαιρούνται σε μια σειρά μεγά- λες επαγγελματικές ομάδες: διοικητικά και διευθυντικά στελέχη μηχανικοί, τε- χνικοί και άλλοι ειδικοί* εμποροϋπάλλη- λοι* υπάλληλοι γραφείων κ.λπ. Τα επαγ- γέλματα των υπαλλήλων πήραν μαζικό χαρακτήρα στο στάδιο του ώριμου βιομη- χανικού καπιταλισμού, δηλαδή από το τε- λευταίο τρίτο του περασμένου αιώνα, σαν αποτέλεσμα του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας, της βαθμκιίας με- ταβίβασης των λεΓΓουργιών διεύθυνσης από τους καπιταλιστές σε μισθωτούς ερ- γαζόμενους και της ανάπτυξης του γρα- φειοκρατικού μηχανισμού του αστικού κράτους. Στην αύξηση του αριθμού των υπαλλήλων συμβάλλει η ανάπτυξη των μεταφορών, των διαβιβάσεων, του εμπο- ρίου και της πίστης, η διεύρυνση του συ- στήματος της παιδείας, της ιατρικής πε- ρίθαλψης, η ανάπτυξη της σφαίρας πα- ροχής υπηρεσιών. Αρχικά οι υπάλληλοι κατείχαν συγκριτικά προνομιούχα θέση σε σχέση με τα άλλα στρώματα των εργαζομένων. Με την α- νάπτυξη του καπιταλισμού, η κατηγορία των υπαλλήλων άρχισε και κείνη να αυξά- νει αριθμητικά και να διαφοροποιείται. Η βασική τους μάζα έχανε βαθμιαία την προνομιούχα θέση. ενώ, αντίθετα, τα α- νώτατα στρώματα προσέγγιζαν, και σε ο- ρισμένες περιπτώσεις συγχωνεύονταν με την αστική τάξη. Γι' αυτό, ο μαρξι- σμός απορρίπτει την απολογητική αστική θεωρία ότι «οι υπάλληλοι αποτελούν τά- ξη» (βλ. «Μεσαίας» και «νέας μεσαίας τάξης» θεωρίες) και θεωρεί τους υπαλ- λήλους κατηγορία, που τα διάφορα τμή- ματα της δεν κατέχουν όμοια θέση στη δομή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, πράγμα που εκφράζεται στις συνθήκες ζωής και εργασίας τους. Η θέση σημαντι- κού μέρους των υπαλλήλων μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενδιάμεση. Οι ειδικοί, που αμοίβονται με μισθό, διατηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά της προνομιούχας με- ταχείρισης, αν και ανάμεσα τους παρου- 256
Υπάλληλοι σώζεται μια σημαντική διαφοροποίηση. Η εργασία πολλών απλών υπαλλήλων (τρια- τατικών, υπαλλήλων γραφείων) με την αύξηση της μηχανοποίησης, την αυτομα- τοποίηση και τον καπιταλιστικό «ορθολο- γισμό» προσεγγίζει όλο και περισσότερο, ως προς τις συνθήκες και το χαρακτήρα, την εργασία των εργατών. Επήλθε εξίσω- ση των αποδοχών των περισσότερων υ- παλλήλων και εργατών (λόγω της γοργής αύξησης του αριθμού των υπαλλήλων και της επιδείνωσης της θέσης τους στην α- γορά εργατικής δύναμης, της επέκτασης στα επαγγέλματα αυτά της εργασίας των γυναικών, της υποβάθμισης των παλιών ειδικοτήτων κ.λπ.). Τα έσοδα της διοικη- τικής «κορυφής», αντίθετα, αυξήθηκαν σε τεράστιο βαθμό. Οι απλοί υπάλληλοι πλήττονται όλο και πιο πολύ από την αύ- ξηση της ακρίβειας, τον πληθωρισμό και την ανεργία. Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές στην κοινωνικοοικονομική τους κατάστα- ση δε βρίσκουν αμέσως αντανάκλαση στη συνείδηση τους, που συνήθως είναι διαποτισμένη από μικροαστικές αντιλή- ψεις και προκαταλήψεις. Τους υπαλλή- λους χαρακτηρίζει, ειδικότερα, η γνώμη ότι υπερέχουν έναντι των εργατών που ασχολούνται με χειρωνακτική εργασία, πράγμα που εξηγείται τόσο με την ιδιο- μορφία της εργασίας τους, όσο και με μια ορισμένη έλλειψη σύνδεσης μεταξύ εργατών και υπαλλήλων στις επιχειρή- σεις. Ωστόσο, στο μέτρο των μεταβολών που συντελούνται στη θέση των υπαλλή- λων, η ενέργεια των παραγόντων, που ε- πιβραδύνουν την ανάπτυξη της κοινωνι- κής τους συνείδησης, εξασθενίζει. Σύμ- φωνα με στοιχεία των κοινωνικών ε- ρευνών, οι μισοί περίπου υπάλληλοι γραφείων και οι εμποροϋπάλληλοι στις χώρες της Δύσης κατατάσσουν τον εαυ- τό τους στην εργατική τάξη. Οι αλλαγές που συντελούνται στη συνείδηση των υ- παλλήλων βρίσκουν την έκφραση τους στη δράση των συνδικαλιστικών τους ορ- γανώσεων, που εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αι. και αναπτύχθηκαν σημαντικά μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Ο σοσιαλισμός επιφέρει ριζικές αλλαγές στην κοινωνική θέση των υπαλλήλων. Στην προεπαναστατική Ρωσία ανάμεσα στους υπαλλήλους κυριαρχούσαν τα μι- κροαστικά και αστικά στοιχεία (οι δημό- σιοι υπάλληλοι, οι υπάλληλοι της τοπικής αυτοδιοίκησης κ.λπ.). Τα «λιγότερο προ- λεταριακά», κατά μια έκφραση του Λένιν, στρώματα των υπαλλήλων ταλαντεύθη- καν στη διάρκεια της σοσιαλιστικής επα- νάστασης. Ένα μέρος των παλιών στε- λεχών των μικροαστών υπαλλήλων αντι- στάθηκε στη Σοβιετική εξουσία (σαμπο- τάζ κ.λπ.). Ωστόσο, ένα σημαντικό τμήμα των κατώτερων υπαλλήλων τάχθηκε με το μέρος της επανάστασης. Το κόμμα των μπολσεβίκων προσέλκυσε τα προλε- ταριακά στρώματα των υπαλλήλων στην εκπλήρωση των καθηκόντων του σοσιαλι- στικού μετασχηματισμού (συμμετοχή στον εργατικό έλεγχο, στην πραγματο- ποίηση της εθνικοποίησης κ.λπ.). Στην πορεία προς το σοσιαλισμό η ταξική σύν- θεση των υπαλλήλων άλλαζε, συμπληρω- νόταν με άτομα που προέρχονταν από τις τάξεις των εργατών και των αγροτών. Η αύξηση του αριθμού των υπαλλήλων και του ποσοστού τους στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού συνοδεύεται από αλλαγές στο συσχετισμό ανειδίκευτων και εξειδικευμένων: το 1940 στη Σοβιετι- κή ' Ενωση οι πρώτοι ήταν 4 φορές πε- ρισσότεροι από τους δεύτερους, ενώ από το 1970, αντίθετα, υπερισχύουν οι ειδικευμένοι. Στις χώρες της σοσιαλιστι- κής κοινοπολιτείας οι υπάλληλοι απολαμ- βάνουν όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις. Το επίπεδο της υλικής τους ευημερίας ανεβαίνει ταυτόχρονα με την υλική ευη- μερία ολόκληρου του λαού. Οι υπάλληλοι είναι δραστήριοι οικοδόμοι της νέας κοι- νωνίας. Για τις σοσκιλιστικές χώρες είναι χαρακτηριστικό το υψηλό επίπεδο της Φ.Λ. 5-17 257
Υπαρκτό συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλλή- λων. Το πρωτοπόρο τμήμα τους βρίσκε- ται στις γραμμές των μαρξιστικών - λενι- νιστικών κομμάτων. • Μαρξ Κ., Κεφάλαιο, τ. 1 - 3, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 23 - 25* Ενγκελς Φ., Κοινωνικές τάξεις: αναγκαίες και περιτ- τές, στο ίδιο, τ. 19" Λένιν Β. Ι. Από την οικονο- μική ζωή της Ρωσίας, Άπαντα, τ. 6' του ίδιου, Οι «τρουντοβικοί» (Μικροαστική πολιτική ορ- γάνωση στη Ρωσία με τάσεις ναροντνικισμού. Μετά πιν Οχτωβριανή επανάσταση συντά- χθηκε με την αντεπανάσταση - σημ. μετφ.) και η εργασιακή δημοκρατία, στο ίδιο, τ. 21 · του ίδιου, Κράτος και επανάσταση, στο ίδιο, τ. 33 του ίδιου, Θα κρατήσουν άραγε οι μπολ- σεβίκοι την κρατική εξουσία,, στο ίδιο, τ. 34* του ίδιου, Πώς Θα αναδιοργανώσουμε την Ερ- γατοαγροτική Επιθεώρηση, στο ίδιο, τ. 45' Προβλήματα αλλαγής της κοινωνικής δομής της σοβιετικής κοινωνίας. Μ., 1968* Σενιά- φσκι Σ. Λ.. Οι αλλαγές στην κοινωνική δομή της σοβιετικής κοινωνίας. 1938 - 1970, Μ., 1973' Πετσάνσκι Β. Β., Οι υπάλληλοι στην α- στική κοινωνία, Μ., 1975. Α. Μπ. Βέμπερ θεώρηση Β. Φίλια Υπαρκτό (ον). Κατηγορία της οντολο- γίας που δηλώνει: 1) το σύνολο των ποικί- λων εκςράνσεων του Είναι* 2) κάθε πράγ- μα ή υποκείμενο από την άποψη της συμ- μετοχής του στο Είναι· 3) το οντολογικό απόλυτο. Σε αρκετές ιδεαλιστικές θεω- ρίες η έννοια του υπαρκτού χρησιμο- ποιείται ως συνώνυμο του Είναι (του «τι εστίν»). Σε ορισμένες θεωρίες της ρωσικής ιδεα- λιστικής φιλοσοφίας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αι. (Β. Σ. Σολοβιόφ, Ν. Α. Μπερντιάγεφ) το υπαρ- κτό χρησιμοποιείται ως πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός του απόλυτου, απ' ό,τιη έννοια Είναι (ερμηνευόμενο ως λογική α- φαίρεση, που μετατρέπει το απόλυτο σε ιοεατό αντικείμενο). Οι εκπρόσωποι των θεωριών αυτών, επειδή θεωρούν ότι η κατηγορία του υπαρκτού δίνει τη δυνατό- τητα να αποφευχθεί η αντικειμενοποίηση και η ταύτιση του ανώτατου Είναι με τη σκέψη, προσπαθούν να παρουσιάσουν το απόλυτο ως ζωντανή ενότητα αντικειμε- νικότητας και υποκειμενικότητας. Στη φιλοσοφία του Χάιντεγγερ το υπαρ- κτό (πράγματα και άνθρωποι) αντιπαρατί- θεται στο Είναι, που βρίσκεται στη βάση και πέρα από τα όρια του υπαρκτού. Αντί- στοιχα, ξεχωρίζουν διάφορες σφαίρες μελέτης: την οντική (που ασχολείται με το υπαρκτό) και την οντολογική (που στρέφεται προς το Είναι). Κατά το Χάι- ντεγγερ, οι προσπάθειες να ερμηνευθεί το Είναι μέσω της ταύτισης του με το «τι εστί», με το υπαρκτό, αποτελούν όχι ορ- θό τρόπο φιλοσοφικής έρευνας και Η3πό ευρύτερη άποψη- αποτελούν τρόπο ύ- παρξης μιας ολόκληρης εποχής: της «μεταφυσικής» εποχής. Στη μαρξιστική - λενινιστική φιλοσοφία η έννοια του υπαρ- κτού δε χρησιμοποιείται. Βλ. Εναι και σχετική βιβλιογραφία. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου ' Υπαρξη. Στη διαλεκτική - υλιστική φιλο- σοφία, συνώνυμο του Είναι. Στην ιστορία της φιλοσοφίας την έννοια «ύπαρξη» τη χρησιμοποιούσαν συνήθως για να χαρα- κτηρίσουν το εξωτερικό Είναι των πραγ- μάτων, το οποίο, σε διάκριση από την ου- σία των πραγμάτων, συλλαμβάνεται όχι με τη νόηση, αλλά με την εμπειρία. Ο σχολαστικισμός έβλεπε στο δυϊσμό ου- σίας και ύπαρξης το ριζικό διχασμό του φυσικού (του δημιουργημένου) κόσμου, που αίρεται μόνο στο θεό: η ύπαρξη του πράγματος δε συνάγεται από την ουσία του, αλλά καθορίζεται σε τελευταία ανά- λυση από τη δημιουργική βούληση του θεού. Ο αγγλικός εμπειρισμός του 17ου - 18ου αι. (Λοκ, Χιούμ), αναγνωρίζει την πραγ- 258
Υπαρξισμός ματικότητα των μεμονωμένων γεγονό- των, που η ύπαρξη τους δεν εξάγεται από πουθενά και τα οποία καταγράφονται στην αισθητική εμπειρία, που είναι η πη- γή κάθε γνώσης. Ο ορθολογισμός των Νέων Χρόνων (Ντεκάρτ, Σπινόζα, Φίχτε, Χέγγελ) έχει ως αφετηρία για την ερμη- νεία της ύπαρξης τη θεωρ,α της ταυτό- τητας νόησης και Είναι: η ύπαρξη στην ουσία ερμηνεύεται ως κάτι το έλλογο, το ορθολογικό. Οι θεωρίες του Λάιμπνιτς και του Καντ ήταν μια προσπάθεια συμβι- βασμού των δύο απόψεων. Ο Λάιμπνιτς αναγνωρίζει δύο ειδών αλήθειες: τις αιώ- νιες αλήθειες του ορθού λόγου (v6rit6s de raison») και τις εμπειρικές αλήθειες (v6rit6s de fait). Ωστόσο, η διαφορά ανά- μεσα στις πρώτες και τις δεύτερες, κατά το Λάιμπνιτς, υπάρχει μόνο για το ανθρώ- πινο λογικό, ενώ αίρεται στο θείο λόγο. Ο Καντ αναγνωρίζει την οντολογική σημα- σία της ύπαρξης του μη γνώσΐμου «πράγματος καθ* εαυτό», που είναι κα- ταρχήν ασυναγώγιμο λογικά, μια και δεν είναι δυνατό να συναγάγουμε λογικά την ύπαρξη κανενός φαινομένου που αντι- λαμβανόμαστε με τις αισθήσεις (γιατί το λογικό δίνει μόνο μια τυπική σχέση, ενώ το υλικό γι* αυτό το παρέχει η αίσθηση). ' Ενα ριζικά νέο νόημα αποκτά η κατηγο- ρία «ύπαρξη» στον Κίρκεγκορ, ο οποίος αντιπαραθέτει στον ορθολογισμό (κυ- ρίως του Χέγγελ) την έννοια της ύπαρ- ξης ως ανθρώπινου Είναι, που συλλαμβά- νεται από το νου άμεσα. Η ύπαρξη, κατά τον Κίρκεγκορ. είναι μοναδική, προσωπι- κή, πεπερασμένη. Η πεπερασμένη ύπαρ- ξη έχει τη δική της τύχη και τη δική της ιστορικότητα, γιατί η έννοια της ιστορίας, κατά τον Κίρκεγκορ, είναι αναπόσπαστη από το πεπερασμένο, από το ανεπανάλη- πτο της ύπαρξης, δηλαδή από την τύχη. Στον 20ό αι. η κιρκεγκοριανή έννοια της ύπαρξης αναβιώνει στον υπαρξισμό (Γιά- σπερς, Χάιντεγγερ, Σαρτρ, Μαρσέλ κ.ά.), όπου κατέχει κεντρική θέση. Η ύ- παρξη ερμηνεύεται από τον υπαρξισμό ως κάτι σχετικό με την υπερβατικότητα, δηλαδή με την έξοδο του ανθρώπου από τα όρια του. Η ακατάληπτη για τη νόηση σύνδεση της ύπαρξης με την υπερβατι- κότητα και ο πεπερασμένος της χαρα- κτήρας εκδηλώνονται, κατά τον υπαρξι- σμό, στο γεγονός της ίδιας της ύπαρξης. Ωστόσο, το ότι η ύπαρξη είναι πεπερα- σμένη και θνητή δεν αποτελεί απλώς το εμπειρικό γεγονός του τερματισμού της ζωής, αλλά την αρχή που προσδιορίζει τη δομή της ύπαρξης, που διαπερνά ολό- κληρη την ανθρώπινη ζωή. Από δω και το χαρακτηριστικό για τον υπαρξισμό ενδια- φέρον για τις λεγόμενες οριακές κατα- στάσεις (πόνος, άγχος, μέριμνα, ενοχή), στις οποίες εκδηλώνεται η φύση της ύ- παρξης. Η μαρξιστική φιλοσοφία αντιστρατεύεται όλες τις μορφές του ιδεαλισμού, θεωρεί την ύπαρξη ως την αντικειμενική πραγ- ματικότητα των ποικίλων μορφών της ύ- λης και ως το κοινωνικοϊστορικό Είναι, που καθορίζει τη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Ύπαρξη (Existentia), βλ. Υπαρξισμός. Υπαρξισμός (existentialismus, απ* το λατιν. existentia = ύπαρξη) ή φιλοοοφία της ύπαρξης. Ανορθολογική τάση της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας, που εμ- φανίστηκε στις παραμονές του πρώτου Παγκόσμιου πολέμου στη Ρωσία (Σε- στόφ, Μπερντιάγεφ), μετά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο στη Γερμανία (Χάι- ντεγγερ, Γιάσπερς, Μπούμπερ) και στην περίοδο του δεύτερου Παγκόσμιου πο- λέμου στη Γαλλία (Σαρτρ, Μαρσέλ, ο ο- ποίος είχε διατυπώσει υπαρξιστικές ιδέ- ες και πριν απ' τον πρώτο Παγκόσμιο πό- λεμο, Μερλό - Ποντύ, Καμύ, Σ. ντε Μπο- βουάρ). Στις δεκαετίες του 1940 και του 259
Υπαρξισμός 1950 ο υπαρξισμός εξαπλώθηκε και σ* άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και σττ\ δεκα- ετία του 1960 και σης ΗΠΑ. Εκπρόσωποι της φιλοσοφίας αυτής στην Ιταλία είναι οι Αμπανιάνο και Ε. Πάτοι, στην Ισπανία ο Ορτέγκα - υ - Γκασέτ, ενώ στις ΗΠΑ ε- κλαΐκευσαν τις υπαρξιστικές ιδέες οι Ου. Λούρι, Ου. Μπάρρετ, Τζ. Έντι. Συγγε- νείς προς τον υπαρξισμό είναι οι θρη- σκευτικές - φιλοσοφικές τάσεις του γαλ- λικού περσοναλισμού (Μουνιέ, Νεντον- σέλ, Λακρουά) και της γερμανικής δια- λεκτικής θεολογίας (Μπαρτ, Τίλλιχ, Μπούλτμαν). Ο υπαρξισμός ως φιλοσοφι- κή τάση δεν είναι ενιαίος, διακρίνεται σε θρησκευτικό (Γιάσπερς, Μαρσέλ, Μπερ- ντιάγεφ, Σεστόφ, Μπούμπερ) και αθεϊ- στικό υπαρξισμό (Σαρτρ, Καμύ, Μερλό - Ποντύ, Χάιντεγγερ). Ωστόσο, ο όρος «α- θεϊστικός» είναι κάποας συμβατικός, επει- δή η αναγνώριση του γεγονότος ότι «ο θεός πέθανε» συνοδεύεται (ειδικότερα στο Χάιντεγγερ και στον Καμύ) από τον ι- σχυρισμό ότι ζωή χωρίς θεό είναι αδύνα- τη και παράλογη. Οι υπαρξιστές θεωρούν ως προδρόμους τους τους Πασκάλ, Κίρκεγκορ, Ουνα- μούνο, Ντοστογέφσκι και Νίτσε. Στον υ- παρξισμό άσκησαν επίδραση ή «φιλοσο- φία της ζωής» και η (ραινομενολογία του* Χούσσερλ. Απορρίπτοντας την παράδοση της ορθο- λογικής φιλοσοφίας και της επιστήμης που θεωρεί τη διαμεσολάβηση (οι έν- νοιες μεσολαβούν ανάμεσα στο αντικεί- μενο και το νού μας) ως βασική αρχή της νόησης, ο υπαρξισμός επιδιώκει να κατα- νοήσει το Είναι ως μία άμεσα αδιαίρετη ολότητα υποκειμένου και αντικειμένου. Ξεχωρίζοντας ως προαιώνιο δεδομένο και αληθινό Είναι το ίδιο το βίωμα, ο υ- παρξισμός το κατανοεί ως βίωμα που δο- κιμάζει το υποκείμενο απ* το δικό του «Είναι - εν τω - κόσμω». Το Είναι ερμη- νεύεται ως άμεσα δοσμένη ανθρώπινη ύ- παρξη που δεν μπορεί να γνωσθεί ούτε με επιστημονικά, ούτε και με ορθολογικά φιλοσοφικά μέσα. Για να περιγράψουν τη δομή της ύπαρξης πολλοί εκπρόσωποι του υπαρξισμού (Χάιντεγγερ, Σαρτρ, Μερλό - Ποντύ) καταφεύγουν στη φαινο- μενολογική μέθοδο του Χούσσερλ, ξε- χωρίζοντας ως δομή της συνείδησης τον προσανατολισμό της προς «το άλλο». Η ύπαρξη είναι «ανοιχτή», κατευθύνεται προς το άλλο, το οποίο γίνεται κέντρο της έλξης της. Κατά το Χάιντεγγερ και το Σαρτρ, η ύπαρξη (existentia) είναι το Είναι που κατευθύνεται προς το μηδέν και συνειδητοποιεί «το πεπερασμένο» του. Γι* αυτό ο Χάιντεγγερ ανάγει την περιγραφή της δομής της ύπαρξης σε περιγραφή των δκιφόρων τρόπων (mo- dus) της ύπαρξης: η φροντίδα, ο φόβος, η αποφασιστικότητα, η συνείδηση κ.λπ. ορίζονται μέσω του πεπερασμένου της ύπαρξης και είναι οι διάφοροι τρόποι ε- παφής με το μηδέν, της κίνησης προς αυτό, της φυγής απ' αυτό. Γι* αυτό ακρι- βώς, στην «οριακή κατάσταση» (Γιά- σπερς), σε στιγμές βαθύτατων συγκλονι- σμών ο άνθρωπος στρέφεται προς την ύ- παρξη ως τη ρίζα της ουσίας του. Προσδιορίζοντας την ύπαρξη μέσω του πεπερασμένου της, ο υπαρξισμός ερμη- νεύει αυτό το πεπερασμένο ως προσωρι- νότητα, με σημείο αναφοράς το θάνατο. Σε διάκριση προς το φυσικό χρόνο που είναι καθαρή ποσότητα, άπειρη σειρά πα- ρερχόμενων στιγμών, ο υπαρξιακός χρό- νος είναι ποιοτικός, πεπερασμένος κι α- νεπανάληπτος. Ο χρόνος αυτός προβάλ- λει ως μοίρα (Χάιντεγγερ, Γιάσπερς) και είναι άρρηκτα δεμένος με ό,τι συνιστά την ουσία της ύπαρξης: τη γέννηση, το θάνατο, την αγάπη, την απόγνωση, τη με- ταμέλεια κ.λπ. Οι υπαρξιστές υπογραμμί- ζουν στο φαινόμενο «χρόνος» την καθο- ριστική σημασία του μέλλοντος και τον ε- ξετάζουν σε σύνδεση με την «αποφασι- στικότητα», το «σχέδιο», την «ελπίδα», τονίζοντας έτσι τον προσωπικό - ιστορικό 260
Υπαρξισμός (κι όχι τον απρόσωπο - κοσμικό) χαρακτή- ρα του χρόνου και υποστηρίζοντας τη σχέση του με την ανθρώπινη δραστηριό- τητα, την αναζήτηση, την ένταση, την προσδοκία. Η ιστορικότητα της ανθρώπι- νης ύπαρξης συνίσταται, σύμφωνα με τον υπαρξισμό, στο ότι αυτή βρίσκει πά- ντα τον εαυτό της σε ορισμένη κατάστα- ση στην οποία έχει «ριχτεί» και την οποία είναι υποχρεωμένη να υπολογίζει. Το ότι ανήκει κανείς σε ορισμένο λαό και κοινω- νικό στρώμα, το ότι έχει αυτά ή τα άλλα βιολογικά, ψυχολογικά κ.λπ. χαρακτηρι- στικά, όλα αυτά είναι η εμπειρική έκφρα- ση της εξαρχής δοσμένης κατάστασης της ύπαρξης, του ότι αυτή «Είναι - εν τω - κόσμω». Η χρονικότητα, η ιστορικότητα και η «καταστασιακότητα» της ύπαρξης είναι οι τρόποι «του πεπερασμένου» της. ' Αλλος βασικός ορισμός της ύπαρξης εί- ναι η υπέρβαση, δηλαδή η έξοδος από τα όρια της. Το υπερβατικό (= το πραγματι- κό Είναι) και η ίδια η πράξη της υπέρβα- σης νοούνται απ' τους διάφορους εκ- προσώπους του υπαρξισμού διαφορετι- κά. Απ' τη σκοπιά του θρησκευτικού υ- παρξισμού υπερβατικό είναι ο θεός, σύμφωνα με το Σαρτρ και τον Καμύ είναι το μηδέν, που εμφανίζεται ως το βαθύ- τατο μυστικό της ύπαρξης. Στους Γιά- σπερς, Μαρσέλ και στον ύστερο Χάι- ντεγγερ, που παραδέχονται την πραγμα- τικότητα του υπερβατικού, υπερέχει το συμβολικό, κι ακόμα το μυθοποιητικό στοιχείο (Χάιντεγγερ), αφού το υπερβα- τικό δεν μπορούμε να το γνωρίσουμε ορ- θολογικά, αλλά μπορούμε μόνο να το «υ- παινιχθούμε». Η διδασκαλία όμως των Σαρτρ και Καμύ, που θέτουν ως καθήκον τους να αποκαλύψουν την ψευδαίσθηση της υπέρβασης, έχει κριτικό κι ακόμα μη- δενιστικό χαρακτήρα. Ο υπαρξισμός απορρίπτει τόσο την ορθο- λογική παράδοση του Διαφωτισμού, πόυ συνδέει την ελευθερία με την αναγκαιό- τητα, όσο και την ανθρωπιστική - νατου- ραλιστική, για την οποία η ελευθερία συ- νίσταται στην αποκάλυψη των φυσικών έ- ξεων του ανθρώπου και στην απελευθέ- ρωση των δυνάμεων του. Η ελευθερία, σύμφωνα με τον υπαρξισμό, είναι η ίδια η ύπαρξη, η ύπαρξη είναι και η ελευθερία. Αφού η δομή της ύπαρξης εκφράζεται στην «κατεύθυνση προς» την υπέρβαση, η έννοια της ελευθερίας ορίζεται απ' τους διάφορους εκπρόσωπους του υ- παρξισμού ανάλογα με την ερμηνεία που δίνουν στην υπέρβαση. Σύμφωνα με τους Μαρσέλ και Γιάσπερς, την ελευθε- ρία μπορούμε να τη βρούμε μόνο στο θεό. Κατά το Σαρτρ, εφόσον το να είσαι ελεύθερος σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Η διδασκαλία του Σαρτρ για την ελευθερία αποτελεί έκ- φραση της θέσης του ακραίου ατομικι- σμού. Η ελευθερία εμφανίζεται ως ένα ασήκωτο βάρος το οποίο οφείλει να κου- βαλάει ο άνθρωπος, αφού είναι προσωπι- κότητα. Ο άνθρωπος μπορεί ν' αρνηθεί την ελευθερία του, να πάψει να είναι ο ε- αυτός του, να γίνει «όπως τα άλλα», αλλά με τίμημα την άρνηση του εαυτού του ως προσωπικότητας. Ο κόσμος στον οποίο, στην περίπτωση αυτή, βυθίζεται ο άνθρωπος ονομάζεται απ* το Χάιντεγγερ «man»: ένας απρόσω- πος κόσμος, όπου όλα είναι ανώνυμα, ό- που δεν υπάρχουν υποκείμενα δράσης, αλλά μόνο αντικείμενα δράσης, όπου ό- λοι είναι «άλλοι», και ο άνθρωπος, ακόμα και σε σχέση προς τον ίδιο τον εαυτό του, είναι «άλλος». Είναι ένας κόσμος, ό- που κανένας τίποτα δεν αποφασίζει, καΙ γΓ αυτό δε φέρνει και καμιά ευθύνη για τίποτα. Ο Μπερντιάγεφ ονομάζει τον κό- σμο αυτό «κόσμο της αντικειμενοποίη- σης», τα χαρακτηριστικά του είναι η α- πορρόφηση του ατομικού, του προσωπι- κού απ* το γενικό, το απρόσωπο, καθώς και η κυριαρχία της αναγκαιότητας και η καταστολή της ελευθερίας. Η επικοινω- 261
Υπαρξισμός νία των ατόμων στον κόσμο της αντικει- μενοποίησης δεν είναι πραγματική, υπο- γραμμίζει απλώς τη μοναξιά του καθε- νός. Σύμφωνα με τον Καμύ, η πραγματι- κή επικοινωνία μεταξύ των ατόμων, είναι αδύνατη. Και ο Σαρτρ, και ο Καμύ βλέ- πουν ψέμα και υποκρισία σ* όλες τις μορφές επικοινωνίας που έχουν καθα- γιαστεί απ' την παραδοσιακή θρησκεία και την ηθική, βλέπουν ψέμα στην αγάπη, στη φιλία κ.λπ. Η χαρακτηριστική για το Σαρτρ τάση να στηλιτεύει τις στρεβλω- μένες μορφές συνείδησης («κακής πί- στης»), μετατρέπεται σε απαίτηση της πραγματικής συνείδησης που είναι απο- μονωμένη απ* τους άλλους κι απ' τον ί- διο τον εαυτό της. Ο μοναδικός τρόπος πραγματικής επικοινωνίας, που αναγνω- ρίζει ο Καμύ, είναι η ένωση των ατόμων στην εξέγερση κατά του «παράλογου» κόσμου, κατά του πεπερασμένου, κατά της θνητότητας, της έλλειψης ολοκλή- ρωσης, της έλλειψης νοήματος του αν- θρώπινου Είναι. Η έκσταση μπορεί να ε- νώσει τον έναν άνθρωπο με τον άλλον, αλλά αυτή στην ουσία είναι έκσταση κα- ταστροφής, είναι εξέγερση που προκα- λείται απ* την απόγνωση του «παράλο- γου» ανθρώπου. ' Αλλη λύση στο πρόβλημα της επικοινω- νίας δίνει ο Μαρσέλ. Σύμφωνα μ* αυτόν, η απομόνωση των ατόμων γεννιέται απ* το ότι το αντικειμενοποιημένο Είναι ε- κλαμβάνεται ως το μοναδικά δυνατό Εί- ναι. Αλλά το πραγματικό Βναι -η υπέρβα- ση- δεν είναι αντικειμενοποιημένο, α- πρόσωπο, αλλά προσωπικό, γι' αυτό η α- ληθινή σχέση προς το Είναι είναι ο διάλογος. Το Είναι, κατά το Μαρσέλ, δεν είναι το «Αυτός», αλλά το «Εσύ». ΓΓ αυτό, πρότυπο της σχέσης του ανθρώ- που προς το Είναι αποτελεί η προσωπική σχέση με τον άλλον άνθρωπο, που πραγ- ματοποιείται ενώπιον του θεού. Η αγάπη, σύμφωνα με το Μαρσέλ, είναι η υπέρβα- ση, ένα άνοιγμα προς τον άλλον, αδιάφο- ρο αν πρόκειται για πρόσωπο ανθρώπινο ή θεϊκό. Εφόσον ένα τέτοιο άνοιγμα δεν είναι δυνατό να κατανοηθεί με το λογικό, ο Μαρσέλ το ανάγει στη σφαίρα του «μυ- στηρίου». Το άνοιγμα του αντικειμενοποιημένου κόσμου, του κόσμου «man», είναι, σύμ- φωνα με τον υπαρξισμό, όχι μόνο η πραγ- ματική ανθρώπινη επικοινωνία, αλλά και η σφαίρα της καλλιτεχνικής, φιλοσοφικής και θρησκευτικής δημιουργίας. Ωστόσο, η αληθινή επικοινωνία, όπως και η δη- μιουργία, συνεπιφέρει το τραγικό χάσμα: ο κόσμος της αντικειμενοποίησης απει- λεί αδιάκοπα να καταστρέψει την υπαρ- ξιακή επικοινωνία. Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος οδηγεί το Γιά- σπερς στον ισχυρισμό ότι τα πάντα στον κόσμο υπόκεινται σε καταστροφή λόγω του ίδιου του πεπερασμένου της ύπαρ- ξης, και γι* αυτό ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να ζει και ν* αγαπάει με σταθερή συναίσθηση του εύθραστου και του πε- περασμένου όλων όσων αγαπάει, καθώς και τη συναίσθηση του ανυπεράσπιστου της ίδιας της αγάπης. Ομως, ο βαθιά κρυμένος πόνος, που προκαλείται απ* τη συναίσθηση αυτή, προσδίδει στην αφο- σίωση της ιδιαίτερη καθαρότητα και έ- μπνευση. Ο Μπερντιάγεφ προσδίδει στη συναίσθηση του εύθραστου κάθε πραγ- ματικού Είναι τη μορφή της εσχατολογι- κής διδασκαλίας. Στον υπαρξισμό κυριαρχεί το αίσθημα του ανικανοποίητου, της αναζήτησης, της άρνησης και της υπερνίκησης του ε- φικτού. Ο τραγικός τόνος και η γενική πεσιμιστική χροιά του υπαρξισμού είναι απόδειξη της κρίσης της σύγχρονης α- στικής κοινωνίας και των ακραίων μορ- φών αλλοτρίωσης που κυριαρχούν σ* αυ- τή. Γι' αυτό, η φιλοσοφία του υπαρξι- σμού μπορεί να ονομαστεί φιλοσοφία της κρίσης. Οι κοινωνικοπολιτικές θέσεις των διαφό- ρων εκπροσώπων του υπαρξισμού είναι 262
Υπεράνθρωπος διαφορετικές. ' Ετσι, ο Σαρτρ και ο Καμύ συμμετείχαν στο Κίνημα της Αντίστασης, κι απ' τα τέλη της δεκαετίας του 1960 η θέση του Σαρτρ χαρακτηριζόταν από α- κροαριστερό ριζοσπαστισμό και εξτρεμι- σμό. Οι αντιλήψεις του Σαρτρ και του Κα- μύ άσκησαν μια ορισμένη επίδραση στο κοινωνικό - πολιτικό πρόγραμμα της κίνη- σης «Νέα Αριστερά» (λατρεία της βίας, της ελευθερίας που μετατρέπεται σε αυθαιρεσία). Ο πολιτικός προσανατολι- δμός του Γιάσπερς και του Μαρσέλ είχε φιλελεύθερο χαρακτήρα, ενώ στις κοινω- νικές και πολιτικές αντιλήψεις του Χάι- ντεγγερ εκδηλωνόταν έντονα η συντη- ρητική τάση. Ο υπαρξισμός απεικόνισε την πνευματι- κή κατάσταση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, αποκάλυψε τις αντιφάσεις και τις ασθένειες της, αλλά δεν μπόρεσε να προτείνει διέξοδο απ' την κατάσταση αυτή. ' Ολες οι προσπάθειες για ανανέω- ση και ενεργοποίηση της φιλοσοφίας της ύπαρξης (ο λεγόμενος «αισιόδοξος» με- τασχηματισμός του υπαρξισμού που επι- χείρησε ο Ο. Φ. Μπολνόφ και ο «θετικι- στικός υπαρξισμός» του Αμπανιάνο) απο- δείχτηκαν, επίσης, ανεπιτυχείς. • Γκαϊντένκο Π. Π., Ο υπαρξισμός και το πρόβλημα της κουλτούρας, Μ., 1963* Σβαρτς Τ., Απ' το Σοπενχάουερ στο Χάιντεγγερ, μετφ. απ* τα γερμ., Μ., 1964* Ο σύγχρονος υ- παρξισμός, Μ., 1966 Σολοβιόφ Ε. Γ., Υπαρξι- σμός, «Ζητήματα φιλοσοφίας», 1966, τεύχος 12, 1967, τεύχος 1 του ίδιου. Υπαρξισμός, στο βιβ.: Μαστική φιλοσοφία του 20ού αιώνα, Μ., 1974· Η φιλοσοφία του μαρξισμού και ο υ- παρξισμός, Μ., 1971 Η σύγχρονη αστική φι- λοσοφία, Μ., 1978, κεφ. 4ο και 5ο· Foulquio Ρ., L' existentialisme, Ρ., 1947 Castelll Ε., Ε- xistentialisme thoologique, Ρ., 1948* Siebers Q., Die Krisis des Existentialismus, Hamb. Bergedorf, 1949· Müller M., Existensphiloso- phie im geistigen Leben der Gegenwart, H- dlb., 1949 Lenz J., Der moderne deutsche und französische Existentialismus, Trier, 1951 Allen E. L., Existentialism from within, L., [1953]· Wahl J., Les philosophies de Γ exi- stence, P., 1954 Gignoux V., La Philosophie existentielle, P.. 1955 Heinemann Fr., Jen- seits des Existentialismus, Stuttg., [1957] Bollnow O. F., Existenzphilosophie, Stuttg., [i960]· Lukacs G., Existentialisme ou marxi- sme?, P., [1961]· Abbagnano N., Introduzione all' esistenzialismo, [Mil., 1967]· έxistentialism and phenomenology. Α gfuide for research, comp, by L. orr, N.Y., 1978. Π. Π. Γκαϊντένκο θεώρηση Γρ. Θέμελη - Αλατζόγλου (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Υπατία (Αλεξάνδρεια, 370 - 415 μ.Χ.). Πλατωνική φιλόσοφος, κόρη του μαθη- ματικού και αστρονόμου Θέωνα του Αλε- ξανδρέα, η πρώτη γυναίκα δασκάλισσα της φιλοσοφίας στην Αλεξάνδρεια. Δίδα- ξε πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία και συνέβαλε πολύ στη διατήρηση της παράδοσης του πλατωνισμού. Ο σπου- δαιότερος μαθητής της ήταν ο Συνέσιος ο Κυρηναίος. Το 415 η Υπατία θανατώθη- κε από τον όχλο φανατισμένων χριστια- νών. Το συγγραφικό έργο της, κυρίως ερμηνευτικά υπομνήματα σε αρχαία συγ- γράμματα, έχει χαθεί. Ε. Ν. Ρούσσος Υπεράνθρωπος (γερμ. Übermensch). Έννοια της ευρωπαϊκής ιδεαλιστικής παράδοσης: άνθρωπος που, από πνευμα- τική και σωματική άποψη, ξεπερνά τις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης και συνιστά ένα ποιοτικά διαφορετικό, ανώ- τατο ον. Η αντίληψη για τον υπεράνθρω- πο έχει τις ρίζες της στους μύθους για τους «ημίθεους» και τους «ήρωες», κα- θώς και στις μυστηριακές λατρείες, που υπόσχονταν στο μυημένο την εξύψωση του στην τάξη της θεότητας. Είναι ανά- γκη να σημειωθεί επίσης και η θεοποίηση των ηγεμόνων της ελληνιστικής και της 263
Υπεράνθρωπος ρωμαϊκής περιόδου (ο Λουκιανός χρησι- μοποιεί ειρωνικά για τον τύρανο τον όρο «υπεράνθρωπος»), καθώς και το δόγμα του στωικισμού που θεωρεί το σοφό ως τον ιδανικό φορέα κάθε τελειότητας, που είναι απαλλαγμένος από τις ανθρώ- πινες αδυναμίες. Ωστόσο, τα κύρια ση- μεία της ιστορίας της ιδέας του υπεράν- θρωπου συνδέονται με την ιστορία του χριστιανισμού, ειδικότερα με τις χριστια- νικές αιρέσεις, ενώ στους Νέους Χρό- νους, αντίθετα, συνδέονται με την ιστο- ρία της πολεμικής κατά του χριστιανι- σμού. Για τον ορθόδοξο χριστιανισμό υ- περάνθρωπος είναι πριν απ' όλα ο Ιησούς Χριστός (που χαρακτηρίζεται έτσι επανειλημμένα στα κείμενα των εκπρο- σώπων της πατερικής, ειδικότερα του Ψευδό - Διονυσίου του Αρεοπαγίτη). Υ- περάνθρωπος, επίσης, έχει την προοπτι- κή να γίνει κάθε «ενστερνιζόμενος το Χριστό» χριστιανός, στον οποίο δίνεται η υπόσχεση με την ταπεινοφροσύνη θα φτάσει σε μιαν αφάνταστη μεταμόρφωση της ανθρώπινης ουσίας του και σε μια ε- ξομοίωση με το θεό. Τα μοτίβα αυτά τονί- ζονται ιδιαίτερα σης αιρέσεις του γνω- στικισμού* και 7uJ μοντανισμού (2ος αι.). ' Ενα μοντανιστικό κείμενο επιμένει ότι τον πιστό, που έφτασε στο βασίλειο του θεού, πρέπει να τον αποκαλούμε όχι «άν- θρωπο που σώθηκε», αλλά «υπεράνθρω- πο». Η ιδέα του υπεράνθρωπου αλλάζει νόη- μα στην ιδεολογία της Αναγέννησης, ό- που ξεχωρίζουν τρεις κατευθύνσεις: ο υπεράνθρωπος ως «θείος» και παντοδύ- ναμος καλλιτέχνης· ο υπεράνθρωπος ως μάγος, κυρίαρχος των μυστικών της φύ- σης (ο τύπος του Φάουστ)· ο υπεράν- θρωπος ως φορέας της απόλυτης πολιτι- κής εξουσίας, που χειραγωγεί τους αν- θρώπους με βάση τους νόμους του α- παλλαγμένου από τα δόγματα και την ηθική ορθού λόγου (ο τύπος του «Ηγε- μόνα» του Μακιαβέλλι). Η δεύτερη και η τρίτη κατεύθυνση συγχωνεύονται στο πάθος του άγγλου θεατρικού συγγραφέα Κ. Μάρλοου («Η τραγική ιστορία του δό- κτορα Φάουστ», «Ταμερλάνος ο Μέ- γας»). Οι κατευθύνσεις αυτές επικρίνο- νται στις τραγωδίες του Σαίξπηρ (η χρεο- κοπία των «μακιαβελλιστών» Ιάγου και Μάκβεθ, η απεμπόληση από το μάγο Πρόσπερο της εξουσίας του). Ο όρος «υπεράνθρωπος» εισδύει στη γερμανική κουλτούρα το 17ο αι. μέσω της χριστιανικής παράδοσης («Ελεύθε- ρες πνευματικές ώρες» του λουθηρια- νού θεολόγου Χ. Μύλλερ, 1664). Ο Χέρ- ντερ, ο Γκαίτε και άλλοι εκπρόσωποι του γερμανικού κλασικισμού και ρομαντισμού χρησιμοποίησαν τον όρο για να χαρακτη- ρίσουν τη «μεγαλοφυία», που δεν υπο- τάσσεται στους συνήθεις ανθρώπινους νόμους. Ο Νίτσε* προσδίδει στην έννοια «υπεράνθρωπος» απόλυτη σημασία, α- παλλάσσοντας την ταυτόχρονα από κάθε συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η έλευση του υπεράνθρωπου, τον οποίο ο Νίτσε ερμηνεύει ταυτόχρονα ως ανώτατο με- ταφυσικό δημιούργημα και ως το στάδιο της βιολογικής εξέλιξης που ακολουθεί τον άνθρωπο (ο υπεράνθρωπος έχει την ίδια σχέση με τον άνθρωπο, που έχει ο άνθρωπος με τον πίθηκο), ανακηρύσσε- ται σε νόημα του ανθρώπινου Είναι, γενι- κά σε νόημα της «γης». Ο υπεράνθρω- πος είναι η εναλλακτική λύση στον «τε- λευταίο άνθρωπο» - πρόσωπο της αντιου- τοπίας του Νίτσε, γελοιογραφία της συλλογικότητας συνάμα, ο υπεράνθρω- πος είναι απόλυτα ξένος τόσο προς τις θρησκευτικές υποχρεώσεις απέναντι στο θεό, όσο και προς τις κοινωνικές υ- ποχρεώσεις απέναντι στους ανθρώπους. Οι διάφορες ερμηνείες του υπεράνθρω- που μετά το Νίτσε επαναλαμβάνουν και αποτελούν απλώς παρωδίες των τριών κατευθύνσεων ανάπτυξης της μορφής του υπεράνθρωπου στην κουλτούρα της Αναγέννησης. Ο ιδανικός καλλιτέχνης 264
Υπερβατικοί του «αβανγκαρδισμού» (της «πρωτοπο- ρίας») που πλάθει αυθαίρετα το «δικό του» κόσμο, είναι εκφυλισμός του ιδανι- κού της «θείας» μεγαλοφυίας. Ο «αρχη- γός» του φασισμού, που δεν υπολογίζει τίποτα όταν χειραγωγεί τους ανθρώπους, είναι εκφυλισμός του ιδανικού του μακια- βελλικού ^Ηγεμόνα». Ο ήρωας της τε- τριμμένης λογοτεχνίας τύπου επιστημο- νικής φαντασίας (ο «σούπερμαν» - «υπε- ράνθρωπος»), που η δύναμη του έγινε τεράστια χάρη στις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνικής, είναι εκφυλισμός του ιδανικού του «μάγου» της Αναγέννη- σης. • Benz Ε.. Der dreifache Aspekt des Über- nenschen, στο ßiß. Eranos - Jahrbuch, 1959, Bd 28. Z.. 1960, S. 109 - 92. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υπερβάσεις. Έννοια του μεσαιωνικού σχολαστικισμού, που υποδηλώνει τους πιο γενικούς, τους ανώτατους προσδιο- ρισμούς του Είναι. Από την Αρχαιότητα ακόμα, ο Αριστοτέλης παραδεχόταν την ιδιαίτερη θέση που κατέχουν παρόμοιες έννοιες, χωρίς όμως να τις κατατάσσει σε μιαν ιδιαίτερη ομάδα. Οι φιλόσοφοι του Μεσαίωνα συνένωσαν κάτω από το γενικό όρο «υπερβάσεις» έννοιες που α- νυψώνονται πάνω από τις αριστοτελικές κατηγορίες, όπως το «ον» (ens), το «εν» (unum), το «αληθινό» (verum), το «αγα- θό» (bonum) κ.ά. Στη θεωρία του Αλ- μπέρτου του Μεγάλου, γκι τις υπερβά- σεις, το «ένα», η «αλήθεια», το «αγαθό» θεωρούνται οι πρώτοι και ουσιαστικοί κα- θορισμοί του Είναι· στο σύστημα του Θω- μά Ακινάτη, το Είναι χαρακτηρίζεται με τις ίδιες οριακές έννοιες. Λεπτομερεια- κή θεωρία για τις υπερβάσεις επεξεργά- στηκε ο Ντούνς Σκώτ, ο οποίος διέκρινε, εκτός από το Είναι, δύο άλλες σημαντι- κότατες κλάσεις «υπερβάσεων», και συ- γκεκριμένα: 1) τις απλές - το ένα. το α- ληθινό, το αγαθό και 2) τις διαζευκτικές - το τυχαίο και το αναγκαίο, το πραγματικό και το δυνατό (το «δυνάμει»). Η έννοια των υπερβάσεων, ως προς την προέλευ- ση της, είναι συγγενική με τις έννοιες «υπερβατός» και «υπερβατικός». • Wolter Α. Β., The transcendentals and thelr function in the metaphysics of Duns Scotus, Wash., 1946. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υπερβατικοί (Transcendentalists). Οπα- δοί του φιλοσοφικού και λογοτεχνικού ρεύματος στις ΗΠΑ το οποίο στις δεκα- ετίες του 1830 - 1850 συνένωσε τους εκπροσώπους της ριζοσπαστικής διανόη- σης και το οποίο διαμορφώθηκε γύρω από την «Υπερβατική λέσχη» της Βοστό- νης και το περιοδικό «The Dail». Εκτός από τον Έμερσον*, το συγγραφέα του φιλοσοφικού πεζογραφήματος «Η Φύ- ση» («Nature». 1836), που έγινε το ιδεο- λογικό μανιφέστο του ρεύματος των υ- περβατικών, υπήρξαν και άλλοι που προ- σέγγιζαν στον υπερβατισμό, όπως οι Χ. ©όρο, Α. ' Ολκοτ, Μ. Φούλλερ, Τζ. Ρίπλι, Ο. Μπράουνσον. Ο. Φρόζινγκεμ. Ε. Πι- μπόντι, Τ. Πάρκερ, Φ. Χεντζ, Ου. Γκ. Τσάννινγκ κ.ά. Αποκρούοντας την παραδοσιακή για τις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1830 αντιτριαδι- στική («ουνσαριστική») ερμηνεία του χρι- στιανισμού, οι υπερβατικοί ζητούσαν την αντικατάσταση της πίστης στα θαύματα και της προσωποποίησης του θεού με τη λατρεία της «απειρότητας του ανθρώ- που» και με το «ηθικό αίσθημα» που ενυ- πάρχει σ' όλους τους ανθρώπους. Η χρι- στιανική θρησκεία μετατράπηκε από τους υπερβατικούς σε έναν κώδικα ηθι- κών ιδανικών που δεν απαιτούσαν για την πραγμάτ(οσή τους εκκλησιαστικούς θε- σμούς. Ενώνοντας την ηθική και αισθητι- κή θεώρηση του κόσμου, οι υπερβατικοί έβλεπαν τον άνθρωπο σαν τον έγκυρο 265
Υπερβατικός εκπρόσωπο της αρμονικής και δυναμικής κοσμικής αρχής και απέδιδαν στη φύση ανεξάντλητη πνευματική δύναμη. Στην προσέγγιση προς το φυσικό (το αμόλυ- ντο από τον πολιτισμό) τοπίο, στο διαι- σθητικό βίωμα και στην «αποκρυπτογρά- φηση» του μυστικού συμβολικού του νο- ήματος, οι υπερβατικοί έβλεπαν τους τρόπους πραγματοποίησης της ηθικής κάθαρσης και τη μέθοδο διερεύνησης του «Απόλυτου» ή της «υπερψυχής» (ό- ρος του ' Εμερσον) στα πλαίσια της αν- θρώπινης καθημερινής ζωής. Ωστόσο οι υπερβατικοί υποτιμούσαν τη σημασία της αισθηττιριακής εμπειρίας, υπερτονίζο- ντας τη διαίσθηση και τη φιλοσοφική φα- ντασία. Από θέσεις αριστερού ριζοσπαστισμού και ρομαντικού ατομικισμού, οι υπερβατι- κοί τάχθηκαν κατά των κοινωνικών και η- θικών βάσεων της αμερικανικής κοινω- νίας στις αρχές του 19ου αι. Επιδιώκο- ντας να μετατρέψουν σε πραγματικότη- τα το ιδανικό των ουμανιστικών κοινωνι- κών σχέσεων, ορισμένοι υπερβατικοί δη μιούργησαν τις ουτοπικές κομμούνες της Μπρούκ - Φαρμ και της Φρούτλαντ. Ο κοινωνικός κριτικισμός των υπερβατι- κών συνέβαλε στη διαμόρφωση της ιδεο- λογίας του αριστερού ριζοσπαστικού κι- νήματος της νεολαίας σης ΗΠΑ στα τέ- λη της δεκαετίας του 1960 και στις αρ- χές της δεκαετίας του 1970. ■ The transcendentalists. An anthology. ed. by P. Miller, Camb. (Mass.), 1971 σε ρωσ. μετφ.: Εμερσον Π. Ου., Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, Μ., 1902· του ίδιου, Ανώτατη ψυχή, Μ., 1902· Η αισθητική του αμερικανι- κού ρομαντισμού. Μ., 1977* Θόρο Χ. Ντ.. Ουόλντεν, ή Ζωή στο δάσος, Μ., 1979. • Πάρρινγκτον Β. Λ., Τα βασικά ρεύματα της αμερικανικής σκέψης, μετφ. από τ* αγγλ., τ. 2, Μ., 1962 Η σύγχρονη πολιτική συνείδηση στις ΗΠΑ, Μ., 1980 Boller Ρ. F.. American transcendentallsm, 1830 - 1860. An intellec- tual Inquirg, N.Y., 1974. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υπερβατικός. ' Ορος που εμορανίστηκε στη σχολαστική φιλοσοφία και που δηλώ- νει εκείνες τις πλευρές του Είναι οι ο- ποίες βγαίνουν έξω από τη σφαίρα της περιορισμένης ύπαρξης, έξω από τον πεπερασμένο, τον εμπειρικό κόσμο. Η έννοια «υπερβατικός» χαρακτηρίζει τα ύ- ψιστα και καθολικά αντικείμενα της μετα- φυσικής γνώσης, όπως το «εν», το «αλη- θινό», το «αγαθό» (βλ. Υπερβάσεις). Ο Καντ απέδωσε στον όρο «υπερβατι- κός» γνωσιολογική σημασία. Η έννοια «υ- περβατικός» στη φιλοσοφία του χαρα- κτηρίζει κάθε τι που αναφέρεται στις υ- περεμπειρικές συνθήκες της δυνατής ε- μπειρίας, στις τυπικές προϋποθέσεις της διαδικασίας της γνώσης, οι οποίες οργα- νώνουν την επιστημονική εμπειρία (τέ- τοιες είναι, π.χ., οι υπερεμπειρικές μορ- φές της αισθητικότητας, ο χώρος και ο χρόνος, οι κατηγορίες του λογικού - ου- σία, αιτιότητα κ.λπ.). «Ονομάζω υπερβα- τική κάθε διαδικασία της γνώσης που α- σχολείται όχι τόσο με τα αντικείμενα, όσο με τα είδη της γνώσης των αντικει- μένων, δεδομένου ότι η γνώση μας αυτή πρέπει να είναι δυνατή a priori» (Καντ., Έργα, τ. 3, Μ., 1964, σελ. 121). Ωστόσο, ο Καντ, ενώ απέρριπτε την παραδοσιακή ορολογία και προσπαθούσε να ξεχωρίσει το «υπερβατικό» από το «υπερβατό», όχι σπάνια, χρησιμοποιούσε αυτούς τους ό- ρους ως συνώνυμα. • Ασμους Β. Φ., Ι. Καντ, 1973 Eucken R., Geschichte der philosophischen Terminolo- gie, Lpz., 1879, S. 144. 205 Vaihinger H., Commentar zu Kants «Kritik der reinen Ver- nunft», Bd 1, Stuttg.. 1881. S. 467 - 76' Krings H., Transzendentale Logik, Münch., 1964. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου 266
Υπόθεση Υπερβατός. Ορος που εμφανίστηκε στη σχολαστική φιλοσοφία και που χαρα- κτηρίζει κάθε τι που υπερβαίνει τα όρια της αισθητηριακής εμπειρίας, της εμπει- ρικής γνώσης του κόσμου* αντικείμενο θρησκευτικής και μεταφυσικής γνώσης. Ο σχολαστικισμός έκανε διάκριση ανάμε- σα στις σύμφυτες (ενυπαρκτές) και στις υπερβατικές αιτίες και πράξεις· οι πρώ- τες υπάρχουν μέσα στα ίδια τα αντικείμε- να, ενώ οι δεύτερες ευρίσκονται πέρα από τα όρια του Είναι. Στο σύστημα του Καντ ο όρος «υπερβα- τός» απέκτησε γνωσιολογική χροιά και άρχισε να υποδηλώνει -σε αντίθεση με το σύμφυτο (ενυπαρκτό)- αυτό που υ- περβαίνει τα όρια της δυνατής εμπει- ρίας: τις θεμελιακές θέσεις, που η χρήση τους παραμένει εξολοκλήρου μέ- σα στα όρια της δυνατής εμπειρίας, θα τις ονομάζουμε σύμφυτες (ενυπαρ- κτές), ενώ τις θεμελιακές θέσεις οι ο- ποίες πρέπει να ξεπερνούν αυτά τα όρια, θα τις ονομάζουμε υπερβατές» {«Κριτι- κή του καθαρού λόγου», βλ. Έργα, τ. 3, Μ., 1964. σελ. 338). Ο Καντ προσπάθησε να ασφαλίσει τη διαφορά ανάμεσα στις έννοιες «υπερβατικός» και «υπερβα- τός», συμπεριλαμβάνοντας στην τελευ- ταία αυτή έννοια και κάθε τι που δεν είναι προσιτό στη θεωρητική γνώση, αλλά απο- τελεί αντικείμενο πίστης (θεός, ψυχή, α- θανασία). Θεώρηοη Β. Α. Κύρκου Υπόθεση. Επ»στημονική εικασία ή προϋ- πόθεση.της οποίας η αληθοτιμή δεν έχει καθοριστεί. Διακρίνεται, πρώτον, η υπό- θεση ως μέθοδος ανάπτυξης της επιστη- μονικής γνώσης που περιέχει τη διατύ- πωση και τη μετέπειτα πειραματική επα- λήθευση της προϋπόθεσης, και, δεύτε- ρον, η υπόθεση ως δομικό στοιχείο της επιστημονικής θεωρίας. Η γένεση της υποθετικής μεθόδου συν- δέεται ιστορικά με τα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης των μαθηματικών στην Αρ- χαιότητα. Οι μαθηματικοί της Αρχαίας Ελλάδας χρησιμοποιούσαν πλατιά το πα- ραγωγικό νοητικό πείραμα ως μέθοδο μαθηματικής απόδειξης. Το πείραμα αυ- τό περιείχε τη διατύπωση της υπόθεσης και την εξαγωγή, απ* aurf), με βάση την αναλυτική παραγωγή, των συνεπειών, με σκοπό την εξακρίβωση της ορθότητας των αρχικών εικασιών. Μια θεμελιακά διαφορετική προσέγ^/ιση της υπόθεσης προτάθηκε από τον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρούσε τις υποθέσεις ως προκείμε- νες της αναλυτικτ'ις - συνθετικής μεθό- δου απόδειξης που επεξεργάστηκε ο ί- διος και που ήταν ικανή να εξασφαλίσει τον απόλυτα αληθινό χαρακτήρα του συ- μπεράσματος. Η θεώρηση αυτή του ευ- ρετικού ρόλου της υπόθεσης απορρί- φθηκε από τυν Αριστοτέλη, ο οποίος θε- ωρούσε ότι είναι αδύνατη η χρησιμο- ποίηση υποθέσεων ως προκείμενων συλλογιστικής απόδειξης (δεδομένου ότι προκείμενες θεωρούνταν μόνο οι γενι- κές, οι αναγκαστικές και απόλυτες αλή- θειες), πράγμα που καθόρισε τη μετέπει- τα αρνητική στάση απέναντι στην υπόθε- ση ως μορφή μη αξιόπιστης ή πιθανής γνώσης. Στην αρχαία επιστήμη και στις φυσικές επιστήμες των Νέων Χρόνων η υποθετική μέθοδος εφαρμοζόταν κυ- ρίως σε λανθάνουσα, καλυμμένη μορφή στα πλαίσια άλλων μεθόδων επιστημονι- κής γνωστικής διαδικασίας (στο νοητικό πείραμα, στις γενετικές - κατασκευαστι- κές και επαγωγικές μεθόδους). Αυτό δείχνουν το έργο «Αρχαί» του Ευκλείδη, η στατική του Αρχιμήδη, καθώς και η δια- μόρφωση πις μηχανικής του Γαλιλαίου, της θεωρίας του Νεύτωνα, της μοριακής - κινητικής θεωρίας κ.λπ. Μόνο στη με- θοδολογία και τη φιλοσοφία, από τα τέλη του 17ου ώς τις αρχές του 19ου αιώνα, κατά τη διαδικασία της μελέτης των επι- τυχιών των εμπειρικών ερευνών, άρχισε 267
Υπόθεση βαθμιαία να συνειδητοποιείται ο ευρετι- κός ρόλος της υποθετικής μεθόδου. Ω- στόσο, ούτε η ορθολογική, ούτε η εμπει- ρική κατεύθυνση της κλασικής μεθοδο- λογίας και φιλοσοφίας δεν κατόρθωσαν να τεκμηριώσουν την αναγκαιότητα της υπόθεσης για την επισπιμονική διαδικα- σία της γνώσης και να ξεπεράσουν την α- ντιδιαλεκτική αντιπαράθεση υπόθεσης και νόμου. Ως επιστημονικές θέσεις, οι υποθέσεις πρέπει να εκπληρούν κατ* αρχήν τον όρο της επαληθευσιμότητας που σημαί- νει ότι οι υποθέσεις αυτές έχουν τις ιδιό- τητες της παραποίησης (της ανατροπής) και της επαλήθευσης (επιβεβαίωσης) (βλ. Διάψευση και Επαλήθευση). Ωστό- σο, η ύπαρξη αυτών των ιδιοτήτων είναι αναγκαία, όχι όμως και ικανή συνθήκη για την επιστημονικότητα της υπόθεσης. ΓΓ αυτό οι ιδιότητες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κριτήρια διαχωρισμού με- ταξύ των επιστημονικών και των «μετα- φυσικών» αποφάνσεων (πράγμα στο ο- ποίο επέμεναν, ιδιαίτερα, οι οπαδοί του λογικού εμπειρισμού). Η ιδιότητα της διαψευσιμότητας καθορίζει αρκετά αυ- στηρά τον πιθανοκρατικό χαρακτήρα της επιστημονικής υπόθεσης. Δεδομένου ότι οι τελευταίες είναι αποφάνσεις περιορι- σμένης γενικότητας, μπορούν τόσο να ε- πιτρέψουν, όσο και να απαγορεύσουν, ά- μεσα ή έμμεσα, μια ορισμένη κατάσταση πραγμάτων στο φυσικό κόσμο. Περιορί- ζοντας την καθολικότητα της προηγού- μενης γνώσης και δκισαφηνίζοντας τους όρους, κάτω από τους οποίους είναι δυ- νατό να διατηρηθεί η μερική καθολικότη- τα της μιας ή της άλλης απόφανσης για τους νόμους, η ιδιότητα της διαψευσιμό- τητας εξασφαλίζει τον σχετικά ασυνεχή χαρακτήρα της ανάπτυξης της επιστημο- νικής γνώσης. Η άλλη ιδιότητα της επιστημονικής υπό- θεσης -η επαληθευσιμότητα- επιτρέπει να καθοριστεί και να ελεγχθεί το σχετικά εμπειρικό περιεχόμενο της. Μεγαλύτε- ρη ευρετική αξία έχει η επιβεβαίωση γε- γονότων και πειραματικών νόμων που ή- ταν αδύνατο να υποθέσει κανείς την ύ- παρξη τους προτού διατυπωθεί η υ- πόθεση που επαληθεύτηκε. Έτσι, για παράδειγμα, η κβαντική υπόθεση που διατύπωσε ο Αϊνστάιν το 1905 επαλη- θεύτηκε ύστερα από δεκαετία περίπου από τα πειράματα του Μίλλικεν. Η ιδιότη- τα της επαληθευσιμότητας αποτελεί την εμπειρική βάση των διαδικασιών γένεσης και ανάπτυξης της υπόθεσης και των άλ- λων μορφών της θεωρητικής γνώσης, κα- θορίζοντας το σχετικά συνεχή χαρακτή- ρα της ανάπτυξης της επισπίμης. Ταυτόχρονα, μια ορισμένη μεθοδολογική σημασία έχει η πιθανολογική ή συγκριτική εκτίμηση των ανταγωνιζομένων υποθέ- σεων ϋχετικά με την κλάση των διαπιστω- μένων ήδη γεγονότων Ο ευρετικός ρόλος της υποθετικής με- θόδου στην ανάπτυξη της σύγχρονης ε- πιστημονικής γνώσης είχε την αντανά- κλαση του στις υποθετικές παραγωγικές θεωρίες που αποτελούν παραγωγικά ορ- γανωμένα συστήματα υποθέσεων διαφο- ρετικού βαθμού γενικότητας. Οι θεωρίες αυτές είναι όχι πλήρεις, πράγμα που α- νοίγει σημαντικές δυνατότητες για τη διεύρυνση και τη συγκεκριμενοποίηση τους με συμπληρωματικές υποθέσεις, ε- φαρμοσμένα μοντέλα, καθώς και θεωρη- τικά μοντέλα πειραματικών θέσεων. Όλ' αυτά, σε τελευταία ανάλυση, εξα- σφαλίζουν αρκετή ευρύτητα και ευλυγι- σία στη χρησιμοποίηση των υποθέσεων και των άλλων αναπτυγμένων μορφών της επιστημονικής - θεωρητικής γνώσης για την απεικόνιση των σύνθετων αντικει- μένων και διαδικασιών της αντικειμενι- κής πραγματικότητας. Βλ. Θεωρία, Υπο- θετική - παραγωγική μέθοδος, Παραγω- γή. Μοντέλο. 268
Υποθετική - παραγωγική μέθοδος • Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ 20 Ρουσάβιν Γκ. Ι., Μέθοδοι επιστημονικής έ- ρευνας, Μ., 1974' του ίδιου, Επιστημονική Θε- ωρία, Λογική μεθοδολογική ανάλυση, Μ., 1978' Μπαζένοφ Λ. Μπ., Δομή και λειτουρ- γίες της επιστημονικής θεωρίας, Μ., 1978 Μερκοϋλοφ Ι. Π, Η επιστημονική επανάστα- ση και η υποθετική μέθοδος, «Οαπρόσι φιλο- σόφιι», 1979, τεύχος 8 του ίδιου, Το υποθετι- κό - παραγωγικό πρότυπο και η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, Μ., 1980. /. Π. Μερκούλοφ Θεώρηση Γ Παπαγούνου Υποθετική παραγωγική μέθοδος. Μέθοδος διαλογισμού, που βασίζεται στη συναγωγή (παραγωγή) συμπερασμά- των από υποθέσεις και άλλες προκείμε- νες, των οποίων η αληθοτιμή δεν είναι γνωστή. Δεδομένου ότι στον παραγωγικό συλλογισμό η αληθοτιμή των προκειμέ- νων -οι οποίες είναι υποθέσεις- μετα- φέρεται στο συμπέρασμα, το συμπέρα- σμα στην υποθετική - παραγωγική μέθο- δο έχει μόνο πιθανολογικό χαρακτήρα. Οι υποθετικοί - παραγωγικοί συλλογισμοί αναφορικά με τον τύπο των προκείμενων μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις βασικές ομάδες. Στην πρώτη, την πολυπληθέστε- ρη ομάδα, ανήκουν οι διαλογισμοί που οι προκείμενες τους είναι υποθέσεις και ε- μπειρικές γενικεύσεις. Στη δεύτερη α- νήκουν τα υποθετικά - παραγωγικά συ- μπεράσματα, που βασίζονται σε προκεί- μενες οι οποίες αντιφάσκουν είτε με α- πόλυτα εξακριβωμένα γεγονότα, είτε με θεωρητικές αρχές. Με τη διατύπωση κά- ποιας υπόθεσης ως προκείμενης είναι δυνατό να παραχθεί απ* αυτή μια συνέ- πεια που να αντιφάσκει με τα γνωστά γε- γονότα. Με τον τρόπο αυτό, στην πορεία μιας συζήτησης είναι δυνατό να πεισθεί ο αντίπαλος ότι η άποψη του και οι παρα- δοχές του είναι λανθασμένες (σ* αυτήν επίσης την ομάδα ανήκει και η μέθοδος της εις άτοπον απαγωγής). Στην τρίτη ο- μάδα των υποθετικών - παραγωγικών δια- λογισμών αναφέρονται οι προκείμενες ε- κείνες που αποτελούν αποφάνσεις οι ο- ποίες αντιφάσκουν στις παραδεδεγμέ- νες γνώμες και πεποιθήσεις. Οι υποθετικοί - παραγωγικοί διαλογισμοί για πρώτη φορά άρχισαν να αναλύονται στην Αρχαιότητα στα πλαίσια της διαλε- κτικής η οποία εθεωρείτο ως η τέχνη διε- ξαγωγής πολεμικής (συζήτησης) που στην πορεία της επεδιώκετο είτε να πει- σθεί ο αντίπαλος, είτε να αρνηθεί τη θέ- ση (άποψη) του, είτε να τη διασαφηνίσει, συνάγοντας απ* αυτή συμπεράσματα που αντιφάσκουν στα γεγονότςι (ο Πλά- των ονόμαζε τη μέθοδο αυτή σωκρατι- κή). Στην επιστημονική διαδικασία της γνώσης η υποθετική - παραγωγική μέθο- δος αναπτύχθηκε το 17ο και 18ο αι., ό- ταν σημειώθηκαν σημαντικές επιτυχίες στον τομέα της μελέτης της μηχανικής κίνησης των επίγειων και των ουράνιων σωμάτων. Οι πρώτες προσπάθειες εφαρ- μογής αυτής της μεθόδου έγιναν στη μη- χανική, και ειδικότερα στις έρευνες του Γαλιλαίου. Η μηχανική, που εκτίθεται στο έργο «Μαθηματικές αρχές της φιλοσο- φίας της φύσης» του Νεύτωνα, μπορεί να θεωρηθεί ως υποθετικό - παραγωγικό σύστημα που προκείμενες του αποτε- λούν οι βασικές αρχές (νόμοι) της κίνη- σης. Η μέθοδος των «Μαθηματικών αρ- χών» την οποία δημιούργησε ο Νεύτων άσκησε τεράστια επίδραση στην ανάπτυ- ξη των θετικών επιστημών. Η υποθετική παραγωγική μέθοδος διείσδυσε τόσο βαθιά στη μεθοδολογία των σύγχρονων φυσικών επιστημών, ώ- στε πολλές φορές οι θεωρίες της να ταυτίζονται με το υποθετικό - παραγωγι- κό σύστημα. Το υποθετικό - παραγωγικό πρότυπο περιγράφει αρκετά καλά την τυ- πική δομή των θεωριών, ωστόσο δεν πε- ριλαμβάνει μια σειρά ιδιομορφίες και λει- τουργίες τους, όπως επίσης αγνοεί τη γένεση των υποθέσεων και των κανόνων 269
Υποκειμενική κοινωνιολογία που έχουν θέση προκειμένων. Γι' αυτό, ένα τέτοιο μοντέλο χρησιμεύει, πριν απ' όλα, ως μέσο για την ανάλυση της λογι- κής δομής της έτοιμης (διαμορφωμένης) θεωρίας των φυσικών επιστημών. Από την άποψη της λογικής, το υποθετι- κό - παραγωγικό σϋοτημα αποτελεί μια ιεραρχία υποθέσεων που ο βαθμός της αφαίρεσης και της γενικότητας τους με- γαλώνει στο βαθμό που απομακρύνονται από την εμπειρική βάση. Η μαθηματική μέθοδος, η οποία χρησιμο- ποιείται ως σπουδαιότατο ευρετικό μέσο για την ανακάλυψη των νομοτελειών των φυσικών επιστημών, μπορεί να θεωρηθεί παραλλαγή της υποθετικής - παραγωγι- κής μεθόδου. Συνήθως, ως υποθέσεις στον τομέα αυτό χρησιμοποιούνται ορι- σμένες εξισώσεις που αποτελούν τροπο- ποιήσεις γνωστών ήδη και ελεγμένων σχέσεων. Με τις αλλαγές των σχέσεων αυτών σχηματίζονται νέες εξισώσεις που εκφράζουν την υπόθεση η οποία αναφέ- ρεται στο φαινόμενο που δεν έχει ερευ- νηθεί. ' Ετσι, για παράδειγμα, ο Μ. Μπόρν και ο Χάιζεμπεργκ πήραν ως βάση τις κα- νονικές εξισώσεις της κλασικής μηχανι- κής, ωστόσο αντί για αριθμούς εισήγαγαν σ' αυτές μήτρες, κατασκευάζοντας έτσι μια παραλλαγή της κβαντικής μηχανικής με μήτρες (πίνακες). Στη διαδικασία της επιστημονικής έρευ- νας το δυσκολότερο πρόβλημα αποτελεί η ανακάλυψη και διατύπωση των αρχών και των υποθέσεων εκείνων που αποτε- λούν τη βάση για όλα τα περαιτέρω συ- μπεράσματα. Η υποθετική - παραγωγική μέθοδος έχει στη διαδικασία αυτή βοη- θητικό ρόλο, δεδομένου ότι με τη βοή- θεια της δε διατυπώνονται νέες υποθέ- σεις, αλλά μόνο ελέγχονται συνέπειες που προκύπτουν απ' αυτές και με τον τρόπο αυτό ελέγχεται η διαδικασία της έ- ρευνας. Βλ. επίσης Παραγωγή, Θεωρία. • Κουζνετσόφ Ι. Β. Για τη μαθηματική υπό- θεση, «Βαπρόοι φιλοσόφιι», 1962, τεύχος 10 Αϊνστάιν Α., Φυσική και πραγματικότητα, μετφ. (από τα αγγλ.), Μ., 1965* Ρουζάβιν Γκ. Ι., Η υποθετική - παραγωγική μέθοδος, στο βιβ.: Λογική και εμπειρική γνίΰοτική διαδικασία, Μ. 1972, σελ. 86-113 Μερκούλοφ Ι. Π., Το υπο- θετικό - παραγωγικό πρότυπο και η ανάπτυξη της παραγωγικής γνώσης. Μ., 1980 Rescher Ν., Hypothetical reasoning, Amst., 1964. Γκ. Ι. Ρουζάβιν Θεώρηοη Γ Παπαγούνου Υποκειμενική κοινωνιολογία (ηθικο- κοινωνιολογική σχολή). Θεωρητικές αντι- λήψεις σειράς εκπροσώπων του κινήμα- τος των ναρόντνικων για την κοινωνική - ιστορική διαδικασία. Η υποκειμενική κοι- νωνιολογία διαμορφώθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1860 και στις αρχές της δεκαετίας του 1870 και διατυπώθηκε στις εργασίες των Π. Λ. Λαβρόφ και Ν. Κ. Μιχαηλόφσκι, στις ιδέες των οποίων προ- σχώρησαν οι Σ. Ν. Γιουζάκοφ, ο Σ. Ν. Κριβένκο κ.ά. Τις αντιλήψεις αυτές απο- δεχόταν και ο Ν. Ι. Καρέγεφ, αν και δεν ήταν ο ίδιος ναρόντνικος. Η φι>^οσοφική βάση της υποκειμενικής κοινωνιολογίας είναι ο θετικισμός. Ωστό- σο, οι ρώσοι στοχαστές, εφαρμόζοντας τις θετικιστικές αρχές στην κοινωνιολο- γία, ήταν, σε σημαντικό βαθμό, πρωτότυ- ποι και στρέφονταν ενάντια τόσο στην οργανική σχολή (Σπένσερ), όσο και ενά- ντια στον κοινωνικό δαρβινισμό (Γκού- μπλοβιτς). Στο πνεύμα του νεοκαντιανι- σμού, η υποκειμενική κοινωνιολογία αντι- διέστελλε από θέσεις αρχών τη γνώση των φυσικών επιστημών από την κοινω- νιολογική γνώση και αντιπαρέθετε την α- ντικειμενική μέθοδο έρευνας στην υπο- κειμενική. Σύμφωνα με τη θεωρία της υ- ποκειμενικής κοινωνιολογίας, δεν είναι η ομάδα ή η τάξη που αποτελούν τη βασική «μονάδα» της κοινωνικής δομής και κατ* επέκταση της ιστορικής εξέλιξης, αλλά η 270
Υποκειμενικό πνεύμα προσωπικότητα. Οι υποκειμενικές «ιδέ- ες» και οι σκοποί της προσωπικότητας καθορίζουν την κοινωνική της δραστη- ριότητα. Η υποκειμενική κοινωνιολογία περιλάμ- βανε ένα γενικό σχήμα της ιστορικής διαδικασίας, «τη θεωρία της προόδου». Ο Λαβρόφ ερμηνεύει την ιστορία σαν προαιώνια πάλη της πρωτοπόρος καλ- λιεργημένης μειοψηφίας για την πρόο- δο, η οποία στο σύστημα του ταυτίζεται με την αρμονική ανάπτυξη της προσωπι- κότητας. Εκτός από τα γενικά φιλοσοφικά - ιστορι- κά σχήματα, οι θεωρητικοί της υποκειμε- νικής κοινωνιολογίας επεξεργάστηκαν και μια σειρά συγκεκριμένα προβλήματα, όπως οι αμοιβαίες σχέσεις του ατόμου και της κοινωνίας, ο ρόλος της προσωπι- κότητας στην ιστορία, η σημασία του ε- παναστατικού κόμματος στην κοινωνική πάλη («Ιστορικά γράμματα» του Λαβρόφ), ο μηχανισμός σύνδεσης του ηγέτη με τις μάζες («Ήρωες και όχλος» του Μιχαη- λόφσκι) κ.ά. Ιδιόμορφη παραλλαγή της υ- ποκειμενικής κοινωνιολογίας αποτέλεσε ο «οικονομικός ρομαντισμός» (Β. Π. Βο- ροντσόφ, Ν. Φ. Ντάνιελσον κ.ά.) που σή- μανε την εφαρμογή των αρχών της κοι- νωνιολογίας του υποκειμενισμού στο χώ- ρο της πολιτικής οικονομίας. Οι θέσεις της υποκειμενικής κοινωνιολογίας αντα- νακλούσαν τις ιδιαιτερότητες της ανά- πτυξης της Ρωσίας στη μετά την κατάρ- γηση της δουλοπαροικίας περίοδο, όταν το κίνημα της πρωτοπόρος διανόησης ε- νάντια στην τσαρική απολυταρχία δεν μπορούσε να βρει ακόμα μαζική υποστή- ριξη. Σ' αυτές τις συνθήκες οι ιδέες της υποκειμενικής κοινωνιολογίας για την «ε- νεργητικότητα» του ατόμου, για το ρόλο των «κριτικά σκεπτόμενων προσωπικοτή- των», έπαιξαν αντικειμενικά θετικό ρόλο στο απελευθερωτικό κίνημα. Ο Β. Ι. Λένιν άσκησε κριτική σης αντιλή- ψεις της υποκειμενικής κοινωνιολογίας και τις χαρακτήρισε σαν «... ένα βήμα πί- σω από τις απόψεις του Τσερνισέφσκι...» (Άπαντα, τ. 24, σελ. 335). • Λένιν Β. Ι., Οι ναρόντνικοι για το Ν. Κ. Μι- χαηλόφσκι, Απαντα, τ. 24 Πλεχάνοφ Γκ. Β., Η εξέλιξη της μονιστικής αντίληψης στην ι- στορία, Επιλογή φιλοσοφικών έργων, Μ. 1956* Ιστορία της φιλοσοφίας της ΕΣΣΔ, τ. 3, Μ. 1968 Η κοινωνιολογική σκέψη της Ρωσίας, Λ., 1978 βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Ναρο- ντνικισμός. Θεώρηση Β. Φίλια Υποκειμενικό πνεύμα. Κατηγορία της φιλοσοφίας του Χέγγελ, που δηλώνει το στάδιο του γίγνεσθαι της αλλοτριωμένης ύπαρξης της απόλυτης ιδέας* σε φύση, όταν αίρεται η αντίφαση ανάμεσα στο «υ- πνώττον στη φύση» πνευματικό περιεχό- μενο και στη φυσική μορφή, δηλαδή του Είναι έξω από την ιδέα, και δημιουργείται το πνεύμα, δηλαδή ο άνθρωπος και η αν- θρωπότητα ως φορείς της ιδέας. Το πνεύμα περνάει τρία στάδια εξέλιξης: το υποκειμενικό πνεύμα, το αντικειμενι- κό πνεύμα* και το απόλυτο πνεύμα* Το υποκειμενικό πνεύμα, ή την ατομική ψυ- χή, κλεισμένη στις καταστάσεις της και δεμένη με το περιεχόμενο, το οποίο της «δίνεται», ο Χέγγελ τη βλέπει σε τρία ε- πίπεδα: η ανθρωπολογία φανερώνει την ψυχή ως την αισθανόμενη ουσία του σώ- ματος' η φαινομενολογία ερευνά τη με- τατροπή της ψυχής σε συνείδηση κατά βαθμίδες: συνείδηση -αυτοσυνείδηση- λογικό' η ψυχολογία δείχνει τις θεωρητι- κές και πρακτικές ικανότητες του πνεύ- ματος. Στην πορεία της εξέλιξης του το υποκει- μενικό πνεύμα αφομοιώνει δημιουργικά το «δεδομένο» σ' αυτό περιεχόμενο, κα- τανοεί τον εαυτό του σαν ουσία του σο)- ματός του και των βιωμάτων του και, τέ- λος,* σαν έλλογο πνεύμα που έχει ελεύ- θερη βούληση. Η έλλογη βούληση -υπο- 271
Υποκειμενικός ιδεαλισμός κειμενικά ελεύθερη, αλλά περιορισμένη από άλλες πνευματικές και σωματικές ουσίες- περνά στην ελεύθερη δραστη- ριότητα, που δημιουργεί το δίκαιο, την η- θική, την ηθικότητα και το κράτος και με- τατρέπεται κατ' αυτόν τον τρόπο σε α- ντικειμενικό πνεύμα. • Βλ. λήμμα Χέγγελ. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υποκειμενικός ιδεαλισμός. Μια από τις βασικές παραλλαγές του ιδεαλισμού σε αντιδιαστολή με τον αντικειμενικό ι- δεαλισμό, ο υποκειμενικός ιδεαλισμός αρνείται την ύπαρξη κάποιας πραγματι- κότητας, έξω από τη συνείδηση του υπο- κειμένου, είτε τη θεωρεί σαν κάτι που καθορίζεται απόλυτα από την ενεργητι- κότητα της συνείδησης αυτού του υπο- κειμένου. Βλ. λήμμα Ιδεαλισμός. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υποκειμενικός παράγοντας στην ιστο- ρία. Η δραστηριότητα του υποκειμένου - μαζών, τάξεων, κομμάτων, μεμονωμένων ανθρώπων- που αναπτύσσεται σε διάφο- ρα επίπεδα και μορφές (ιδεολογική, πολι- τική, οργανωτική) και κατευθύνεται προς την αλλαγή, ανάπτυξη ή διατήρηση των αντικειμενικών κοινωνικών συνθηκών. Η κατηγορία του υποκειμενικού παράγοντα συμπορεύεται με την κατηγορία του αντι- κειμενικού παράγοντα ή των αντικειμενι- κών συνθηκών. Η αλληλεπίδραση τους ε- πιβεβαιώνει τη θέση του ιστορικού υλι- σμού ότι την ιστορία τη δημιουργούν οι άνθρωποι, οι λαοί, οι τάξεις. Ο υποκειμε- νικός παράγοντας ενεργεί πάντα μέσα στα πλαίσια των αντικειμενικών σχέσεων και συνθηκών, που σε σημαντικό βαθμό αποτελούν αποκρυστάλλωση της προγε- νέστερης δραστηριότητας των ανθρώ- πων. Q αντικειμενικές συνθήκες καθορί- ζουν συνολικά το χαρακτήρα, τη δομή και την κατεύθυνση των ενεργειών του υπο- κειμενικού παράγοντα. «Ο άνθρωπος στην πρακτική του δραστηριότητα έχει μπροστά του τον αντικειμενικό κόσμο, ε- ξαρτάται απ* αυτόν, απ* αυτόν καθορίζε- ται η δραστηριότητα του» (Λένιν Β. Ι., Ά- παντα, τ 29, σελ. 169 - 70). Ενέργειες του υποκειμενικού παράγοντα που δεν υ- πολογίζουν τις αντικειμενικές συνθήκες και τις νομοτέλειες της εξέλιξης τους έρχονται σε σύγκρουση με τη ζωή, με την πραγματικότητα. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να εξάγονται άμεσα όλες οι πλευ- ρές, οι τύποι και ιδιότητες του υποκειμε- νικού παράγοντα από τις avTiKe/ιμενικές μόνο συνθήκες, δεδομένου ότι ο υποκει- μενικός παράγοντας διαθέτει σχετική αυτονομία ανάπτυξης. Η κατηγορία του υποκειμενικού παράγοντα εκφράζει το μηχανισμό επίδρασης των ανθρώπων στις αντικειμενικές συνθήκες, φανερώ- νει τις κινητήριες δυνάμεις της ιστορίας, τη σημασία της πρακτικής στο μετασχη- ματισμό της πραγματικότητας, επεξηγεί τη διαδικασία της αντίστροφης επίδρα- σης που ασκεί πάνω στη βάση το εποικο- δόμημα, καθώς και τα ιδεολογικά και ψυ- χολογικά φαινόμενα. Στην πρακτική δρά- ση, η αντικειμενική και υποκειμενική πλευρά της ιστορικής διαδικασίας εμφα- νίζονται ως πλευρές ενός και του αυτού φαινομένου που διεισδύουν η μία στην άλλη και που επενεργούν η μια στην άλ- λη. Το δυνάμωμα του ρόλου του υποκει^ μενικού παράγοντα στην ιστορία αποτε- λεί τη σημαντικότερη πλευρά της ιστο- ρικής διαδικασίας. Στην περίοδο των με- γάλων μεταβολών στην ιστορία, ο υπο- κειμενικός παράγοντας αποκτά αποφα- σιστική σημασία για το μετασχηματι- σμό των κοινωνικών σχέσεων, εάν η δρα- στηριότητα του αντιστοιχεί στις αντικει- μενικές τάσεις της κοινωνικής εξέλιξης. Η επιτυχία μιας εξέγερσης, μιας επανά- στασης, όταν υπάρχουν οι απαραίτητες αντικειμενικές συνθήκες, εξαρτάται από 272
Υποκειμενισμός τον υποκειμενικό παράγοντα, από στοι- χεία, όπως η πολιτική συνειδητότητα και ωριμότητα, η απο(ρασισηκότητα και θέλη- ση, η οργανωτικότητα και ικανότητα μιας τάξης να πάρει, με την καθοδήγηση επα- ναστατικού κόμματος, τολμηρές αποφά- σεις και να τις πραγματοποιήσει. Οι ενέργειες των συντηρητικών και αντι- δραστικών τάξεων παρεμποδίζουν την ε- ξέλιξη της κοινωνίας. Στη διάρκεια της σοσιαλιστικής επανάστασης και ύστερα από τη νίκη της η σημασία του υποκειμε- νικού παράγοντα στην ιστορία αυξάνει α- πότομα. Ο κομμουνιστικός κοινωνικός σχηματισμός εμφανίζεται και αναπτύσ- σεται σαν αποτέλεσμα της συνειδητής και δημιουργικής δράσης των λαϊκών μα- ζών κάτω από την καθοδήγηση του μαρ- ξιστικού - λενινιστικού κόμματος, η δρα- στηριότητα του οποίου αποτελεί το ση- μαντικότερο στοιχείο του υποκειμενικού παράγοντα. Ο σοσιαλισμός επιφέρει ριζι- κή αλλαγή στο συσχετισμό ανάμεσα στη συνειδητότητα και το αυθόρμητο. «Ο κομμουνισμός διακρίνεται απ' όλα τα προηγούμενο κινήματα από το γεγονός ότι ανατρέπει την ίδια τη βάση όλων των προγενέστερων σχέσεων παραγωγής και επικοινωνίας και για πρώτη φορά στην ι- στορία θεωρεί συνειδητά ότι όλες οι προϋποθέσεις που εμφανίζονται αυθόρ- μητα αποτελούν δημιουργία των προη- γούμενων γενεών, αφαιρεί έτσι απ' αυ- τές τις προϋποθέσεις το αυθόρμητο στοιχείο και τις υποτάσσει στην εξουσία των συνενωμένων ατόμων» (Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ 3, σελ. 70 - 71). • Μπρόνσκι Ν., Κέσαρεψ Α., Ο αντικειμενι- κός και ο υποκειμενικός παράγοντας στην /- οτορία, [Τσελιάμπινσκ], 1965 Πριπισνόφ Β. Ι., Το πρόβλημα του υποκειμενικού παράγοντα στον ιστορικό υλισμό, Ντουσανμπέ, 1966· Α- ντονιάν Μ. Ο., Αμοιβαία σχέση αντικειμενικών συνθηκών και υποκειμενικός παράγοντας στο σοσιαλισμό, Ερεβαν, 1967 Τσάγκιν Μπ. Α., Ο Λένιν νια το ρόλο του υποκειμενικού παράγο- ντα στην ιστορία. [Λ.ι. 1967 του ίδιου, Υπο- κειμενικός παράγοντας. Δομή και νομοτέ- λειες. Μ. 1968 Ρομανένκο Μ. Β, Η διαλεκτι- κή αντικειμενικού και υποκειμενικού στις συν- θήκες του αναπτυγμένου σοσιαλισμού, Μ. 1981 Θεώρηση Β. Φίλια Υποκειμενισμός. Κοσμοθεωρητική θέ- ση που αγνοεί την αντικειμενική προσέγ- γιση της πραγματικότητας και που αρνεί- ται τους αντικειμενικούς νόμους της φύ- σης και της κοινωνίας. Ο υποκειμενισμός είναι μία από τις βασικές γνωσιολογικές πηγές του ιδεαλισμού. Η ουσία του βρί- σκεται στην απολυτοποίηση του ενεργη- τικού ρόλου του υποκειμένου στους διά- φορους τομείς της δραστηριότητας, και ιδιαίτερα στη διαδικασία της γνώσης. Ο υποκειμενισμός ως θέση, που δεν αντι- στοιχεί στη φύση των αντικειμένων, οδη- γεί σε τελευταία ανάλυση στην απόσπα- σπ από την πραγματικότητα, στην «υπο- κειμενική τύφλωση», στον αγνωστικισμό και στη σχετικοκρατία (βλ. Β. Ι. Λένιν, Ά- παντα, τ. 29, σελ. 322). Στην ιστορία πις φιλοσοφίας, εκπρόσωποι ίου υποκειμενι- σμού ήταν ο Μπέρκλεϋ, ο Χιουμ, ο Φίχτε· στοιχεία υποκειμενισμού χαρακτηρίζουν τη φιλοσοφική διδασκαλία του Καντ. Στην αστική φιλοσοφία του 19ου και του 20ού αι. ο υποκειμενισμός αποτελεί μία από τις βασικές αρχές ορισμένων ρευμάτων, όπως ο νεοκαντιανισμός, ο εμπειριοκριτι- κισμός, η φιλοσοφία της ζωής, ο πραγμα- τισμός, ο νεοθετικισμός, ο υπαρξισμός. Απορρίπτοντας τον υποκειμενισμό, η μαρξιστική φιλοσοφία αναγνωρίζει ωστό- σο τον ενεργητικό ρόλο του υποκειμέ- νου στο πρακτικό πεδίο και στη διαδικα- σία της γνώσης, αλλά εδώ ξεκινά από την παραδοχή της διαλεκτικής αλληλοσχέ- σης υποκειμένου και αντικειμένου. Ο υ- ποκειμενισμός βρίσκεται στη βάση δια- φόρων διαστρεβλώσεων του μαρξισμού - λενινισμού. Ο δεξιός αναθεωρητισμός, Φ.Λ. 5-18 273
Υποκείμενο ορμώμενος απο την υποκειμενική αντί- ληψη της πρακτικής, προσπαθεί εκλεκτι- κά να συνενώσει τις αρχές της φιλοσο- (ρίας του μαρξισμού με υποκειμενικές φι- λοσοφικές θεωρίες (όπως ο υπαρξισμός και ο πραγματισμός). Η αναθεώρηση του μαρξισμού από τα «αριστερά» συνίσταται στην υποκατάσταση της δημιουργικής θεωρίας του από ένα σύστημα δογμάτων που ερμηνεύονται με υποκειμενικό τρό- πο, με σκοπό τη θεμελίωση της βουλη- σιοκρατίας (βολουνταρισμού). Ο υποκει- μενισμός στην πολιτική εκφράζεται με το γεγονός ότι οι πολιτικές αποφάσεις παίρ- νονται στη βάση αυθαίρετων αντιεπιστη- μονικών προσανατολισμών. Ο πολιτικός υποκειμενισμός βρίσκει την έκφραση του στην περιφρονητική στάση απέναντι στις κοινωνικές νομοτέλειες, στην πίστη στην παντοδυναμία των διοικητικών απο- φάσεων. Η αληθινά επιστημονική πολιτι- κή συνδυάζει την αυστηρή αντικειμενικό- τητα, στην εξέταση της πραγματικότη- τας, με την αναγνώριση της ενεργητικό- τητας και της πρωτοβουλίας των μαζών, των τάξεων και των μεμονωμένων ατό- μων, πράγμα που προφυλάσσει από κάθε μορφή υποκειμενισμού. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υποκείμενο (λατ. subjectum). Ο φορέ- ας της υλικής - πρακτικής δραστηριότη- τας και γνώσης (άτομο ή κοινωνική ομά- δα), η πηγή της ενεργητικότητας που κα- τευθύνεται προς το αντικείμενο. Ο όρος «υποκείμενο» χρησιμοποιήθηκε στην ι- στορία της φιλοσοφίας με διαφορετικές σημασίες. Για παράδειγμα, ο Αριστοτέ- λης επισημαίνει με τον όρο αυτό και τ^α- τομικό Είναι και την ύλη, δηλαδή την α- μορφοποίητη ουσία* ο μεσαιωνικός σχο- λαστικισμός εννοεί με τον όρο αυτό κάτι το πραγματικό, που υπάρχει μέσα στα ί- δια τα πράγματα (ενώ το αντικείμενο, κα- τά την άποψη του, υπάρχει μόνο στη διά- νοια). Η σημερινή ερμηνεία της έννοιας «υποκείμενο» έχει τις ρίζες της στον Ντεκάρτ (Καρτέσιο). στο σύσπιμα του ο- ποίου η έντονη αντιπαράθεση του υπο- κειμένου προς το αντικείμενο αποτελού- σε την αφετηρία για την^ ανάλυση της γνωστικής διαδικασίας και ιδκιίτερα για τη θεμελίωση της γνώσης από την άπο- ψη της εγκυρότητας της· η ερμηνεία του υποκειμένου, ως ενεργητικής αρχής στη γνωστική διαδικασία, άνοιξε το δρόμο στην έρευνα των συνθηκών και των μορ- φών αυτής της διαδικασίας και των υπο- κειμενικών της προϋποθέσεων. Το επό- μενο σπουδαίο βήμα σ* αυτή την κατεύ- θυνση πραγματοποιήθηκε από τον Καντ, ο οποίος ανακάλυψε ορισμένους ουσια- στικούς νόμους της εσωτερικής οργάνω- σης του υποκειμένου που κάνουν δυνατή την απόκτηση καθολικής και αναγκαίας γνώσης (η διδασκαλία για τιςJölIηγQßίες ως μορφές ρύθμισης της σκέψης και για την κατηγοριακή σύνθεση, η αντίληψη για το υποκείμενο ως διαγενικού, δηλαδή ως υποκείμενο που εμπερικλείει όλη την ιστορική πείρα της γνώσης). Στην ιδεαλι- στική της μορφή, η θέση για τον κοινωνι- κό - ιστορικό χαρακτήρα του υποκειμέ- νου αναπτύχθηκε από το Χέγγελ, για τον οποίο η γνώση είναι διαδικασία υπερατο- μική που εκτυλίσσεται στη βάση της ταυ- τότητας υποκειμένου (υπονοείται το α- πόλυτο πνεύμα) και αντικείμενου. Ο προ- μαρξιστιστικός υλισμός ερμήνευσε το υποκείμενο από τη OKQma_iQyj|Ju- χολογισμού, δηλαδή σαν απομονωμέ- νο άτομο, του οποίου οι γνωστικές ικανό- τητες έχουν βιολογικό χαρακτήρα και το οποίο μόνο παθητικά απεικονίζει την ε- ξωτερική πραγματικότητα. Ο διαλεκτικός υλισμός διευρύνει ριζικά την έννοια του υποκειμένου, συνδέοντας την άμεσα με την κατηγορία της πρακτικής δραστηριό- τητας. ΓΓ αυτό το λόγο. εδώ το υποκεί- μενο έχει το χαρακτήρα του υποκειμέ- νου της εμπράγματης - πρακτικής δρα- 274
Υπόσταση στηριότητας, και όχι μόνο της διαδικα- σίας της γνώσης. Αυτή η θέση ερμηνεύει με νέο τρόπο την κοινωνικοϊστορική φύ- ση του υποκειμένου: κατά την άποψη του μαρξισμού, το άτομο εμ(ρανίζεται σαν υ- ποκείμενο προικισμένο με αυτοσυνείδη- ση, στο βαθμό που έχει αφομοιώσει το δημιουργημένο από την ανθρωπότητα κόσμο του πολιτισμού, δηλαδή των εργα- λείων της υλικής - πρακτικής δραστηριό- τητας, των τύπων της γλώσσας, των λογι- κών κατηγοριών, των κανόνων των αισθη- τικών και ηθικών αξιών κ.λπ. Η ενεργητι- κή δραστηριότητα του υποκειμένου δημιουργεί εκείνες τις συνθήκες, χάρη στις οποίες το ένα ή το άλλο τμήμα της αντικειμενικής πραγματικότητας εμφανί- ζεται σαν αντικείμενο, που δίνεται στο υ- ποκείμενο μέσα από τις μορφές της δρα- στηριότητας του. Η υλιστική αποκάλυψη της δημιουργικής φύσης του υποκειμέ- νου επέτρεψε στο μαρξισμό να δείξει ότι το αληθινό υποκείμενο της ιστορίας είναι οι λαϊκές μάζες, αυτή η βασική δύναμη που δημιουργεί και αναμορφώνει επανα- στατικά τον κόσμο της κουλτούρας και το κοινωνικό Είναι. • Μαρξ Κ., Θέσεις για το Φόυερμπαχ, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 3 Λένιν Β. Ι., Φιλοσοφικά τετράδια, Απαντα, τ. 29* Κόπνιν Π. Β., Τα γνωσιολογικά και τα λογικά Θεμέλια της επιστήμης, Μ., 1974' Λέκτορσκι Β. Α., Υ- ποκείμενο, αντικείμενο, γνώση, Μ., 1980 Λιουμπούτιν Κ. Ν., Το πρόβλημα του υποκει- μένου και του αντικειμένου στη γερμανική κλασική και στη μαρξιστική - λενινιστική φιλο- σοφία, Μ. 1981. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υπόσταση. Όρος της αρχαίας φιλοσο- φίας· πρώτος ο Ποσειδώνιος (1ος αιώνας π.Χ.) έκανε χρήση του όρου αυτού για να δηλώσει το μοναδικό πραγματικό Είναι, σε αντίθεση με το «φαινομενικό» (έμφα- σις) ή το «νοούμενο» (επίνοια). Οι στωι- κοί της πρώτης περιόδου (Χρύσιππος) χρησιμοποιούσαν μονό τις αντίστοιχες ρηματικές εκφράσεις για να επισημά- νουν τη διαδικασία σπιν οποία η χωρίς ποιότητα ύλη γίνεται συγκεκριμένο αντι- κείμενο («υποστασιοποιείται»). Στην πα- ράδοση της Περιπατητικής σχολής ο ό- ρος «υπόσταση» χρησιμοποιήθηκε ως συνώνυμο της «πρώτης ουσίας», των «κατηγοριών» (βλ. Αριστοτέλης, «Ορ- γανον»). Στο νεοπλατωνισμό (Πορφύ- ριος) όλες οι υποστάσεις διαιρούνται σε «τέλειες» («αρχικές υποστάσεις»), οι ο- ποίες αντικειμενοποιούνται κατά τη δια- δικασία της εκπόρευσης από το ένα* (βλ., επίσης, Νους, Ψυχή), και σε «ατε- λείς» (πολλαπλότητα των μεμονωμένων πραγμάτων). Στη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλη- σίας ο όρος «υπόσταση» πήρε τη σημα- σία της «πρώτης ουσίας», των «κατηγο- ριών». Τον 4ο αι., στην έριδα για το τρι- συπόστατο του θεού, κατά την ερμηνεία της διατύπωσης «μία είναι η ουσία του θεού και τρεις οι ενιαίες, αδιαίρετες και ομοούσιες υποστάσεις του», η συνωνυ- μία υπόστασης και ουσίας εξέλειπε: η ουσία άρχισε να νοείται κυρίως ως κάτι το γενικό, σε αντίθεση με την υπόσταση που είχε την έννοια του μοναδικού, δη- λαδή ενός συνόλου ουσίας και συμβεβη- κότων (Όμιλος της Καππαδοκίας, Ιωάν- νης Φιλόπονος, Ιωάννης Δαμασκηνός). Για να υποδηλώσουν το σύνολο των συμ- βεβηκότων χρησιμοποίησαν αρχικά τον όρο «πρόσωπον», ο οποίος αργότερα (4ος - 6ος αι.) έγινε συνώνυμο της υπό- στασης. Στις χριστολογικές έριδες των 5ου - 7ου αι. σε σχέση με την ερμηνεία του «θεανθρώπου» του Χριστού, διατυ- πώθηκε η θεωρία της σύνθετης υπόστα- σης, που αποτελεί συνένωση δύο ουσιών ή φύσεων (Λεόντιος ο Βυζάντιος, Μάξι- μος ο Ομολογητής κ.ά.). Το 19ο και τον 20ό αι. παρατηρείται μκι τάση επανεξέτασης της έννοιας «υπό- σταση» και θεώρησης της ως κάποιας 275
Υποστασιοποίηση προσωπικής αρχής (ανάλογης με την έν- νοια της «προσωπικότητας» στον περσο- ναλισμό - σε αντιπαράθεση της προς το «άτομο»), οντολογικά διαφορετικής από την ουσία (φύση), αλλά άρρηκτα συνδε- μένης μ* αυτήν (Π. Α. Φλορένσκι, Σ. Ν. Μπουλγκάκοφ, Β. Ν. Λόσκι κ.ά). • Dörrie Ν., Υπόσταοις. Wort und Bede- utungsgeschichte, Gott., 1955, S. 35 - 92. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υποστασιοποίηση. Απόδοση αυτοτε- λούς ύπαρξης σε κάποια αφηρημένη έν- νοια, ιδιότητα ή ιδέα (όπως, για παρά- δειγμα, η υποστασιοποίηση της έννοιας του «αριθμού» στον πυθαγορισμό κ.λπ.). Υπόστρωμα, (λατ. subStratum). Η γενική υλική βάση των φαινομένων, το σύνολο των σχετικά απλών, ποιοτικά στοιχειωδών υλικών μορφωμάτων, η αλληλεπίδραση των οποίων καθορίζει τις ιδιότητες του ε- ξεταζόμενου συστήματος ή διαδικασίας. Με την πιο γενική έννοια του όρου, υπό- στρωμα όλων των μορφών μεταβολών και διαδικασιών που συντελούνται στον κό- σμο είναι η κινούμενη ύλη, η οποία, ό- ντας ανεξάντλητη και άπειρη ως προς τη δομή, το χώρο και το χρόνο, λειτουργεί ως θεμελιακό υπόβαθρο όλων των ιδιο- τήτων, σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και νόμων της αντικειμενικής πραγματικότη- τας. Η έννοια του υποστρώματος είναι παρα- πλήσια με την έννοια της ουσίας, η οποία κατά παράδοση θεωρούνταν σαν απόλυ- το υπόστρωμα όλων των μεταβολών. Τα μεταφυσικά συστήματα αποδέχονταν την ύπαρξη ενός απόλυτα αδιαίρετου και στοιχειώδους υποστρώματος, το οποίο θεωρούνταν ως το κατώτερο, θεμελιακό στρώμα της πραγματικότητας. Στις υλι- στικές θεωρίες ως παρόμοιο υπόστρωμα θεωρούνταν τα αδιαίρετα άτομα, στα ιδε- αλιστικά συστήματα - η απόλυτη ιδέα, το πνεύμα, η άυ^η ενέργεια (ενεργητι- σμός), τα «στοιχεία του κόσμου» (εμπει- ριοκριτικισμός) κ.λπ. Υπόστρωμα όλων των γνωστών διαδικα- σιών στη φύση είναι τα στοιχειώδη σωμα- τίδια και πεδία, οι θεμελιακές αλληλεπι- δράσεις των οποίων (πεδία βαρύτητας, ηλεκτρομαγνητικά, ασθενή και ισχυρά) καθορίζουν τις φυσικοχημικές μορφές της κίνησης. Υπόστρωμα των χημικών α- ντιδράσεων είναι τα άτομα, τα οποία πα- ραμένουν σταθερά κατά το σχηματισμό και τις μετατροπές των διαφόρων ου- σιών. Υπόστρωμα των βιολογικών διαδι- κασιών στους ζωντανούς οργανισμούς είναι τα μόρια των αμινοξέων (DNA και RNA) και των λευκωματούχων ουσιών, που αποτελούν, σαν στοιχειώδεις «μονά- δες» ζωής, τις μορφές κίνησης της ύ- λης. Υπόστρωμα των κοινωνικών μορφών κίνησης είναι ο άνθρωπος, του οποίου η σκόπιμα κατευθυνόμενη δράση βρίσκε- ται στη βάση όλων των κοινωνικών αλλα- γών. Κάθε συγκεκριμένο υπόστρωμα εκφρά- ζει το αδιαίρετο της ποιότητας ορισμέ- νων υλικών αντικειμένων και συστημάτων σε σχέση με τις συγκεκριμένες μορφές κίνησης και διαδικασίες. Από το άλλο μέ- ρος, τα υλικά αυτά αντικείμενα έχουν δο- μή που μπορεί να εμφανιστεί κατά τις αλ- ληλοδράσεις μεγαλύτερης ενέργειας. Τα διάφορα είδη υποστρώματος χαρα- κτηρίζονται από ποιοτική ανομοιογένεια στη συστημική οργάνωση της ύλης, από ποικιλομορφία δομικών επιπέδων στις διάφορες μορφές κίνησης και στους νό- μους μεταβολής των σωμάτων. Η θεωρητική γνώση του υποστρώματος των διαφόρων συγκεκριμένων διαδικα- σιών σημαίνει την αποκάλυψη της δομής τους, των νόμων, των δομικών τους σχέ- σεων, τον προσδιορισμό των υλικών εκεί- νων αντικειμένων, που η αλληλεπίδραση τους καθορίζει τις ιδιότητες των εξετα- ζόμενων φαινομένων. 276
Υψηλό Η ανοδική ανάπτυξη της ύλης πάνω σπι Γη, ανάπτυξη που οδήγησε στην εμ(ράνι- ση της βιόσφαιρας και της ανθρώπινης κοινωνίας, συνδέθηκε με τη συνθετο- ποίηση των μορφών του υλικού υποστρώ- ματος των χημικών, βιολογικών και κοινω- νικών μορφών κίνησης. Χάρη σπι ν ανά- πτυξη της επιστήμης και της τεχνικής κατασκευάστηκαν πολύπλοκα τεχνικά συστήματα (όπως οι ηλεκτρονικοί υπολο- γιστέε), τα οποία πραγματοποιούν λει- τουργίες του υλικού υποστρώματος για τη διαδικασία της συγκέντρωσης, επε- ξεργασίας και σύνθεσης πολλαπλών τύ- πων πληροφορίας. Βλ. επίσης Ύλη, Ου- οία και τη σχετική βιβλιογραφία. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Υποσυνείδητο, βλ. Ασυνείδητο. Υψηλό. Κατηγορία της αισθητικής που χαρακτηρίζει την εσωτερική σημασία α- ντικειμένων και φαινομένων, τα οποία, ως προς το ιδεατό τους περιεχόμενο, δεν έχουν κοινό μέτρο με τις πραγματι- κές μορφές της έκφρασης τους. Η έν- νοια του υψηλού εμφανίστηκε στην πε- ρίοδο της παρακμής της Αρχαιότητας. Το υψηλό το χαρακτήριζε ένα ιδιαίτερο ύφος του ρητορικού λόγου (Ψευδό Λογγίνος, ^Περί ύψους», 1ος αιώνας μ.Χ.). Η σημασία αυτή του όρου διατηρή- θηκε μέχρι την Αναγέννηση. ' Ετσι, στον κλασικισμό αναπτύχθηκε η θεωρία για το «μεγαλοπρεπές» και το «χαμηλό» (ισ- χνόν) λογοτεχνικό ύφος (Ν. Μπουαλώ, Σ. Μπαττέ κ.ά.). Ως αυτοτελής αισθητική έννοια, το υψηλό γνώρισε μια πρώτη ε- πεξεργασία στην πραγματεία του Ε. Μπέρκ (Burke) «Μια φιλοσοφική έρευνα γύρω από την καταγωγή των ιδεών μας για το υψηλό και το ωραίο** (1757). Ο Μπέρκ συνδέει το υψηλό με το έμφυτο στον άνθρωπο αίσθημα της αυτοσυντή- ρησης και βλέπει την πηγή του υψηλού σε καθετί που «... με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μπορεί να δώσει την εικόνα της δυστυχίας ή του κινδύνου, δηλαδή καθε- τί, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προ- καλεί δέος» (Ιστορία της αισθητικής, τ. 2, Μ., 1964, σελ. 103). Ο Καντ στην <^Κριτική της δύναμης της κρίσης»* (1790) έκανε μια συστηματική ανάλυση της αντίθεσης ανάμεσα στο ω- ραίο και το υψηλό (βλ. Έργα, τ. 5, Μ., 1966, σελ. 249 - 288). Ενώ το ωραίο χα- ρακτηρίζεται από μκι ορισμένη μορφή, από έναν περιορισμό, η ουσία του υψη- λού συνίσταται στο απεριόριστο του, στο άπειρο μεγαλείο του και στο γεγονός ότι δεν έχει κοινό μέτρο με την ανθρώπινη ι- κανότητα ενατένισης και φαντασίας. Το υψηλό αποκαλύπτει τη διττή φύση του ανθρώπου: τον συνθλίβει ως φυσικό ον, τον κάνει να αντιληφθεί την πεπερασμέ- νη και περιορισμένη φύση του, αλλά ταυ- τόχρονα τον εξυψώνει ως πνευματικό ον, αφυπνίζει μέσα του την ιδέα του λο- γικού και τη συνείδηση της ηθικής του υ- περοχής ακόμα και απέναντι στη φύση, που δεν έχει κοινό μέτρο μ* αυτόν και που τον συνθλίβει. Λόγω του ηθικού αυ- τού χαρακτήρα και των δεσμών του υψη- λού με την ιδέα της ελευθερίας ο Καντ τοποθετεί το υψηλό πάνω από το ωραίο. Ο Σίλλερ, αναπτύσσοντας τις ιδέες αυ- τές του Κάντ (^Περί υψηλού>^, 1792), μι- λά ήδη για υψηλό όχι μόνο στη φύση, αλ- λά και στην ιστορία. Αργότερα ο Σίλλερ ξεπερνά την καντκινή αντιπαράθεση ω- ραίου και υψηλού, εισάγοντας την έννοια του ιδεατά ωραίου, που τα συνενώνει. Στην κατοπινή της εξέλιξη, η γερμανική αισθητική μετατοπίζει το κέντρο βάρους, σ' ό,τι αφορά την ερμηνεία του υψηλού, από την πρόσληψη του, σπι σχέση μετα- ξύ ιδέας και μορφής, μεταξύ εκφραζό- μενου και έκφρασης. Ο Ζαν - Πολ (R- χτερ) όρισε το υψηλό ως το άπειρο, ιδω- μένο σε σχέση με το αισθητό αντικείμενο («Προπαρασκευαστική σχολή 277
Υψηλό αισθητικής», - «Vorschule der Ästhetik», 1804) και ο Σέλλινγκ ως ενσάρκωση του άπειρου στο πεπερασμένο. Πα τον Κ. Ζόλγκερ το υψηλό είναι η ιδέα, που δεν εκδηλώθηκε τελείως και «οφείλει ακόμη να αποκαλυφθεί» (βλ. «Vorlesungen über Ästhetik», Lpz., 1829, S. 242 - 243), για το Χέγγελ είναι η ασυμμετρία μεταξύ ε- νός ενικού φαινομένου και της άπειρης ι- δέας που αυτό εκφράζει. Η μαρξιστική αισθητική δεν αντιπαραθέ- τει το υψηλό στο ωραίο και θεωρεί το υ- ψηλό σε στενή σύνδεση με τον ηρωισμό, με το πάθος του αγώνα και της δημιουρ- γικής δραστηριότητας του ανθρώπου. των λαϊκών μαζών. Το υψηλό είναι αξε- χώριστο από την ιδέα του μεγαλείου και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, και από την άποψη αυτή συγγενεύει με το τραγι- κό, που αποτελεί μκιν ιδιαίτερη μορφή του υψηλού και συγκλονιστικού. • Τσερνισέφσκι Ν. Γκ., Υψηλό και κοσμικό, Ε- πιλογή φιλοσιφικών έργων, τ. 1, Μ., 1950, σελ. 252 - 99* Seid! Α., Zur Geschichte des Ε- rhabenhelts - begriffes seit Kant, Lpz., 1889 Hippie W. J., The beautifui, the sublime, the picturesque in eighteeth Century British ae- sthetic theory. Carbondale (III.). 1957 Monk S. H., The sublime..., Ann Arbor, 1960. Θεώρηση Πάν. Κρητικού 278
φ (Προσθήκη της ελληνυ<ής σύνταξης) Φοβωρίνος (Αρελάτη, σημ. Arles, κοντά στη Μασσαλία, περ. 80/90 μ.Χ., - Ρώμη, περ. 160 μ.Χ.) Φιλόσοφος και ρήτορας, ένας από τους εκπρόσωπους της λεγό- μενης Δεύτερης σοφιστικής. Μορφώθη- κε στη Μασσαλία και αργότερα στη Ρώμη κοντά στο Δίωνα το Χρυσόστομο. ' Ι-Ιταν εξοικειωμένος τόσο με τη ρωμαϊκή, όσο και με την ελληνική γλώσσα και φιλολο- γία, και στη φιλοσοφία ακολουθούσε ακα- δημαϊκές και σκεπτικιστικές τάσεις. ' Ε- δρασε και δίδαξε σπι Ρώμη, στην ' Εφε- 00, σπι Χίο και αλλού. ' Ηταν ευνοούμε- νος του ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού, αλλά αργότερα έπεσε σε δυσμένεια και έμεινε για μεγάλο διάστημα εξόριστος στη Χίο. Από τους σπουδαιότερους μα- θητές και φίλους του είναι ο Ηρώδης ο Αττικός, ο Γέλλιος, ο Φρόντων και ο Πλούταρχος. Υπήρξε πολυγραφότατος, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του έργου του έχει χαθεί. Σώζονται 3 λόγοι του, ο «Κορ/νθίακός», ο «Περί τύχης» και ο ^Περί φυγής^^ και αναφέρονται ως έργα του τα «Απομνημονεύματα» σε 5 βιβλία και η «Παντοδαπή ιστορία» σε 24 βιβλία. £ Ν. Ρούσσος «Φαΐδρος» ή «Περί του καλού» (για την ομορφίά). Διάλογος του Πλάτωνα. Γρά- φτηκε πριν από το δεύτερο ταξίδι του στη Σικελία, πιθανόν, περίπου στα 369 - 367 π.Χ. Η υπόθεση του «Φαίδρου» δια- δραματίζεται στα 418 - 416. Πρόσωπα του δκιλόγου είναι ο Σωκράτης και ο Φαί- δρας, ενθουσιώδης φίλος της ρητορικής και της φιλοσοφίας (πρβλ. «Πρωταγό- ρας», «Συμπόσιο»). Εκτός από την εισα- γωγή (227α - 230θ), όπου περιγράφεται ο τόπος του διαλόγου -ένας πλάτανος στην όχθη του Ιλισού, έξω από τείχος της Αθήνας- ο διάλογος αποτελείται από 4 μέρη: 1) ο Φαίδρας δκιβάζει έναν λόγο του Λυσία (230β - 234ο) για το ότι ένας νέος, που δε γίνεται ερωμένος του φί- λου ή δασκάλου του, είναι περισσότερο ωφελημένος από εκείνον που γίνεται ε- ρωμένος· 2) ο Σωκράτης ως συμπλήρω- μα στο λόγο αυτό εκφωνεί τον πρώτο δι- κό του λόγο (237b - 241 d) 3) φοβούμε- νος όμως ότι με τον ασεβή για τον ' Ερω- τα λόγο του θα εξοργίσει το θεό του 'Ερωτα, ο Σωκράτης εκφωνεί δεύτερο λόγο (243e - 257b): αφού εξυμνεί τη «θεία μανία», ο Σωκράτης ορίζει την ψυ- χή ως αυτοκίνητη και γΓ αυτό αθάνατη αρχή· αφού παρομοιάζει την ψυχή με η- νίοχο (λογιστικόν), που οδηγεί ένα φτε- ρωτό όχημα με δύο άλογα, από τα οποία το ένα είναι ευγενικό (θυμοειδές) και το άλλο το αντίθετο του (επιθυμητικόν), ο Σωκράτης αφηγείται για τη ζωή των θε- ών, για τον υπερουράνιο τόπο -τη σφαί- ρα του αληθινού Είναι και γκι τις ανθρώ- πινες ψυχές οι οποίες -στο βαθμό που μοιάζουν με το θεό- φτάνουν στον υπε- ρουράνιο τόπο ή «χάνουν τα φτερά τους» και, τιμωρούμενες, πέφτουν στη γη ή και ακόμα κάτω από τη γη· εκείνος 279
«Φαίδων» που είδε την αληθινή ομορφιά θα γνωρί- σει την ανταύγεια της στην ανθρώπινη ο- μορφιά και τότε -βρισκόμενος σε κατά- σταση ερωτευμένου- θυμάται το θέαμα της μη - γήινης ομορφιάς και η ψυχή του αναπτερώνεται* 4) η σύγκριση του δεύ- τερου λόγου του Σωκράτη με το λόγο του Λυσία οδηγεί τους δύο συζητητές στο πρόβλημα της ρητορικής (257b - 279c): για έναν καλό λόγο είναι αναγκαία η γνώση του αντικειμένου, για το οποίο γίνεται λόγος, καθώς και η γνώση ομοιό- τητας και ανομοιότητας· το λογισμό και τη σκέψη βοηθά η αναγωγή των πολλών σε μια μοναδική ιδέα και ο χωρισμός του όλου σε είδη: η διαλεκτική* σε διάκριση από την τρέχουσα ρητορική η αληθινή ρητορική πρέπει να στηρίζεται στην τέ- λεια γνώση της ανθρώπινης ψυχής* στην προκειμένη περίπτωση ο τέλειος λόγος κατ* αρχήν δεν έχει ανάγκη από κατα- γραφή: ένας σοφός θα προτιμήσει να σπείρει λόγους στις ψυχές των ανθρώ- πων, που είναι ικανές να του προσφέ- ρουν αληθινή αθανασία. Παρά τα πολλά θέματα του «Φαίδρου», τον διακρίνει ενότητα σύνθεσης: ο λόγος του Λυσία αποτελεί παράδειγμα λόγου που δε βασίζεται σε γνώσεις* ο πρώτος λόγος του Σωκράτη αποτελεί παράδειγ- μα λόγου που βασίζεται σπην ενσυνείδη- τη προσπάθεια να οδηγήσει σε πλάνη (στη γνώση της ανομοιότητας)* ο δεύτε- ρος λόγος του Σωκράτη αποτελεί παρά- δειγμα λόγου που βασίζεται σης γνώσεις και χρησιμοποιεί τη διαλεκτική μέθοδο* ο λογισμός για τη ρητορική θέτει το γενικό πρόβλημα της μεθόδου που δίνει τη δυ- νατότητα προσδιορισμού και μετάδοσης της αληθινής γνώσης. ' Ηδη οι αρχαίοι ερμηνευτές προσδιόρι- ζαν ο καθένας διαφορετικά το θέμα του «Φαίδρου»: έρως, ρητορική, ψυχική αρ- χή, ψυχή, αγαθό, αρχική ομορφιά, ποικι- λομορφία ομορφιάς(κατάλογος των από- ψεων αυτών υπάρχει στα σχόλια του νεο- πλατωνικού Έρμειου, 5ος αι.). Κοινό πρόβλημα όλων των μερών του «Φσ/- δρου» είναι το υποκείμενο της αληθινής γνώσης (ψυχή), το αντικείμενο του (ιε- ράρχηση της ομορφιάς, που ανάγεται στο αληθινό Είναι) και το μέσο συνένω- σης τους (έρως). Στο ^Φαίδρο^ ο Πλά- των στηρίζεται για τελευταία φορά στη θεωρία της γνώσης - ανάμνησης (βλ. Α- νάμνησις). ■ Πλάτωνος Φαίδρος. Εισαγωγή, αρχαίο και νέο κείμενο με σχόλια. Ι. Ν. Θεοδωρακόπου- λου: Αθήνα, 1971. • Hermlae Alexandrinl in Platonis Phaedrum Scholia, ed. P. Couvreur, P., 1901* Plato' s Phaedrus, transl. with introd. and comm. by R. Hackforth, Camb., 1952· De Vries G. J., Α commentaiy on the Phaedrus of Plato, Amst., 1969* Thompson W. H., The Phaedrus of Pla- to. N.Y 1973. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου «Φαίδων», ή «Περί ψυχής». Διάλογος του Πλάτωνα της ώριμης συγγραφικής περιόδου του. που γράφτηκε μετά το «Λ/ίένωνα», προφανώς, ταυτόχρονα με το «Συμπόσιο»'', περίπου το 387 - 385 π.Χ. Ο τίτλος του φέρει το όνομα του μαθητή του Σωκράτη Φαίδωνα, θεμελιωτή της Η- λείο - Ερετρικής σχολής, ο οποίος αφη- γείται στον πυθαγόρειο Εχεκράτη το Φλιάσιο την τελευταία συζήτηση του Σω- κράτη με τους μαθητές του την ημέρα του θανάτου του και περιγράφει την ίδια τη θανάτωση του. Εκτός από την εισαγω- γή (57α - 61c), μερικά ιντερμέδ« και τον επίλογο (114d - 118α) ο διάλογος έχει τρία μέρη. Στο 1ο μέρος (61 c - 69e) γίνε- ται συζήτηση γύρω από το πρόβλημα του θανάτου: το ανεπίτρεπτο της αυτοκτο- νίας, η φιλοσοφία ως προετοιμασία για το θάνατο. Το 2ο μέρος (91c - 107b) είναι αφιερωμένο στην αθανασία της ψυχής. Ο Σωκράτης προβάλλει τρία επιχειρήμα- τα: τα πάντα δημιουργούνται από το αντί- 280
Φαϊεράμπεντ θετό, επιμένως η ψυχή από τούτον τον κόσμο περνά στο μεταθανάτιο, και από το μεταθανάτιο επιστρέφει στον εδώ αυτό επιβεβαιώνει η γνώση - ενθύμηση ή ανάμνησις* για αθανασία της ψυχής μπορούμε να μιλάμε επειδή αθάνατο εί- ναι και το υποκείμενο της, οι ιδέες· α- ντίρρηση του Σιμμία: όπως η μουσική αρ- μονία εξαφανίζεται με την καταστροφή του οργάνου, έτσι εξαφανίζεται και η ψυ- χή όταν χαθεί το σώμα* αντίρρηση Κέβη- τος: η ψυχή μπορεί να «αλλάξει» πολλά σώματα, όμως τελικά πεθαίνει και η ίδια* απάντηση του Σωκράτη: η ψυχή δεν είναι αρμονία, αφού αυτή δεν είναι κάτι που μετέχει στη ζωή, αλλά είναι η ίδια η αρχή της ζωής, είναι αθάνατη και γΓ αυτό δεν καταστρέφεται. Το 3ο μέρος (107c 114c) περιέχει το μύθο για τη μεταθάνα- το ζωή: η ψυχή κατεβαίνει στον Αδη και αποκτά την κατοικία που της αξίζει' περι- γραφή της αληθινής γης και των Ταρτά- ρων τιμωρία, εξιλέωση και σωτηρία της ψυχής. Παρά την κριτική του Αριστοτέλη και του Στρατώνα, καθώς και. του Επίκουρου, το κύρος του <<Φαίδωνα» στην Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα ήταν εξαιρετικά μεγά- λο. Τα επιχειρήματα του «Φαίδωνα» ανα- πλάθει ο Αλβίνον/ πιθανόν, τον σχολιάζει ο Αττικός (βλ. Μέσος πλατωνιομός). Ε- πανειλημμένα αναφέρεται στο «Φαίδω- να» ο Πλωτίνος. Ολόκληρο το 13ο κεφά- λαιο του «Προτρεπτικού» του Ιάμβλιχου είναι αποσπάσματα από το «Φαίδωνα». Σώζονται τα σχόλια στο «Φαίδωνα» των νεοπλατωνικών Ολυμπιόδωρου και Ζ^ιμά- σκιου. Το 1156 ο «Φαίδων» μεταφράστη- κε μαζί με το «Μένωνα» στη λατινική γλώσσα από τον Ερρίκο Αρίστιππο και μα- ζί με τον «Τίμαιο» αποτέλεσε τη βασική πηγή γνωριμίας με τα έργα του Πλάτωνα στη λατινική Δύση. • Schmidt Η., Kritischer Commentar zu Pla- to' s Phaedon, Halle, 1850* The Phaedo of Plato, ed. with introd., notes and appendices by R. D. Archer - HInd, L. 1984 Plato's Phae- do, transl. with introd. and comm. by R. Hac- kforth, Camb.. 1955 Plato' s Phaedo, transl.. with introd., notes and appendices by R. S. Bluck, Camb., 1955 Le Phedon de Piaton, comm. et trad. par R. Loriaux, 1969 Carlini A, Studi sulla tradizione antica e medievale del Fedone, Roma, 1972 Festugiore A. - J., Les trois «protreptiques» de Piaton. Euthyd6- me, Phodon, Epinomis, Ρ 1973 Westerink The Greek Commentiaries on Plato's Phae- do, vi -2,Amst.,1976-77 Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Φαϊεράμπεντ (Feyerabend) Πάουλ (Πόλ) (γεν. 13.1 1924. Βιέννη, Αυστρία). Αμερικανός φιλόσοφος, εκπρόσωπος της φιλοσοφίας της επιστήμης. Από το 1952 στη Μ. Βρετανία, από το 1958 στις ΗΠΑ. Διατύπωσε μια μεθοδολογική θεωρία, που την ονόμασε «επιστημονολογικό α- ναρχισμό» και που είναι αποτέλεσμα της κριτικής της θετικιστικής μεθοδολογίας και ανάπτυξης ορισμένων ιδεών του Κ. Πόππερ και των εκπροσώπων της λεγό- μενης ιστορικής σχολής στον τομέα της φιλοσοφίας της επιστήμης (ιδιαίτερα του Κουν). Ο Φαϊεράμπεντ, ορμώμενος από τη θέση που εξεργάστηκαν ο Πόππερ και ο Λάκατος, -ότι, στην περίπτωση σύ- γκρουσης μιας επιστημονικής θεωρίας με κάποιο γεγονός, για την ανασκευή της είναι απαραίτητη κι άλλη μια θεωρία (που να δίνει στο γεγονός τη σημασία μιας ανασκευαστικής μαρτυρίας).- δια- τύπωσε τη μεθοδολογική αρχή του πολ- λαπλασιασμού (proliferation) των θεω- ριών: οι επιστήμονες οφείλουν να επιδιώ- κουν τη δημιουργία θεωριών ασυμβίβα- στων με τις υφιστάμενες και α- ναγνωρισμένες θεωρίες. Η δημιουργία τέτοιων εναλλακτικών θεωριών συντελεί στην αμοιβαία κριτική τους και επιταχύνει 281
Φαινίας την ανάπτυξη της επιστήμης. Προορι- σμός της αρχής του πολλαπλασιασμού είναι, κατά το Φαϊεράμπεντ, να θεμελιώ- σει την πολυαρχία (πλουραλισμό) στη με- θοδολογία της επιστημονικής γνώσης. Ο Φαϊεράμπεντ δεν παραδέχεται την ύ- παρξη στην επιστήμη μιας θεωρητικά ου- δέτερης εμπειρικής γλώσσας. Φρονεί ότι όλοι οι επιστημονικοί όροι είναι «φορ- τισμένοι θεωρητικά». Η σημασία των επι- στημονικών όρων καθορίζεται από τη θε- ωρία εκείνη στην οποία εισάγονται, διότι, με τη μετάβαση του όρου από τη μια θε- ωρία σπιν άλλη. η σημασία του αλλάζει ο- λότελα· η κάθε θεωρία δημιουργεί τη δι- κή της γλώσσα για την περιγραφή των γε- γονότων. Ορμώμενος από τούτη την ά- ποψη, ο Φαϊεράμπεντ φτάνει στη θέση ότι δεν υπάρχει κοινό μέτρο μεταξύ α- νταγωνιστικών και εναλλασσόμενων με- ταξύ τους θεωριών. Δεν μπορούμε να τις συγκρίνουμε ούτε σε ό,τι αφορά μια κοι- νή εμπειρική βάση, ούτε από την άποψη κοινών λογικομεθοδολογικών προτύπων και κανόνων, εφόσον η κάθε θεωρία ορί- ζει τους δικούς της κανόνες. Η συνένίοση από το Φαϊεράμπεντ του πλουραλισμού με τη θέση περί ασυμμε- τρίας των θεωριών γεννά τον αναρχισμό: ο κάθε επιστήμονας μπορεί να επινοεί και να επεξεργάζεται τη δική του θεω- ρία, αδιαφορώντας για γο ασυμβίβαστο, την αντίφαση και την κριτική. Η δράστη-, ριότητα του επιστήμονα δεν υποτάσσεται σε κανενός είδους ορθολογικούς κανό- νες, γι* αυτό και η ανάπτυξη της επιστή- μης, κατά το Φαϊεράμπεντ, είναι ανορθό- λογη: οι νέες θεωρίες θριαμβεύουν και κερδίζουν την αναγνώριση όχι ύστερα από μιαν ορθολογικά θεμελιωμένη εκλο- γή, ούτε επειδή βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια ή ανταποκρίνονται καλύτε- ρα στα γεγονότα, αλλά χάρη στην προπα- γανδιστική δράση των οπαδών τους. Η ε- πιστήμη, όντας, κατά το Φαϊεράμπεντ, α- νορθόλογη, δεν ξεχωρίζει καθόλου από το μύθο και τη θρησκεία και αποτελεί μιαν από τις μορφές της ιδεολογίας. Για το λόγο αυτό πρέπει να απαλλαγεί η κοι- νωνία από τις «υπαγορεύσεις της επιστή- μης», να χωριστεί η επιστήμη από το κρά- τος και να παραχωρηθούν στην επιστήμη, στο μύθο, στη μαγεία και στη θρησκεία ίσα δικαιώματα στην κοινωνική ζωή. Τα έργα του Φαϊεράμπεντ περιέχουν μια δριμύτατη κριτική στο λογικό θετικισμό, καθώς και αρκετές αξιόλογες μεθοδολο- γικές ιδέες. Ωστόσο, η θεωρία του, που εδράζεται στον αγνωστικισμό και τον πραγματισμό, βρίσκεται σε οξεία αντίφα- ση με την πραγματική επιστημονική πρα- κτική και με την ιστορία της επιστήμης. Τα κακά της αστικής κοινωνίας ο Φαϊερά- μπεντ τα αποδίδει στην επιστήμη εν γέ- νει. ■ Explanatlon, reduction and empiricism, στο ßiß.:Minnesota studies in the philosophy of science. v. 3, MInneapolis, 1962* Problems of empiricism, στο ßiß.: Beyond the edge of cer- tainty, N.Y., 1965 Against method. Outline of an anarchistic theory of Knowledge, L., 1975' Science in a free society, L., 1978 Dialogue on method, στο ßiß.: The structure and deve- lopment of science, Dordrecht, 1979* σε ρωσ. μετφ.: Απάντηση σε μια κριτική, στο βιβ.: Δο- μή και ανάπτυξη της επιστήμης, Μ., 1978, σελ. 419 - 70. • Νικηφόροφ Α. Λ., Οι μεθοδολογικές αντι- λήψεις του Π. Φαϊεράμπεντ, στο περιοδικό *<Βαπρόσι φιλοσόφιι^, 1976, τεύχος 8, σελ. 142 - 46· Ζίνεβιτς Γ. Α., Φεντότοβα Β. Γ Προβλήματα της θεωρίας της εξέλιξης της ε- πιστήμης και του μεθοδολογικού αναρχισμού του Π. Φαϊεράμπεντ, στο περιοδικό <^Ζητήμα· τα ιστορίας των φυσικών επιστημών και της τεχνικής», 1980. τεύχος 3. σελ. 53 - 60. Θεώρηση Πάν. Κρητικού (Προσθήκη της ελληνυ<ής σύνταξης) Φαινίας ο Ερέσιος (Ερεσός Λέσβου, περ. 375 - 300 π.Χ.) Αριστοτελικός φΐλό- 282
Φαινομενικότητα (χκρος, μαθητής του Αριστοτέλη, συμπο- λίτης, περίπου συνομίλικος και πιθανότα- τα φίλος και συνεργάτης του διαδόχου του Αριστοτέλη Θεόφραστου του Ερέ- σιου. Η γνωριμία του Φαινία, όπως και του Θεόφραστου, με τον Αριστοτέλη φαίνεται ότι άρχισε ήδη στη Μυτιλήνη το 345, όταν ο Αριστοτέλης δίδασκε εκεί γκι ένα διάστημα.' Οπως οι περισσότεροι αριστοτελικοί, έτσι και ο Φαινίας ενδια- (ρέρθηκε για πολλούς τομείς της γνώ- σης, και κυρίως για θέματα της λογικής, της φυσιγνωσίας, της ιστορίας της φιλο- σοφίας, της ιστορίας της ιδιαίτερης πα- τρίδρας του και ηθικοπολιτικά προβλήμα- τα. Μεταγενέστεροι συγγραφείς παραδί- δουν πληροφορίες από τα έργα του ^Πε- ρί φυτών», «Προς τους οοφιστάς», «Περί των Σωκρατικών», «Περί των εν Σικελία τυράννων», «Τυράννων αναίρε- σις εκ τιμωρίας», «Πρυτάνεις Ερεσίων» κ.ά. ■ Phalnias von Eresos. Hrsg. ν. Fr. Wehrli: Basel/Stuttgart. Schwabe 1962 (Die Schule des Aristoteles 9). E. N. Ρούσσος Φαινομεναλισμός. Υποκειμενική - ιδεα- λιστική διδασκαλία, σύμφωνα με την ο- ποία η γνώση δεν έχει σχέση με τα αντι- κείμενα του υλικού κόσμου, τα οποία υ- πάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση, αλλά μόνο με το σύνολο των στοιχειωδών αισθητηριακών συστατικών (των αισθήσε- ων, των δεδομένων των «αισθήσεων», των σενσιμπίλιων κ.λπ). Θεωρώντας ότι όλο το περιεχόμενο της γνώσης μπορεί να αναχθεί στις αισθητηριακές αντιλή- ψεις, ο φαινομεναλισμός πιστεύει ότι αυ- τές αποτελούν τη μοναδική πραγματικό- τητα, που είναι προσιτή στον άνθρωπο. Η ύπαρξη υλικών αντικειμένων σημαίνει για το φαινομεναλισμό ότι αυτά είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτά από την εμπειρία του ατομικού υποκειμένου (θέση του Μπέρκλεϋ: «υπάρχω σημαίνει ότι είμαι καταληπτός»), ερμηνεύεται ως προϊόν της (ραντασίας (Χιούμ), σύνολο πραγμα- τικών και πιθανών (δυνάμει) αισθήσεων (Τζ. Μίλλ) ή «πλέγμα αισθήσεων» (μαχι- σμός). Ο φαινομεναλισμός είναι χαρα- κτηριστικός για τον αγγλικό και αμερικα- νικό νεορεαλισμό, που ταυτίζει τα υλικά αντικείμενα με τα «δεδομένα των αισθή- σεων» (που θεωρούνται μάλιστα ως εξαρ- τημένα από το υποκείμενο της γνώσης και συνάμα ως υπάρχοντα έξω από τη συ- νείδηση του ατόμου). Στα πλαίσκι του λο- γικού θετικισμού διατυπώθηκε η θεωρία του λεγόμενου γλωσσολογικού φαινομε- ναλισμού, που θεωρεί τις αποφάνσεις για τα υλικά αντικείμενα ισοδύναμες με το σύνολο των αποφάνσεων για τα «δεδο- μένα των αισθήσεων». Απορρίπτοντας το φαινομεναλισμό ως δόγμα που δεν ανταποκρίνεται στα απο- τελέσματα και τις μεθόδους της σύγχρο- νης επιστημονικής γνώσης, ο διαλεκτι- κός υλισμός ξεκινά από το ότι η γνώση α- ντανακλά τις ουσιαστικές ιδιότητες και σχέσεις της αντικειμενικής πραγματικό- τητας. Ανάμεσα στο φαινόμενο και την ουσία δεν υπάρχουν αδιαπέραστα όρια: η ουσία ως αντικείμενο της γνώσης γίνεται καταληπτή μέσω του φαινομένου. Βλ. ε- πίσης Ουσία και φαινόμενο. θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φαινομενικότητα επίφαοη. Αμεση, μονόπλευρη εκδήλωση της ουσίας, που εκφράζεται όχι σωστά από ορισμένα φαι- νόμενα. Κατά τη διάρκεια της άμεσης θέασης, τα πράγματα παρουσιάζονται συχνά όχι όπως είναι στην πραγματικότη- τα, αλλά όπως αντανακλώνται στα άλλα πράγματα, με τα οποία βρίσκονται σε αλ- ληλεπίδραση, ή όπως γίνονται καταληπτά με βάση τις συνθήκες και τον ίδιο το μη- χανισμό των οργάνων αντίληψης. Η φαι- νομενικότητα δεν είναι γέννημα της συ- 283
Φαινομενικότητα νείδη(5ης. Σ' αυτή διαθλώνται οι πραγμα- τικές σχέσεις των πραγμάτων, η ουσία τους, το ίδιο όπως και οι πραγματικές συνθήκες της παρατήρησης. Π.χ., φαίνε- ται ότι ο ' ΙΗλιος κινείται στον ουρανό από την Ανατολή προς τη Δύση. Η κατηγορία της (ραινομενικότητας, από τη μκι, καταγράφει τη λαθεμένη και ελλι- πή έκφραση της ουσίας στο ένα ή το άλ- λο φαινόμενο, μια και κανένα φαινόμενο δεν εκφράζει πλήρως την ουσία. Σ* αυτό συνίσταται μία απότις ΓηαγέχJTLς_πJ^ά^ όταν τα συμπεράσματα βγαίνουν με βάση ελλιπή και μονόπλευρη πληροφορία, μά- λιστα η ιδιομορφία αυτή της πληροφο- ρίας δε συνειδητοποιείται, δεν παίρνεται υπόψη. Από την άλλη, η κατηγορία της φαινομενικότητας αντανακλάτιςαντκρά- σεις της δκιδικασίας τηςγνώσης, την πο- ρεία της" γνωστικής διαδικασίας από το φαινόμενο προς την ουσία, τη διαλεκτική άρνηση από τη θεωρητική γνώση του ε- μπειρικά δεδομένου, την αντίφαση ανά- μεσα στο ορθολογικό και το αισθητηρια- κό. Οι αισθητηριακές παραστάσεις παρέ- χουν υλικό για τη θεωρητική γνώση, αλλά όταν τα δεδομένα αυτά ερμηνεύονται ως έτοιμη γνώση,^ηΡοϋρΫείται η φαινομε- νικότητα της γνώσης, που αντανακλά τη φαινομέ^ΛκδτηΊΓ(Γτων (ραινομένων. Η α- νάλυση'τηςί^^^^^ απαραίτητο στοιχείο της γνωστικής διαδι- κασίας. Η μεγάλη ανακάλυψη του Κο- πέρνικου εξήγησε επισπιμονικά τη φαι- νομενικότητα της πορείας του Ήλιου, που βλέπουμε άμεσα. Ο ' Ενγκελς έγρα- ψε ότι «... η φαινομενική κίνηση των ου- ρανίων σωμάτων γίνεται κατανοητή μόνο γι* αυτόν που ξέρει την πραγματική τους κίνηση, η οποία όμως δε γίνεται καταλη- πτή από τις αισθήσεις» (Μαρξ Κ. και' Εν- γελς Φ., Άπαντα, τ. 20, σελ. 221). Ιδιαίτερα πολύπλοκο ερευνητικό πρόβλη- μα αποτελεί η γνώση της ουσίας των κοι- νωνικών σχέσεων. Ο Κ. Μαρξ στο «Κε- φαλαίο», αναλύοντας τον «τρισδιάστατο τύπο» της χυδαίας πολιτικής οικονομίας^ σύμφωνα με τον οποίο το κεφάλαιο γεν- νάει το κέρδος, η γη την πρόσοδο και η εργασία του προλετάριου το μισθό, δεί- χνει ότι ο τύπος αυτός αντανακλά τη φαι- νομενικότητα της καπιταλιστικής παρα- γωγής, όπου όλα τα είδη των εσόδων στην πραγματικότητα αποτελούν μέρη της υπεραξίας που δημιουργούν οι προ- λετάριοι. Ωστόσο, η φαινομενικότητα που δημιουργείται στις οικονομικές σχέ- σεις είναι αντικειμενική και ουσιώδης, α- φού κατά μέσον όρο το κέρδος του καπι- ταλιστή είναι ανάλογο με το μέγεθος του κεφαλαίου που διέθεσε και η πρόσοδος του γαιοκτήμονα ανάλογη με την ποσό- τητα και την ποιότητα της γης του. Οι πρώτες αντιλήψεις για τη φαινομενι- κότητα εμφανίστηκαν στην Αρχαιότητα (Ελεάτες, Δημόκριτος, Πλάτων). Με τη συστηματική επεξεργασία της κατηγο- ρίας της φαινομενικότητας ασχολήθηκε πρώτος ο Χέγγελ. Ο Β. Ι. Λένιν, όταν έ- κανε περίληψη της"«£πίσ777μΓ)ς'Τ77ς λογι- κής», επανεπεξεργάστηκε από υλιστική σκοπιά τις χεγγελκινές θέσεις, υπογραμ- μίζοντας τον αντικειμενικό και ουσιώδη χαρακτήρα της φαινομενικότητας. «Οχι μόνο το Wesen (η ουσία. - Σ.Σ.), αλλά και το Schein (η φαινομενικότητα. - Σ.Σ.) εί- ναι αντικειμενική» (Άπαντα, τ. 24, σελ. 89). Και πιο κάτω: «Αυτό που φαίνεται εί- ναι μια ουσία σε έναν από τους ορισμούς της, σε μία από τις πλευρές της, σε ένα από τα σημεία της. Η ouob φαίνεται να είναι κάτι! Η επίφαση είναι το φαινόμενο (Scheinen) της ίδιας της ουσίας αυτής καθαυτής» (στο ίδιο, σελ. 119). Η φαινο-i μενικότητα και η ουσία αποτελούν ενότη-/ τα αντιθέτων η αντίφαση ανάμεσα τους| είναι αντίφαση της ίδιας της ουσίας, W άρνηση του οργανικού της προσδιορι[ ομού, που τη χαρακτηρίζει. • Μαρξ Κ., Κε(ράλαιο, τ. 3, κεφ. 48, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 25, μερ. 2 ' Εν- 284
Φαινομβνολογία γκελς Φ., Διαλεκτική της φύσης, στο ίδιο, τ. 20· του ίδιου, Αντί - Ντύρινγκ, στο ίδιο τ. 20' Λένιν Β. Ι., Φιλοοοφικά τετράδια, Απαντα, τ. 29. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φαινόμενο. Φιλοσοφική έννοια που ση- μαίνει: 1) γεγονός, που είναι προσιτό στην αισθητηριακή εμπειρία* 2) αντικεί- μενο της αισθητηριακής παρατήρησης, θέασης, σε διάκριση από την ουσιακή του βάση, από το νοούμενο* (που είναι αντι- κείμενο της νοητικής θέασης). Στην ι- στορία της φιλοσοφίας η έννοια του φαι- νομένου ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την ερμηνεία της ανθρώπινης εμπειρίας: ως εκδήλωση και έκφραση της ουσίας ή της ιδέας (νεοπλατωνισμός, Λάιμπνιτς, Σέλλινγκ, Χέγγελ) ως γνώσιμη πραγματι- κότητα - ο κόσμος των q)αιvoμέvωv, τα ο- ποία τακτοποιούνται με επιστημονικές μεθόδους και απριορικά σχήματα του υ- περβατικού υποκειμένου (Καντ και νεο- καντιανισμός)· ως υποκειμενικά βιώματα, συνδυασμοί αισθημάτων, ψυχικοί συνειρ- μοί, στα οποία ανάγεται η εμπειρία και όλη η πραγματικότητα (Μπέρκλεϋ, Χιούμ, φαινομεναλισμός). Παράλληλα με την ερμηνεία του φαινο- μένου ως αισθητηριακού δεδομένου υ- πάρχει και η ιδεαλιστική φιλοσοφική πα- ράδοση (παραδοχή της διανοητικής θέα- σης ως βασικής προϋπόθεσης), η οποία ερμηνεύει τις «καθαρές ουσίες», τις «ι- δέες» ως ιδιαίτερο είδος φαινομένου: η πλατωνική «ιδέα», που συχνά σημαίνει εί- δος* το «προφαινόμενο» του Γκαίτε - ιδα- νικός τύπος, πρότυπο των όντων και των πραγμάτων οι εμφανιζόμενες στην «κα- θαρή συνείδηση» έννοιες των αντικειμέ- νων στη φαινομενολογία του Χούσσερλ. Στη μαρξιστική φιλοσοφία η έννοια «φαι- νόμενο» αποτελεί φιλοσοφική κατηγο- ρία, που αντανακλά τις εξωτερικές ιδιό- τητες και σχέσεις του αντικειμένου, οι ο- ποίες αποκαλύπτουν την ουσία του. Βλ. Οι/σία και φαινόμενο. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φαινομενολογία. Στην αρχή ήταν ένας από τους τομείς της φιλοσοφίας αργό- τερα εμφανίζεται ως ιδεαλιστικό φιλοσο- φικό ρεύμα που επιδίωκε να απελευθε- ρώσει τη φιλοσοφική συνείδηση από τις νατουραλιστικές θέσεις (που διαχωρί- ζουν απόλυτα αντικείμενο και υποκείμε- νο), να δημιουργήσει ένα δικό της χώρο φιλοσοφικής ανάλυσης: το στοχασμό της συνείδησης πάνω στα ενεργήματα της και στο περιεχόμενο τους, να αποκαλύ- ψει τα οριακά χαρακτηριστικά, τις πρω- ταρχικές βάσεις της γνώσης, της ανθρώ- πινης ύπαρξης και της κουλτούρας. Στην κλασική φιλοσοφία η φαινομενολογία εί- ναι εισαγωγή στο σύστημα της λογικής και της μεταφυσικής, ενώ στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία εμφανίζεται ως μέθο- δος ανάλυσης της καθαρής συνείδησης και των εγγενών απριορικών δομών της ανθρώπινης ύπαρξης. Το περιεχόμενο και ο σκοπός της φαινο- μενολογίας ερμηνεύονταν με διάφορους τρόπους στην ιστορία της φιλοσοφίας. Η φαινομενολογία χαρακτηριζόταν ως επι- στήμη για τα αντικείμενα της εμπειρίας (Ι. Ε. Λάμπερτ, Καντ). Ο Χέγγελ, στη «Φαίγομενολο^/α του πνεύματος» τη θε- ωρούσε μια διδασκαλία για το γίγνεσθαι της επιστημονικής και φιλοσοφικής γνώ- σης. Ο Κ. Μαρξ θεωρούσε τη φαινομενο- λογία του πνεύματος του Χέγγελ πηγή και μυστικό της φιλοσοφίας των καθαρών νοητικών κατασκευών. Ξεχωρίζοντας τον ορθολογικό πυρήνα στη χεγγελιανή φιλο- σοφία - την εφαρμογή της αρχής της δραστηριότητας (της πράξης) στη θεω- ρία της γνώσης, ο Μαρξ αποκάλυψε συ- νάμα και τα ουσιώδη ελαττώματα της: την αναγωγή της δραστηριότητας στην αφηρημένη - πνευματική ενεργητικότη- 285
Φαινομενολογία τα, και του ανθρώπου στην αυτογνωσία (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. ' Ενγκελς, Απαντα, τ. 42, σελ. 169). Το 19ο αιώνα η (ραινομε- νολογία ερμηνευόταν ως περιγραφική ψυχολογία, η οποία αντπασσόταν στην ε- ξηγητική ψυχολογία. Στις εργασίες των Φ. Μπρετάνο, Κ. ΣτούμπφκαιΑ. Μάινονγκ προτείνονται μεθοδολογικά ^μέσα για την περιγραφή και ταξινόμηση των ψυχι- κών φαινομένων [ερμηνεία της συνείδη- σης ως προθετικότητας* (ή αναφορικό- τηταςΤ'ΐηίθπΙίοηβΙίΐΒΐ), ιδέα για τη συσχε- τικότητα του αντικειμένου και των διαφόρων ενεργημάτων της βιωματικής εμπειρίας, ο ισχυρισμός ότι οι εσωτερι- κές εμπειρίες είναι αυτόδηλες]. Η εμφάνιση στις αρχές του 20ού αιώνα της φαινομενολογίας ως ξεκάθαρης ιδε- αλιστικής κατεύθυνσης της δυτικής φι- λοσοφίας συνδέεται με το όνομα του Χούοσερλ* Αφετηρία της φαινομενολο- γίας υπήρξε η προσπάθεια θεώρησης των εξωεμπειρικών και εξωιστοριικών^ο- μών της^υνέίδησης, οι οποίες εξασφα- λίζουν την πραγματική της λειτουργία και συμπίπτουν με τις ιδεατές σημασίες, που εκφράζονται στη γΛώσσα και στις ψυχο- λ^γικές^^πειρΙε^7"ο"Χούσσερλ θεωρεί τη φαινομενολογία μέθοδο διαύγασης των σημασιολογικών πεδίων της συνε|δη- σης, μέθοδο επισήμανσης των σταθερών εκείνων χαρακτηριστικών, που καθιστούν δυνατές την αντίληψη του αντικειμένου και τις άλλες μορφές γνώσης. ΙΤφαϊνδ- μενολογία εδράζεται στην ερμηνεία του φαινομένου όχι^σαν εκδήλωση κάποιου άλλου πράγματος (π.χ., της ουσίας), αλ- λά σαν εκείνου, που το ίδιο αυτοαποκα- λύπτει, σαν του αντικειμένου, που φανε- ρώνεται κατευθείαν σπι συνείδηση. Η φαινομενολογία νοείται ως μια ενορατική αναγνώριση των ιδεατών ουσιών (φαινο- μένων), που έχει άμεση εγκυρότητα Ο Χούσσερλ διακρίνει στα φαινόμενα "διά- φορα στρώματα: γλωσσικά περιβλήματα* πολύμορφες ψυχικές εμπειρίες* αντικεί- μενο εφικτό στη συνείδηση νόημα - αμε- τάβλητη δομή και περιεχόμενο των γλωσσικών εκφράσεων. Η φαινομενολο- γία στρέφεται στα δύο τελευταία στρώ- ματα που σχηματίζουν την προθεσ^κή δομή της συνείδησης. Το ευπράνυατο Είναι, κατά ^η φαινομενολογία, ενυπάο- χεΤστη συνείδηση και έχει το αντικειμε- νικό του νόημα, χάρη στην αναφορικότη- τάΓτοϊΓπρος τη συνείδησίΊ. Το εμπράγμα- το Είναι και η συνείδηση είναι συσχετικά μεταξύ τους. Η συνείδηση παρουσιάζε- ται στη φαινομενολογία ως διπλή ενότη- τα, που περιλαμβάνει ενεργήματα της γνώσης -τη νόηση και το εμπράγματο περιεχόμενο- τα νοήματα που στην ου- σία συμπίπτουν με τις ιδεατές σημασίες (βλ. Νόησις και νόημα). Για την περιγρα- φή της σύνθετης δομής και των στρωμά- των της συνείδησης ο Χούσσερλ προ- σφεύγει στην ορολογία του σχολαστικι- σμού. ' Εργο της φαινομενολογίας είναι η ανα- κάλυψη του νοήματος του αντικειμένου, που επισκοτΐζεται από διισταμένες γνώ- μες, λέξεις και εκτιμήσεις. Η στροφή της φαινομενοΛονίας «προς τα ίδκι τα α- ντικείμενα» συνδέεται με την απόρριψη από μέρους της της νατουραλιστικής ά- ποψης, που αντιπαραθέτει τη συνείδηση στο Είναι. Κατά το Χούσσερλ, η στάση αυτή, που χαρακτηρίζει την κοινή συνεί- δηση, την επισπιμη και την προγενέστε- ρη φιλοσοφία, οδήγησε σε μκιν ερμηνεία της γνώσης ως μονοσήμαντης και παθη- τικής αντανάκλασης της πραγματικότη- τας, που παράγεται μέσω πις αισθητη- ρκικής αντίληψης, οδήγησε δηλαδή στην κυριαρχία της θετικιστικής - νατουραλι- στικής φιλοσοφίας και σπιν κρίση των ευ- ρωπαϊκών επιστημών. Η κρπική που ασκεί ο Χούσσερλ στο νατουραλιστικό θετικι- σμό ήταν ως ένα βαθμό σύμφωνη με τη μαρξιστική κρπική του νατουραλιστικού φετιχισμού και του μεταφυσικού ενατενι- στικού υλισμού, όπου η συνείδηση «... 286
Φαινομενολογία νοείται εντελώς νατουραλιστικά, απλώς, σαν κάτι το δεδομένο, που αντιπαρατίθε- ται από τα πριν στο Είναι και στη φύση» (' Ενγκελς Φ., στο ίδιο, τ. 20, σελ. 34). Ω- στόσο, η (ραινομενολογία αρνείται κάθε μορφή υλισμού και ιστορικής αντίληψης της συνείδησης. Απορρίπτοντας την ι- στορική προσέγγιση της συνείδησης, ο Χούσσερλ βλέπει σ' αυτή μόνο την έκ- φραση της σχετικοκρατίας και του σκε- πτικισμού. Αντικείμενο της φαινομενολογίας είναι τοβασίλειο των αμιγών αληθειών, των α- πριορικών νοημάτων - τόσο των ενερ- γέίάΤόσο και των ουνάμει, τόσο εκείνων που πραγματώθηκαν στη γλώσσα, όσο και των νοητών. Η φαινομενολογία ορίζεται από το Χούσσερλ ως «πρώτη φιλοσο- φία», ως επιστήμη των καθαρών αρχών της συνείδησης, ως καθολική διδασκαλία για τη μέθοδο που αποκαλύπτει τους α- πριορικούς όρους της νοητότητας των α- ντικειμένων και τις καθαρές δομές της σϋνεϊοησης^, ανεξάρτητα από τις σφαί- ρες εφαρμογής τους. Η γνώση θεωρεί- ται ως μια ροή της συνείδησης, εσωτερι- κά οργανωμένη και άρτια, αλλοΓκαι σχετι- κά ανεξάρτητη από τα συγκεκριμένα ψυ- χικά ενεργήματα, από το υποκείμενο της γνώσης και τη^^ δραστηριότητας της. Η φαινομενολογική έρευνα γίνεται με τη μέθοδο της αναγωγής* (βλ. επίσης Επο- ΧΠ), που κάνει δυνατή την αντίληψη του υποκειμένου της γνώσης όχι ως εμπειρι- κού, αλλά ως υπερβατικού υποκειμένου, ως ενός κόσμου αληθειών καθολικής ι- σχύος, ο οποίος υψώνεται πάνω από την εμπειρική - ψυχολογική συνείδηση και τη γεμίζει με νόημα. Ο τρόπος άμεσης θεώ- ρησης της αντικειμενικής - ιδεατής, ταυ- τόσημης ουσίας των γλωσσικών εκφρά- σεων (ιδέαση) συνεπάγεται την αντίληψη της φαινομενολογίας ως επιστήμης των KaOgpcüv δυνατοπτΓων που είναι προσχε- διασμένες στη δομή της «καθαρης~συ- νείδησης». " Ο Χούσσερλ επέφερε μια σειρά αλλαγές στην ερμηνεία της φαινομενολογίας. Ενώ στις εργασίες της πρώτης περιόδου βλέπει ότι έργο της φαινομενολογίας εί- ναι η ανάλυση των δομών της «καθαρής συνείδησης», στην τελευταία περίοδο της δημιουργίας του απεμπολεί τις πε- ρισσότερες αρχικές καθαρά λογικές ιδέ- ες του για την ουσία της προθεσιακής συνείδησης και υιοθετεί την άποψη ότι η «καθαρή (υπερβατική) συνείδηση» είναι ριζωμένη στον «κόσμο της ζωής» σε κά- ποιο καθολικό πεδίο των προ - στοχαστι- κών δομών, οι οποίες είναι η ατμόσ(ραιρα και το έδαφος τόσο της θεωρητικής, όσο και της πρακτικής δραστηριότητας. Σ' αυτή την περίοδο δυναμώνει τόσο η υπο- κειμενική τάση, ως χαρακτηριστική της φαινομενολογίας, όσο και η ρήξη με τη μεθοδολογία των επιστημών της φύσης. Η κατεύθυνση αυτή αναπτύχθηκε περισ- σότερο στην υπαρξιστική φαινομενολο- γία (βλ. Υπαρξισμός), όπου με τη μέθοδο της φαινομενολογίας φανερώνονται οι α- πριορικές δομές της ανθρώπινης ύπαρ- ξης, όπως ο φόβος και η αγωνία (Χάι- ντεγγερ, Σαρτρ, Γιάσπερς, Μερλό - Πο- ντύ). Η φαινομενολογική σχολή, που επι- χείρησε να εφαρμόσει τις μεθόδους της φαινομενολογίας στην ηθική (Σέλλερ), στην αισθητική (Ινγκάρντεν), στο δίκαιο (Κόνραντ - Μαρτίους), στην ψυχιατρική (Μπινσβάνγκερ), στην κοινωνιολογία (Νάτανσον. Σύτς, Φίρκαντ), στην παιδα- γωγική (Λιτ). διαλύθηκε ιδεολογικά στα μέσα του 20ού αιώνα. Οι εκπρόσωποι της διατήρησαν μόνο την αφοσίωση τους σε ορισμένα μέσα της φαινομενολογικής α- νάλυσης της συνείδησης. Η σύγχρονη μορφή της φαινομενολογίας η φαινομενολογική φιλοσοφία του Χούσσερλ - είναι μία από τις βασικές κα- τευθύνσεις της αστικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα. Οι μαρξιστές, καταδείχνο- ντας το αστήρικτο των βασικών αρχών και θέσεων της φαινομενολογίας: τον υπο- 287
«Φαινομενολογία του πνεύματος» κειμενισμό της, τη ρήξη της με τη μεθο- δολογία των φυσικών επιστημών και το σχολαστικισμό της, επισημαίνουν και ορι- σμένα ορθολογικά στοιχεία της φαινομε- νολογικής φιλοσοφίας, όπως η οξεία κρι- τική του επιστημονισμού και του θετικι- σμού και η συνειδητοποίηση της κρίσης της δυτικοευρωπαϊκής κουλτούρας. Η μαρξιστική αξιολόγηση της φαινομενολο- γίας δεν έχει τίποτε το κοινό ούτε με τη μηδενιστική άρνηση της σημασίας που έ- χουν για τη γνώση τα προβλήματα της α- νάλυσης της συνείδησης, που έθεσε η φαινομενολογία, ούτε με την αφομοίωση των ιδεών της φαινομενολογίας. • Μοτροσίλοβα Ν. Β., Οι Θεμελιακές αρχές και οι αντκράσεις της φαινομενολογικής φιλο- σοφίας, Μ., 1968· Η σύγχρονη αστική φιλοσο- φία, Μ., 1978, κεφ. 3' Μπάμπουσκιν Β. Ου., Για τη φύση της φιλοσοφικής γνώσης, Μ., 1978' Κριτική της φαινομενολογικής κατεύ- θυνσης της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας. Συλ. άρθρων, Ρίγα, 1981 Tran - Duc - Tao, Phonomonologie et matörialisme dialectique. P., 1951- Spiegelberg H., The phenomenolo- gical movement. Α hlstorical Introduction, v. 1 - 2, The Hague, 1960* Farber M., The alms of phenomenology, N.Y., [1966]· του ίδιου, The foundatlon of phenomenology, Camb., 1968· Landgrebe L., Phänomenologie und Geschi- chte, Güterslon, [1967]· Lyotard J. - F., La phe- nomenologle, P., 1969* Orr L.. Existentlallsm and phenomenology. Α guide for research, N.Y 1978. A. Π. Ογκουρτοόφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού «Φαινομενολογία του πνεύματος» («Phänomenologie des Geistes»). Ένα από τα κύρια έργα του Χέγγελ, που γρά- φτηκε στα 1805 -1806 στην Ιένα και εκ- δόθηκε το 1807 Σύμφωνα με το σχέδιο του Χέγγελ, το έργο αυτό έπρεπε να α- ποτελέσει το πρώτο μέρος του «συστή- ματος της επιστήμης», δηλαδή την «επι- στήμη για την εμπειρία της συνείδησης», και να οδηγήσει στο δεύτερο μέρος, δη- λαδή στη δκιλεκτική επιστήμη της λογι- κής. Εκτός από τον πρόλογο και την ει- σαγωγή, η ^Φαινομενολογία του πνεύμα- τος» περιέχει 8 μέρη, που χωρίζονται σε 3 τμήματα: «Συνείδηση» (μέρ. 1 - 3), «Αυτοσυνείδηση» (μερ. 4) και «Λόγος» (μέρ. 5 - 8)· το τελευταίο τμήμα, σύμφω- να με το σχέδιο του Χέγγελ, φανερώνει τη διαλεκτική του «πνεύματος» ως φο- ρέα του λογικού της ιστορίας - «Πνεύμα» (μέρ. 6), «θρησκεία» (μέρ. 7), «Απόλυτη γνώση» (μέρ. 8). Στον πρόλογο του έργου εκτίθεται η χεγ- γελκινή αντίληψη για τη φύση της φιλο- σοφικής γνώσης (ως πολεμική κατά του ρομαντισμού, τη θεωρία της άμεσης γνώ- σης κ.ά.). Αναπτύσσονται τα ακόλουθα βασικά θέματα: η φιλοσοφία ως επιστη- μονικό σύστημα, το αίτημα της γενικής κατανόησης της και η κριτική της εσωτε- ρικής ενόρασης· η αλήθεια ως όλον, δηλ. ως διαδικασία και αποτέλεσμα της ολο- κληρωμένης ανάπτυξης· το απόλυτο όχι μόνο ως ουσία, αλλά και ως υποκείμενο* η φαινομενολογία ως «κλίμακα της γνώ- σης», που προάγει το άτομο από την άμε- ση κοινή συνείδηση ώς τη φιλοσοφική σκέψη και την απόλυτη γνώση* η «συ- γκρότηση του ατόμου» ως αφομοίωση από μέρους του, κατά την ανάπτυξη του, των ιστορικών σταδίων του γίγνεσθαι της καθολικής πνευματικής «ουσίας»* η δια- λεκτική της αλήθεκις και της πλάνης κ.λπ. Στην εισαγωγή χαρακτηρίζεται η μέθο- δος της «Φαινομενολογίας του πνεύμα- τος», που απεικονίζει την προοδευτική ανάπτυξη της συνείδησης: το πέρασμα της συνείδησης από τη μια βαθμίδα στην άλλη καθορίζεται από τη μόνιμη αντίφα- ση που παρουσιάζεται ανάμεσα στο αντι- κείμενο και την έννοια για το αντικείμενο αυτό, ανάμεσα στην ουσία και την εμφά- νιση της στη συνείδηση (η αλλαγή της γνώσης για το αντικείμενο είναι στο Χέγ- 2Μ
«Φαινομενολογία του πνεύματος» γελ ταυτόσημη με την αλλαγή του ίδιου του αντικειμένου της συνείδησης). Κίνη- ση της συνείδησης στη ^Φαινομενολογία του πνεύματος» είναι η ανέλιξη από το α- φηρημένο στο συγκεκριμένο*, κάθε επό- μενη βαθμίδα περιλαμβάνει όλες τις προηγούμενες και τις αναπαράγει σε νέο, υψηλότερο επίπεδο* ταυτόχρονα, οι επόμενες βαθμίδες προοιωνίζονται στα πιο πρώιμα στάδια της διαλεκτικής ανά- πτυξης. Στη βαθμίδα της «συνείδησης» το αντι- κείμενο αντιτάσσεται στο ανθρώπινο «Εγώ» ως εξωτερικό δεδομένο και το κα- θορίζει' η συνείδηση αποδεικνύεται «θε- ωρητική» (εμπειρία της «αισθητηριακής αυθεντικότητας», της αντίληψης και του λογικού). Στη βαθμίδα της «αυτοσυνεί- δησης» το αντικείμενο και η συνείδηση είναι ταυτόχρονα, η συνείδηση καθορίζει το αντικείμενο της (τον ίδιο τον εαυτό της) και γΓ αυτό ενεργεί πριν απ* όλα «πρακτικά», δηλαδή δρα, επιθυμεί, επι- διώκει. Η ελευθερία της αυτοσυνείδη- σης, που επιτυγχάνεται μέσω της αλλη- λεπίδρασης της με άλλες αυτοσυνειδή- σεις, ενσαρκώνεται σε πολιτιστικά - ιστο- ρικά (ραινόμενα, όπως ο «στωικισμός», ο «σκεπτικισμός», η «ατυχής συνείδηση». ' Οταν η αυτοσυνείδηση κατανοήσει την καθολικότητα της, διακρίνει στον εαυτό της την πραγματικότητα στην απόλυτη πληρότητα της, ενεργεί ως «λογικό». Στη βαθμίδα του «λογικού» η διαφορά συνείδησης και αυτοσυνείδησης αναπα- ράγεται ως διαφορά ανάμεσα στο «παρα- τηρούν λογικό», που ανακαλύπτει στον κόσμο λογικό περιεχόμενο (στους νό- μους της ανόργανης και οργανικής φύ- σης, του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου κ.λπ.), και τη δραστήρια «λογική αυτοσυ- νείδηση» που πραγματώνει το λογικό στον κόσμο. Ολοκλήρωση της διαλεκτι- κής του λογικού αποτελεί, στο Χέγγελ, η αναγωγή της ατομικότητας στην ιστορική πραγματικότητα του κοινωνικού Είναι. Φ.Λ. 5-19 Στη βαθμίδα του «πνεύματος» η συνεί- δηση κατανοεί την πνευματική πραγματι- κότητα του κόσμου και τον εαυτό της ως έκφραση αυτής της πραγματικότητας (την αμοιβαία σχέση της «ατομικότητας» και της «ουσίας»)· εδώ εμφανίζονται οι κοινωνικές - ιστορικές «μορφές της συ- νείδησης», οι ιστορικές μορφές του «πα- γκόσμιου πνεύματος» - οι σημαντικότε- ρες εποχές του πολιτισμού, που μορφο- ποιούν το γίγνεσθαι του πνεύματος και τη συνειδητοποίηση απ' αυτό του ίδιου του εαυτού του: το «αληθινό πνεύμα», η «κοινωνική ηθική» ως «ζωντανή άμεση ε- νότητα ατομικότητας και ουσίας» (κο- σμοϊστορική του μορφή αποτελεί η Αρ- χαία Ελλάδα)· η νομική κατάσταση - η πολλαπλότητα των ανεξάρτητων ατόμων, που συνδέονται μόνο με την τυπική κα- θολικότητα του δικαίου (ρωμαϊκός κό- σμος)· το «αποξενωμένο από τον εαυτό του πνεύμα» - ο κόσμος της «πολυγνω- σίας» με τη χαρακτηριστική γι* αυτόν «θραυσμένη συνείδηση», που βρίσκει την έκφραση της στις συγκρούσεις της «πίστης» και του «κοινού νου», στην «πά- λη της μόρφωσης με την προκατάληψη» (εποχή Διαφωτισμού). Μέσω της αρνητι- κότητας της «απόλυτης ελευθερίας» (γαλλική επανάσταση) η συνείδηση φθά- νει σε νέα βαθμίδα - στο αυθεντικό για τον εαυτό της πνεύμα, στην «ηθικότητα» (καντιανή ηθική, τις αντινομίες της ο- ποίας ο Χέγγελ επικρίνει δριμύτατα). Συμφιλίωση των αντιθέσεων της «ηθι- κής» αποδεικνύεται η «θρησκεία», που η έννοια της συνενώνει τις διάφορες βαθ- μίδες της «αυτοσυνείδησης» του πνεύ- ματος - τη «φυσική θρησκεία» (ανατολική θρησκεία), την «καλλιτεχνική θρησκεία» (αρχαία ελληνική τέχνη) και τη «θρησκεία της αποκάλυψης». Τέλος, στη βαθμίδα της «απόλυτης γνώσης» το περιεχόμενο της θρησκείας μετατρέπεται σε κατάλ- ληλη γι' αυτή (την «απόλυτη γνώση») 289
Φαινομενολογική κοινωνιολογία μορφή - την εννοοκή, «θεωρητική» νόη- ση. Ο Κ. Μαρξ είδε στη «Φαινομενολογία του πνεύματος» «... την αληθινή πηγή και το μυστικό της χεγγελιανής φιλοσοφίας» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ.. Άπαντα, τ. 42, σελ. 155). Σύμφωνα με χαρακτηρισμό του Φ. ' Ενγκελς. το έργο αυτό αποτελεί «... παράλληλα με την'εμβρυολογία και παλαιοντολογία του πνεύματος, απεικό- νιση της ατομικής συνείδησης στις διά- φορες βαθμίδες ανάπτυξης του, παρμέ- νες σαν περιληπτική αναπαραγωγή των βαθμίδων, που πέρασε η ανθρώπινη συ- νείδηση στην πορεία της ιστορίας...»· (στο ίδιο, τ. 21, σελ. 278). Ρωσ. μετφ.: με την επιμέλεια του Ε. Λ. Ράντλοφ (1913) και του Γκ. Γκ. Σπετ (1937* δημοσιεύτηκε το 1959 στους 4 τόμους των έργων του Χέγγελ). Αγγλ. μετφ. J. Β. Baillie (ν. 1 - 2, 1910), γαλ. μετφ. J. Hippolite (ν. 1 - 2, 1939 - 41), ιταλ. μετφ. Ε. De Negri (ν. 1 - 2, 1933 - 36). • Μαρξ Κ., Οικονομικά - φιλοοοφικά χεψό- γραφα του 1844, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 42, σελ. 152 - 74* Hyppolite J., G6n6se et structure de la «Phonomonologie de Γ Esprit» de Hegel, F., 1946· Pöggeler O., Hegels Idee einer Phänomenologie des Gei- stes, Freiburg - Münch., 1973 Heinrichs J., Die Logik de «Phänomenologie des Geistes», Bonn, 1974· Lauer Q., Α reading of Hegel' s «Phenomenology of spirit», N.Y 1976. A. A. Μιτιούσιν Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φαινομενολογική κοινωνιολογία. Θε- ωρητική - μεθοδολογική κατεύθυνση στη σύγχρονη αστική κοινωνιολογία, που θε- ωρεί την κοινωνία ως φαινόμενο που δη- μιουργήθηκε και συνεχώς αναδημιουρ- γείται στην πνευματική αλληλόδραση των ατόμων. Τη φιλοσοφική βάση της φαινο- μενολογικής κοινωνιολογίας αποτέλεσαν οι ιδέες των Χούσσερλ, Σέλερ και Μερλό - Ποντύ. Θεμελιωτής της φαινομενολογι- κής κοινωνιολογίας είναι ο Σούτς, που τα έργα του διαδόθηκαν κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και αποτέλεσαν την αφετηρία ενός πλήθους θεωριών της κοινωνιολογίας αυτής. Ωστόσο η νεότε- ρη ανάπτυξη των θεωριών αυτών (δομική κοινωνιολογία του Ε. Τιρακιάν, κοινωνιο- λογία της γνώσης των Π. Μπέργκερ και Τ. Λούκμαν, εθνομεθοδολογία*, κοινω- νιολογία του Α. Σικούρελ κ.ά.) οδηγεί στην επανεξέταση των βασικών αρχών της φαινομενολογικής κοινωνιολογίας. Οι οπαδοί της φαινομενολογικής κοινω- νιολογίας επικρίνουν το νατουραλισμό για αποξένωση, αντικειμενοποίηση, πραγμοποίηση των κοινωνικών φαινομέ- νων και προσπαθούν να εξετάσουν θεω- ρητικά τον κοινωνικό κόσμο στο ανθρώπι- νο, το πνευματικό του Είναι. Ωστόσο, α- γνοούν το γεγονός ότι οι θεωρίες των κοινωνικών επιστημών αποτελούν γενι- κευμένη έκφραση των πραγματικών κοι- νωνικών διαδικασιών και φαινομένων, που υπάρχουν αντικειμενικά, και βάζουν στη θέση της την ιδεαλιστικά νοούμενη διαντίδραση μεταξύ των υποκειμένων. Η τοποθέτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να ανάγεται η κοινωνία σε αντιλήψεις για την κοινωνία και στην αλληλόδραση και την αμοιβαία επιρροή των αντιλήψεων αυτών σπι συνείδηση των ατόμων. Τις νεότερες παραλλαγές της φαινομε- νολογικής κοινωνιολογίας χαρακτηρίζει: η άρνηση της αντικειμενικής ύπαρξης των κοινωνικών δομών η ταύτιση των δομών αλληλόδρασης με τις αντιλήψεις που έ- χουν γι* αυτές ·νΐ άτομα που βρίσκονται σε αλληλόδραση· η άρνηση του αντικει- μενικού και επιστημονικά κατανοητού ορθολογισμού του κοινωνικού κόσμου και η υποκατάσταση του με τον αυτάρκη «περιεκτικό» ορθολογισμό η άρνηση της αντικειμενικής επιστημονικής μελέτης των κοινωνικών φαινομένων στο όνομα της «κατανόησης», της «εξοικείωσης» 290
Φαντασία και της «συμμετέχου(χις» περιγραφής. Σπουδαιότατη τάση της ανάπτυξης της φαινομενολογικής κοινωνιολογίας από τη δεκαετία του 1960 αποτέλεσε η μετατό- πιση του ενδιαφέροντος των κυριότερων εκπροσώπων της (Σικουρέλ, Π. Σαντάου, Π. Μακ - Χίου, Α. Μπλάμ κ.ά.) στην εθνο- λογία, την ψυχολογία και τη γλωσσολο- γία. Αυτό ήταν επόμενο και νομοτελεια- κό, γιατί οι κοινωνικές μελέτες στα πλαί- σια της φαινομενολογικής κοινωνιο- λογίας μετατρέπονται συχνά σε ψυ- χολογικές, κοινωνιολογικές - γλωσσολο- γικές και ψυχογλωσσολογικές, στο βαθμό που η μελέτη των κοινωνικών συ- ντεταγμένων της δραστηριότητας υπο- καθίσταται από τη μελέτη των πληροφο- ριακών διαδικασιών κατά τη διάρκεια της αλληλόδρασης. Οι μελέτες αυτές δίνουν ορισμένα αποτελέσματα στον τομέα των προβλημάτων της γλωσσικής κοινωνικο- ποίησης, της σημαντιστικής διαφορο- ποίησης, της εξωγλωσσικής επικοινωνίας κ.λπ. Ταυτόχρονα, όμως, συντελείται και μκι διάβρωση των αρχικών φιλοσοφικών αρχών της φαινομενολογικής κοινωνιο- λογίας. • Κριτική της σύγχρονης αστικής θεωρητι- κής κοινωνιολογίας, Μ., 1977* Νέες κατευ- θύνσεις στην κοη/ωνιολογική θεωρ/α, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1978 Ιόνιν Λ. Γκ., Κατανο- ούσα κοινωνιολογία. Μ., 1979. Θεώρηση Β. Φίλια Φάιχινγκερ (Vaihinger) Χανς (25. 9.1852, Νέρεν, κοντά στο Τύμπιν- γκεν. -18.12.1933. Χάλλε). Γερμανός ι- δεαλιστής φιλόσοφος. Συγγραφέας του έργου «Σχόλιο για την""Κριτική του κα- θαρού λόγου"" του Καντ» («Kommentar- ζυ Kants Kritik der reinen Vernunft», Bd 1 - 2, 1881 - 82)· ιδρυτής του περιοδικού «Kant - Studien» (1897) και της Καντια- νής εταιρείας (1904). Στο κύριο έργο του <<Η φιλοσοφία του ως εάν» («Philoso- phie des Als Ob», 1877, εκδ. το 1911) ο Φάιχινγκερ, κάτω από την επίδραση του Καντ, που πρότεινε να χρησιμοποιούνται οι κύριες κοσμοθεωρητικές ιδέες (ψυχή, κόσμος, θεός) «ως εάν» (als ob) τα αντι- κείμενα τους να ήταν πραγματικά (βλ. Ι. Κάντ, Έργα, τ. 3, Μ., 1964, σελ. 571 - 572), ανέπτυξε την υποκειμενική - ιδεα- λιστική θεωρία της λειτουργικής σχολής* ή του «κριτικού θετικισμού». Θεωρώντας τις επιστημονικές και φιλοσοφικές έν- νοιες («άτομο», «απείρως μικρό», «από- λυτο», «θεός» κ.ά.) νοητικά πλάσματα που δεν έχουν θεωρητική αξία, αλλά πρακτικά είναι σπουδαίες, ο Φάιχινγκερ κατέληξε σε αγνωστικιστικά συμπερά- σματα, σύμφωνα με τα οποία είναι αδύνα- το να γνωστεί η πραγματικότητα «όπως ακριβώς είναι», και αναγνώρισε ότι οι αι- σθήσεις είναι το έσχατο δεδομένο που είναι εφικτό στη γνώση. ■ Hartmann, DUhring und Lange, Iserlohn, 1876' Pessimmlsmus und Optimismus, B., 1924· σε ρωσ. μετφ.: Ο Νίτσε ως φιλόσοφος, ΣΠ-ργκ, 1913. • Μπακράτζε Κ. Σ., Δοκίμια γκι την ιστορία της νεότερης και της σύγχρονης αστικής φι- λοσοφίας, Τιφλίδα, 1960. θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φαντασία. Ψυχική δραστηριότητα που συνίσταται στχ] δημιουργία παραστάσεων και νοητικών καταστάσεων, που ποτέ δε βιώθηκαν στο σύνολο τους από τον άν- θρωπο στην πραγματικότητα. Η φαντασία λειτουργεί με συγκεκριμένες εικόνες ή οπτικά πρότυπα της πραγματικότητας, ταυτόχρονα όμως έχει γνωρίσματα γενι- κευμένης γνώσης που τη συνδέουν με τη νόηση. Η απομάκρυνση από την πραγ- ματικότητα, που χαρακτηρίζει τη φαντα- σία, μας επιτρέπει να την ορίσουμε ως διεργασία αντανάκλασης που μετασχη- ματίζει την πραγματικότητα. Η κύρια λει- 291
Φαρομπί τουργία της ςχιντασίας συνίσταται στην ι- δεατή παράσταση του αποτελέσματος της δρασπιριότητας προτού αυτό επι- τευχθεί πραγματικά, στην πρόβλεψη αυ- τού που ακόμα δεν υπάρχει. Με το γεγο- νός αυτό συνδέεται η ικανότητα να γίνο- νται ανακαλύψεις, να βρίσκονται νέοι τρόποι και μέθοδοι επίλυσης των προ- βλημάτων που αντιμετωπίζει ο άνθρω- πος. Η εικασία και η διαίσθηση που οδη- γούν σε μια ανακάλυψη είναι αδύνατες χωρίς τη φαντασία. • Μποροντάι Γ Μ., Η φαντασία και η Θεωρία της γνώσης, Μ., 1966· Μπερκίνμπλιτ Μ., Πε- τρόφσκι Α., Φαντασία και πραγματικότητα, Μ., 1968 Νατάτζε Ρ. Γκ., Η φαντασία ως παράγο- ντας της συμπεριφοράς, Τιφλίδα, 1972· Ρο- ζέτ Ι. Μ., Η ψυχολογία της φαντασίας, Μίνοκ, 1977· Κορσούνοβα Λ. Σ., Η φαντασία και ο ρόλος της στη γνώση, Μ., 1979' Ριμπό [Τ.], Η εμπειρία της μελέτης της δημιουργικής φα- ντασίας, μετφ. από τα γαλ., ΣΠ-ργκ- 1901· Βουντ Β., Η φαντασία ως βάση της τέχνης [μετφ. από τα γερμ.], ΣΠ-ργκ, Μ., 1914· McKellar Ρ., Imagination and thinking. Α psy- chological analysis, L., [1957]· Osborn A. F., Applied imagination· principles and proce- dures of creative thinking, N.Y., [1957]· Boirel R., Thoorie gonorale de Γ invention, P., 1961 Arnheim R., Visual thinking, L., 1970. Θεώρηση Β. Φίλια Φαραμπί, αλ Φαραμπί Αμπού Νασρ Μουχάμεντ ιμπν Ταρχάν (870, Φαράμπ του Σιρνταριά, - 950, Δαμασκός). Φιλό- σοφος και επιστήμονας - εγκυκλοπαιδι- στής της Ανατολής, ο μεγαλύτερος εκ- πρόσωπος του αριστοτελισμού στη με- σαιωνική Ανατολή, σχολιαστής του Αρι- στοτέλη (από εδώ και το τιμητικό παρωνύμιο του, Φαραμπί = «Δεύτερος δάσκαλος») και του Πλάτωνα. Φιλοσοφι- κή και φυσιογνωστική μόρφωση έλαβε στο Χαλέπι και τη Βαγδάτη. Η φιλοσοφία του συνδυάζει τον αριστοτελισμό με τη νεοπλατωνική διδασκαλία της απόρ- ροιας*: η θεότητα («το κατ' ανάγκην ον καθαυτό») παράγει αιώνια τον κόσμο («το κατ' ανάγκην ον χάρη σε άλλο») με δια- δοχική σειρά απορροών, που αρχίζει με τους κοσμικούς «νόες» (βλ. Νους), από τους οποίους καθένας αντιστοιχεί σε ο- ρισμένη ουράνκι σφαίρα* η αλυσίδα, που σχηματίζουν αυτοί οι «νόες», τελειώνει με τον «ενεργό νου», ο οποίος κατευθύ- νει τις διεργασίες που συντελούνται στον υποσελήνιο κόσμο, στον κόσμο της γένεσης και της φθοράς* η ένωση με τον «ενεργό νου» είναι ο έσχατος σκοπός της ανθρώπινης γνώσης. Στις κοινωνικές ηθικές πραγματείες του ο Φαραμπί ανέπτυξε τη διδασκαλία της «ενάρετης πόλης», που καθοδηγεί- ται από κυβερνήτη - φιλόσοφο, ο οποίος εμφανίζεται ταυτόχρονα ως ιμάμης, ηγέ- της της θρησκευτικής κοινότητας, και μεταδίνει στο πλατύ κοινό, σε εικονική συμβολική μορφή, τις αλήθειες που παίρ- νει από τον «ενεργό νου». Στην ιδανική κοινωνικοπολιτική οργάνωση ο Φαραμπί αντιπαραθέτε τις «αμόρφωτες πόλεις», που ενσαρκώνουν τις αρνητικές ηθικές ι- διότητες. Η «Μεγάλη πραγματεία περί μουσικής» αποτελεί σπουδαιότατη πηγή πληροφοριών για τη μουσική της Ανατο- λής και το αρχαίο ελληνικό μουσικό σύ- στημα. Ο Φαραμπί άσκησε επίδραση στους Αβικέννα, Αμπού Μπεκρ, (βλ. Ιμπν Μπάτζα), Ιμπν Τουφάιλ, Αβερρόη, καθώς και στη φιλοσοφία και την επιστήμη της μεσαιωνικής Δυτικής Ευρώπης. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Φιλοσοφικές πραγματείες, Αλμα - Ατά. 1970" Μαθηματικές πραγματείες, Αλμα - Ατά, 1972 Κοινωνικές - αισθητικές πραγματείες. Αλμα Ατά, 1973 Λογικές πραγματείες. Αλμα - Ατά, 1975* Περί λόγου και επιστήμης, Αλμα - Ατά, 1975. • Γκαφούροφ Μπ. Γκ., Κασιμζάνοφ Α. Χ., Ο Αλ - Φαραμπί στην ιστορία του πολιτισμού, Μ. 1975 Χαϊροϋλάγεφ Μ. Μ., Φαραμπί, η εποχή και η διδασκαλία του, Τα(3κένδη. 1975 (βιβλγ.) του löiOD, Αμπού Νασρ-αλ-Φαραμπί, 292
Φασισμός Μ., 1982· Madkour Ι., La place d' al - Farabi dans Γ 6cole phllosophique musulmane, P., 1934. Θεώρηοη Ε. Ν. Ρούσου Φάρμπερ (Farber) Μάρβιν (γεν.14. 12.1901. Μπάφαλο). Αμερικανός φι- λόσοφος, μαθητής του Χούσσερλ.' Ενας από τους ιδρυτές και πρόεδρος της Διε- θνούς Φαινομενολογικής Εταιρείας (από το 1940), διευθυντής του περιοδικού «Philosophy and Phenomenological Re- search». Στην εργασία του «Οι βάσεις της φαινομενολογίας» («The foundation of phenomenology», 1943) ο Φάρμπερ α- νέλυσε την ανέλιξη των αντιλήψεων του Χούσσερλ, αποκάλυψε τις εσωτερικές α- ντιθέσεις της φαινομενολογικής διδα- σκαλίας, έδειξε το αβάσιμο των ιδεαλι- στικών θεμελιακών της θέσεων και συ- μπερασμάτων. Αργότερα υιοθετεί τις θέσεις της «νατουραλιστικής» (ή «υλιστικής») φαινομενολογίας, υποστη- ρίζει υλιστικές θέσεις, προσεγγίζει το διαλεκτικό υλισμό. Ο Φάρμπερ άσκησε ο- ξεία κριτική στους φαινομενολόγους θιασώτες του υπερβατικού ιδεαλισμού και στις υπαρξιστικές ερμηνείες της θε- ωρίας του Χούσσερλ. Απορρίπτοντας την ειδετική αναγωγή ως βασική μέθοδο φι- λοσόφησης, αποδέχε"^αι τη φαινομενο- λογική αναγωγή μόνο ως βοηθητικό μέσο αφαίρεσης στα όρια της διαλεκτικής με- θοδολογίας. Ο Φάρμπερ εκτιμά ιδιαίτερα τις βασικές θέσεις του ιστορικού υλι- σμού. ■ Naturalism and subjectivism, Springfield, 1959· The aims of phenomenology, N.Y 1966* Phenomonology and existence, N.Y 1967· Basic issues of philosophy N.Y.,1968· σε ρωσ. μετφ.: Ο υποκειμενισμός και το πρόβλημα του αντικειμενικού κόσμου, «Φιλοσοφικές επιστήμες^, 1974, τεύχος 6. • Μπιχόφσκι Μπ. Ε., Στο σωστό δρόμο [Βι- βλκρ.], «Βαπρόσι φιλοσόφιι», 1961, τεύχος 12 του ίδιου, Κριτική τουβιβ. «Φάρμπερ Μ., Φαι- νομενολογία και ύπαρξη», «Νέα βιβλία του ε- ξωτερικού», 1968, τεύχος 3· του ίδιου. Κριτι- κή στο βιβ. «Φάρμπερ Μ., Τα βασικά προβλή- ματα της φιλοσοφίας», στο ίδιο, 1969, τεύχος 2 του ίδιου. Κριτική στο βιβ. «Φάρμπερ Μ., Οι σκοποί της φαινομενολογίας», «Βαπρόσι φι- λοσόφιι^, 1969, τεύχος 2. Θεώρηοη Στ. Φασουλάκη Φασισμός (ιταλικά fascisnno, από το fa- scio = δέσμη, δεμάτι, συνένωση). Πολιτι- κό ρεύμα που εμφανίστηκε κατά την πε- ρίοδο της γενικής κρίσης του καπιταλι- σμού και εκφράζει τα συμφέροντα των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνά- μεων της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Ο φασισμός στην εξουσία είναι μια τρο- μοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστι- κών δυνάμεων του μονοπωλιακού κεφα- λαίου, που ασκείται με σκοπό τη διατήρη- ση του καπιταλιστικού συστήματος. Τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά γνωρί- σματα του φασισμού είναι η χρησιμοποίη- ση ακραίων μορφών βίας για την καθυπό- ταξη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων, ο επιθετικός αντικομμου- νισμός, ο σωβινισμός, ο ρατσισμός, η πλατιά χρησιμοποίηση κρατικομονοπω- λιακών μεθόδων ρύθμισης της οικονο- μίας, ο αυστηρότατος έλεγχος όλων των εκδηλώσεων της κοινωνικής και προσω- πικής ζωής των ανθρώπων, η ικανότητα, με την εθνικιστική και την κοινωνική δη- μαγωγία, να κινητοποιεί και να δραστη- ριοποιεί πολιτικά ένα τμήμα του πληθυ- σμού για τα συμφέροντα του εκμεταλ- λευτικού συστήματος (τη μαζική βάση του φασισμού αποτελούν κυρίως τα με- σαία στρώματα της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας). Η εξωτερική πολιτική του φα- σισμού είναι πολιτική ιμπεριαλιστικών αρ- παγών. Τα κοινά χαρακτηριστικά, που έχει ο φα- σισμός ως πολιτικό ρεύμα, δεν απο- 293
Φασισμός κλείουν την ύπαρξη διαφόρων μορφών του. ' Ετσι, η επικράτηση των μιλιταριστι- κών δυνάμεων είναι χαρακτηριστική για τα στρατιωτικά φασιστικά καθεστώτα. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει μαζική κοινωνική βάση, ο φασισμός πρό- βαλε ένα σύστημα αντιλήψεων (τη λεγό- μενη φασιστική ιδεολογία), το οποίο χρη- σιμοποίησε σε σημαντικό βαθμό αντιδρα- στικές διδασκαλίες και θεωρίες, που εί- χαν διαμορφωθεί πριν την εμφάνιση του (ρατσιστικές ιδέες· αντιδημοκρατικές θεωρίες των Νίτσε και Σπένγκλερ, του Τζεντίλε· αντισημιτισμός· γεωπολιτική, πανγερμανισμός κ.λπ.). Στο επίκεντρο της (ρασιστικής ιδεολο- γίας βρίσκονται οι ιδέες του στρατιωτι- κού επεκτατισμού, της φυλετικής ανισό- τητας, της «αρμονίας των τάξεων» (θεω- ρία της «λαϊκής κοινότητας» και της «συ- νεταιριστικότητας»), του αρχηγισμού («αρχή των φύρερ»), της παντοδυναμίας της κρατικής μηχανής (θεωρία του «ολο- κληρωτικού κράτους»). Στην πιο συμπυ- κνωμένη τους μορφή οι ιδέες αυτές εκ- φράστηκαν στο βιβλίο του Αδόλφου Χίτ- λερ «Ο αγών μου» («Mein Kampf», 1925). Πολύ ουσιαστικό γνώρισμα της φασιστικής ιδεολογίας είναι η μεγαλό- στομη δημαγωγία με σκοπό τη συγκάλυ- ψη του πραγματικού της περιεχομένου. Αυτό το σκοπό υπηρετούσε, ειδικότερα, η δημαγωγική χρησιμοποίηση από το φα- σισμό της δημοτικότητας των ιδεών του σοσιαλισμού στις μάζες. Ο φασισμός εμ(ρανίστηκε ως αντίδραση στην επαναστατική άνοδο, που σημειώ- θηκε μετά τη νίκη της Μεγάλης Οκτω- βριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία. Στη συνέχεια όμως μετατράπηκε σε έναν σκληρό και επικίνδυνο αντίπαλο όλης της προοδευτικής ανθρωπότητας, και πριν απ' όλα του διεθνούς επαναστα- τικού εργατικού κινήματος. Η επιθετική εξωτερική πολιτική, που εφάρμοζαν τα φασιστικά καθεστώτα, τα οποία είχαν ε- γκαθιδρυθεί σε μια σειρά χώρες της κε- φαλαιοκρατικής ευρώπης (Γερμανία, Ιτα- λία, Ισπανία κ.ά.), οδήγησε τελικά στο δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η συντριβή, το 1945, της φασιστικής Γερμανίας και των συμμάχων της από τις δυνάμεις του αντιχιτλερικού συνασπι- σμού με την αποφασιστική συμμετοχή της Σοβιετικής ' Ενωσης κατέφερε βαρύ πλήγμα κατά του (ρασισμού. Ωστόσο, σε ορισμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες οι ι- θύνουσες τάξεις κατόρθωσαν στη μετα- πολεμική περίοδο να παρατείνουν την ύ- παρξη των δικτατορικών καθεστώτων φα- σιστικού τύπου. Στις χώρες που ήταν επι- κε(ραλής του φασιστικού συνασπισμού ο φασισμός δεν ξεριζώθηκε ολοκληρωτι- κά. Γενικά, ωστόσο, οι θέσεις του φασισμού μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εί- ναι πολύ πιο αδύνατες από ό,τι πριν απ* αυτόν. Η ανατροπή του φασισμού στην Πορτογαλία, την Ελλάδα, καθώς και η πτώση του φρανκισμού στην Ισπανία, α- ποτελούν πειστική απόδειξη της αδυνα- μίας των φασιστικών καθεστώτων στις σύγχρονες συνθήκες. Η διάταξη των τα- ξικών δυνάμεων στις βιομηχανικά ανα- πτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες σε αρκετές περιπτώσεις περιορίζει την αυ- ταρχία της μονοπωλιακής αστικής τάξης. Στις προσπάθειες της άρχουσας τάξης για στροφή προς τα δεξιά αντιπαρατίθε- ται η τάση για διεύρυνση της δημοκρα- τίας, που είναι αποτέλεσμα της επίμονης πάλης των λαϊκών μαζών και κυρίως της εργατικής τάξης. Στις περιπτώσεις που 01 αντιφασιστικές διαθέσεις είναι ισχυ- ρές και η ελκτική δύναμη του σοσιαλι- σμού μεγάλη οι ιθύνουσες τάξεις των κε- φαλαιοκρατικών χωρών θεωρούν συχνά επικίνδυνο το πέρασμα από τις ασηκοδη- μοκρατικές μορφές διακυβέρνησης στις ανοιχτά φασιστικές μεθόδους. Το κυριό- τερο εμπόδιο στο φασισμό είναι η δη- 294
Φεν Γιουλάν μιουργία ενός συμπαγούς μετώπου των δημοκρατικών δυνάμεων. • Αποφάσεις του 7ου Παγκόσμιου Συνε- δρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Μ., 1935* Γκάλκιν Α. Α., Ο γερμανικός φασισμός, Μ., 1967· του ίδιου, Η κοινωνιολογία του νεο- φασισμού, Μ., 1971· Λοπουχόφ Μπ. Ρ., Οφα- σισμός και το εργατικό κίνημα στην Ιταλία στα 1919 1929, Μ., 1968' Εθνικοδημοκρατικό κόμμα - το νεοναζιστικό κόμμα, Συλ. αρθρ., μετφ. από τα γερμ., Μ.. 1968* Το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η πάλη κα- τά του φασισμού και του πολέμου. Συλ. ντο- κουμέντων, Μ. 1975* Μπλανκ Α. Σ., Από την ι- στορία του πρώιμου φασισμού στη Γερμανία. Οργάνωση, ιδεολογία, μέθοδοι. Μ., 1978' Γκίν- τσμπεργκ Λ. Ι., Το εργατικό και κομμουνιστι- κό κίνημα στη Γερμανία στην πάλη κατά του φασισμού (1919 - 1933), Μ., 1978' Μέλνικοφ Ντ., Τσιόρναγια Α., Εγκληματίας υπ' αριθμ. 1. Το ναζιστικό καθεστώς και ο φύρερ του. Μ., 1981' Ραχσμίρ Π. Γ /-/ καταγωγή του φασι- σμού, Μ., 1981. Α Α. Γκάλκιν θεώρηση Νικ. Στέργιου Φατσζιά, βλ. Λεγκιομός. Φεν Γιουλάν (γεν. 1895, Τανχέ, επαρ- χία Χενάν). Κινέζος φιλόσοφος, θεμε- λιωτής του λεγόμενου νέου νεοκομφου- κιανισμού (σιν λι - σουέ), ιστορικός της κινέζικης φιλοσοφίας. Ανήκε στην ομάδα των κινέζων μη μαρξιστών στοχαστών, που στην περίοδο 1920 - 1950 αγωνίζο- νταν για τη συνένωση της παραδοσιακής κινέζικης και της σύγχρονης δυτικής φι- λοσοφίας. Ο νέος νεοκομφουκιανισμός του Φεν Γιουλάν αποτελούσε ιδιόμορφη σύνθεση του νεοκομφουκιανισμού* της σχολής των Τσενγκ - Τσου (βλ. Τσενγκ Ι, Τσου Σι) με στοιχεία του ταοϊσμού, του βουδισμού και δυτικών ρευμάτων, ιδίως του θετικισμού. Τη βάση της θεωρίας του αποτελούν τέσσερις «κενές», «στε- ρούμενες θετικού περιεχομένου», τυπι- κές έννοιες: η λι* - αρχή (ιδεατή μορφή, ανώτατη έκφραση της είναι το μεγάλο ό- ριο, το ταΐτοί*)' το τσί*, δηλαδή η ύλη, η υλική δύναμη· το τάο τι, δηλαδή η συνε- χής διαδικασία κίνησης - μετασχηματι- σμού του τάο*, που συνδυάζει όλες τις επιμέρους δκιδικασίες· το τα τσουάν, δη- λαδή το «μεγάλο σύνολο», το Σύμπαν, το καθολικό άθροισμα όλων των όντων: «' Ενα είναι όλα και όλα είναι' Ενα». Ανά- λογα με το βαθμό επίγνωσης από μέρους του ανθρώπου των ενεργειών του, ο Φεν Γιουλάν διέκρινε τέσσερις βαθμίδες ή «σφαίρες της ζωής»: την αθώα - νηπιακή (ο άνθρωπος, όπως το βρέφος ή ο πρω- τόγονος άνθρωπος, ενεργεί σύμφωνα με τα ένστικτα ή τις συνήθειες)· την ωφελι- μιστική (ο άνθρωπος αποκτά επίγνωση του εαυτού του και ενεργεί με βάση το συμφέρον του)· την ηθική (το άτομο απο- κτά επίγνωση της ύπαρξης της κοινωνίας και του εαυτού του ως μέλους της)· την υπερβατική (κατανόηση του Σύμπαντος, του «μεγάλου συνόλου», επίγνωση του ότι είναι «πολίτης του ουρανού»). Μετά την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ο Φεν Γιουλάν απαρνήθηκε το «νέο νεοκομφουκιανισμό» και δήλωσε ότι υιοθετεί τις μαρξιστικές θέσεις. Κατά τη διάρκεια της «μορφωτικής επανάστα- σης» υπέσπι διωγμούς. m Σι λι - σουέ (Νέος νεοκομφουκιανισμός), Σαγγάη, 1939· Σιν γιουάν ζεν (Νέα πραγμα- τεία για τη φύση του ανθρώπου), Τσουντσίνγκ, 1943' Σιν γιουάν τάο (Νέα πραγματεία για το αρχαίο τάο), Σαγγάη, 1946' Τσούνγκο τσε- σούε σι (Ιστορία π]ς κινέζικης φιλοσοφίας), τ. 1 - 2, Πεκίνο, 1961 · Δουν Κουνγκ Τσιου (Για τον Κομφούκιο), Πεκίνο, 1975· Α Short history of Chinese phllosophy, Ν.Υ., 1958* The spirit of Chinese phllosophy, Boston, 1962. • Μπούροφ Β. Γκ., Η σύγχρονη κινέζικη φι- λοσοφία, Μ., 1980* Περελόμοφ Λ. Σ., Οκομ- φουκιανισμός και ο λεγκισμός στηνπολπ-ική ι- στορία της Κίνας, Μ., 1981, σελ. 259 - 62' 295
Φεντοσέγεφ WIng - tsit Chan, Α source book in Chinese philosophy, Princeton, 1963, p. 751 - 62, 776 79. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Φεντοσέγεφ Πιότρ Νικολάγεβιτς (γεν. 22.8.1906, χωριό Σταρίνσκογε, σήμερα Πίλνιν της περιοχής Γκόρκι). Σοβιετικός φιλόσοφος και κοινωνικός παράγοντας, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών (ΑΕ) της ΕΣΣΔ (από το i960· αντεπιστέλλον από το 1946), ' Ηρωας της Σοσιαλιστικής Εργασίας (1978). Μέλος του Κομμουνι- στικού κόμματος της ΕΣΣΔ (ΚΚΣΕ) από το 1939. Τελείωσε το Παιδαγωγικό Ινστι- τούτο του Γκόρκι (1930). Διδακτορικές σπουδές στο Ινστιτούτο Ιστορίας και Φι- λοσοφίας της Μόσχας (1936). Από το 1936 ώς το 1941 ήταν επιστημονικός συ- νεργάτης του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας της ΑΕ της ΕΣΣΔ. Από το 1941 ώς το 1955 εργάστηκε στο μηχανισμό της ΚΕ του ΚΚΣΕ, διετέλεσε επίσης διευθυντής των περιοδικών «ΜττοΛσεβ/κ» («Μπολσε- βίκος») και <^Παρτίναγια ζιζν» («Κομματι- κή ζωή») και της έδρας διαλεκτικού υλι- σμού της Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστη- μών της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Από το 1955 ώς το 1962 ήταν διευθυντής του Ινστιτού- του Φιλοσοφίας της ΑΕ της ΕΣΣΔ και από το 1967 ώς το 1973 διευθυντής του Ινστιτούτου Μαρξισμού - Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Από το 1962 ώς το 1967 και από το 1971 αντιπρόεδρος της ΑΕ της ΕΣΣΔ. Οι κύριες εργασίες του ανα- φέρονται σε προβλήματα του διαλεκτι- κού και ιστορικού υλισμού, του επιστημο- νικού κομμουνισμού, του επιστημονικού αθεϊσμού, ασκούν κριτική στην αστική φι- λοσοφία και κοινωνιολογία. Ο Φεντοσέ- γεφ είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΣΕ από το 1961 και βουλευτής του Ανωτάτου Σο- βιέτ της ΕΣΣΔ από το 1962. Το 1981 του απονεμήθηκε το χρυσό μετάλλιο «Κ. Μαρξ» της ΑΕ της ΕΣΣΔ. • Πώς εμφανίστηκε η ανθρώτηνη κοινωνία, (Μ.), 1934' Ο μαρξισμός - λενινισμός για τη θρησκεία και την υπερνίκηση της, (Μ.), 1941 · Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις πα- ραγωγής της σοσιαλιστικής κοινωνίας, Μ., 1955 Ο ρόλος των λαϊκών μαζών και της προ- σωπικότητας στην ιστορία, Μ., 1956* Σοσιαλι- σμός και ουμανισμός, Μ., 1958· Μαρξισμός και βουλησιαρχία, Μ., 1968* Ο Β. Ι. Λένιν και τα προβλήματα της Θεωρίας της τέχνης, Μ., 1968· Κομμουνισμός και φιλοσοφία, Μ., 1971 * Ο μαρξισμός στον 20ό αι., Μ., 1977· Η διαλε- κτική της σύγχρονης εποχής. Μ., 1978* Κο- σμοθεωρία, φιλοσοφία, επιστήμη, Μ., 1979 Ο β. /. Λένιν και τα φιλοσοφικά προβλήματα της φυσιογνωσίας. Μ., 1981. Θεώρηση Νικ. Στεργίου Φεουδαρχία (από το λατινικό feodunn = κτήση). Ταξικός ανταγωνιστικός κοινωνι- κός σχηματισμός, που έχει τα εξής βασι- κά γνωρίσματα: 1) Υπεροχή της φυσικής οικονομίας, που τη χαρακτηρίζουν η α- πλή αναπαραγωγή, η στενή ένωση του εργαζόμενου με τα μέσα παραγωγής και ο προσανατολισμός στην αυτάρκεια, την αυτοϊκανοποίηση των βασικών αναγκών η μορφή αυτή οικονομικής ζωής αντι- στοιχεί στην οργανική σύνδεση του ατό- μου με την ομάδα και στη σχετική μη - α- πόσπαση του από το φυσικό περιβάλλον. Η εμπορευματική παραγωγή στη φεου- δαρχία, που αναπτύσσεται ταυτόχρονα με την ανάπτυξη των πόλεων, δεν καθο- ρίζει τα συστήματα των κυρίαρχων κοινω- νικών σχέσεων παραγωγής (όταν αρχίζει να τα καθορίζει, η φεουδαρχία εισέρχε- ται στο στάδιο της αποσύνθεσης). 2) Προσωπική και οικονομική υποταγή, στην άρχουσα τάξη, των αγροτών που ασκούν δική τους αυτοτελή οικονομία, αλλά δεν έχουν δικαίωμα να κατέχουν και να δια- χειρίζονται τον κλήρο τους, και, κάτω από εξωοικονομικό καταναγκασμό, υπο- χρεώνονται να δίνουν στον κύριο τους το υπερπροϊόν τη φεουδαρχική έγγεια πρόσοδο ο εξωοικονομικός καταναγκα- 296
Φεουδαρχία σμός εκφράζεται στο γεγονός ότι ο α- γρότης βρίσκεται στην εξουσία των φε- ουδαρχών και η τύχη του καθορίζεται απ' αυτούς, καθώς και στις διάφορες μορφές εξάρτησης των άμεσων παραγω- γών σε διάκριση από το δούλο και τον κολόνο (colonus), ο εξαρτημένος από το φεουδάρχη αγρότης -που είναι κάτοχος εργαλείων παραγωγής και οικιακού νοι- κοκυριού- ενδιαφέρεται, ώς ένα βαθμό, για την εντατικοποίηση της παραγωγής, και το ενδιαφέρον του αυτό το υπολογί- ζει (σε κανονικές συνθήκες) και ο φεου- δάρχης, που αναγνωρίζει ότι ο αγρότης, παρά την εξάρτηση του, είναι νομικό πρόσωπο. 3) Ειδική δομή της φεουδαρχι- κής γαιοκτησίας, που εκφράζεται στο συνδυασμό των δικαιωμάτων στη γη με την πολιτική εξουσία· η φεουδαρχική ι- διοκτησία είναι συμβατική: ο φεουδάρ- χης «κρατά» τη γη με δικαιώματα φέου- δου, που πήρε από τον προϊστάμενο του, άρχοντα (το σενιόρο), ο οποίος με τη σει- ρά του είναι βασάλος, υποτελής σε κά- ποιον άλλο [βασάλοςί( vassal)=φεουδάρ- χης υποτελής σε άλλον ανώτερο του φε- ουδάρχη, το σενιόρο]. 4) Ανάμεσα στο σενιόρο και το βασάλο υπάρχουν σχέσεις αμοιβαιότητας: αν ο βασάλος δεν εκπλη- ρώσει τις υποχρεώσεις του, χάνει το δι- καίωμα πάνω στο φέουδο και αν ο σενιό- ρος αρνηθεί να προστατεύσει το βασάλο, αυτός απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τον υπηρετεί και να υπακούει στις ε- ντολές του· τις φεουδαρχικές κοινωνι- κές σχέσεις τις χαρακτηρίζουν οι γενι- κές σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα στους ανθρώπους, που εκφράζονται στον αμοι- βαίο περιορισμό των δικαιωμάτων και την αδιάρρηκτη σύνδεση δικαιωμάτων και υ- ποχρεώσεων. 5) Πολιτική κυριαρχία του στρώματος των στρατιωτικών, οργανωμέ- νου σε μία ιεράρχηση, που συνδέεται με σχέσεις προσωπικής υπηρέτησης και προστασίας. 6) Η θρησκεία είναι στη φε- ουδαρχία «... η πιο γενική σύνθεση και η νΐνώτερη αρχή...» της κοινωνικής τάξης πραγμάτων (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα τ. 7, σελ. 361)· η φιλοσοφία, το δίκαιο, η ηθική, η παιδεία, η τέχνη, η λο- γοτεχνία βρίσκοντ αι, σε μεγαλύτερο ή μι- κρότερο βαθμό, κάτω από την επίδραση της θρησκευτικής κοσμοθεωρίας* η πολι- τική κατάτμηση και η έλλειψη σύνδεσης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής συ- μπληρώνονται από την καθολικότητα της θρησκείας και τον οικουμενικό χαρακτή- ρα της εκκλησίας· ο κλήρος δεσπόζει στην ιδεολογική ζωή της κοινωνίας, ε- λέγχοντας όλους τους τομείς της πνευ- ματικής παραγωγής και υποτάσσοντας την στα συμφέροντα της εκκλησίας και της άρχουσας τάξης, τμήμα της οποίας αποτελεί ο ανώτατος κλήρος. {Παράλληλα με τις «κάθετες» σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής οι κοινωνικοί δεσμοί εκφράζονταν στις «οριζόντιες» σχέσεις συνεταιριστικού τύπου [κοινότη- τες του χωριού και κομμούνες της πό- λης, συμμαχίες πόλεων, συμβούλια των βασάλων (λατ. curia), κοινωνικά - νομικά στρώματα, τάγματα μοναχών και ιπποτών, βιοτεχνικές συντεχνίες (τσεχ, γερμ. Ze- che), θρησκευτικές και εμπορικές ενώ- σεις (γκίλδιες, γερμ. Gilde)]. Ο πρώτος τύπος δεσμών προσδίδει ιδκιίτερο χαρα- κτήρα στην ελευθερία του ανθρώπου στην φεουδαρχία, που δεν αναγνωρίζει την κατάσταση ανεξαρτησίας: ελεύθε- ρος δεν είναι εκείνος, που δεν εξαρτά- ται από κανέναν, αλλά εκείνος που διά- λεξε ο ίδιος τον κύριο του και υπόγραψε μαζί του φεουδαρχικό συμβόλαιο. Σε διά- κριση από έναν τέτοιο ελεύθερο βασάλο ο σέρβος (γαλ. serf, λατ. servus) και ο βιλλάνος (λατ. villanus) (τύπος δουλοπά- ροικων της μεσαιωνικής Ευρώπης) δεν είναι ελεύθεροι, μια και γεννήθηκαν σε κατάσταση εξάρτησης και δεν μπορούν να βγουν απ* αυτή. Δεδομένου ότι ο άν- θρωπος, παράλληλα με την «κάθετη» σχέση με τον αφέντη, ήρθε ταυτόχρονα 297
Φεουδαρχία και σε «οριζόντια» σχέση με τα μέλη του συνεταιρισμού, του αναπτύχθηκε η επί- γνωση της ισότητας και της ανάγκης του αμοιβαίου σεβασμού των δικαιωμάτων. Δεν είναι σωστό να ταυτίζεται η φεου- δαρχική εξάρτηση με τη δουλοπαροικία, γιατί η πρόσδεση του αγρότη στη γη -ένα (ραινόμενο που είχε πάρει πλατιά έκταση στην ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (τα «κολονάτα», λατ. colonatus), δηλαδή πο- λύ πριν από την εμφάνιση της φεουδαρ- χίας- επεκτάθηκε στην Ανατολική και τη Δυτική Ευρώπη μόνο κατά την περίοδο της κρίσης της φεουδαρχίας, όταν σε συνθήκες που η αγροτική οικονομία έ- παιρνε όλο και περισσότερο εμπορευμα- τικό χαρακτήρα, οι μεγάλοι γαιοκτήμο- νες, με την υποστήριξη της απόλυτης μοναρχίας, πέρασαν στην επίθεση κατά των αγροτών, στερώντας τους όλα τα δι- καιώματα και μετατρέποντας τους σε ε- ξαρτήματα της γης. Στην ιστορία της ανθρωπότητας η φεου- δαρχία αποτελεί κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό προοδευτικό σε σχέση με το δουλοκτητικό σύστημα, γιατί, αντικαθι- στώντας τη δουλεία με πιο ήπιες μορφές εξάρτησης, άνοιγε ευρύ πεδίο για την α- νάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και δημιουργούσε πιο ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Η φεουδαρχία δεν εμφανίζεται μόνο ως α- ποτέλεσμα της αποσύνθεσης του δουλο- κτητικού συστήματος, αλλά και του κοι- νοτικού συστήματος του γένους των βαρβαρικών φυλών, που κατέκτησαν πο- λιτισμένα κράτη αρχαίου ή ασιατικού τύ- που ή έζησαν στον περίγυρο αυτών των κρατών. Κάτω από την επίδραση των κοι- νωνικών θεσμών και της κουλτούρας αυ- τών των πιο αναπτυγμένων κοινωνιών, στους κόλπους των βαρβάρων επιταχύ- νεται η παρακμή των παραδοσιακών δε- σμών του γένους· δημιουργούνται κλει- στοί κοινωνικοί πυρήνες με επικε(ραλής τους σενιόρους. Γίνεται καταμερισμός των κοινωνικών λειτουργιών ανάμεσα στην τάξη που συγκεντρώνει στα χέρια της τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, το στρα- τό τη νομοθεσία, την παιδεία, τη θρη- σκεία, από τη μια, και, από την άλλη, την τάξη των εργαζομένων -τους αγρότες και τους επαγγελματοβιοτέχνες, οι ο- ποίοι, παραμερισμένοι από τη διεύθυνση της κοινωνίας, βρίσκονται κάτω από την εξουσία του στρατού και του κλήρου και είναι αναγκασμένοι να τους συντηρούν με την εργασία τους. Στη διαδικασία αυ- τή, στις χώρες του αρχαίου υψηλού πολι- τισμού, τις οποίες κατέκτησαν οι βάρβα- ροι, συμμετέχει και ο ντόπιος πληθυ- σμός, που μπαίνει στις τάξεις της φε- ουδαρχικής κοινωνίας, οι οποίες δημι- ουργούνται. Στο πρώτο στάδιο η φε- ουδαρχία διαφέρει από τη δουλοκτητική κοινωνία στα εξής σημεία: οι παραγωγι- κές δυνάμεις είναι πιο πρωτόγονες, πα- ρατηρείται επιστροφή στη φυσική οικο- νομία, πτώση των μέσων επικοινωνίας, υ- ποβιβασμός του επιπέδου της κουλτού- ρας. Η οικονομική και πολιτιστική άνοδος χαρακτηρίζει μόνο το στάδιο της ανα- πτυγμένης φεουδαρχίας (στη Δυτική Ευ- ρώπη από τον 11ο αι.). Η φεουδαρχική κοινωνία αποτελούσε ιε- ράρχηση των προηγούμενων κοινωνικών - νομικών καταστάσεων (Status). Το δί- καιο της φεουδαρχίας έπαιζε το ρόλο του γενικού ρυθμιστή των σχέσεων ανά- μεσα στους ανθρώπους. Κάθε άνθρω- πος, ομάδα, συνεταιρισμός, κοινωνικό στρώμα έχει το ιδιαίτερο νομικό καθε- στώς του. Στο δίκαιο υπόκεινται και τα ά- ψυχα αντικείμενα και θεσμοί - οι γαίες, τα κτήματα, οι πόλεις, οι αγορές, οι εκ- κλησίες, τα μοναστήρια. Όμως το δίκαιο δεν ε;ναι ενοποιημένο: είναι ένα τοπικό ή προσωπικό δίκαιο, που συνεχώς μετα- βάλλεται, μερικές φορές είναι άγραφο και υπάρχει με τη μορφή εθίμου. Αποφασιστικό παράγοντα της πνευματι- κής ζωής κατά το πέρασμα από την αρ- 298
Φεουδαρχία χαία κοινωνία στη φεουδαρχία αποτελεί η ριζική επανεξέταση όλων των κοινωνικών αξιών: ενώ πριν υπερτερούοε το ενδια- φέρον για το επίγειο και το υλικό, τώρα η κοινωνία στρέφεται προς το σύστημα της ηθικής και της θρησκείας. ' Υψιστη πραγ- ματικότητα άρχισε να θεωρείται ο επέ- κεινα κόσμος, ενώ στη ζωή επί της Γης άρχισαν να βλέπουν απλώς τον προθάλα- μο για τη βασιλεία των ουρανών. Η τέτοια αλλαγή του πνευματικού προσανατολι- σμού εμφανίστηκε καθαρότερα στο χρι- στιανισμό και επέδρασε σε όλες τις πλευρές της πρακτικής δραστηριότητας των ανθρώπων: η υλική παραγωγή δε θε- ωρούνταν ως αυτοσκοπός και δεν εύρι- σκε τη δικαίωση της άτον πλούτο* παρα- γωγικό ιδανικό ήταν η αυτοεξασφάλιση, η δημιουργία συνθηκών διαβίωσης του αν- θρώπου, «αντάξιας» του κοινωνικού στρώματος στο οποίο ανήκε' και μέσα στα πλαίσια αυτά η εργασιακή ενεργητι- κότητα δικαιωνόταν και μάλιστα αναγό- ταν σε ηθική αξία. Παρ' όλα αυτά, σπιν εργασία έβλεπαν κυρίως ένα μέσο αυτο- χαλιναγώγησης, εξάλειψης της ροπής προς την αμαρτία που συνδέεται με την απραξία. Το εμπορικό, και ιδίως το τοκο- γλυφικό κέρδος επικρινόταν (θεωρία για τη «δίκαια τιμή»). Η προσήλωση στο παλιό, στις καθαγια- σμένες από το χρόνο παραδόσεις και η εχθρότητα ή η δυσπιστία προς καθετί το νέο είναι χαρακτηριστικά για τη φεου- δαρχία, όπως και για κάθε κοινωνία που έχει την τάση να αναπαράγεται πάνω στη βάση που προϋπήρχε. ΓΓ αυτό και συχνά οι καταπιεζόμενοι αγρότες, στον αγώνα κατά των φεουδαρχών, επιδίωκαν την ε- πιστροφή στο παλιό: προσπαθούσαν να διατηρήσουν τις υποχρεώσεις τους στα καθιερωμένα επίπεδα, ενώ όταν υπερά- σπιζαν την ελευθερία τους αγωνίζονταν κατά της «αδικίας» - της παράβασης, δη- λαδή, του εθίμου. Η πάλη ανάμεσα στους αγρότες και τους φεουδάρχες για τη γη και την έγγεια πρόσοδο διαπερνά ολό- κληρη την εποχή της φεουδαρχίας. Ό- μως το καθήκον της ανατροπής της εκ- μεταλλευτικής τάξης πραγμάτων και της απελευθέρωσης από τη φεουδαρχία οι α- γρότες το έθεταν σπάνια και στο σχετικά ύστερο στάδιο της φεουδαρχίας. Από την άποψη αυτή, οι ίδιες οι αγροτικές ε- ξεγέρσεις, ανοργάνωτες και ασυντόνι- στες, δεν έφερναν αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι η ένταση τους κατά την πε- ρίοδο της κρίσης της φεουδαρχίας (στην Ευρώπη το 14ο - 16ο αι.) είχε απότομα αυξηθεί. Καλύτερα αποτελέσματα πέτυ- χαν οι αστοί (οι κάτοικοι των μεσαιωνικών πόλεων, γερμ. Burger): ύστερα από επί- μονο αγώνα, οι πόλεις της Δυτικής Ευ- ρώπης πέτυχαν ανεξαρτησία και αυτο- διοίκηση (σ* αυτό συνίσταται μία από τις ουσιώδεις και με μεγάλες συνέπειες δια- φορές της δυτικοευρωπαϊκής φεουδαρ- χίας από τη βυζαντινή και γενικά την ανα- τολική). Στα πλαίσια των ελεύθερων πό- λεων αναΓττύσσονταν νέα μέσα παραγω- γής, τα οποία απαιτούσαν έναν άμεσο παραγωγό, απαλλαγμένο από την προσω- πική εξάρτηση και την κοινωνική ανισότη- τα. Στις πόλεις άρχισε να αλλάζει το στυλ και ο ρυθμός της κοινωνικής ζωής, αναπτύχθηκαν η ελεύθερη σκέψη και η ι- δεολογική αντίσταση στη φεουδαρχία και στην καταπίεση της εκκλησίας. Η αύξηση της σημασίας του χρήματος και του ε- μπορίου, της επιχειρηματικής δραστη- ριότητας, υπέσκατΓτε το φεουδαρχικό σύστημα, προωθώντας σε πρώτη γραμμή τις εμπορικές σχέσεις. Η κοινωνία της πόλης άρχισε να αναπροσανατολίζεται βαθμιαία προς νέες αξίες: σπιν «ευγε- νή» καταγωγή και την «ηρωική οκνηρά» των φεουδαρχών αντιπαραθέτονταν οι προσωπικές ικανότητες και η επιχειρη- ματικότητα· στην παράδοση - η πρόοδος και η ανανέωση· στη γακ)κτησία, που ή- ταν το στήριγμα της πολιτικής εξουσίας, - το χρήμα, ο κινητός πλούτος· στη συμ- 299
Φεουδαρχία βατική κατοχή - η αδιαμφισβήτητη ατομι- κή ιδιοκτησία* στην πίστη στις αυθεντίες και το γράμμα της Αγίας Γραφής - η ε- ρευνητική φιλομάθεια· στην ορθόδοξη εκκλησία - η μαχητική αίρεση. Η ωρίμαν- ση των στοιχείων της αστικής κοινωνίας στους κόλπους της φεουδαρχίας κατα- λαμβάνει στην ιστορία της Ευρώπης την εποχή της «πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου», που ολοκληρώνεται με τις αστικές επαναστάσεις, οι οποίες λίγο - πολύ έθεσαν οριστικά τέρμα στη φεου?^ δαρχία. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της φεου- δαρχίας αφορούν κυρίως την Ευρώπη, μια και στην ευρωπαϊκή παραλλαγή της ή- ταν πιο έκδηλες οι προοδευτικές δυνα- τότητες που περιέκλειε: στην Ευρώπη στους κόλπους της φεουδαρχίας δη- μιουργήθηκε αυθόρμητα ο κεφαλαιοκρα- τικός τρόπος παραγωγής, που τελι- κά ανέτρεψε τη φεουδαρχία. Και ε- πειδή μόνο στην Ευρώπη παρατηρείται μια διαδοχική αλλαγή όλων των κοι- νωνικοοικονομικών σχηματισμών, η με- λέτη της ευρωπαϊκής ακριβώς φεου- δαρχίας, ως μιας φάσης της παγκόσμιας ιστορίας, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέ- ρον από φιλοσοφική και κοινωνιολογική άποψη. Στο τέλος της εποχής της φεου- δαρχίας, η Ευρώπη, που σπιν αρχή υστε- ρούσε από πολλές χώρες της Ανατολής από πολιτιστική και οικονομική πλευρά, αρχίζει γρήγορα να τις ξεπερνά και να βάζει καθοριστική σφραγίδα στην παγκό- σμια ιστορική διαδικασία. Η επιστήμη δια- πίστωσε την ύπαρξη της φεουδαρχίας και πέρα από τα όρια της Ευρώπης, στις χώρες της μεσαιωνικής Ανατολής, ειδι- κότερα στην Ιαπωνία και στους Αραβες. Πρέπει να διερευνηθεί παραπέρα το ζή- τημα της ύπαρξης της (όπως και του δουλοκτητικού σχηματισμού) και σε ορι- σμένους λαούς της Ασίας και της Αφρι- κής. Η δυσκολία της διάκρισης κοινωνι- κών σχέσεων φεουδαρχικού τύπου στα πλαίσια των προκαπιταλιστικών ανταγωνι- στικών σχηματισμών συνίσταται στο γε- γονός ότι σε όλους αυτούς τους σχημα- τισμούς επικρατούσαν: το σύστημα των διαπροσωπικών κοινωνικών δεσμών, η μι- κρή παραγωγή, η φυσική οικονομία, ο ε- ξωοικονομικός καταναγκασμός, η ένο- πλη αριστοκρατία και ο κλήρος. Ο όρος «φεουδαρχία» (f6odalit6) εμφανί- ζεται στη Γαλλία το 17ο αι. για το χαρα- κτηρισμό του δικαίου της γαιοκτησίας (και των σχέσεων που στηρίζονταν σ * αυ- τή). Στην επιστήμη τον όρο εισήγαγε ο Φ. Γκιζό («Η ιστορία του πολιτισμού στη Γαλλία»), ο οποίος έδωσε τον πολιτικό - νομικό ορισμό της φεουδαρχίας (συνέ- νωση της ανώτατης εξουσίας με τη γαιο- κτησία, συμβατικός χαρακτήρας της ιδιο- κτησίας στη γη, ιεραρχία των βασάλων). Από τα τέλη του 19ου αι. άρχισε η επε- ξεργασία και η κοινωνιολογική ερμηνεία της φεουδαρχίας: ο Π. Γκ. Βινογκράντοφ και ορισμένοι άλλοι ιστορικοί επισήμαναν τη σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική φε- ουδαρχία («διασπορά της κυριαρχίας»), τις κοινωνικές σχέσεις («σύστημα τσιφλι- κιών») και τη φυσική οικονομία. Τον 20ό αι. αναπτύσσεται το ενδιαφέρον για την ι- στορική - συγκριτική μελέτη της φεου- δαρχίας στην Ευρώπη και την Ασία (Ο. Χίν- τσε). Ωστόσο, στη σύγχρονη ιστοριο- γραφία είναι ισχυρή και η αντίθετη τάση: να θεωρείται η φεουδαρχία μόνο δυτικο- ευρωπαϊκό φαινόμενο (Ο. Μπρούννερ) και να δίνεται καθαρά νομική περιγραφή των φεουδαρχικών θεσμών. Η πιο περιε- κτική ανάλυση της φεουδαρχίας στη δυ- τική ιστοριογραφία ανήκει στο Μ. Μπλοκ (Μ. Bloch, La soci6t6 foodale, t. 1 - 2, 1939 - 40). Ol μαρξιστές ερευνητές εξε- τάζουν τη φεουδαρχία ως σύστημα, και ξεκινούν από την έρευνα της νομοτέ- λειας της εμφάνισης της. Τυπολογικά η φεουδαρχία βρίσκεται ανάμεσα στο δου- λοκτητικό και τον καπιταλιστικό σχηματι- σμό. Ωστόσο, υπάρχουν διάφορες από- 300
Φεουδαρχικός σοσιαλισμός ψεις σχετικά με το βαθμό σπουδαιότη- τας αυτών ή εκείνων των γνωρισμάτων της φεουδαρχίας. Ειδικότερα, η αξιολό- γηση των στοιχείων που αφορούν την οι- κονομία και τις προσωπικότητες εκτιμά- ται διαφορετικά. Παραμένει επίσης αντι- κείμενο επιστημονικής συζήτησης η τυ- πολογία της φεουδαρχίας. • Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Η γερμανική ιδε- ολογία, Άπαντα, τ. 3 των ίδιων, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος, στο Ιδιο, τ. Α' Μαρξ Κ., Το κεφάλαιο, τ. 1, 3, στο ίδιο, τ. 23, τ. 25, μέρ. 2' του ίδιου, Μορφές που προηγή- θηκαν της καππ-αλιστικής παραγωγής, στο ί- διο, τ. 46, μέρ. 1· Ένγκελς Φ., Η φραγκική περίοδος, στο ίδιο, τ. 19' του ίδιου, Η κατάνω- γή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, στο ίδιο, τ. 21· του ίδιου, Η αποσύνθεση της φεουδαρχίας και η δημιουρ- γία του εθνικού κράτους, στο ίδιο* Λένιν Β. Ι., Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, Α- παντα, τ. 3' του ίδιου. Για το κράτος, στο ίδιο, τ. 39' Πετρουσέφσκι Ντ. Μ., Δοκίμια από την ιστορία της κοινωνίας και του κράτους του Μεσαίωνα, Μ., 1922* Κοσμίνσκι Ε. Α., Μελέ- τες για την αγροτική ιστορία της Αγγλίας του 13ου αι., Μ. - Λ., 1947* Νεουσίχιν Α. Ι., Η δη- μιουργία της ανεξάρτητης αγροτιάς ως τάξης της πρώιμης φεουδαρχικής κο/νων/ας στη Δυτική Ευρώπη κατά τον 6ο - 8ο αι., Μ., 1956* Μπλοκ Μ., Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γαλλικής αγροτικής ιστορίας, μετφ. από τα γαλ., Μ., 1957 Μπαργκ Μ. Α., Μελέτες για την ιστορία της αγγλικής φεουδαρχίας τον 11ο - 13ο αι., Μ., 1962· του ίδιου. Προβλήμα- τα της κοινωνικής ιστορίας στο φως της σύγ- χρονης δυτικής μεσαιωνολογίας, Μ., 1973' Σκάζκιν Σ. Ντ., Δοκίμια για την ιστορία της δυ- τικοευρωπαϊκής αγροτιάς στο Μεσαίωνα, Μ., 1968· Ουνταλτσόβα Ζ. Β., Γκούτνοβα Ε. Β., /-/ γένεση της φεουδαρχίας στις χώρες της Ευ- ρώπης, Μ., 1970' Γκουρέβιτς Α. Γ., Προβλή- ματα της γένεσης της φεουδαρχίας στη Δυτι- κή Ευρώπη, Μ., 1970· του ίδιου. Κατηγορίες του μεσαιωνικού πολιτισμού, Μ., 1972' Τσε- ρέπνιν Λ. Β., Ζητήματα μεθοδολογίας της ι- στορικής έρευνας: θεωρητικά προβλήματα της ιστορίας της φεουδαρχίας, Μ., 1981" Fe- udalismus, Materlallen zur Theorie und Ge- schichte, Fr./M. - B. - W., 1977· Duby G.. Les trois ordes ou Γ imaginalre du foodalisme, P., 1978· Le Golff J., Pour un autre Moyen Age. Temps, travall et culture en Occident, P.. 1979. A. Γ Γκουρέβιτς θεώρηση Νικ. Στέργιου Φεουδαρχικός σοσιαλισμός. Παραλλα- γή του προεπιστημονικού σοσιαλισμού, που οι εκπρόσωποί του, επικρίνοντας τον καπιταλισμό, έβλεπαν τη διέξοδο από τις αντιφάσεις του στην επιστροφή στις φε- ουδαρχικές - πατριαρχικές σχέσεις. Για πρώτη φορά ο όρος «φεουδαρχικός σοσιαλισμός» χρησιμοποιήθηκε στο «Μα- νιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος», από τον Κ. Μαρξ και το Φ. Ένγκελς, οι οποίοι θεωρούσαν ως εκπροσώπους του ένα μέρος των γάλλων λεγκιτιμιστών (μο- ναρχικών, οπαδών της λεγόμενης νόμι- μης δυναστείας που ανέτρεψε η επανά- σταση - σημ. μετφ.) (Χ. Βιλνιόφ - Μπαρ- ζεμόν, Σ. Μονταλαμπέρ κ.ά.) και τη «Νε- αρή Αγγλία», στην οποία ανήκαν αριστοκράτες τόρυδες (Ντ. Μάννερς, Α. Εσλυ κ.ά.), που σπι δεκαετία του 1840 είχαν συσπειρωθεί γύρω από τον Μπ. Ντιζραέλυ. Την ιστορική φιλοσοφική θεωρία του φεουδαρχικού σοσιαλισμού επεξεργάστηκε ο Κάρλαϋλ. Θεωρητικές πηγές του ήταν η φιλοσοφία του καθολι- κισμού ο μυστικισμός του Σβέντενμποργκ, ο αντιδραστικός ρομαντισμός του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. (Ε. Μπορκ, Ρ. Σαούτι, Σ. Κόλριτζ, Λ. Μπό- ναλντ, Ζ. ντε Μέστρ), η θεωρία της πα- ράδοσης της ιστορικής σχολής του δι- καίου και άλλες διδασκαλίες, τις οποίες οι εκπρόσωποι του φεουδαρχικού σοσια- λισμού χρησιμοποιούσαν κυρίως για να θεμελιώσουν, με βάση την τελεολογία και τη θεωρία της Θείας Πρόνοιας, τις κοινωνικοπολιτικές τους αντιλήψεις (βλ. Θεία Πρόνοια και Τελεολογία). Ο φεου- 301
Φερεκύδης δαρχικός σοσιαλισμός διαμορφώθηκε με- τά την Επανάσταση του 1830 στη Γαλλία και την κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση του 1832 στην Αγγλία, που καλλιέργησαν την ψευδαίσθηση ότι τα συμφέροντα των τάξεων, που αντιτάσσονται στην αστική τάξη από τα δεξιά και τα αριστερά, είναι κοινά και ότι είναι δυνατή η δημιουργία ε- νός ιδιότυπου αντικαπιταλιστικού μετώ- που φεουδαρχών και εργαζομένων. Ο φεουδαρχικός σοσιαλισμός παρουσία- ζε την ιστορική πρόοδο ως πραγμάτωση των ιδεών του ανώτατου όντος, που απο- καλύπτονται μόνο στους εκλεκτούς. Και το χρέος αυτών των εκλεκτών είναι η πε- ριφρούρηση των βάσεων της κοινωνίας, που έχουν δοκιμαστεί στο πέρασμα των αιώνων και ανταποκρίνονται στην αιώνια «ανθρώπινη φύση», καθώς και η αποτρο- πή κάθε προσπάθειας για ανανέωση τους. Κατά την άποψη του φεουδαρχι- κού σοσιαλισμού, η εγκαθίδρυση της πο- λιτικής κυριαρχίας της βιομηχανικής α- στικής τάξης οδήγησε στη διάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών δεσμών, στη δημιουργία μιας χαοτικής μάζας ατόμων που επιδιώκουν εγωιστικούς σκοπούς. Η επιστροφή στην αρμονική κοινωνική μο- νολιθική ενότητα των ανθρώπων μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ένα συνδυασμό του βιομηχανικού πολιτισμού με τις φε- ουδαρχικές πατριαρχικές αρχές της κοινωνίας: την κοινωνική ιεραρχία, την α- νάπτυξη των πατερναλιστικών - πατριαρ- χικών δεσμών, το απαραβίαστο των παρα- δόσεων και των εθίμων, την ιερότητα των πολιτικών κανόνων και των προσώπων στα οποία ενσαρκώνονται οι κανόνες αυ- τοί (μονάρχες, ήρωες, μεγάλοι γαιοκτή- μονες και «καπεταναίοι της βιομηχα- νίας», όπως τους αποκαλούσε ο Κάρ- λαϋλ). Το πρόγραμμα του φεουδαρχικού σοσιαλισμού, που απηχούσε τα συμφέρο- ντα και τους πόθους της αστικοποιημέ- νης αγροτικής αριστοκρατίας, προσέλκυ- σε τα κοινωνικά εκείνα στρώματα, που με την εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλι- σμού είχαν βγει από τη συνήθη τροχιά T0U9 (μικροαστοί των πόλεων, δημοσιοϋ- παλληλικά - γραφειοκρατικά στοιχεία, τμήμα της διανόησης). Ο Μαρξ και ο ' Ενγκελς, που έβλεπαν με συμπάθεια την εύστοχη κρπική που α- σκούσαν οι εκπρόσωποι του φεουδαρχι- κού σοσκιλισμού στις αντιουμανιστικές πλευρές του καπιταλιστικού πολιτισμού, χαρακτήρισαν το φεουδαρχικό σοσιαλι- σμό στο σύνολο του ως την κύρια κατεύ- θυνση του αντιδραστικού σοσιαλισμού των δεκαετιών του 1830 και 1840. Στη συνέχεια ο φεουδαρχικός σοσιαλισμός, που παραλλαγή του αποτελεί ο χριστιανι- κός σοσιαλισμός*, διαδόθηκε στην Ισπα- νία, την Αυστρία, την Ουγγαρία και τη Ρωσία (βλ. Σλαβόφιλοι), • Καν Σ. Μη., Ιστορία των σοσιαλιστικών ιδε- ών, Μ., 1967 θεώρηση ΛΑκ. Στέργιου Φερεκύδης ο Σύριος (από τη Σύρο) (600 - περίπου 530 π.Χ.). Αρχαίος έλλη- νας μυθογράφος και κοσμολόγος, στον οποίο η μυθοπλαστική παράδοση περι- πλέκεται με την επιστημονική - φιλοσοφι- κή. Η βιογραφική παράδοση εμφανίζει το Φερεκύδη να έχει στενές σχέσεις με τον Πυθαγόρα, του οποίου θεωρείται δά- σκαλος. Έγραψε τη <<Θεολογία^, ένα από τα πρώτα πεζά κείμενα των Ελλήνων γενικά' παραλλαγές του τίτλου: «Πεντέ- μυχος» και ^^Επτάμυχος» («επτά μυχοί», δηλαδή «επτά χώροι» ή «επτά κόσμοι» στους οποίους διαιρείται το Σύμπαν κα- τά το Δαμάσκιο. «πέντε μυχοί»). Αντίθετα από τη «Θεογονία» του Ησίοδου, όπου ό- λοι οι θεοί «γεννιούνται», ο Φερεκύδης παραδέχεται την αιωνιότητα της αρχικής τριάδας των θεών: «Ο Ζας και ο Χρόνος υπήρχαν ανέκαθεν, και η Χθονίη» (Β1). Ο Ζας (παραλλαγή του Ζευς) προσωπο- ποιεί τα αιθέρια ύψη του ουρανού, η 302
Φετιχισμός Χθονίη προσωποποιεί τα υπόγεια βάθη και ο Χρόνος το χρόνο ως κοσμογονική πρωταρχική δύναμη (παράλληλοι στον ορφισμό· κοινή πηγή τους μπορεί να είναι η αρχαία ιρανική ιδέα του άπειρου χρό- νου - zrvan akarana). Σύμφωνα με το Δα- μάσκιο (Α8). ο Χρόνος δημιούργησε από δικό του σπόρο τη φωτιά, τον αέρα και το νερό, μετά την κατανομή των οποίων στους «πέντε μυχούς» (κατά το Η. Go- mperzs: χώροι των άστρων, του ήλιου, της σελήνης, του αέρα και της θάλασ- σας) εμφανίστηκε μια «νέα πολυμελής γενιά θεών». Η δομή αυτής της κοσμογο- νίας παρουσιάζει ομοιότητα με την κο- σμογονία του Αναξίμανδρου. ■ Αποσπάσματα: DK 1, 43 - 51. • Eisler R., Weltenmantel und Himmelszelt, Bd 1 2, Münch., 1910" West M. L. Early Greek philosophy and the Orient. Oxf., 1971. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Φετιχισμός (γαλ. fetichisme, από το feti- che - είδωλο, φυλακτό). 1. Η θρησκευτι- κή λατρεία υλικών αντικειμένων - των φε- τίχ, στα οποία αποδίδονται υπερφυσικές ιδιότητες. Τον όρο «φετίχ» εισήγαγε ο ολλανδός εξερευνητής Β. Μπόσμαν στις αρχές του 18ου αι. Ο γάλλος επιστήμο- νας Σ. ντε Μπρος στο έργο του «Η λα- τρεία των θεών - φετ/χ» (1760) ερεύνη- σε το φετιχισμό στις θρησκείες των αρ- χαίων Αιγυπτίων, Ελλήνων και Ρωμαίων. Οι γάλλοι διαφωτιστές θεωρούσαν το φε- τιχισμό ως αρχαϊκή μορφή της θρη- σκείας, άμεσα συνδεμένη με την αμά- θεια (βλ. Π. Χόλμπαχ, «Σύστημα της φύ- σης^, Μ., 1940, σελ. 220 - 21). Για το Χέγγελ ο φετιχισμός είναι μορφή της πρωταρχικής, άμεσης θρησκείας -της μαγείας, όταν ο άνθρωπος ασκεί έμμεση εξουσία πάνω στη φύση με τη βοήθεια μαγικών μέσων- των φετίχ, επιδιώκοντας αυτό που του χρειάζεται (βλ. «Φιλοσοφία της θρησκείας», τ. 1, Μ., 1975, σελ. 448). Ο ορισμός του φετιχισμού στην εθνογρα- φία είναι διάφορος: Ο Τζ. Λέμποκ θεω- ρούσε ως βάση του φετιχισμού την πίστη του πρωτόγονου ότι είναι δυνατό να εξα- ναγκασθεί η θεότητα να εκπληρώσει την επιθυμία του ανθρώπου* ο Τάυλορ, ο Σπένσερ και άλλοι τον θεωρούσαν ως μορφή του ανιμισμού* (το φετίχ - κατοι- κία του πνεύματος). Στις παγκόσμιες θρησκείες ο φετιχισμός διατηρείται στο προσκύνημα των εικόνων και των «αγίων λειψάνων» (στο χριστιανισμό), των ιερών «λυκήθων» (στο βουδισμό), των «αγίων τόπων» και της «Μαύρης πέτρας» στον ισλαμισμό. Σ. Α. Τόκαριεφ 2. Η χαρακτηριστική για την εμπορευμα- τική - κεφαλαιοκρατική κοινωνία διαδικα- σία απόδοοης στα προϊόντα της εργασίας υπερφυσικών ιδιοτήτων (αϋτοαυξησηΊτης αξίας κ λπ^), αποτέλεσμα της πραγμο- ποίησης των κοινωνικών σχέσεων και της προσωποποίησης των πραγμάτων. Φετι- χισμός είναι η ταύτϊσή τώνΊ<οϊνωνικών και πολιτιστικών λειτουργιών του αντικειμέ^- νου με τις (ρυσικές ιδιότητες του πράγ- ματος" (είτε του προϊόντος της ανθρώπι- νης~δραστηριότητας). i Ο μηχανισμός της'φετιχοποίησης αποκα- λύφθηκε από τον Κ. Μαρξ κατά την εξέ- ταση του φετιχισμού του εμπορεύματος. Για το Μαρξ, φετιχισμός δεν είναι μόνο γενικό και μόνιμο στοιχείο της θρη- σκείας, αλλά και στοιχείο μιας ολόκλη- ρης σειράς μορφών συνείδησης, που δεν έχουν καμιά σχέση με τη θρησκεία αυτή καθαυτή. Στον κόσμο της θρησκείας «... τα προϊόντα του ανθρώπινου εγκεφάλου παρουσιάζονται ως αυτοτελή όντα, προι- κισμένα με δική τους ζωή. και με ορισμέ- νες σχέσεις με τους ανθρώπους και με- ταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και στον κό- 303
Φέχνερ σμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα των ανθρώπινων χεριών. Αυτό το ονομά- ζω φετιχισμό...» (Μαρξ Κ., βλ. Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 23, σελ. 82). Η απόδοση στα αντικείμενα μαγικών ιδιοτήτων, η ιεροποίησή τους, η αγιοποίη- ση τους υπάρχει όχι μόνο στη θρησκευτι- κή συνείδηση, αλλά και στις διάορορες μορφές της «κοσμικής» συνείδησης (αλ- χημεία, αστική πολιτική οικονομία, ιδιαί- τερα στη χυδαία της μορφή, κ.λπ.). Στη θεωρία του φετιχισμού ο Μαρξ έδειξε ότι οι κοινωνικές και οικονομικές ρίζες του φετιχισμού βρίσκονται στις αστικές σχέ- σεις παραγωγής. Στη σύγχρονη μαρξιστική φιλολογία υπο- γραμμίζεται η μεθοδολογική σημασία της θεωρίας του φετιχισμού για τη μελέτη του ως σταδίου στην ανάπτυξη της θρη- σκείας (Γκ. Π. Φραντσόφ, Μπ. Ι. Σαρέφ- σκαγια, Α. Φ. Ανίσιμοφ) και ως γενικού και μόνιμου στοιχείου της θρησκείας γε- νικά (Σ. Α. Τόκαριεφ). Οι μαρξιστές κοι- νωνιολόγοι χρησιμοποιούν τη μαρξική θεωρία του φετιχισμού κατά την ανάλυση της στρεβλωτικής επίδρασης του φετιχι- σμού στις αρχές της επιστημονικής γνώ- σης (σύγχυση ουσίας και φαινομένου, ω- φελιμιστική εννόηση του ιδεώδους της επιστήμης κ.λπ.), για την κριτική των δια- φόρων μορφών της «μαζικής κουλτού- ρας» και της καταναλωτικής συνείδησης, για την κατανόηση των κοινωνικών και ψυχολογικών διαδικασιών της αστικής κοινωνίας. Α. Π. Ογκουρτσόφ • Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Για τοναθεϊομό, τη Θρησκεία και την εκκλησία (Συλ.), Μ. 1971, σελ. 458 - 70" Μαρξ Κ., Θεωρίες της υπερα- ξίας (4ος τόμος του «Κεφαλαίου»), Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 26, μερ. 1 - 2' Μαρξ Κ., Κριτική της πολιτικής οικονομίας, στο ίδιο, τ. 46, μερ. 1 - 2 ΦpL 'τσόψ Γκ. Π., Στις πηγές της Θρησκείας και της ελεύΘερης σκέψης, Μ. - Λ., 1959 Τόκαριεφ Σ. Α., Πρώι- μες μορφές της Θρησκείας και ανάπτυξη τους, Μ., 1964. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Φέχνερ (Fechner) Γκουστάβ Τεοντόρ (18.4.1801, Γκρος - Ζέρχεν, κοντά στο Μουσκάου, 18.11.1887, Λειψία). Γερ- μανός φυσικός, ψυχολόγος, ιδεαλιστής φιλόσοφος, σατιρικός συγγραφέας (έ- γραφε με το όνομα Δόκτωρ Μίζες). Κα- θηγητής της φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας (1834 - 40)* ύστερα από μια ασθένεια που τον προσέβαλε και τη μερι- κή τύφλωση που έπαθε από τις έρευνες του πάνω στο αισθητήριο της όρασης, α- ναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη φυσική και στράφηκε προς τη φιλοσοφία. Συμμε- ριζόταν σε πολλά τη διδασκαλία του Σέλ- λινγκ, την οποία ερμήνευε από τη σκοπιά του παμψυχισμού (το Σύμπαν είναι έμψυ- χο, η ύλη είναι η αντίθετη πλευρά του ψυχικού). Ορμώμενος από την αρχή της αυστηρής, μαθηματικά υπολογιζόμενης εξάρτησης μεταξύ των φυσικών και ψυχι- κών φαινομένων, ο Φέχνερ διατύπωσε την ιδέα της ψυχοφυσικής ως επιστήμης της νομοτελειακής αμοιβαίας σχέσης α- νάμεσα στα φαινόμενα αυτά. Το έργο του «Στοιχεία της ψυχοφυσικής» («Ele- mente der Psychophysik», 1860) έθεσε τις βάσεις της πειραματικής ψυχολογίας· ο βασικός νόμος της ψυχοφυσικής που διατύπωσε ο Φέχνερ (η ένταση του αι- σθήματος είναι ευθέως ανάλογη προς το λογάριθμο της έντασης του ερεθίσμα- τος) αποτέλεσε υπόδειγμα ε(ραρμογής των επακριβών μεθόδων σπιν ψυχολο- γία. Ο Φέχνερ είναι ένας από τους θεμε- λιωτές της πειραματικής ψυχολογίας και αισθητικής (της ονομαζόμενης αισθητι- κής «εκ των κάτω», που βασίζεται στην εμπειρία και την επαγωγή και όχι στις φι- λοσοφικές κατασκευές). ■ Zend - Avesta oder über Dinge des Him- mels und des Jenseits, Bd 1 - 2, Lpz., 1922 304
Φιλελευθερισμός Vorschule der Ästhetik, Bd 1 - 2, Lpz., 1925. • Παροσέφσκι Μ. Γκ., Ιστορία της ψυχολο- γίας, Μ., 1976, κεφ. 9· Kuntze J., G. Th. Rech- ner, Lpz., 1892. Θεώρηση Στ. Φασουλάκη Φιλελευθερισμός. Ιδεολογικό - πολιτι- κό κίνημα, που ενώνει στις γραμμές του τους οπαδούς του αστικού κοινοβουλευ- τικού καθεστώτος και των αστικών «ε- λευθεριών» στον οικονομικό, πολιτικό και άλλους τομείς. Ο όρος «φιλελευθερι- σμός» άρχισε να χρησιμοποιείται πλατιά κατά το πρώτο μισό του 19ου αι., όταν σε μια σειρά δυτικοευρωπαϊκά κράτη (Μεγά- λη Βρετανία, Γαλλία κ.ά.) έκαναν την εμ- (ράνισή τους τα πολιτικά κόμματα των «φιλελεύθερων». Ωστόσο, οι πηγές του φιλελευθερισμού ανάγονται στην εποχή των αστικών επαναστάσεων του 17ου και του 18ου αι. Η ιδεολογία του πρώιμου φι- λελευθερισμού έπαιξε προοδευτικό ρό- λο, γιατί σ' αυτήν είχαν διατυπωθεί οι βα- σικές αρχές του αστικού κοινωνικού συ- στήματος, το οποίο αντικατέστησε τη φεουδαρχία. Τις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερι- σμού τις είχαν ήδη εκφράσει οι φυσιο- κράτες, ωστόσο τη συνεπή και ολόπλευ- ρη πολιτικοοικονιμική θεωρία του κλασι- κού φιλελευθερισμού την επεξεργάστη- καν οι εκπρόσωποι της αγγλικής κλα- σικής πολιτικής οικονομίας. Επικρίνο- ντας τους φεουδαρχικούς θεσμούς της οικονομικής ζωής, οι φυσιοκράτες, και μετά απ* αυτούς ο Α. Σμίθ, υποστήριζαν δραστήρια το σύνθημα του «laissez faire» (της ελευθερίας των συναλλαγών), που το πρόβαλαν οι εμποροβιομηχανικοί κύ- κλοι και με το οποίο απαιτούσαν την κα- τάργηση των συντεχνιακών κανόνων, των περιορισμών του εξωτερικού εμπορίου κ.λπ. Το «σύστημα της φυσικής ελευθε- ρίας» του Σμιθ προϋπέθετε παραχώρηση απόλυτης ελευθερίας στην ιδιωτική πρω- τοβουλία, απαλλαγή της οικονομικής δραστηριότητας από την κηδεμονία του κράτους, εξασφάλιση συνθηκών για ε- λεύθερη διεξαγωγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας και του εμπορίου. Οι θεωρητικοί της Αγγλικής αστικής επα- νάστασης του 17ου αι. (Λοκ κ.ά.) προσέ- φεραν ουσιαστική συμβολή στην επεξερ- γασία και τη διάδοση των ιδεών του αστι- κού κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Στη συνέχεια, πολλές απ* αυτές τις ιδέες, που είχαν διατυπωθεί στο πνεύμα της θεωρίας του «κράτους δικαίου» (δηλαδή της συνταγματικής διακυβέρνησης, η ο- ποία βασίζεται στη διάκριση της εξου- σίας σε εκτελεστική και νομοθετική, της κατοχύρωσης των βασικών πολιτικών δι- καιωμάτων του πολίτη, μαζί και της ελευ- θερίας του λόγου, του τύπου, της θρη- σκείας, του συνέρχεσθαι και συνεταιρί- ζεσθαι κλπ), προστέθηκαν στο ιδεολογι- κό οπλοστάσιο του φιλελευθερισμού. Το 19ο αι., με την εδραίωση του αστικού κοινωνικού συστήματος, στο φιλελευθε- ρισμό άρχισαν να αναπτύσσονται τάσεις υπεράσπισης αυτού του συστήματος* από την ιδεολογική κληρονομιά δκιτηρή- θηκαν μόνο οι θέσεις που ανταποκρίνο- νταν στις καθημερινές ανάγκες της αστι- κής τάξης ως άρχουσας τάξης. Η πίστη των διαφωτιστών στην πρόοδο και στο θρίαμβο της λογικής παραχώρησε τη θέ- ση της στην εξύμνηση του αστικού τρό- που σκέψης· οι ιδέες της λαϊκής κυριαρ- χίας και της ισότητας ερμηνεύονταν ανα- φορικά με τις σχέσεις παραγωγής της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας ως «ισότητα δυνατοτήτων» των αντιπροσώπων της ε- μπορευματικής - καπιταλιστικής παραγω- γής. Ο φιλελευθερισμός εκπλήρωνε τη λειτουργία της ιδεολογικής θεμελίωσης και της εδραίωσης στη συνείδηση των μαζών των αξιακών προσανατολισμών της επιχειρηματικής συνείδησης. Στη διάρκεια του 19ου αι. ο φιλελευθερισμός υπερασπιζόταν την ιδέα ενός κοινωνικού Φ.Λ. 5-20 305
Φιλία συστήματος, στο οποίο η ρύθμιση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων θα γινόταν αυθόρμητα, μέσω τόυ απρόσω- που μηχανισμού της «ελεύθερης αγο- ράς». Ως μοναδική λειτουργία του κρά- τους ο φιλελευθερισμός θεωρούσε την προστασία της ιδιοκτησίας των πολιτών και την καθιέρωση των γενικών πλαισίων του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών. Ο φιλελευθερισμός έ- φθασε στην ακμή του στην κλασική χώρα του βιομηχανικού καπιταλισμού - τη Με- γάλη Βρετανία. Παράλληλα με το πρό- γραμμα των αστικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες αποσκοπούσαν στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την ελεύθερη ε- πιχειρηματική δραστηριότητα, «θεμελιώ- θηκε» και ηθικά το απεριόριστο κυνηγητό του κέρδους από τη φιλοσοφία του ωφε- λιμισμού του Μπένθαμ και το θετικισμό των Τζ. Σ. Μιλ και Σπένσερ. Με το πέρασμα του καπιταλισμού στο μο- νοπωλιακό στάδιο, και ιδιαίτερα με το πέ- ρασμα στον κρατικομονοπωλιακό καπιτα- λισμό, στην ιδεολογία του κλασικού φιλε- λευθερισμού έγιναν ουσιαστικές με- ταβολές, κυρίοας στο ζήτημα του κοι- νωνικού και οικονομικού ρόλου του κράτους. Εμφανίστηκαν οι θεωρίες του «νεοφιλελευθερισμού». Παρά τις ορι- σμένες διαφορές, που καθορίζονται από εθνικές ιδιομορφίες, οι νεοφιλελεύθεροι είναι όλοι σύμφωνοι ότι, τάχα, ο μηχανι- σμός της ελεύθερης αγοράς δημιουργεί τις πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για απο- τελεσματική οικονομική δραστηριότητα, τη ρύθμιση των οικονομικών και κοινωνι- κών διαδικασιών, την ορθολογική κατανο- μή των οικονομικών πόρων και την ικανο- ποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Ωστόσο, οι νεοφιλελεύθεροι πιστεύουν ότι η λειτουργία του μηχανισμού του ε- λεύθερου ανταγωνισμού δεν μπορεί να εξασφαλιστεί αυτόματα. Παραδέχονται ότι η κυριαρχία των μονοπωλίων, οι δυσα- ναλογίες στην οικονομία, οι κρίσεις και ο πληθωρισμός παραμορφώνουν το ρυθμι- στικό μηχανισμό της αγοράς και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρούς κλονισμούς ολόκληρου του συστήματος του καπιτα- λισμού. Γι* αυτό θεωρούν αναγκαία τη συνεχή κρατική παρέμβαση στην οικονο- μία με σκοπό τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών για τον καπιταλιστικό ανταγω- νισμό. Σήμερα παρατηρείται μια βαθμιαία εξα- σθένιση των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων του φιλελευθερισμού. Στις χώ- ρες της Δυτικής Ευρώπης ο φιλελευθε- ρισμός παραμερίζεται από τις σοσιαλδη- μοκρατικές και συντηρητικές δυνάμεις. Στις ΗΠΑ ο φιλελευθερισμός, αφού είχε κάποια εξέλιξη και προσέγγισε το σο- σιαλρεφορμισμό, παραμένει ένα από τα έγκυρα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα. • Μαρξ Κ, Οι θεωρίες της υπεραξίας, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., 'άπαντα, τ. 26 Σμιθ Α., Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλού- του των εθνών, μετφ. από τα αγγλ., Μ.; 1962* Γκαλμπρέιθ Τζ. Κ., Οι οικονομικές θεωρίες και οι σκοποί της κοινωνίας, μετφ. από τα αγ- γλ., Μ., 1979' Ανίκιν Α. Β., Ηνεότητα της επι- στήμης. Η ζωή και οι ιδέες των στοχαστών - οικονομολόγων πριν από το Μαρξ, Μ., 1979* Η σύγχρονη πολιτική συνείδηση στις ΗΠΑ, Μ., 1980 Hartz L, Liberal tradition in Ameri- ca, N.Y., 1955· Manning D., Liberalism, L., 1976 Brzezinski Z., The relevance of libera- lism. N.Y., 1977· BurdeauG.,Leliberalism,P., 1970. Mn. B. Μιχάηλοφ Θεώρηση Τάκη Τασιόπουλου Φιλία. Σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, που βασίζεται στην αμοιβαία συμπάθεια, την πνευματική εγγύτητα, στα κοινά εν- διαφέροντα κ.λπ. Η φιλία έχει προσωπικό χαρακτήρα (σε αντίθεση, π.χ., με τις ε- παγγελματικές σχέσεις), είναι σχέση ε- κούσια που αναπτύσσεται ύστερα από προσωπική επιλογή (σε διάκριση από τη συγγένεια ή την αλληλεγγύη), είναι δε- 306
Φίλιππος Ιωάννου σμός που στηρίζεται στη βαθιά εσωτερι- κή εγγύτητα ή οικειότητα (σε διάκριση από τις απλές φιλικές σχέσεις) και είναι αίσθημα σταθερό. Το περιεχόμενο της φιλίας άλλαξε στη διάρκεια των αιώνων. Στην πρωτόγονη κοινωνία (των γενών ή φυλών) φιλία αποκαλούσαν τις καθιερω- μένες εθιμοτυπικές αμοιβαίες σχέσεις που συνδέονταν με τη συμβολική αποκα- τάσταση συγγένειας (με «ένωση» του αί- ματος δύο προσώπων, αδελφοποίηση κ.λπ.)· οι τρόποι σύναψης της φιλίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των φίλων ρυθμίζονταν από τα έθιμα και συχνά το- ποθετούνταν πάνω από τη φυσική συγγέ- νεια (π.χ., η φιλία πολεμιστών, όπως του Αχιλλέα και του Πάτροκλου στον ' Ομη- ρο). Στο βαθμό που οι δεσμοί της πρωτό- γονης κοινωνίας χαλάρωναν, οι φιλικές σχέσεις αντιδιαστέλλονταν όλο και πιο συχνά προς τις συγγενικές, και μάλιστα «φίλους» ενός ανθρώπου αποκαλούσαν όλους εκείνους που συμμερίζονταν τις ι- δέες του ή τους πολιτικούς του οπα- δούς. Από την ιστορία της φιλοσοφίας η φιλία εξετάστηκε κυρίως ως ηθικό φαινόμενο. Αλλοι τόνιζαν τη συναισθηματική πλευ- ρά της φιλίας (όπως ο Μονταίν), άλλοι την απέδιδαν στα κοινά συμφέροντα ή στον έλλογο εγωισμό (όπως ο Ελβέτιος). Οι γερμανοί ρομαντικοί, που δημιούργη- σαν μία πραγματική λατρεία της φιλίας, την έβλεπαν ως καταφύγιο από τον εγωι- σμό του αστικού κόσμου· οι ουτοπιστές - σοσιαλιστές κήρυτταν τη φιλία μεταξύ ό- λων των ανθρώπων. Στα τέλη του 19ου αι. άρχισαν οι πρώτες εμπειρικές μελέ- τες της φιλίας από ψυχολόγους και κοι- νωνιολόγους. Η ηθική αξιολόγηση της φιλίας καθορίζε- ται από τον κοινωνικό της προσανατολι- σμό και τις αξίες που αυτή καθιερώνει. Τα κλασικά παραδείγματα πιστής και υ- ψηλών αρχών φιλίας (Κ. Μαρξ και Φ. ' Εν- γκελς. Α. Ι. Χέρτσεν και Ν. Π. Ογκαριόφ) αποτελούν και σήμερα ηθικά πρότυπα. Θεώρηση Γρ. Θέμελη - Αλατζόγλου (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Φίλιππος Ιωάννου (1800, Ζαγορά Πη- λίου, - 1880, Αθήνα). Το πλήρες όνομα του ήταν Φίλιππος Πόντος του Ιωάννου, αλλά, κατά τα αρχαία ελληνικά πρότυπα, κράτησε μόνο το όνομα και το πατρώνυ- μο, και έμεινε γνωστός ως Φίλιππος Ιωάννου. Πιθανότατα ήταν μαθητής του σοφού δασκάλου του Γένους Γρηγορίου Κωνσταντά στις Μηλιές Πηλίου, απ' τον οποίο και έμαθε πολύ καλά τα αρχαία ελ- ληνικά. Στα 1828 τον βρίσκουμε ιδιαίτε- ρο «γραμματικό» του Ανδρέα Μιαούλη στη ναυαρχίδα «Ελλάδα». Τον Οκτώβριο του 1829 πήγε στο Μόναχο, συνοδεύο- ντας τα παιδιά του Μιαούλη. Εκεί χρημά- τισε δάσκαλος των ελληνικών στους βαυαρούς πρίγκηπες Μαξιμιλιανό - κατό- πιν βασιλιά της Βαυαρίας- και Όθωνα - κατόπιν βασιλιά της Ελλάδας. Συγχρό- νως, σπούδαζε φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία (1830 -1836). Το 1836 ανακη- ρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Την ίδια χρονιά με εντολή της ελληνικής κυβέρνησης ανέλαβε να διδάξει ελληνικά (στο Ολδεμβούργο) στην τότε μνηστή του ' Οθωνα και κατο- πινή βασίλισσα της Ελλάδας Αμαλία. Το 1837 τον βρίσκουμε σύμβουλο του Υ- πουργείου της Εκπαιδεύσεως στην Αθή- να, και το 1839 τακτικό καθηγητή φιλοσο- φίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο του 'Οθωνα. Είναι ο πρώτος που αρχίζει τη σταδιοδρομία του ώς πανεπιστημιακός δάσκαλος, ενώ όσοι δίδαξαν ώς τότε στο Πανεπιστήμιο φιλοσοφία ήταν γνωστοί ως «δάσκαλοι του Γένους». Εγκαινιάζε- ται έτσι η μακρά σειρά γερμανοτραφών καθηγητών φιλοσοφίας του Πανεπιστη- μίου Αθηνών, που έφτασε ώς τις μέρες μας. 307
Φίλιππος Άνθρωπος πολυσχιδής, ο Φίλιππος Ιωάννου, όπως το απαιτούσε άλλωστε η εποχή και όπως ήταν τότε οι περισσότε- ροι έλληνες λόγιοι, ασχολήθηκε παράλ- ληλα με τη διδασκαλία της φιλοσοφίας και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, την οποία έγραφε με πολύ μεγάλη ευχέρεκι* έφτασε στο σημείο να μεταφράζει δημο- τικά τραγούδια στα αρχαία ελληνικά. Συγ- χρόνως ήταν επιμελητής της βασιλικής βιβλιοθήκης, και για μια διετία (1867 - 68) διευθυντής της πανεπιστημιακής βιβλιο- θήκης. Της τελευταίας συνέταξε τον πρώτο οργανισμό, καθώς και τον οργανι- σμό του Νομισματικού Μουσείου. Τέλος, διηύθυνε το σπουδαστήριο της Φιλοσο- φικής σχολής από το 1868 μέχρι το θά- νατο του. Με την πτώση του Όθωνα παύθηκε (23.10.1862) από τη θέση του καθηγητή ως οθωνικός, αλλά μετά ένα χρόνο ξαναδιορίσθηκε, γιατί σαν δάσκα- λος ήταν αποδεκτός και αποδοτικός. ' Ε- κτοτε δίδασκε συνέχεια ώς το θάνατο του. Κατά τη διάρκεια της μακράς θη- τείας του στο Πανεπιστήμιο (40 χρόνια) εκλέκτηκε δύο φορές πρύτανης, έξι φο- ρές κοσμήτορας της Φιλοσοφικής σχο- λής, καθώς και βουλευτής του Πανεπι- στημίου (1846) -το Πανεπιστήμιο τότε «έβγαζε» δικό του βουλευτή!- και γενικά εργάσθηκε πολύ για την πρόοδο του νεα- ρού τότε Πανεπιστημίου. Ό,τι είναι γνωστό από τη φιλοσοφική συγγραφική δραστηριότητα του Φιλίππου Ιωάννου περιορίζεται σε λόγους που εκ- φώνησε με διά(ρορες αφορμές και ση- μειώσεις των παραδόσεων του στο Πανε- πιστήμιο, τις οποίες μάλιστα άλλοι, προ- φανώς μαθητές του, επιμελήθηκαν και τύπωσαν. ' Ετσι, δύσκολα μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει το έργο και τις ιδέες του. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αντλεί από τις ιδεαλιστικές σχολές του 19ου αιώνα, ότι αντιμάχεται τον υλισμό και ταυτόχρο- να υποστηρίζει μια τελεολογία, που προϋποθέτει τελικό αίτιο «πνευματικόν» και «ελεύθερον», το οποίο εξουσιάζει α- πόλυτα τη φυσική και υλική πραγματικό- τητα. Κατά τον Ε. Παπανούτσο, οι ιδέες του Φιλίππου Ιωάννου «δεν έχουν πρω- τοτυπία, αλλά μόνο ιστορικό ενδιαφέρον για το σημερινό μελετητή». Κάτι τέτοιο όμως ίσως ισχύει γενικότερα για τους νε- οέλληνες φιλοσόφους του περασμένου αιώνα. ■ Περί αερολίθων και μετεώρων (γερμανικά), Μόναχο, 1836 (διδακτορική διατριβή)· Μάθη- μα εισαγωγικόν εις την Μεταφυσικήν. Ευρω- παϊκός Ερανιστής, τ. 2 (1840), σελ. 233 - 247 Εισαγωγή εις την Φιλσσσφίαν. Ερανιστής, τ. Α' του Β' έτους. Αθήναι 1842, σελ. 405 - 422* Περί εμφύτων ιδεών (λόγος). Φιλολογι- κός συνέκδημος 1 (1848 - 49), σελ. 129 -140 (και αυτοτελώς)· Περί της εν τη φύσει σκοπι- μότητας και της φιλοσοφικής της φύσεως Θε- ωρίας. Λόγος πρυτανικός, 1857 - 58 (αυτοτε- λώς)* Φιλοσοφία. Μέρος Δεύτερον: Φιλοσο- φική δικαιολογία ή Φυσικόν Δίκαιον. Παραδό- σεις Φιλ. Ι(ύάννου εκδιδόμενοι υπό Λεοντίου Οικονόμου, Αθήναι, 1863. κ.ά. • Π. Πατριαρχέα. Φίλιππος Ιωάννου, ο από καθέδρας έλλην φιλόσοφος του 19ου αι., εν Αθήναις, 1936 (διδακτ. διατριβή)· Ε. Π.Παπα- νούτσου (επιμέλεια), Νεοελληνική Φιλοσο- φία Β', Βασική Βιβλιοθήκη, 36. Αθήναιχ.χ., Ε. Σκουβαρά, Ένα ανέκδοτο χαψετιστήριο ά- σμα του Φ. Ιωάννου στον Καποδίστρια. Επτα- νησιακή Πρωτοχρονιά 1960. Γρ. Θέμελη - Αλατζόγλου (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Φίλιππος ο Οπούντιος (Οπούς Λοκρί- δας, 4ος αι. π.Χ.) Πλατωνικός φιλόσο- φος, μαθητής και γραμματέας του Πλά- τωνα. Παραδίδεται ότι αυτός είχε συντά- ξει σε οριστική μορφή τους «Νόμους» του Πλάτωνα από τα κατάλοιπα τους ή ότι του- λάχιστο είχε επιμεληθεί τη δημοσίευση τους και ότι είναι ο συγγραφέας της «f- πινομίδας», που συνδέεται με τους «Νό- μους». Επίσης παραδίδεται ότι είχε γρά- 308
«Φίλοι της σοφίας» ψει βιβλίο «Περί Πλάτωνος» και ότι είχε ασχοληθεί με μαθηματικά, μουσικά και α- στρονομικά προβλήματα. Από τα έργα του δεν έχει σωθεί τίποτα, εκτός βέβαια από τη μάλλον ψευδοπλατωνική «Επινο- μίδα», η οποία, αν πραγματικά του ανή- κει, φανερώνει τη συνέχιση του πυθαγο- ρισμού στο χώρο της πλατωνικής Ακαδη- μίας. Ε. Ν. Ρούοσος Φιλόδημος ο Γαδαρηνός (από τα Γάδα- ρα της Συρίας) (περίπου 110-40 π.Χ.). Αρχαίος έλληνας επικούρειος φιλόσο- φος, που εκλαΐκευσε και συστηματοποίη- σε τον επικουρισμό*. Στους λεγόμενους πάπυρους του Ercolano (Volumina Her- culanensia) διατηρούνται μεγάλα απο- σπάσματα από έργα του, που δίνουν τη δυνατότητα αποκατάστασης της διδα- σκαλίας των πρώιμων επικούρειων, που δε μας είναι καλά γνωστή. Ιδιαίτερα σπουδαίο είναι το έργο του Φιλόδημου «Περί σημείων και σημειώσεων», που α- ντανακλά την ανάπτυξη από τους μαθιι- τές του Επίκουρου της λεγόμενης «Κα- νονικής» του. Στο έργο του «Περίποοημά- των» ο Φιλόδημος δικαίωνε την ύπαρξη της ποίησης ως πηγής αισθητικής από- λαυσης, αμφισβητούσε όμως τη γνωστι- κή και ηθική της αξία. Στο έργο «Περί θα- νάτου» κάνει παθητικές εκκλήσεις για η- ρεμία μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος, που περιμένει τον καθένα. ■ Κείμενα: Philodemos, Οη methods of infe- rence. Α study in ancient empiricism, ed. with transl, and komm, by Ph. H. and E. A. De Lacy, Phil. - Oxf., 1941· Heldmann, J.. Der Papyrus 1676 der Herculanenslschen Bibliothek: Phi- lodemos. Text und Üversetzung, Bonn, 1937 (Diss.). θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου «Φίλοι της σοφίας»» («Λιουμπομού- ντρι»). Μέλη του λογοτεχνικού - φιλοσο- φικού ομίλου «Εταιρεία των φίλων της σοφίας», που υπήρχε στη Μόσχα από το 1823 ώς το 1825. Μέλη του ήταν οι Β. Φ. Οντογέφσκι, Ντ. Β. Βενεβιτίνοφ, Ι. Β. Κι- ρέγεφσκι*, Ν. Μ. Ροζάλιν, Α. Ι. Κόσελιεφ, Β. Π. Τιτόφ, Σ. Π. Σεβιριόφ, Ν. Α. Μελ- γκούνοφ κ.ά. Ο όμιλος είχε κυρίως φιλο- σοφικό χαρακτήρα. Οι «φίλοι της σο- φίας» μελετούσαν έργα του Σπινόζα, του Καντ, του Φίχτε, του Λ. Όκεν (Oken), του Ι. Γκέρρες (Görres) και ιδιαίτερα του Σέλλινγκ* ειδικότερα, με βάση την αρχή της «ταυτότητας» (φύσης και πνεύμα- τος) του Σέλλινγκ, έγιναν προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου φιλοσοφικού συσπ^ματος, που θα ανήγα- γε «όλες τις περιτττώσεις ή όλες τις επι- μέρους γνώσεις του ανθρώπου σε μιαν αρχή» (Βενεβιτίνοφ). Στον τομέα της αι- σθητικής οι «φίλοι της σοφίας» μάχονταν κατά της εμπειριοκρατίας και της «κριτι- κής των γούστων», αποδεικνύοντας την αναγκαιότητα της «ενότητας της θεω- ρίας του ωραίου» (Οντογέφσκι, Βενεβιτί- νοφ, Σεβιριόφ). Τις φιλοσοφικές τους α- πόψεις πολλοί «φίλοι της σοφίας» τις συνδυάζανε με ένα φιλελεύθερο πολιτι- κό προσανατολισμό. Ενόψει της εξέγερ- σης της 14 Δεκεμβρίου του 1825, οι α- ντιπολπευτικές διαθέσεις στον όμιλο δυ- νάμωσαν και, όπως αναφέρει ο Κόσε- λιεφ, τα έργα των γάλλων «πολιτικών συγγίχιφέων» εκτόπισαν από το «πρώτο πλάνο» τη γερμανική φιλοσοφία. Όμως, μετά την καταστολή της εξέγερσης, οι «φίλοι της σοφώς», πτοημένοι από τα κα- τασταλτικά μέτρα των αρχών, διέλυσαν τον όμιλο και ο Οντογέφσκι έκαψε το κα- ταστατικό και τα αρχεία του. Ο όμιλος, που έπαιξε αξιόλογο ρόλο στην επεξερ- γασία, με βάση τα ρωσικά δεδομένα, της ιδεαλιστικής διαλεκτικής και των φιλοσο- φικών θεωριών για την τέχνη, προετοίμα- σε ώς ένα βαθμό τη δράση των Ν. Ι. Να- ντιέζντιν, Ν. Β. Στανκέβιτς και Β. Γκ. Μπιελίνσκι. 309
Φιλόλαος • Κόσελιεφ Α. Ι., Σημειώσεις, Βερολίνο, 1884· Μπαρσκουκόφ Ν. Π., Η ζωή και τα έργα του Μ. Π. Πογκόντιν, βιβ. 1, ΣΠ-ργκ, 1888' Πιατκόφσκι Α. Π., Ο πρίγκιπας Β. Φ. Οντογέ- φοκι και ο Ντ. Β. Βενεβιτίνοφ, ΣΠ-ργκ, 1901* Σακούλιν Π. Ν., Από την ιστορία του ρωσικού ιδεαλισμού. Ο πρίγκιπας Β. Φ. Οντογέφσκι, τ. 1, μέρ. 1, Μ., 1913· Μαν Γ Β., Η ρωσική φιλο- σοφική αισθητική, Μ., 1969· Κάμενσκι Ζ. Α., Ο μοσχοβίτικος όμιλος των «φίλων της σο- φίας», Μ., 1980. θεώρηση Πάν. Κρητικού Φιλόλαος ο Κροτωνιάτης (γεν. περίπου το 470 π.Χ.). Από τους μεγαλύτερους εκπρόσωπους του αρχαίου πυθαγορι- σμού*. Μετά τη συντριβή της «εται- ρείας» των πυθαγορείων (το 454) ζούσε και δίδασκε στη Θήβα, καθώς και στον Τάραντα, όπου μαθητής και διάδοχος του στη διεύθυνση της πυθαγορικής σχο- λής ήταν ο Αρχύτας ο Ταραντίνος. Υπάρ- χουν μαρτυρίες ότι ο Φιλόλαος έζησε ώς το πρώτο ταξίδι του Πλάτωνα στη Σικελία και την Ιταλία (388 π.Χ.) και ότι συναντή- θηκε μαζί του. Σύμφωνα με αξιόπιστη πα- ράδοση, ο Φιλόλαος υπήρξε ο πρώτος εκπρόσωπος της πυθαγορικής σχολής που δημοσίευσε τη διδασκαλία της. Τα α- ποσπάσματα της πραγματείας του Φιλο- λάου ^Περί φύσεως», που θεωρούνται σήμερα εν μέρει αυθεντικά, είναι η μονα- δική άμεση πηγή μελέτης του αρχαίου πυθαγορισμού (σ' εκείνη τη φάση της α- νάπτυξης του, στην οποία βρισκόταν κα- τά το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.). Κα- τά το Φιλόλαο, απόσπ. 1, «α φύσις δ* εν τω κόσμω αρμόχθη εξ απείρων τε και πε- ραινόντων, και όλος ο κόσμος και τα εν αυτώ πάντα». Η σύνθεση αυτών των δύο αρχών (των «απείρων» και των «περαινό- ντων») σ* έναν κανονικό κόσμο είναι δυ- νατή μόνο χάρη στην τρίτη αρχή - την «αρμονία», η οποία νοείται ως αριθμητική αναλογία (ο όρος είναι παρμένος από τη θεωρία της μουσικής και ταυτόχρονα ση- μαίνει την οκτάβα). Τα διάφορα επίπεδα του όντος (της «φύσης») -το χωρογεω- μετρικό, το φυσικό, το βιολογικό, το ψυ- χικό και πνευματικό- μετατρέπονται δια- δοχικά σε αριθμητικό επίπεδο και εκφρά- ζονται σε αριθμούς, οι οποίοι αποδει- κνύονται ταυτόχρονα και ουσία, και ορισμός των πραγμάτων (πρβλ. τη μαρτυ- ρία του Αριστοτέλη για το ότι οι πυθαγό- ρειοι πρώτοι άρχισαν να δίνουν ορι- σμούς): το τρισδιάστατο μέγεθος εκφρά- ζεται στον αριθμό 4 (τελεία, γραμμή, επι- φάνεια, σώμα), η ποιότητα και το χρώμα στον αριθμό 5, η εμψύχωση στον αριθμό 6, η διάνοια, η υγεία και το δύσκολα επι- σημαινόμενο φαινόμενο της συνείδησης, το οποίο ο Φιλόλαος αποκαλούσε «φως», στον αριθμό 7, η αγάπη, η φιλία και η σκο- πιμότητα της σκέψης στον αριθμό 8. Ι- διαίτερη θέση στην οντολογική αριθμο- λογία του Φιλολάου κατείχε η «δεκάδα», που εξέφραζε την οριακή πληρότητα και την τελειότητα της αριθμητικής γραμμής και αποδεικνυόταν έτσι καθολικός τύπος όλου του Είναι. Τα αποσπάσματα του Φιλολάου περιέ- χουν την πρώτη στην ιστορία της ελληνι- κής φιλοσοφίας διατυπωμένη με σαφή- νεια γνωσιολογική θεωρία: «πάντα γα μαν τα γιγνωσκόμενα αριθμόν έχοντι* ου γαρ οιόν τε ουδέν ούτε νοηθήμεν ούτε γνω- σθήμεν άνευ τούτου». Στην κοσμολογία ο Φιλόλαος υπήρξε ο δημιουργός του πρώτου μη - γεωκεντρικού συστήματος: στο κέντρο του Σύμπαντος βρίσκεται το πρωταρχικό πύρινο σώμα (μυθικά ονόμα- τα - Εστία, «Διός φυλακή», Μήτηρ θεών), γύρω του περιστρέφονται η Γη, η Σελή- νη, ο ' Ηλιος, πέντε πλανήτες και η σφαί- ρα των απλανών αστέρων. Για να είναι ο αριθμός των κοσμικών σωμάτων τέλειος (10) και να ενσαρκώνει την πληρότητα του «όντος», ανάμεσα στο «κεντρικό πυρ» και τη Γη τοποθετήθηκε η αθέατη «αντίχθων» (Αντιγαία). Η έκθεση στην πραγματεία ^Περί φύσεως» άρχιζε από 310
Φιλοσοφία τις γενικές αρχές του «όντος», περνού- σε στην κοσμολογία και τη θεωρία των στοιχείων και κατέληγε στη φυσιολογία και την ιατρική (αυτή γενικά είναι η σειρά στον «Τίμαιο» του Πλάτωνα και στην ομά- δα των φυσικών συγγραμμάτων του Αρι- στοτέλη). ■ Αποσπάσματα: DKI, 398 419 Pitagoricl Testimonianze e frammenti a cura di M. Tl- mpanaro Cardini, fasc. 11, Firenze, 1962. • Burkert W., Weisheit und Wissenschaft, Nürnberg, 1962 [αγγλ. μετφ. Lore and science in ancient Pythagoreanism, Camb. (Mass.), 1972]. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Φιλόπονος, βλ. Ιωάννης ο Φιλόπονος. Φιλοσοφία (στην κυριολεξία, αγάπη της σοφίας). Μορφή κοινωνικής συνείδησης· διδασκαλία για τις γενικές αρχέ£^Γου]Εί- ναι και της διαδικασίας της γνώσης, για τη σχέση του,ανβρώπου με τον κόσμο- ε- πιστήμη των γενικών νόμων ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόη- σης. Η φιλοσοφία επεξεργάζεται ένα γε- νικευμένο σύστημα αντιλήψεων για τον κόσμο KäfTTfeS^joÜLW τόν. Μελετά τη γνωστική, αξιακή, κοινω- νικοπολιτική, ηθίκή KaiatoOnTjKfj σχέοίί του ανθρώπου με τον κόσμο. Ος κοσμο- θεωρία^ φιλοσοφία συνδέεται άρρηκτα μέ^Όκόινωνικά - ταξικά συμφέροντα, με την πολιτική και την ιδεολογική πάλη. Ενώ προσδιορίζεται από την κοινωνική πραγματικότητα, η φιλοσοφία ασκεί ε- νεργητική επίδραση στο κοινωνικό Είναι και συντελεί στη διαμόρφωση νέων ιδανι- κών και πολιτισμικών αξιών. Ως θεωρητι- κή μορφή της συνείδησης, που θεμελιώ- νει ορθολογικά τις αρχές της, διακρί- νεται από τις μυθολογικές και θρησκευ- τικές μορφές κοσμοθεωρίας που βα- σίζονται στην πίστη και που αντανα- κλούν την πραγματικότητα σε φανταστι- κή μορφή. Η φιλοσοφία του μαρξισμού εμφανίστηκε ως επιστημονικό - θεωρητικό σύστημα που εκφράζει την κοσμοθεωρία της ερ- γατικής τάξης. Ο μαρξισμός επεξεργά- στηκε κρπικά και γενίκευσε τα προηγού- μενα επιτεύγματα της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της κοινωνικής πρακτικής και για πρώτη φορά στην ιστορία της γνώ- σης έκανε τη φιλοσοφία συνεπές επιστη- μονικό όργανο της κοινωνικής προόδου. Αυτή η πρακτικά - επαναστατική κατεύ- θυνση αποτελεί σπουδαιότατη ιδιομορ- φία της μαρξιστικής φιλοσοφίας και των κύριων συστατικών μερών της: του δια- λεκτικού υλισμού" και του ιστορικού υλι- σμού* Από λειτουργική άποψη η μαρξι- στική φιλοσοφία είναι μια συνεπής επι- στημονική φιλοσοφική κοσμοθεωρία, κα- θώς και μια γενική μεθοδολογία γνώσης του αντικειμενικού κόσμου και της επα- ναστατικής πράξης. Εκπληρώνοντας αυ- τές τις λειτουργίες, η μαρξιστική φιλοσο- φία επεξεργάζεται τα μέσα του κοσμο- θεωρητικού προσανατολισμού του αν- θρώπου, τις θεωρητικές βάσεις της πρακτικής πάλης των προοδευτικών κοι- νωνικών δυνάμεων και τις γενικές μεθο- δολογικές αρχές έρευνας στον τομέα των επιμέρους επιστημών. Το αντικείμενο και η δομή της φίλοοοφίας. Το αντικείμενο της φιλοσοφίας άλλαζε στην πορεία της ιστορίας σε στενή σύνδεση με την ανάπτυξη της κοινωνίας, όλων των πλευρών της πνευματικής της ζωής. μαζί και της ανάπτυξης ττ)ς επιστήμης και της ίδιας της φιλοσοφικής γνώσης. Η φιλοσοφία γεννήθηκε τη χαραυγή του ανθρώπινου πολιτισμού στην Ινδία, στην Κίνα και στην Αίγυπτο. Ωστόσο, στην κλασική της μορφή έφτασε στην Αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, τη λέξη «φιλοσοφία» τη συναντάμε στον Πυθαγόρα, αλλά ως ο- 311
Φιλοσοφία νομασία ιδιαίτερης επιστήμης ο όρος «φιλοσοφία» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα. Η γέννηση της φιλοσοφίας συμπίπτει ιστορικά με την εμφάνιση υποτυπωδών μορφών της επι- στημονικής γνώσης και με την κοινωνική ανάγκη για μελέτη των γενικών αρχών του Είναι και της γνώσης. Στα επόμενα στάδια δκιμόρφωσης της φιλοσοφίας εμ- φανίστηκαν λιγότερο ή περισσότερο αρ- μονικά συσπ*|ματα, που διεκδικούσαν την ορθολογική κατανόηση του κόσμου. Οι πρώτοι φιλόσοφοι του αρχαίου κόσμου προσπαθούσαν κυρίως να ανακαλύψουν την ενιαία πηγή των ποικιλόμορφων φυσι- κών φαινομένων. Η φυσική φιλοσοφία υ- πήρξε η πρώτη ιστορική μορφή της φιλο- σοφικής σκέψης. Με τη συσσώρευση αποσπασματικών επι- στημονικών γνώσεων και την επεξεργα- σία ειδικών τρόπων έρευνας, άρχισε η διαδικασία διαφοροποίησης της αδιαίρε- της γνώσης και η αυτονόμηση των μαθη- ματικών, της αστρονομίας, της ιατρικής και άλλων επιστημών. Ωστόσο, παράλλη- λα με το στενό κύκλο των προβλημάτων, με τα οποία ασχολούνταν η φιλοσοφία, υ- πήρξε και μια ανάπτυξη, εμβάθυνση, έ- νας εμπλουτισμός των καθαυτό φιλοσο- φικών αντιλήψεων, εμφανίστηκαν διάφο- ρες φιλοσοφικές θεωρίες και ρεύματα. Έτσι διαμορφώθηκαν φιλοσοφικοί κλά- δοι, όπως η οντολογία - η διδασκαλία για το Είναι (ή για τις πρώτες αιτίες του ό- ντας), η γνωσιολογία -η θεωρία της γνώ- σης, η λογική - η επιστήμη των μορφών του ορθού (δηλαδή, της συνεκτικής, συ- νεπούς και πειστικής σκέψης), η φιλοσο- φία της ιστορίας, η ηθική και η αισθητική. Αρχίζοντας από την εποχή της Αναγέν- νησης, η διαδικασία διαχωρισμού της φι- λοσοφίας και των επιμέρους επιστημών συντελείται με όλο και ταχύτερους ρυθ- μούς. Q αμοιβαίες σχέσεις φιλοσοφίας και επιμέρους επιστημών είχαν αντιφατι- κό χαρακτήρα* επειδή οι τελευταίες πε- ριορίζονταν κυρίως σε εμπειρικές έρευ- νες, με τα γενικά θεωρητικά προβλήματα των επιστημών αυτών ασχολούνταν η φι- λοσοφία. Επειδή όμως η φιλοσοφική έ- ρευνα των θεωρητικών προβλημάτων των επιμέρους επιστημών δε στηριζόταν σε επαρκές εμπειρικό υλικό (το οποίο, κατά κανόνα, δεν είχε ακόμα συσσωρευ- θεί), είχε αφηρημένο, θεωρησιακό χαρα- κτήρα και τα αποτελέσματα της έρχο- νταν συχνά σε αντίφαση με τα γεγονότα. Πάνω σ* αυτή τη βάση αναπτυσσόταν η αντίθεση ανάμεσα στη φιλοσοφία και στις επιμέρους επιστήμες. Η αντίθεση αυτή έπαιρνε ιδιαίτερα οξεία μορφή στις φιλο- σοφικές θεωρίες που συνδέονταν με τη θρησκεία. Το 17ο - 19ο αι. δημιουργού- νταν εγκυκλοπαιδικά συστήματα, τα ο- ποία στη φυσιογνωσία αντιπαρέθεταν τη φιλοσοφία της φύσης, στην ιστορία ως ε- πιστήμη αντιπαρέθεταν τη φιλοσοφία της ιστορίας και στην επιστήμη του δικαίου, τη φιλοσοφία του δικαίου. Υπήρχε η γνώ- μη ότι η φιλοσοφία ήταν σε θέση να υ- περβεί τα όρια της εμπειρίας και να προ- σφέρει «υπερεμπειρική» γνώση. Όμως παρόμοιες αυταπάτες διαψεύστηκαν από την ανάπτυξη των επιμέρους επιστη- μών. Η σύγχρονη επιστήμη αποτελεί ένα εξαιρετικά πολύκλαδο σύστημα γνώσε- ων. ' Ολα τα γνωστά φαινόμενα του κό- σμου πέρασαν στην «ιδιαίτερη» κατοχή τούτης ή εκείνης της ειδικής επιστήμης. Ωστόσο, κάτω απ* αυτές τις συνθήκες, η φιλοσοφία δεν έχασε καθόλου το αντι- κείμενο της. Αντίθετα, η παραίτηση από την αξίωση της παντογνωσίας, της επέ- τρεψε να αυτοπροσδιοριστεί με μεγαλύ- τερη σαφήνεια στο σύστημα της επιστη- μονικής γνώσης. Κάθε επιστήμη ερευνά ένα ποιοτικά καθορισμένο σύστημα νο- μοτελειών, καμία όμως επιμέρους επι- στήμη δε μελετά τις νομοτέλειες που εί- ναι κοινές στα φαινόμενα της φύσης, της ανάπτυξης της κοινωνίας και της ανθρώ- πινης γνώσης. Αυτές ακριβώς οι νομοτέ- 312
Φιλοσοφία λείες αποτελούν το αντικείμενο της φι- λοσοφίας. Στα πλαίσια κάθε επιμέρους επιστήμης υπάρχουν διάφορα επίπεδα γενίκευσης, που, ωστόσο, δεν ξεπερνούν τα όρια μιας ορισμένης σφαίρας ή πλευράς του Είναι. Στη φιλοσοφική σκέψη οι ίδιες αυ- τές γενικεύσεις των ειδικών επιστημών γίνονται αντικείμενο ανάλυσης. Η φιλο- σοφία συνενώνει τα αποτελέσματα των ερευνών σε όλους τους τομείς της γνώ- σης, δημιουργώντας μια καθολική σύνθε- ση των γενικών νόμων του Είναι και της νόησης. Εκπληρώνοντας αυτή τη λει- τουργία, η φιλοσοφική σκέψη κατευθύ- νεται συχνά σε αντικείμενα, για τα οποία η εμπειρική γνώση δεν είναι ακόμα εφι- κτή. Αυτή η ιδιομορφία της φιλοσοφικής σκέψης απολυτοποιήθηκε στα συστήμα- τα της θεωρησιακής φιλοσοφίας. Κύρια μέθοδος της φιλοσοφικής γνώσης είναι η θεωρητική σκέψη που βασίζεται στη συνολική εμπειρία της ανθρωπότη- τας, στα επιτεύγματα των επιστημών και της κουλτούρας γενικά. Η μαρξιστική φι- λοσοφία είναι επιστημονική και ως προς το αντικείμενο, και ως προς τη μέθοδο. Χαρακτηριστικά της είναι η σωστή και πειστική αντανάκλαση των νομοτελειών της πραγματικότητας και η πρό§λεψη, πάνω σ' αυτή τη βάση, των μελλοντικών γεγονότων. Στηριζόμενοι στη γνώση των νόμων της κοινωνικής ανάπτυξης και ε- φαρμόζοντας τις μεθόδους της υλιστι- κής διαλεκτικής, οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν πρόβλεψαν και αιτιολόγησαν την ε- ποχή πρωτο(ρανών κοινωνικών μετασχη- ματισμών πολύ πριν αυτή αρχίσει. Ταυτόχρονα, η μαρξιστική φιλοσοφία δια- φέρει ουσιαστικά από οποιαδήποτε επι- μέρους επιστήμη, πριν απ' όλα κατά το ότι είναι κοσμοθεωρία. Σ* αυτό βρίσκεται η κύρια ιδιομορφία της φιλοσοφίας. Ακρι- βώς στην επεξεργασία και ανάπτυξη μιας πραγματικά επιστημονικής κοσμοθεω- ρίας συνίσταται η ιστορική αποστολή της μαρξιστικής - λενινιστικής φιλοσοφίας, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τη διδασκα- λία για την ουσία και τους νόμους ανά- πτυξης της φύσης και της κοινωνίας, αλ- λά και ηθικές και αισθητικές ιδέες και πε- ποιθήσεις, δηλαδή, όχι μόνο αντανακλά τις νομοτέλειες της πραγματικότητας, αλλά και εκφράζει τη σχέση των ανθρώ- πων και των κοινωνικών ομάδων μ* αυτή. Θεωρητική αφετηρία κάθε φιλοσοφικής διδασκαλίας αποτελεί το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη νόηση και στο Είναι, στο πνευματικό και στο υλικό, στο υπο:ι κειμενικό και στο αντικειμενικό. «Το με- γάλο βασικό πρόβλημα όλης, και κυρίως της νεότερης, φιλοσοφίας είναι το πρό-Ι βλήμα της οχέσης μεταξύ νόησηο και Εί- ναί»ΧΕννκελς Φ., βλ. Μαρξ Κ. και Εν- γκελς Φ., Άπαντα, τ. 21, σελ. 282). Το ζήτημα ποιο γεννά το άλλο -η συνείδη- ση, το πνεύμα, γεννά τον υλικό κόσμο ή, αντίθετα, ο υλικός κόσμος γεννά τη συ- νείδηση- αποτελεί την πρώτη πλευρά του βασικού προβλήματος της φιλοσο- φίας. «Ανάλογα με το πώς απαντούσαν στο ερώτημα αυτό, οι φιλόσοφοι χωρί- στηκαν σε δύο μεγάλα στρατόπεδα. Αυ- τοί που ισχυρίζονταν ότι το πνεύμα προϋ- πήρχε από τη φύση και οι οποίοι, επομέ- νως, σε τελευταία ανάλυση, έτσι είτε αλ- λοιώς παραδέχονταν τη δημιουργία του κόσμου... αποτέλεσαν το ιδεαλιστικό στρατόπεδο. Εκείνοι που βασική αρχή θεωρούσαν τη φύση, προσχώρησαν σης διάφορες σχολές του υλισμού» (στο ίδιο, σελ. 283). Το ζήτημα της σχέσης ανάμε- σα στη νόηση και το Είναι προϋποθέτει και τη διευκρίνιση του χαρακτήρα της α- μοιβαίας σχέσης ανάμεσα στο αντικείμε- νο και στο υποκείμενο της γνώσης. Η συ- νεπής επιστημονική λύση του βασικού προβλήματος της φιλοσοφίας δόθηκε από το μαρξισμό, που θεωρεί την ύλη ως αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία υ- πάρχει έξω, πριν και ανεξάρτητα από τη συνείδηση, και βλέπει τη συνείδηση ως ι- 313
Φιλοσοφία διότητα της ύλης που έχει φτάσει σε υ- ψηλό βαθμό οργάνωσης και επίσης χαρα- κτηρίζει την κοινωνική συνείδηση ως α- ντανάκλαση του κοινωνικού Είναι, δηλα- δή, πριν απ* όλα της υλικής ζωής της κοινωνίας. Η μαρξιστική φιλοσοφία υπε- ρασπίζεται και τεκμηριώνει την αρχή της γνωσιμότητας του κόσμου, θεωρεί τις γνώσεις και τις έννοιες ως αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας (βλ. Βασίκό πρόβλημα της φιλοσοφίας). Πίσω από τηJ?χέgq,vόησης κπι Ρίνα4~βρΙ- σκεται, ouoiaoTiKaju3XSOTJroy^ayep(o- ποΰ~μεΊΌ\Γκόσμο εν γένει, που περι- κλέΤει μέσα του τον ανυρωπο ως^ΐΜίμα του με ψυχή και αυτοσυνείδηση^ Ο μαρ- ξίσμδς^ για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης, έδωσε επιστημονική λύση στο πρόβλημα της oyora£jOu^vep(urrou ως συνόλου των κοινωνικών σχέσεων (β^. Κ. Μαρξ, στο ίδιο, τ. 3, σελ. 3). Θεωρώντας τον άνθρωπο ως την υψηλότερη αξία^ως κέντρο του νοήματος της ιστορίας, η μαρξιστική φιλοσοφία προσεγγίζει τον άνθρωπο σφαιρικά και τον εννοεί σε συ- νάρτηση με την παραγωγική, επαναστατι- κή και πνευματική δραστηριότητα που μεταμορφώνει τον κόσμο. Η γνώση του κόσμου από τον άνθρωπο, η συνειδητοποίηση της θέσης του σ' αυ- τόν, είναι μια κοινωνική διαδικασία που α- ναπτύσσεται πάνω στη βάση της κοινωνι- κοϊστορικής πρακτικής, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση, το σκοπό και ένα από τα σπουδαιότερα αντικείμενα της φιλο- σοφικής γνώσης. Με αυτή την έννοια η μαρξιστική θεωρία της γνώσης διαφέρει βαθιά από τη «ροβινσωνιάδα» της πα- λαιάς γνωσιολογίας, με το νατουραλισμό που τη διέκρινε, τη στενά ατομιστική προσέγγιση και τον αντιιστορισμό της. Ο μαρξισμός υπερνικά το ϊαοακτηοΐ£Σηκό νια την ΠΡθηγπΓΐ|ΐον/η rpiXnriQ^jqj^YHr^ μεταξύ ^ολογίας^αΤ^ω^^ ριλαμβάνϋνΤϋΓ; στις αρχές^οϋ Τδ^ Είναι καπττνοι |orι üU]v ενότητα. ΜΑά όχι στην T?Jy?^I!LI^il9^· ·*· Π αποκαλούμενη υπο- κειμενική διαλεκτική, η διαλεκτική νόηση, αποτελεί μόνο αντανάκλαση της κίνησης που κυριαρχεί σε όλη τη φύση...» (' Ενγκελς Φ., στο ίδιο, τ. 20, σελ. 526), αντα- νάκλαση όχι απόλυττα ταυτόσημη, αλλά κατά προσέγγιση, που αναπτύσσεται και φέρει τη σφραγίδα μιας ορισμένης ιδιο- μορφίας της συνείδησης, του ενεργού δημιουργικού της χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό, η μαρξι- στική φιλοσοφία αντιλαμβάνεται τη σφαί- ρα της νόησης όχι ως σφαίρα του καθα- ρού πνεύματος που αποσπάστηκε από τον κόσμο και κυριαρχεί πάνω του, αλλά σαν αντανάκλαση αυτού του κόσμου. Γι' αυτό, η ανάλυση της νόησης από την πλευρά του περιεχομένου της σημαίνει ταυτόχρονα ανάλυση της ίδιας της πραγ- ματικότητας που συνιστά αυτό το περιε- χόμενο, καθώς και της πρακτικής δρά- σης των ανθρώπων. Η φιλοσοφία του μαρξισμού - λενινισμού είναι ο διαλεκτικός υλισμός και ο ιστορι- κός υλισμός, που αποτελεί μαζί του μιαν ενότητα. Η φιλοσοφία του μαρξισμού - λενινισμού περιλαμβάνει επίσης τα φιλο- σοφικά προβλήματα της φυσιογνωσίας και της ψυχολογίας, την ηθική, την αι- σθητική, τον επιστημονικό αθεϊσμό και την ιστορία της φιλοσοφίας. Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του διαλεκτικού υλισμού στα φαινόμενα της ηθικής συνείδησης, στις νομοτέλειες α- νάπτυξης της τέχνης, στην ανάπτυξη της φυσιογνωσίας, στην ιστορία της ανά- πτυξης της φιλοσοφικής σκέψης. Η φι- λοσοφία δεν είναι μόνο θεωpta της αντι- κειμενικής διαλεκτικής και λογική της ε- πιστημονικής γνώσης, αλλά και γενική κοινωνιολογική, ηθική και αισθητική διδα- σκαλία. Η ιστορία της προμαρξισηκής φιλοσοφίας. Οι πρώτες φιλοσοφικές διδασκαλίες εμφα- νίστηκαν πριν 2500 χρόνια στην Ινδία (η 314
Φιλοσοφία βεδάντα και η αντιτιθέμενες σ* αυτήν λοκαγιάτα, γιανισμός, πρώιμη οκιμκύα, βουδισμός κ.ά.), στην Κίνα (κομφουκιανι- σμός, μοϊσμός, λεγκισμός, ταοϊσμός) και στην Αρχαία Ελλάδα. Οι πρώιμες αρχαίες ελληνικές φιλοσοφικές διδασκαλίες εί- χαν αυθόρμητο - υλιστικό και απλοϊκό - δ^ιαλεκΤικό30ρ^ Από ιστορική άπο- ψη, πρώτη μορφη της διαλεκτικής ήταν η αρχαία διαλεκτική με μεγαλύτερο εκπρό- σωπό της τον Ηράκλειτο. Την «ατομική» παραλλαγή του υλισμού διατύπωσε ο^η- μόκρχτος, που τις ιδέες του τις ανέπτυ- ξαν ο Επίκουρος και ο Λουκρητίας. Αρχι- κά απδ^τους ελεάτες "κάΓ τους πυθαγό- ρειους και σε ouvioceiCLorro το Σωκράτη διαμορφώθηκε ο^^δεαλι^^^ου πρόβα- λεως K^TCueuy^javnögTnj^ υλισμό. Γενάρχης του αντικειμενικού ιδεαλισμού ήτον^ΐ]Μ™γ. πόΟ ανέπτυξε την ιοεαλι- στική διαλεκτική των εννοιών. Η αρχαία φιλοσοφία έφθασε στο αποκορύφωμα της με τον Αριστοτέλτι, που η διδασκαλία του, παρά τον ιδεαλιστικό της χαρακτή- ρα, περι^χε^^θιές,ΰλισπκΐ^ και διαλε- κτίκέςΊδδεςΓ^^ ΚΰρίάΊωτεύθυνση της μεσαιωνικής αρα- βικής φιλοσοφίας ήταν ο ανατολικός «πε- ριπατητισμός» (βλ. Περιπατητική σχολή), που στα πλαίσια του ανέπτυξαν τις διδα- σκαλίες του οι Κίντι, Φαραμπί, Ιμπν Σίνα και Ιμττν Ρούσντ. Με την εμφάνιση της φεουδαρχίας, κυ- ρίαρχη κοσμοθεωρία στη Δυτική Ευρώπη έγινε οχριστιανισμός^^ Πρώτο στάδιο της μεσαιωνικής χριστιανικής φιλοσοφίας ή- ταν η πατερική φιλοσοφία. Στη βάση της πατερικής φιλοσοφίας διαμορφώθηκε κατά τον 9ο -12ο αι. ο σχολαστικισμός, ο οποίος ως σκοπό της φιλοσοφίας θεω- ρούσε τη στήριξη των θρησκευτικών δογ- μάτων. Κατά τον 11α:ϋ4οαι. στη διαμά- χη ανάμεσα στο (^εαλισμ^^Άνσελμός του Καντέρμπουρΐ, Θωμάς Α1(ΐνατϊΐς), που υποστήριζε ότι οι γενικές^ννοιες υ- πάρχουν έξω από τον ανθρώπινο νου και πριν από τα εξατομικευμένα πράγματα, α^ τηΠίϊαΓκαΠ^^ νος7Πωα^ς]]^Ν^^^3ΕΜΖ_Οκ^μ), ποΰΐτάραδεχόταν την πραγματική ύπαρ- ξη μόνο τώ\Γενϊκών πραγμάτων, από την άλλη, βρήκε την έκφραση της η πάλη με- ταξύ της ιδεαλιστικής και της υλιστικής τάσης. Η ανάπτυξη της υλικής παραγωγής και η όξυνση της ταξικής πάλης οδήγησαν στην ανάγκη της επαγαστατικήςαντικα- τάστασης της φεουδαρχίας από το\Γκα- πιταλισμό. Η ανάπτυξη της τεχνικής και της φυσιογνωσίας απαπούσε την απαλ- λαγή της επιστήμης από τα δεσμά της θρησκευτικής - ιδεαλιστικής κοσμοθεω- ρίας. Το πρώτο πλήγμα στη θρησκευτική αντίληψη για τον κόσμο το κατέφεραν οι στοχαστές της εποχής της Αναγέννησης Κοπέρνικος, ^^poύvoM^^λιλαίoς^f^- ντ^Ε3δ3]3ΒωΖδΣΣϊ0^ά. η Οι ιδέες των στοχαστών της εποχής της Αναγέννησης αναπτύχθηκαν από τη φι- λοσοφία των Νέων Χρόνων. Η πρόοδος της εμπειρικής γνώσης και της επιστή- μης απαιτούσε την αντικατάσταση της σχολαστικής μεθόδου σκέψης με μια νέα μέθοδο που θα στρεφόταν στον πραγμα- τικό κόσμο. ' Ετσι αναγεννήθηκαν και α- ναπτύχθηκαν οι αρχές του υλισμού και στοιχεία της διαλεκτικής. Ωστόσο^ο^λι- σμός ^κείνηςπις εποχής ήταν γενικά μηχανιστικός και μεταφυσικός. Γενάρχης του υλισμού των Νέων Χρόνων είναι ο Φ. Μπέικον, που ανώτερο σκοπό της επιστήμης^εωρούσε την εξασφάλι- ση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση. Ο Χομπς ήταν ο άήμιόυρνός του πρώτου ολότϊλεΌρου συστήματος μη- χανιστικού υλισμού. Ενώ όμοος ο Μπέικον και εν μερεΤοΚομπς επεξεργάστηκαν τη μέθοδο της εμπειρικής (δηλαδή της πει- ραματικής) μελέτης της φύσης, oJVjrg; ijagL θεμελιωτής του ορθολογισμού, προσπάθησε να επεξεργαστεί μια καθο- λική μέθοδο για όλες τις επιστή^^ςΤχα- 315
Φιλοσοφία ρακτηριστικό γνώρισμα του Ντεκάρτ εί- ναι οδυισμόςπτς^^σκεπτόμενης» καΜ<ε- κτατΡ[ς» ouoIc^T^OZrTivjgSL αντιπαρέθε- σ& στοΓδΰϊσμό του Ντεκάρτ τον υλιστικό μον3σμό. OJ^oic ανέπτυξε την αισθησιο- Ic^mioi θεωρία της γνώσης (σενσουαλι- σμό). Ιδέες, αντίθετες προς τον υλισμό, αναπτύχθηκαν από τον υιτοκε^ενικό^^ αλισμό στις διάφορες παραλλαγές του ίΜϊτέρκλεϋ καιΧιουμ). Επίσης οΛάιμπνιτς διατύπωσε μια αντικειμενική -Ιδεαλιστι- κή θεωρία, που εξέφρασε μια σειρά από βαθιές διαλεκτικές ιδέες. Το δεύτερο μισό του 18ου αι. ήταν μια ε- ποχή απότομης όξυνσης της κρίσης της φεουδαρχίας σπι Γαλλία, κρίσης που ε- ξελίχθηκε σε αστική επανάσταση. Σπου- δαιότατο ρόλο στην ιδεολογική της προ- ετοιμασία έπαιξαν οι υλιστέα $}λόσοφοι Λαμετρί, Χόλμπαχ, Ελβέτιος και fsh-ιντε- ρόΤοΓοπόιόΓτάχθηκαν αποφασιστικά κα- τΐΤτης,θβΠσκείας και του ιδεαλισμού. Ο γαλλικός υλισμός του 18ου αι. ήταν με- ταφυσικός και υηχανιστικόο^ Ταυτόχρο- να, η διδασκαλία του Ντιντερό περιείχε Γοιχεία διαλεκτικής. Χαρακτηριστικό γνωρισμαΐ-ου γαλλικού υλισμού του 18ου αι. ήταν η απολυτοποίηση του ρόλου των ιδεών^πη^ι^ϊν^ ιδεαλιστική αντίληψτΠης ιστορίας. Σπουδαιότατο στάδιο της ιστορίας της δυτικοευρωπαϊκής φιλοσοφίας αποτελεί η γερμανική κλασική φιλοσοφία (Καντ, Φίχτε. Σέλλΐνγκ; Χέγγελ). που ανέπτυξε την ιδεαλιστική διαλεκτική. Αποκορύ(ρω- ση της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας ήταν η διαλεκτική του Χέγγελ που τον πυρήνα της αποτελεί η θεωρία για την α- ντίθεση και την ανάπτυξη. Ωστόσο, η δια- λεκτική μέθοδος αναπτύχθηκε από το Χέγγελ σε αντικειμενική ιδεαλιστική βάση. Οι κλασικοί του μαρξισμού - λενινι- σμού άσκησαν ολόπλευρη κριτική στον ι- δεαλισμό και στις αντιδραστικές πλευ- ρές των κοινωνιολογικών απόιυεων του Χέγγελ, παράλληλα, όμως, εκτιμούσαν ι- διαίτερα τα έργα του, θεωρώντας τα μία από τις πηγές της δικής τους φιλοσο- φίας. Κατά της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και της θρησκείας τάχθηκε ο Φόυεοτ yrrgx^ που ανέπτυξε τη θεωρία του αν- θρωπολογικού υλισμού. Ταυτόχρονα, ο υλισμός του Φόυερμπαχ, που άσκησε με- γάλη επίδραση στη διαμόρφωση των φι- λοσοφικών αντιλήψεων του Μαρξ και του ' Ενγκελς, ήταν μεταφυσικός και θεωρη- σιακός. Κατά το 18ο και το 19ο αι. αναπτυσσόταν εντατικά η προοδευτική υλιστική φιλοσο- φική σκέψη στη Ρωσία. Οι ρίζες της ανά- γονται στην ισώρική παράδοση του, υλι- σμού, γενάρχης της οποίας ήταν ο Λομο- νόσοφ και η οποία, αρχίζοντας από το Ραντίτστσεφ, εδραιώθηκε στην κοσμοθε- ωρία των προοδευτικών κοινωνικών πα- ραγόντων της Ρωσίας. Οι επκρανείς ρώ- σοι υλιστές -Μπιελίνσκι, Χέρτσεν, Τσερ- νισέφσκι και Ντομπρολιούμποφ- έγιναν σημαιοφόροι της πάλης της ρωσικής ε- παναστατικής δημοκρατίας. Η ρωσική υ- λιστική φιλοσοφία των μέσων του 19ου αι. άσκησε έντονη κριτική στην ιδεαλιστι- κή φιλοσοφία, και ιδιαίτερα στο γερμανι- κό ιδεαλισμό. Ο ρωσικός υλισμός του 19ου αι. επεξεργάστηκε την ιδέα της διαλεκτικής ανάπτυξης. Ωστόσο, στην α- ντίληψη της κοινωνικής ζωής δεν κατόρ- θωσε να υπερνικήσει τον ιδεαλισμό που χαρακτήριζε όλη την προμαρξιστική φι- λοσοφία. Η φιλοσοφία των επαναστατών - δημοκρατών αποτέλεσε σπουδαίο βήμα στην παγκόσμκι ανάπτυξη του υλισμού και της διαλεκτικής. Η εμφάνιση και ανάπτυξη της μαρξκττυαί^ς φι- λοσοφίας. Ο μαρξισμός στο σύνολο του και η μαρξιστική φιλοσοφία ως συστατικό του μέρος εμφανίστηκαν κατά τη δεκαε- τία του 1840, όταν το προλεταριάτο πρό- βαλε στον ιστορικό στίβο ως αυτοτελής πολιτική δύναμη. Η επεξεργασία της μαρξιστικής φιλοσοφίας καθορίστηκε 316
Φιλοσοφία από επιστημονικές - θεωρητικές, κοινω- νικοοικονομικές και άμεσα πολιτικές α- ναγκαιότητες. Η εμφάνιση του μαρξι- σμού ήταν η επιστημονική απάντηση στα ερωτήματα που πρόβαλε ολόκληρη η πο- ρεία ανάπτυξης της κοινωνικής πρακτι- κής και η λογική της κίνησης της ανθρώ- πινης γνώσης. Ο Μαρξ και ο ' Ενγκελς, σ- ορού ανέλυσαν βαθιά και ολόπλευρα την κοινωνική πραγματικότητα, με βάση την αφομοίωση και κριτική επεξεργασία κάθε θετικού στοιχείου που δημιουργήθηκε πριν απ* αυτούς στον τομέα της φιλοσο- φίας, των κοινωνικών και φυσικών επιστη- μών, δημιούργησαν μια ποιοτικά νέα κο- σμοθεωρία - την κοσμοθεωρία της εργα- τικής τάξης, που αποτέλεσε τη φιλο- σοφική βάση της θεωρίας του επι- στημονικού κομμουνισμού και της πρα- κτικής του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Άμεσες ιδεολογικές πηγές της διαμόρφωσης του μαρξισμού ήταν οι κυριότερες φιλοσοφικές, οικονομικές και πολιτικές θεωρίες του τέλους του 18ου και του πρώτου μισού του 19ου αι. Στην ιδεαλιστική διαλεκτική του Χέγγελ ο Μαρξ και ο ' Ενγκελς αποκάλυψαν επα- ναστατικά στοιχεία - την ιδέα της ιστορι- κής ανάπτυξης και την αρχή της αντίθε- σης ως κινητήριας δύναμης της. Σπου- δαίο ρόλο στη διαμόρφωση του μαρξι- σμού έπαιξε η υλιστική διδασκαλία του Φόυερμπαχ. Μία από τις πηγές του μαρ- ξισμού ήταν οι ιδέες της κλασικής αστι- κής πολπικής οικονομίας (Α. Σμιθ, Ντ. Ρι- κάρντο κ.ά.), τα έργα των ουτοπιστών - σοσιαλιστών (Σαιν - Σιμόν, Φουριέ, Ό- ουεν κ.ά.) και των γάλλων ιστορικών της εποχής της Παλινόρθωσης (Ζ. Τιερρύ, Φ. Γκιζό, Φ. Μινιέ). Από την άποψη των φυσικών επιστημών προϋπόθεση της δια- μόρφωσης της μαρξιστικής φιλοσοφίας ήταν τα επιτεύγματα της φυσιογνωσίας στα τέλη του 18ου και το 19ο αι. (η ανα- κάλυψη του νόμου της διατήρησης και μετατροπής της ενέργειας, η διατύπωση της θεωρίας της κυτταρικής δομής των οργανισμών, η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου). Γενίκευση της ανάπτυξης της κοινωνικής πρακτικής και της επιστη- μονικής γνώσης, η μαρξιστική φιλοσοφία αποτέλεσε μια γιγάντια επανάσταση στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Η ουσία και τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ε- παναστατικής ανατροπής που πραγματο- ποιήθηκε από το Μαρξ και τον ' Ενγκελς στη φιλοσοφία, συνίστανται στη δημιουρ- γία της επαναστατικής κοσμοθεωρίας του προλεταριάτου, στην επέκταση του υλισμού στη γνώση της κοινωνίας, στην υλιστική τεκμηρίωση του αποφασιστικού ρόλου της κοινωνικής πρακτικής στη γνώση, στην πραγματοποίηση της ενότη- τας θεωρίας και πράξης και, τέλος, στην οργανική συνένωση και στη δημιουργική επεξεργασία του υλισμού και της διαλε- κτικής, πράγμα που οδήγησε στη δη- μιουργία της υλιστικής διαλεκτικής. Τε- ράστια κατάκτηση της ανθρώπινης σκέ- ψης αποτελεί η διαμόρφωση του ιστορι- κού υλισμού, που μόνο κάτω από το φως του έγινε δυνατό να κατανοηθεί επιστη- μονικά ο ρόλος της κοινωνικής πρακτι- κής στη γνώση και στην ανάπτυξη της συνείδησης. Η καθιέρωση του κριτηρίου της πρακτικής στη θεωρία της γνώσης μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο σε σύνδεση με την επιστημονική εξήγηση των βάσεων και των· κύριων αντικειμενι- κών συνθηκών της ανθρώπινης κοινω- νίας. Χαρακτηρίζοντας την ποιοτική δια- φορά της φιλοσοφίας του μαρξισμού από τα προηγούμενα φιλοσοφικά συστήματα ο Λένιν έγραφε: «Η εφαρμογή της υλι- στικής διαλεκτικής στην επανεπεξεργα- σία όλης της πολιτικής οικονομίας, από τη βάση της -στην ιστορία, στη φυσιο- γνωσία, στη φιλοσοφία, στην πολιτική και στην τακτική της εργατικής τάξης- να τι ενδιαφέρει, πριν απ' όλα, το Μαρξ και τον ' Ενγκελς. να το πιο ουσιαστικό και το πιο νέο που προσφέρουν, να σε τι συνί- 317
Φιλοσοφία σταται το μεγαλοφυές βήμα που έκαναν στην ιστορία της επαναστατικής σκέ- ψης» (Άπαντα, τ. 24, σελ. 264). Σπουδαίο ρόλο στην επεξεργασία των θέσεων της μαρξιστικής φιλοσοφίας, στην προπαγάνδιση και υπεράσπιση της, στην πάλη κατά της αστικής ιδεολογίας, έπαιξαν τα έργα των Πλεχάνοφ, Λα- μπριόλα, Μπέμπελ, Μέρινγκ, Λαφάργκ κ.ά. Το νέο στάδιο της δημιουργικής ανάπτυ- ξης της μαρξιστικής φιλοσοφίας συνδέε- ται με το όνομα του Λένιν, που επεξερ- γάστηκε το διαλεκτικό και ιστορικό υλι- σμό με βάση την ανάλυση της εποχής του ιμπεριαλισμού και των προλεταρια- κών επαναστάσεων και τη γενίκευση των νεότερων επιτευγμάτων της φυσιογνω- σίας. Ο Λένιν ανέπτυξε ολόπλευρα τη θεωρία της γνώσης του μαρξισμού - απο- κάλυψε το διαλεκτικό χαρακτήρα της γνωστικής διαδικασίας, επεξεργάστηκε την αντίληψη για το ρόλο της πρακτικής στη γνώση, τη θεωρία της αλήθειας, πε- ριλαμβανομένης της διαλεκτικής της α- πόλυτης και σχετικής αλήθειας. Ιδιαίτερη προσοχή έδωσε ο Λένιν στην ανάπτυξη της διαλεκτικής ως επιστημονικής μεθό- δου για τη γνώση και το μετασχηματισμό του κόσμου. Ο Λένιν άσκησε ολόπλευρη κριτική στις νεότερες παραλλαγές του ι- δεαλισμού, του αγνωστικισμού και της μεταφυσικής, καθώς και του αναθεωρη- τισμού σχετικά με το μαρξισμό και επε- ξεργάστηκε τη μέθοδο εφαρμογής της αρχήζ της κομματικότητας κατά την α- ξιολόγηση των φιλοσοφικών αντιλήψεων. Η υπεράσπιση της μαρξιστικής φιλοσο- φίας από τον αναθεωρητισμό και την πίε- ση της αστικής ιδεολογίας και η δημιουρ- γική ανάπτυξη της φιλοσοφίας, συνδέο- νταν στενότατα με την επεξεργασία, από το Λένιν, της θεωρίας της σοσιαλιστικής επανάστασης, της διδασκαλίας για το ε- παναστατικό κόμμα, για τη συμμαχία ερ- γατικής τάξης και αγροτιάς, για το σοσια- λιστικό κράτος και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Τα προβλήματα της μαρξιστικής - λενινι- στικής φιλοσοφίας αναπτύχθηκαν στα ντοκουμέντα των συνεδρίων του ΚΚΣΕ, των ολομελειών της ΚΕ του ΚΚΣΕ και των κομμουνιστικών και εργατικών κομ- μάτων των άλλων χωρών και στα έργα των μαρξιστών φιλοσόφων. Η αστική φιλοσοφία από τα μέσα του 19ου και στον 20ό αι. Στην περίοδο 1840 - 1870 στην αστική φιλοσοφία της Δυτικής Ευ- ρώπης σημειώθηκε η κατάρρευση των κλασικών μορφών του ιδεαλισμού. Ως α- ντίδραση στην ιδεαλιστική (κυρίως στη γερμανική κλασική) φιλοσοφία διαμορ- φώθηκε ο χυδαίος uhojioQ* (ΝΛπύχνερ, Φοχτ,_ΛΛολεσότ), που είχε μεταφυσικό και ^ηχαvισfiκ5 ^(αραιαήρα. Απορρίπτο- ντας τη\Πδΐομορφία της συνείδησης, ο χυδαίος υλισμός την ταύτιζε με την ύλη. Κατά το πρώτο μισό και τα μέσα του 19ου αι. εμφανίστηκε ο θεr<κ^σfiός* (Κοντ, Τζ. Σ-^ιλ, Σπένσερ), μια υποκειμενΛκϊνΠδε- αλισπϊίΓκατεϋθϋνση, που αρνιόταν τον κοσμοθεωρητικό χαρακτήρα της φιλοσο- φίας. Ο Σοπενχάουερ ανέπτυξε την^- νορθολογική αντίληψη που ανακήρυσσε τη βούληση ως ασυνε]β^ητη_αρ^αΟάοή του κόσμου. Ό συνεχιστής του Ej(ap- τμαν επεξεργάστηκε μια βουλησ^βχϊκή και πεσιμιστική__α\π;ίληψΠ-^ο^_κόσμου. Κατά τις δεκαετίες του 1870 και 1880 διαμορφώθηκε ο νεοκαντιανιομός* που διαδόθηκε στα τέλη του Τ95ίΓμε^αρχές του 20ού αι. (Βίντελμπαντ, Ρίκκερτ, Νά- τορπ, Κοέν, Κασσίρερ). Με το σύνθημα «Επιστροφή στον Καντ» οι νεοκαντιανοί ενίσχυσαν τις υποκειμενικές - ιδεαλιστι- κές τάσεις του καντιανισμού. Η κοινωνι- κοηθική θεωρία του νεοκαντιανισμού α- ποτέλεσε τη βάση του λεγόμενου ηθικού σοσιαλισμού και του ρεφορμισμού. Αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1870 και μέχρι τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, 318
Φιλοσοφία συντελείται η διαμόρφωση των ψιλοσοφι- κών βάσεων της Jδεoλoγίας του ιμπερια- ^^ισμού,^Μ^^ επιρροη^οπεκτησε-^^; γορατισμός*^περξ^\[, Λόσκι)?)που στην ορθολογική γνώση αντιπαρϊέθετε τη διαι- σθητική «κατανόττση» της ζωής. Αναγέν- νηση της θεωρησιακής (ριλοσοφίας απο- τέλεσε ο νεοχεγγελιαγισαόο* (Μπρά- ντλεϋ, Γκριν, Ρόις, Κρότσε, Κρόνερ, Λί- μπερτ) που πρόβαλε μια ανορθολογική εpμηvείαJτ^ς διαλεκτικής τοϋ^<εγγελ. Ε- πίσης διαδόθηκε ο μαχιοι^ο^* (εμπειριο- κριτικισμός), μια παραλλαγή του θετικι- σμού, που οι κύριοι εκπρόσωποι του Μαχ και Αβενάριους ανέπτυξαν την υποκει- μενική - ιδεαλιστική αντίληψη της «κά- θαρσης της εμπειρίας». Ερμηνεύοντας τη γνώση ως μέσο βιολογικής προσαρμο- γής στο περιβάλλον, οι στοχαστές αυτοί υποστήριζαν την αρχή της οικονομίας της νόησης, που είναι αντίθετη με την υ- λιστική θεωρία της αντανάκλασης. Στις αρχές του 20ού αι. σημαντική επιρροή α- πόκτησε qjTpayiJiqnoyo£^(nr]Qq, Τζέ- ημς, Ντιούι), που θεωρούσε ως αλήθεια την πρακτική ωφέλεια η οποία ανταποκρί- νεται στα υποκειμενικά συμφέροντα του ατόμου. Στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αι. διαδόθηκε η φιλοσοφία της ζω- jjc*. μια ανορθολογική :..βουλησιαρχΐ|σ| κατεύθυνση (Νίτσ^, Ντίλταϊ^ίΜΜ^λ) που έδινε ψυχολόγικήκαι^ υποκειμ^^ μηνεία ^στην έννοια «ζωή».~Στη θεωρία του Νίτσε προσέγγιζε η ακραία ανορθο- λογική θεωρία του Σπένγκλερ. Μετά τη Μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστι- κή επανάσταση άρχισε ένα νέο στάδιο ε- ξέλιξης της αστικής φιλοσοφίας που συνδεόταν με τη γενική κρίση του καπι- ταλισμού. Τώρα εμφανίστηκαν νέα ρεύ- ματα και σχολές που έθεσαν σαν σκοπό τους μια νέα θεμελίωση του ιδεαλισμού. Σημαντική επίδραση στην ιδεαλιστική φι- λοσοφώ του 20ού αι. άσκησε^^^α<νομε- voAoy^fa*] (Χούσσερλ) που αρχικά προ- σπάθησε να μετατρέψει τη φιλοσοφία σε «αυσπιρή επιστήμη». Αργότερα η cpaivo- μενολογία εξελίχτηκε σε θεω^α_^!Ώυ «ζωτικqύJ<όσμou» που συγχωνεύεται με τηνΤάνορθολογική φιλοσοφία της ζωής (Σέλερ, ύστερος Χούσσερλ). Κάτα" τις δεκαετίες του 1910 και 1920 απόκτησε επιρροή ο νεορεαλισμός* (Τζ. Ε. Μούρ, Ρ. Πέρρυ, Ε. Χόλτ, Ου. Μόντεγκυ), που, όπως και ο θετικισμός, προσπάθησε να συνεχίσει τη «μέση γραμμή» μεταξύ υλι- σμού και ιδεαλισμού. Η κοσμολογική κα- τεύθυνση στο νεορεαλισμό (Αλεξάντερ, Ουάιτχεντ, Σμετς) ανέπτυξε τη μεταφυ- σική θεωρία της αναδυόμενης εξέλιξης (βλ. Εξέλιξη αναδυόμενη), αντίθετης στη διαλεκτική - υλιστική θεωρία της ανάπτυ- ξης. Κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930, ως αντίδραση στο νεορεαλισμό, εμ(ρανίστηκε ο κριτικός ρεαλισμός* (Σα- νταγιάνα, Τσ. Στρόνγκ, Ντ. ΙΝΙτρέικ) που υποστήριζε ότι η διαδικασία της γνώσης συντελείται μέσω των «δεδομένων», που ερμηνεύονται ιδεαλιστικά (π.χ., στο Σα- νταγιάνα) σαν λογική ουσία των πραγμά- των. Μία από τις κύριες κατευθύνσεις της α- στικής φιλοσοφίας στο πρώτο μισό και στα μέσα του 20ού αι. ήταν ο νεοθεΓ/κ(- σμός* (Ράσσελ, Βίτγκενστάιν, Κάρναπ, Σλικ, Νόυρατ), ο οποίος, αρνούμενος στη φιλοσοφία τη δυνατότητα θεωρητι- κής γνώσης των κοσμοθεωρητικών προ- βλημάτων, αντιπαραθέτει την επιστήμη στη φιλοσοφία και περιορίζει το ρόλο της φιλοσοφίας στη λογική ανάλυση της γλώσσας των επιστημών. Οι εκπρόσωποι του νεοθετικισμού έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της σύγχρονης τυ- πικής λογικής, της σημειωτικής και της λογικής της επιστήμης. Ωστόσο, επειδή οι αφετηριακές του θέσεις είναι σαθρές (ιδεαλιστικός εμπειρισμός, φαινομεναλι- σμός), ο νεοθετικισμός δεν μπόρεσε να δώσει πραγματική λύση στα επίκαιρα φι- λοσοφικά μεθοδολογικά προβλήματα της επιστήμης. Βασικά ρεύματα του νεο- 319
Φιλοσοφία θετικισμού ήταν ο λογικός εμπειρισμός (Κάρναπ, Φ. Φρανκ, Ράιχενμπαχ), ο_λογι- κ6ςJ^pαγματισμός (Κουάιν, Γκούντμαν) και η νΛωσσοΛο^κπ φιλοσοφίο* (ύστερος Βίτγκενστάιν, Ράιλ, Οστιν, Στρόσον, Όυίσντον) που υποκαθιστούσε τη φιλο- σοφική έρευνα με την ανάλυση της ^γλώαοας Σύγχρονη μορφή του νεοθετι- Κΐσμού είναι η nvnXLrmg) φιληπηφία* Κατά το πρώτο μϊσό και τα μέσα του 20ού αι. ορισμένη επιρροή άσκησε ο_περοογα- Λ<σμός*_(Μπερντιάγεφ, Μουνιέ^ Ρ. Φλύελλινγκ), μια θρησκευτική - ιδεαλιστι- κή κατεύθυνση, που θεωρούσε την προ- σωπικότητα ύψιστη πνευματική αξία και τον κόσυο^ι^ηλωση της ενεργητικότη- τας της «ύπέρτατττς προσωπικότητας». δηλπδή^Γοιτθεόυ.Τ^από τις κύριες κα- τευθύνσεις της αστικής φιλοσοφίας στα μέσα του 20ού αι. ήταν ο υπαρξισμός* - σύγχρονη μορφή ανορθολογισμού, που αποτελούσε έκφραση της κρίσης που περνούσε η αστική κοινωνία. Κύριες τά- σεις του ήταν ο «αθεϊστικός» υπαρξι- σμός (Σαρτρ, Καμύ, πρώιμος Χάιντεγ- κερ) και ο θρησκευτικός υπαρξισμός (Μαρσέλ, Γιάσπερς, Μπούμπερ). Απορρί- πτοντας την επιστημονική φιλοσοφία, ο υπαρξισμός πρόβαλλε σε πρώτο επίπεδο το πρόβλημα του ανθρώπου, θεωρώντας τον όχι ως φυσικό καΓκσινωνικό ον, αλλά ως πνευματική ύπαρξη - ως δυνατότητα «ύπαρξης» που υλοποιείται^στφΓπβάξη της απόλυτα ελεύθερης επιλογής. Η επικρατέστερη τάση της σύγχρονης θρησκευτικής φιλοσοφίας είναι ο νεοθω- μισμός* (Μαριτέν, Ζιλσόν, Μποχένσκι), η ιΓυ^ιία^ιλρσοφική διδασκαλία του καθολι- κισμού. Ο νεοθωμισμός αποτελεί θεόλο- γική μορφή του σύγχρονου αντικειμενι- κού ιδεαλισμού. Φιλοσοφία του είναι η μεταφυσικής που αναβιώνει τις βαρίκές αρχές της μεσαιωνικής διδασκαλίας του Θωμά_του Ακινάτη.'ΒασιΖδΒενδο^ αρχή της ί«αρμονίας^λόγου και πίσπις^^, ο νεοθωμισμός προβάλλει τη θρησκευτική ερμηνεία των συγχρόνων επιστημονικών θεωριών. Κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 κατευθύνσεις της αστικής φιλοσοφίας, όπως ο πραγματισμός, η φαινομενολο- γία, ο υπαρξισμός και ο νεοθετικισμός, χάνουν βαθμιαία την επιρροή τους. Σε πρώτο επίπεδο εμ(ρανίζονται η ανθρωπο- λογική φιλοσοφία, η ερμηνευτική, ο στρουκτουραλισμός, η σχολή της Φρανκ- φουρτης, ο κριτικός^ ορθολογομδς7 που προσπαθούν με την αλλαγή της προβλη- ματικής και των μεθόδων έρευνας να υ- περνικήσουν την κρίση που διέρχεται η δυτική φιλοσοφική σκέψη. Η φιλοσοφυα) ανθρωπολογία* (Πλέσνερ, Γκέλεν, Ε. Ρότχακκερ, Μ. Λάντμαν) αυ- τοανακηρύσσεται σε βασικό φιλοσοφικό κλάδο και διεκδικεί τη φιλοσοφική ερμη- νεία των επιστημονικών γνώσεων για τον άνθρωπο. Ωστόσο, οι εκπρόσωποί της δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια ολοκληρωμένη αντίληψη του ανθρώπου, γκιτί αγνόησαν την κοινωνική του ουσία. Οι εκπρόσωποι της_^ιλ^^ο<ής_€β4ί?7- γευτικής* (Ε. Μπέττι, ΓκάνταΡδϊΓ"Ρίκερ) βλέπουν σ* αυτή όχι μόνο μία μέθοδο των κοινωνικών επιστημών, αλλά και έναν τρόπο ερμηνείας της πολιτιστικής - ιστο- ρικής κατάστασης και του Είναι. Θεωρώ- ντας το πρόβλημα της γλώσσας βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας, απορρίπτουν την αντικειμενική επιστημονική γνώση, έ- χοντας απεριόρισπι εμπιστοσύνη στις έμμεσες μαρτυρίες της συνείδησης που ενσαρκώνονται στη γλώσσα. Το στρου- κτουραλιομό* (Λεβί ΣτρόςΤ'Τνϊκαν, ΦουκϊοΤΓσς φιλοσοφικό ρεύμα, τον χα- ρακτηρίζει η απολυτοποίηση της δομικής μεθόδου Kgi των νλωσσικών ^ομ^^ιν Η προσπάθεια να αποκαλυφθεί η καθολική δομή της κοινωνικής πραγματικότητας και της ανθρώπινης νόησης μετεξελίσ- σεται στους στρουκτουραλιστές σε ανα- ζήτηση Μεταφυσικών ουσιών. Η σχολή της Φρανκφούρτης (βλ. Φρανκφούρτης 320
Φιλοσοφία σχολή) (Χορκχάιμερ, Αντόρνο, Μαρκού- ζε, Χάμπερμας) θεωρεί ότι το βασικό κα- θήκον της φιλοσοφικής γνώσης συνίστα- ται στην «ολική» κριτική της επιστημονΐ:_ ^ής γνωστ»<ή£^ιαδικασίας, των κοινωνι- Ικών θεσμών και της κουλτούρας και ρπορρίπτει τη δυνατότητα να υπάρξει μια Βυστηματική ωιλοσοφία. Στο δόγμα της σχολής της Φρανκφούρτης η υποκειμε- νιστική κριτική υποκαθιστά την πρακτική Ο κριτικές οροοΛογισμας (Γίόππερ, Λά- κατοςΤ^' Αλμπερτ, Φάυεραμπεντ), που διαμορφώνει τη θεωρία του σττ] βάση των προβλημάτων της ανάπτυξης της επιστη- μονικής γνώσης, δεν αναγνωρίζει στη φι- λοσοφία δική της μέθοδο έρευνας. Οι εκπρόσωποί του θεωρούν ότι έργο της φιλοσοφίας είναι η λεγόμενη ορθολογική KpiTiKQ[j[nou δανείστηκε από τηνίίπιστϊίν μή), πράγμα που, στην ουσία, σημαίνει α- πόρριψη της φιλοσοφικής θεωρίας και κοσμοθεωρίας. Η σύγχρονη αστική φιλοσοφία αποτελεί έκφραση των βαθιών αντιθέσεων της κα- πιταλιστικής κοινωνίας της τελευταίας περιόδου. Η γενική κρίση του καππαλι- σμού καθόρισε και την κρίση της αστικής φιλοσοφίας, ως θεωρητικής βάσης της αστικής ιδεολογίας. Χαρακτηριστικά γνω- ρίσματα της αστικής φιλοσοφίας του 20ού αι. είναι: ο ]^δεαλισμός και η μετα- φυσική, η ανορθολογική παραποίηση της διαλεκτικής, η άρνηση της κοσμοθεω^^ τικης_στ[μασίας της επιστήμης, η πρόσ- δοση στην εικόνα του κόσμου θρησκευτι- κής χροιάς, ο εκλεκτισμός και οι προσπά- θειες «άρσης» της αντίθεσης υλισμού και ιδεαλισμού. Επειδή ήταν σαθρές οι α- φετηριακές τους βάσεις -και κυρίως ε- ξαιτίας του ιδεαλισμού και της απόρρι- ψης της διαλεκτικής- τα πολυάριθμα ρεύματα και οι σχολές της αστικής φιλο- σοφίας δεν μπόρεσαν να δώσουν μια επι- στημονική ανάλυση της ουσίας και των νομοτελειών της σύγχρονης εποχής, να λύσουν τα επίκαιρα προβλήματα του Εί- ναι, της γνώσης και της κοινωνίας. Στηρι- ζόμενη στα επιτεύγματα της κοινωνικής πρακτικής και της επιστήμης, η μαρξιστι- κή - λενινιστική φιλοσοφία διεξάγει ανει- ρήνευτο αγώνα με όλα τα είδη του σύγ- χρονου ιδεαλισμού και της μεταφυσικής. Η θέση και ο ρόλος της μαρξιστικής - λενινιστι- κής φιλοσοφίας στο σύστημα της επιστημονι- κής γνώσης.Η ιοτορική πείρα δείχνει ότι η φιλοσοφία πρέπει να στηρίζεται απαραί- τητα στο σύνολο των ανθρώπινων γνώσε- ων και ότι όλοι οι μεγάλοι στοχαστές του παρελθόντος βρίσκονταν στο ύψος της επιστήμης του καιρού τους. Πολλές θε- μελιακές θέσεις της σύγχρονης επιστή- μης είχαν διατυπωθεί από τη φιλοσοφία: η ατομική θεωρία, η ιδέα της αντανάκλα- σης, η θέση για τη διατήρηση της ποσό- τητας της κίνησης, η αρχή της αιτιοκρα- τίας, η ιδέα της ανάπτυξης κ.λπ. Στις αρ- χές του 20ού αι. ο Λένιν διατύπωσε τη σπουδαιότατη για τη σύγχρονη φυσιο- γνωσία αρχή του ανεξάντλητου της ύ- λης. Σε στενή σύνδεση με τη φιλοσοφία πραγματοποιείται η επεξεργασία των σύγχρονων θεωριών του χώρου και του χρόνου, των αρχών της διατήρησης κ.ά. Με τη σειρά της, η πρόοδος της επιστή- μης πλούτιζε και πλουτίζει τη φιλοσοφία. ' Ολες οι μεγάλες επιστημονικές ανακα- λύψεις συνέβαλαν στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής κοσμοθεωρίας, σήμαιναν πρόοδο στον τομέα των μεθόδων σκέ- ψης. Η δημιουργία του μαρξισμού - λενι- νισμού άλλαξε ριζικά τόσο την κατανόη- ση των κοινωνικών διαδικασιών, όσο και ολόκληρο το σύστημα της επιστημονικής σκέψης. Η γνήσια επιστημονική φιλοσοφία δεν υ- ποκαθιστά τις επιμέρους επιστήμες, αλ- λά μόνο τις εξοπλίζει με την κοσμοθεω- ρία, με τη γενική μέθοδο γνώσης και με τη θεωρία της νόησης, χάρη σης οποίες κατέχει νευραλγική θέση στο σύστημα των επισπιμών. Η περιοχή όπου εφαρμό- 321 Φ.Λ. 5-21
Φιλοσοφία ζονται οι μέθοδοι των επιμέρους επιστη- μών περιορίζεται στα πλαίσια του αντικει- μένου της δεδομένης επιστήμης. Αντί- θετα, οι μέθοδοι της φιλοσοφίας έχουν καθολικό χαρακτήρα. Όμως, στους ειδι- κούς τομείς της γνώσης αυτές οι μέθο- δοι δεν εφαρμόζονται άμεσα, αλλά ύστε- ρα από την επεξεργασία τους σε ένα σύ- στημα θέσεων, που είναι ε(ραρμόσιμες στο ειδικό υλικό της αντίστοιχης επιστή- μης. Η ανάπτυξη της σύγχρονης επιστή- μης δείχνει ότι η καταλληλότερη και κα- θολική μέθοδος γΓ αυτή είναι η υλιστική διαλεκτική. Ο υλισμός ωθεί προς την α- ναζήτηση πραγματικών βάσεων για όλα τα δημιουργήματα της θεωρητικής σκέ- ψης, ενώ η διαλεκτική επιτρέπει στον ε- ρευνητή να διεισδύσει βαθύτερα στην ουσία των πραγμάτων. «... Η διαλεκτική αποτελεί για τη σύγχρονη φυσιογνωσία τη σπουδαιότερη μορφή σκέψης, γιατί μόνο αυτή αποτελεί ανάλογο και ταυτό- χρονα μέθοδο εξήγησης των δκιδικασιών ανάπτυξης που συντελούνται στη φύση, των καθολικών συσχετισμών στη φύση, των μεταβάσεων από τον ένα τομέα έ- ρευνας στον άλλο» (Ένγκελς Φ., βλ. Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20, σελ. 367). Απομόνωση των επιμέρους ε- πιστημών από τη φιλοσοφία σημαίνει κα- ταδίκη των επιστημόνων σε παραίτηση από τις κοσμοθεωρητικές και τις γενικές μεθοδολογικές αρχές της έρευνας. Η συνειδητή συμμετοχή στη φιλοσοφική παιδεία επιτρέπει στον ειδικό να απαλλα- γεί από τη μονομέρεια κατά την έρευνα του αντικειμένου, μονομέρεια που είναι ιδιαίτερα αρνητική στις συνθήκες της σύγχρονης εξειδικευμένης επιστημονι- κής δραστηριότητας. Αυτό είναι ιδιαίτε- ρα σημαντικό στην επιστήμη του 20ού αι., όπου η φυσιογνωσία δέχεται την τε- ράστια επίδραση ενοποιητικών τάσεων που εκφράστηκαν, π.χ., κατά την εμφάνι- ση της κυβερνητικής και εκδηλώθηκαν με τις προσπάθειες δημιουργίας μιας γε- νικής θεωρίας των στοιχειωδών σωμα- τίων μιας γενικής θεωρίας της βιολογι- κής εξέλιξης, μκις γενικής θεωρίας των συστημάτων, κ.λπ. Γενικεύσεις παρό- μοιου επιπέδου είναι αδύνατες χωρίς την ύπαρξη σοβαρού φιλοσοφικού υπόβα- θρου. Στη σύγχρονη επιστημονική γνώση απο- κτά όλο και πιο σπουδαία σημασία η με- θοδολογική προβληματική - η ανάλυση του λογικού μηχανισμού, των τύπων και τρόπων διαμόρφωσης της θεωρίας, οι αλληλεπιδράσεις των εμπειρικών και θε- ωρητικών επιπέδων της γνώσης, των αρ- χικών εννοιών και αξιωμάτων της επιστή- μης κ.λπ. ' Ολα αυτά τα προβλήματα έ- χουν φιλοσοφικό χαρακτήρα και απαιτούν τη συνένωση των προσπαθειών των φιλο- σόφων και των εκπροσώπων των φυσικών και κοινωνικών επιστημών. Η θέση της φιλοσοφίας στην επιστημονι- κή γνώση δεν καθορίζεται από τα πλαίσια της μεμονωμένης εμπειρίας, αλλά από τη συνολική ανάπτυξη της επιστήμης και της επιστημονικής πρακτικής, και εκδη- λώνεται με τη διατύπωση και θεμελιακή τεκμηρίωση υποθέσεων, με τη δημιουργία θεωριών, την αποκάλυψη και την άρση των εσωτερικών τους αντιφάσεων, την α- ποκάλυψη της ουσίας των αρχικών εν- νοιών της επιστήμης, τη μελέτη των θε- μελιακών νέων γεγονότων και των συ- μπερασμάτων που απορρέουν απ' αυτά, την επεξεργασία ερμηνευτικών μεθόδων κ.λπ. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος της φιλοσοφικής ανάλυσης σε περιό- δους κρίσης και επαναστάσεων στην επι- στήμη, που εκφράζουν τη διαλεκτική πό- ρε« της γνώσης. Σε παρόμοιες περιπτώ- σεις, που την ουσία τους αποτελεί η αντί- φαση ανάμεσα στο διαμορφωμένο σύστημα εννοιών και στα νέα γεγονότα, η έξοδος από την κρίση είναι δυνατή μό- νο με την προσφυγή στα φιλοσοφικά θε- μέλια της αντίστοιχης επιστήμης. Η μαρξιστική - λενινιστική φιλοσοφία μας 322
Φιλοσοφία επιτρέπει να κατανοή<χ)υμε τη νομοτε- λειακή σχέση της ανάπτυξης της φυσιο- γνωσίας με τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής και την κοινωνική σημασία των ε- πιστημονικών ανακαλύψεων και των ε- φαρμογών τους. Στις συνθήκες της επι- στημονικοτεχνικής επανάστασης και των γιγάντιων κοινωνικών αλλαγών, μπροστά σπ\\/ ανθρωπότητα ορθώνονται οξύτατα κοινωνικά προβλήματα, στα οποία μπορεί να δώσει τεκμηριωμένη απάντηση μόνο η μαρξιστική - λενινιστική φιλοσοφία. Σε μια περίοδο έντονης ιδεολογικής πά- λης, οι εκπρόσωποι των ειδικών τομέων της γνώσης, που δεν είναι εξοπλισμένοι με επιστημονική κοσμοθεωρία και μέθο- δο, αποδεικνύονται συχνά ανίσχυροι μπροστά στην πίεση της αστικής ιδεολο- γίας. Για να αντιμετωπίσει με επιτυχία την πίεση αυτή, ο επιστήμονας «... πρέ- πει να είναι ένας σύγχρονος υλιστής, συ- νειδητός οπαδός εκείνου του υλισμού που εκπροσωπείται από το Μαρξ, δηλαδή πρέπει να είναι ένας διαλεκτικός υλι- στΥις» (Λένιν Β. Ι., Απαντα, τ. 45, σελ. 30). Η μαρξιστική - λενινιστική φιλοσοφία α- ποτελεί κοσμοθεωρητική και μεθοδολο- γική βάση όλης της κοινωνικής γνώσης και εξοπλίζει την κοινωνική σκέψη με την κατανόηση των γενικών νομοτελειών α- νάπτυξης της ανθρωπότητας. Η μαρξιστική - λενινιστική φιλοσοφία και πο- λιτική. Η φιλοσοφία υπήρξε πάντα ένα από τα κύρια όπλα της ιδεολογικής πά- λης των διάφορων κοινωνικών ομάδων, στίβος θεωρητικών συγκρούσεων των πολιτικών κομμάτων. Από την ίδια την ου- σία και τη λειτουργία της η κοσμοθεωρία έχει ταξικό και, επομένως, κομματικό χα- ρακτήρα. Όποια είναι η κοινωνική τάξη, όποια είναι η κατάσταση και η θέση της στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων και η συνακόλουθη ιστορική αποστολή της, τέτοια είναι και η φιλοσοφική της κο- σμοθεωρία. Η πάλη των τάξεων στην ιστορία εκφρά- ζεται στην πάλη των κοσμοθεωριών και αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα σε περιόδους απότομης καμπής της ιστορίας. Και σ* αυτές ακριβώς τις περιόδους αυξάνεται ιδιαίτερα η ανάγκη για φιλοσοφική κατα- νόηση των κοινωνικών διαδικασιών, οξύ- νεται η πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις της προόδου και τις δυνάμεις της αντίδρα- σης, όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και στον τομέα της ιδεολογίας και της φιλοσοφίας. ' Ετσι την εποχή της Αναγέννησης, απέναντι στη θρησκευτική κοσμοθεωρία ορθώθη- καν οι ιδέες του φιλοσοφικού υλισμού και του ουμανισμού, ενώ η επανάσταση στα μυαλά των ανθρώπων, που είχε πραγμα- τοποιηθεί από τους ιδεολόγους της δια- μορφωμένης αστικής τάξης, αποτελού- σε τον πρόλογο της κοινωνικής επανά- στασης. Η φιλοσοφία των γάλλων διαφω- τιστών υπήρξε η ιδεολογική προϋπόθεση της Μεγάλης Γαλλικής επανάστασης. Η μαρξιστική - λενινιστική κοσμοθεωρία βρήκε την πολύμορφη πρακτική της εν- σάρκωση σε μια ολόκληρη σειρά σοσιαλι- στικών, λαϊκοδημοκρατικών και εθνικοα- πελευθερωτικών επαναστάσεων. Ο ιδεο- λογικός ρόλος της φιλοσοφίας αυξήθηκε ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή, όταν η πάλη ανάμεσα στην κομμουνιστική και την αστική κοσμοθεωρία απόκτησε τερά- στια σημασία. Η κοινωνικοπολιτική σημασία της μαρξι- στικής - λενινιστικής φιλοσοφίας καθορί- ζεται από το γεγονός ότι η φιλοσοφία αυ- τή αποτελεί τη θεωρητική βάση της κο- σμοθεωρίας του προλεταριάτου και απο- δεικνύει επιστημονικά το αναπόφευκτο του τέλους του καπιταλισμού και της νί- κης του σοσιαλισμού και του κομμουνι- σμού. Μόνο η μαρξιστική - λενινιστική κο- σμοθεωρία, που μετέτρεψε το σοσιαλι- σμό από ουτοπία σε επισπίμη, έδειξε στο 323
Φιλοσοφία προλεταριάτο και στο κόμμα του το μονα- δικά σωστό δρόμο της πάλης για την οι- κοδόμηση του κομμουνισμού. Ο ενεργός αυτός χαρακτήρας της μαρξιστικής φιλο- σοφίας απορρέει από όλες τις αρχές της, οι οποίες αντανακλούν σωστά τη ζωή στη δυναμική και την προοπτική της. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας οδηγεί σε ορισμένα πολιτικά συμπεράσματα: ο δρόμος για την εξάλειψη των δεινών της κοινωνίας βρίσκεται στην αλλαγή του κοι- νωνικού Είναι. Η ίδια η ιδέα της προλετα- ριακής επανάστασης συνδέεται στενά με τη διαλεκτική προσέγγιση των κοινωνι- κών φαινομένων: η υλιστική διαλεκτική α- πορρίπτει κάθε τι το αποστεωμένο, το συντηρητικό, το παρακμασμένο, αναγνω- ρίζει και υποστηρίζει την αδιάκοπη προο- δευτική κίνηση και την επαναστατική πά- λη για το μετασχηματισμό του κόσμου. Η μαρξιστική φιλοσοφία αποτελεί την κο- σμοθεωρητική και μεθοδολογική βάση του προγράμματος, της στρατηγικής και τακτικής και της πολιτικής των κομμουνι- στικών και εργατικών κομμάτων. Η πολιτι- κή γραμμή του μαρξισμού πάντοτε και σε όλα τα ζητήματα «... συνδέεται άρρηκτα με τις φιλοσοφικές του βάσεις» (Λένιν Β. Ι., στο ίδιο, τ. 17, σελ. 418). Η μαρξιστική - λενινιστική αρχή της ενότητας φιλοσο- φίας και πολιτικής προσανατολίζει στη συνειδητοποίηση της βαθιάς σχέσης των δύο αυτών τομέων. Ταυτόχρονα, είναι α- συμβίβαστη με τις εκχυδαϊστικές απόπει- ρες συγχώνευσης της φιλοσοφίας με την τρέχουσα πολιτική. Στην ιδέα της «μη - κομματικότητας», που αυτή καθαυ- τή δεν είναι καθόλου μη - κομματική, ο μαρξισμός αντιπαραθέτει ανοιχτά τη θε- μελιακή λενινιστική αρχή της κομματικό- τητας. Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι «αμερό- ληπτη» κοινωνική επιστήμη δεν μπορεί να υπάρξει σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ταξική πάλη: «... ο υλισμός εμπεριέ- χει, θα λέγαμε, την κομματικότητα και ε- πιβάλλει σε κάθε αξιολόγηση ενός γεγο- νότος να ταχθεί κανείς ανοιχτά και καθα- ρά με την άποψη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας» (στο ίδιο, τ. 1, σελ. 418 - 19). Βάση της ενότητας της κομματικότητας και της επιστημονικότητας της μαρξιστι- κής - λενινιστικής φιλοσοφίας είναι η σύμ- πτωση των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου με την πραγματική λογική της ιστορίας, άρα και με τα συμφέροντα ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπό- τητας. Μόνο η συνεπής επιστημονική προσέγγιση της πραγματικότητας αντα- ποκρίνεται στα συμφέροντα της εργατι- κής τάξης και της επιτρέπει να στηρίζει την πρακτική και την πολιτική της δράση στα στέρεα θεμέλια της επιστήμης. Η κομματικότητα της μαρξιστικής φιλο- σοφίας συνίσταται: στη συνεπή εφαρμο- γή της υλιστικής γραμμής* στην πάλη κα- τά του ιδεαλισμού, της μεταφυσικής, του μυστικισμού και όλων των μορφών του α- γνοκτηκισμού και του ανορθολογισμού* στην ανάδειξη της κοινωνικής - ταξικής τους ρίζας και στην αποκάλυψη των αντι- δραστικών πολιτικών συμπερασμάτων που προκύπτουν από τη δράση τους. Πα- ράλληλα, όπως υπογράμμιζε ο Λένιν, η μαρξιστική κομματικότητα απαιτεί την α- φομοίωση και την κριτική επεξεργασία των επιτευγμάτων που πραγματοποιούν οι αστοί επιστήμονες (βλ. στο ίδιο, τ. 18, σελ. 364). Στη σύγχρονη εποχή διευρύνθηκε και περιπλέχθηκε με πρωτοφανή τρόπο ο χα- ρακτήρας των πρακτικών, θεωρητικών, ι- δεολογικών και πολιτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία.· Αυτό προ- καλεί την αύξηση του κοινωνικού ρόλου της μαρξιστικής λενινιστικής φιλοσο- φίας. Ένα από τα κεντρικά καθήκοντα της είναι η επεξεργασία της θεωρίας της υλιστικής διαλεκτικής, των αρχών, των νόμων και των κατηγοριών της. Ιδιαίτερα επίκαιρα είναι τα προβλήματα της διαλε- κτικής των διάφορων πεδίων της αντικει- 324
Φιλοσοφία μενικής πραγματικότητας και πριν απ* όλα της διαλεκτικής των κοινωνικών δια- δικασιών. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η με- λέτη των μεθοδολογικών προβλημάτων των φυσικών και των κοινωνικών επιστη- μών. Με την ανάλυση της διαλεκτικής της κοινωνικής ανάπτυξης συνδέεται άρ- ρηκτα η επεξεργασία των προβλημάτων του ιστορικού υλισμού. Σημαντικές κα- τευθύνσεις στον τομέα αυτό της έρευ- νας είναι: η περαιτέρω επεξεργασία της θεωρίας της αναπτυγμένης σοσιαλιστι- κής κοινωνίας, η ανάλυση της διαλεκτι- κής της ανάπτυξης του παγκόσμιου συ- στήματος του σοσιαλισμού, της παγκό- σμιας επαναστατικής διαδικασίας, των νομοτελειών και ιδιομορφιών της σύγ- χρονης ταξικής πάλης στο διεθνή στίβο. ' Ενα ευρύ φάσμα προβλημάτων συνδέε- ται με την εξέταση, από τη σκοπιά της φι- λοσοφίας, της επιστημονικοτεχνικής ε- πανάστασης και των κοινωνικών συνε- πειών της. Ιδιαίτερη επικαιρότητα αποκτά η φιλοσοφική ανάλυση των προβλημάτων του ανθρώπου και της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης. Η μαρξιστική - λενινι- στική φιλοσοφία μετέχει ενεργά στη σύγχρονη ιδεολογική πάλη, ασκεί επιθε- τική κριτική στις αστικές θεωρίες, στο ρεφορμισμό και τον αναθεωρητισμό. Καμιά θεωρία των φυσικών επιστημών, καμιά επισπιμονική ανακάλυψη σχετικά με τη φύση, καμιά εφεύρεση στην τεχνο- λογία δεν άσκησε τέτοια επαναστατική - μεταμορφωτική επίδραση στις τύχες της ανθρωπότητας, όπως αυτή που άσκησε ο μαρξισμός. Η βαθιά αφομοίωση της μαρ- ξιστικής - λενινιστικής φιλοσοφίας εξυ- ψώνει το ιδεολογικό - θεωρητικό επίπεδο των εργαζομένων, συμβάλλει στη συ- σπείρωση τους κάτω από τη μεγάλη ση- μαία της μαρξιστικής - λενινιστικής κο- σμοθεωρίας, που ανοίγει ξεκάθαρες προοπτικές και εμπνέει στις μάζες των εργαζομένων την πεποίθηση για το θρίαμβο του κομμουνισμού. Βλ. Μαρξι- σμός - λενινισμός, Διαλεκτικός υλιομός, Ιστορικός υλισμός, Διαλεκτική, Επιστημο- νικός κομμουνισμός, θεωρία της γνώ- σης. Επιστήμη, Κοινωνιολογία, Ηθική, Αι- σθητική. • Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Η γερμανική ιδε- ολογία, Απαντα, τ. 3* Μαρξ Κ., θέσε/ς για το Φόυερμπαχ, στο ίδιο· του ίδιου, Η αθλιότητα της (ριλοοοφίας, στο ίδιο, τ. 4· Ένγκελς Φ., Αντί - Ντύρινγκ, στο ίδιο τ. 20' του ίδιου, Η διαλεκτική της φύσης, στο ίδιο· του ίδιου, Ο Λ. Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, στο ίδιο, τ. 21 · Λένιν Β. Ι., Υλισμός και εμπεφιοκριτικισμός, Απα- ντα, τ. 18· του ίδιου, Φιλοσοφικά τετράδια, στο ίδιο, τ. 29' του ίδιου Για τη σημασία του μαχόμενου υλισμού, στο ίδιο, τ. 45· Πλεχά- νοφ Γκ. Β., Επιλογή φιλοσοφικών έργων, τ. 1 - 5, Μ., 1956 - 58· Ιστορία της φιλοσοφίας. Μ., 1940 - 43· Ιστορία της φιλοσοφίας, τ. 1 - 6, Μ., 1957 - 65* Φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια, τ. 1 - 5, Μ., 1960 - 70· Ανθολογία της παγκόσμιας φιλοσοφίας, τ. 1 - 4, Μ., 1969 - 72· Κέντροφ Μπ. Μ., Η ενότητα της διαλεκτικής, της λογι- κής και της θεωρίας της γνώσης, Μ., 1963· Οϊζερμάν Τ. Ι., Οι κύριες φιλοσοφικές κατευ- θύνσεις, Μ., 1971· Φεντοσέγεφ Π. Ν., Κομ- μουνισμός και φιλοσοφία, Μ., 1971 · του ίδιου, Ο μαρξισμός στον 20ό αι. Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και σύγχρονη εποχή, Μ., 1977· Φιλοσο- φb και σύγχρονη εποχή [Συλ. άρθρων], Μ., 1971· Ιστορία της μαρξιστικής διαλεκτικής, Μ., 1971· Φιλοσοφία. Μεθοδολογία. Επιστή- μη, Μ., 1972· Η φιλοσοφία στο σύγχρονο κό- σμο. Φιλοσοφία και επιστήμη. Μ., 1972* Κό- πνιν Π. Β., Διαλεκτική, λογική, επιστήμη. [Συλ. άρθρων]. Μ., 1973* Ιστορία της μαρξιστικής διαλεκτικής. Το λενινιστικό της στάδιο. Μ., 1973· Η θεωρητική κληρονομιά του Β. Ι. Λένιν και η σύγχρονη φιλοσοφική επιστήμη. Μ., 1974· Η αστική φιλοσοφία του 20ού αι.. Μ., 1974· Ιλιτσόφ Λ. Φ.. Φιλοσοφία και επιστημο- νική πρόοδος, Μ., 1977 Η αστική φιλοσοφία στις παραμονές και στην αρχή του ιμπεριαλι- σμού, Μ., 1977· Η σύγχρονη αστική φιλοσο- φία, Μ., 1978· Μπάμπουσκιν Β. Ου., Για τη φύ- ση της φιλοσοφικής γνώσης, Μ., 1978* Μίτιν Μ. Μπ., Φίλοσοφκι και κοινωνική πρόοδος. Α- νάλυση των σύγχρονων αστικών θεωριών της 325
Φιλοσοφία ελληνική κοινωνικής προόδου, Μ., 1979' Υλιστική δια- λεκτική. Σύντομο δοκίμιο της Θεωρίας, Μ., 1980 Οι βάσεις της μαρξιστικής - λενινιστι- κής φιλοσοφίας. Μ., 1980* Σύντομο δοκίμιο της ιστορίας της φιλοσοφίας, Μ., 1981 Η υλι- στική διαλεκτική ως γενική Θεωρία της ανά- πτυξης, τ. 1 -2, Μ., 1982· Philosophie der Ge- genwart in Seldbstdarstellungen, Bd 1 7, Lpz., 1921 - 29* Ueberweg Fr.. Grundriss der Geschichte der Philosophie, Bd 1 5, B., 1923 - 28' Langgrebe L., Philosophie der Ge- genwart, Bonn, 1952· Hartmann N., Einführ- ung in die Philosophie, Osnabrück, 1954 Ja- spers K., Philosophie, Bd 1 - 3, B.. 1956· Hei- degger M., Was ist das - die Philosophie?, Pfullingen, 1956· Passmore J. Α., Α hundred years of philosophy, L.,1957· Brunner Α., Die Grundfragen der Philosophie. Freiburg. 1961· Philosophy in the twetieth Century, v. 1 - 4, ΝΎ.. 1962· Diemer Α.. Grundrib der Philoso- phie, Bd 1 - 2, Meisenheim am Glan, 1962 - 64· Philosophie Im 20. Jahrhundert, Stuttg., 1963· Sellars R. W., The principles, perspec- tives and Problems of philosophy, N.Y., 1970· Grundprobleme der grossen Philosophen. Bd 1 - 2, Gott., 1972 - 73 Apel K. O., Transfor- mation der Philosophie, Bd 1 - 2. Fr./M.. 1973* Wisdon J. O., Philosophy and its place In cur culture, N.Y.. 1975' Die Zukunft der Philoso- phie, hrsg. V. M. Gerhard, Münch., 1975. A. Γκ. Σπίρκιν θεώρηση Ευτ. Μπιτσάκη (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Φιλοσοφία ελληνική. Για την ελληνική φιλοσοφία υπάρχουν πολυάριθμα ειδικά λήμματα μέσα στους τόμους αυτού του Φιλοσοφικού Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού λήμματα που υπήρχαν στην αρχική έκδο- ση και άλλα που προστέθηκαν στην ελλη- νική έκδοση. Θα αρκούσε να καταγράψει κανείς εδώ τα διάσπαρτα λήμματα (π.χ. Προσωκρατικοί, Σοφιστές, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Αναξαγόρας, Δη- μόκραος, Στωικοί, Επίκουρος, Νεοπλα- τωνικοί κ.λπ.). για να έχει μια πλούσια ει- κόνα της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης από την Αρχαιότητα ώς σήμερα. Αλλά, ε- πιπλέον, θα επιχειρι*|σουμε μια ταξινόμη- ση του πλούσιου αυτού υλικού για να μπορεί πιο εύκολα να προσανατολιστεί ο αναγνώστης που ενδεχόμενα θα ξεκινή- σει από τούτο εδώ το λήμμα. 1. Αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Συμβατικά τη χρονολογούν από τον 6ο αι. π.Χ., ώς τον 6ο αι. μ.Χ. Στην πρώτη εμφάνιση της η ελληνική φιλοσοφική σκέψη πραγματο- ποίησε μια κίνηση από τη μυθολογική ερ-^ [xψεiQJO\Γκόgi^^ λογική εξή^ γησή του. ' Εχει επικρατήσει ο επιγραμ- ματικός χαρακτηρισμός: «από το μύθο στο λόγο» (βλ. λήμματα: Προσωκρατικοί, Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Ανα- ξαγόρας, Πυθαγόρας, Εμπεδοκλής, Δη- μόκραος κ.λπ.). Κορύφωση αυτής της πορείας αποτελεί η Σοφ(σπκπ*, που με- τέφερε (κατά τον 5ο αι. π.Χ.) το φιλοσο- φικό στοχασμό από τη φύση στην^ κοινω- νία και πραγματοποίησε για την εποχή της ό,τι οι Ευρωπαίοι ονόμασαν για το δι- κό τους 18ο αι. μ.Χ. Διαφωτισμό" (βλ.: Πρωταγόρας, Γοργίας, Αντιφών, Πρόδι- κος, Σοφιστές). Σταθμό στη φιλοσοφική διανόηση αποτέ- λεσε ο Σωκράτης και οι μαθητές του και ο πιο διάσημος απ' αυτούς, ο Πλάτων (427 - 347 π.Χ.), καθώς και ο πιο διάση- μος από τους μαθητές του, ο Αριστοτέ- λης. Οι δύο τελευταίοι ίδρυσαν σχολές, που έζησαν αιώνες, και έγραψαν πολυά- ριθμα έργα που διαβάζονται ώς σήμερα (βλ. λήμματα: Σωκράτης, Πλάτων, Αρι- στοτέλης, Ακαδημία, Λύκειο - Περιπατη- τική σχολή). Κατά τους κλασικούς χρόνους (5ο και 4ο αι. π.Χ.) διαμορφώθηκαν τα βασικά προ- βλήματα της φιλοσοφίας: γνωσιολογία,ΐ]- θική, πολιτειολογία, αισθητική και βρήκαν την έκφραση τους στα σωζόμενα απο- σπάσματα των προσωκρατικών και των σοφιστών και στα πολυάριθμα συγγράμ- ματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. 326
Φιλοσοφία ελληνική Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους οι επι- κούρειοι και οι στωικοί φιλόσοφο^αναζή- τησαν την ευτυχία στηv(ffrapQ|fa*Jστην απάθεια^, σττι_φυγή από τηντύρβη της πόλης· τώρα τΓτί5)αΐ των α^ρωπων εξαρ- τιόταν από τις ιδιοτροπίες και τις συ- γκρούσεις ηγεμόνων, βασιλέων, στρατη- γών, όχι από τη συνέλευση TOLLÖjiiiou^ Jjv ίδια εποχή εμφανίστηκε/ρακε/ττ/κ/- ^{ός^ η θεωρία ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί λογικά να καταΐαήσει τον κόσμο. Αργότερα ο (φιλοσοφικός λόγος"θα υπο- χωρήσει και τη θέση του θα διεκδικήσει η πίστη*, η ελπίδα, η προσδοκία σωτηρίας από εξωκοσμική δύναμη, από τη θεότη- τα. Κατά το τέλος του 4ου αι. π.Χ. ιδρύθηκαν και δύο ακόμη σχολές: ο Κήπος του Επί- κουρου ή Στοά του Ζήνωνα Κι αυτές οι σχολές, όπως και εκείνες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, έκλεισαν όλες με διάταγμα του Ιουστινιανού (529 μ.Χ.): «μηδείς εν Αθήναις διδασκέτω φιλοσο- φίαν»! Η πολιτική εξουσία αποφάσιζε: οι πολίτες να μη σκέπτονται, μόνο να rriF στεύουν στο δόγμα Με άλλο διάταγμα ο Ιουστινιανός επέβαλε την «αποκρυσταλ- λωμένη ορθόδοξη» πίστη ως το μόνο θρήσκευμα των υπηκόων του, (βλ. Είτί- κουρος, Ζήνων ο Κιηεύς, Πυρρών). 2. Βυζαντινή φιλοοοφία. Συμβατικά τη χρονολογούν από τους Πατέρες της Εκ- κλησίας (4ο αι.) ώς την πτώση της Πόλης (1453). Κυρίως πρόκειται για φιλοσοφικό στοχασμό που ξεκινάειαπό την πίστη (όχι από τον ανθρώπίνοΆδγο) με στόχο να υ- πηρετΓ^σει τη θρησκεία. Συμπορεύεται με το ανάλογο φιλοσοφικό ρεύμα που ε- πικράτησε στη Δυτ. Ευρώπη και ονομάζε- ται σχρλσσικίσ^ός* (βλ. Ασκητισμός, Πί- στη, Δόγμα, Σχολαστικισμός, Νομιναλι- σμός, Ησυχασμός, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Γρηγόριος Παλαμάς, Ιωάννης Δαμασκηνός, Γεώρ- γιος Γεμιστός ή Πλήθων). 3. Νεοελληνική φιλοσοφία. Για τη συστη- ματική μελέτη και παρουσίαση του νεο- ελληνικού φιλοσοφικού λόγου είναι ανά- γκη πρώτα να επιλυθούν μερικά θεμελιώ- δη προβλήματα: πότε αρχίζει, σε ποιες περιόδους διακρίνεταΐΤ^^Πφΐβώς^^ νε^για τους Νεοέ^ηνες η φιλοσοφική παιδεία, σε_ποι4βαθμόβίναι η^/εοελληνι- κή^ριλοσοφία πρωτότυπη δημιουργία ή δάνεια σοφία, πώςΊσυνδδΗαΓμΊΓτη γενι- κότερη κοινωνική εξέλιξη τηςνερελλη νι- κής Ι5ρινωνίας και, φυσικά, σε ποιες ιδεο- λογικές_κατευθύνσέΓς κινείται σήμερα'., [Συστηματική καταγραφή των παραπάνω προβλημάτων (πλην του τελευταίου) έχει κάνει ο Παν. Νούτσος στην Εισαγωγή (σελ. 13-35) του βιβλίου του «Λ/εοελλη- νική φιλοσοφία»]. Σχετικά με το ξεκίνημα της νεοελληνι- κής φιλοσοφίας άλλοι προτείνουν την ε- ποχή του Γεωργίου^ Γεμιστού ή Πλήθωνα (15ος αι.) γιατί θεωρούν κάποιες από- ψεις του απαρχή της νεοελληνικής σκέ- ψης, άλλοι προτείνουν την_εποχή__ιου Κορυδαλέα" (17ος au), γιατί στη σκέψη του διαφαίνεται μια Ιχιση ανεξαρτησίας του φίλοσοφίκοιλλόνου^ό τη θρησκευ- τική πίσττ). Πα την περιοδολόγηση προ- τείνεται συνήθως ως όριο ο Αγώναο τηα Ανεξαρτησίας, που ανέκοψε το κίνημα του Νεοε"Χληνικού διαφωτισμού και δη- μιούργησε μια αδύναμη, αλλά ανεξάρτη- τη εθνική εστία. Μεγάλες προσδοκίες από τη φιλοσοφική παιδεία (όπως γενικό- τερα άλλωστε από την παιδεία) είχαν οι Έλληνες τον καιρό του Νεοελληνικού διαφωτισμού_(περίπου 1750 - 1821). Ή- ταν πεποίθηση και ισχυρή προσδοκία για πολλούς ότι «η παιδεία θα φέρει ελευθε- ρία». Για την αξιολόγηση της νεοελληνι- κής φιλοσοφικής παραγωγής έχουν γρα- φεί απόψεις ποικιλότατες και αντίθετες. Η νηφάλια αποτίμηση συνοψίζεται στο ότι: οι j/εοέλληνες φιλόσοφοι συχνά είναι ι φορείς επιδράσεων από άλλες χώρες, | κυρίως απόΙτΓΔυτική Ευρώπη, όπου και j σπούδασαν όιΊτΐο πολλοί επηρεάζονται 327
Φιλοσοφία νεοελληνική όμως και από τη σπουδή της αρχαίας ελ- λφακής φιλοοοφΈίςΤ και από τα προβλή- ματα της σημερινής ελληνικής κοινω- νιας. "' Ονεοελληνικός φιλοσοφικός στοχασμός άνθισε περισσότερο έξω από τα πανεπι- στήμια. Από τους πανεπιστημιακούς δα- σκάλους της προηγούμενης γενιάς μπο- ρεί κανείς ιδιαίτερα να μνημονεύσει τους Αβροτέλη Ελευθ§ρόπουλο (κοινω- νιολόγο κυρίως), Χαρ. Θεοδωρίδη. Γιάννη 't^ßPJ^nU "ου όλοι απολύθηκαν από τις θέσεις τους, γιατί θεωρήθηκαν πολύ προοδευτικές οι ιδέες τους. Από τις αρχές του αιώνα μας -ιδιαίτερα ύστερα από το 1917- ο φιλοσοφικός στο- χασμός επηρεάστηκε από Tojjopgigjo. αλλά μαρξιστική φιλοσοφική αντίληψη δεν ε^ε3iÖ5(ωpή^ΓOT μας ώς τη δεκαετία του 1970. (Βλ.: Αν- θρακίτης Μεθόδιος, Ανώνυμος Έλλην, Βορέας Θεόφιλος, Γληνός Δημήτριος, Δαμωδός Βικέντιος, Διαφωτισμός Νεο- ελληνικός, Ιστοριομός δημιουργικός, Κο- ραής, Κορυδαλεύς, Κούμας Κ., Μοισιό- δαξ, Παπανούτσος Ευάγγελος). Πολυάριθμοι είναι οι ' Ελληνες που διδά- σκουν σήμερα φιλοσοφία (κυρίως αρχαία ελληνική) σε άλλες χώρες, όπως ο Κ. Α- ξ£λής οτη Γαλλία, ο Γεράσιμος Ζάντας σης ΗΠΑ, ο Θεοχάρης Κεσσίδης στην ΕΣΣΔ, ο Λάμπρος Κουλουμπαρίτσης στο Βέλγιο. • Ε. Zeller - W. Nestle, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοοοφίας, μετφ. Χαρ. Θεοδωρί- δη· Παν. Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελ- ληνικής Φιλοσοφίας Κ. Γεωργούλη, Ιστορία της Εθνικής Φιλοσοφίας (ο β' τόμος καλύ- πτει και τη Βυζαντινή Εποχή) Κωνστ. Δεσπο- τόπουλου, Μελετήματα πολιτικής φιλοσοφίας (1978)· Παναγ. Κανελλόπουλου, Ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος (10 τόμοι, έργο πολυ- μάρτυρο, τελευταία έκδοση)· Αυγ. Μπαγιώνα, Η ιστορικότητα της συνείδησης στη φιλοσο- φία του γαλλικού Διαφωτισμούς Αθήνα, 1974 Ευτύχη Μπιτσάκη, Η φύση^ήΐ; διαλεκτικής φιλοσοφίας, Αθήνα, 1984 Φ. Κ. Βώρου, Σύ- ντομη Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσο- φίας, Αθήνα 1984 Γ. Ι. Μουρέλου, θέματα αι- σθητικής και φιλοσοφίας της τέχνης, τ. 2, Α- θήνα, 1985· Α. S. Bogomolov, History of Απ- clent Phllosophy, Progress Publishers, Moscow, 1985' B. N. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία (μετφ. από τα γαλ. Εύας Καλπουρ- τζή, εποπτεία Λίνου Μπενάκη), Αθήνα 1977· Ε. Π. Παπανούτσου, Νεοελληνική Φιλοσοφία, 2 τόμοι σπι σειρά Βασική Βιβλιοθήκη (1953, 1956)· Ντίμη Αποστολόπουλου, Σύντομη Ι- στορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήνα 1949' Α. Β. Κωνσταντίνου, Η φιλοσοφική σκέ- ψη στη Νέα Ελλάδα: σύντομο διάγραμμα στον τόμο Μ. Τ. Γιοφτσούκ - Τ. Ι. Οϊζερμάν -1. Γ Στσεπάνοφ, Σύντομη Ιστορία της Φιλοσοφίας (Αθήνα 1963), σελ. 853 - 886' Παναγιώτη Χρ. Μούτσου, Νεοελληνική Φιλοσοφία: οι ιδεολο- γικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών της προ- σεγγίσεων, Αθήνα 1981* Κ. Θ. Δημαρά, Νεο- ελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα, 1977 G. Ρ. Henderson, Η αναβίωση του ελληνικού στο- χασμού (1620 -1830), μετφ. Φ. Κ. Βώρου, Α- θήνα, 1977 Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολό- γων, Σεμινάριο 6 (καταγραφή της πορείας του φιλοσοφικού λόγου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), Αθήνα, 1986. Φ. Κ. Βώρος Φιλοσοφία νεοβλληνική, βλ. Φιλοσο- φία ελληνική. «Φιλοσοφία της αίσθησης και της πί- στης» (γερμ.: Gefühlsphilosophie και Glaubensphilosophie). Ανορθολογική κα- τεύθυνση στη γερμανική φιλοσοφία του δεύτερου μισού του 18ου αι., που συνδέ- εται πριν απ' όλα με το όνομα του Γιακό- μπι (F. Jacobi), καθώς και του Χάμαν κ.ά. Τη βάση της «φιλοσοφίας της αίσθησης και της πίστης» αποτελεί η ιδέα της άμε- σης γνώσης, την οποία ο Γιακόμπι αντιπα- ρέθετε στον ορθολογισμό, στην έμμεση γνώση. Σύμφωνα με τη «φιλοσοφία» αυ- τή, η αξιοπιστία της ύπαρξης των πραγ- μάτων του αντικειμενικού κόσμου δίνεται στη «αίσθηση» ή στην «πίστη»· ο Χάμαν 328
Φιλοσοφία της επιστήμης μάλιστα συγχέει τις έννοιες της φιλοσο- φίας του Χιούμ faith -θρησκευτική πίστη, και belief- ορισμένη πεποίθηση, γνώμη. Η «φιλοσοφία της αίσθησης και της πί- στης» συνδέεται στενά με το χαρακτηρι- στικό για την πνευματική ατμόσφαιρα της Γερμανίας της δεκαετίας του 1770 ψυ- χολογισμό, τη λατρεία της αίσθησης, τον υποκειμενισμό, και αποτελούσε τη θρη- σκευτική και φιλοσοφική θεμελίωση αυ- τών των αντιλήψεων. Ποικίλες μορφές βρήκε η κατεύθυνση αυτή στο φιλοσοφι- κό ενορατισμό του 19ου και του 20ού αι. Ο Χέγγελ σε πολλά έργα του αφιέρωσε μεγάλο μέρος σηιν κριτική του ενορατι- σμού του Γιακόμπι. • Κοζέβνικοφ Β. Α., Η φιλοοοφία της αίσθη- σης και της πίστης..., μέρ. 1, Μ., 1897· Ά- σμους Β. Φ., Το πρόβλημα της ενόρασης στη φιλοσοφία και τα μαθημαηκά, Μ., 1965. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φιλοσοφία της επιστήμης. Ρεύμα της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας, που με- λετά τη δομή της επιστημονικής γνώσης, τα μέσα και τις μεθόδους της επιστημο- νικής γνωστικής διαδικασίας, τους τρό- πους θεμελίωσης και ανάπτυξης της γνώσης. Η φιλοσοφία της επιστήμης στη- ρίζεται, από τη μια, στις διάφορες θετικι- στικές αντιλήψεις της θεωρίας της γνώ- σης και, από την άλλη, στις φυσικές επι- στήμες (τη φυσική, τη χημεία, τη βιολο- γία κ.ά.), απ* όπου αντλεί το υλικό για τις μεθοδολογικές γενικεύσεις. Ανεξάρτητος τομέας έρευνας η φιλοσο- φία της επιστήμης γίνεται στα μέσα του 19ου αι. (Ου. Χιούελ και Τζ. Στ. Μιλ). Η επεξεργασία της φιλοσοφίας της επιστή- μης κι η διεύρυνση του κύκλου προβλη- μάτων της συνδέονται με τα έργα των Μπολτζάνο, Μαχ, Πουανκαρέ, Ντιουέμ. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, με- γαλύτερη επιρροή στη φιλοσοφία της ε- πιστήμης άσκησε η θεωρία του λογικού θετικισμού (Σλικ, Κάρναπ, Γ Φέιγκλ κ.ά.), η οποία, για να εξηγήσει τη φύση της επιστημονικής γνώσης, ξεκινούσε από τις υποκειμενικές - ιδεαλιστικές α- πόψεις του Μαχ και του λογικού ατομι- σμού του Ράσσελ και του Βίτγκενστάιν. Ο λογικός θετικισμός θεωρούσε την επι- στήμη ως σύστημα ισχυρισμών, βάση του οποίου αποτελούν ιδιαίτερες προτάσεις «πρωτοκόλου», οι οποίες περιγράφουν τις αισθητηριακές εμπειρίες και αντιλή- ψεις του υποκειμένου. Βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας της επιστήμης οι λογικοί θετικιστές θεωρούσαν τη λογική ανάλυ- ση της γλώσσας της επιστήμης με σκοπό την εξάλλειψη απ' αυτή των λεγόμενων ψευδών προτάσεων. Τέτοιες θεωρούσαν πρώτ' απ' όλα τους ισχυρισμούς φιλοσο- φικού ή μεταφυσικού χαρακτήρα. Η θεω- ρία του λογικού θετικισμού ήρθε σε έ- ντονη αντίφαση με την ανάπτυξη της επι- στήμης και υποβλήθηκε σε σοβαρή κριτι- κή. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 στο κέντρο της προσοχής σπι φιλοσοφία της επιστήμης ήταν το πρόβλημα της ανάλυ- σης της ανάπτυξης της επιστήμης. Εμ- φανίζονται θεωρίες που διεκδικούν την περιγραφή της ανάπτυξης της επιστημο- νικής γνώσης συνολικά ή σε ξεχωριστές ιστορικές περιόδους. Σημαντική επιρροή αποκτούν οι μεθοδολογικές αντιλήψεις του Πόππερ, η θεωρία των επιστημονι- κών επαναστάσεων του Κουν, το ιστορι- κό μοντέλο ανάπτυξης της επιστημονι- κής γνώσης του Τούλμιν, η θεωρία των ε- πιστημονικών - ερευνητικών προγραμμά- των του Λάκατος, καθώς και οι θεωρίες των Τζ. Αγκάσος, Ου. Σέλλαρς κ.ά. Χα- ρακτηριστικό όλων αυτών των θεωριών είναι η στενή σύνδεση με την ιστορία της επιστήμης και η κριτική στάση προς το νεοθετικιστικό μοντέλο της επιστήμης. Στη σύγχρονη φιλοσοφία της επιστήμης προβάλλονται σε πρώτη θέση τα εξής προβλήματα: η ανάλυση της δομής της 329
Φιλοσοφία της ζωής επιστημονικής θεωρίας και των λειτουρ- γιών της· η έννοια του επιστημονικού νό- μου* οι διαδικασίες επαλήθευσης, επιβε- βαίωσης και αναίρεσης των επιστημονι- κών θεωριών, νόμων και υποθέσεων οι μέθοδοι επιστημονικής έρευνας· η ανα- συγκρότηση της ανάπτυξης της επιστη- μονικής γνώσης. Μελετώντας την ιστο- ρία της ανάπτυξης της επιστήμης και χρησιμοποιώντας το υλικό των σύγχρο- νων φυσικών επιστημών, οι εκπρόσωποι της φιλοσοφίας της επιστήμης διατυπώ- νουν συχνά γόνιμες ιδέες και προβάλ- λουν νέα μεθοδολογικά προβλήματα. Η απόρριψη, ωστόσο, της αρχής της αντα- νάκλασης και η ερμηνεία της φύσης της γνωστικής διαδικασίας από θέσεις κα- ντιανές, πραγματιστικές ή κονβενσιονα- λιστικές οδηγεί τους εκπροσώπους της φιλοσοφίας της επιστήμης σε μη - επιλύ- σιμες αντιφάσεις, περιορίζει ουσιαστικά την ερμηνευτική δυνατότητα των θεω- ριών τους και δεν επιτρέπει την αναπα- ραγωγή της διαδικασίας ανάπτυξης της επιστήμης σ* όλη τη διαλεκτική της πο- λυπλοκότητα και πολυμορφία. Βλ. επίσης Επιστήμη, Μεθοδολογία. • Ντιουέμ Π., Η φυσική Θεωρία, ο σκοπός κι η δομή πης, μετφ. από τα γαλ., ΣΠ-ργκ 1910' Φρανκ Φ., Η φιλοσοφία της επισπ)μης, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1960· Σβίρεφ Β. Σ., Ο νεο- θετικισμός και τα προβλήματα πης εμπειρικής Θεμελίωσης της επιστήμης, Μ., 1966' Κάρ- ναπ Ρ., Οι φιλοσοφικές βάσεις της φυσικής, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1971* Λέκτορσκι Β. Α., Φιλοσοφία, επισπιμη, φιλοσοφία της επι- στήμης, «Βαπρόσι φιλοσόφιι^*, 1973 τεύχος 4'. Κουν Τ., Η δομή των επιστημονικών επανα- στάσεων, Σύγχρονα θέματα, Θεσ/νίκη· Η δο- μή και ανάπτυξη της επισπ)μης, μετφ. από τα αγγλ.. Μ., 1978* Ζότοφ Α. Φ., Βοροντσόβα Γ Β., Η αστική «Φιλοσοφία της επιστήμης» (γέ- νεση, αρχές, τάσεις). Μ., 1978· Πάνιν Α. Β., Διαλεκτικός υλισμός και μεταθετικισμός (Κρι- τική ανάλυση ορισμένων σύγχρονων αστικών Θεωριών της επιστήμης), Μ., 1981· Βεντσκό- φσκι Λ. Ε., Φιλοσοφικά προβλήματα ανάπτυ- ξης της επιστήμης, Μ., 1982. θεώρηση Γ Παπαγούνου Φιλοσοφία της ζωής. Ανορθολογικό φι- λοσοφικό ρεύμα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αι., που πρόβαλλε ως αρχική έννοια τη «ζωή» σαν μια ακέ- ραιη πραγματικότητα, που μπορεί να γίνει καταληπτή με την ενόραση και που δεν ταυτίζεται ούτε με το πνεύμα, ούτε με την ύλη. Η φιλοσοφία της ζωής αποτε- λούσε έκφραση της κρίσης του κλασικού αστικού ορθολογισμού. Τάχθηκε κατά της κυριαρχίας του μεθοδολογισμού και του γνωσιολογισμού στην ιδεαλιστική φι- λοσοφία του δεύτερου μισού του 19ου και των αρχών του 20ού αι. (νεοκαντιανι- σμός, θετικισμός). Οι κοινωνικοπολιτικές απόψεις των εκπροσώπων της διέφεραν πολύ και εκτείνονταν από τον αστικό φι- λελευθερισμό ώς τις πιο συντηρητικές θέσεις. Στην ακραία βιολογική - νατουρα- λιστική της παραλλαγή η φιλοσοφία της ζωής άσκησε επίδραση στη διαμόρφωση της ιδεολογίας του εθνικοσοσιαλισμού (ναζισμού). Η έννοια «ζωή» είναι πολυσήμαντη και ερμηνεύεται διαφορετικά στις διάφορες παραλλαγές της φιλοσοφίας της ζωής. Η βιολογική - νατουραλιστική ερμηνεϊα χα- ρακτηρίζει το ρεύμα που διαμορφώθηκε από το Νίτσε και εκπροσωπείται από τους Κλάγκες, Τ. Λέσσινγκ κ.ά. Το «έμ- βιο» στοιχείο υπογραμμίζεται σαν κάτι το φυσικό, σε αντίθεση με το μηχανικά κα- τασκευασμένο, το «τεχνητό». Χαρακτη- ριστικό αυτής της παραλλαγής της φιλο- σοφίας της ζωής είναι η αντίθεση όχι μό- νο στον υλισμό, αλλά και στον ιδεαλιστικό ορθολογισμό - στο «πνεύμα» και το «λο- γικό»· επίσης, η τάση προς το πρωτόγονο και τη λατρεία της δύναμης, οι προσπά- θειες αναγωγής κάθε ιδέας στις «ζωτι- κές κλίσεις», στα «συμφέροντα», στα «ένστικτα» και στη «βούληση» του ατό- 330
Φιλοσοφία της ζωής μου ή της κοινωνικής ομάδας. Τέλος, χα- ρακτηριστικά της φιλοσοφίας της ζωής είναι: η πραγματιστική ερμηνεία της ηθι- κής και της γνώσης (καλό και αλήθεια εί- ναι αυτό που δυναμώνει την πρώτη ζωτι- κή αρχή, ενώ κακό και ψέμα είναι αυτό που την εξασθενίζει), η αντικατάσταση της αρχής της προσωπικότητας από την αρχή της ατομικότητας και του ατόμου από το γένος (την ολότητα), ο οργανικι- σμός στην κοινωνιολογία. Η ιστοριστική παραλλαγή της φιλοσοφίας της ζωής (Ντίλταϊ, Σπένγκλερ, Ζίμμελ, Ορτέγκα ι Γκασέτ) ερμηνεύει τη «ζωή» με βάση τα άμεσα εσωτερικά βιώ- ματα, όπως αυτά αποκαλύπτονται στη σφαίρα της ιστορικής εμπειρίας της πνευματικής κουλτούρας. Ενώ στις άλ- λες παραλλαγές η ζωική αρχή θεωρείται ως μία αιώνια και αναλλοίωτη αρχή του Είναι, εδώ η προσοχή στρέφεται προς τις ατομικές μορφές πραγμάτωσης της ζω- ής, προς τα ανεπανάληπτα και μοναδικά πολιτιστικοϊστορικά πρότυπα της. Αυτή η τάση οδηγεί σε παρερμηνεία της ιστο- ρίας. Στο μεταξύ, η φιλοσοφία της ζωής αποδείχνεται ανίκανη να υπερνικήσει τη σχετικότητα που συνδέεται με τη συγχώ- νευση όλων των ηθικών και πολπ-ιστικών αξιών στο ρεύμα της ζωής και της ιστο- ρίας. Η χαρακτηριστική για τη φιλοσοφία της ζωής απομάκρυνση από τη μηχανι- στική φυσιογνωσία παίρνει τη μορφή δια- μαρτυρίας κατά της επιστημονικής θεώ- ρησης των πνευματικών (ραινομένων γε- νικά, πράγμα που οδηγεί σε απόπειρες να δημιουργηθεί ειδική μέθοδος γνώσης του πνεύματος (ερμηνευτική* και θεωρία της κατανοούσας ψυχολογίας* του Ντίλ- ταϊ, μορφολογία της ιστορίας του Σπέν- γκλερ κ.λπ.). Η αντίθεση οργανικού και μηχανιστικού στοιχείου στην παραλλαγή αυτή της φιλοσοφίας της ζωής παρου- σιάζεται ως αντιπαράθεση κουλτούρας και πολιτισμού (Culture, Civilization). Μια ιδιόμορφη πανθεϊστική παραλλαγή της φιλοσοφίας της ζωής συνδέεται με την ερμηνεία της ζωής ως μιας κοσμικής δύναμης, «ζωτικής ορμής» (Μπερξόν), που η ουσία της βρίσκεται στην αδιάκοπη αναπαραγωγή του εαυτού της και τη δη- μιουργία νέων μορφών η ουσία της ζωής είναι η καθαρή «διάρκεια», η μεταβλητό- τητα, που κατανοείται με την ενόραση. Η θεωρία της γνώσης, που συνοδεύει αυτή τη φιλοσοφία της ζωής, είναι πα- ραλλαγή του ανορθολογικού ενορατι- σμού: η δυναμική της ζωής, η ατομική φύση του αντικειμένου, δεν μπορεί να εκφραστεί σε γενικές έννοιες, αλλά γί- νεται αισθητή μέσω της άμεσης θέασης, της ενόρασης, που προσεγγίζει το χάρι- σμα της καλλιτεχνικής διορατικότητας* αυτή όμως η θεώρηση οδηγεί τη φιλοσο- φία της ζωής στην αναβίωση των παναι- σθητικών αντιλήψεων του γερμανικού ρομαντισμού, στην αναγέννηση της λα- τρείας της δημιουργικής προσωπικότη- τας και της μεγαλοφυίας. Η φιλοσοφία της ζωής υπογραμμίζει τη θεμελιακή διαφορά, το ασυμβίβαστο της φιλοσοφι- κής και της επιστημονικής προσέγγισης του κόσμου: η επιστήμη τείνει να κατα- κτήσει τον κόσμο και να τον υποτάξει, ενώ η φιλοσοφία τον θεάται, πράγμα που την καθιστά συγγενική με την τέχνη. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία της ζωής, η καταλληλότερη μορφή γνώσης των οργα- νικών και πνευματικών αντικειμένων είναι το καλλιτεχνικό σύμβολο. Ο Σπένγκλερ προσπάθησε να «αναπτύξει» τους μεγά- λους πολιτισμούς της Αρχαιότητας και των Νέων Χρόνων από το «σύμβολο της προψυχής» του κάθε πολιτισμού, που εκ- βλαστάνει από το προφαινόμενο αυτό, ό- πως το φυτό από το σπόρο. Ανάλογη μέ- θοδο χρησιμοποιεί και ο Ζίμμελ. Η δημιουργία προβάλλει ουσιαστικά, για τη φιλοσοφία της ζωής, ως συνώνυμο της ζωής. Για τον Μπερξόν αποτελεί τη γέννηση του νέου, την έκφραση του πλούτου και της αφθονίας της μητέρας 331
Φιλοσοφία της ιστορίας φύοης, ενώ για το Ζίμμελ και το Φ. Στε- πούν έχει τραγικό - δισυπόστατο χαρα- κτήρα: το προϊόν της δημιουργίας σαν κάτι το άκαμπτο και αποστεωμένο τηρεί, τελικά, εχθρική στάση απέναντι στο δη- μιουργό του και στη δημιουργική αρχή. Από εδώ ο σπαρακτικός, ο χωρίς διέξοδο τόνος του Ζίμμελ, που διαπλέκεται με το μοιρολατρικό πάθος του Σπένγκλερ και ανάγεται στην κοσμοθεωρητική ρίζα της φιλοσοφίας της ζωής - στο πάθος της για την τύχη, στην «αγάπη της για τη μοίρα» (Νίτσε), στο κήρυγμα συγχώνευσης με τις ανορθολογικές δυνάμεις της ζωής. Τα τραγικά μοτίβα, που αποτελούν τη βά- ση της φιλοσοφίας της ζωής, υιοθετήθη- καν από την τέχνη του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αι. (ιδιαίτερα από το συμβολισμό). Τη μεγαλύτερη επίδρα- ση της η φιλοσοφία της ζωής άσκησε κα- τά το πρώτο τέταρτο του 20ού αι., όταν προσέλκυσε ορισμένους εκπροσώπους του νεοχεγγελιανισμού* και του πράγμα- ηομού*. Στη συνέχεια συγχωνεύτηκε με άλλες τάσεις της ιδεαλιστικής φιλοσο- φίας του 20ού αι., ενώ ορισμένες από τις αρχές της υιοθετούνται από τον υπαρξι- σμό και τον περσοναλισμό, που την αντι- καθιστούν, και ιδιαίτερα από τη φιλοσοφι- κή ανθρωπολογία. • Ρίκκερτ Γκ., Η φιλοσοφία της ζωής. Π., 1922· Η σύγχρονη αστική φιλοσοφία, Μ., 1978' Lersch Ph., Lebensphilosophie der Ge- genwart, Β., 1932· Bollnow Ο. F., Die Lebens Philosophie, B. - Gott.. 1958. Π. Π. Γκαίντένκο θεώρηση Φ. Βώρου Φιλοσοφία της ιστορίας. Κλάδος της φιλοσοφίας, που συνδέεται με την ερμη- νεία της ιστορικής ζωής και της γνώσης της ιστορίας. Το περιεχόμενο και η προ- βληματική της φιλοσοφίας της ιστορίας άλλαζαν ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης. Ήδη στην αρχαία ι- στοριογραφία περιέχονται ορισμένες α- ντιλήψεις για το παρελθόν και το μέλλον της ανθρωπότητας, όμως οι αντιλήψεις αυτές δεν είχαν διαμορφωθεί σε ολοκλη- ρωμένο σύστημα απόψεων (βλ. συμπλή- ρωμα στο τέλος του λήμματος). Η με- σαιωνική χριστιανική φιλοσοφία της ιστο- ρίας (Αυγουστίνος κ.ά.) ως κύρια κινητή- ρα δύναμη της ιστορίας θεωρούσε την εξωιστορική Θεία Πρόνοια (όι άνθρωποι είναι απλώς οι ηθοποιοί του δράματος, συγγραφέας του οποίου είναι ο θεός, - βλ. Θεία Πρόνοια). Στην πάλη κατά της αντίληψης αυτής, αρχίζοντας από την ε- ποχή της Αναγέννησης, διαμορφώθηκε η κοσμική φιλοσοφία της ιστορίας, σπιν ο- ποία συνέβαλαν σημαντικά ο Μποντέν, οι άγγλοι υλιστές του 17ου αι. (Φ. Μπέικον, Χομπς κ.ά.) και ιδκιπερα ο Βίκο με τη θε- ωρία του της ιστορικής ανακύκλησης. Τον όρο «φιλοσοφία της ιστορίας» πρώ- τος χρησιμοποίησε ο Βολταίρος, έχο- ντας υπόψη τη γενική ιστορική θεώρηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Πρώτος ο Χέρντερ εξετάζει τη φιλοσοφία της ιστο- ρίας ως ειδικό κλάδο, που μελετά τα γε- νικά προβλήματα της ιστορίας και καλεί- ται να απαντήσει στο ερώτημα: υπάρχουν ή όχι θετικοί και αμετάβλητοι νόμοι ανά- πτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας; Και αν ναι, τότε τι είδους είναι αυτοί οι νόμοι; Η φιλοσοφία της ιστορίας του 18ου και του πρώτου μισού του 19ου αι. ήταν κυ- ρίως μκι γενική θεωρία της κοινωνικής α- νάπτυξης. Οι φιλόσοφοι προσπαθούσαν να δκιτυπώσουν το σκοπό, τις κινητήριες δυνάμεις και το νόημα της ιστορικής δια- δικασίας. Η δύναμη που κατευθύνει την ιστορία μπορούσε να είχε διάφορες ονο- μασίες (Θεία Πρόνοια, παγκόσμιο πνεύ- μα), όμως σε όλες τις περιπτώσεις η δύ- ναμη αυτή παραμένει εξωιστορική: εκδη- λώνεται στην ιστορία, αλλά δε δημιουρ- γείται απ' αυτή. Παρόλα αυτά, η κλασική φιλοσοφία της ι- στορίας διατύπωσε και επεξεργάστηκε 332
Φιλοσοφία της ιστορίας αρκετές σημαντικές ιδέες, όπως: η θεω- ρία της προόδου (Κοντορσέ), το πρόβλη- μα της ενότητας της ιστορικής διαδικα- σίας και της ποικιλίας των μορφών της, οι ιστορικές νομοτέλειες, η ιδέα της ελευ- θερίας και της αναγκαιότητας κ.λπ. Βιό- μορ(ρο αποτέλεσμα και αποκορύφωμα της υπήρξε η θεωρία του Χέγγελ, ο ο- ποίος προσπάθησε να παρουσιάσει την ι- στορία σαν μκι ενκιία νομοτελειακή δια- δικασία, στην οποία κάθε εποχή, με την ανεπανάληπτη ιδιομορφία της, αποτελεί ταυτόχρονα μια νομοτελειακή βαθμίδα στη γενική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η ιστορική διαδικασία για το Χέγγελ αποτελεί απλώς μια ατέλειωτη αυτοανάπτυξη του πνεύματος, της ιδέ- ας. Από δω πηγάζει το αφηρημένο της χεγγελιανής φιλοσοφίας της ιστορίας και το αβάσιμο της σπ\\/ ερμηνεία της συ- γκεκριμένης πορείας της ιστορίας. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. η πα- ραδοσιακή μεταφυσική και οντολογική προβληματική, που βρισκόταν στο κέ- ντρο της προσοχής της φιλοσοφίας της ιστορίας, μετατοπίζεται σε σημαντικό βαθμό προς τις άλλες κοινωνικές επιστή- μες, έτσι ώστε οι θετικιστές θεωρητικοί να διακηρύξουν ακόμη και το τέλος κάθε φιλοσοφίας της ιστορίας και την αντικα- τάσταση της από την κοινωνιολογία. Ω- στόσο, η κοινωνιολογία δεν μπορούσε να αναλάβει όλη τη φιλοσοφικοϊστορική προβληματική. Η κρίση του θετικιστικού εξελικτισμού στα τέλη του 19ου - αρχές του 20ού αι. προκάλεσε την εμφάνιση νέων παραλλαγών της θεωρίας της ιστο- ρικής ανακύκλησης (Σπένγκλερ, Τόυν- μπι, Σορόκιν). Το πρόβλημα του νοήμα- τος της ιστορίας παραμένει κεντρικό στη χριστιανική φιλοσοφία της ιστορίας και εν μέρει στον υπαρξισμό (Γιάσπερς). Στην αστική φιλοσοφία της ιστορίας του 20ού αι. τα οικουμενικά προβλήματα της πα- γκόσμιας ιστορίας και του σύγχρονου πο- λιτισμού ερμηνεύονται συχνά με το πνεύμα του ανορθολογισμού και της α- παισιοδοξίας (πεσιμισμού) και στρέφο- νται κατά του μαρξισμού. Πλατιά διάδοση είχε επίσης και η λεγόμενη κριτική φιλο- σοφία της ιστορίας, που διαμορφώθηκε κατά τα τέλη του 19ου αι., στην οποία μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικά ρεύματα - το γνωσιολογικό και το λογικό - μεθοδολογικό. Η γνωσιολογική θεωρία και κριτική της ιστορικής γνώσης (που την αρχή της έθεσε ο Ντίλταϊ) δεν περιο- ρίζεται στα πλαίσια της καθαυτό ιστοριο- γραφίας, αλλά αναλύει την ιστορική συ- νείδηση με την πλατιά έννοια της λέξης. ' Ετσι, κατά τον Κρότσε, η θεωρία της ι- στοριογραφίας αποτελεί μόνο μία από τις εκδηλώσεις της «φιλοσοφίας του πνεύ- ματος». Η νεοκαντιανή φιλοσοφία της ι- στορίας (Βίντελμπαντ, Ρίκκερτ) συνδέε- ται στενά με τη θεωρία των αξιών. Η κύ- ρια φροντίδα αυτών των θεωριών είναι η διακήρυξη της ιδιομορφίας του αντικει- μένου και της μεθόδου της ιστορίας, της διαφοράς της από τη φυσιογνωσία και τις «φυσικοποιημένες» κοινωνικές επιστή- μες, ιδίως από την κοινωνιολογία. Πρω- τεύοντα ρόλο στο ρεύμα αυτό της φιλο- σοφίας της ιστορίας παίζει η φαινομενο- λογία. Η «αναλυτική» φιλοσοφία της ιστορίας, που συνδέεται με τη θετικιστική παράδο- ση, ασχολείται κυρίως με τη λογική - με- θοδολογική έρευνα της ιστορικής επι- στήμης, θεωρώντας ότι καθήκον της φι- λοσοφίας δεν είναι να ορίζει τους κανό- νες της ιστορικής μεθόδου, αλλά να περιγράφει και να αναλύει τη διαδικασία της έρευνας και τις μεθόδους ερμη- νείας που χρησιμοποιεί ο ιστορικός, και πριν απ' όλα τις ιδιομορφίες της λογικής της ιστορικής γνώσης (Ε. Νάγκελ, Κ. Γκέμπελ, Π. Γκάρντινερ, Ου. Ντρέι κ.ά.). Η πολυπλοκότητα των προβλημάτων και των μεθόδων της ιστορικής επιστήμης συμβάλλει στην αύξηση του ενδιαφέρο- ντος για τη φιλοσοφία της ιστορίας και 333
Φιλοσοφία της ιστορίας από μέρους των ιστορικών. Από το 1960 σης ΗΠΑ εκδίδεται το διεθνές περιοδικό «History and Theory», που ασχολείται με τα ζητήματα της φιλοσοφίας της ιστο- ρίας. Γνήσια επιστημονική φιλοσοφία της ιστο- ρίας αποτελεί η υλιστική αντίληψη της ι- στορίας, που απομακρύνει απ* αυτήν κά- θε τι το υπερφυσικό, το εξωιστορικό. Ο μαρξισμός έδειξε ότι οι άνθρωποι δη- μιουργούν οι ίδιοι την ιστορία, όντας ταυ- τόχρονα και ηθοποιοί, και συγγραφείς του κοσμοϊστορικού δράματος. Ωστόσο, οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους όχι αυθαίρετα, αλλά στη βάση των υφιστάμενων αντικειμενικών συνθηκών. Τα αποτελέσματα της δράσης των προη- γούμενων ανθρώπινων γενεών, αφού α- ντικειμενοποιήθηκαν σε ένα ορισμένο ε- πίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυ- νάμεων, στις σχέσεις παραγωγής, πα- ρουσιάζονται σε κάθε νέα γενεά ως κάτι το δεδομένο και ανεξάρτητο από τη θέ- ληση της, ως αντικειμενικοί όροι της δράσης κάθε νέας ανθρώπινης γενεάς. Μ' αυτή την έννοια η ανάπτυξη της κοι- νωνίας είναι μια φυσικοϊστορική νομοτε- λειακή διαδικασία. Αλλά η διαδικασία αυ- τή δεν είναι αυτόματη. Οι ώριμες ανά- γκες της υλικής ζωής της κοινωνίας δια- θλώνται στα συμφέροντα των κύριων τάξεων, και στην ανταγωνιστική κοινωνία πραγματώνονται μέσω της ταξικής πά- λης. Η εμφάνιση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας σήμανε τη ριζική υπερνίκηση της θεωρησιακής φιλοσοφίας της ιστο- ρίας. Η φιλοσοφία δεν έχει πλέον την α- ξίωση να χαράζει το a priori (προεμπειρι- κό) σχήμα της κοσμοϊστορικής ανάπτυ- ξης. Αν και η μελέτη του παρελθόντος, όπως και του παρόντος, δεν μπορεί να γί- νει χωρίς ορισμένες θεωρητικές προϋ- ποθέσεις, «... αυτές οι αφαιρέσεις κάθε άλλο, παρά δίνουν κάποια συνταγή ή κά- ποιο σχήμα, με τα οποία θα μπορούσε κα- νείς να συναρμόσει τις ιστορικές επο- χές. Αντίθετα, οι δυσκολίες αρχίζουν μό- νο τότε, όταν καταπιάνεται κανείς με την εξέταση και τακτοποίηση του υλικού - ανεξάρτητα αν αυτό ανήκει στο παρελ- θόν ή στο παρόν- όταν καταπιάνεται με την πραγματική περιγραφή του» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 3, σελ. 26). Στο σύστημα της σύγχρονης μαρξιστικής επιστήμης η φιλοσοφία της ιστορίας δεν αποτελεί αυτοτελή κλάδο. Η επεξεργα- σία της αντίστοιχης προβληματικής γίνε- ται κυρίως στα πλαίσια του ιστορικού υλι- σμού (ο οποίος, στην ουσία, είναι η μαρ- ξιστική φιλοσοφία της ιστορίας), καθώς και στα πλαίσια της λογικής της ιστορικής έρευνας (λογική ιδιομορφία της ιστορι- κής μεθόδου, είδη και μορφές ιστορικής περιγραφής, δομές της ιστορικής ερμη- νείας κ.λπ.) και στα πλαίσια της ίδιας της ιστορικής έρευνας (αρχές περιοδολόγη- σης της παγκόσμιας ιστορίας, ανάλυση συγκεκριμένων ιστορικών εννοιών κ.λπ.). Στο κέντρο της προσοχής των σοβιετι- κών ερευνητών βρίσκονται οι γενικές νο- μοτέλειες και η διαλεκτική της ιστορικής διαδικασίας, η θεωρία των κοινωνικοοικο- νομικών σχηματισμών, τα οικουμενικά προβλήματα του πολιτισμού και οι ιδιο- μορφίες της κοινωνικής ανάπτυξης στη σύγχρονη εποχή, καθώς και η σχέση της ιστορίας με τις άλλες κοινωνικές και φυ- σικές επιστήμες. (Βλ. επίσης Ιστορικός υλισμός). • Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Η γερμανική ιδε- ολογία, Άπαντα, τ. 3· Μαρξ Κ., Πρόλογος («Κριτική της πολιτικής οικονομίας»), στο ί- διο, τ. 13' Λένιν Β. Ι.; 7/ είναι οι «φίλοι του λα- ού» και πώς πολεμούν τους οοσιαλδημοκρά- τες;, Απαντα, τ. 1· Ασμους Β. Φ., Ο Μαρξ και ο αστικός ιστοριομός, Μ. - Λ., 1933 Κον Ι. Σ., Ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός και η κρίση της αστικής ιστορικής σκέψης, Μ. 1959* ΦίΑοσο- φικά προβλήματα της ιστορικής επιστήμης, Μ., 1969' Κόνραντ Ν. Ι., Δύση και Ανατολή, 334
Φιλοσοφία της φύσης Μ., 1972· Μαρκαριάν Ε. Σ., Πα τη γένεοίη της ανθρώπινης δραστηριότητας και κουλτούρας, Ερεβαν 1973* Σκβορτσόφ Λ. Β., Η διαλεκτική αντικειμενικού και υποκειμενικού στη φιλοσο- φία της ιστορίας, Μ., 1975· Γεροφέγεφ Ν. Α., Τι είναι η ιστορία, Μ., 1976 Λόσεφ Α. Φ., Η αρχαία φιλοσοφία της ιστορίας, Μ., 1977· Φι- λοσοφία και μεθοδολογία της ιστορίας, Συλ. άρθρων, [μετφ. από τα αγγλ., τα γερμ. και τα γαλ.], Μ., 1977· Κόλλιγουντ Ρ. Τζ.,Ηιδέα της ιστορίας. Αυτοβιογραφία, Μ., 1980' Κέλλε Β. Ζ., Κόβαλζον Μ. Γ., θεωρία και ιστορία. Μ., 1981 · Βώρου Φ., Φιλοσοφία της ιστορίας, στο Σεμινάριο 6 (της Πανελλήνιας ' Ενοχτης Φιλο- λόγων), σελ. 80 -101 · Aron R., La phllosopnie crltique de Γ histoire, Ρ., 1964· Dray W. H., Philosophy of history, Englewood Cliffs (N.J.), 1964· Danto A. C, Analytical philosophy of hi- story, Camb., 1965* Barraclough G., Main trends in history, N.Y., 1979. /. Σ. Kov Θεώρηση Φ. Βώρου (Συμπλήρωμα της ελληνικής σύνταξης) Ζητήματα μεθοδολογίας της ιστορικής έ- ρευνας και προβλήματα της ιστορικής γνώσης και ερμηνείας υπάρχουν διά- σπαρτα στο έργο αρχαίων ιστορικών, κυ- ρίως του Θουκυδίδη και του Πολύβιου. Κατά το Θουκυδίδη, οι άνθρωποι δη- μιουργούν την ιστορία τους* κίνητρο τους η ικανοποίηση των συμφερόντων και η δίψα για εξουσία (και η αλαζονία της δύναμης που οδηγεί σε πράξεις αυ- τοκαταστροφής). Οι θεοί και η τύχη δεν έχουν ανάμιξη στα ανθρώπινα. Η ερμη- νευηκή αρχή του Θουκυδίδη παρουσιά- ζεται σπιν πληρότητα της στο κεφ. 6,24, όπου αναλύει ο ίδιος πώς αποφάσισαν οι Αθηναίοι τη Σικελική εκστρατεία (τη θέ- λησαν, κυνηγώντας όλοι τους άμεσα και απώτερα οικονομικά συμφέροντα). Όσο για την ιστορική αλήθεια, βρίσκεται με βάσανο των πηγών, γιατί οι αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων τα αφηγούνται όλοι σύμφωνα με το τι θυμούνται και τι ευνοούν, δηλαδή σύμφωνα με την ιδεο- λογική τους συμπάθεια (1, 22). Φ. Κ. Βώρος Φιλοσοφία της Ιταλίας, βλ. Προσωκρα- τικοί. Φιλοσοφία της φύσης Θεωρητική ερ- μηνεία της φύσης θεωρούμενης στο σύ- νολο της. Τα όρια ανάμεσα στη φυσιο- γνωσία και τη φιλοσοφία της φύσης, η θέση της τελευταίας στη φιλοσοφία, ι- στορικά έχουν αλλάξει. Η φιλοσοφία της φύσης έπαιξε το σημαντικότερο ρόλο της στην Αρχαιότητα. Ουσιαστικά, η φι- λοσοφία της φύσης ήταν η πρώτη μορφή φιλοσοφίας. Οι αρχαίοι έλληνες φιλόσο- φοι της φύσης διατύπωσαν μκι σειρά υ- ποθέσεις που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της επιστήμης, όπως για πα- ράδειγμα η υπόθεση για το άτομο. Αργό- τερα η φιλοσοφία της φύσης ονομαζόταν συνήθως φυσική ή φυσιολογία, δηλαδή θεωρία για τη φύση. Η ίδκι η έννοια «φι- λοσοφία της φύσης» (philosophla natura- lis) κρατάει από το στωικισμό (Σενέκας). Κατά το Μεσαίωνα, όταν η φιλοσοφία προσεγγίζει τη θεολογία, η φιλοσοφία της φύσης σχεδόν εξαφανίζεται από το φιλοσοφικό ορίζοντα: επιμέρους στοι- χεία της αρχαίας φιλοσοφίας της φύσης προσαρμόσπικαν στις αντιλήψεις περί δημιουργίας της χριστιανικής, μουσουλ- μανικής και ιουδαϊκής θεολογίας. Η αύξηση του ενδιαφέροντος γκι τη φύ- ση στη φιλοσοφία της Αναγέννησης βρή- κε την έκφραση της στην καινούργια ακ- μή της φιλοσοφίας της φύσης, που συν- δέεται με τα ονόματα του Τζ. Μπρούνο, του Μπ. Τελέζιο, του Τζ. Καμπανέλλα, του Τζ. Καρντάνο, του Παράκελσου, του Φ. Πατρίτσι. Η φιλοσοφία της φύσης αυ- τής της εποχής αναπτυσσόταν κυρίως στη βάση του πανθεϊσμού και του υλοζωι- σμού. Χρησιμοποιόταν ιδκιίτερα πλατιά η αρχή της ταύτισης μικρόκοσμου και μα- 335
Φιλοσοφία του δικαίου κρόκοομου* προβλήθηκε η αρχή της συ- νολικής μελέτης της φύσης και μια σειρά από σοβαρές δωλεκτικές θέσεις (όπως η θεωρία για την πάλη των αντιθέτων ως πηγή των μεταβολών). Ωστόσο, στην κα- τανόηση της φύσης στο σύνολο της με- γάλο ρόλο έπαιζαν η φαντασία και οι α- στρολογικές και αλχημιστικές αντιλή- ψεις. Η τάση γκι κυρκιρχία πάνω στις φυ- σικές δυνάμεις γέννησε τη μαγεία, την καββάλα και το μυστικισμό των αριθμών. Το 17ο και 18ο αι.. την εποχή της θυελ- λώδους προόδου της μηχανικής, τότε που κυριαρχούσαν οι αναλυτικές μέθοδοι κι ο μεταφυσικός τρόπος θεώρησης της φύσης, η φιλοσοφία της φύσης απωθεί- ται στο περιθώριο των φιλοσοφικών ανα- ζητήσεων. Στη γερμανική κλασική φιλο- σοφία, η φιλοσοφία της φύσης προβάλ- λεται εκ νέου ως ένας από τους βασι- κούς φιλοσοφικούς κλάδους, ιδίως στο σύστημα του Σέλλινγκ, που προσπάθησε, στη βάση του αντικειμενικού ιδεαλισμού, να γενικεύσει τα επιτεύγματα της φυσιο- γνωσίας της εποχής του. Ο Σέλλινγκ διατύπωσε τη διαλεκτική ιδέα ότι η «πολικότητα» είναι η βάση της δια- φοροποίησης της αρχικής ενότητας της φύσης κι ότι οι ανώτερες μορφές αποτε- λούν προαγωγή των κατώτερων. Τη φιλο- σοφία της φύσης του Σέλλινγκ ανέπτυ- ξαν παραπέρα ο Λ. ' Οκεν, ο Ντ. Μ. Βελ- λάνσκι, καθώς κι ορισμένοι φυσιοδίφες. Οι Κ. Μαρξ και Φ. ' Ενγκελς εκτιμούσαν ιδιαίτερα τη σημασία της «παλιάς» φιλο- σοφίας της φύσης, ταυτόχρονα όμως έ- δειχναν την ιστορική της στενότητα. Χα- ρακτηρίζοντας τη φιλοσοφία της φύσης, ο ' Ενγκελς έγραψε ότι αυτή «... αντικα- τέστησε τις άγνωστες ακόμη σ' αυτήν πραγματικές σχέσεις των φαινομένων με ιδεαλιστικές, φανταστικές σχέσεις και α- ναπλήρωσε τα δεδομένα που της έλει- παν με επινοήσεις, λύνοντας τα πραγμα- τικά προβλήματα μόνο στη φαντασία. Ω- στόσο, διατυπώθηκαν απ' αυτήν πολλές μεγαλοφυείς σκέψεις και προμαντεύτη- καν πολλές από τις μετέπειτα ανακαλύ- ψεις* όμως δεν ήταν λίγες επίσης οι ανο- ησίες. Τότε δεν μπορούσε να είναι και διαφορετικά. Τώρα όμως, που αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στ' αποτελέσματα της μελέτης της φύσης διαλεκτικά, δηλαδή από την άποψη της ίδιας της σχέσης τους,... επήλθε το τέλος της φιλοσοφίας της φύσης» (Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 21, σελ. 304 - 05). Προσπά- θειες αναβίωσης της φιλοσοφίας της φύ- σης έγιναν στα τέλη του 19ου - αρχές 20ού αι. από τους Β. Οστβαλντ, Χ. Ντρις, Τ. Λιψ κ.ά., που δοκίμασαν να ξε- περάσουν, με τη βοήθεια της φιλοσο- φίας της φύσης, την κρίση της νεότερης φυσιογνωσίας. Στοιχεία ιδεαλιστικής φι- λοσοφίας της φύσης υπάρχουν στη θεω- ρία της αναδυόμενης εξέλιξης και στη φιλοσοφία του Α. Ουάιτχεντ. Ο διαλεκτικός υλισμός, ορμώμενος από τη λενινιστική οριοθέτηση της φιλοσοφι- κής έννοιας της ύλης και της μελέτης της από τις επιστήμες, αποκλείει τη δυ- νατότητα να υπάρχει η φιλοσοφία της φύσης ως ξεχωριστός φιλοσοφικός κλά- δος, που τίθεται πάνω από τις φυσικές ε- πιστήμες και τις καθοδηγεί. Τα φαινόμε- να της φύσης από φιλοσοφική άποψη τα ερμηνεύει η δκιλεκτική της φύσης, τμή- μα του διαλεκτικού υλισμού. • Κουζνετσόφ Μη. Γκ., Η εξέλιξη της εικό- νας του κόσμου, Μ., 1961 · Dingler Η., Geschi- chte der Naturphilosophie, Β., 1932· Natur- philosophie. Von der Spekulation zur Wis- senschaft, hrsg. V. H. Hörz, R. Löther, S. Wol- Igast, B.. 1969' ΜππΌάκη Ευτ., Η φύοη στη διαλεκτική φιλοσοφία, «Σύγχρονη Εποχή», 1984. Θεώρηση Φ. Βώρου Φιλοοοφία του δικαίου. Επιστήμη για τα γενικότερα θεωρητικά και κοσμοθεω- ρητικά προβλήματα του δικαίου και του 336
Φιλοσοφία του δικαίου κράτους. Από τις νομικές επιστήμες, που μελετούν τα συγκεκριμένα συστήμα- τα του δικαίου, διαφέρει στο ότι αυτή θέ- τει και λύνει τα προβλήματα αυτά σε φι- λοσοφικό επίπεδο. Η φιλοσοφία του δικαίου διαμορφώθηκε, και για μακρό διάστημα εμφανιζόταν, ως συστατικό τμήμα των φιλοσοφικών συ- στημάτων. ' Ηδη στην αρχαία φιλοσοφία (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) απο- τελούσαν θέματα έντονων συζητήσεων προβλήματα, όπως οι σχέσεις δικαίου και δικαιοσύνης, δικαίου και νόμου, δικαίου και δύναμης, η θέση του δικαίου στην ιε- ραρχία των κοινωνικών αξιών κ.λπ. Ιδιαί- τερα σημαντική θέση η φιλοσοφία του δι- καίου κατείχε στη φιλοσοφία του Δκιφω- τισμού (θεωρία του φυσικού δικαίου*) και στη γερμανική κλασική φιλοσοφία (π.χ., ^'Φιλοσοφία του δικαίου» του Χέγγελ), ό- ταν αποτελούσε μορφή της κοινωνικής φιλοσοφίας, που θεμελίωνε ένα ορισμέ- νο κοινωνικό και κρατικό σύστημα. Αργό- τερα, η φιλοσοφία του δικαίου άρχισε να μετατρΐέπεται σε συστατικό τμήμα της νομικής επιστήμης, που αναπτύχθηκε ευρύτατα στχ]\/ αστική κοινωνία. Οχι σπάνια ο όρος «φιλοσοφία του δικαίου» χρησιμοποιείται στη νομική επιστήμη ως συνώνυμο της γενικής διδασκαλίας (της γενικής θεωρίας) για το δίκαιο. Ωστόσο, από τα τέλη του 19ου αι. η φιλοσοφία του δικαίου νοείται συχνότερα, με τη στενό- τερη σημασία, ως αυτόνομος κλάδος, που διαφέρει από τη γενική θεωρία και την κοινωνιολογία του δικαίου και καλεί- ται να μελετήσει όχι το καθαυτό ισχύον δίκαιο και την πραγματική νομική τάξη, αλλά τις ιδεατές, τις πνευματικές αρχές, που αποτελούν τάχα τη βάση του δι- καίου. Βασική έννοια της έτσι νοούμενης αστικής φιλοσοφίας του δικαίου γίνεται η «ιδέα του δικαίου» στη νεοκαντιανή (Στάμλερ, Ράντμπρουχ, Μπ. Α. Κιστιακό- φσκι κ.ά.) ή στη νεοχεγγελιανή της (Γ Μπίντερ, Κ. Λόρεντς κ.ά.) ερμηνεία. Μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο στη φιλοσοφία του δικαίου επικρατεί η επί- δραση των Χούσσερλ, Σέλλερ, Ν. Χάρ- τμαν, καθώς και του υπαρξισμού. Ως α- ντίδραση σπι μακρόχρονη κυριαρχία του νεοκαντιανισμού, η φαινομενολογική γραμμή της φιλοσοφίας του δικαίου (που έχει τις ρίζες της στον Α. Ράιναχ) συγκε- ντρώνει την προσοχή της στην «οντολο- γία του δικαίου», ταυτόχρονα όμως έχει υπόψη της κάποιο ιδεατό Είναι του δι- καίου, ακριβέστερα των «νομικών ει- δών», «ουσιών» και «αξκόν», που προηγή- θηκαν των πραγματικών νομικών κατηγο- ριών και κανόνων.' Ετσι, ο νομοθέτης και ο νομολόγος, το ίδιο όπως και ο μαθημα- τικός, απλώς ανακαλύτπ-ουν τις νομικές έννοιες, τους κανόνες και τις αξίες με τη μέθοδο της φαινομενολογικής αναγω- γής. Η υπαρξιστική γραμμή (Β. Μαϊχό- φερ, Ε. Φέχνερ) θεωρεί πραγματικό Εί- ναι του δικαίου όχι το πλέγμα των κανό- νων, αλλά το νομικό βίωμα των συγκεκρι- μένων καταστάσεων ειδικότερα, και η δικαιοσύνη καλείται να εξαγάγει το δί- καιο από τις συγκεκριμένες καταστάσεις και όχι από τους προκαθορισμένους κα- νόνες. Με την εμφάνιση του μαρξισμού η φιλο- σοφία του δικαίου τέθηκε για πρώτη φο- ρά σε υλιστική βάση. Η εφαρμογή στο δί- καιο των αρχών του διαλεκτικού και του ι- στορικού υλισμού έδωσε- τη δυνατότητα να αποκαλυφθούν ολόπλευρα η ουσία του δικαίου, οι σχέσεις του με τους άλ- λους κοινωνικούς θεσμούς και κανόνες, ο οικονομικός, πολιτικός και ιδεολογικός του ρόλος, η θέση του στο σύστημα των κοινωνικών αξιών, οι ιστορικές του προο- πτικές. Ο μαρξισμός συνδυάζει τη φιλο- σοφική, την κοινωνιολογική και την κα- θαυτό νομική προσέγγιση της μελέτης του δικαίου και δεν τις αντιπαραθέτει, ό- πως συμβαίνει με την αστική νομολογία. Από την άποψη αυτή, η φιλοσοφία του δι- καίου προβάλλει ως μία από τις πλευρές Φ.Λ. 5-22 337
Φιλοσοφία του κοινού νου της θεωρίας του κράτους και του δι- καίου, ως γενικευτικός, θεωρητικός κλά- δος στο σύστημα των νομικών επιστη- μών. Στη νομική φιλολογία ο όρος «φιλοσοφία του δικαίου» χρησιμοποιείται επίσης και σχετικά με το σύνολο εκείνων των προ- βλημάτων της θεωρίας του δικαίου (ιδιαί- τερα των μεθοδολογικών και των γνωσιο- λογικών), που η λύση τους απαιτεί την ευ- ρεία και άμεση χρήση μιας σειράς φιλο- σοφικών θέσεων και συμπερασμάτων. • Τουμάνοφ Β. Α., Η αστική νομική ιδεολο- γία, Μ., 1971 Κερίμοφ Ντ. Α., Φιλοσοφικά προβλήματα του δικαίου, Μ., 1972· Γιάβιτς Λ. Σ., Γενική Θεωρία του δικαίου, Α., 1976* Pe- schka V., Grundprobleme der modernen Re- chtsphilosophie, [Bdpst], 1974. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φιλοσοφία του κοινού νου, βλ. Σκω- τίας σχολή. Φιλοσοφία του πολιτισμού (ή της κουλτούρας, από το γερμανικό Kulturphi- losophie). Κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά την ουσία και τη σημασία του πο- λσισμού. Τον όρο «κουλτούρα» εισήγαγε στις αρχές του 19ου αι. ο γερμανός ρο- μαντικός Α. Μύλλερ. Πρέπει να διαχωρί- ζεται η φιλοσοφία του πολιτισμού τόσο από τη φιλοσοφία της ιστορίας* - αφού η διαδικασία της πολιτιστικής δημιουργίας δε συμπίτττει με τις (ράσεις της ιστορικής εξέλιξης - όσο κι από την κοινωνιολογία του πολιτισμού, η οποία τον αντιμετωπί- ζει από την πλευρά της λειτουργικότη- τας του στο δοσμένο σύστημα κοινωνι- κών σχέσεων. Η προβληματική της φιλοσοφίας του πο- λΓΓίσμού συνειδητοποιείται για πρώτη φο- ρά από τους σοφιστές, που διατύπωσαν την αντινομία φύσης και νόμου (ταυτιζό- μενου με τις αξίες του πολιτισμού). ' Ε- τσι, σύμφωνα με τον Ιππία, οι ανθρώπινοι θεσμοί (συνήθειες, νόμοι) «σε πολλά πα- ραβιάζουν τη φύση» (Πλάτωνος Πρωτα- γόρας 337d). Οι κυνικοί (Αντισθένης, Διογένης) ανέπτυξαν την αντιπαράθεση αυτή, φτάνοντας ώς το σημείο να κηρύσ- σουν την ανάγκη επιστροφής στη φύση, στην απλότητα της πρωτόγονης ζωής. ' Εγιναν, έτσι, από τους πρώτους κρπές του πολιτισμού. Η κριτική των κυνικών στην προσποίηση και τη διαφθορά της πολιτισμένης κοινωνίας, που υιοθετήθη- κε σε μετριοπαθέστερη μορφή από τους στωικούς, αποτέλεσε αναπόσπαστο στοι- χείο της πνευματικής ατμόσφαιρας, μέ- σα στην οποία αναπτύχθηκε η κοινωνική σκέψη του πρώιμου χριστιανισμού και η δική του «πολιτιστική θεολογία». Στους Νεότερους Χρόνους η προβληματική και η κριτική της φιλοσοφίας του πολπισμού αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τους Βίκο, Ρουσσώ, Σίλλερ (θεωρία περί «αφελούς» και «συναισθηματικής» ποίησης (ος δύο φάσεων ανάπτυξης του πολιτισμού), τον Γκέρντερ και τους ρομαντικούς της Ιέ- νας (ιδέα της ατομικής ιδιομορφίας των εθνικών πολιτισμών και των μεμονωμέ- νων ιστορικών βαθμίδων της ανάπτυξης τους). Από το Νίτσε και εν μέρει από τους ρώσους «σλαβόφιλους» μπορούμε να χρονολογήσουμε την ύπαρξη της φι- λοσοφίας του πολιτισμού με τη στενή έν- νοια - ως φιλοσοφικής θεώρησης των διαφόρων σταδίων εξέλιξης του. Το κέ- ντρο βάρους πέφτει τώρα στην αντιπα- ράθεση των πολιτιστικών φαινομένων (kultur). ως οργανικής ολότητας, με τον τεχνικό πολιτισμό (clvllisatlon) ως έκφρα- ση της μηχανιστικής και ωφελιμιστικής σχέσης προς τη ζωή (Ζίμμελ, Σπέν- γκλερ, Κλάγγες, Γ Κάιζερλινγκ, Ορτέ- γκα υ Γκασέτ κ.ά. εκπρόσωποι της φιλο- σοφίας της ζωής, Λεόντιεφ, Ντανιλέ- φσκι, Μπερντιάγεφ κ.ά. εκπρόσωποι της ρωσικής διανόησης). Στα έργα του Ντα- νιλέφσκι και του Σπένγκλερ η ιδέα αυτή συνδυάζεται με την άποψη ότι ο κάθε πολιτισμός (εθνικός ή ιστορικός) είναι α- 338
Φιλοσοφικά λ6ξικά και εγκυκλοπαίδειες πόλυτα κλειστός και στεγανός, πράγμα που συνοδεύεται με την άρνηση της πα- νανθρώπινης σημασίας του πολιτισμού. Η τάση απαλλαγής από το ρελατιβισμό και το σκεπτικισμό κατά τη θεώρηση του πο- λιτισμού οδήγησε τον Τόυνμπι στην ανα- βίωση των θρησκευτικών - φιλοσοφικών ι- δεών του Αυγουστίνου. Ο Σ. Λ. Φρανκ προσπάθησε να παρουσιάσει τα πολιτιστι- κά φαινόμενα (kultur) και τον τεχνικό πο- λσισμό (civilisation) ως διαφορετικά, αλ- λά συνυπάρχοντα αναγκαία επίπεδα στην ανάπτυξη του πολπισμού. Ο μαρξισμός αντιμετωπίζει όλα τα σχετι- κά προβλήματα (σχέση κοινωνίας και φύ- σης, συνέχεια στην ανάπτυξη των μορ- φών κοινωνικής συνείδησης, σχέση με- ταξύ πνευματικής ανάπτυξης και υλικής παραγωγής κ.ά.) μέσα στα πλαίσια του ι- στορικού υλισμού, θεωρώντας τον πολιτι- σμό ως ιστορικά συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας και του ανθρώ- που, ως φαινόμενο πανανθρώπινο και τα- ξικό, εξαρτημένο από τα κοινωνικά - οι- κονομικά συστήματα, με την αλλαγή των οποίων αλλάζει και αυτός. Μέσα σ' αυτή τη διαδικασία κάθε μεταγενέστερος πο- λσισμός αφομοιώνει και επανεπεξεργά- ζεται τα επιτεύγματα του προηγούμε- νου. Βλ. Πολιτισμικό πλέγμα και βιβλγ. • Καρέγιεφ Ν., Η φιλοσοφία της πολιτιστικής και κοινωνικής ιστορίας των Νεότερων Χρό- νων, ΣΠ-ργκ, 1902* Βίντελμπαντ Β., Η φιλο- σοφία του πολπΊομού κι ο υπερβατικός ιδεαλι- σμός, «Λόγος», 1912, βιβ. 2· Στεπούν Φ., Η τραγωδία της δημιουργίας, στο ίδιο, βιβ. 1· Ρίκκερτ Γκ., Οι αξίες της ζωής και οι αξίες του πολιτισμού, στο ίδιο, 1912 -13, βιβ. 1 -2· ΖΙμ- μελ Γκ., Η σύγκρουση του σύγχρονου πολιτι- σμού [μετφ. από τα γερμ.]. Π., 1923* Μπλοκ Α., Η πτώση του ανθρωπισμού, Επιλογή Έρ- γων, τ. 6, Μ. - Α., 1962· Μεζούγεφ Β. Μ., Πο- λιτισμός κι ιστορία, Μ., 1977* Dempf Α., Kulturphilosophie, [Münch - Β., 1932]· Por- tmann Α.. Natur und Kultur im Sozialleben, Basel, 1946* Schweitzer Α., Kulturphilosophie. Bd 1-2, MUnch., 1948· Rustow Α., Ortst)e- stimmung der Gegenwart, Bd 1 - 3, Erlenbach - Z. - Stuttg., 1952 - 57 Weber Α., Prinzipien der Qeschichts und Kultursoziologie. Münch., [1951]. θεώρηση Γρ. θέμελη - Αλστζόγλου Φιλοσοφικά λεξικά και εγκυκλοπαί- δειες. Εκδόσεις που περιέχουν τις κυ- ριότερες πληροφορίες σχετικά με τη φι- λοσοφία και τους κλάδους της. Πριν ακό- μα αρχίσουν να τυπώνονται βιβλία, τα έρ- γα των αρχαίων στοχαστών και των διανοητών του Μεσαίωνα (Αριστοτέλης, Ιμπν Σίνα, Θωμάς Ακινάτης κ.ά.) περιεί- χαν άφθονους ορισμούς και ερμηνείες φιλοσοφικών όρων και εννοιών. Η πρώτη έντυπη φιλοσοφική εγκυκλοπαί- δεια -το «Φιλοσοφικό μαργαριτάρι»- συ- ντάχθηκε από το Γρηγόριο Ράις (Reish G., Margarita philosophica, s. Ι [Hdib.?], s. a. [1496?]· Strasburg, 1503,1504* στα δώδεκα μέρη που την αποτελούσαν υ- πήρχαν υλικά για τη φιλοσοφία της φύ- σης, τη λογική, την ψυχολογία, την ηθική. Την πρώτη εγκυκλοπαίδεια που ήταν ε- ξολοκλήρου αφιερωμένη στη φιλοσοφία συνέταξε ο βενετός Τζοβάννι Μπατίστα Μπερνάντο ^Σεμινάριο, ή Λεξικό σε τρεις τόμους με ευρετήρια για τη φιλο- σοφία του Πλάτωνα, των περιπατητικών, των στωικών» (Bemardus Joannes Bapti- sta, Seminarium siue lexicon triplex at- que indices in philosophiam Piatonicam, peripateticam stoicam, v. 1 - 3, Venetiis, 1582 - 85). To 17o αιώνα οι πιο γνωστές εκδόσεις ή- ταν: Μπουρχαρντί Ν., Φιλοσοφικό ρε- περτόριο (Burchardi Ν., Repertorium phi- losophicum, Lpz., 1614)· Γκοκλένιους Ρ., Φιλοσοφικό λεξικό (Gocienius R., Lexi- con philosophicum, Francofurti, 1613)· 'Αλστεντ Ι. Γκ., Φιλοσοφική σύνοψη (Ai- sted J. Η., Compendium philosophicum, Herbornae Nassoviorum, 1626)· Ρεμπ Γκ., Φιλοσοφικοί ορισμοί (Reeb G., Di- 339
Φιλοσοφικά λεξικά και εγκυκλοπαίδειες stinctiones philosophicae, Ingoldstadii, 1629)· Φόκλμαρ Γκ., Φιλοοοψικό λεξικό (Volckmar Η., Dictionarium philosophi- cum, Giessen, 1676). Το 18ο αι. οι σημαντικότερες ήταν: Μπα- ουμάιστερ Φ. Χ., Φιλοοοφικοί ορισμοί (Baumeister Ε. C., Philosophia definitiva, hoc est definitlones philosophicae, Vite- mpergae, 1735)· Χιούμπνερ I. Γκ., Σύντο- μο φιλοσοφικό λεξικό (HUbner J. Η., Co- mpendieuses lexicon philosophicum..., Frankfurt - Lpz., 1715)· Πλεξιάκους, Φι- λοσοφικό λεξικό (Plexiacus, Lexicon phi- losophicum, Hagae, 1716)* Βαλχ I. Γκ., Φιλοσοφικό λεξικό (Walch J. G., Philoso- phisches Lexicon, Lpz., 1726)· Βολταί- pou, Φιλοσοφικό λεξικό τσέπης (Voltaire, Dictionnaire philosophique portatif, Lon- ders [πρακτικά Γενεύη], 1764)· Μαϊμόν Σ., Φιλοσοφικό λεξικό (Maimon S., Philo- sophisches Wörterbuch, Β., 1791)· Μέ- λιν Γκ. Σ. Α., Εγκυκλοπαιδικό λεξικό κριτι- κής φιλοσοφίας, τ. 1 - 6 (Mellin G. S. Α., Encyclopädisches Wörterbuch der Kriti- schen Philosophie, Bd 1 - 6. Züllichan - Lpz. - Jena, 1797 - 1804). Τα σημαντικότερα φιλοσοφικά λεξικά και εγκυκλοπαίδειες που εκδόθηκαν το 19ο αι. ήταν: Κρουγκ Β. Τ., Γενικό λεξικό φι- λοσοφικών επιστημών με τη βιβλιογραφία και την ιστορία τους, τ. 1 - 5 (Krug R. W. Τ., Allgemeines Handwörterbuch der phi- losophischen Wissenschaften, nebst, ih- rer Literatur und Geschichte, Bd 1 - 5, Lpz., 1827 - 29)'Λεξικό φιλοσοφικών επι- στημών, συντάκτης του ο Α. Φρανκ (Dic- tionnaire des Sciences philosophiques, ed. Α. Franck, ν. 1 -6, Ρ.. 1844-52)· Κίρ- χνερ Φ., Λεξικό βασικών φιλοσοφικών εννοιών (Kirchner F., Wörterbuch der phi- losophischen Grundbegriff, Hdib., 1886)· ' Είσλερ Ρ., Λεξικό φιλοσοφικών εννοιών κι εκφράσεων, τ. 1-8 (Eisler R., Wörter- buch, der philosophischen Begriffe ndu Ausdrüche, Lfg. 1 8, B., 1899). Στη Ρωσία, το πρώτο λεξικό 27 φιλοσοφι- κών όρων (ταυτόχρονα σε ρωσ., λατιν., γαλ., γλώσσα) ήταν αυτό που περιέλαβε ο Γκ. Ν. Τεπλόφ στο έργο του «Γνώσε/ς που αφορούν γενικά στη φιλοσοφία προς όφελος εκείνων που περί του αντικειμέ- νου αυτού δεν μπορούν να διαβάσουν ξένα βιβλία» (βιβ. 1. ΣΠ-ργκ. 1751. σελ. [14]). Ο Α. Ι. Γκάλιτς περιέλαβε το «^ο«- μιο φιλοσοφικού λεξικού» (217 όρων) στο 2ο βιβ. της <^Ιστορίας των φιλοσοφικών συστημάτων» (ΣΠ-ργκ, 1819, σελ. 300 - 40)· η αυτοτελής έκδοση από τον Γκάλιτς του «Λεξικού φιλοσοφικών αντικειμέ- νων» διακόπηκε στο 1 τεύχος (Α - Βκ, ΣΠ-ργκ, 1845). Το πιο περιεκτικό προε- παναστατικό «Φ/λοσοφ/κό λεξικό» συνέ- ταξε ο Σ. Σ. Γκογκότσκι (τ. 1 - 4, Κίεβο, 1857 73)· σ' αυτόν ανήκει επίσης το <^Φιλοσοφικό λεξικό, ή Σύντομη ερμηνεία φιλοσοφικών και άλλων επιστημονικών εκφράσεων που απαντώνται στην ιστορία της φιλοσοφίας» (Κίεβο, 1876). Στις αρ- χές του 20ού αι. συντάχθηκε από το Σ. Λ. Ράντλοφ ένα σύνθετο <^Φιλοσοφικό λεξι- κό λογικής, ψυχολογίας, ηθικής, αισθητι- κής και ιστορίας της φιλοσοφίας» (τ. 1 - 2, ΣΠ-ργκ, 1904). Η <<Λαϊκή εγκυκλοπαί- δεια επιστημονικών κι εφαρμοσμένων γνώσεων» αφιέρωσε τον τ. 9 στη «Φιλο- σοφία και παιδαγωγική» (Μ., 1911). Στην ΕΣΣΔ στα 1930 και 1931 κυκλοφό- ρησε το «Σύντομο φιλοσοφικό λεξικό» του Τ. Σ. Ιστσένκο. Το 1939 εκδόθηκε το «Σύντομο φιλοσοφικό λεξικό» με συντά- κτες τους Μ. Ρόζενταλ και Π. Γιούντιν σε βελτιωμένη μεταγενέστερη έκδοση πήρε τον τίτλο «Φ/λοσοφ/κό λεξικό» [1963, 1972. 1980 (συντ. Ι. Τ. Φρολόφ)]. «Σύντομο λεξικό φιλοσοφίας» (Μ., 1966, 1970) εκδόθηκε κάτω από τη γενική επι- μέλεια των Ι. Β. Μπλάουμπεργκ, Π. Β. Κόπνιν, Ι. Κ. Παντίν (1979, συντ. Μπλά- ουμπεργκ και Παντίν). Η πρώτη στον κό- σμο μαρξιστική - λενινιστική «Φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια» (με αρχισυντ. το Φ. Β. Κονσταντίνοφ) κυκλοφόρησε στα 1960 - 340
Φιλοσοφικά λεξικά και εγκυκλοπαίδειες 70 σε 5 τόμους. Στην ΣΣΔ Ουκρανίας εκ- δόθηκε το «Φιλοσοφικό λεξικό» (με συντ. το Β. Ι. Σινκαρούκ, Κίεβο, 1973). Υ- πάρχουν μεταφρασμένα στη ρωσική γλώσσα το <^Ιστορικό και κριτικό λεξικό» του Π. Μπέιλ (γεν. συντ. Β. Μ. Μπο- γκουσλάορσκι, τ. 1 - 2, Μ., 1968) και το <<Φιλοοοφικό λεξικό» του Γκ. Σμίθ (γεν. συντ. Μ. Μ. Ρόζενταλ Μ., 1961). Εκτός από τα γενικά φιλοσοφικά λεξικά, στην ΕΣΣΔ έχουν εκδοθεί μια σειρά λεξικά λο- γικής, ηθικής, αισθητικής κι αθεϊσμού. Στις ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες εκδόθηκαν μια σειρά γενικά φιλοσοφικά λεξικά. Γερμανική Λ. Δ.: Μπουρ, Μ., Κό- λινγ Α., Μικρό λεξικό μαρξιστικής - λενινι- στικής φιλοσοφίας (Buhr Μ., Kosing Α., Kleines Wörterbuch der marxistisch - le- ninistischen Philosophie, B., 1966, 1974)· Φιλοσοφικό λεξικό, με συντ. τους Γ. Κλάους και Μ. Μπουρ (Philosophisches Wörterbuch, hrsg. ν. G. Klaus und Μ. Buhr. Lpz.. 1964· Bd 1 - 2, 1975). Γιου- γκοσλαβία: Γκρλιτς Ντ., Λεξικό του φιλό- σοφου (Griio D., Leksikon filozofa. Za- greb, 1968)· Φ/λοσοφ/κόλεξ/κό, αρχισυντ. Β. Φιλιπόβιτς (Firozofijski vjeönik, gl. ured. V. Filipovio, Zagreb, 1965). Ουγγα- ρία: Μικρό φιλοσοφικό λεξικό (Filozofiai kislexikon, Bdpst, 1964, 1973). Ρουμα- νία: Μικρό φιλοσοφικό λεξικό (Mic dictio- nar filozofiv, Buc, 1969, 1973). Τσεχο- σλοβακία: Μπλάτνα - Οραλκόβα Α., Τσέχο - ρωσικό και ρώσο - τσεχικό λεξικό φιλο- σοφίας και μαρξισμού - λενινισμού (Blat- ηά - Oralkovä L., "Cesko - rusky a vusko - fieskv slovnik ζ oboru filosofie a marxi- smu - leninismu, Praha, 1958)· Σύντομο φιλοσοφικό λεξικό (Struöny filosoficky slovnik, Praha, 1966). Ορισμένα από τα γενικά φιλοσοφικά λεξι- κά και εγκυκλοπαίδειες που έχουν εκδο- θεί τον 20ό αι. στις κεφαλαιοκρατικές χώρες. Αργεντινή: Μπόιερ Π., Σύντομο λεξικό φιλοσοφίας (Boyer Ρ., Diccionario breve de filosofia, Β. Aires, 1962)· Ρούις Μορένο Μ. Τ., Φιλοσοφικό λεξικό (Ruiz Moreno Μ. Τ., Vocabulario filosofico, Β. Aires, 1941* 1946)· Φιλοσοφικό λεξικό, με συντ. τους Ι. Κίλες και Χ. Ρέι Πάστορ (Diccionario filosofico, dir. Ι. Quiles y J. Rey Pastor. B. Aires, 1952). Βέλγιο και Ολλανδία: Μπάλλεστρεμ Κ., Ρωσική φι- λοσοφική ορολογία (ρώσο - άγγλο - γερ- μανό - γαλλικό λεξικό) fBallestrem Κ. G., Russian philosophical terminology, Dor- drecht, 1964)· Γκρότεν Ι., Στένμπεργκεν Γκ. Ι., Φιλοσοφικό λεξικό (Grooten J.. Steenbergen G. J., Filosofisch lecixon, Antw. - Amst., 1958)· Μικρή φιλοσοφική και ψυχολογική εγκυκλοπαίδεια του Ελ- ζεβίρ (Elseviers kleine filosofische en psychologische encyclopedie, Amst. Brüssel, 1960* Elseviers filosofische en psychologische encyclopedie. Amst., 1970). Γαλλία: Μπλαν Σ., Λεξικό της αρ- χαίας, νέας και σύγχρονης φιλοσοφίας, τ. 1 - 2, (Blanc Ε., Dictionnaire de Philo- sophie ancienne, moderne et contempo- raine, t. 1 - 2, syppl., P., 1906 - 09)· Γκο- μπλό Ε., Φιλοσοφικό λεξικό (Goblot Ε., Le vocabulaire philosophique Ρ., 1901· 1938)· Ζολιβέ Ρ. Λεξικό φιλοσοφίας (Jo- livet R., Vocabulaire de la Philosophie, Lyon, 1942· 1957)· Κυβιλιέ Α., Νέο φιλο- σοφικό λεξικό (Cuvillier Α., Nouveau vo- cabulaire philosophique. Ρ., 1956)· Λα- λάντ Α., Ειδικό κριτικό λεξικό φιλοσοφίας (Lalande Α., Vocabulaire tochnique et critique de la Philosophie, fasc. 1 - 21, P., 1902 - 22· 1972)· Λεγκράν Ζ., Λεξικό φι- λοσοφίας (Legrand G.. Dictionnaire de Philosophie, P., 1973)· Λεξικό των μεγά- λων φιλοσοφικών θεωριών, συντ. Λ. Ζερ- φανιόν (Dictionnaire des grandes philo- sophies, sous la dir. de L. Jeφhagnon, Toulouse, 1973)· Φουλκιέ Π., Λεξικό της φιλοσοφικής γλώσσας (Foulquio Ρ., Dic- tionnaire de la lanque philosophique. Ρ.. 1962· 1969). Γερμανία (ώς το 1945): Α- πελ Μ., Φιλοσοφικό λεξικό (Apel Μ., Phi- losophisches Wörterbuch, Β., 1930)* Βά- 341
Φιλοσοφικά λεξικά και εγκυκλοπαίδειες γκνερ Ρ., Φιλοσοφικό λεξικό (Wagner R., Philosophisches Wörterbuch, Münch. Β., 1923)· Κλάουμπργκ Κ. Β., Ντούμπι- σλαβ Β., Συστηματικό λεξικό φιλοσοφίας (Clauberg Κ. W., Dubislav W., Systemati- sches Wörterbuch der Philosophie, Lpz., 1923)· Μάουτνερ Φ., Λεξικό φιλοσοφίας, τ. 1 - 2 (Mauthner F., Wörterbuch der Phi- losophie, Bd 1 - 2, Münch. - Lpz., 1910· Bd 1 - 3, Lpz.. 1923 - 24)· Οντεμπρεχτ Ρ., Σύντομο φιλοσοφικό λεξικό. Επεξήγη- ση των βασικών εννοιών φιλοσοφίας (Ο- debrevht R., Kleines philosophisches Wörterbuch. Erklärung der Grundbegriffe der Philosophie, B., 1908· 1929)* Ράινερ I., Φιλοσοφικό λεξικό (Rainer J., Philoso- phisches Wörterbuch, Lpz., 1912)· Έη- σλερ Ρ., Φιλοσοφικό λεξικό τσέπης (Eisler R., Handwörterbuch der Philosophie, Β., 1913* Tou ίδιου, Wörterbuch der philoso- phischen Begriffe und Ausdrücke. Bd 1 - 3, B., 1927 - 1930). ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία: Βύλνερ Μη., Λεξικό της φιλο- σοφίας του σχολαστικισμού (Wuellner Β., Dictionary of scholastic philosophy, Mil- waukee, 1956 1966)· ^Σύντομη εγκυ- κλοπαίδεια της δυτικής φιλοσοφίας και των φιλοσόφων», με συντ. τον Τζ. Ο. Ούρμσον («The concise encyclopaedia of western philosophy and philosophers», ed. by J. O. Urmson, L., i960)· Λέι- σι Α. Ρ., Λεξικό φιλοσοφίας (Lacey Α. R., Α dictionary of philosophy, L., [α.ο.], 1979)· Νάουμαν Σ., Λεξικό της αμερικα- νικής φιλοσοφίας (Nauman S., Dictiona- ry of American philosophy, N.Y., 1973)· Λεξικό φιλοσοφίας, ouvr. Ντ. Ντ. Ρανς (Dictionary of philosophy, ed. by D. D. Runes, N.Y., 1942* i960)· /\εξίκό φ/λο- σοφίας και ψυχολογίας, συντ. Τζ. Μ. Μπόλντουϊν, τ. 1 - 3 (Dictionary of philo- sophy and psychology, ed. by J. Μ. Bal- dwin, V. 1 - 3. N.Y. - L, 1901 - 05' Glo- ucester, 1957)· Εγκυκλοπαίδεια φιλοσο- φίας, αρχισυντ. Π. Εντουαρντς, τ. 1 - 8 (The encyclopedia of philosophy, ed Ρ. Edwards, ν. 1 - 8, N.Y. - L, 1967 -1972) Κόντε Όμπρεγκον Π., Εγκυκλοπαίδεια φιλοσοφίας (Conde Obregon R., Enciclo- pedia de la filosofia, Barcelona, 1961)· Ρούμπερτ Καντάου Χ. Μ., Λεξικό φιλοσο- φίας (Rubert Candau J. Μ., Diccionario manual de filosofia, Madrid, 1946)* Σαρα- γκουέτα Μπενγκοετσέα Χ., Φιλοσοφικό λεξικό (Zaragüeta Bengoechea J., Voca- bularlo filosöfico, Madrid, 1955). Ιταλία: Αμπανιάνο Ν., Λεξικό φιλοσοφίας (Abba- gnano Ν., Dizionario di filosofia, Torino, 1961· 1971)· Καντόρο Ου., Φιλοσοφικό λεξικό (Cantoro U., Vocabolario filosöfi- co, Bologna, 1955· 1968)· Λαμάννα Ε. Π., Αντόρνο Φ., Λεξικό φιλοσοφικών ό- ρων (Lamanna Ε. Ρ., Adorno F., Diziona- rio di termini filosofici, Firenze, 1951· 1969)· Πλέμπε Α., 'Οροι της σύγχρονης φιλοσοφίας (Plebe Α., Termini della filo- sofia contemporanea, Roma, 1966· του ί- διου. Φιλοσοφικό λεξικό (Dizionario filo- söfico, Padova, 1969)· Ραντσόλι Το., Λε- ξικό φιλοσοφικών επιστημών (Ranzoli C, Dizionario di scienze filosofiche. Mil.. 1905 1963) Σεμπρίνι Τζ., Νέο λεξικό φι- λοσοφικής κι επιστημονικής κουλτούρας (Semprini Q., Νυονο dizionario di culture filosofica e scientifica, Torino, 1952)· Λε- ξικό φιλοσοφίας, συντ. Α. Μπιράγκι (Di- zionario di filosofia, a cura di A. Biraghi, Mil., 1957)· ΦίΑοσοφίΚΓ) εγκυκλοπαίδεια, συντ. Κέντρο φιλοσοφικών μελετών Γκαλλαράτε, τ. 1 - 4 (Enciciopedia filoso- fica, a cura del Centro di studi filos. di Gallarate, v. 1 - 4, Venezia - Roma, 1957· V. 1 - 6,1967). Μεξικό: Παλάρες Ε., Λεξι- κό φιλοσοφίας (Pallares Ε., Diccionario de filosofia, Mex., 1964)· Φερράτερ Μό- ρα Χ., Λεξικό φιλοσοφίας (Ferrater Mora J., Diccionario de filosofia, Mex., 1941* 1958). Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: Σύντομο φιλοσοφικό λεξικό (έκδοση) Χέρντερ, συντ. Μ. Μϋλλερ και Α. Χάλντερ (Herders Kleines philosophi- sches Wörterbuch, hrsg. ν. Μ. Müller und 342
Φιλοσοφικά περιοδικά Α. Halder, Freiburg im Breisgau, 1958)· Μέτσκε Ε., Φιλοσοφικό λεξικό τοέπης (Metzke Ε., Handlexicon der Philosophie, Hdib., 1948, 1949)· Φιλοσοφία, συντ. Α. Ντίμερ και Ι. Φρέντσελ( Philosophier hrsg. ν. Α. DIemer und L. Frenzel, Fr./M., 1958· 1969)· Φιλοσοφικό λεξικό, έκδοση Γκ. Σμιθ (Schmidt Η., Philosophisches Wörterbuch. Lpz.. 1912· 1974)· Φιλοσο- φικό λεξικό, ouvT. Β. Μπρούγγερ (Philo- sophisces Wörterbuch, hrsg. ν. W. Brugger, Freiburg im Breisgau, 1947 1967). Ιστορικοφιλοσοφικά και βιογραφικά φιλο- σοφικά λεξικά και εγκυκλοπαίδειες. Βίλ- μαν Ο., Οι κυριότεροι φιλοσοφικοί όροι στην ιστορική τους διαδοχικότητα (Wil- Iman Ο., Die wichtigsten philosophischen Fachausdrücke in historischen Anor- dnung, Kempten - Münch., 1909* 1933)· Ντεκούρτινς Κ., Σύντομο λεξικό φιλοσό- φων. Από τους Προσωκρατικούς ώς τη σύγχρονη εποχή fDecurtins C, Kleines Philosophen Lexikon. Von den Vorsokra- tikern bis zur Gegenwart, Affolten, 1952)· Ιστορικό λεξικό φιλοσοφίας, συντ. Ι. Ρίτ- τερ, τ. 1 - 5 (Historisches Wörterbuch der Philosophie, hrsg. ν. J. Ritter, K. Gründer, Bd 1 - 5 - Basel - Stuttg., 1971 - 80)· Κιερνάν Τ., Βιογραφικό λεξικό ιστο- ρίας της φιλοσοφίας (Kiernan Τ., Who' s who in the history of philosophy, N.Y., 1965)· Νόακ Α., Ιστορικό - φιλοσοφικό λεξικό (Noack L., Philosophie - geschi- chtliches Lexikon, Lpz., 1879' Stuttg. Bad Cannstatt, 1968)· Πίτερς Φ., Ελληνι- κοί φιλοσοφικοί όροι. Ιστορικό λεξικό (Pe- ters F. Ε., Greek philosophical terms. Α historical lexicon, N.Y. -L., ^967)'Λεξικό των φιλοσόφων (Dictionnaire des philo- sophes, P., 1962)· Τόμος Γκ., Βιογραφι- κή εγκυκλοπαίδεια φιλοσοφίας (Thomas Η., Blographical encyclopedia of philoso- phy, Garden City - N.Y., 1965)· Τσίγκεν- φους Β., Γιουνγκ Γκ., Λεξικό των φιλοσό- φων, τ. 1 - 2 (Ziegenfuss W., Jung G., Philosophen - Lexikon, Bd 1 - 2, Β., 1949 - 50)· Αισλερ Ρ., Λεξικό των φιλοσόφων, Η ζωή, τα έργα κι οι θεωρίες των στοχα- στών (Eisler R., Philosophen - Lexikon. Leben, Werke und Lehren der Denker, B., 1912· 1972). T. Σ. Λαβρόβα Θεώρηση Νικ. Στέργιου Φιλοσοφικά περιοδικά. Τα φιλοσοφικά περιοδικά εμφανίστηκαν ως ιδιαίτερη μορφή επιστημονικής φιλολογίας στα τέ- λη TOU 17ou αι. Το 18ο αι. εμ(ρανίστηκαν τα καθαυτό φιλοσοφικά περιοδικά, αρχι- κά στη Γερμανία: «Acta philosophorum» (Halle, 1715 - 26)· «Philosophisches Jou- rnal einer Geselschaft deutscher Gele- hrten» (Jena - Lpz., 1795 -1800)· «kriti- sches Journal der Philosophie», (Tüb., 1802 - 03). Τα πρώτα φιλοσοφικά περιο- δικά περιείχαν συχνά άρθρα ενός ευρύ- τατου κύκλου προβλημάτων - για την παι- δαγωγική, την πολιτική, το δίκαιο, τη θεο- λογία [«Revue philosophique, littoraire et politique«] (Ρ., 1794 -1807)· «Zeitschrift für Philosophie und Pädagogik» (Langen- salza, 1894 - 1914). Στα μέσα του 19ου αι. κυκλοφόρησαν νέα φιλοσοφικά περιοδικά στη Γερμανία [«Zeitschrift für Philosophie und philoso- phische kritik» (Lpz., 1837 1918)] και στη Γαλλία [«Revue philosophique et reli- gieuse» (P., 1855 - 58)]. Από το 1850 ώς το 1900 ιδρύθηκαν 31 φιλοσοφικά περιο- δικά. Αρχισαν επίσης να εκδίδονται και τα πρώτα διεθνή περιοδικά [ΗΠΑ - «The Monist. An international Journal of Gene- ral Philosophical Inquirty» (Chi., 1890 - 1936)]· Ol πρώτες βιβλιογραφικές περιο- δικές εκδόσεις [«Repertoire bibliographi- que de la Philosophie» (Louvain, από το 1894)]· εμφανίστηκαν εξειδικευμένα φι- λοσοφικά περιοδικά για την ηθική και την κοινωνική φιλοσοφία. Στο δεύτερο μισό του 19ου αι. οι εκπρό- 343
Φιλοσοφικά περιοδικά σωποι των διαφόρων φιλοσοφικών ρευ- μάτων άρχισαν να οργανώνουν τα δικά τους περιοδικά: οι νεοκαντιανοί το «Kant - Studien» (Hamb. - Lpz., από το 1896), οι νεοθωμιστές το «Philosophisches Jahr- buch» (Münch., από το 1888)* το «Revue thomiste» (Ρ., από το 1893)· το «Revue de Philosophie» (Ρ., 1900 -1939), οι εκ- πρόσωποι του νεοκριτικισμού το «Annee philosophique» (Ρ., 1867 1913). Στα 1900 -14 κυκλοφόρησαν 19 νέα φιλοσο- φικά περιοδικά' εκδόθηκαν εξειδικευμέ- να φιλοσοφικά περιοδικά για την αισθητι- κή, τη φιλοσοφία του πολιτισμού και τη φιλοσοφία της ιστορίας, ιδρύεται το διε- θνές περιοδικό «Logos. Internationale Zeitschrift für Philosophie der kulture» (Tüb., 1910 - 33). Στις αρχές του πρώτου Παγκόσμιου πολέμου κυκλοφορούσαν σ' ολόκληρο τον κόσμο πάνω από 40 φιλο- σοφικά περιοδικά' κατά τη διάρκεια του πολέμου η έκδοση πολλών φιλοσοφικών περιοδικών διακόπτονταν και ορισμένα έ- παψαν να κυκλοφορούν. Στα 1919-39 εμφανίστηκαν 57 νέα φιλοσοφικά περιο- δικά' εμφανίστηκαν ειδικευμένα φιλοσο- φικά περιοδικά για τη λογική και τη μεθο- δολογία της επιστήμης [«Erkenntnis» (Lpz., 1930 - 40)· «Philosophy of Scien- ce» (Balt., από το 1935)' «Theoria» (Gö- teborg, από το 1935)]. Στη διάρκεια του δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου 21 φιλοσοφικά περιοδικά διέκο- ψαν την έκδοση τους. Νέα φιλοσοφικά περιοδικά εκδίδονταν κυρίως στις ΗΠΑ. Στα μεταπολεμικά χρόνια ο αριθμός των φιλοσοφικών περιοδικών αυξάνει: στα 1945 - 50 εκδόθηκαν 37 νέα φιλοσοφικά περιοδικά, το 1950 περίπου 50, στα 1951 - 60 επίσης γύρω στα 50, στα 1960 - 66 άρχισαν να εκδίδονται περίπου 40 νέα φι- λοσοφικά περιοδικά. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκαν φιλοσοφικά περιοδικά σε μια σειρά χώρες της Λατινικής Αμερικής, στο Πακιστάν,σπιν Ινδία* παρατηρείται περαιτέρω εξειδίκευση των φιλοσοφικών περιοδικών για την ιστορία, τη φιλοσοφία, την αισθητική, τα μεθοδολογικά προβλή- ματα των κοινωνικών επιστημών, την ηθι- κή, τη λογική, εκδόθηκαν νέα διεθνή φι- λοσοφικά περκ)δικά. Η βασική τάση στην ανάπτυξη των φιλοσοφικών περιοδικών ήταν ο διπλασκισμός τους μέσα σε κάθε 15 - 20 χρόνια (το 1850 - 4, 1870 - 9, 1890 - 19, 1910 - 38, 1930 - 58. 1950 - 97, 1970 - περ. 200). Θεώρηση Νικ. Στέργιου Φιλοσοφικά περιοδικά στη Ρωσία: «ΦίλΟΟΟ- φικό τρίμηνο» (Κίεβο., 1885 - 87)· «Ζητή- ματα φιλοοοφίας και ψυχολογίας» (1889 -1918)· «Λόγος» (1910-14)· «Νέες ιδέ- ες στη φιλοσοφία» (1912 - 14)· «Πίστη και λογική» (1884 - 1916). Στην ΕΣΣΔ εκδίδονταν ΤΟ περιοδικά: «Κά- τω από τη σημαία του μαρξισμού» (1922 - 44), «Προβλήματα του μαρξισμού» (1928 - 34), «Τα χρονικά του μαρξισμού» (1926 - 30), «Δελτίο της Κομμουνιστικής Ακα- δημίας» (1922 - 35), «Σκέψη» (1922), «Φιλοσοφική σκέψη» (1927 - 37). Κυκλο- φορούν τα περιοδικά: «Ζητήματα φιλο- σοφίας» (από το 1947), «Φιλοσοφικές ε- πιστήμες» (από το 1958), «Δελτίο του ΚΠΜ (Κρατικό Πανεπισπιμιο Μόσχας). Φιλοσοφία» (από το 1966), «Δελτίο του ΚΠ του Λένινγκραντ. Φιλοσοφία» (από το 1956), «Φιλοσοφική σκέψη» (Κίεβο., από το 1969), ενημερωτικά περιοδικά - «Οι κοινωνικές επιστήμες στην ΕΣΣΔ, Σειρά 3. Φιλοσοφ. επιστήμες» (από το 1973) και «Οι κοινωνικές επιστήμες στο εξωτερικό. Σειρά 3. Φιλοσοφία και κοινω- νιολογία» (από το 1973). Φιλοσοφικά πβριοδικά στις άλλες χώρες. Αυ- στραλία: «Australian Journal of Philoso- phy» (Sydney, από το 1923), Αυστρία: «Wiener Zeitschrift für Philosophie, Psy- chologie und Pädagogik» (W., από το 1947). Βέλγιο: «Revue philosophique de 344
Φιλοσοφικά περιοδικά Lauvain» (Louvain, από το 1894)· «Tij- dschrift voor Philosophie» (Leuven, από το 1939). Βουλγαρία: «Φιλοσοφική σκέ- ψη» (Σόφια, από το 1945). Βραζιλία: «Re- vista brasileira de filosofia» (Säo Paulo, από το 1951). Γαλλία: «Archives de Philo- sophie» (P., από το 1923)· «Esprit» (Ρ., από το 1932)· «Etudes philosophiques» (Ρ., από το 1926)· «La Pensoe» (Ρ., από το 1939)· «Revue de m6taphysique et de morale» (P., από το 1893)· «Revue d' hi- stoire et de Philosophie religieuses» (Strasbourg, από το 1921)· «Revue de synth6se» (P., από το 1931 )· «Revue phi- losophique de la France et de Γ Etran- ger» (P., από το 1876). Γιουγκοσλαβία: «Dialectica» (Beograd, από το 1947)· «Filozofija» (Beograd, από το 1957). Ελ- βετία: «Dialectica» (Neuchätel, από το 1947). Η.Π.Α.: «American Philosophical Quarterly» (Pittsburgh, από το 1964)· «Α- merican Philosophical Society. Yearbo- ok» (Phil., από το 1937)· «Journal of Exi- stentialism» (N. Y., από το i960)· «Jou- rnal of Philosophy» (N. Y., από το 1904)· «Journal of the History of Ideas» (N.Y., από το 1940)· «Journal of the History of Philosophy» (Berk., από το 1963)· «Mo- dern Schoolman» (St. Louis, από το 1925)· «Personalist» (Los Ang., από το 1920)· «Philosophical Review» (Ithaca - Boston, από το 1892)· «Philosophical Studies» (Minneapolis, από το 1950)* «Philosophy Fast and West» (Honolulu, από το 1951)· «Philosophy of Science» (Balt., από το 1934)· «Philosophy Today» (Carthagena, από το 1957)· «Review of Metaphysics» (New Haven, από το 1947)· «Thomist» (Balt. - Wash., από το 1939)· «The New Scholasticism» (Wash., από το 1926). Ισπανία: «Revista de fi- losofia» (Madrid, από το 1942). Ιταλία: «Archivio dl filosofia» (Roma, από το 1931)· «Filosofia» (Torino, από το 1950)· «Qiolnale di metafisica» (Torino, από το 1946)· «Giornale critico della filosofia ita- liana» (Messina - Firenze, από το 1920) «Rivista critica di storia della filosofia» (Mil., από το 1946)· «Rivista di filosofia» (Modena - Torino, από το 1909)· «Rivista di filosofia neoscolastica» (Mil., από το 1909). Καναδάς: «Dialogue. Revue ca- nadienne de Philosophie» (Kingston, από το 1962)· «Canadian Journal of Philoso- phy» (Edmonton, από το 1971). Λαοκρα- τική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ): «Deutsche Zeitschrift für Philosophie» (Β., από το 1953). Μεγάλη Βρετανία: «Ratio» (Oxf., από το 1957)· «The British Journal of Aesthetics» (L., από το i960)· «British Journal for the philosophy of Science» (Edinburg, από το 1950)· «Mind» (L., από το 1876)· «Studies in Hi- story and Philosophy of Science» (L., από το 1970)· «Metaphilosophy» (Oxf., από το 1970)· «Noüs» (Bloomington, από το 1967). Νορβηγία: «Inquiry» (Oslo, από το 1958). Ολλανδία: «Idealistic studies» (The Haque, από το 1971). Ομοσπονδια- κή Δημοκρατία της Γερμανίας: «Philoso- phia Naturalis» (Meisenheim, από το 1950)· «Philosophische Rundschau» (TUb., από το 1953)· «Philosophischer Li- teraturanzeiger» (Meisenheim, από το 1949)· «Philosophisches Jahrbuch» (Münch.. από το 1888)· «Zeitschrift für philosophische Forschung» (Meisen- heim, από το 1946)· «Zeitschrift für allge- meine Wissenschaftstheorie» (Wiesba- den, απότο 1969). Ουγγαρία: «Maguarfi- lozofiai szemle» (Bdpst, από το 1957). Πολωνία: «Studia filozoficzne» (Warsz.. από το 1957)· «Studia logica» (Poznan - Warsz., από το 1953)* «Studia estetyc- zne» (Warsz., από το 1964). Ρουμανία: «Cercetäri filozofice» (Buc, 1954 - 63, από το 1964 μετονομάσπικε σε «Revistä de filozofie»). Τσεχοσλοβακία: «Filozofic- ky casopis» (Praha, από το 1953)· «Slo- vensky filozofick^ casopis» (Bratislava, από το 1946, από το 1966 ονομ. «Filozo- fia»). 345
«Φιλοσοφικά τετράδια» Διεθνή φιλοσοφικά περκ>δικύ: «Bibliographie» (Ρ., από το 1937)· «Bulletin siqual6tique. Philosophie, sciences hmaines» (Ρ., από το 1961)· «Diogenes» (ΝΎ., από το 1953)' «ETC. Α Review of General Semantics» (San Francisco, από το 1943)· «Philoso- phy and phenomenological Research» [Buffalo (N.Y.), από το 1940]· «Revue i- nternationale de Philosophie» (P., από το 1938)· «Synthese» (Dordrecht, από το 1936)· «Cultural hermeneutics» (Dord- recht, από το 1972). • Ulrich'a international perlodicals directory, V. 2, N.Y.,1971, σελ. 1278 - 89. Α. Π. Αγκουρτσόφ «Φιλοσοφικά τετράδια». ' Εργο tou Β. Ι. Λένιν, στο οποίο μελετήθηκαν μια σει- ρά θεμελιακές θέσεις για τη διαλεκτική, ως λογική και θεωρία της γνώσης του μαρξισμού, και για τις κατηγορίες, ως το βασικό περιεχόμενο της θεωρίας της δκιλεκτικής. Το έργο αποτελείται από δέκα τετράδια με περιλήψεις και αποσπάσματα από βι- βλία (tou κ. Μαρξ και tou Φ. Ένγκελς, TOU Χέγγελ, TOU Φόυερμπαχ, του Αρι- στοτέλη, του Φ. Λασσάλ κ.ά.), που έκα- νε ο Λένιν στα 1914-16, καθώς και διά- φορα προσχέδια, από τα οποία το πιο α- ναπτυγμένο και σημαντικό είναι το από- σπασμα <*Σχετικά με το πρόβλημα της διαλεκτικής^. Για πρώτη φορά τα ^^Φιλο- σοφικά τετράδια» δημοσιεύτηκαν στα 1929 - 30. Στο σύνολο τους αποτελούν βοηθητικό υλικό για ένα έργο που σχε- δίαζε να γράψει ο Λένιν για τη θεωρία της υλιστικής διαλεκτικής. Η εργασία του Λένιν για τα «ΦίΛοσοφίκά τετράδια» επι- βλήθηκε από την ανάγκη της βαθύτερης επεξεργασίας του μαρξισμού σε μια πε- ρίοδο όπου οι θεωρητικοί της Δεύτερης Διεθνούς δκιτείνονταν ότι ο μαρξισμός δεν έχει δικό του φιλοσοφικό σύστημα, και ιδκιίτερα θεωρία της γνώσης, και ε- πέμεναν να συνενώσουν την οικονομική θεωρία του Κ. Μαρξ με τον καντιανισμό, το θετικισμό ή ακόμα με τον ενεργητι- σμό. Μελετώντας τα έργα του Χέγγελ, ο Λέ- νιν σημειώνει την ασυνέπειεα της χεγγε- λιανής διαλεκτικής και δείχνει τον ιδεαλι- στικό και μυστικιστικό χαρακτήρα της. Ταυτόχρονα όμως υπογραμμίζει ότι χω- ρίς την κριτική της αφομοίωσης δεν είναι δυνατό να διεισδύσουμε στην ουσία της μαρξιστικής μεθόδου σκέψης. Γιατί πρώ- τος ο Χέγγελ μπόρεσε να μαντέψει ότι «... στην αλλαγή, σπιν αλληλοεξάρτηση όλων των εννοιών, στην ταυτότητα των αντιθέτων τους, στα περάσματα της μιας έννοιας στην άλλη, στην αιώνκι αλλαγή, την κίνηση των εννοιών βρίσκεται ακρι- βώς η σχέση των πραγμάτων, της φύ- σης » (Άπαντα, τ. 29, σελ. 179). Ο μυ- στικισμός της χεγγελιανής θέσης συνί- σταται στη θεοποίηση της «λογικής ι- δέας», της νόησης. Ο Λένιν απε- λευθερώνει τις ιδέες του Χέγγελ από τα χαρακτηριστικά αυτά και χρησιμο- ποιεί τη διδασκαλία της εξέλιξης σπι δια- δικασία της γνώσης. Η διαλεκτική δεν εί- ναι πλήρης χωρίς την έκφραση της κίνη- σης στη λογική των εννοιών, δηλαδή η διαλεκτική έχει πραγματικό νόημα μόνο σαν λογική και σαν θεωρία της γνώσης. Και σε σύνδεση μ* αυτό, αποκτά ιδιαίτε- ρη σημασία η κατηγορία της πρακτικής, που ο Χέγγελ άρχισε να εισάγει στη λογι- κή με ιδεαλιστική μορφή. Η πρακτική δραστηριότητα εξετάζεται από το Λένιν ως η βάση για τη δημιουργία κατηγορι- κού, λογικού συστήματος νόησης, στο ο- ποίο αναπαράγεται η διαλεκτική του αντι- κειμενικού κόσμου. Γι* αυτό η διαλεκτι- κή, ως φιλοσοφική επιστήμη, είναι ταυτό- χρονα και οντολογία (διδασκαλία για το Είναι), και γνωσιολογία (θεωρία της γνώ- σης), είναι λογική η οποία σε καμία περί- πτωση δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα γε- νικό σχήμα που επεξηγείται με ένα «σύ- 346
«Φιλοσοφικά τετράδια»» νολο παραδειγμάτων» (βλ. στο ίδιο, σελ. 316). Η παραδοχή της αρχής της εξέλι- ξης, η οποία δεν επεκτείνεται στη λογική και στη θεωρία της γνώσης, αποτελεί, κατά το Λένιν, εκχυδαϊσμό της διαλεκτι- κής. Γι' αυτό, ιδκιίτερη σημασία αποκτά ο νόμος της ενότητας και πάλης των α- ντιθέτων, που επιτρέπει να εκφραστεί η αυτοκίνηση στο σύστημα των εννοιών. Για τον ορισμό του χαρακτήρα της σύν- δεσης των αντιθέτων μέσα στην ενιαία ο- λότητα, ο Λένιν χρησιμοποιεί διάφορους όρους (ενότητα, σύμπτωση, ταυτότητα, ι- σοδυναμία), οι οποίοι φανερώνουν την αλληλοδιείσδυση και το αλληλοπέρασμα των αντιθέτων. «Η διαλεκτική είναι η δι- δασκαλία για το πώς μπορούν να είναι και πώς είναι (πώς γίνονται) ταυτόσημα τα α- ντίθετα -κάτω από ποιες συνθήκες είναι ταυτόσημα και μετατρέπονται το ένα στο άλλο- και γιατί ο νους του ανθρώπου δεν πρέπει να παίρνει αυτά τα αντίθετα σαν νεκρά, σαν απολιθωμένα, αλλά τουνα- ντίον πρέπει να τα βλέπει σαν ζωντανά, σαν συμβατικά, σαν κινούμενα, που μετα- τρέπονται το ένα στο άλλο» (στο ίδιο, σελ. 98). Ο Λένιν εφιστά την προσοχή στην ανάγκη να χρησιμοποιείται, για τη μελέτη και την έκθεση της διαλεκτικής εν γένει, η λογική του ^Κεφαλαίου», στο οποίο ο Μαρξ έδωσε ένα υπόδειγμα δια- λεκτικής - υλιστικής ανάλυσης της πραγ- ματικότητας. Μεγάλη μεθοδολογική σημασία έχει η λενινιστική θέση, σύμφωνα με την οποία η θεωρία της διαλεκτικής πρέπει να είναι η συμπύκνωση, το αποτέλεσμα, η γενί- κευση ολόκληρης της ιστορίας της γνώ- σης, συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας της πνευματικής ανάπτυξης του ανθρώ- πινου γένους και του ατόμου, της ιστο- ρίας της γλώσσας, της φυσιολογίας των αισθητηρίων οργάνων, της ιστορίας της φιλοσοφίας, της ιστορίας όλων των επι- μέρους κλάδων της γνώσης. Αναλύο- ντας το σχέδιο της διαλεκτικής (λογικής) του Χέγγελ, ο Λένιν σημειώνει ότι στη δκιδοχική ανάπτυξη των κατηγοριών πρέ- πει να βρει την αντανάκλαση της η γενι- κή πορεία της κίνησης της ανθρώπινης γνώσης. Ο Λένιν θεωρεί αναγκαίο να δεί- χνεται η θεμελιακή σημασία της έννοιας της ύλης η οποία πρέπει να αποκτά βά- θος, με το ξεχώρισμα εκείνων των στιγ- μών, των βημάτων, των φάσεων, των ση- μείων - κόμβων στη διαδικασία της γνώ- σης, που «... κατευθύνονται από το υπο- κείμενο στο αντικείμενο, και. περνώντας τη δοκιμασία της πρακτικής, οδηγούν μέ- σα από τη δοκιμασία αυτή στην αλή- θεια...» (στο ίδιο, σελ. 301). «Από τη μια πλευρά, πρέπει να βαθαίνουμε στη γνώ- ση της ύλης ώς τη γνώση (ώς την έννοια) της ουσίας, για να βρούμε τις αιτίες των φαινομένων. Απ' την άλλη, η πραγματική γνώση της αιτίας αποτελεί διείσδυση της γνώσης από την επιφάνεια των φαινομέ- νων στην ουσία» (στο ίδιο, σελ. 142 - 43). Ο Λένιν υπογραμμίζει τον ενεργό χαρα- κτήρα της συνείδησης, που εκφράζεται στο μετασχηματισμό της φυσικής και κοι- νωνικής πραγματικότητας από τον άν- θρωπο, στη δημιουργία της κουλτούρας στη βάση της γνώσης των αντικειμενικών νόμων του κόσμου. «Η συνείδηση του αν- θρώπου δεν αντανακλά μόνο τον αντικει- μενικό κόσμο, αλλά και τον δημιουργεί» (στο ίδιο, σελ. 194). Παρακολουθώντας την εξέλιξη της δια- λεκτικής, ο Λένιν ακολουθεί τη γραμμή του μαχόμενου υλισμού, ξεσκεπάζοντας τις προλήψεις και το μυστικισμό που χα- ρακτηρίζουν τον ιδεαλισμό και κατηγο- ρώντας το Χέγγελ για παραποίηση της ι- στορίας της φιλοσοφίας. Στα <<Φιλοσοφικά τετράδια» αναπτύσσε- ται ένα πρόγραμμα φιλοσοφικών ερευ- νών, που περιέχει τα καθήκοντα της επε- ξεργασίας της διαλεκτικής ως ενιαίας φι- λοσοφικής επιστήμης, της βαθιάς αφο- μοίωσης της κλασικής φιλοσοφικής κληρονομιάς και της οξείας, από θέσεις 347
Φιλοσοφική ανθρωπολογία αρχών, κριτικής της αστικής φιλοσοφίας. Τα <^Φιλοοοφίκά τετράδια» έπαιξαν τερά- στιο ρόλο στην εξέλιξη της μαρξιστικής - λενινιστικής φιλοσοφίας και καθόρισαν την κατεύθυνση των ερευνών των μαρξι- στών φιλοσόφων. • Για τα ^ΛφιΧοσοφικά τετράδια» του Λένιν, Μ., 1959· Σουβόροφ Λ. Ν., Ζητήματα διαλε- κτικής στα «Φιλοσοφικά τετράδια» του Β. Ι. Λένιν, Μ., 1960* Κασιμζάνοφ Α. Χ., Πώς να διαβάζουμε και να μελετάμε τα «Φιλοσοφικά τετράδια» του Β. Ι. Λένιν. Μ., 1968· Κέντροφ Μπ. Μ., Απ' το εργαστήριο της λενινιστικής σκέψης, Μ., 1972. Α. Χ. Κασιμζάνοφ Θεώρηση Νικ. Στέργιου Φιλοσοφική ανθρωπολογία. Με την πλατιά έννοια, είναι η φιλοσοφική διδα- σκαλία για τη φύση (την ουσία) του αν- θρώπου, ο οποίος αποτελεί αφετηρία και κεντρικό αντικείμενο έρευνας· με τη στενή έννοια, είναι ρεύμα της δυτικοευ- ρωπαϊκής, ιδιαίτερα της γερμανικής φι- λοσοφίας του πρώτου μισού του 20ού αι. Ως ρεύμα της γερμανικής αστικής σκέ- ψης η φιλοσοφική ανθρωπολογία εμφανί- στηκε στη δεκαετία του 1920 στα πλαίσια της γενικής τότε για τη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία «ανθρωπολογικής στροφής», και στηρίχτηκε σης ιδέες της φιλοσο- φίας της ζωής (Ντίλταϊ) και της φαινομε- νολογίας (Χούσσερλ κ.ά.). Ο Σελερ, ένας από τους θεμελιωτές της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, στην εργα- σία του «Η θέση του ανθρώπου στο Σύ- μπαν» («Die Stellung des Menschen im Kosmos», 1927) δκιτύπωσε το πρόβλημα της δημιουργίας μιας θεμελιώδους επι- στήμης για τον άνθρωπο. Επεξεργάστη- κε ένα εκτενές πρόγραμμα φιλοσοφικής γνώσης του ανθρώπου σ' όλο το φάσμα του Είναι του. Σ' αυτή την εργασία, όπως και στο έργο ενός άλλου θεωρητικού, του Χ. Πλέσνερ, «Οι βαθμίδες του οργα- νικού και ο άνθρωπος» («Die Stufen des Organischen und der Mensch», 1928), ε- ξετάστηκαν ορισμένες ουσιαστικές πλευρές της σχέσης του ανθρώπου απέ- ναντι στο ζωικό και φυτικό κόσμο. Αυτός ο οργανικός, βιοανθρωπολογικός τρόπος προσέγγισης του προβλήματος του αν- θρώπου δεν έγινε ένα προκαταρκτικό στάδιο μιας επόμενης, πιο συνολικής ά- ποψης για τον άνθρωπο και, στην ουσία, περιόρισε αισθητά τον ορίζοντα της φι- λοσοφικής ανθρωπολογικής σκέψης και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από άλλους εκπροσώπους της φιλοσοφικής ανθρω- πολογίας (Α. Γκέλεν, Ε. Ροτχάκερ, Χ. Χένγκστενμπέργκ, Μ. Λάντμαν κ.ά.). Το πρόγραμμα που διατύπωσε ο Σελερ δεν εκπληρώθηκε από τη φιλοσοφική αν- θρωπολογία, παρά τις κάποιες επιστημο- νικές και θεωρητικές επιτυχίες, δεν έγι- νε μια συνολική διδασκαλία για τον άν- θρωπο και διασπάστηκε σε επιμέρους φι- λοσοφικές - ανθρωπολογικές θεωρίες, όπως τη βιολογική, την ψυχολογική, τη θρησκευτική, την πολιτιστική κ.ά., οι ο- ποίες, παρά την κάποια θεμελιακή τους κοινότητα, έχουν ουσιαστικές διαφορές και ως προς τις μεθόδους έρευνας, και ως προς την αντίληψη του χαρακτήρα και του σκοπού της φιλοσοφικής ανθρωπο- λογίας. Κατά το Σέλερ, ο άνθρωπος δεν είναι τόσο βιολογικό, όσο, κυρίως, πνευ- ματικό ον, που το διακρίνει η ικανότητα της «καθαρής ενόρασης των πραγμά- των». Ο Πλέσνερ υπογραμμίζει την εκ- κεντρική φύση του ανθρώπου, που έχασε τον εαυτό του και γι* αυτό είναι «καταδι- κασμένος» να ψάχνει αιώνια και να αυτο- τελειοποιείται. Ο Γκέλεν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος, εξαιτίας της βιολογικής του ανεπάρκειας, είναι προορισμένος για δη- μιουργική δράση, η οποία πραγματώνεται στις διάφορες μορφές πολιτισμού* για το Ροτχάκερ και το Λάντμαν, ο άνθρωπος είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου στυλ ζωής ή του «αντικειμενικού πνεύματος» 348
Φιλοσοφικοί σύνδεσμοι και οργανώσεις του πολιτισμού. Οι οπαδοί της φιλοσοφι- κής ανθρωπολογίας σε κάθε συγκεκριμέ- νη περίπτωση επιλέγουν κάποια επιμέ- ρους ιδιόμορφη πλευρά και την ανακη- ρύσσουν στη μοναδική καθοριστική ιδιό- τητα της φύσης του ανθρώπου, ενώ ταυτόχρονα αγνοούν τις λιγότερο σημα- ντικές πλευρές, έτσι που στο σύνολο τους οι μεθοδολογικές αρχές της φιλο- σοφικής ανθρωπολογίας και οι συγκεκρι- μένες θεωρητικές θέσεις που απορρέ- ουν απ' αυτές πάσχουν από ουσιαστικές αδυναμίες. Στη μεταπολεμική περίοδο η φιλοσοφική ανθρωπολογία εκτοπίστηκε από τον υπαρξισμό και στις δεκαετίες του 1960 και 1970 συγχωνεύθηκε σ* ένα ευρύ ιδεολογικό κίνημα, που διεκδικεί τη θεωρητική εξέταση και ερμηνεία της σύγχρονης γνώσης για τον άνθρωπο και ισχυρίζεται ότι έφτασε σε μια νέα φιλο- σοφική αντίληψη για τη φύση του ανθρώ- που (πραγματισμός, ψυχολογία του βά- θους, στρουκτουραλισμός). • Κορνιέγεφ Π. Β., Η Σύγχρονη φιλοσοφική ανθρωπολογία, Μ., 1967" Λιουμπούτιν Κ. Ν., Κριτική της ούγχρονης φιλοσοφικής ανθρω- πολογίας, Μ., 1970' Γκριγκοριάν Μπ. Τ., Φιλο- σοφική ανθρωπολογία: Κριτικό δοκίμιο, Μ., 1982· Landmann Μ., Philosophische Anthro- pologie, Β., 1955 Rothacker Ε., Philosophi- sche Anthropologie, Bonn. 1956 Landsberg Ρ., Einführung in die philosophische Antropo- logle Fr./M., 1960 Die Frage nach dem Men- schen, Freiburg - Münch., 1966· Neue Anth- ropologie, hrsg. V. H. - G. Gadamer, P. Vo- gler, Bd 1 - 7, Stuttg. 1972 - 75. θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φιλοσοφικοί σύνδεσμοι και οργανώ- σεις. Οι πρώτες μορφές φιλοσοφικής οργάνωσης ήταν οι φιλοσοφικές σχολές στην Αρχαία Ελλάδα (Λύκειο, Ακαδημία Πλάτωνα) και οι φιλοσοφικές σχολές των μεσαιωνικών πανεπιστημίων. Την εποχή της Αναγέννησης από τους διάφορους κύκλους των ανθρωπιστών δημιουργήθη- καν ακαδημίες (όπως η Πλατωνική ακα- δημία της Φλωρεντίας). Στους Νέους Χρόνους και στη σύγχρονη εποχή, πα- ράλληλα με τις εθνικές ακαδημίες, στις οποίες υπήρχαν φιλοσοφικά τμήματα, στην πορεία της ανάπτυξης των διεθνών σχέσεων των επιστημόνων, εμφανίσπι- καν διά(ρορες φιλοσοφικές σχολές, κα- θώς και ειδικοί φιλοσοφικοί σύνδεσμοι και οργανώσεις. θεώρηση Νικ. Στέργιου Οι κυριότερες από τις φιλοσοφικές ορ- γανώσεις: Αργεντινή: Εθνική ακαδημία του δικαίου και των κοινωνικών επιστη- μών. Αυοτραλία: Φιλοσοφική εταιρεία. Αυστρία: Τμήμα φιλοσοφίας και ιστορίας στην Ακαδημία Επιστημών (ΑΕ) της Αυ- στρίας. Βέλγιο: Βελγικός φιλοσοφικός σύνδεσμος. Βιετνάμ: Ινστιτούτο φιλοσο- φίας. Βουλγαρία: Ινστιτούτο φιλοσοφίας της ΑΕ της Βουλγαρίας. Βραζιλία: Φιλο- σοφικός σύνδεσμος. Γαλλία: Σύνδεσμος φιλοσοφίας· Κέντρο ανθρωπιστικών επι- στημών του Εθνικού κέντρου επιστημονι- κών ερευνών Κέντρο μαρξιστικών μελε- τών. Γιουγκοσλαβία: Γιουγκοσλαβικός φι- λοσοφικός σύνδεσμος, Σερβικός και Κροατικός φιλοσοφικός σύνδεσμος. Δα- νία: Βασιλική ακαδημία επιστημών και λο- γοτεχνίας, τμήμα φιλοσοφίας και ιστο- ρίας. Ελβετία: Φιλοσοφικός σύνδεσμος. ΕΣΣΔ: Ινστιτούτο φιλοσοφίας της ΑΕ της ΕΣΣΔ Ακαδημία κοινωνικών επιστημών της ΚΕ του Κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ· Ινστιτούτο φιλοσοφίας της ΑΕ της Ουκρανικής ΣΣΔ Ινστπούτα φιλοσο- φίας και δικαίου της ΑΕ της ΣΣΔ της Λε υκορωσίας, της ΑΕ της ΣΣΔ του Καζαχ- στάν, της ΑΕ της ΣΣΔ του Ουζμπεκι- στάν Ινστιτούτο φιλοσοφίας της ΑΕ της ΣΣΔ της Γεωργίας Ινστιτούτα φιλοσο- φίας και δικαίου της ΑΕ της ΣΣΔ του Α- ζερμπαϊτζάν, της ΑΕ της ΣΣΔ της Αρμε- νίας, της ΑΕ της ΣΣΔ της Κιργιζίας, της 349
Φιλοσοφικός διάλογος ΑΕ της ΣΣΔ της Λιθουανίας* Ινστιτούτο φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας και δικαίου της ΑΕ της ΣΣΔ της Λετονίας· Τμήματα φιλοσοφίας και δικαίου της ΑΕ της ΣΣΔ Μολδαβίας, της ΑΕ της ΣΣΔ του Τατζικι- στάν, της ΑΕ της ΣΣΔ του Τουρκμενι- στάν Τμήμα φιλοσοφίας της ΑΕ της ΣΣΔ της Εσθονίας· Φιλοσοφικός σύνδεσμος της ΕΣΣΔ. ΗΠΑ: Αμερικανική φιλοσοφική εταιρεία* Αμερικανική καθολική φιλοσο- φική εταιρεία* Κέντρο φιλοσοφίας των ε- πιστημών Ινστιτούτο φιλοσοφικών ερευ- νών Ινστιτούτο φιλοσοφίας της επιστή- μης* Αμερικανικός σύνδεσμος αισθητι- κής* Εταιρεία συμβολικής λογικής* Εταιρεία φιλοσοφίας της επιστήμης* Σύνδεσμος μελέτης της φιλοσοφίας του διαλεκτικού υλισμού. Ινδία: Ινστιτούτο φι- λοσοφίας. Ισπανία: Βασιλική ακαδημία η- θικών και πολιτικών επιστημών. Ιταλία: Τμήμα φιλοσοφικών επιστημών της Εθνι- κής Ακαδημίας· Ιταλικός φιλοσοφικός σύνδεσμος. Καναδάς: Φιλοσοφική εται- ρεία. Κίνα: Ινστιτούτο φιλοσοφίας της Κι- νέζικης ΑΕ. Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας. Ινστιτούτο φιλοσοφίας της ΑΕ της ΛΔΓ Μεγάλη Βρετανία: Φιλοσο- φικός σύνδεσμος* Βασιλικό ινστιτούτο φιλοσοφίας* Βρετανικός σύνδεσμος της φιλοσοφίας της επιστήμης. Μεξικό: Ινστι- τούτο φιλοσοφικών ερευνών του Εθνικού ανεξάρτητου πανεπιστημίου (Πόλη του Μεξικού). Ολλανδία: Φιλοσοφικός σύν- δεσμος. Ουγγαρία: Ινστιτούτο φιλοσο- φίας της ΑΕ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας. Ομοσπονδιακή Δημοκρα- τία της Γερμανίας: Φιλοσοφικός σύνδε- σμος Γερμανίας* Καντιανός σύνδεσμος* Σύνδεσμος Λάιμπνιτς. Πολωνία: Ινστι- τούτο φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας της ΑΕ της Πολωνίας* Πολωνικός φιλοσοφι- κός σύνδεσμος. Ρουμανία: Ινστιτούτο φι- λοσοφίας της ΑΕ της Σοσιαλιστικής Δη- μοκρατίας της Ρουμανίας. Τσεχοσλοβα- κία: Ινστιτούτο φιλοσοφίας και κοινωνιο- λογίας της ΑΕ της Τσεχοσλοβακίας* Ινστιτούτο φιλοσοφίας και κοινωνιολο- γίας της ΑΕ της Σλοβακίας. Διεθνείς οργανώσεις: Διεθνές συμβού- λιο φιλοσοφίας και ανθρωπιστικών ερευ- νών (Παρίσι)* Διεθνές ινστιτούτο φιλοσο- φίας (Παρίσι)· Διεθνής χεγγελιανός σύν- δεσμος (Σάλτσμπουργκ, Αυστρία)* Διε- θνής ένωση ιστορίας και φιλοσοφίας (Λονδίνο). Φιλοσοφικός διάλογος. Είδος φιλοσο- φικής φιλολογίας, που εξετάζει ένα φι- λοσοφικό θέμα πάνω σε μια σκηνοθετη- μένη συζήτηση ορισμένων προσώπων. Για πρώτη φορά διαδόθηκε στη φιλολογία των απομνημονευμάτων για το Βούδα και το Σωκράτη. Στη βουδική φιλολογία ο φι- λοσοφικός διάλογος περιλαμβάνεται και στο αφηγηματικό μέρος του κείμενου, η συζήτηση του δασκάλου με το μαθητή παρουσιάζεται ως αποκάλυψη της αλή- θειας: ο δάσκαλος εκθέτει, με το κύρος που διαθέτει, το δόγμα, ο μαθητής τον α- κούει προσεκτικά, εκφράζοντας τη συ- γκατάθεση του. Στην κλασική Ελλάδα του 4ου αι. π.Χ. ο φιλοσοφικός διάλογος έγινε για πρώτη φορά αυτοτελές φιλολο- γικό είδος, που το χαρακτήριζε ένας ι- διαίτερος μη - δογματικός τρόπος διευ- κρίνισης της φιλοσοφικής σκέψης. Πηγή του υπήρξαν οι σημειώσεις που κρατού- σαν οι μαθητές του Σωκράτη. Από τους λεγόμενους σωκρατικούς διάλογους, που συγκεντρώθηκαν και συστηματο- ποιήθηκαν μετά το θάνατο του Σωκράτη, έφτασαν ώς τις μέρες μας, πλήρεις, οι διάλογοι του Ξενοφώντα και του Πλάτω- να. Αναπλάθοντας τη μορφή του Σωκρά- τη, ο Πλάτων αποκαλύπτει τη δική του φι- λοσοφία* ο «έλεγχος» των απόψεων που ίσχυαν γύρω από τις πνευματικές αξίες αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της θεα- τρικής πράξης του φιλοσοφικού του δια- λόγου. Όσο διευρυνόταν το θετικό πε- ριεχόμενο στους φιλοσοφικούς διάλο- γους του Πλάτωνα, μειωνόταν ο ρόλος 350
Φίλων ο Αλεξανδρεύς του σεναρίου, και ο φιλοσοφικός διάλο- γος πλησίαζε όλο και περισσότερο την πραγματεία. Μετά τον Πλάτωνα ο φιλο- σοφικός διάλογος άρχισε να χρησιμο- ποιείται κυρίως για διδακτικούς σκοπούς στην Περιπατητική σχολή (Δικαίαρχος, Ηρακλείδης ο Ποντικός κ.ά.). Ο Κικέρων μιμήθηκε τον Πλάτωνα στη θεματολογία των φιλοσοφικών του διαλόγων («Νόμοι» - De legibus, «Η πολιτεία» - De re publica, «Περί ρητορικής τέχνης» - De arte rhe- torica). Στην ύστερη Αρχαιότητα (2ος - 5ος αι.) ο φιλοσοφικός διάλογος χρησι- μοποιόταν στην πρώιμη χριστιανική φιλο- λογία σαν μέσο απολογίας, πολεμικής, νουθεσίας· οι συγγραφείς των φιλοσοφι- κών διαλόγων είτε στηρίζονταν στην ε- μπειρία του Πλάτωνα (Ιουστίνος, 2ος αι. Μεθόδιος ο Ολύμπου, 3ος - 4ος αι. Αι- νείας ο Γαζαίος, 5ος αι.) και του Κικέρω- να (Αυγουστίνος, ^Κατά του Πελαγίου» κ.λπ.), είτε έκαναν σε συμβατική μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων «απολυταρ- χική» διδακτική έκθεση του δόγματος (Γρηγόριος ο Νύσσης, ^Περί ψυχής και αναστάοεως»' Αυγουστίνος, «Ο διδά- σκαλος»). Η τελευταία μορφή ήταν χα- ρακτηριστική για πολλούς φιλοσοφικούς διάλογους του Μεσαίωνα (Άνσελμος του Καντέρμπουρι, <^Περί αλήθειας» - De veritate, «Περί ελευθερίας της βούλη- σης» - De übertäte arbitrii κ.ά.). Κατά το Μεσαίωνα, και ιδίως την εποχή της Αναγέννησης, κατόπιν το 17ο - 18ο αι. άρχισε να διαδίδεται ο φιλοσοφικός διάλογος - λογομαχία, συζήτηση: Αβε- λάρδος, Dialogus inter philosophum, Judaeum et christianum - «Διάλογος με- ταξύ φιλόσοφου, ιουδαίου και χριστια- νού» Α. Βάλλα, «Περί ηδονής, ή Περί του πραγματικού αγαθού» - De voluprate vel De vero bono* Μπρούνο, «Συμπόσιο πάνω στην τέφρα» - La cena delle ceneri' Γαλιλαίος, - «Διάλογος για τα δύο συστή- ματα του κόσμου» Discorsi β dimon- strazioni matematice a due nuove scien- ze* Μαλμπράνς, «Συζήτηση ενός χριστια- νού και ενός κινέζου φιλόσοφου για την ύπαρξη θεού» - Entretiens d' un Philoso- phie chretien et d' un philosophe chinois sur I' existence et la nature de Dieu* Μπέρκλείϋ, «Τρεις διάλογοι μεταξύ Ύλα και Φιλόνοου» - Three Dialogues between Hylas and Philonous* Σκοβοροντα, «Διά- λογος. Το όνομα του κατακλυσμός, ό- φις» κ.ά. Στις αρχές του 19ου αι. μεγά- λη αξία στο φιλοσοφικό διάλογο έδωσαν οι γερμανοί ρομαντικοί που τον έβλεπαν σαν μορφή φιλοσόφησης που είναι κοντά στη ζωή (Φ. Σλέγκελ, Συζήτηση για την ποίηση' Σέλλινγκ, Ο Μπρούνο' Κ. Ζόλ- γκερ. Ο Ερβιν. Τέσσερις συζητήσεις για την ομορφύ και για την τέχνη). Το 19ο και τον 20ό αι. ο φιλοσοφικός διάλογος έχασε τη σημασία που είχε στο παρελ- θόν. • Μίλλερ Τ Α., Μεθόδιος ο Ολύμπου και η παράδοση του πλατωνικού διαλόγου, στη συλ- λογή: Αρχαιότητα και Βυζάντιο, Μ., 1975, σελ. 175 - 94· Hirzel R., Der Dialog, Bd 1 - 2 Lpz., 1895* Goldschmidt V., Les Dialogues de Piaton, P., 1947· Wildbolz R., Der philosophi- sche Dialog als literarisches Kunstwerk, Bern, 1952· Ruch M. Le proemlum phllosophi- que chez CIcoron, P., 1958 Hoffmann M., Der Dialog bei dem christlichen Schriftstellern der ersten vier Jahrhunderte, B., 1966. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσοου Φίλων ο Αλεξανδρεύς (Τελευταίο τέ- ταρτο του Ιου αι. π.Χ., Αλεξάνδρεια, - μέσα του Ιου αι. μ.Χ., Αλεξάνδρεια). Ιου- δαίος ελληνομαθής φιλόσοφος. Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς ξεκινούσε από δύο αρ- χές - την απόλυτη υπερβατικότητα του θεού και τη στωικοπλατωνική διδασκαλία για τις ιδέες. Για το Φίλωνα η θεότητα εί- ναι πάνω από την πλατωνική ιδέα του ε- νός και του αγαθού και είναι το αληθινό ον, για το οποίο ο άνθρωπος γνωρίζει μό- νο ότι αυτό υπάρχει, παραμένει άγνωστο τι ακριβώς είναι. Σχετικά με τη στωικο- 351
Φίλων ο Λαρισαίος πλατωνική αντίληψη της απορροής ο Φί- λων δίδασκε ότι ο Λόγος" είναι η ύψιστη και η τελειότερη δημιουργία του θεού, χάρη στην οποία ο θεός δημιουργεί αρχι- κά τα όντα, που είναι πλησιέστερα σ' αυ- τόν, όπως οι άγγελοι, και κατόπιν τον κό- σμο των πραγμάτων και τον άνθρωπο. Ο Φίλων διατύπωσε τη θεωρία της εκστα- σιακής ανόδου προς το θεό. Οι ιδέες του Φίλωνα σε αρκετές περιπτώσεις (η ιδέα της απόρροιας) διαφέρουν από τις χρι- στιανικές, όμως γενικά συγγενεύουν, και αυτό του επέτρεψε να γίνει δημοφιλής ανάμεσα στους Πατέρες της εκκλησίας. ■ Opera quae supersunt, ed. J. Cohn et P. Wendiand, Bd 1 - 7, B., 1962 -63 σε ρωσ. με- τφ.: Για την ενορατική ζωή, στο βιβ., Σμιρνόφ Ν. Π., Οι θεραπευτές και το έργο του Φίλωνα του Ιουδαίου «Για την ενορατική ζωή», Κίεβο, 1909. • Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 19, σελ. 307-08· Τρουμπετσκόι Σ. Ν., Η διδασκα- λία για το Λόγο στην ιστορία του, Μ., 1906, σελ. 77 - 165' Ιβανίτσκι Β. Φ., Φίλων ο Αλε- ξανδρεύς. Η ζωή του και ανασκόπηση της φι- λολογικής του δραστηριότητας, Κίεβο, 1911" Λόσεφ Α. Φ., Ιστορία της αρχαίας αισθητικής. Ύστερος ελληνισμός. Μ., 1980, σελ. 82 - 128 Wolfson Η. Α., Philo, ν. 1 Ο - 2, Camb. (Mass.). 1948' Brohier Ε., Les idees philoso- phiques et religieuses de Philon d' Alexan- drie. P., 1950' Heinemann I., Phllons griechi- sche und jüdische Bildung, Hildesheim, 1962. θεώρηση £ Ν. Ρούσσου (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Φίλων ο Λαρισαίος (περ. 140 π.Χ., Λάρι- σα, - περ. 80 π.Χ., Αθήνα;). Πλατωνικός φιλόσοφος, «σχολάρχης» της πλατωνι- κής Ακαδημίας στη,ν Αθήνα, ιδρυτής της λεγόμενης «τέταρτης Ακαδημίας», δά- σκαλος του Κικέρωνα και του Αντίοχου του Ασκαλωνίτη, ο οποίος και τον διαδέ- χτηκε στη διεύθυνση της Ακαδημίας. Κα- τά το 88 ο Φίλων, εξαιτίας του λεγόμε- νου Α' Μιθριδατικού πολέμου, κατέφυγε στη Ρώμη, όπου τιμήθηκε εξαιρετικά ως δάσκαλος της φιλοσοφίας. Εκεί τον ά- κουσε και ο Κικέρων, ο οποίος επηρεά- στηκε σε σημαντικό βαθμό από τις ιδέες του. Ο Φίλων συνέβαλε στο να απαλλα- γεί η πλατωνική Ακαδημία από την επί- δραση του σκεπτικισμού, που είχαν εισα- γάγει σ* αυτήν ο Αρκεσίλαος και ο Καρ- νεάδης. ' Ετσι, πάνω στη βάση του ότι τα πράγματα είναι «καταληπτά», ενίσχυσε το δογματισμό της πλατωνικής διδασκα- λίας με την προσέγγιση του στη στωική γνωσιοθεωρία, κρατώντας ωστόσο από- σταση από τη χαρακτηριστική γνωσιολο- γική θέση των στωικών γύρω από τη λε- γόμενη «εννοιακή παράσταση» («καταλη- πτική φαντασία»). Την προσέγγιση του στη στωική διδασκαλία φανερώνει επίσης το ξεπέρασμα του σκεπτικισμού και στον τομέα της ηθικής. • Κύρκος Β., Φίλων ο Λαρισαίος, βιογραφία, «θεσσαλικά χρονικά», τ. 11, 1978. Ε. Ν. Ρούσσος Φιντεΐσμός. (γαλλ. fideisme, από το λατ. fides - πίστη). Η αποδοχή των πρωτείων της πίστης απέναντι στο λογικό. Χαρα- κτηρίζει τις θρησκευτικές κοσμοθεω- ρίες, οι οποίες βασίζονται στην αρχή της αποκάλυψης. Περιορίζοντας τη σφαίρα δράσης της επιστήμης, ο φιντεϊσμός αρ- νείται την κοσμοθεωρητική σημασία της επιστημονικής γνώσης, παραχωρώντας στη θρησκευτική πίστη τον καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση του κόσμου. Ο φι- ντεϊσμός χαρακτηρίζει πολλά ρεύματα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας* σύμφωνα με τα λόγια του Β. Ι. Λένιν, ο ιδεαλισμός δεν αποτελεί τίποτα άλλο από «... εκλε- πτυσμένη, ραφιναρισμένη μορφή φιντεϊ- σμού...» (Άπαντα, τ. 18, σελ. 380). Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φιξιοναλισμός (από το λατ. fictio - επι- 352
Φιοντοροφ νόηση, μύθευμα). Υποκειμενική - ιδεαλι- στική φιλοσοφική αντίληψη, η οποία θεω- ρεί ότι η ανθρώπινη γνώση είναι ένα σύ- στημα πλασμάτων και μυθευμάτων, που, ενώ πραγματικά δικαιώνονται, δεν έχουν όμως αντικειμενική θεωρητική σημασία. Ο φιξιοναλισμός βρήκε την ολοκληρωμέ- νη έκφραση του στο Φάιχινγκερ· στο φι- ξιοναλισμό προσεγγίζουν οι απόψεις του Νίτσε που θεωρεί την αλήθεια ως χρήσι- μο ψέμα, καθώς και η θεωρία της γνώσης του πραγματισμού. Ο φιξιοναλισμός απο- λυτοποιεί τις έννοιες και τις μεθόδους της νόησης, που χρησιμοποιούνται σπι γνώση και που δεν έχουν άμεση αντιστοι- χία με την πραγματικότητα (κατασκευή ι- δεατών αντικειμένων, υποθέσεις που συ- βάλλουν σε έρευνες, ορισμένες μορφές παραγωγής μοντέλων κ.λπ.), και σ* αυτή τη βάση απορρίπτει τη θεωρία της αντα- νάκλασης. Ο φιξιοναλισμός αποτελεί λο- γική κατάληξη του θετικισμού του 19 αι. • Βλ. λήμμα Φάιχινγκερ. θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φιοντοροφ Νικολάι Φιόντοροβιτς (1828 - 28. 12. 1903, Μόσχα). Ρώσος στοχα- στής, ουτοπιστής, εκπρόσωπος της ρω- σικής διαστημικής. Στα 1874 - 98 εργά- στηκε ως βιβλιοθηκάριος του μουσείου Ρουμιαντσέφσκι. Πρόσφερε μεγάλες υ- πηρεσίες στην ανάπτυξη της ρωσικής βι- βλιολογίας. Ζούσε ασκητική ζωή, θεω- ρούσε αμάρτημα κάθε ιδιοκτησία, ακόμα και πάνω στις ιδέες και τα βιβλία, γΓ αυ- τό δε δημοσίευσε τίποτα. Επιλογή απο- σπασμάτων και άρθρα του Φιοντοροφ με τον τίτλο «Η φιλοσοφία της κοινής υπό- θεσης» (τ. 1 - 2, 1906 - 13) εκδόθηκε από τους μαθητές του. Θεωρούσε ότι βασικό κακό για τον άνθρωπο είναι ο θά- νατος, η υποδούλωση του στην τυφλή δύναμη της φύσης, γι' αυτό διατύπωσε την ιδέα της χειραγώγησης της φύσης , με τη βοήθεια της επιστήμης και της τε- χνικής. Ανώτατος σκοπός αυτής της χει- ραγώγησης είναι η ανάσταση των προγό- νων («πατέρων») και θα επιτευχ^ί με την καθυπόταξη της φύσης, τον ανασχη- ματισμό του ανθρώπινου οργανισμού, την κατάκτηση του διαστήματος και τη διεύ- θυνση των διαστημικών διαδικασιών. Η α- νάσταση, η επίτευξη της αθανασίας, νο- είται από το Φιοντοροφ ως «κοινή υπόθε- ση» της ανθρωπότητας, που οδηγεί στην καθολική αδελφοσύνη και συγγένεια, στην εξάλειψη κάθε «έχθρας», κάθε χά- σματος ανάμεσα στη σκέψη και την πρά- ξη, στους «επιστήμονες» και «μη - επι- στήμονες», στον πλούτο και τη φτώχεια, στην πόλη και το χωριό. Ανακηρύσσοντας τη λατρεία των προγόνων βάση της αλη- θινής θρησκείας, ο Φιοντοροφ δια(ρώνη- σε με τον παραδοσιακό χριστιανισμό. Πί- στευε ότι η χριστιανική ιδέα της προσω- πικής σωτηρίας αντιφάσκει στην υπόθε- ση της σωτηρίας όλων και γι* αυτό είναι αν - ήθικη. Η κοινωνική ουτοπία του Φιο- ντοροφ είναι συντηρητική: στηρίζεται στην εξιδανίκεση των πατριαρχικών συγγενικών σχέσεων που τις αντιπαρα- θέτει στη «μη - συγγενική» («μη - αδελφι- κή») κατάσταση του πολιτισμού. Ορισμέ- νες φιλοσοφικές του ιδέες προκάλεσαν το ενδιαφέρον των Φ. Μ. Ντοστογέφσκι, Λ. Ν. Τολστόι. Β. Λ. Σολοβιόφ. ■ Ο «Φάουστ» του Γκαίτε και ο λαϊκός μύθος για το Φάουστ, στο βιβ.. Τα συμφραζόμενα. 1975. Μ.. 1977· Εργα, Μ. 1982. • Κοζέβνικοφ Β. Α., Ν. Φ. Φιοντοροφ, μέρ. 1, Μ. 1908 Πέτερσον Ν. Π., Ο Ν. Φ. Φιοντο- ροφ και το βιβλίο του «Η φιλοσοφία της κοι- νής υπόθεσης» σε αντίθεση με τη διδασκαλία του Λ. Ν. Τολστόι για τη «μη - αντίσταση» και άλλες ιδέες του καιρού μας, Βέρνι, 1912 Φλορόφσκι Γκ. Β., Οι δρόμοι της ρωσικής θε- ολογίας, Παρίσι, 1937 Γκόρσκι Α. Μ., Ακόμα μια φορά για τους μηχανικούς πολίτες, Απα- ντα, τ. 24, Μ., 1953 Λβοφ Β., Ο αινιγματικός γέρος, Α., 1977· Μικουλίνσκι Σ. Ρ., Έτσι πρέ- Φ.Λ. 5-23 353
Φίσερ πει να μεταχειριζόμαστε την κληρονομιά;, «Βαπρόσι φιλοσόφιι», 1982, τεύχος 12. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Φίσερ (Fischer) Κούνο (23.7.1824, Ζα- ντεβάλντε, Σιλεσία, - 5.7.1907. Χαϊδελ- βέργη). Γερμανός ιστορικός της φιλοσο- φίας, οπαδός του Χέγγελ. Το κύριο του έργο είναι η ^Ιστορία της νέας φιλοοο- φίας» (1852 - 77), που περιέχει ένα ε- κτεταμένο υλικό για τις θεωρίες, τη ζωή και τη δράση του Ντεκάρτ, του Σπινόζα, του Λάιμπνσς, του Καντ, του Φίχτε, του Σέλλινγκ, του Χέγγελ. ' Εγραψε έργα για τον Γκαίτε, το Λέσσινγκ, το Σίλλερ, το Σαίξπηρ. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Η πραγματική φιλοσοφία και ο αιώνας της. Φραντσίσκ Μπέικον, το Βέρου- λαμ,, ΣΠ-ργκ, 1870· Δημόσιες διαλέξεις για το Σίλλερ, Μ. 1890* Α. Σοπενχάουερ, Μ., 1896' Για την ελευθερία του ανθρώπου, ΣΠ- ργκ, 1900. • Windelband W., Kuno Fischer. Hdib.. 1907 Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φιτσίνο (Ficino) Μαρσίλιο (19.10.1433, Φιλίνε - Βαλντάρνο, - 1.10.1499, Καρέ- τζι, κοντά στη Φλωρεντία). Ιταλός ουμα- νιστής και νεοπλατωνικός φιλόσοφος, ι- δρυτής της Πλατωνικής Ακαδημίας στη Φλωρεντία. Μετάφρασε στα λατινικά τα έργα του Πλάτωνα (1η έκδ. 1484), του Πλωτίνου, του Ιάμβλιχου, του Πρόκλου του Πορφύριου, του Μιχαήλ Ψελλού, μέ- ρος από τον Ψευδό - Διονύσιο τον Αρεο- παγίτη και κείμενα του Corpus Hermeti- cum (βλ. Ερμητισμός). Στα σχόλια του για τα έργα αυτά και στα έργα του «Η πλατω- νική θεολογία για την αθανασία της ψυ- χής» («Theologia Platonica de immortali- tateanimorum». 1469-74.1η έκδ. 1482. τελευταία έκδ. - «Teologie platonicienne de Γ Immortalito des ämes». v. 1 - 3. 1965 - 70), «Πα τη χριστιανική θρησκεία» («De Christiana religione», 1476) κ.ά. α- νέπτυξε ένα φιλοσοφικό σύστημα, που α- ποτελεί αναμόρφωση και συγκερασμό του νεοπλατωνισμού (θεωρία της απόρ- ροιας κ.ά.). των άλλων μυστικιστικών δι- δασκαλιών της ύστερης Αρχαιότητας και των βασικών δογμάτων του χριστιανι- σμού. Η αξία του ανθρώπου, ο οποίος εί- ναι προικισμένος με γνωστική ικανότητα και ελευθερία βούλησης, βρίσκεται στη θεϊκή του προέλευση, στην αθανασία της ψυχής του. στην ικανότητα του για την α- νώτατη φάση της θέασης, δηλαδή για να συνενώνεται με το θεό. Για το Φιτσίνο εί- ναι χαρακτηριστική η εξύμνηση της γήι- νης ομορφιάς, τη θέαση της οποίας αυ- τός έβλεπε σαν στάδιο προς την ανώτα- τη μυστική θέαση. Ο Φιτσίνο πίστευε ότι οι διάφορες θρησκείες και οι φιλοσοφι- κές - θρησκευτικές διδασκαλίες αποτε- λούν στάδια εξέλιξης της «πανανθρώπι- νης θρησκείας». Συνέβαλε στην αναγέννηση του πλατωνι- σμού και βοήθησε στον αγώνα ενάντια στο σχολαστικό αριστοτελισμό, επηρέα- σε σημαντικά την ανάπτυξη της φιλοσο- φίας της Αναγέννησης και του 17ου και 18ου αι. ■ Opera, ν. 1 -2, Basel, 1561 · Supplementum Ficinianum, ν. 1 - 2, Firenze, 1937" Comme- ntaire sur le Banqunet de Piaton, P., 1955. • Πουζίνο I. Β.. Οι θρησκευτικές αναζητή- σεις στην εποχή της Αναγέννησης, τεύχος 1. - Μ. Φιτσίνο, Βερολίνο. 1923· Τσερνιάκ Ι. Χ., Η φιλοσοφία της θρησκείας του Μ. Φιτσίνο, στο βιβ.: Αθεϊσμός, θρησκεία, σύγχρονη επο- χή, τεύχος 2., Λ., 1976, σελ. 50 - 64 Μπάτκιν Λ., Ερμηνεία της ιταλικής Αναγέννησης. Η ανθρωπολογία του Μ. Φιτσίνο και του Πίκο ντέλλα Μιράντολα, στο βιβ.: Από την ιστορία της κλασικής τέχνης της Δύσης, Μ., 1980 Kristeller Ρ. Ο.. II pensiero filosofico di Μ. Fici- no, Firenze, 1953 SaittaG., Μ. Ficino e la filo- sofia deir Umanesimo, Bologna, 1954· Mar- cel R., M. Ficino (1433 1499), P., 1958. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου 354
Φίχτε Φίχτε (Fichte) Γιόχαν Γκότλιμπ (19. 5. 1762, Ραμενάου. - 29. 1. 1814. Βε- ρολίνο). Γερμανός φιλόσοφος και κοινω- νικός παράγων, εκπρόσωπος του γερμα- νικού κλασικού ιδεαλισμού. Γεννήθηκε σε οικογένεια αγροτών. Σπούδασε στα πανεπιστήμια της Ιένας και της Λιψίας. Το γραμμένο υπό την επίδραση του Καντ έργο ^Αηόηεφα κριτικής κάθε είδους α- ποκάλυψης» («Versuch einer Kritik aller Offenbarung», εκδόθηκε ανώνυμα το 1792) έγινε δεκτό ως έργο του Καντ και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα. Κάτω από την επί- δραση των γεγονότων της Μεγάλης Γαλ- λικής επανάστασης ο Φίχτε έγραψε ένα έργο αφιερωμένο στην υπεράσπιση της ελευθερίας της σκέψης. Ήταν καθηγη- τής στο Πανεπιστήμιο της Ιένας (1794 - 99), αλλά αναγκάστηκε να το εγκαταλεί- ψει, όταν τον κατηγόρησαν ότι προπα- γανδίζει τον αθεϊσμό. Από το 1800 έμενε στο Βερολίνο* ήταν ο πρώτος εκλεγμέ- νος πρύτανης (1810) του Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Στη φιλοσοφική εξέλιξη του Φίχτε μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο περιόδους. Την πρώτη περίοδο (μέ- χρι το 1800) ξεκινάει από την έννοια του απόλυτου «Εγώ», τη δεύτερη (αρχίζο- ντας από τον ^Προορισμό του ανθρώ- που», 1800) - από την έννοια του απόλυ- του Είναι, ταυτόσημου με το θεό. Περνά- ει έτσι από τον υποκειμενικό ιδεαλισμό στον αντικειμενικό ιδεαλισμό. ' Οπως κι ο Καντ, ο Φίχτε πίστευε ότι η φιλοσοφία πρέπει να είναι η βάση όλων των επιστημών - «θεωρία της επιστήμης» (κύριο έργο <^Θεωρία της επιστήμης»*). Η επιστήμη είναι συστηματική, ωφείλει να ξεκινάει από μια ενιαία αξιόπιστη θε- μελιακή θέση. Σ' αυτό ο Φίχτε προσεγγί- ζει τον κλασικό ορθολογισμό του 17ου αι. Ακολουθώντας τον Καντ, αντιπαραθέτει τη δική του κριτική φιλοσοφία στα προη- γούμενα δογματικά συστήματα: ενώ ο δογματισμός, σύμφωνα με το Φίχτε, ξε- κινάει από τα πράγματα και τις ουσίες, ο κριτικισμός ξεκινάει από τη συνείδηση και εξάγει μέσα απ' αυτήν τον κόσμο σ' όλους τους προσδιορισμούς του. Αυτή είναι η αφετηριακή υποκειμενική - ιδεαλι- στική αρχή της θεωρίας του Φίχτε. Η φιλοσοφία του Φίχτε βασίζεται στην πεποίθηση ότι η πρακτική σχέση προς το αντικείμενο προηγείται της θεωρητικής - ενορατικής σχέσης προς αυτό* αυτό εί- ναι που ξεχωρίζει το Φίχτε από τον Ντε- κάρτ στην ερμηνεία της αυτοσυνείδησης ως αφεαυτης αξιόπιστης αρχής γνώσης: στο Φίχτε η συνείδηση δεν είναι δεδομέ- νη, αλλά αυτοδημιουργείταΐ' το προφα- νές αυτού του πράγματος στηρίζεται όχι στην ενόραση, αλλά στη δράση, δεν γίνε- ται αντιληπτό από το νου, αλλά αντλεί το κύρος του από τη βούληση. Το άτομο εί- ναι «από τη φύση» κάτι το ασταθές: τα συναισθήματα του, οι κλίσεις του, οι πα- ρορμήσεις του, οι διαθέσεις πάντα μετα- βάλλονται και εξαρτώνται από κάτι άλλο. Από τους εξωτερικούς αυτούς καθορι- σμούς απελευθερώνεται μέσω της αυτο- συνείδησης. Μέσα απ' αυτήν το άτομο γεννάει το πνεύμα του, την ελευθερία του. Ο αυτοκαθορισμός είναι κάτι σαν αί- τημα, σαν στόχος, στην κατάκτηση του ο- ποίου το υποκείμενο έχει καταδικαστεί να τείνει αιώνια. Έτσι, λοιπόν, έχουμε την αντίθεση: η αυτοσυνείδηση, που λαμ- βάνεται ως αρχή ενός συστήματος, είναι την ίδια στιγμή ένας αιώνια απωθούμε- νος στόχος του «Εγώ». Ο Φίχτε δέχεται την αντίθεση αυτή ως αφετηρία του συ- στήματος του και η συνεπής εκδήλωση της είναι η δόμηση συστήματος με τη βο- ήθεια της διαλεκτικής μεθόδου. Το σύ- στημα του Φίχτε έχει τη δομή ενός κύ- κλου: η αρχή εμπεριέχει ήδη μέσα της το τέλος η πορεία προς την ολοκλήρωση είναι ταυτόχρονα επιστροφή στην πηγή. Η καντιανή αρχή της αυτονομίας της βούλησης, σύμφωνα με την οποία ο πρα- κτικός λόγος φτιάχνει μόνος του τους νόμους του, μετατρέπεται στο Φίχτε σε 355
Φίχτε καθολική αρχή όλου του συστήματος.' Ε- τσι ο Φίχτε ξεπερνάει το δυϊσμό της κα- ντιανής διδασκαλίας και θέτει ως στόχο του να εξαγάγει από την αρχή του πρα- κτικού λόγου -της ελευθερίας- επίσης το θεωρητικό λόγο - τη φύση. Η γνωστική διαδικασία αποτελεί στο Φίχτε απλά και μόνο μια κατώτερη στιγμή της ενιαίας πρακτικής - ηθικής πράξης. Σύμφωνα με το Φίχτε, κάθε πραγματικότητα είναι προϊόν δράσης του «Εγώ», κι ο στόχος της θεωρίας των επιστημών είναι να δεί- ξει πώς και γιατί η δράση παίρνει απαραί- τητα τη μορφή αντικειμένου. Ο Φίχτε δε δέχεται την ύπαρξη του ανεξάρτητου από τη συνείδηση «πράγματος καθ' εαυ- τό», γι' αυτό είναι υποχρεωμένος να ει- σαγάγει, στην ουσία, δύο διαφορετικά «Εγώ»: το ένα από αυτά είναι ταυτόσημο με την ατομική συνείδηση, το άλλο μη - ταυτόσημο μ' αυτή (ο Φίχτε το ονόμασε απόλυτο «Εγώ»). Στο Φίχτε το ατομικό και το απόλυτο «Εγώ» άλλοτε συμπί- πτουν και άλλοτε διίστανται τελείως· ο «ρυθμός» αυτός των συμπτώσεων και των διασπάσεων είναι ο πυρήνας της δια- λεκτικής του Φίχτε ως κινητήριας αρχής της σκέψης. Μαζί με την αυτοσυνείδηση («Εγώ είμαι») πρέπει να νοηθεί κι η αντί- θεση της: «Δεν είμαι Εγώ». Η συνύπαρξη αυτών των αντιθέσεων μέσα σ' ένα «Εγώ» είναι δυνατή μόνο αν η μια περιο- ρίσει την άλλη, δηλαδή μέσω της αμοι- βαίας μερικής εξάλειψης τους. Αν το «Εγώ» καθορίζεται μέσα από το «μη - Εγώ», τότε το υποκείμενο εκδηλώνεται ως θεωρητικό, αν γίνεται το αντίθετο - ως πραχτικό. Κάθε τι που για τη θεωρητική συνείδηση εκδηλώνεται ως τομέας ανεξάρτητων απ* αυτή πραγμάτων είναι, κατά το Φί- χτε, προϊόν ασυνείδητης λειτουργίας της φαντασίας, των περιορισμών που αυτή θέτει κι οι οποίοι παρουσιάζονται στη συ- νείδηση ως αίσθηση, ενόραση, αντίληψη, λογικό κ.λπ., μέχρι και χρόνος, χώρος κι όλο το σύστημα των κατηγοριών του θε- ωρητικού «Εγώ». Η προϋπόθεση αυτών των περιορισμών, καθώς και του θεωρη- τικού «Εγώ» γενικά, είναι απαραίτητη για την ύπαρξη του πρακτικού «Εγώ», που θέτει στόχους και τους εκπληρώνει. Στο Φίχτε η δράση του «Εγώ» είναι απόλυτη και αυτοτροφοδοτείται με σκοπούς, πράγμα μάλιστα που κάνει ασυνείδητα. Εκείνο το «Εγώ» που βάζει «εμπόδια» κι εκείνο που τα ξεπερνάει αγνοούν το ένα το άλλο. Ο κόσμος, ο οποίος γεννιέται από την ασυνείδητη λειτουργία του από- λυτου «Εγώ», δεν είναι κάτι το αυτοδύνα- μο: η φύση είναι μόνο αντικείμενο, υλικό, εμπόδιο για να ξεπεραστεί* δεν έχει ανε- ξάρτητη ύπαρξη και αυτοδύναμη αξία. Το πρακτικό υποκείμενο, ξεπερνώντας τα ε- μπόδια το ένα μετά το άλλο, χωρίς στην αρχή να το συνειδητοποιεί, προσεγγίζει όλο και περισσότερο στην ταύτιση με τον εαυτό του. Το ιδεώδες όλης της κίνησης κι ανάπτυξης της κοινωνίας είναι, κατά το Φίχτε, η σύμπτωση του ατομικού με το απόλυτο «Εγώ» και τοιουτοτρόπως η συ- νειδητοποίηση ότι κάθε αντικειμενική σφαίρα του ανθρώπου είναι απλώς και μόνο προϊόν της δράσης του «Εγώ» που έχει αποξενωθεί απ* αυτό κι εκδηλώνε- ται ως εξωτερική σ' αυτό πραγματικότη- τα. Ωστόσο, η πλήρης επίτευξη του ιδε- ώδους αυτού είναι αδύνατη, γιατί διαφο- ρετικά θα οδηγούσε στον τερματισμό της δράσης η οποία, κατά το Φίχτε, είναι απόλυτη· όλη η ανθρώπινη ιστορία είναι ένα ατέρμονο πλησίασμα του ιδεώδους. Ο Φίχτε είχε κι έναν άλλο στόχο, όχι λι- γότερο δύσκολο απ' ό,τι η εξαγωγή του «μη - Εγώ» από το απόλυτο «Εγώ», το στόχο της προέλευσης του «άλλου Εγώ», πολύ περισσότερο που κατηγο- ρούσαν συχνά το φιλόσοφο για τάσεις σολιψισμού. Στο έργο του «Βάσε/ς φυσι- κού δικαίου» ο Φίχτε πραγματοποιεί την παραγωγή του άλλου (άλλων) «Εγώ», δεί- χνοντας ότι η ύπαρξη πλήθους ελεύθε- 356
Φίχτε ρων ατόμων είναι όρος για τη δυνατότη- τα του ίδιου του «Εγώ» ως λογικής ελεύ- θερης ύπαρξης. Στη διαδικαία αυτή η νο- μική κατηγορία αναγνώρισης είναι, για το Φίχτε, συστατική στιγμή της ανθρώπινης συνείδησης, διαγενικής από τη φύση της. Μετά το 1800 ο Φίχτε έκανε ουσιαστικές αλλαγές στη θεωρία του για τη δράση, α- ποστερώντας την από την προηγούμενη καθολική της σημασία. Ενώ μέχρι τότε ταύτιζε την ηθική με τη δράση, κι ο ακτι- βισμός -σε αντιστοιχία με την προτεστα- ντική ηθική- ήταν γι* αυτόν βασικότατος προσδιορισμός του καλού, τώρα τείνει να διαχωρίσει την ηθική αρχή από τη δράση. Αναθεώρησε το περιεχόμενο του απόλυ- του «Εγώ» και τους δεσμούς του με το πεπερασμένο άτομο. Πριν, το απόλυτο «Εγώ» λειτουργούσε ως ανεπίτευκτος σκοπός της δραστηριότητας του ατομι- κού υποκειμένου, ως «δυνάμει» αιωνιό- τητα αυτής της ίδιας της δραστηριότη- τας, που ήταν, στην ουσία, το μοναδικό πραγματικό Είναι. Τώρα το απόλυτο νοεί- ται ως «ενεργεία», Είναι, ως θεός, και κάθε τι έξω απ* αυτό, μαζί κι η δράση του πεπερασμένου «Εγώ», παρουσιαζόταν ως απλώς και μόνο η εικόνα του Είναι (το «σχήμα» του), η οποία αυτή καθαυτή, έξω από το απόλυτο, στερείται πραγματι- κότητας. Οι κοινωνικές και πολιτικές απόψεις του Φίχτε εξελίχτηκαν επίσης σημαντικά: από τη συμπάθεια προς τα ιδεώδη της Μεγάλης Γαλλικής επανάστασης, στην πρώτη της περίοδο, πέρασαν, την περίο- δο της πάλης ενάντια στο Ναπολέοντα, στην επεξεργασία των ιδεών της εθνότη- τας ως ομαδικής προσωπικότητας που έ- χει ειδική αποστολή («Λόγοι προς το γερ- μανικό έθνος» - «Reden an die deutsche Nation», 1808). Η ιδέα του προορισμού των επιμέρους εθνών ολοκληρώνεται στη φιλοσοφία της ιστορίας του Φίχτε. Η ιστορία της ανθρωπότητας, σύμφωνα με το Φίχτε, είναι η διαδικασία εξέλιξης από την κατάσταση της αρχικής αθωότητας (ασυνείδητη κυριαρχία του λογικού), μέ- σω της γενικής παρακμής και της βαθιάς φθοράς, χαρακτηριστικές για την εποχή του, στη συνειδητή κυριαρχία του λογι- κού. Η φιλοσοφία του Φίχτε άσκησε μεγάλη ε- πίδραση στην ανάπτυξη του γερμανικού κλασικού ιδεαλισμού, του Σέλλινγκ κι εν μέρει του Χέγγελ, καθώς και στη διαμόρ- φωση των φιλοσοφίκοαισθητικών ιδεών των ρομαντικών της Ιένας. Αργότερα, ο Σέλλινγκ κι ο Χέγγελ, ξεπερνώντας τον υποκειμενικό ιδεαλισμό του Φίχτε, άσκη- σαν πολύπλευρη κριτική στη φιλοσοφία του. Κριτική αξιολόγηση της φιλοσοφίας του Φίχτε έγινε από τους κλασικούς του μαρ- ξισμού, οι οποίοι έδειξαν ότι η θεωρία του Φίχτε για το υποκείμενο είναι«... το μεταφυσικά αναδιακοσμημένο πνεύμα στην απόσπαση .του από τη φύση...» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Απαντα, τ. 2, σελ. 154). ■ Sämtliche Werke, Bd 1 - 8. Β., 1845 - 46 Werke, Bd 1 - 6, Lpz.. 1908 -12· Briefwech- sel, Bd 1 - 2, Lpz., 1925" σε ρωσ. μετφ.: Βα- σικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής, ΣΠ-ργκ, 1906' Τα γεγονότα π^ς συνείδησης, ΣΠ-ργκ, 1914" Επιλογή έργων, τ. 1, [Μ.,], 1916 Το κλειστό εμπορικό κράτος. Μ., 1923 Για τον προορισμό του επιστήμονα. Μ., 1935' Καθαρή, σαν τον ήλιο, ανακοίνωση στο πλατύ κοινό για την αληθινή ουσία π)ς νεότερης φι- λοσοφίας, Μ.. 1937 • Φίσερ Κ., Ιστορία πης νέας φιλοσοφίας, τ. 6. ΣΠ-ργκ, 1909· «Ζητήματα φιλοσοφίας και ψυχολογίας^, 1914, βιβ. 122(2)· Βισεσλάφ- τσεφ Μη., Η ηθική του Φίχτε, Μ., 1914 Οϊ- ζερμάν Τ Ι., Η φιλοσοφία του Φίχτε, Μ., 1962· Γκαϊντέντκο Π.Π., Η φιλοσοφία του Φί- χτε κι η σύγχρονη εποχή. Μ., 1979 Lask Ε., Fichtes kjealismus und die Geschichte. Tüb., 1914 Leon X., Fichte et sontemps.t.l -2, P., 1922 - 27· Medicus F.. Fichtes Leben, Lpz., 357
Φλορένσκι 1922· Heimsoeth Η., Fichte, MUnch., 1923· Schulte G., Die Wissenschaftslehre des spa- ten Fichte, Fr./M., 1971· Der transzendentale Gedanke. Die gegenwärtige Darstellung der Philosophie Fichtes, hrsg. v. K. Hammacher, Hamb., 1981. Π. Π. Γκαϊντένκο θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φλορένσκι Πάβελ Λσξάντροβιτς (21. 1. 1882, Εβλάχ, σημερ. ΣΣΔ Αζερ- μπαϊτζάν, - 15.12.1943). Ρώσος επιστή- μονας, θρησκευτικός φιλόσοφος. Στο βασικό του έργο <^Το στήριγμα και η κατα- κύρωση της αλήθειας» (1914) η θρη- σκευτική - φιλοσοφική προβληματική, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται οι θεωρίες της πανενότητας (βλ. Εν και παν) του Βλ. Σολοβιόφ κι η θεωρία περί «Σοφίας», συνδυάζεται με τις αναδρο- μές στους πιο διαφορετικούς τομείς της γνώσης. Στη συνέχεια προσπάθησε να δημιουργήσει μια «συγκεκριμένη μετα- φυσική», που καθήκον της θεωρούσε την προβολή και μελέτη ορισμένων πρωταρ- χικών συμβόλων, των θεμελιωδών πνευ- ματικών και υλικών δομών, από τις ο- ποίες, σύμφωνα με το Φλορένσκι, σχη- ματίζονται οι διάφορες σφαίρες της πραγματικότητας και σε αντιστοιχία με τις οποίες οργανώνονται διάφοροι τομείς πολιτισμού· οι αναζητήσεις του Φλορέν- σκι συγγενεύουν με μια σειρά θεωρίες των αρχών του 20ού αι., που βασίστηκαν επίσης πάνω στην,έννοια του συμβόλου* (Κασσίσερ, Γιουνγκ, Β. Ιβανόφ, τα πρώτα έργα του Α. Φ. Λόσεφ). Πραγματοποίηση αυτού του καθήκοντος ο Φλορένσκι θεω- ρούσε όχι την κατασκευή ενός αφηρημέ- νου φιλοσοφικού συστήματος, αλλά τη διεξαγωγή, στη βάση ενιαίας μεθοδολο- γίας, μελέτης του συγκεκριμένου υλικού διαφόρων επιστημών και τεχνών. Ο ίδιος ο Φλορένσκι έκανε παρόμοιες μελέτες σχετικά με μκι σειρά επιστημονικούς κλάδους, όπως η γλωσσολογία, η θεωρία των τεχνών, τα μαθηματικά, η πειραματι- κή και θεωρητική φυσική, η οποία έγινε η βασική κατεύθυνση της απασχόλησης του μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 Ο Φλορένσκι διατύπωσε πρώ- τος πολλές από τις ιδέες της σημειωτι- κής. ■ Η σκέψη του ιδεαλισμού, Σερκίεφ Ποσάντ, 1914· Κοντά στο Χομιακόφ, Σεργκίεφ Πο- σάντ, 1916* Τα πρώτα βήματα της φιλοσο- φίας, Σεργκίεφ Ποσάντ, 1917' Η αντίστροφη προοπτική, «Επιστ. οημειώοεις του Πανεπι- στημίου του Ταρτού», 1967, τεύχος 198· Η δομή π)ς λέξης, οττ] συλλ.: Συμφραζόμενα, Μ., 1973* Ανάλυση του χώρου στα καλλιτεχνι- κά - εικαστικά έργα, «Διακοσμητικές τέχνες», 1982, τεύχος 1. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Φογκτ, Φόχτ (Vogt) Καρλ (5.7.1817, Π- σεν, - 5.5.1895, Γενεύη). Γερμανός φυ- σιοδίφης και φιλόσοφος, εκπρόσωπος του χυδαίου υλισμού. Πήρε μέρος σπιν Επανάσταση του 1848, μέλος της εθνο- συνέλευσης της Φρανκφούρτης· καταδι- κάστηκε ερήμην σε θάνατο και ώς το τέ- λος της ζωής του έμενε εξόριστος στην Ελβετία. Ο Φογκτ, εκλαϊκεύοντας τις ιδέες του φυσιογνωστικού υλισμού, του δαρβινι- σμού και του αθεϊσμού, ταύτιζε, ταυτό- χρονα, τη συνείδηση με την ύλη και υπέ- θετε πως ο εγκέφαλος εκκρίνει τη σκέ- ψη έτσι ακριβώς όπως το συκώτι εκκρίνει τη χολή. Τα έργα του Φογκτ έχουν μετα- φραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσ- σες· άσκησαν επίδραση σπιν ανάπτυξη του υλισμού και του αθεϊσμού στη Ρωσία στη δεκαετία του 1860 (Ντ. Ι. Πίσαρεφ κ.ά.). Ο Φόγκτ κράτησε εχθρική στάση α- πέναντι στο εργατικό κίνημα και το σο- σιαλισμό. Αυστηρή κρπική στο πρόσωπο του Φογκτ και των πολιτικών του θέσεων έκανε ο Κ. Μαρξ στο έργο «Ο κύριος Φογκτ» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, Άπαντα, τ. 14, σελ. 395 - 691). 358
Φορμαλισμός ■ Köhlerglaube und Wissenschaft, Gieben, 1856· Aus meinem Leben, Stuttg., 1896· σε ρωσ. μετφ.: Ο άνθρωπος κι η θέοη του στη φύση, τ. 1 - 2, ΣΠ-ργκ, 1865 - 66· Γράμματα φυσιολογίας, τ. 1 - 2, ΣΠ-ργκ, 1867 Φυσική ι- στορία της δημιουργίας του κόσμου, Μ., 1868. • Vogt W, La vie d' un homme: Carl Vogt, P., 1896. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φορμαλισμός (τυποκρατία - γαλ. Fornna- llsme, από το λατ. Formalis - ο σχετικός με τη φόρμα, τη μορφή). Η προτίμηση της μορφής σε σχέση με το περιεχόμενο στις διάφορες σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας (βλ. Περιεχόμενο και μορφή). Στη σφαίρα των ανθρώπινων σχέσεων ο φορμαλισμός εκδηλώνεται στην άκαμπτη τήρηση των κανόνων της ετικέτας, της εθυμοτυπίας, της τελε- τουργίας, ακόμα και στις περιπτώσεις που η ίδια η ζωή το κάνει αυτό χωρίς νόη- μα, ανόητο, κωμικό είτε δραματικό. Τα ουσιαστικά συμφέροντα των κοινωνικών σχέσεων θυσιάζονται στην περίπτωση αυτή στο συμφέρον της τήρησης των τυ- πικών κανόνων. Στη σφαίρα της διεύθυν- σης της κοινωνίας ο φορμαλισμός εκδη- λώνεται με τη γραφειοκρατία, τη λατρεία του γράμματος του νόμου και με την κραυγαλέα περιφρόνηση της ουσίας και του πνεύματος του (βλ. Γραφειοκρατία). Στην τέχνη ο φορμαλισμός εκδηλώνεται με την απόσπαση της καλλιτεχνικής μορ- φής από το περιεχόμενο, με την ανακή- ρυξη της σε μοναδικό στοιχείο που έχει αξία στην τέχνη, και την αναγωγή της καλλιτεχνικής αναπαράστασης του κό- σμου σε δημιουργία αφηρημένων μορ- φών. Ο φορμαλισμός εμφανίστηκε σε μια περίοδο που οι συνθήκες της ζωής δη- μιούργησαν σε μια κοινωνική ομάδα την ψυχολογική διάθεση αντιπαράθεσης της τέχνης στη ζωή, στχγ/ πρακτική δραστη- ριότητα, στα πραγματικά συμφέροντα των ανθρώπων. Φορμαλιστικές τάσεις υ- πάρχουν στον ακαδημαϊσμό του 19ου αι. Τη συνεπέστερη του όμως έκφραση βρήκε στην αστική τέχνη του 20ού αι., στα ρεύματα του κυβισμού, του κυβο- φουτουρισμού, του ντανταϊσμού, στην α- φηρημένη τέχνη, στην «ποπ - αρτ», στην «οπ - αρτ», στο «αντιθέατρο», στο «θέα- τρο του παράλογου», και αποτέλεσε μια από τις εκδηλώσεις της κρίσης της αστι- κής συνείδησης (βλ. επίσης Νεοτεριοτι- κά ρεύματα). Αυτήν ακριβώς την περίοδο καταβάλλονται έντονες προσπάθειες να τεκμηριωθεί θεωρητικά ο φορμαλισμός και να παρουσιαστεί ως «παιχνίδι της μορφής», ως μέσο δημιουργίας «καθα- ρών» αισθητικών αξιών, ελεύθερων από ηθικό, πολιτικό και πρακτικό περιεχόμε- νο. Η μαρξιστική - λενινιστική αισθητική και κριτική δίνει ιδκιίτερη σημασία στην καλ- λσεχνική μορφή. Ωστόσο, τασσόταν πά- ντα ενάντκι σε κάθε εκδήλωση φορμαλι- σμού (στον εστετισμό, στη θεωρία και την πρακτική της «καθαρής τέχνης» στην «τέχνη για την τέχνη»*) και διακή- ρυσσε ότι η περιφρόνηση του περιεχόμε- νου, οι φορμαλιστικές θέσεις, όχι μόνο υπονομεύουν την κοινωνική επίδραση της τέχνης, την ικανότητα της να συμμε- τέχει στην κοινωνική πάλη, στχ] δκιπαιδα- γώγηση των ανθρώπων, αλλά και επι- δρούν καταστροφικά πάνω στην ίδια την αξία της. • Λένιν Β. Ι., Για 777 λογοτεχνία και την τέχνη (Συλλογή), Μ. 1979· Πλεχάνοφ Γκ. Β., Τέχνη και λογοτεχνία, Μ. 1948 Καγκάν Μ. Σ., Παρα- δόσεις μαρξιστικής - λενινιστικής αισθητικής, Λ. 1971 Μεντβέντιεφ Π. Ν., Ο φορμαλισμός στη δυτικοευρωπαϊκή επιστήμη της τέχνης, στο βιβ. του: «Στο ερνασ7Τ7ρ/ο του συγγρα- φέα», Λ., 1971· MovT€pvio/ioc, Συλ. άρθρων, Μ., 1973· Ohff Η., Anti - Kunst, Düsseldorf, 1973. θεώρηση NtK. Στέργιου 359
Φορμαλισμός Φορμαλισμός στη λογυο) και στα μαθη- ματικά. Μία από τις σημαντικότερες κα- τευθύνσεις, σε ό,τι αφορά τις βάσεις των μαθηματικών και της λογικής, η οποία προβάλλει ως κύριο έργο της θεμελίω- σης αυτών των επιστημών την ερμηνεία τους ως λογισμού* μέσω μιας ειδικής θε- ωρίας (που ο ιδρυτής του φορμαλισμού Ντ. Χίλμπερτ ονόμασε μεταμαθηματική ή θεωρία της απόδειξης). Το πρόγραμμα μεταμαθηματικής θε- μελίωσης των μαθηματικών (και της λογι- κής) που εκπόνησε ο Χίλμπερτ στα 1922 - 39 διακήρυττε ότι είναι δυνατή η «σωτη- ρία» όλων των κλασικών μαθηματικών, δηλαδή των μαθηματικών που βασίζονται στη θεωρία των συνόλων του Γκ. Κάντορ και που χρησιμοποιούσαν με κατηγορη- ματικό τρόπο την αφαίρεση του ενεστω- τικού απείρου* και όλο το οπλοστάσιο του παραγωγικού διαλογισμού της παρα- δοσιακής λογικής. Σύμφωνα με το σχέδιο του Χίλμπερτ, η παρουσία παραδόξων* στο επιλεγμένο σύστημα αξιωμάτων* της θεωρίας των συνόλων θα μπορούσε να ε- ξασφαλιστεί αν η μεταγλώσσα*, με την ο- ποία θα πραγματοποιείται η απόδειξη της μη αντιφατικότητας της, περιείχε μόνο πεπερασμένα, περατά (που καθόλου δεν προϋποθέτουν τη χρήση της έννοιας του «ενεστωτικού απείρου») εκφραστικά και παραγωγικά (deduktive) μέσα, απόλυτα άψογα από την άποψη της ενάργειας και τη πειστικότητας. Το μαθηματικό πρόγραμμα του Χίλμπερτ στην πορεία της πραγματοποίησης του από τον ίδιο και τη σχολή του (Π. Μπερ- νάυς, Β. 'Ακερμαν, Γκ. Γκέντσεν κ.ά.) πέτυχε μερικά σπουδαία αποτελέσματα (βλ. Μη - αντιφατικότητα, Πληρότητα), αλλά και επικρίθηκε από άλλες κατευ- θύνσεις θεμελίωσης των μαθηματικών και πρώτα - πρώτα από τον εποπτισμό -1- ντουϊτιβισμό - (βλ. και Λογικισμός). Ταυ- τόχρονα, η θεμελιώδης ανακάλυψη του Γκέντελ (Gödel), το 1931, που δκιπίστω- νε το ασυμβίβαστο του απηματος της μη - αντιφατικότητας για επαρκώς πλούσιες (από άποψη εκφραστικών και παραγωγι- κών μέσων) λογικομαθηματικών λογι- σμών, κατέδειξε τον περιορισμένο χαρα- κτήρα της θεωρίας του φορμαλισμού. Από την άλλη όμως πλευρά, οι μεταμα- θηματικές αρχές, σε συνδυασμό με τις ι- δέες και τα όργανα των άλλων κατευθύν- σεων (λόγου χάρη της, κατασκευαστικής κατεύθυνσης*), χρησιμοποιούνται για την εξεργασία των προβλημάτων της θε- ωρίας της απόδειξης (λόγου χάρη, από τον αμερικανό λογικό Κράιζελ και από αρκετούς σοβιετικούς λογικούς). Βλ. και Αξιωματική μέθοδος, Μεταθεωρία. • Χίλμπερτ Ντ., Μπερνάνς Π., Βάσεις των μαθηματικών, μετφ. από τα αγγλ., τ. 1, Μ., 1979* Κράιζελ Γ Ερευνες πάνω στη θεωρία της απόδειξης, μετφ. από τα αγγλ., Μ. 1981. θεώρηοη Γήν. Κρητικού Φόρρεστερ (Forrester) Τζέι Ράιτ (γεν. 14.7.1918, Ανσέλμο, ΗΠΑ). Αμερικανός ειδικός της κυβερνητικής. Στο βιβλίο «/-/ παγκόσμια δυναμική» εξέθεσε τις βάσεις της θεωρίας των «ορίων της ανάπτυ- ξης». Ο Φόρρεστερ είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους δυτικούς θεωρητι- κούς και πρακτικούς της κατασκευής κοινωνικών μοντέλων με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στις εργα- σίες του για τη θεωρία της διεύθυνσης και της συστημικής ανάλυσης ανέπτυξε την ιδέα του αιτιακού καθορισμού (οο- unter intuitivity - αντιενορατικότητας) της συμπεριφοράς των κοινωνικών ουστηΜά- των και προσπάθησε να τυποποιήσει στα μοντέλα του τον καθορισμό αυτής της συμπεριφοράς από εξωτερικούς παρά- γοντες. Είναι γνωστός για τις ακραίες α- παισιόδοξες απόψεις του για το μέλλον της ανθρωπότητας ■ Principles of Systems. Camb. (Mass.). 1968 Collected papers, Camb. (Mass.), 360
Φόυερμπαχ 1975· σε ρωσ. μετφ.: Οι βάσεις της κυβερνη- τικής των επιχειρήσεων (βιομηχανική δυναμι- κή), Μ., 1971 · Η δυναμική της ανάπτυξης της πόλης, Μ., 1974. θεώρηση Γ Παπαγούνου Φόυερμπαχ (Feuerbach) Λούντβιχ Α- ντρέας (28:7.1804, Λάντσχουτ, Βαυαρία, 13.9.1872, Ρέχενμπεργκ, κοντά στη Νυρεμβέργη). Γερμανός φιλόσοφος, υ- λιστής και αθεϊστής, γιος του γνωστού νομικού Α. Φόυερμπαχ. Αφού τέλειωσε το γυμνάσιο γράφτηκε το 1823 στη θεο- λογική σχολή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Δυσαρεστημένος από τη δογματική ορθοδοξία, έφυγε από τη Χαϊ- δελβέργη και πήγε στο Βερολίνο, όπου παρακολούθησε μαθήματα του Χέγγελ, κάτω από την επίδραση του οποίου και διαμορφώθηκε. Το 1828, και αφού είχε τελειώσει το Πανεπιστήμιο του Βερολί- νου, υποστήριξε στο Πανεπιστήμιο του ' Ερλανγκεν διδακτορική διατριβή με θέ- μα «Για τον ένα, καθολικό και άπειρο λό- γο». («De ratione una, universali. infini- te»), που στο σύνολο της διαπνεόταν από το πνεύμα του χεγγελιανού ιδεαλισμού. Ωστόσο, ήδη από την περίοδο αυτή φά- νηκε η διάσταση απόψεων ανάμεσα στο Φόυερμπαχ και το Χέγγελ σχετικά με τη θρησκεία γενικά, και τη χριστιανική ιδιαί- τερα, που, κατά το Φόυερμπαχ, είναι α- συμβίβαστη με τη λογική και την αλήθεια. Μετά την υποστήριξη της διατριβής του, ο Φόυερμπαχ έγινε υφηγητής (πριβάτ - ντοτσέντ) στο Πανεπιστήμιο του ' Ερλαν- γκεν, όπου από το 1829 παρέδιδε το μά- θημα της «χεγγελιανής φιλοσοφίας» και της ιστορίας της φιλοσοφίας. Το 1830 ο Φόυερμπαχ δημοσίευσε ανώνυμα το έρ- γο «Σκέψη για το θάνατο και την αθανα- σία» («Gedanken über Tod und Unster- blichkeit»), στο οποίο απέρριπτε την ιδέα της αθανασίας της ψυχής. Το όνομα του συγγραφέα έγινε τελικά γνωστό, το βι- βλίο κατασχέθηκε κι ο Φόυερμπαχ στε- ρήθηκε το δικαίωμα διδασκαλίας. Ωστό- σο, δε σταμάτησε την επιστημονική του δραστηριότητα. Στο τρίτομο έργο του για την ιστορία της φιλοσοφίας του 17ου αι. ο Φόυερμπαχ, παραμένοντας ακόμη κο- ντά στις χεγγελιανές θέσεις, δίνει μεγά- λη προσοχή στους υλιστές και αθεϊστές φιλοσόφους, υπογραμμίζοντας ιδιαίτερα τη συνεισφορά τους στην ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης. Το 1836 ο Φόυερμπαχ παντρεύτηκε, και για 25 ολό- κληρα χρόνια έζησε, χωρίς σχεδόν καθό- λου ν' απομακρυνθεί, στο χωριό Μπούργκ- μπεργκ, όπου η γυναίκα του ήταν συνι- διοκτήτρια μιας μικρής βιοτεχνίας πορ- σελάνης. Το 1859 η βιοτεχνία πτώχευσε και ο Φόυερμπαχ μετακόμισε στο Ρέχεν- μπεργκ, όπου πέρασε τα τελευταία χρό- νια της ζωής του μέσα σε μεγάλη φτώ- χεια. Ο Φόυερμπαχ χαιρέτισε θερμά την Επα- νάσταση του 1848. Ωστόσο, δε συμμε- τείχε ενεργά στην πολιτική ζωή* ακόμα και όταν το 1848, ήταν βουλευτής στην εθνοσυνέλευση της Φρανκφούρτης, πα- ρέμενε πολΓΓίκά απαθής. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του εκδήλωσε μεγάλο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά και οικονο- μικά προβλήματα, μελέτησε το «Κεφά- λαιο» του Κ. Μαρξ και στα 1870 έγινε μέ- λος του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Βασικά έργα του Φόυερμπαχ είναι: «Κρι- τική της φιλοσοφίας του Χέγγελ» («Zur kritik der Hegeischen Philosophie», 1839), «Η ουσία του Χριστιανισμού»*' (1841), «Προκαταρκτικές θέσεις για τη μεταρρύθμιση της φιλοσοφίας»-«Börläu- fige Thesen zur Reform der Philosophie». (1842), «Βασικές αρχές της φιλοσοφίας του μέλλοντος»* (1843). Κύριο έργο της ζωής του Φόυερμπαχ ή- ταν η αδιάλλακτη πάλη κατά της θρη- σκείας. Αντίθετα με τη χεγγελιανή φιλο- σοφία της θρησκείας, ο Φόυερμπαχ θεω- ρούσε τη φιλοσοφία και τη θρησκεία δύο τρόπους θεώρησης του κόσμου που ο έ- 361
Φόυερμπαχ νας αποκλείει τον άλλον. Η αιτία της ζω- τικότητας της θρησκείας, σύμφωνα με το Φόυερμπαχ, δεν οφείλεται μονάχα στην απάτη που αυτή χρησιμοποιεί* η πραγμα- τική αιτία της θρησκείας έχει τις ρίζες της στη «φύση του ανθρώπου» και στις συνθήκες ζωής του. Η πρωταρχική πηγή των θρησκευτικών ψευδαισθήσεων, κατά το Φόυερμπαχ, ήταν το αίσθημα της ε- ξάρτησης, της αδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις και τα στοιχεία της φύσης που δεν μπορούσε να υποτά- ξει. Η αδυναμία του αυτή βρίσκει διέξοδο στην ελπίδα και τον εφησυχασμό, που γεννά η φαντασία. ' Ετσι δημιουργούνται οι διάφοροι θεοί ως πηγή εκπλήρωσης των ανθρώπινων πόθων. Ο Φόυερμπαχ πιστεύει πως ο θεός, ενώ είναι προβολή του ανθρώπινου πνεύματος, αποκόβεται απ* αυτό και αντικειμενοποιείται. Ο θεός όχι μόνο αποκτά αυθυπαρξία, αλλά μετα- τρέπεται από δημιούργημα του ανθρώ- που σε δημιουργό του, σε πρωταίτιο ό- λων των όντων. Σύμφωνα με τη σκέψη του Φόυερμπαχ, η θρησκεία παραλύει την προσπάθεια του ανθρώπου για καλύ- τερη ζωή στον παρόντα πραγματικό κό- σμο, παραλύει την προσπάθεια για ανα- μόρφωση του κόσμου αυτού και την υπο- καθιστά με την υπάκουη και υπομονε- τική προσμονή της επερχόμενης δικαίωσης και επιβράβευσης στον άλλο κόσμο. Απορρίπτοντας τη θρησκευτική λατρεία, ο Φόυερμπαχ αντιπαράθεσε σ* αυτήν τη λατρεία του ανθρώπου, τη «θε- οποίηση του ανθρώπου». Ο Φόυερμπαχ θεωρούσε το σύνθημα του «ο άνθρωπος είναι θεός του ανθρώπου» ως αντίδοτο στις θεϊστικές θρησκείες. Στο Φόυερμπαχ η κριτική της θρησκείας εξελίχθηκε σε κριτική του φιλοσοφικού ι- δεαλισμού και ολοκληρώθηκε με το πέ- ρασμα του Φόυερμπαχ στο στρατόπεδο του υλισμού (1839). Έχοντας πεισθεί για τη συγγένεια ιδεαλισμού και θρη- σκείας, ο Φόυερμπαχ άρχισε τη μονομα- χία με την πιο τελειοποιημένη μορφή του ιδεαλισμού, το γερμανικό κλασικό ιδεαλι- σμό και την κορυφή του, τη φιλοσοφία του Χέγγελ. Το σπουδαιότερο λάθος του ιδεαλισμού είναι, κατά το Φόυερμπαχ, η ταύτιση του Βναι με τη νόηση. «... 7ο νο- ούμενο Είναι δεν είναι πραγματικό Εί- ναι... Η εικόνα αυτού του Είναι βρίσκεται έξω από τη νόηση- είναι η ύλη, η υποδο- μή της πραγματικότητας» (Επιλ. φιλοο. έργων. τ. 1, Μ., 1955, σελ. 175, 176). Η φιλοσοφία του Φόυερμπαχ στηρίζεται στην αρχή ότι το Είναι «είναι το υποκείμε- νο, η σκέψη, είναι το κατηγορούμενο» (στο ίδιο σελ. 128). Στη θεωρία της γνώ- σης ο Φόυερμπαχ συνεχίζει τη γραμμή της υλιστικής αισθησιαρχίας (σενσουαλι- σμού). Αν και θεωρούσε την εμπειρία ως πρωταρχική πηγή γνώσης, υπογράμμιζε την αμοιβαία σχέση αισθητηριακής αντί- ληψης και νόησης. Στο κέντρο της θεωρίας του Φόυερμπαχ βρίσκεται ο άνθρωπος ως «... μοναδικό, καθολικό και ανώτατο αντικείμενο της φι- λοσοφίας...» (στο ίδιο, σελ. 202). Ο αν- θρωπολογικός υλισμός του Φόυερμπαχ ξεκινάει από την αντιμετώπιση του αν- θρώπου ως ψυχοφυσιολογικής ύπαρξης. Ο άνθρωπος, κατά την άποψη του, είναι υλικό αντικείμενο και ταυτόχρονα σκε- πτόμενο υποκείμενο. Από τη θέση αυτή ο Φόυερμπαχ αντέκρουσε το χυδαίο και το μηχανιστικό υλισμό. Όμως ο ανθρω- πολογισμός του Φόυερμπαχ βασίζεται στη βιολογική (κι όχι την κοινωνική) ερμη- νεία της φύσης του ανθρώπου, πράγμα που αποτελεί και το όριο του φοϋερμπα- χικού, όπως και κάθε προμαρξιστικού υλι- σμού, ακριβώς γιατί δεν επεκτείνει την υλιστική αντίληψη στη σφαίρα της κοινω- νικής ζωής. Στο σύνολο του, ο ανθρωπο- λογισμός του Φόυερμπαχ δεν ξεπέρασε τα πλαίσια του μεταφυσικού υλισμού. Τασσόμενος κατά του χεγγελιανού ιδεα- λισμού, ο Φόυερμπαχ απόρριψε και τη διαλεκτική του Χέγγελ, χωρίς να βλέπει 362
Φουκώ τη δυνατότητα μιας άλλης, μη ιδεαλιστι- κής διαλεκτικής. Η κοσμοθεωρία του Φόυερμπαχ ολοκλη- ρώνεται με τη θεωρία του περί ηθικής που στηρίζεται στην ενότητα και την α- μοιβαία σχέση του «Εγώ» και του «Εσύ». Η τάση για ευτυχία, θεωρούμενη ως κι- νητήρια δύναμη της ανθρώπινης θέλη- σης, προκαλεί τη συνείδηση του ηθικού καθήκοντος, δεδομένου ότι το «Εγώ» δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένο ούτε και γενικά να υπάρξει χωρίς το «Εσύ». Η τά- ση για προσωπική ευτυχία κάνει να ξεπε- ραστούν τα όρια του εγωισμού, γιατί δεν μπορεί να εκπληρωθεί έξω από την αν- θρώπινη ένωση. Η θεωρία του Φόυερ- μπαχ περί ηθικής ήταν προοδευτική χάρη στον ανθρωπιστικό, δημοκρατικό και αντι- θρησκευτικό της χαρακτήρα. Ωστόσο, στερημένη από μια ιστορική - υλιστική υ- ποδομή, η ηθική του, όπως και ο αθεϊ- σμός του, δεν οδηγούσε στη συνειδητο- ποίηση της ανάγκης να αναδκιμορφωθεί το κοινωνικό Είναι, πράγμα που αποτελεί τον απαραίτητο όρο γκι την επίτευξη της ανθρώπινης ευτυχίας. Με το τελευταίο αυτό συνδέεται κι ο μεταφυσικός χαρα- κτήρας της ηθικής θεωρίας του Φόυερ- μπαχ, η οποία «... είναι φτιαγμένη για ό- λες τις εποχές, για όλους τους λαούς, για όλες τις καταστάσεις και γΓ αυτό α- κριβώς δεν εφαρμόζεται πουθενά και ποτέ» (Ένγκελς Φ., βλ. Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Απαντα, τ. 21, σελ. 298). Η κοσμοϊστορική σημασία των φιλοσοφι- κών και αντιθρησκευτικών ιδεών του Φόυερμπαχ έγκειται στο ότι ο υλισμός του έγινε η αφετηρία για τη διαμόρφωση της φιλοσοφίας του μαρξισμού. Σαράντα και παραπάνω χρόνια μετά την κριτική του Μαρξ («θέσε/ς για το Φόυερμπαχ^) για τη στενότητα του φοϋερμπαχικού υ- λισμού, Ο Ενγκελς έγραφε: «... αποτε- λεί (ανεκπλήρωτο) χρέος τιμής να ανα- γνωρίσουμε απόλυτα την επιρροή, που στην εποχή της θύελλας και της πίεσης άσκησε πάνω μας ο Φόυερμπαχ, περισ- σότερο από κάθε άλλο φιλόσοφο μετά το Χέγγελ» (στο ίδιο, σελ. 371). ■ Sämmtliche Werke. Bd 1-10, Stuttg., 1903 - 11 Gesammelte Werke, Bd 1-12 B., 1967 - 76' σε ρωσ. μετφ.: Επιλ. φιλοοοφ. έργων, τ. 1- 2, Μ., 1955· Ιστορία της φιλοσοφίας, τ. 1-3, Μ., 1974. • Μαρξ Κ., θέσε/ς για το Φόυερμπαχ, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 3· Ένγκελς Φ., Ο Λ. Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασι- κής γερμανικής φιλοσοφίας, στο ίδιο, τ. 21* Λένιν Β. Ι., Περίληψη του βιβλίου του Φόυερ- μπαχ «Διαλέξεις για την ουσία της θρη- σκείας». Απαντα, τ. 29* του ίδιου, Περίληψη του έργου του Φόυερμπαχ «Έκθεση, ανάλυ- ση και κρίΏκή της φιλοσοφίας του Λάιμπνιτς», στο ίδιο* Ιόντλ Φ., Λ. Φόυερμπαχ μετφ. από τα γερμ., ΣΠ-ργκ, 1905· Ντεμπόριν Α. Μ., Λ. Φόυερμπαχ, Μ. - Λ., 1929 Μπιχόφσκι Μη. Σ., Λ. Φόυερμπαχ, Μ., 1967* Ελέζ Ι.. Το πρόβλη- μα του Είναι και της νόησης στη φιλοσοφία του Λ. Φόυερμπαχ Μ., 1971* Κουσακόφ Γ Β., Η ιστορική - φιλοσοφική άποψη του Λ. Φόυερμπαχ. Θεωρία, μεθοδολογία, συγκεκρι- μένα αποτελέσματα. Κ., 1981 ■ Bolin W, L. Fe- uerbach, Stuttg. 1981· NUdling L., L.Feuer- bach's Religionshpilosophie, Padeborn, 1938' Rawidowics S., L. Feuerbachs Philosophie, B., 1964· Arvon H., Feuerbach. Sa vie. son o- euvre, avec un exposö de sa Philosophie, P., 1964· Schuffenhauer W., Feuerbach und der junge Marx, B., 1972. Mn. E. Μπιχόφσκι Θεώρηση Γρ. Θέμελη - Αλατζόγλου Φουκώ (Foucault) Μισέλ Πολ (γεν. 15.10.1926, Πουατιέ). Γάλλος φιλόσο- φος, ιστορικός και θεωρητικός της κουλ- τούρας, ένας από τους εκπροσώπους του γαλλικού στρουκτουραλισμού. Κύ- ριος στόχος των μελετών του Φουκώ εί- ναι η δόμηση μκις ιδκιίτερης επιστήμης (της «αρχαιολογίας της γνώσης») που μελετάει τα ιστορικά μεταβαλλόμενα συ- στήματα των νοητικών προϋποθέσεων 363
Φουραστιέ της γνωστικής διαδικασίας και του πολιτι- σμού με βάση κυρίως το υλικό των βασι- κών τομέων της θεωρητικής γνώσης: της φιλολογίας, της ψυχολογίας, της ψυχια- τρικής κ.ά. Σύμφωνα με το Φουκώ, οι προίϋποθέσεις αυτές καθορίζονται από τον κυρίαρχο σπιν παιδεία της κάθε πε- ριόδου τύπο των σημειωτικών σχέσεων ή σχέσεων «λέξεων» και «πραγμάτων». Ο Φουκώ ξεχωρίζει τρία συστήματα τέ- τοιων προϋποθέσεων που εναλλάσσονται μεταξύ τους με άλματα (τρεις επιστή- μες): την αναγεννησιακή (της Αναγέννη- σης), τον κλασικό ορθολογισμό και τη ση- μερινή. Στην «Αρχαιολογία της γνώσης» («L' archoologie du savoir», 1969) κε- ντρικό αντικείμενο ανάλυσης γίνονται οι λεγόμενες πρακτικές του δκιλόγου που συνυπάρχουν στο εσωτερικό μιας επι- στήμης* τις αλληλοδράσεις τους καθορί- ζουν τόσο οι «λέξεις», όσο και τα «πράγ- ματα», δηλαδή τόσο τα μέσα της κουλ- τούρας, όσο και τα αντικείμενα της. Στα έργα «Εποπτεία και τψκύρία» («Surveiller et punir», ^975)i«Θέληoη για γνώση» («La νοίοηΐέ du savoir», 1976, ο πρώτος από τους έξι προγραμματισμένους τό- μους πάνω στην ιστορία της σεξουαλικό- τητας στην Ευρώπη), ο Φουσκώ συνάγει τα περιγραφόμενα συστήματα νοητικών προίϋποθέσεων από τη λειτουργικότητα των συγκεκριμένων κοινωνικών θεσμών (οι σχέσεις της «εξουσίας» ως όρος «γνώσης»). Τα προβλήματα του κοινωνι- κού καθορισμού της γνώσης ο Φουκώ τα εξέτασε και σ' άλλα έργα (<^Τρέλα και παράλογο. Ιστορία της τρέλας στον κλα- σικό αιώνα» - «Folie et doraison. Histoire de la folie ä Γ Äge classique», 1961* «H γέννηση της κλινικής» - «Naissance de la clinique», 1963). Ο Φουκώ δείχνει πει- στικά τον ιστορικά παροδικό χαρακτήρα των ξεχωριστών εννοιών, θεωριών, κοι- νωνικών θεσμών, αλλά δε συσχετίζει τις αλλαγές αυτές με τη γενική διαλεκτική των κοινωνικών διαδικασιών. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Οι λέξεις και τα πράγματα. Η αρχαιολογία των ανθρωπιστικών επιστημών, Μ.. 1977 • Ζαχάροβα Τ. Α., Από τη φιλοσοφία της ύ- παρξης στο στρουκτουραλισμό, Μ., 1974* Α- φτονόμοβα Ν. Σ., Φιλοσοφικά προβλήματα δομικής ανάλυσης στις ανθρωπιστικές επι- στήμες, Μ., 1977" της Ιδιας, Από την «αρχαιο- λογία της γνώσης» στη «γενεαλογία της ε- ξουσίας«, «Βαπρόσιφιλοσόφιι», 1978, τεύχος 2· Guedez Α., Foucault, Ρ.. 1972* Lecourt D., Pour une critique de Γ 6pist6mologie. Bache- lard. Canguilhem. Foucault, P., 1972" Kremer Marietti Α., Foycault et Γ archoologie du savoir, P., 1974. θεώρηση Στ. Φασουλάκη Φουραστιέ (Fourastio) Ζαν (γεν. 15. 4. 1907, Σαιν - Μπενέν ντ' Αζί). Γάλ- λος οικονομολόγος, κοινωνιολόγος και μελλοντολόγος, εκπρόσωπος των λεγό- μενων τεχνολογικών θεωριών, που ανά- γουν την κο,ινωνική πρόοδο της κοινω- νίας μόνο στην άνοδο του επιπέδου της τεχνικής - οικονομικής ανάπτυξης (βλ. «Μεταβιομηχανική κοινωνία», Μελλοντο- λογία). Είναι οπαδός της θεωρίας της «ε- πανάστασης των διευθυντών». Συγγρα- φέας 20 περίπου επιστημονικών και δη- μοσιολογικών έργων πάνω στα προβλή- ματα της κοινωνικής - οικονομικής προοπτικής, στα οποία προσπάθησε να τεκμηριώσει την ιδέα της «εναλλαγής των πολιτισμών» (πρωτογενούς, δευτε- ρογενούς, τριτογενούς κλπ.) στη βάση των επιτευγμάτων της επιστημονικοτε- χνικής προόδου με την προβολή σε πρώ- το πλάνο διαδοχικά της αγροτικής οικο- νομίας, της βιομηχανίας, της σφαίρας των υπηρεσιών, της πνευματικής παρα- γωγής. Στα τελευταία του έργα αναγκά- στηκε ν' αναγνωρίσει ότι η επιστημονική και τεχνική πρόοδος δεν απαλλάσσει τον καπιταλισμό από τις αντιφάσεις, που τον χαρακτηρίζουν. ■ Le grand espoir de XX siöcle. Ρ., 1949* La 364
Φουριέ clvilisation de 1975, Ρ., 1975 La grande m6- tamorphose du XX siocie, P., 1961 · Le 40.000 heures, P., 1965 Lettre ouverte ä quatre mll- liards d' hommes, P., 1970* La clvilisation de 1995, P., 1970- La r6allt6 6conomlque, P., 1978· Le jardln du volsln, P., 1980* (σε συ- νεργ. με το Β. Bazil); σε ρωσ. μετφ.: Τεχνολο- γική πρόοδος και καπιταλισμός από το 1700 ώς το 2100, στη συλλ.: Τι μέλλον αναμένει την ανθρωπότητα: Πράγα, 1964. • Λεγκοστάγεφ Β. Μ., Η επιστήμη στα πλαί- σια της τεχνοκρατικής ουτοπίας του Ζ. Φου- ραστιέ, «Βαπρόσι φιλοσόφιι», 1974, τεύχος 12. Θεώρηση Β. Φίλια Φουριέ (Fourier) Φρανσουά Μαρί Σαρλ (7.4.1772, Μπεζανσόν, -10.10.1837, Πα- ρίσι). Γάλλος ουτοπιστής σοσιαλιστής. Καταγόταν από οικογένεια εμπόρων και σ* όλη του σχεδόν τη ζωή υπηρέτησε σε εμπορικούς οίκους. Στην κοσμοθεωρία του Φουριέ εκφράστηκε η βαθιά του α- πογοήτευση από τα αποτελέσματα της Μεγάλης Γαλλικής επανάστασης. Τις ιστορικές και κοινωνικές του απόψεις ο Φουριέ εξέθεσε για πρώτη φορά στο άρθρο «Η παγκόσμια αρμονία» («L ' har- monle universelle», 1803), σπιν ανώνυμη μπροσούρα «Για τον εμπορικό τσαρλατα- νιομό» («Surles charlatanerles commer- clales», 1807) και στο βιβλίο «Η θεωρία των τεσσάρων κινημάτων και των καθολι- κών πεπρωμένων» (1808). Ο Φουριέ εκ- πόνησε ένα λεπτομερές σχέδιο οργάνω- σης της κοινωνίας του μέλλοντος στην «Πραγματεία για τον οικιακό - αγροτικό συνεταφισμό» (τ. 1-2, 1822) (επανεκδό- θηκε μετά το θάνατο του στην 1-η γαλλι- κή συλλογή έργων του, τ. 2-5, 1841 1843, με τίτλο «Η θεωρία της παγκό- σμιας ενότητας») και στο βιβλίο «Νέος βιομηχανικός και εταιρικός κόσμος» (1829). Ο Φουριέ απέρριπτε την κοινωνική φιλο- σοφία και την οικονομική διδασκαλία του Διαφωτισμού, θεωρώντας ότι αντιφά- σκουν στην εμπειρία και δικαιώνουν ένα άχρηστο κοινωνικό σύστημα. Παράλληλα, αποδέχτηκε και ανέπτυξε μια σειρά ιδε- ών των υλιστών του 18ου αι. Σκοπό της ζωής του έβλεπε την εκπόνηση μιας «κοινωνικής επιστήμης» ως τμήματος «της θεωρίας της παγκόσμιας ενότητας» που βασιζόταν στην αρχή της «έλξης σύ- φωνα με το πάθος» και της γενικής νο- μοτέλειας που καθορίζει τη φυσική ροπή του ανθρώπου προς κάθε μορφή ομαδι- κής εργασίας. Σύμφωνα με το Φουριέ, η κοινωνία περνάει δκιδοχικά τις περιό- δους: εδεμισμού (της Εδέμ, «παραδει- σιακό» πρωτογονισμό), αγριότητας, βαρ- βαρότητας και πολιτισμού. Ο Φουριέ θε- ωρούσε πως σε αντικατάσταση του συ- στήματος του πολιτισμού που διέρχεται βαθιά κρίση, πρέπει να * ρθει ένα ανώτα- το κοινωνικό σύστημα -το σύστημα της αρμονίας το οποίο όχι μόνον αντιστοιχεί στις προδιαγραφές του θεού - φύσης, αλλά αποτελεί και ιστορική αναγκαιότη- τα. Στο σύστημα του Φουριέ διατηρούνταν η ατομική ιδιοκτησία, οι τάξεις και τα μη - εργασιακά εισοδήματα. Θεωρούσε πως για την επιτυχία της νέας κοινωνίας είναι απαραίτητη η αύξηση της παραγωγικότη- τας της εργασίας που εξασφαλίζει τον πλούτο για όλους. Το καθεστώς των ε- ταιρισμών θα δημιουργήσει, κατά το Φου- ριέ. μεγάλη ομαδοποιημένη και εκμηχα- νισμένη αγροτική οικονομία, συνδεμένη με τη βιομηχανική παραγωγή. Η συνένω- ση του αυτή θα γίνει στα πρωτοκύτταρα της κοινωνίας, τις «φάλαγγες» που θα διαμένουν σε τεράστια μέγαρα, τα «φα- λανστιρία». Η τέτοια οργάνωση της κοι- νωνίας θα οδηγήσει σπιν εξάλειψη του χάσματος ανάμεσα στην πόλη και το χω- ριό, στη δημιουργία οικισμών νέου τύπου, όπου ενώνονται όλα τα είδη της ανθρώ- πινης δραστηριότητας. Σύμφωνα με το Φουριέ, τα φυσικά πάθη 365
Φουτουρισμός του ανθρώπου, που καταπιέζονται και δκιστρέφονται στο καθεστώς του πολιτι- σμού, θα προσανατολιστούν στη δη- μιουργική εργασία, γεμάτη ποικιλία και χαρούμενη άμιλλα. Οι λογικά οργανωμέ- νες παντοδύναμες εργασιακές στρατιές -τοπικές, εθνικές και διεθνείς- θα μετα- μορςρώσουν το πρόσωπο της Γης. Στις νέες συνθήκες της κοινωνικής ζωής θα διαμορφωθεί και ο νέος άνθρωπος ως ο- λοκληρωμένη, πολύπλευρα αναπτυγμένη προσωπικότητα. Κατά τον ορισμό του Κ. Μαρξ και του Φ. ' Ενγκελς, «ο Οουριέ ξεκινάει άμεσα από τη διδασκαλία των γάλλων υλιστών» (Ά- παντα, τ. 2, σελ. 146) και «... κατέχει τη διαλεκτική το ίδιο καλά όσο κι ο σύγχρο- νος του Χέγγελ» (Ένγκελς Φ., στο ίδιο, τ. 19, σελ. 197). Ωστόσο αντιλαμβάνεται ιδεαλιστικά την ιστορία, παρουσιάζει με- θοδολογική ασυνέπεια και τρέφει ανεδα- φικά όνειρα. Η κοσμοαντίληψη του Φου- ριέ έχει τη σφραγίδα του μικροαστισμού: το ιδανικό «σύστημα αρμονίας» απείχε από τις οικονομικές απαιτήσεις της με- γάλης κοινωνικής παραγωγής. Σημειώνοντας ότι ο Φουριέ επεξεργά- στηκε λαμπρά μια σειρά προβλήματα της μελλοντικής κοινωνίας, οι Μαρξ κι ' Εν- γκελς τον επέκριναν, ταυτόχρονα, για την απόρριψη της ταξικής, επαναστατι- κής και γενικά κάθε πολιτικής πάλης, για τη διατήρηση στο σύστημα των συνεται- ρισμών των βασικών στοιχείων των καπι- ταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η διδασκαλία του Φουριέ άσκησε σημα- ντική επιρροή στην κοινωνική και φιλοσο- φική σκέψη σε μια σειρά χώρες της Ευ- ρώπης και της Αμερικής. Βλ. Ουτοπικός σοσιαλισμός. ■ Oeuvres compl6tes, ν. 1-6, Ρ., 1841 - 70 Oeuvres complotes. ν.-1-12, Ρ.. 1966 -68' σε ρωο. μετφ.: Επιλογή έργων, τ. 1-4, Μ. - Λ., 1951 - 54. • Μπέμπελ Α., Σ. Φουριέ. η ζωή και η θεωρία του, μετφ. από τα γερμ., Μ., 1923 Ντβορ- τσόφ Α. τ., Σ Φουριέ, Η ζωή κι η θεωρία του, Μ., 1938 Ιωαννισιάν Α. Ρ., Σ. Φουριέ, Μ., 1958· Ζίλμπερφαρμπ Ι. Ι., Η Κοινωνική φιλο- σοφία του Σ. Φουριέ κι η θέση της στην ιστο- ρία της σοσιαλιστικής σκέψης του πρώτου μι- σού του 19ου αι.. Μ., 1964 (βιβλγ)· Armand F., Fouher, ν. 1-2 Ρ., 1937 θεώρηση Νικ. Στέργιου Φουτουρισμός, βλ. Μελλοντολογία. Φράιμπουργκ σχολή, βλ. Βάδης σχολή. Φρανκ Συμεών Λουντβίγκοβιτς (28. 1. 1877, Μόσχα, 10. 12. 1950, κοντά στο Λονδίνο). Ρώσος θρησκευτικός φιλό- σοφος και ψυχολόγος. Καθηγητής των πανεπιστημίων του Σαράτοφ (1917-21) και της Μόσχας (από το 1921). Το 1922 απελάθηκε από τη Σοβιετική Ρωσία* έζη- σε στη Γερμανία (ώς το 1937), στη Γαλ- λία (1937 - 45) και τη Μεγάλη Βρετανία (από το 1945). Εξελίχτηκε από τις θέσεις του «νόμιμου μαρξισμού» προς την κα- τεύθυνση του θρησκευτικού ιδεαλισμού που συγγένευε με τον υπαρξισμό και τη φαινομενολογία. Συμμετείχε στην έκδο- ση των συλλογών «Προβλήματα ιδεαλι- σμού» (1902) και «Βέχι»* («Ορόσημα») (1909). Κύριο μοτίβο της φιλοσοφίας του Φρανκ είναι η προσπάθεια συμφιλίωσης της ορθολογικής σκέψης με τη θρησκευ- τική πίστη και μάλιστα τα πρότυπα της σύνθεσης αυτής τα αναζητά στις παρα- δόσεις της απο(ρατικής θεολογίας* και του χριστιανικού πλατωνισμού, κάτω από την επιρροή, ιδιαίτερα των θεωρκόν του Νικόλαου Κουζάνου και του Βλ. Σολο- βιόφ [ιδίως της άποψης της πανενότη- τας (βλ. Εν και παν)]. Στην οντολογική γνωσιολογία του Φρανκ, η οποία δομεί- ται στο πνεύμα της ενόρασης, η λογική γνώση πληρούται με το θρησκευτικό «γνώση - ζωή», κάποια μορφή πλήρους ύ- παρξης του ανθρώπου, έτσι ώστε η αλη- 366
Φράνκλιν θινή «πραγματικότητα» και το «βάθ(χ;» του Είναι αποκαλύπτοινται στον άνθρωπο άμεσα εκ των έσω μόνο στο βαθμό που αυτός επιτυγχάνει την ενότητα της προ- σωπικότητας. Η γνώση, σύμφωνα με το Φρανκ, πραγματοποιείται όχι με τη δρα- στηριότητα του γνωρίζοντος υποκειμέ- νου, αλλά με την πράξη της αυτοεμβά- θυνσης - με τη δρασπιριότητα που κα- τευθύνεται προς το υποκείμενο της πραγματικότητας, δηλαδή του «απόλυ- του» (του «απόλυτα - ανεπίτευκτου»). Από τη θέση του «υπέρ - ορθολογισμού» του ο Φρανκ επιτίθονταν βίαια κατά του σοσιαλισμού που τον θεωρούσε ως την τελευταία δήθεν βαθμίδα του «ηθικοκοι- νωνικού ορθολογισμού». ■ Φιλοσοφία κω ζωή, ΣΠ-ργκ, 1910' Το αντι- κείμενο της γνώσης, Π., 1915* Η ψυχή του ανθρώπου, Μ., 1917' Δοκίμιο μεθοδολογίας των κοινωνικών επιστημών, Μ., 1922* Ζωντα- νή γνώση, Βερολίνο 1923* Οι πνευματικές βάσεις της κοινωνίας, Παρίσι, 1930 Τοανεπί- τευκΓΟ, Παρίσι 1939* Πραγματικότητα και άν- θρωπος. Η μεταφυσική του ανθρώπινου Βναι, Παρίσι 1956. • Στη μνήμη του Σ. Λ. Φρανκ, Μόναχο, 1954* Ιστορία της φιλοσοφίας στην ΕΣΣΔ, τ. 4, Μ., 1971. Θεώρηση Στ. Φαοουλάκη Φράνκλιν (Franklin) Μπέντζιαμιν (17. 1. 1706, Βοστώνη, 17 4. 1790, Φιλα- δέλφεια). Αμερικανός στοχαστής, εκ- πρόσωπος του αμερικάνικου Δκιφωτι- σμού, επιστήμονας, οικονομολόγος, δη- μοσιογράφος και πολιτικός παράγοντας. ' Ενας από τους συγγραφείς της Διακή- ρυξης της ανεξαρτησίας (1776) και συ- ντάκτης του Συντάγματος των ΗΠΑ το 1787. Ως προς τις πολιτικές του απόψεις ο Φράνκλιν ήταν αστός - δημοκράτης που επεδίωκε την τελειοποίηση του υπάρχο- ντος συστήματος με τη βοήθεια μεταρ- ρυθμίσεων. Στους λιβέλλους του ο Φράνκλιν κατέκρινε έντονα τη δουλο- κτησία και το δουλεμπόριο, υπερασπίζο- ντας τα δικαιώματα των νέγρων και των Ινδιάνων. Οι φιλοσοφικές απόψεις του Φράνκλιν δκιμορφώθηκαν κάτω από την επίδραση των: Λοκ, Σέφτσμπερυ, Ου. Κόλινζ, Πρίτσλι. Αναγνώριζε την κίνηση ως εγγενές γνώρισμα της ύλης και την α- ντικειμενική νομοτέλεια στη φύση. Ω- στόσο, δεν υπήρξε συνεπής υλιστής. Οι δκιφωτιστικές ιδέες του βασίζονταν στο ντεϊσμό. Νέος ακόμα έγραψε μια μπρο- σούρα στην οποία αντέκρουε όχι μόνο το δόγμα του προκαθορισμού, αλλά και την αθανασία της ψυχής (την οποία, στη συ- νέχεια, παραδέχτηκε). Αργότερα κατάγ- γειλε τις προκαταλήψεις και το θρησκευ- τικό ταρτουφισμό, απαιτώντας ανεξιθρη- σκεία κι ελευθερία συνείδησης. Στο εκ- κλησιαστικό δόγμα ο Φράνκλιν αντιπα- ράθεσε τη «φυσική θρησκεία» η οποία περιορίζει το ρόλο του θεού στη δη- μιουργία του κόσμου. Στο λίβελλο «Γ/σ την επανεπεξεργασία της Βίβλου» («Pro- posed new Version of thw Bible», 1779) έκανε προσφυή κριτική στους βιβλικούς μύθους. Από τον ντεϊσμό είναι επηρεα- σμένες και οι απόψεις του Φράνκλιν περί ηθικής. Κύριο αίτημα της «φυσικής θρη- σκείας» είναι η αρετή κι η δικαιοσύνη. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το Φράνκλιν, η ηθική απελευθερώνεται από τη θρησκευ- τική επικύρωση και αποκτά φυσικό, ωφε- λιμιστικό χαρακτήρα. ■ The writings, ν. 1 -10. ΝΎ., 1905 - 07' The papers, ν. 1 - 21, New Haven, 1960 - 78 σε ρωσ. μετφ.: Επιλογή έργων, Μ., 1956· στη συλ.: Αμερικανοί διαφωτιστές, τ. 1, Μ., 1968. • Βλαντίμιροφ Β. Ν., Φράνκλιν, [Μ.], 1934' Πάρρινγκτον Β. Λ., Τα κύρια ρεύματα στην α- μερικανική σκέψη, μετφ. από τα αγγλ., τ. 1, βιβ. 2, Μ., 1962, κεφ. 3' Ραντόφοκι Μ. Ι., Β. Φράνκλιν(Μ06 -1790), Μ. -Λ., 1965' Γκόλντ- μπεργκ Ν. Μ., Ελευθερία σκέψης κι αθεϊ- σμός στις ΗΠΑ, Μ. - Λ., 1965, κεφ. 1 * Becker C. L., Β. Franklin. Hhaca (ΝΎ.), 1946· Grane 367
Φρανκφούρτης σχολή V. W., Β. Franklin and a rising people, N.Y., 1954* Keyes N. B., B. Franklin, Kingswood, [1956]. θεώρηση Στ. Φασουλάκη Φρανκφούρτης σχολή. Τάση στη γερ- μανική φιλοσοφία και κοινωνιολογία του 20ού αι., η οποία διαμορφώθηκε στις δε- καετίες του 1930 και 1940 στο διευθυνό- μενο, από το 1931, από το Χορκχάιμερ «Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών» του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης. Στα 1934 - 39, μετά την εγκατάλειψη της Γερμανίας από το Χορκχάιμερ και την πλειοψηφία των συνεργατών του, εξαι- τίας της ανόδου στην εξουσία των ναζι- στών, η σχολή μεταφέρθηκε στη Γενεύη και το Παρίσι (στην Ανώτατη Ecole nor- male). Από το 1939 υπήρχε στις ΗΠΑ, στο Πανεπισπίμιο της Κολούμπια, από το 1949 στην ΟΔΓ, στη Φρανκφούρτη (μετά την επιστροφή του Χορκχάιμερ, του Α- ντόρνο κ.ά.). Βασικοί εκπρόσωποί της εί- ναι, ο Χορκχάιμερ, ο Αντόρνο, ο Φρομ, ο Μαρκούζε, ο Χάμπερμας. Κεντρικό όρ- γανο της είναι το περιοδικό «Zeitschrift für Sozialforschung». Στη φιλοσοφική κοινωνιολογική «κριτική θεωρία της κοινωνίας» (Χορκχάιμερ, Μαρκούζε), που αναπτύχθηκε στη δεκα- ετία του 1930, η σχολή της Φρανκφούρ- της προσπάθησε να συνδυάσει τα στοι- χεία της κριτικής προσέγγισης του Κ. Μαρξ προς την αστική κουλτούρα με τις χεγγελιανές και φροϋδικές ιδέες. Η έν- νοια της «ορθολογοποίησης» του Μ. Βέ- μπερ μετατρέπεται σε μια από τις κεντρι- κές έννοιες της φιλοσοφίας της κουλ- τούρας της σχολής της Φρανκφούρτης: η ανάλυση των εσωτερικών αντιφάσεων του «Διαφωτισμού», που ταυτίζεται με τη λογική κατάκτηση της φύσης γενικά, γί- νεται το κλειδί για την κατανόηση του πο- λΓπσμού και της κοινωνίας των Νέων Χρόνων και ιδιαίτερα της «μαζικής κουλ- τούρας» και της «μαζικής κοινωνίας» του 20ού αι. («Η διαλεκτική του Διαφωτι- σμού» - Dialektik der Aufklärung», 1948, των Μ. Χορκχάιμερ και Τ. Αντόρνο). Η χεγγελιανή διαλεκτική μετατρέπεται σε αντισυστηματική «αρνητική διαλεκτική»· μια από τις κεντρικές θέσεις καταλαμβά- νει η προβληματική της αποξένωσης. Η μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίζε- ται από τη διεύρυνση των αντιθέσεων με- ταξύ των εκπροσώπων της σχολής της Φρανκφούρτης, που εκφράστηκαν ιδιαί- τερα στις διαφωνίες μεταξύ Φρομ και Μαρκούζε (1950 - 1960), στην απομά- κρυνση πολλών νεαρών εκπροσώπων της σχολής από τις ιδέες των ιδρυτών της (ε- ξέλιξη του Χάμπερμας κ.ά.), πράγμα που οδήγησε ουσιαστικά στη διάλυση της σχολής στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η σχολή της Φρανκφούρτης άσκη- σε σημαντική επίδραστ] στην ανάπτυξη της μη μαρξιστικής κοινωνικής και φιλο- σοφικής σκέψης στην ΟΔΓ και τις ΗΠΑ και στη θεωρητική διαμόρφωση της ιδεο- λογίας της λεγόμενης «Νέας Αριστε- ράς» (αν και οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ, όπως και ο Χάμπερμας, διαχώρισαν τη θέση τους από τις αριστερές - ριζοσπα- στικές τάσεις αυτού του κινήματος). • Νταβίντοφ Γ Ν., Κριτική των κοινωνικό - φιλοσοφικών απόψεων της σχολής της Φρανκ- φούρτης, Μ., 1977' Η κοινωνική φιλοσοφία της σχολής της Φρανκφούρτης, Μ., 1978' Η Σύγχρονη αστική φιλοσοφία, Μ., 1978, κεφ. 8, παργρ. 2· Die «Frankfurter Schule» in Lichte des Marxismus, Fr./M., 1970* Rohrmoser G., Das Elend der Kritischen Theorie, Freiburg, 1970* Connerton P., The tragedy of enlighten*· ment: An essay on the Frankfurt School, Camp., 1980. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φράντσοφ, Φράντσεφ Γκεόργκι (Γιούρι) Πάβλοβιτς (1. 10. 1903. Μόσχα, 18. 4. 1969, Μόσχα). Σοβιετικός φιλόσο- φος, κοινωνιολόγος και κοινωνικός παρά- γοντας, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών 368
Φριτς (ΑΕ) της ΕΣΣΔ (από το 1964· αντεπι- στέλλον από το 1958). Μέλος του Κομ- μουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ (ΚΚΣΕ) από το 1940. Τέλειωσε το τμήμα της γλωσσολογίας και λογοτεχνίας της σχο- λής Κοινωνικών επιστημών του Ινστιτού- του του Λένινγκραντ (1924). Από το 1931 διδάσκει σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Λένινγκραντ. Στα 1945 - 49 ήταν διευθυντής του Ινστιτούτου διε- θνών σχέσεων της Μόσχας. Από το 1949 είχε αναλάβει καθοδηγητική δουλειά στο Υπουργείο Εξωτερικών της ΕΣΣΔ και στον τύπο του ΚΚΣΕ. Στα 1959 - 64 διε- τέλεσε πρύτανης της Ακαδημίας κοινω- νικών επιστημών της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Στα 1964 - 68 αρχισυντάκτης του περιοδικού «Προβλήματα της ειρήνης και του σοσια- λιομού», από το 1968 υποδιευθυντής του Ινστιτούτου Μαρξισμού - Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Τα βασικά του έργα α- ναφέρονται στην ιστορία της θρησκείας και του αθεϊσμού, στα προβλήματα του ι- στορικού υλισμού και του επιστημονικού κομμουνισμού, στη μεθοδολογία της ι- στορίας, την κριτική αστική κοινωνιολο- γία. Αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΣΕ από το 1961. ■ Φιλοοοφία και κοινωνιολογία. Επιλογή έρ- γων, Μ., 1971 · Η πάλη για την ειρήνη. Επιλογή έργων, Μ., 1971* Ei7/aT77/iOviKoc αθεϊσμός. Ε- πιλογή έργων, Μ., 1972. • Γκεόργκι Πάβλοβιτς Φράντσοφ (1903 1969). Μ.. 1974. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Φρέγκβ (Frege) Γκότλομπ (8.11.1848, Βίσμαρ, - 26.7.1925, Μπαντ - Κλάινεν). Γερμανός λογικός και μαθηματικός. Στο θεμελιώδες έργο του «Βασίκοί νόμοι της αριθμητικής» (Frundgesetze der Arithme- tik», Bd 1 - 2,1893 -1903) 0 Φρέγκε συ- νέταξε ένα σύοΓημα τυποποιημένης α- ριθμητικής βασιζόμενο σ* έναν εξεργα- σμένο από τον ίδιο διευρυμένο λογισμό κατηγορημάτων με σκοπό τη θεμελίωση της ιδέας μιας αναγωγής των μαθηματι- κών στη λογική (δηλαδή της θεωρίας του λογικισμού). Ωστόσο, το σύστημα του Φρέγκε αποδείχτηκε αντκρατικό, πράγμα που αποκάλυψε ο Μπ. Ράσσελ. Ο Φρέ- γκε διατύπωσε αρκετές ιδέες και έν- νοιες, που η επεξεργασία τους προκαθό- ρισε σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της λογικής στον 20ό αιώνα: εισήγαγε την έννοια της λογικής συνάρτησης και τη διάκριση των ιδιοτήτων και των σχέσεων (ος μονοσήμαντων και πολυσήμαντων, α- ντίστοιχα, συναρτήσεων πρώτος αυτός χρησιμοποίησε τους ποσοδείκτες (Qua- ntoren) και εισήγαγε την έννοκι της αλη- θινής σημασίας κ.λπ. Ο Φρέγκε μελέτη- σε συστηματικά τις σχέσεις μεταξύ των γλωσσικών εκφράσεων και των δηλωνό- μενων απ' αυτές πραγμάτων και έκανε τη σπουδαία διάκριση μεταξύ σημασίας (Bedeutung) και νοήματος (Sinn) των γλωσσικών εκφράσεων. Οι εργασίες του Φρέγκε έθεσαν τα θεμέλια της λογικής σημασιολογίας. ■ Begriffsschrift..., Halle, 1879' Über Sinn und Bedeutung, «Zeitschrift für Philosophie und philosophische Kritik». 1892, Bd 100, H. 1. • Μπιριούκοφ Μπ. Β., Η θεωρία του νοήμα- τος του Γ Φρέγκε, στο βιβ.: «Η εφαρμογή της λογικής στην επιστήμη και στην τεχνική», [Μ., i960]· του ίδιου. Οι απόψεις του Γ Φρέ- γκε για το ρόλο των σημείων και του λογισμού στη γνώση, στο βιρ.: «Η λογική δομή της επι- στημονικής γνώσης», Μ. 1965* Στιάζκιν Ν. Ι., Η διαμόρφωση της μαθηματικής λογικής, Μ., 1967 Θεώρηση Πάν. Κρητικού Φριτς (Fries) Γιάκομπ Φρίντριχ (23. 8. 1773, Μπαρμπί Σαξονίας, - 10. 8. 1843, Ιένα). Γερμανός ιδεαλιστής φιλόσοφος. Στα 1818 24 στερήθηκε το καθηγη- τικό του αξίωμα γιατί συμμετείχε στο Φ.Λ. 5-24 369
Φρολόφ (ροιτητικό κίνημα. Ερμήνευε τη θεωρία του Καντ με το πνεύμα του ψυχολογι- σμού, θεωρώντας ότι τα a priori στοιχεία της γνώσης μπορούν να διαπιστωθούν ε- μπειρικά. Βάση της φιλοσοφίας θεωρού- σε την ψυχολογική ανθρωπολογία. Έ- βλεπε τον κόσμο ως οργανισμό που έχει χτιστεί σύμφωνα με τους νόμους της μη- χανικής και των μαθηματικών. Επέδρασε στις απόψεις του Λ. Νέλσον, ο οποίος ί- δρυσε τη λεγόμενη νεοφρισική σχολή. ■ Handbuch der practischen Philosophie, Bd 1 - 2, Hdib.. 1817 - 32- Wissen, Glauden und Ahndung, B., 1931* Neue oder anthropologi- sche kritik der Vernunft, Bd 1 - 3,1935' Hand- buch der psychischen Antropologie. Bd 1 2, Jena. 1837 - 39. • Henke E. L. T.. J. F. Fries. Lpz.. 1867 Blo- ching K. N., J. f. Fries Philosophie als Theorie der Subjektivität, [Münster], 1969. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Φρολόφ Ιβάν Τιμοφέγεβιτς (γεν. 1. 9. 1929, χωριό Ντόμπρογε, σήμερα πε- ριοχής Λίπετσκ). Σοβιετικός φιλόσοφος, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Ε- πιστημών (ΑΕ) της ΕΣΣΔ (1976). Μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ (ΚΚΣΕ) από το 1960. Τέλειωσε τη Φιλο- σοφική σχολή και ανακηρύχθηκε διδά- κτωρ του Πανεπιστημίου «Λομονόσοφ» της Μόσχας (1956). Στα 1952 - 65 ασχο- λήθηκε με συντακτική εργασία, στην αρ- χή στη Μόσχα και κατόπιν στην Πράγα. Στα 1965 - 68 εργάσπικε ως στέλεχος του ΚΚΣΕ. Στα 1968 - 77 ήταν αρχισυ- ντάκτης στο περιοδικό «Βαπρόοι φιλοσό- φιι» («Ζητήματα φιλοοοφίας»). Στα 1977 - 80 ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού «Προβλήματα της ειρήνης και του σοσια- λισμού». Από το 1980 είναι πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Προ- εδρείου της ΑΕ της ΕΣΣΔ για φιλοσοφικά και κοινωνικά προβλήματα επιστήμης και τεχνολογίας. Τα κύρια έργα του αναφέ- ρονται στους τομείς του διαλεκτικού υλι- σμού και των φιλοσοφικών προβλημάτων της σύγχρονης φυσιογνωσίας, στα κοινω- νικά και φιλοσοφικά προβλήματα της επι- στημονικοτεχνικής επανάστασης. ■ Για την αιτιότητα και τη σκοπιμότητα στην έμβια φύση. (Φιλοσοφικό δοκίμιο), Μ., 1961' Δοκίμια μεθοδολογίας της βιολογικής έρευ- νας (Σύστημα μεθόδων βιολογίας), Μ., 1965' Γενετική και διαλεκτική, Μ.. 1968* Το πρόβλη- μα της σκοπιμότητας κάτω από το φως της σύγχρονης επισπιμης, Μ., 1971 * Μέντελ, με- ντελισμός και διαλεκτική. Μ., 1972 (μαζί με το Σ. Α. Παστούσνι)· Μεθοδολογικές αρχές της θεωρητικής βιολογίας, Μ., 1973· Σημερι- νή επιστήμη κι ανθρωπισμός. Μ., 1974· Η πρόοδος της επιστήμης και το μέλλον του αν- θρώπου, Μ., 1975· Μεντελισμός και φιλοσο- φικά προβλήματα σύγχρονης γενετικής. Μ., 1976 (μαζί με το Σ. Α. Παστούσνι)· Οι προο- πτικές του ανθρώπου, Μ., 1979' Ζωή και γνώ- ση, Μ., 1981 Τα οικουμενικά προβλήματα του σύγχρονου κόσμου: επιστημονική και κοινωνι- κή άποψη. Μ., 1981 (μαζί με το Β. Β. Ζαγκλά- ντιν). θεώρηση Νικ. Στέργιου Φρομ (Fromm)' Εριχ (23.3.1900,Φρανκ- φούρτη του Μάιν, -18. 3.1980, Μουράλ- το, Ελβετία). Γερμανοαμερικανός ψυχο- λόγος και κοινωνιολόγος, εκπρόσωπος του νεοφροϋδιομού*. Στα 1929 - 32 ήταν συνεργάτης στο ΙνστΓτούτο κοινωνικών μελετών σπι Φρανκφούρτη του Μάιν το 1933 μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Ο Φρομ απομακρύνθηκε από το βιολογι- σμό του Φρόυδ και προσέγγισε στις από- ψεις του τον ανθρωπολογικό ψυχολογι- σμό και υπαρξισμό. Επεξεργάστηκε μια ολοκληρωμένη θεωρία για το άτομο, ό- που επιχείρησε να φωτίσει το μηχανισμό αλληλεπίδρασης των ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων στη διαδικασία διαμόρφωσης του. Η σχέση ανάμεσα στον ψυχισμό του ατόμου και την κοινω- νική δομή της κοινωνίας εκφράζει, κατά 370
Φροϋδισμός το Φρομ, τον κοινωνικό χαρακτήρα, στη διαμόρφωση του οποίου ιδκιίτερο ρόλο παίζει ο φόβος. Ο φόβος καταπιέζει και απωθεί στο υποσυνείδητο τα χαρακτηρι- στικά που δε συμβιβάζονται με τους κα- νόνες που κυριαρχούν στην κοινωνία. Οι τύποι του κοινωνικού χαρακτήρα συμπί- πτουν με τους διάφορους ιστορικούς τύ- πους του αλλοτριωμένου ανθρώπου [α- ποταμιευτικός, εκμεταλλευτικός, «δεκτι- κός» (παθητικός), «εμπορικός»]. Τις διά- φορες μορφές κοινωνικής παθολογίας στη σύγχρονη αστική κοινωνία ο Φρομ συνδέει επίσης με την αποξένωση. Το- ποθετείται κριτικά απέναντι στον καπιτα- λισμό, τον οποίο θεωρεί παθολογική, α- νορθολογική κοινωνία, και συντάσσεται με τις θέσεις του υπερταξικού ανθρωπι- σμού, το ουτοπικό σχέδιο δημιουργίας μιας αρμονικής «υγιούς κοινωνίας» με τη βοήθεια των μεθόδων «κοινωνικής θερα- πευτικής», στη βάση της οποίας προτεί- νει ειδικότερα την «αναδιαπαιδαγώγηση» του αμερικανικού έθνους. ■ Escape from freedom, Ν.Υ., 1941 Psycho- analysis and religlon, N.Y., 1950 Marx' s concepts of man, N.Y., 1961 · The dogma of Christ and other essays on religion, psycholo- gy and culture, L., 1963· The art of loving, L. Evanston, 1964 The sane socIety, N.Y., 1965· Man for himself, L., 1967· The revolu- tion of hope. Toward a humanized technolo- gy, N.Y., 1968' Social character in a Mexican village. Α sociopsychoanalytic study, N.Y., 1970 (σε συνεργ. με το Μ. Maccoby)* The crisis of psychoanalysis, Harmondsworth, 1973' Qreatness and limitations of Freud' s thought. N.Y.. 1979. • Ντόμπρενκοφ Β. Ι., Ο νεοφροϋδισμός σε αναζήτηση της «αλήθειας>^ (Αυταπάτες και πλάνες του Έριχ Φρομ), Μ., 1974* Evans R. Ι., Dialogue with Ε. Fromm, N.Y., 1966. Θεώρηση Β. Φίλια Φρουδισμος. Γενική ονομασία των δια- φόρων σχολών και ρευμάτων που προ- σπαθούν να εοραρμόσουν την ψυχολογι- κή θεωρία του Φρόυδ στην εξήγηση των πολιτιστικών (ραινομένων, των δκιδικα- σιών της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της κοινωνίας στο σύνολο της. Το φροϋ- δισμό, ως κοινωνικό και φιλοσοφικό - αν- θρωπολογικό δόγμα, πρέπει να τον ξεχω- ρίζουμε από την ψυχανάλυση*, η οποία είναι μια συγκεκριμένη μέθοδος μελέτης των ασύνειδων ψυχικών δκιδικασιών, στις αρχές της οποίας ο φροϋδισμός προσδί- δει καθολική σημασία, πράγμα που τον ο- δηγεί στην ψυχολογικοποίηση της κοινω- νίας και της προσωπικότητας. Από την αρχή ακόμα της ύπαρξης του, ο φροϋδισμός δεν αποτελούσε κάτι το ε- νκιίο' η διπλή σχέση του ίδιου του Φρόυδ προς το αουνείδητο*, στο οποίο έβλεπε την πηγή τόσο των δημιουργικών, όσο και των καταστρεπτικών τάσεων, καθόρισε και τη διαφορετική και κάποτε εντελώς αντίθετη ερμηνεία των αρχών της θεω- ρίας του. Από τη δεκαετία ακόμα του 1910 ξέσπασαν ανάμεσα στους στενότε- ρους μαθητές του Φρόυδ διαφωνίες για το τι πρέπει να θεωρείται βασικός κινητή- ριος παράγοντας του ψυχισμού. Ενώ στο Φρόυδ ως τέτοιος παράγοντας θεωρεί- ται η ενέργεια των ασύνειδων ψυχοσε- ξουαλικών ροπών, ο Α. Άντλερ* στην α- τομική ψυχολογία*, που θεμελίωσε ο ί- διος, αναθέτει το ρόλο αυτό στο πλέγμα της ατέλειας και στην τάση για αυτοεπι- βεβαίωση. Η σχολή της «αναλυτικής ψυ- χολογίας» του Κ. Γκ. Γιουνγκ* θεωρεί πρωταρχικό το ομαδικό ασυνείδητο και τα αρχέτυπα του, ενώ για τον Ο. Ρανκ (Αυστρία) όλη η ανθρώπινη δραστηριότη- τα είναι υποταγμένη στο ξεπέρασμα του πρώτου «γενετικού τραύματος». Η πλα- τιά διάδοση του φροϋδισμού άρχισε μετά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και συνδε- όταν τόσο με τη γενική κρίση της αστικής κοινωνίας και πολιτισμού, όσο και με την κρίση μιας σειράς παραδοσιακών κατευ- θύνσεων της επιστήμης της ψυχολογίας. 371
Φρόυντ Ταυτόχρονα, οι διάφορες κατευθύνσεις του φροϋδισμού προσπαθούσαν να καλύ- ψουν την απουσία στο έργο του Φρόυδ φιλοσοφικών και μεθοδολογικών στηριγ- μάτων των θέσεων της θεωρίας του, με το να καταφεύγουν σε διάφορα φιλοσο- φικά και κοινωνιολογικά δόγματα. Ξεχώ- ρισε η βιολογική τάση που έκλινε προς το μέρος του θετικισμού και του μπιχείβορι- σμού κι είχε ιδιαίτερη επιρροή στις ΗΠΑ. Η τάση αυτή άσκησε σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη της ψυχοσωματικής* ια- τρικής. Στην τάση αυτή αναφέρονται και οι προσπάθειες προσέγγισης του φροϋ- δισμού με τη θεωρία των αντανακλαστι- κών (ρεφλέτ), την κυβερνητική κ.λπ. Δια- δόθηκε επίσης και ο λεγόμενος κοινωνι- κός φροϋδισμός, ο οποίος στην παραδο- σιακή του μορφή θεωρεί τα πολιτιστικά, κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα ως α- ποτέλεσμα εξιδανίκευσης της ψυχοσε- ξουαλικής ενέργειας και του μετασχημα- τισμού των αρχικών ασύνειδων διαδικα- σιών, δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές τοποθετούνται στο φροϋδισμό ως το υ- πόβαθρο σε σχέση με την κοινωνική και πολιτιστική σφαίρα. Στα τέλη της δεκαε- τίας του 1930 εμφανίστηκε ο νεοφροϋδι- σμός", ο οποίος προσπαθεί να μετατρέ- ψει το φροϋδισμό σε καθαρά κοινωνιολο- γικό και πολιτισμολογικό δόγμα με σαφή τάση αποκοπής από τη θεωρία του ασυ- νείδητου και με τις βιολογικές προϋπο- θέσεις της θεωρίας του Φρόυδ. Ο νεο- φροϋδισμός διαδόθηκε ιδιαίτερα στις ΗΠΑ μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλε- μο (Σ. Φρομ, Κ. Χόρνι, Γκ. Σάλιβαν). Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, κάτω από την επίδραση του υπαρξισμού, εμφανί- στηκαν η λεγόμενη υπαρξιστική ανάλυση (Λ. Μπισβάνγκερ, Ελβετία) κι η μεθοδο- λογική ανθρωπολογία (Β. Βάιτζεκερ, ΟΔΓ). Χαρακτηριστικές είναι κι οι προ- σπάθειες χρησιμοποίησης του φροϋδι- σμού από την πλευρά των προτεσταντών (Ρ. Νιμπούρ, Π. Τίλιχ) και εν μέρει των καθολικών θεολόγων (Ι. Καρούζο στην Αυστρία κ.ά.). Ιδιόμορφη εξάλλου διά- θλαση είχε ο φροϋδισμός σπι δεκαετία του 1960 στην ιδεολογία της «Νέας Αρι- στεράς» (Χ. Μαρκούζε, «Ερως και πολι- τισμός» - «Eros and civilization», 1955, κ.ά.) που στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό» στο μαθητή του Φρόυδ Β. Ράιχ* Η επί- δραση του φροϋδισμού εκδηλώθηκε ι- διαίτερα στην κοινωνική ψυχολογία, την εθνογραφία (αμερικανική κουλτουραν- θρωπολογία, που συνδέεται στενά με το νεοφροϋδισμό), στη φιλολογία, στη λογο- τεχνική και καλλιτεχνική κριτική. Εκτός απ' αυτό, η επίδραση του φροϋδισμού εκφράστηκε και σπι θεωρία και πρακτική των διαφόρων νεοτεριστικών καλλιτεχνι- κών ρευμάτων (σουρρεαλισμός, που δια- κήρυσσε τη διεύρυνση της σφαίρας της τέχνης με την προσέλκυση του ασυνεί- δητου, κ.λπ.). • Βολοσίνοφ Β. Ν., Φροϋδιομός, Μ. Λ., 1927' Γιαροσέφσκι Μ. Γκ., Ιστορία της ψυχο- λογίας, Μ., 1976. κεφ. 12, 13' Μπράουν Κ. Χ., Κριτική του φροϋδομαρξισμού..., μετφ. από τα γερμ., Μ., 1982· Freud and the 20th Century, Cleveland, 1963· Brown J. A. C, Fre- ud and post freudians, Harmondsworth, 1967 βλ. επίσης βιβλγ. στα λήμματα Φρόυντ, Ψυχανάλυση, Νεοφροϋδισμός. Θεώρηση Β. Φίλια Φρόυντ (φρόυδ) (Freud) Σίγκμουντ (6.5.1856, Φράυμπεργκ, Αυστροουγγα- ρία, - 23.9.1939, Χέμπστεντ, κοντά στο Λονδίνο). Αυστριακός νευροπαθολόγος, ψυχίατρος, ψυχολόγος, θεμελιωτής της ψυχανάλυσης* Καθηγητής στο Πανεπι- στήμιο της Βιέννης (από το 1902). Μετά την κατάληψη της Αυστρίας από τη φασι- στική Γερμανία (1938) μετανάστευσε στην Αγγλία. Τα πρώτα έργα του Φρόυντ είναι αφιερω- μένα στη φυσιολογία και την ανατομία του εγκέφαλου. Κάτω από την επίδραση της γαλλικής σχολής (Σαρκό Μπερν- 372
Φυλές Κάιμ) από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 ασχολήθηκε με τα προβλήματα των νευρώσεων, από τα τέλη της δεκαετίας του 1890 επεξεργάστηκε την ψυχανάλυ- ση - μια ψυχοθεραπευτική μέθοδο θερα- πείας των νευρώσεων, που βασίζεται στην τεχνική των ελεύθερων συνειρμών και στην.ανάλυση των αθέλητων λαθεμέ- νων πράξεων και των ονείρων ως μέσο διείσδυσης στο ασυνείδητο*. Υπήρξε έ- νας από τους πρώτους που άρχισε να με- λετά τις ψυχολογικές πλευρές ανάπτυ- ξης της σεξουαλικότητας, στην οποία διέκρινε μια σειρά στάδια. Τη δεκαετία του 1900 πρόβαλε τη γενική ψυχολογική θεωρία για τη δομή του ψυχικού μηχανι- σμού ως ενεργητικού συστήματος, που στη βάση της δυναμικής του βρίσκεται η σύγκρουση ανάμεσα στη συνείδηση και τις ασυνείδητες ροπές* Στη δεκαετία του 1920 διατύπωσε τη θεωρία των ψυ- χολογικών δομών της προσωπικότητας (<*Το Εγώ και το Εκείνο», 1923). Διευρύ- νοντας όχι σωστά τη σφαίρα εφαρμογής της ψυχανάλυσης, ο Φρόυντ προσπάθη- σε να επεκτείνει τις αρχές της στη σφαί- ρα της κοινωνικής ψυχολογίας {^Η ψυχο- λογία των μαζών κι η ανάλυση του ανθρώ- πινου Εγώ», 1921) και σε διάφορους το- μείς της ανθρώπινης κουλτούρας: τη μυθολογία (<^Τοτέμ και ταμπού», 1913), το φολκλόρ, την καλλιτεχνική δημιουργία κ.λπ., μέχρι και την ερμηνεία της θρη- σκείας ως ειδικής μορφής ομαδικής νεύ- ρωσης («Το μέλλον μιας αυταπάτης», 1927). Η εξιδανίκευση* είναι η κεντρική φροϋδική έννοια στην ψυχολογική ερμη- νεία του πολιτισμού, ο οποίος θεωρείται από το Φρόυντ ως το αποτέλεσμα του α- ναπόφευκτου συμβιβασμού των αυθόρ- μητων ροπών και των απαιτήσεων της πραγματικότητας («Ο πολπΊομός - πηγή δυστυχίας», 1930). Γενικά, οι ιδεολογι- κές απόψεις του Φρόυντ εξελίσσονταν από το «φυσιολογικό υλισμό» στη διακή- ρυξη της αυτονομίας της ψυχικής και αν- θρωπολογικής δομής, συγγενικής με τις νατουραλιστικές παραλλαγές της φιλο- σο(ρίας της ζωής. Οι ιδέες του Φρόυντ άσκησαν επίδραση πάνω στα πιο διαφο- ρετικά ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυ- χολογίας, λογοτεχνίας και τέχνης (βλ. Φροϋδισμός, Νεοφροϋδισμός). ■ Gesammelte Werke, Bdl - 8, Stuttg., 1966 - 69" σε ρωσ. μετφ.: Επιλογή, τ. 1 - 2, Λονδίνο, 1969 Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζω- ής, Μ., 1910* Ερμηνεία των ονείρων, Μ., 1913· Διαλέξεις πάνω στην εισαγωγή στην ψυχανάλυση, τ. 1 - 2, Μ., 1922· Βασικές ψυ- χολογικές θεωρίες στην ψυχανάλυση, Μ. Π., 1923 Δοκίμια ψυχολογίας της σεξουαλι- κότητας, Μ. - Π. Η ευφυία κι η σχέση της με το ασυνείδητο, Μ., 1925. • Βίτελς Φ., Φρόυντ. Η προσωπικότητα του, η θεωρία κι η σχολή του, μετφ. από τα γερμ., Λ., 1925 Ουέλς Χ.. Πάβλοφ και Φρόυντ, μετφ.: από τα αγγλ., Μ., 1959* Sones Ε., Sig- mund Freld, life and work, newed., v. 1 -3, L, 1954 - 57· Sulloway F. J., Freud bidoglst of the mind, N.Y., 1979· Clark R. W., Freud. The man and the cause, N.Y. 1980. Λ/τ. Ν. Λιάλικοφ Θεώρηση Β. Φίλια Φυλές ανθρώπου. Ιστορικά και γεωγρα- φικά διαμορφωμένοι πληθυσμοί ατόμων με ενιαία καταγωγή, η οποία εκφράζεται με κοινά κληρονομικά, μορφολογικά και φυσιολογικά γνωρίσματα, που ποικίλουν μέσα σ' ορισμένα πλαίσκι. Η λεγόμενη ο- μαδική και ατομική μεταβλητότητα των γνωρισμάτων αυτών δε συμπίπτει, οι φυ- λές δεν είναι σύνολα ατόμων, αλλά σύνο- λα λαών, δηλαδή πληθυσμοί ατόμων που ενώνονται με δεσμούς γάμου. Οι φυλές, ταξινομικές κατηγορίες στα πλαίσια του ανθρώπινου είδους, βρίσκονται σε κατά- σταση δυναμικής ισορροπίας, δηλαδή με- ταβάλλονται μέσα στο χώρο και στο χρό- νο σ* αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, 373
Φυλές διαθέτοντας ταυτόχρονα μια γενετικά προσδιορισμένη ανθεκτικότητα. Όσον αφορά τα βασικά μορφολογικά φυσιολο- γικά και ψυχικά γνωρίσματα ττου χαρακτη- ρίζουν το σημερινό άνθρωπο, είναι μεγά- λες οι ομοιότητες μεταξύ των φυλών και επουσιώδεις οι διαφορές. Οι αντιδραστι- κές θεωρίες για την ύπαρξη «ανώτερων» και «κατώτερων» φυλών είναι ανυπόστα- τες (βλ. Ρατσισμός). Τα δεδομένα της ανθρωπολογίας και άλλων επιστημών α- ποδεικνύουν ότι όλες οι φυλές προέρχο- νται από ένα είδος απολιθωμένων αν- θρωπιδών. Οι απεριόριστες δυνατότητες σύμμιξης όλων των φυλών, η απόλυτη βιολογική και κοινωνικοπολιτισπκή αξία των σύμμικτων ομάδων είναι αναμφισβή- τητη απόδειξη της ενότητας του ανθρώ- πινου είδους και του αβάσιμου του ρατσι- σμού. Μεταξύ 18ου και 20ού αιώνα προτάθη- καν πολυάριθμες ταξινομήσεις των φυ- λών, που στηρίζονταν, κατά κύριο λόγο, στα εξωτερικά μορφολογικά γνωρίσματα. Μια από τις επιτυχείς ταξινομήσεις είναι του Ι. Ντένικερ (1900). Οι σύγχρονοι αν- θρώπινοι πληθυσμοί διακρίνονται σε τρεις βασικές ομάδες φυλών: τη νεγρο- ειδή, την ευρωποειδή και τη μογγολοει- δή· συχνά τις ονομάζουν μεγάλες φυ- λές. Οι Ινδιάνοι της Αμερικής συγγε- νεύουν με τις μογγολοειδείς φυλές ως προς τη καταγωγή και πολλά άλλα χαρα- κτηριστικά γνωρίσματα.' Ομοκ; στις τρεις αυτές βασικές ομάδες φυλών δεν μπο- ρούν να συμπεριληφθούν όλοι οι σημερι- νοί πληθυσμοί ανθρώπων. Στη ΝΑ Ασία, την Ωκεανία και την Αυστραλία ζουν πολ- λοί λαοί που πλησιάζουν με τους νεγρο- ειδείς της Αφρικής, έχοντας ορισμένα κοινά γνωρίσματα, αλλά και αξιοσημείω- τες διαφορές. Μερικοί επιστήμονες θε- ωρούν τους λαούς αυτούς ως τέταρτη βασική ομάδα φυλών την αυστραλοειδή, άλλοι την κατατάσσουν στους νεγροει- δείς της μεγάλης (νέγρο - αυστραλοει- δούς) φυλής του Ισημερινού. Σύμφωνα με μια άποψη, οι φυλές άρχι- σαν να διαμορ(ρώνονται στους αρχέγο- νους λαούς σε ορισμένα σημεία της Α- φρικής, της Ευρώπης και της Ασίας* σύμ- φωνα με μια άλλη (που την υιοθετεί η πλειοψηφία των σοβιετικών επιστημό- νων), η φυλετική διαφοροποίηση συντε- λέστηκε αργότερα, μετά τη διαμόρφωση του ανθρώπου στη σημερινή του μορφή στην Ανατ. Μεσόγειο και τις γειτονικές περιοχές της Νοτ. Ευρώπης, σπι Βορ. και Ανατ. Αφρική και στη Δυτ. Ασία. Εν- δέχεται αρχικά να υπήρξαν δύο εστίες διαμόρφωσης των ανθρώπινων φυλών με τη σημερινή τους μορφή* η δυτική, στην ΒΑ Αφρική και ΝΑ Ασία, κι η ανατολική, στη Β και ΝΑ Ασία. Αργότερα, διάφοροι πληθυσμοί που απλώθηκαν πάνω στη γη, αναμίχθηκαν και προσαρμόστηκαν στις διάφορες περιβαλλοντικές συνθήκες, διαμορφώνοντας τις σημερινές φυλές. Πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των φυλών που προέκυψαν αρχικά από τις μεταλλάξεις απόκτησαν προσαρμοστική σημασία και κάτω από την επίδραση της φυσικής επιλογής στα πρώτα στάδια γέ- νεσης των φυλών σταθεροποιούνταν και επεκτείνονταν σε πληθυσμούς που ζού- σαν σε διαφορετικό γεωγραφικό περι- βάλλον. Με την ανάπτυξη των παραγωγι- κών δυνάμεων της κοινωνίας και τη δη- μιουργία, μέσα από τη διαδικασία της συλλογικής εργασίας, τεχνητού πολιτι- στικού περιβάλλοντος, ο ρόλος της φυσι- κής επιλογής στη γένεση των φυλών βαθμιαία μειωνόταν. Όσο αναπτύσσεται η οικονομική, κοινω- νική και πολιτιστική, καθώς κι η βιολογική αλληλεπίδραση ανάμεσα στους διάφο- ρους λαούς, τα σύνορα των πληθυσμών που ανήκουν σε διάφορες φυλές γίνο- νται λιγότερο ορατά* εμφανίζονται νέοι τοπικοί συνδυασμοί στα διάφορα φυλετι- κά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την κοινή καταγωγή του ανθρώπου. 374
Φυλογένεση • Ντέμπετς Γκ. Φ., Η φυλετική σύσταση του κόσμου, στο βιβ.: Άτλας των λαών του κό- σμου, Μ., 1964· Νεστούρχ Μ. Φ., Οιανθρώπι- νες φυλές, Μ., 1965' Τσεμποξάροφ Ν. Ν., Τσεμποξάροβα Ι. Α., Λαοί, φυλές, πολιτισμοί, Μ., 1971* των ίδιων, Έθνοι, πληθυσμοί, φυ- λές, στη συλ., Γη και άνθρωποι, Μ., 1974· Φυ- λές και λαοί. Επετηρίδα, τ. 1 -11, Μ., 1971 - 81· Μπρόμλεϊ Γ Β., Έθνος κι εθνογραφία, Μ., 1973* Αλεξέγεφ Β. Π., Γεωγραφία των αν- θρώπινων φυλών, Μ., 1974. Θεώρηση Πολ. Παπαθεολόγου Φυλή. Τύπος εθνικής κοινότητας και κοινωνικής οργάνωσης της προταξικής κοινωνίας. Διακριτικά γνωρίσματα της φυλής είναι η εξαίματος συγγένεια των μελών της και η διαίρεση της σε γένη και φατρίες. Αλλα γνωρίσματα της φυλής είναι: η ύπαρξη δικής της εδαφικής πε- ριοχής, μια ορισμένη οικονομική συνά- φεια των μελών της, η ενιαία γλώσσα της φυλής (διάλεκτος), η φυλετική συνείδη- ση και η ξεχωριστή ονομασία της φυλής, η φυλετική ενδογαμία. Χαρακτηριστικό της αναπτυγμένης οργάνωσης της φυ- λής είναι η αυτοδιοίκηση (που εκπροσω- πείται από το συμβούλιο της φυλής και τους στρατιωτικούς και πολιτικούς της η- γέτες), καθώς και η ύπαρξη φυλετικών γιορτών και λατρειών. Σύμφωνα με την ε- πικρατέστερη άποψη, η εμβρυακή μορφή της φυλής εμφανίσπικε ταυτόχρονα με το γένος (σύμφωνα με άλλη άποψη - λίγο αργότερα), μια και η εξωγαμία που επι- κρατούσε σ' αυτό προϋποθέτει μόνιμες σχέσεις (γάμου, οικονομικές και πολιτι- στικές) το λιγότερο ανάμεσα σε δύο ομά- δες γενών. Παραδείγματα του πρώιμου σταδίου ανάπτυξης της φυλής αποτε- λούν οι Αυστραλοί ιθαγενείς, ενώ του μετεγενέστερου οι Ινδιάνοι της Βό- ρειας Αμερικής. Η φυλή διατηρείται συ- νήθως μέχρι το πέρασμα στην ταξική κοι- νωνία. Η διάλυση της επέρχεται με τη δημιουργία της περιουσιακής ανισότη- τας, την εμφάνιση της αριστοκρατίας των φυλών, την ενίσχυση του ρόλου των πολεμικών αρχηγών, την εμφάνιση των ε- νώσεων φυλών (βλ. Λαότητα). Σε υποτυ- πώδεις μορφές οι φυλές μπορούν να υ- πάρχουν στο περιθώριο της δουλοκηιτι- κής, της φεουδαρχικής και της κεφα- λαιοκρατικής κοινωνίας (φυλές των νομάδων - των Αράβων, των Κούρδων, των Αφγανών κ.λπ.). • Ενγκελς Φ., Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 21* Μόργκαν Λ. Γκ., Η αρχαία κοινωνία, μετφ. από τ' αγγλ., Λ., 1934' Φορμόζοφ Α. Α., Για το χρόνο και την ιστορική εποχή της διαμόρφω- σης της οργάνωσης του γένους, «Σοβιετ. Αρ- χαιολογία», 1957. τεύχος 1· Τόκαριεφ Σ. Α., Το πρόβλημα των τύπων των εθνικών κοινοτή- των, «Βαπρόσι φιλοσόφιι», 1964, τεύχος 11* Μπρόμλεϋ Γ Β., Εθνος και εθνογραφία, Μ., 1973· Γκένινγκ Β. Φ., Η διαμόρφωση του έ- θνους στην πρωτόγονη κοινωνία, Σβερντ- λόφσκ, 1970· ΦάινμπεργκΛ. Α.,Σ7ϊςπ77νές777ς γένεσης της κοινωνίας. Μ., 1980· Μπρόμλεϋ Γ Β., Σύγχρονα προβλήματα της εθνογρα- φίας, Μ.. 1981. Θεώρηση Πολ. Παπαθεολόγου Φυλογένεση. Η διαδικασία διαμόρφω- σης κάποιας συστηματικής ομάδας οργα- νισμών (ομοταξίας). Τον όρο εισήγαγε το 1866 ο Ε. Χαίκελ για να υποδηλώσει τη διαδικασία γένεσης του οργανικού κό- σμου στο σύνολο του. Στην πορεία της μεταγενέστερης διαφοροποίησης των ε- ξελικτικών - βιολογικών ερευνών η φυλο- γένεση άρχισε να θεωρείται ως συστατι- κό μέρος της βιολογικής εξέλιξης. Βασι- κός μηχανισμός που ρυθμίζει τη φυλογέ- νεση και τη διαμόρ(ρωση νέων ομοταξιών που προκαλούνται στην διάρκεια της (κυ- ρίως μέσω του διαχωρισμού της αρχικής ομοταξίας σε δύο ή περισσότερες θυγα- τρικές τάξεις) είναι η φυσική επιλογή. Η φυλογένεση μπορεί να αποτελεί τόσο μια προοδευτική ανάπτυξη με την άνοδο του γενικού επιπέδου της ζωτικότητας 375
Φϋση και της διεύρυνσης των προσαρμοστικών ικανοτήτων των οργανισμών, όσο και μια οπισθοδρόμηση ή κατάληξη σε εξελικτι- κό αδιέξοδο (όπως η διαμόρφωση παρα- σιτικών ομάδων οργανισμών). Στην πο- ρεία της φυλογένεσης οι περίοδοι της ο- μαλής ανάπτυξης και διεργασίας των προσαρμογών σε σχετικά σταθερές συν- θήκες περιβάλλοντος εναλλάσσονται με μετάβαση με άλματα σε ανώτερες βαθμί- δες οργάνωσης που χαρακτηρίζονται από την επεξεργασία ποιοτικά νέων προ- σαρμογών, λειτουργιών κι οργάνων (π.χ., η εμ(ράνιση σπέρματος και καρπού στη φυλογένεση των ομοταξιών στα φυτά ή η εμφάνιση ενός συνόλου προσαρμογών έ- χουν άμεση σχέση με την κατάκτηση της ξηράς από τα ζώα). Η φυλογένεση γίνε- ται με τη συσσώρευση αλλαγών σε ατομι- κό επίπεδο κατά τη διάρκεια μεμονωμέ- νων οντογενέοεων* (αλλά και η οντογέ- νεση στη συγκεκριμένη της έκφραση εί- ναι εκδήλωση, και σε ορισμένο βαθμό επανάληψη της φυλογένεσης). Ο λεγό- μενος νόμος της βιογένεσης, που διατυ- πώθηκε το 1866 από τον Ε. Χαίκελ, υπο- στήριζε ότι, κατά τη διάρκεια της ανά- πτυξης τους, οι οργανισμοί περνούν στά- δια που οι πρόγονοι τους πέρασαν κατά τη φυλογένεση (π.χ., το ανθρώπινο έμ- βρυο περνάει φάσεις που θυμίζουν τα ψάρια, τα αμφίβια, τα ερπετά, τα πτηνά, σε συνέχεια τα πρωτόγονα θηλαστικά, τον πίθηκο, και μόνο μετά αποκτάει τα καθαρά ανθρώπινα γνωρίσματα). Στην πραγματικότητα, όπως έδειξε ο Δαρβί- νος κι αργότερα ο Α. Ν. Σεβερτσόφ κ.ά., η σχέση φυλογένεσης κι οντογένεσης έ- χει πολύ πιο περίπλοκο χαρακτήρα: μια σειρά από τα προγονικά στάδια εκπί- πτουν από την οντογένεση, άλλα ανα- μορφώνονται ριζικά μετά την προσαρμο- γή στις νέες συνθήκες. Η διαδικασία της φυλογένεσης κι η διαλεκτική της σχέσης της με την οντογένεση επιβεβαιώνουν τις αρχές της ενότητας όλου (ομοταξίας - φυλογένεσης) και μέρους (ατόμου-ο- ντογένεσης), γενικού και μερικού και δί- νουν συγκεκριμένα παραδείγματα εξέλι- ξης από το απλό στο σύνθετο, καθώς και ελικοειδούς εξέλιξης με επανάληψη στα ανώτερα στάδια ορισμένων χαρακτηρι- στικών των κατώτερων σταδίων. • Τιμιριάζεφ Κ. Α., Η ιστοβίκή μέθοδος στη βιολογία, Μ., 1939 {'Εργα, τ. 6)· Μιρζογιάν Σ. Ν., Ατομική ανάπτυξη και εξέλιξη. Δοκίμιο ι- στορίας του προβλήματος σχέσης οντογένε- σης και φυλογένεσης, Μ., 1963 Βόλκοβα Ε. Β., Φιλιουκόφ Α. Ι., Βοντοπιάνοφ Π. Α., Ο ντε- τερμινισμός της εξελικτικής διαδικασίας, Μινσκ, 1971· Καρπίνσκαγια Ρ. Σ., Η υλιστική διαλεκτική για ης νομοτέλειες ανάπτυξης του οργανικού κόσμου, Μ., 1975. Θεώρηση Πολ. Παπαθεολόγου Φύση. 1) Με την πλατιά σημασία της λέ- ξης: κάθε τι υπαρκτό («το τι εστί», Αρι- στοτέλης), όλος ο κόσμος στην ποικιλία των μορφών του* η έννοια «φύση» με τη σημασία αυτή βρίσκεται στην ίδια σειρά με τις έννοιες «ύλη», «Σύμπαν», «κό- σμος». 2) Με την πιο στενή σημασία: α- ντικείμενο της επιστήμης και ακριβέστε- ρα το κοινό αντικείμενο των θετικών επι- στημών («επιστημών της φύσης»). Συνο- λικά, φύση είναι η γενική έννοια του αντικειμένου, η οποία δίνει το βασικό σχήμα της κατανόησης και ερμηνείας του ενός ή του άλλου συγκεκριμένου α- ντικειμένου μελέτης (π.χ., τις ιδέες για το χώρο και το χρόνο, την κίνηση, την αι- τιότητα κ.ά.). Αυτή η γενική έννοια της φύσης είναι αντικείμενο επεξεργασίας στα πλαίσια της φιλοσοφίας και της με- θοδολογίας της επιστήμης, οι οποίες και αποκαλύπτουν τα βασικά της χαρακτηρι- στικά, στηριζόμενες προς τούτο στα α- ποτελέσματα των θετικών επιστημών. Η έννοια φύση, ως οριακή αφαίρεση, που βασικά της χαρακτηριστικά είναι η καθο- λικότητα, η νομοτέλεια και η αυτάρκεια, 376
Φύση κατέχει την πρώτη θέση στο κοινωνικό - πολιτιστικό επίπεδο, την εποχή της Ανα- γέννησης, στις συνθήκες του αγώνα κα- τά του θρησκευτικού δογματισμού και του μεσαιωνικού σχολαστικισμού, αλλά ε- δραιώνεται μόνο με την καταξίωση των πειραματικών φυσικών επισπιμών (16ος - 17ος αιώνας). Οι σύγχρονες φυσικές ε- πιστήμες είναι κληρονόμοι των παραδο- σιακών αντιλήψεων για τη φύση, που δια- μορφώθηκαν κατά τους Νέους Χρόνους, αλλά ταυτόχρονα τις εμπλουτίζει σημα- ντικά. Αυτό εκφράζεται στις ιδέες για την εξέλιξη της φύσης και για τους ειδι- κούς νόμους της, για τις διάφορες μορ- φές κίνησης της ύλης και για τα διάφορα δομικά επίπεδα οργάνωσης της φύσης· σπι διεύρυνση των ιδεών για τους τύ- πους των αιτιακών σχέσεων κ.λπ. Για πα- ράδειγμα, με την εμοράνιση της θεωρίας της σχετικότητας άλλαξαν ουσιαστικά οι απόψεις για τη χωροχρονική οργάνωση των αντικειμένων της φύσης* η ανάπτυξη της σύγχρονης κοσμολογίας πλουτίζει τις αντιλήψεις για την κατεύθυνση των φυσικών διαδικασιών τα επιτεύγματα της φυσικής του μικρόκοσμου συμβάλλουν στη σημαντική διεύρυνση της έννοιας της αιτιότητας· η πρόοδος της οικολο- γίας οδήγησε στην κατανόηση των βαθύ- τερων αρχών της αρτιότητας της φύσης ως ενιαίου συστήματος. 3) Η πιο εύχρη- στη είναι η ερμηνεία της έννοιας «φύση» ως του συνόλου των φυσικών συνθηκών ύπαρξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Με τούτη τη σημασία, η έννοια «φύση» χαρα- κτηρίζει τη θέση και το ρόλο της φύσης στο σύστημα των ιστορικά μεταβαλλόμε- νων σχέσεων του ανθρώπου και της κοι- νωνίας προς αυτήν. Η έννοια «φύση» χρησιμοποιείται για να δηλώσει όχι μόνο τις φυσικές, αλλά και τις δημιουργημέ- νες από τον άνθρωπο υλικές συνθήκες της ύπαρξης του - τη «δεύτερη φύση». Όπως λέει ο Κ. Μαρξ, η διαρκής ανταλ- λαγή ουσιών ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση είναι ο νόμος, που διέπει την κοινωνική παραγωγή* χωρίς αυτή την α- νταλλαγή θα ήταν αδύνατη η ίδια η αν- θρώπινη ζωή (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Έν- γκελς. Άπαντα, τ. 23, σελ. 51, 514). Την πραγματική βάση της σχέσης του αν- θρώπου με τη φύση την αποτελεί η δρα- στηριότητα του, η οποία πάντοτε και σε τελική ανάλυση διεξάγεται μέσα στη φύ- ση και με τα υλικά που δίνει αυτή. Για τούτο και η μεταβολή της σχέσης προς τη φύση σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της κοινωνίας καθορίζεται πριν απ' όλα από τη μεταβολή του χαρακτήρα της κα- τεύθυνσης και της κλίμακας της ανθρώ- πινης δρασπιριότητας. Η ισχυρή ανάπτυ- ξη του πλέγματος των κοινωνικών επι- στημών έχει σαν επακόλουθο ότι πλάι στην έννοια «φύση» αρχίζει να παίζει ένα ρόλο ολοκλήρωσης στη γνώση η έννοια της πράξης, της δρασπιριότητας. Ως τις αρχές της σύγχρονης επιστημονι- κοτεχνικής επανάστασης η εκμετάλλευ- ση της φύσης είχε κυρίως εκτατικό χα- ρακτήρα, βασιζόταν δηλαδή στην αύξηση του όγκου και των ποικιλιών που αντλού- νταν από τους φυσικούς πόρους. Επιπλέ- ον, η κλίμακα της δραστηριότητας της κοινωνίας ουσιαστικά δεν περιοριζόταν από εξωτερικούς παράγοντες, από τη φύση: ο άνθρωπος μπορούσε να πάρει απ* αυτήν «αλογάριαστα», τόσα, όσα του επέτρεπε η δική του παραγωγική δύνα- μη. Στα μέσα του 20ού αιώνα ο τρόπος αυτός εκμετάλλευσης αρχίζει να πλησιά- ζει το κρίσιμο σημείο, και μάλιστα ταυτό- χρονα από πολλές απόψεις: η κλίμακα χρήσης των παραδοσκικών πηγών ενέρ- γειας, πρώτων υλών και υλικών αρχίζουν να συμπαραβάλλονται με τα συνολικά α- ποθέματα τους στη φύση· η ίδια εικόνα διαγράφεται και σε ό.τι αφορά τη φυσική βάση για την παραγωγή ειδών διατροφής σε συνάρτηση με τη γρήγορη αύξηση του πληθυσμού του πλανήτη- η συνολική δραστηριότητα της κοινωνίας ασκεί όλο 377
Φύση και μεγαλύτερη επίδραση πάνω στη φύ- ση, εισβάλλει αισθητά στους φυσικούς της μηχανισμούς αυτορρύθμισης, μετα- βάλλει ριζικά τις συνθήκες ύπαρξης της έμβιας ύλης. Όλα τούτα δημιουργούν την αντικειμενική, φυσική βάση και την α- νάγκη μετάβασης από την εκτατική στην εντατική μέθοδο εκμετάλλευσης της φύσης, δηλαδή στην πληρέστερη, απο- τελεσματικότερη και πιο διαφορισμένη χρήση των πόρων της. Από την πλευρά της ίδιας της κοινωνίας η αναγκαιότητα αυτή ενισχύεται από τη σύστοιχη μετα- βολή του χαρακτήρα της δραστηριότη- τας, η οποία δεν μπορεί πια τώρα να ανα- πτύσσεται αυθόρμητα κάτω από την επί- δραση της δικής της εσωτερικής λογι- κής, αλλά απαιτεί ειδική ρύθμιση, εφόσον το σύνολο των υλικών της, των φυσικών της συνθηκών αποδεικνύεται περιορισμένο. Στη σύγχρονη κοινωνία, το όργανο μιας τέτοιας ρύθμισης είναι η ε- πιστήμη - το κύριο μέσο εντατικοποίησης και ορθολογικής οργάνωσης της παρα- γωγής, μυαλωμένης αναδόμησης των υ- λικών σχέσεων του ανθρώπου με τη φύ- ση. Με όλο και μεγαλύτερη συνέπεια προσανατολίζεται προς την επιστήμη και η ανθρώπινη δραστηριότητα. Γενικά, αρ- χίζει να διαμορφώνεται ένας νέος τύπος σχέσης της κοινωνίας προς πι φύση, μια σχέση σφαιρικής διαχείρισης η οποία πε- ριλαμβάνει τόσο τις διαδικασίες στη φύ- ση, όσο και τη δραστηριότητα της κοινω- νίας εν γένει και προϋποθέτει την επε- ξεργασία ορθολογικών προγραμμάτων αυτής της δραστηριότητας που να παίρ- νουν υπόψη το χαρακτήρα και τα όρια της επιτρεπτής επενέργεκις πάνω στη φύση και την ανάγκη της διαφύλαξης και αναπαραγωγής της. Η φύση γίνεται σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα ουσιαστικό και λογικά διευθυνόμενο συστατικό στοι- χείο του κοινωνικού οργανισμού. Για τον πρωτόγονο άνθρωπο, που είναι σχεδόν εντελώς αδιαφόριστος από τη φύση, είναι χαρακτηριστική η εμψύχωση της. Η μυθολογική σκέψη δε δκιθέτει α- κόμα τις βάσεις για μια ξεκάθαρη αντιπα- ραβολή φύσης και ανθρώπου. Η καθαυτό θεωρητική σχέση προς τη φύση διαμορ- φώνεται για πρώτη φορά όταν η φιλοσο- φία διαχωρίζεται από τη μυθολογία, όταν δηλαδή εμφανίζεται ο καθαυτό θεωρητι- κός στοχασμός. Στο αξιολογικό επίπεδο η σχέση αυτή είναι διττή: το τμήμα της φύσης που έχει εισαχθεί στην τροχιά της δρασπιριότητας του ανθρώπου ερμη- νεύεται από την ω((>ελιμιστική - πραγματι- στική σκοπιά ως καταναλωτική αξία, ως πηγή πόρων για τον άνθρωπο και το χώρο διαβίωσης του (αυτή η αξιολογική άποψη διατηρείται ώς τα μέσα του 20ού αιώνα)· η ίδια η φύση, γενικά, για μεγάλο διάστη- μα είναι απροσμέτρητα ανώτερη από τον άνθρωπο δύναμη και γκι τούτο αποτελεί το ιδεώδες της αρμονίας, της τελειότη- τας. Αυτός ο τύπος αξιολόγησης καθορί- ζει και τον προσανατολισμό του θεωρητι- κού στοχασμού για τη φύση. Σ* όλη την αρχαία φιλοσοφία η φύση ερμηνεύεται ως η τελειότητα, ως το επίκεντρο του (ορθού) λόγου. Η αρχαία σκέψη βλέπει τη φύση ως το γνώμονα της οργάνωσης, ως το μέτρο της σοφίας, και η ζωή που α- κολουθεί τη φύση και τους νόμους της ε- κτιμάται συνήθως εδώ ως η πιο ευτυχι- σμένη και επιθυμητή. Ριζικά διαφορετική σχέση προς τη φύση δκιμορφώνεται με την επικράτηση του χριστιανισμού, ο ο- ποίος θεωρεί τη φύση ως την ενσάρκωση της υλικής αρχής, ως «τα εν τη γη κάτω», όπου όλα είναι προσωρινά και απατηλά. Στο γήινο, στχ] φύση, αντιπαρατίθεται με απόλυτο τρόπο η αιώνκι, η πνευματική αρχή, ο θεός, που αναμφίβολα στέκεται πάνω από τη φύση. Σε αντίθεση με την Αρχαιότητα, βασική ιδέα εδώ είναι όχι η συγχώνευση με τη φύση, αλλά η ανύψω- ση πάνω απ' αυτή. Η Αναγέννηση στρέ- φεται ξανά στα αρχαία ιδεώδη, σπιν ερ- μηνεία της φύσης και του κάθε φυσικού. 378
Φύση πραγματικού, ως ενσάρκωσης της αρμο- νίας και της τελειότητας. Η θέση αυτή ε- πανειλημμένα αναπαράγεται και αργότε- ρα, σης πιο διαφορετικές καταστάσεις και ιδιαίτερα στη θεωρία του φυσικού δι- καίου (Ρουσσώ κ.ά.) που συνάγει το δί- καιο από τα δεδομένα της φύσης, από τους «φυσικούς» νόμους της ανθρώπι- νης συμβίωσης, καθώς και σε πολλές σχολές λογοτεχνίας και φιλοσοφίας που προβάλλουν έντονα το σύνθημα «πίσω στη φύση» και που βλέπουν σ* αυτή τη μοναδική σωτηρία από την καταστροφική δράση του αστικού καθεστώτος. Αυτό το ιδεώδες σχέσης προς τη φύση συνέβαλε στους Νέους Χρόνους σημα- ντικά στο να γίνει η φύση αντικείμενο ε- πιστημονικής μελέτης. Από το άλλο μέ- ρος, η ανάπτυξη της επιστήμης και η έ- ναρξη της δραστήριας κατάκτησης της φύσης μέσω της ανάπτυξης της βιομη- χανίας άλλαξαν ουσιαστικά το πρωταρχι- κό σχήμα της εξιδανικευμένης και ποιη- τικής σχέσης προς τη φύση. Οι πειραμα- τικές φυσικές επιστήμες προήγαγαν την ιδέα της «δοκιμασίας» της φύσης. Για ό,τι αφορά τη γνωστική και πρακτική δρα- στηριότητα του ανθρώπου, η φύση αρχί- ζει να γίνεται αντικείμενο, πεδίο δράσης, στάσιμη και αδρανής δύναμη που ο άν- θρωπος πρέπει να την υποτάξει, να της επιβάλει την κυριαρχία του ορθού λόγου. Αυτός ο τύπος σχέσης προς τη φύση διατηρείται μέχρι την εποχή που η ουσια- στική κυριαρχία πάνω της αρχίζει να γίνε- ται πραγματικότητα. ' Οταν ο κόσμος που έφτιαξε ο άνθρωπος μπορεί να παραβλη- θεί με τον κόσμο της φύσης, δηλαδή ό- ταν η δραστηριότητα της κοινωνίας φτά- νει σε πλανητικές διαστάσεις, γίνεται, με το μέγεθος της, συγκρίσιμη με τις δια- στάσεις των διαδικασιών στη φύση, τότε η ωφελιμιστική πραγματιστική σχέση προς τη φύση παύει βαθμιαία να είναι α- νεξάρτητη και απεριόριστη, συμπληρώ- νεται με τη συνειδητοποίηση της αυξα- νόμενης εξάρτησης της ίδιας της φύσης από τον άνθρωπο και τη δράση του. Πάνω σε τούτη τη βάση δκιμορφώνεται ένας νέος τύπος αξιολογικής σχέσης προς τη φύση, που μπορούμε να τον ονομάσουμε κοινωνικό - ιστορικό και που ξεκινάει από την εκτίμηση της φύσης ως του μοναδι- κού και οικουμενικού χώρου διαμονής του ανθρώπου κι ολόκληρου του πολιτι- σμού του. Μια τέτοια εκτίμηση συνεπά- γεται και μια αντίστοιχη σχέση προς τη φύση, τη διαρκή αντιπαραβολή των κοι- νωνικών αναγκών και των δυνατοτήτων της φύσης, τη συνειδητοποίηση του γε- γονότος ότι ο ίδιος ο άνθρωπος και η αν- θρωπότητα αποτελούν μέρος της φύ- σης. Από επκπημονική - θεωρητική άποψη, στον αναπροσανατολισμό αυτό αντιστοι- χεί το πέρασμα από την ιδέα της απόλυ- της κυριαρχίας πάνω στη φύση στην αντί- ληψη των σχέσεων κοινωνίας και φύσης ως σχέσεων μεταξύ εταίρων ισόμετρων ως προς τις δυνατότητες τους. Η πρώτη θεωρητική έκφραση της θέσης αυτής ή- ταν η σκαρωμένη από το Β. Ι. Βερνάντσκι θεωρία της νοόσφαιρας. Η συνειδητο- ποίηση της δυνητικής (και σε ορισμένα σημεία και πραγματικής) υπεροχής της κοινωνίας πάνω στη φύση^βαθμιαία, αν και όχι ανώδυνα, γεννά μια νέα προσέγγι- ση, βασιζόμενη στην ιδέα μιας ενιαίας, ι- σόρροπης και υπεύθυνης διαχείρισης των κοινωνικών και φυσικών διαδικασιών και συνθηκών. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα η προσέγγιση αυτή αρχίζει να διαδίδεται και να γίνεται η βάση για τη ρύθμιση της δρασπιριότητας και όλου του συστήματος των πρακτικών σχέσεων της κοινωνίας με τη φύση, μαζί και των μέτρων για την ποστασία της φύσης και την υπεράσπιση του περιβάλλοντος. Η αλληλεπίδραση φύσης και κοινωνίας γίνεται με διαφορετικούς τρόπους σης διάφορες κοινωνικοοικονομικές συνθή- κες. Οι θεμελιωτές του μαρξισμού έδει- 379
«Φυσικά»» ξαν ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί μιαν αρπαχτική σχέση προς τη. φύση, σχέση που η πηγή της είναι η κυριαρχία του ι- διωτικού, του ατομικιστικού συμφέρο- ντος. ' Οπως έλεγε ο Κ. Μαρζ «... ο πολι- τισμός, αν και αναπτύσσεται αυθόρμητα και δεν κατευθύνεται συνειδητά..., αφή- νει πίσω του μιαν έρημο» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, τ. 32, σελ. 45). Η πρακτική του σύγχρονου καπιταλισμού δείχνει ότι το αστικό σύστημα δημιουργεί σοβαρά εμπόδια σπιν εδραίωση μιας ορ- θολογικής διαχείρισης της φύσης. Αντί- θετα, η ίδια η ουσία του σοσιαλιστικού συστήματος ευνοεί την εκλογίκευση της σχέσης με τη φύση, αν και μια τέτοια εκλογίκευση δεν πραγματοποιείται αυτό- ματα, αλλά απαιτεί από την κοινωνία ί^ιδι- κές προσπάθειες και δαπάνες. Βλ. επί- σης Οικολογία κοινωνική. • ' Ενγκελς Φ., Διαλεκτική της φύσης, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20* Λένιν Β. Ι., Υλιομός και εμπεψιοκριτικιομός, Άπαντα, τ. 18* Άνθρωπος, κοινωνία και περιβάλλον, Μ., 1973" Βερνάντσκι Β. Ι. Στοχασμοί ενός φυσιοδίφη, βιβ. 1 - 2, Μ., 1975 - 77' Σαν - Μαρκ Φ., Η κοινωνικοποίηση της φύσης, μετφ. απο τα γαλ., Μ., 1977· Ροζάνσκι Ι. Ντ. Η ανάπτυξη των επιστημών της φύσης στην Αρ- χαιότητα. Η πρώιμη ελληνική επιστήμη «περί φύσεως», Μ., 1979. Σ. Γ Γιούντιν Θεώρηση Γύν. Κρητικού «Φυσικά». Μεταγενέστερη ονομασία του γνωστού έργου του Αριστοτέλη, σε 8 βιβλία, το οποίο στα ελληνικά χειρόγρα- φα και στους αρχαίους σχολιαστές επι- γράφεται ^Φυοική ακρόασις». Η μορφή του έργου, όπως έφτασε ώς εμάς, ανή- κει στον Ανδρόνικο το Ρόδιο (1ος αι. π.Χ.), που συνένωσε ορισμένες σχετικά αυτοτελείς πραγματείες στα βιβλία 1,2, 3-6,7, 8. Από αυτά τα βιβλία, τα 1 ώς το 7 χρονολογούνται (κατά τον Ι. Düring) από τα τέλη της ακαδημαϊκής περιόδου του Αριστοτέλη (355 - 347 π.Χ.), ενώ το βιβλίο 8 ανάγεται στη 2η αθηναϊκή περίο- δο της ζωής του (336 - 322). Τα «Φασί- κά» είναι η αρχή ενός συνόλου φυσιο- γνωστικών έργων, του οποίου η δομή έχει σκιαγραφηθεί από τον ίδιο τον Α- ριστοτέλη στην εισαγωγή του στα «Με- τεωρολογικά» και είναι αφιερωμένη στις θεμελιακές αρχές και έννοιες της θεω- ρίας του για τη φύση. Στο επίκεντρο του Ιου βιβλίου (<^Περί αρχών») βρίσκε- ται η ανάλυση της έννοκις «γίγνεσθαι» ή «γένεσις». Η βασική θέση του Παρμενί- δη ότι το «ον» δεν μπορεί να γεννηθεί ούτε από το «ον» (στην περίπτωση αυτή, αυτό ήδη υπάρχει), ούτε από το «μη - ον» και, κατά συνέπεια, η γένεση είναι αδύ- νατη, ανασκευάζεται από τον Αριστοτέ- λη, ο οποίος υποκαθιστά την έννοκι του καθαυτό μη - όντος με την έννοια του συμβατικά μη όντος («κατά συμβεβη- κός») - (ο «μορφωμένος άνθρωπος» γεν- νιέται όχι από τον «μη - άνθρωπο», αλλά από τον «αμόρφωτο άνθρωπο»): «αρχές» της γέννησης, κατ' αυτόν τον τρόπο, εί- ναι η τριάδα «μορφή - απουσία μορφής - υλικό υπόβαθρο», από τα οποία τα δύο πρώτα νοούνται ως «αντίθετα». Στο 2ο βιβλίο (δεν ήταν άμεση συνέχεια του 1ου) διατυπώνεται η διδασκαλία για τις «τέσσερις αρχές» (βλ. «Μετά τα φυσι- κά». Μορφή και Ύλη), όπου, μάλιστα, ο Αριστοτέλης, χρησιμοποιώντας τη γλωσ- σική σημαντική της λέξης «φύση» και εν μέρει βιάζοντας την, προσπαθεί ν* απο- δείξει (1ο - 2ο κεφ.) ότι κάθε μια από τις τέσσερις αυτές απίες απορρέει από την έννοια της φύσης: φύση - ουσία, φύση - πηγή κίνησης (στη λειτουργία αυτή η αρι- στοτελική φύση αντικατέστησε την πλα- τωνική ψυχή*), φύση - είδος*, φύση - τε- χνίτης (τελεολογική στιγμή). Το υπόλοι- πο μέρος του βιβλίου 2 αναλύει τις έννοιες «τύχη», «αυτόματον»> «ανάγκη», από αυτές το 7ο και 8ο κεφάλαιο έχουν θεμελιώδη σημασία για την τελεολογική 380
Φυσική πραγματικότητα θεωρία της φύσης στον Αριστοτέλη. Η φύση, κατά τον ορισμό του, είναι «πηγή κίνησης και μεταλλαγής», επομένως εί- ναι απαραίτητο να μελετηθεί η «κίνηση» (βιβλία 5 - 6,8), αλλά η κίνηση προϋποθέ- τει την έννοια της «συνέχειας», η συνέ- χεια συνδέεται με το «άπειρον», από την άλλη πλευρά «η κίνηση δεν είναι δυνατή χωρίς το χώρο, το κενό και το χρόνο» (200β 20) - από εδώ και η προκαταβολική ανάλυση αυτών των εννοιών στα βιβλία 3 - 4. Το 9ο κεφάλαιο του βιβλίου 6 περι- λαμβάνει την περίφημη πολεμική ενάντια σης απορίες του Ζήνωνα του Ελεάτη. Το βιβλίο 7 διαταράσσει τη γενική πορεία της έκθεσης και αποτελείται από τρία α- σύνδετα μέρη (πιθανόν έγινε από τον Ανδρόνικο). Το βιβλίο 8 μαζί με το Λ των <^Μετά τα φυοικά» είναι το βασικό κείμε- νο για το <<πρώτον κινούν». Τα ελληνικά σχόλια στα «Φυσικά» του Θεμίστιου, του Ιωάννη του Φιλόπονου και του Σιμπλίκιου εκδόθηκαν στη σειρά CAG αντίστοιχα τ. 5, μέρ. 2 (1900), τ. 16 - 17 (1887 - 1888), τ. 9 - 10 (1882 - 95). Από τα μεσαιωνικά σχόλια πρέπει πριν απ* όλα να αναφερθούν: στο Βυζάντιο του Μιχαήλ Ψελλού, στη λατινική Δύση του Θωμά του Ακινάτη: In octo libros Physicorum Aristotelis expositio, cura et studio M. Maggiolo, 1954. ■ Εκδόσεις: Η. Carterin, ν. 1 - 2, 1961' F. Μ. Cornford and P. H. Wicksteed, v. 1 -2,1968 - 70· W. D. Ross. 1977 Σχόλια: W. D. Ross. 1936. • Mansion Α., Introduction ä la physique Ari- stot6licienne, Lowain - P.. 1946' Solmsen F., Aristotle' s System of the physical world. Itha- ca, 1960' Wieland W., Die aristotelische Phy- sik, Gott., 1962· βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Αρ/στοτελΓ)ς. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Φυσικαλισμός. Μία από τις θεωρίες του νεοθετικισμού, που συνίσταται στο αίτη- μα της μετάφρασης των προτάσεων των θετικών επιστημών στη γλώσσα της φυσι- κής - των «φυσικαλίων». Κύριοι εκπρόσωποι του ήταν ο Νόυρατ και ο Κάρναπ. Οφυσικαλισμός αποτελού- σε τη βάση της νεοθετικιστικής ιδέας της ενοποίησης όλων των επιστημών στη βάση μιας καθολικής γλώσσας. Ολες οι προσπάθειες υλοποίησης της ιδέας αυ- τής απέτυχαν. Βλ. λήμμα Νεοθετικιομός και σχετική βιβλγ. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Φυσική θεολογία. Στη θεολογία (κυ- ρίως την καθολική) είναι το σύνολο θέσε- ων (για το Είναι του θεού, για το θεό ως το «ανώτατο αγαθό», το δημιουργό και τον «κινούντα» τον κόσμο κ.λπ.), το ο- ποίο θεωρείται άμεστ! προσιτό στις «φυ- σικές ικανότητες», του νου, που ακολου- θεί δρόμους ιδεαλιστικής θέασης· αντι- παρατίθεται στις υπερλογικές «αλήθειες της αποκάλυψης». Θεώρηση Στ. Φασουλάκη Φυσική θρησκεία. Στην ιδεολογία του Διαφωτισμού του 17ου και 18ου αι. ήταν το σύνολο των πιο γενικών και αφηρημέ- νων θρησκευτικών αντιλήψεων («θρη- σκεία του λογικού», «θρησκεία του αι- σθήματος»), που απορρέουν από την «ανθρώπινη φύση» και δεν έχουν την α- νάγκη του κύρους της αποκάλυψης και του δόγματος. Την εποχή της Μεγάλης Γαλλικής επανάστασης έγινε απόπειρα δημιουργίας κρατικής λατρείας βασισμέ- νης στη φυσική θρησκεία. Βλ. επίσης Ντειομος. Θεώρηση Στ. Φασουλάκη Φυσική πραγματικότητα. ' Εννοια, που υποδηλώνει το σύστηΜα των θεωρητικών αντικειμένων, που έχουν κατασκευασθεί από ξεχωριστές φυσικές θεωρίες (ή σύ- νολο θεωριών) και στις οποίες έχει απο- δοθεί οντολογική υπόσταση. Η φυσική 381
Φυσικό δίκαιο πραγματικότητα χαρακτηρίζει τον αντι- κειμενικό - πραγματικό κόσμο μέσα από το πρίσμα των εννοιών, νόμων και αρχών της θεωρίας της φυσικής. Γι* αυτό πρέ- πει να διακρίνεται από την αντικειμενική πραγματικότητα (βλ. Ύλη), η οποία δεν εξαρτάται από καμιά φυσική θεωρία. Η εισαγωγή της έννοιας της «φυσικής πραγματικότητας», από τον Αϊνστάιν, στο γενικό πλαίσιο των μεθοδολογικών και κοσμοθεωρητικών προβλημάτων της φυ- σικής αντανακλά τη συνειδητοποίηση του ενεργητικού, μετασχηματιστικού ρόλου του υποκειμένου της γνωστικής διαδικα- σίας στη θεωρητική προσπάθεια να απο- δώσει νόημα στην εμπειρία trying to find the seuse ρυφοιί. Η φυσική πραγματικότητα είναι το θεω- ρητικό μοντέλο των φυσικών διαδικα- σιών, το οποίο αναπαράγει, με τη μορφή αφηρημένων, ιδανικευμένων αντικειμέ- νων και δομών τη μη παρατηρήσιμη ουσία των φυσικών φαινομένων. Η φυσική πραγματικότητα εμφανίζεται ως γενίκευ- ση της πρακτικής της κατασκευής και α- νάπτυξης του συνόλου των φυσικών θε- ωριών. Υποδεικνύει τον τρόπο, τα μέσα και τους κανόνες διεξαγωγής των ερευ- νητικών προγραμμάτων στις φυσικές επι- σπίμες. Με την έννοια αυτή η έννοια «φυσική πραγματικότητα» βρίσκεται κο- ντά στις έννοιες της φυσικής εικόνας του κόσμου, του τρόπου επιστημονικής σκέψης και του παραδείγματος επιστη- μονικής γνώσης. Η φυσική πραγματικότητα είναι πολυεπί- πεδο ιεραρχημένο σύστημα. Το ανώτατο και περισσότερο αφηρημένο της επίπεδο αποτελούν οι θεμελιώδεις, εννοιακές και μαθηματικές δομές που είναι κοινές για όλες ή για μεγάλο μέρος των φυσικών θεωριών (όπως οι δομές, των προγραμ- μάτων για τα άτομα και τη θεωρία πε- δίου). Το κατώτερο, αλλά ταυτόχρονα και περιεκτικότερο επίπεδο τους απαρτί- ζουν οι δομές των φυσικών αρχών του α- ναλλοίωτου και της συμμετρίας που δια- κρίνουν την ιεραρχία των θεμελιωδών φυσικών αλληλεπιδράσεων. Ακολουθεί κατόπιν το επίπεδο της θεμελιώδους (π.χ., της κβαντικής) φυσικής θεωρίας, στο οποίο και εμφανίζεται ο καθαυτό «θεωρητικοποιημένος κόσμος». Τέλος, μικρότερες λεπτομέρειες αποκαλύπτο- νται στο επίπεδο των εφαρμοσμένων φυ- σικών θεωριών και των συγκεκριμένων μοντέλων (τέτοιων, όπως η μηχανική συ- νεχών μέσων, η υδροδυναμική, η θεωρία της σύμφωνης ακτινοβολίας, τα μοντέλα υπερευστότητας, υπεραγωγιμότητας κ.λπ.). Η αλληλοσύνδεση ανάμεσα σ' όλα αυτά τα επίπεδα εξασφαλίζεται από τους κανόνες λογικής συναγωγής, τη ση- μαντική ερμηνεία, τους λειτουργικούς ο- ρισμούς, τις συμβάσεις κ.λπ. Ο συσχετι- σμός της φυσικής πραγματικότητας με τον κόσμο της αντικειμενικής πραγματι- κότητας πραγματοποιείται στην πορεία της διεξαγωγής της πρακτικής του φυσι- κού πειράματος και με την υλική εφαρ- μογή των θεωρητικών νόμων στα τεχνικά μηχανήματα, συσκευές και μέσα παρα- γωγής. • Αϊνστάιν Α., Ποντόλσκι Μη., Ροζέν Ν., Μπορεί να Θεωρηθεί η κβαντομηχανική περι- γραφή της φυοικής πραγματικότητας πλήρης] στο βιβ.: Αϊνστάιν Α., Επιλογή επιστημονικών έργων, τ. 3, Μ., 1966, σελ. 604 -11 Τσουντί- νοφ Ε. Μ., Η φύοη της επιστημονικής αλή- θειας, Μ., 1977. Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Φυσικό δίκαιο. Μια από τις πλατιά δια- δομένες έννοιες της πολιτικής και νομι- κής σκέψης, που σημαίνει το σύνολο των αρχών, των κανόνων, των δικαιωμάτων, των αξιών που υπαγορεύονται από τη βιολογική φύση του ανθρώπου και μοιά- ζουν έτσι να είναι ανεξάρτητες από τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες και το κράτος. Το φυσικό δίκαιο αποτελούσε πάντα αξιολογική κατηγορία σε σχέση με 382
Φυσικό δίκαιο το νομικό σύστημα που ισχύει σε μια πο- λιτική κοινωνία και στο καθεστώς των κοι- νωνικών σχέσεων που στηρίζει αυτό το σύστημα. Στις απολογητικές θεωρίες το σύστημα αυτό και το ισχύον δίκαιο πα- ρουσιάζονται ως σύμφωνα με το φυσικό δίκαιο και τη φυσική δικαιοσύνη* αντίθε- τα, στις θεωρίες που απαιτούσαν κοινω- νικές μεταρρυθμίσεις το ισχύον σύστημα οχέσεων και το δίκαιο παρουσιάζονταν ως μη αντιστοιχούντα στο φυσικό δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Ο Φ. Ενγκελς παρα- τηρούσε ότι το φυσικό δίκαιο και η φυσι- κή δικαιοσύνη είναι η «... ιδεολογικοποιη- μένη, η ανυψωμένη ώς τους ουρανούς έκφραση των οικονομικών σχέσεων είτε από τη συντηρητική τους, είτε από την ε- παναστατική τους πλευρά» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Απαντα, τ. 18, σελ. 273). Η ιδέα του φυσικού δικαίου αναπτύχθηκε από την Αρχαιότητα ακόμα* χρησιμοποιή- θηκε από τους έλληνες σοφιστές, τον Α- ριστοτέλη και ιδιαίτερα έντονα από τους στωικούς. Ο Κικέρων υποστήριζε ότι έ- νας νόμος του κράτους που αντιτίθεται στο φυσικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρεί- ται νόμος. Το Μεσαίωνα το φυσικό δίκαιο είχε, ως επί το πλείστον, θεολογική μορ- φή και αποτελούσε συστατικό μέρος των θρησκευτικών διδασκαλιών (όπως του Θωμά Ακινάτη). Και σήμερα ακόμα η ιδέα του φυσικού δικαίου παραμένει συστατι- κό μέρος του επίσημου θεολογικού και πολιτικού δόγματος της καθολικής εκ- κλησίας (βλ. Νεοθωμισμός). Τη μεγαλύτερη κοινωνική της απήχηση η ιδέα του φυσικού δικαίου την είχε κατά το 17ο και 18ο αι., όταν είχε γίνει το βα- σικό ιδεολογικό όπλο της πάλης των προ- οδευτικών δυνάμεων της κοινωνίας κατά του φεουδαρχικού καθεστώτος. Οι θεω- ρητικοί του Διαφωτισμού Λοκ, Ρουσσώ, Μοντεσκιέ, Ντιντερό, Γκόλμπαχ, Ραντί- στσεφ κ.ά. χρησιμοποίησαν πλατιά την ι- δέα του φυσικού δικαίου στην κριτική τους κατά τοαν φεουδαρχικών κανόνων ως αντίθετων στη φυσική δικαιοσύνη. Στις θεωρίες αυτές το φυσικό δίκαιο πα- ρουσιαζόταν ως οι αναλλοίωτες αρχές της φύσης του ανθρώπου και του λογι- κού του, οι οποίες ωφείλουν να εκφρα- στούν στους νόμους που ισχύουν. Οι ιδέ- ες του φυσικού δικαίου βρήκαν την αντα- νάκλαση τους στην αμερικανική ^Διακή- ρυξη της Ανεξαρτησίας» (1776). στη γαλλική ^Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη» (1789) και σε άλλες πράξεις. Την ίδια επίσης περίοδο (17ος - 18ος αι.) άρχισαν οι απόπειρες δικαίωσης των φεουδαρχικών - απολυ- ταρχικών καθεστώτων με τη βοήθεια του φυσικού δικαίου (όπως από το Σ. Πούφε- ντορφ στη Γερμανία). Όταν το καπιταλιστικό ούστηΜα σταθε- ροποιήθηκε, οι αστοί θεωρητικοί του 19ου αι. αποκήρυξαν το φυσικό δίκαιο, δηλώνοντας ότι το αστικό σύστημα είναι το μοναδικά δυνατό και δίκαιο, το οποίο δεν έχει ανάγκη από υπεράνω των νόμων αξιολογικά κριτήρια. Στον 20ο όμως αιώ- να αρχίζει η διαδικασία της λεγόμενης α- ναβίωσης του φυσικού δικαίου. Μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο στη Δυτική Γερμανία, την Ιταλία κι ορισμένες άλλες χώρες το φυσικό δίκαιο χρησιμοποιόταν, από τη μια μεριά, για το διαχωρισμό από τη φασιστική ιδεολογία και, από την άλλη, για να εμποδιστούν οι ριζικές κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Το «ανα- βιωμένο φυσικό δίκαιο» δέχεται την ισχυ- ρή επίδραση του κληρικαλισμού. Γίνονται επίσης προσπάθειες να προσδοθεί στην έννοια του φυσικού δικαίου πραγματιστι- κός χαρακτήρας (π.χ., το φυσικό δίκαιο με «μεταλλασσόμενο περιεχόμενο» ή το υπαρξιστικό «φυσικό δίκαιο της συγκε- κριμένης κατάστασης»). Η μαρξιστική υλιστική ερμηνεία του δι- καίου ως αντανάκλασης της οικονομικής και πολιτικής δομής της ταξικής κοινω- νίας καθιστά περιττή την έννοια «φυσικό δίκαιο» ως προϋπό^ση για την ύπαρξη 383
Φυσικοεπιστημονικός υλισμός και την υποχρεωτική ισχύ του ισχύοντος δικαίου* στην κοινωνία μπορεί να υπάρχει μόνο ένα δίκαιο, αυτό που επιβάλλεται από το κράτος, ενώ στη νομοθετική του δράση το κράτος δεσμεύεται από τις αρ- χές του δοσμένου κοινωνικού συστήμα- τος, οι οποίες καθορίζονται όχι από τη «φύση του ανθρώπου», αλλά από το κοι- νωνικοοικονομικό σύστημα και τον τρόπο παραγωγής. Ταυτόχρονα, ο μαρξισμός δε θεωρεί λάθος κάθε τι που βρίσκεται πίσω από την έννοια του φυσικού δικαίου. Δίνει μεγάλη σημασία στα απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου (του έθνους, του λαού), ενώ κατά την επιστήμη του ι- σχύοντος δικαίου αναγνωρίζει το βασικό ρόλο που παίζουν τα ιδεώδη και οι αξίες (συμπεριλαμβανόμενης και της δικαιοσύ- νης), θεωρώντας τα, ωστόσο, κοινωνικά προσδιορισμένα, ταξικά, ιστορικά μεταλ- λασσόμενα κι όχι κατηγορίες a priori. • Ιστορία των πολιτικών Θεωριών, Μ., 1960, σελ. 213-15, 236 - 49. 269-327 Θεώρηση Β. Φίλια Φυσικοεπιστημονικός υλισμός, φυσι- κοΐστορικός υλιομός, αυθόρμητος υλι- σμός. Η «... αυθόρμητη, μη συνειδητο- ποιημένη, αδιαμόρφωτη, φιλοσοφικά α- σύνειδη πεποίθηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των φυσιοδιφών για την α- ντικειμενική ύπαρξη του εξωτερικού κό- σμου, ο οποίος αντανακλάται στη συνεί- δηση μας» (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 18, σελ. 367). Ο όρος προτάθηκε στα τέλη του 19ου αι. από τον Τζ. Τίνταλ, για να υ- ποδηλώσει τον κυρίαρχο κοσμοθεωρητι- κό προσανατολισμό που ακολουθούσαν στις ειδικές μελέτες τους οι φυσιοδίφες (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν ιδεαλιστικές φιλοσοφικές από- ψεις). Για το φυσικοεπιστημονικό υλισμό είναι χαρακτηριστικά, από τη μια μεριά, η βεβαιότητα για τον αντικειμενικό χαρα- κτήρα της φύσης και των νομοτελειών της και, από την άλλη, η παραδοχή ότι εί- ναι δυνατό να γίνουν γνωστές με τη βοή- θεια των μέσων της φυσιογνωσίας. Ακρι- βώς γκι το λόγο αυτό, ο αυθόρμητος υλι- σμός συνδέεται άρρηκτα με το φιλο- σοφικό υλισμό. Τις θέσεις του φυσι- κοεπιστημονικού υλισμού υποστήρι- ζαν και υποστηρίζουν πολλοί μεγάλοι φυ- σιοδίφες, που οι ανακαλύψεις τους (π.χ., η θεωρία του Δαρβίνου για τη φυσική επι- λογή, η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, η θεωρία του Α. Μ. Μπουτλε- ρόφ για τη χημική σύσταση) υπήρξαν η ε- πιστημονική επιβεβαίωση της διαλεκτι- κής μεθοδολογίας. Ταυτόχρονα, ακόμα και οι οπαδοί του θεωρούν το φυσικοεπι- στημονικό υλισμό. «... "ντροπαλό" κι α- νολοκλήρωτο υλισμό...» (στο ίδιο, σελ. 307, σημειώσεις) ο οποίος δε δίνει ικανο- ποιητική απάντηση στο βασικό φιλοσοφι- κό πρόβλημα. Η μεθοδολογική αδυναμία του φυσικοεπιστημονικού υλισμού πα- ρουσιάζεται όταν προσεγγίζει τα προ- βλήματα της ιστορίας και της κοινωνιολο- γίας, τα οποία βγαίνουν από τα όρια της φυσιογνωσίας. Η υλιστική κατανόηση του κόσμου και της ιστορίας μέσα στα πλαί- σια του φυσικοεπιστημονικού υλισμού παραμένει ανολοκλήρωτη. Αλλά και μέσα στα όρια της μελέτης της φύσης, ο φυσι- κοεπιστημανικός υλισμός παραμένει μι- σοτελειωμένος υλισμός, όταν δε χρησι- μοποιεί συνειδητά τη διαλεκτική μέθοδο. Για να ασκήσει σωστή κριτική στις ιδεαλι- στικές απόψεις για τη φύση και την κοι- νωνία και ν* αναπτύξει ολόπλευρα την υ- λιστική κατανόηση των φυσικών και κοι- νωνικών φαινομένων, ο επιστήμονας «... οφείλει να είναι σύγχρονος υλιστής, συ- νειδητός οπαδός εκείνου του υλισμού που παρουσίασε ο Μαρξ, δηλαδή οφείλει να είναι διαλεκτικός υλιστής» (στο ίδιο, τ. 45. σελ. 30). Θεώρηση Στ. Φασουλάκη «Φυσικός» ιδεαλισμός. Ιδεαλιστικό φι- λοσοφικό ρεύμα, που αρνείται τον αντι- 384
κειμενικό χαρακτήρα της φυσικής γνώ- σης και διακηρύττει τη «χρεωκοπία» του υλισμού. Ο «φυσικός» ιδεαλισμός εμφα- νίστηκε στο μεταίχμιο του 19ου και 20ού αι. Παρουσιάζοντας τις ξεπερασμένες ήδη θέσεις των θετικών επιστημών (π.χ., το αδιάσπαστο και το αδόμητο του ατό- μου, την απολυτότητα της μάζας κ.λπ.) ως βασικές θέσεις του υλισμού γενικά, οι «φυσικοί» ιδεαλιστές θεωρούσαν τις νέ- ες ανακαλύψεις στη φυσική (τη ραδιε- νεργό διάσπαση των στοιχείων, αλλαγή της μάζας του ηλεκτρονίου με την ταχύ- τητα) ως απόδειξη της «εξαφάνισης της ύλης» και της απώλειας της αντικειμενι- κότητας και της εγκυρότητας της φυσι- κής γνώσης. Ο Β. Ι. Λένιν στο έργο του «Υλισμός κι εμπειριοκριτικιομός» (βλ. Α- παντα, τ. 18) έδειξε την ανεδαφικότητα αυτών των συλλογισμών και αποκάλυψε τις πηγές του «φυσικού» ιδεαλισμού - το γνωσιολογικό σχετικισμό και την εκμε- τάλλευση του αυξανόμενου ρόλου των μαθηματικών στη φυσική γνώση. Οι εκπρόσωποι της σύγχρονης μορφής του «φυσικού» ιδεαλισμού (οι φυσικοί Κ. φον Βάιτζεκερ και Ε. Βίγκνερ) ανάγουν, για παράδειγμα, το περιεχόμενο της θε- ωρίας της σχετικότητας και της κβαντι- κής μηχανικής στν\ «ρύθμιση των δεδο- μένων της παρατήρησης», επιμένουν στη δήθεν «θεμελιώδη εξάρτηση» του α- ντικειμενικού περιεχομένου της φυσικής θεωρίας από τη συνείδηση του «παρατη- ρητή» και ερμηνεύουν υποκειμενικά - ι- δεαλιστικά το ρόλο των μέσων, των συν- θηκών και της ενεργητικότητας του υπο- κειμένου στη σύγχρονη φυσική γνωστική διαδικασία. Θεώρη€τη Γ Παπαγούνου «Φυσιολογικός ιδεαλισμός». Θεωρία η οποία αποδέχεται ως πηγή του περιεχο- μένου και της δομής της γνωστικής δια- δικασίας τις ιδιότητες του φυσιολογικού υπόβαθρου (του εγκέφαλου και των αι- «Φυσιολογικός ιδεαλισμός» σθητήριων οργάνων) κι όχι των πραγμά- των αυτών καθαυτών. Οι υποστηρικτές του «φυσιολογικού ιδεαλισμού» ξεκινούν από την άποψη ότι οι αισθήσεις, οι αντι- λήψεις, οι παραστάσεις που δημιουργού- νται μετά τον ερεθισμό των ειδικών νευ- ρικών οργάνων, τα οποία αναπτύχθηκαν στη διάρκεια της βιολογικής εξέλιξης, δεν αναπαράγουν τα χαρακτηριστικά του αντικειμενικού κόσμου. Γιαυτό και οι ιδιό- τητες και τα γνωρίσματα των αισθήσεων, των αντιλήψεων κ.λπ. είναι για το «φυσιο- λογικό ιδεαλισμό» το πρωτεύον σε σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η θεωρία του «φυσιολογικού ιδεαλι- σμού» εμφανίστηκε το 19ο αι. όταν ανα- καλύφθηκε πειραματικά ότι η αντίδραση των αισθητηρίων οργάνων είναι ειδική και μπορεί να προκληθεί όχι μόνο από ανά- λογο ερέθισμα (π.χ., η οπτική αίσθηση από το φως), αλλά και από μη - ανάλογο (π.χ., το αίσθημα του φωτός από ηλεκτρι- κό ή μηχανικό ερέθισμα). Οι Ι. Μύλλερ και Τσ. Μπελ διατύπωσαν, βασιζόμενοι σ* αυτό το γεγονός, την αρχή της «ιδιό- μορφης ενέργειας των αισθητηρίων ορ- γάνων» που αποτέλεσε το θεωρητικό θε- μέλιο του «φυσιολογικού ιδεαλισμού». Οι νέες παραλλαγές του «φυσιολογικού ιδεαλισμού» που εμφανίσπικαν τον 20ό αι. συνδέονται με τις προσπάθειες να α- ναγνωριστούν ως η έσχατη πηγή της α- ντικειμενικής - σημαντικής πληροφορίας για τον κόσμο είτε οι δομικές και λει- τουργικές ιδιότητες του εγκεφάλου (Τσ. Σ. Σέρινγκτον), είτε οι ιδιομορφίες της νευρομυικής προσαρμοστικότητας (Ε. Μπ. Χολτ). Απορρίπτοντας το «φυσιολογικό ιδεαλι- σμό», οι υλιστές (Φόυερμπαχ, Σέτσε- νοφ) αναγνωρίζουν την ιδιαιτερότητα των αισθητήριων οργάνων, ωστόσο την ερμηνεύουν ως δείχτη της προσαρμοστι- κότητας του νευρικού συστήματος, ώστε να δίνει μια λεπτομερέστερη και πιστότε- ρη απεικόνιση των γνωρισμάτων του αντι- 385 Φ.Λ. 5-25
«Φυσιολογικός ιδεαλισμός» κειμένου. Η αντιεπιστημονικότητα του σία της για την κατανόηση της ιστορίας της «φυσιολογικού ιδεαλισμού» καταδείχτη- ψυχοφυσιολογίας, «Βαπρόσι ψυχολόγκιι^ κε στο έργο του Β. Ι. Λένιν «νλ/σμός κι ε- ("^Προβλήματα ψυχολογίας^), 1960, τεύχος μπειριοκριτικισμός^ (βλ. Άπαντα, τ. 18). ^' "^^υ ίδιου. Ιστορία της ψυχολογίας, Μ.. 1976, κεφ. 7 και 12. • Γκιροσέφσκι Μ. Γκ., Η κριτική του φυσιολο- γικού ιδεαλισμού από το Β. Ι. Λένιν κι η σήμα- ^^Ρ^"^ ^^^ Παπαθεολόγου 386
Χάιζενμπεργκ (Heisenberg) Βέρνερ (5.12.1901, Βύρτσμπουργκ, - 1. 2. 1976, Μόναχο). Γερμανός θεωρητικός φυσι- κός, ένας από τους δημιουργούς της κβαντικής μηχανικής. Από το 1941 διευ- θυντής του Ινστιτούτου «Γουλιέλμος Κάιζερ» (από το 1946 του Ινστιτούτου «Μαξ Πλανκ»). Το 1932 του απονεμήθη- κε το βραβείο Νόμπελ της φυσικής. Στο άρθρο του <<Για την κβαντοθεωρητι- κή ερμηνεία των κινηματικών και μηχανι- κών συσχετισμών» («Quantentheoreti- sche Umbentung der Kinematischen und mechanischen Beziehungen», 1925) ο Χάιζενμπεργκ δόμησε την πρώτη στην ι- στορία παραλλαγή της κβαντικής μηχανι- κής - τη μηχανική με μήτρες (πίνακες). Στο θεμελιώδες έργο του <ια το εποπτι- κό περιεχόμενο της κβαντοθεωρητικής κινηματικής και μηχανικής» («Über den anshaulichen Inhalt der quantentheoreti- schen Kinematik und Mechanik», 1927) πρόβαλε το συμπέρασμα του συσχετι- σμού των απροσδιοριστιών που εκφράζει τους περιορισμούς της χρήσης των κλα- σικών εννοιών στην κβαντική μηχανική. Ο Χάιζενμπεργκ είναι ένας από τους δη- μιουργούς του μοντέλου πρωτονίου - νε- τρονίου της σύστασης του ατομικού πυ- ρήνα (1932). Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με τα προβλή- ματα της κβαντικής θεωρίας του πεδίου. Σημαντική θέση στο επιστημονικό έργο του Χάιζενμπεργκ κατέχει η μελέτη των φιλοσοφικών - μεθοδολογικών προβλη- μάτων της φυσικής και της ιστορίας της. Με το όνομα του Χάιζενμπεργκ συνδέε- ται η διατύπωση της αρχής της παρατη- ρησιμότητας, η εισαγωγή της έννοιας της κλειστής φυσικής θεωρίας, η νέα το- ποθέτηση του προβλήματος της αιτιότη- τας. Μια σειρά μεθοδολογικές εργασίες του είναι αφιερωμένες στη μελέτη της σχέσης της σύγχρονης φυσικής με τις ι- δέες της αρχαίας φιλοσοφίας, στις ο- ποίες ο Χάιζενμπεργκ δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στις αντικειμενικές - ιδεαλι- στικές ιδέες της φιλοσοφίας της φύσης του Πλάτωνα. Ο Χάιζενμπεργκ υπερα- σπίστηκε την ουσιακή ερμηνεία της ε- νέργειας στο πνεύμα του ενεργητισμού, θεωρώντας ότι όλα τα στοιχειώδη σωμα- τίδκι «είναι φτιαγμένα από ενέργεκι». Σε μια σειρά εργασίες του έκανε ανάλυση της έννοιας της απλότητας της επιστη- μονικής θεωρίας, των διαφόρων πλευ- ρών της θεωρίας της συμπληρωματικό- τητας και των κοινωνικοπολιτιστικών προ- βλημάτων της επιστήμης. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Οι φυσικές αρχές της κβα- ντικής Θεωρίας, Μ. - Λ., 1932* Τα φιλοσοφικά προβλήματα πης ατομικής φυσυ<ής, Μ., 1953 Φυσική και φιλοσοφία, Μ., 1963 Εισαγωγή στην ενιαία Θεωρία του πεδίου των στοιχειω- δών σωματιδίων, Μ., 1968. • Κουζνιετσόφ Ι. Β., Πού έχει δίκιο και πού κάνει λάθος ο Β. Χάιζενμπεργκ, «Βαπρόσι φι- λοσόφιι», 1958, τεύχος 11' Ομελιάνοφκσι Μ. Ε., Ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τα άρΘρα του Β. Χάιζενμπεργκ, στο ίδιο, 1979, τεύχος 12, σελ. 44 - 48. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Χαίκελ (Xaeckel) Έρνεστ (16.2.1834, 387
Χάιντεγγερ Πότσδαμ, 9.8.1919 Ιένα). Γερμανός βιολόγος, επιστήμονας υλιστής. Τα γνωστότερα έργα του είναι αφιερωμένα στην ανάπτυξη της θεωρίας της εξέλι- ξης και στην εκλαΐκευση των βάσεων του υλισμού των θετικών επιστημών. Στο βι- βλίο «Παγκόσμια αινίγματα» (1899), τη θετική σημασία του οποίου τόνισε ο Β. Ι. Λένιν (βλ. /άπαντα, τ. 18, σελ. 370-71), ο Χαίκελ υποστηρίζει την υλιστική κο- σμοθεωρία που την αντιπαραθέτει στον ι- δεαλισμό και τον αγνωστικισμό. Στη μέ- θοδο του ο Χαίκελ αντιπαραβάλλει την ε- παγωγή στην απαγωγή (Φ. ' Ενγκελς, βλ. Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Απαντα, τ. 20, σελ. 540 - 43). Βασισμένος στη θεω- ρία του Δαρβίνου για την προέλευση των ειδών, ο Χαίκελ ανέπτυξε τη θεωρία για τις νομοτέλειες της προέλευσης και α- νάπτυξης των έμβιων οργανισμών, προ- σπαθώντας να παρακολουθήσει τη γενε- αλογική σχέση ανάμεσα στις διάφορες ο- μάδες των έμβιων όντων (φυλογένεση) και να παρουσιάσει τη σχέση αυτή με τη μορφή «γενεαλογικού δέντρου». Το κλειδί για την κατανόηση της φυλογένε- σης, σύμφωνα με το Χαίκελ. είναι η με- λέτη της ανάπτυξης του ατόμου, η οντο- γένεση. Ο Χαίκελ, κατά την ερμηνεία των κινητήριων δυνάμεων της εξέλιξης, έδειξε ασυνέπεια, προσπαθώντας εκλε- κτικά να συνενώσει τις αρχές του Δαρβί- νου και του Λαμάρκ. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Η σύγχρονη γνώση της φυ- λογενετικής εξέλιξης του ανθρώπου, ΣΠ-ργκ, 1899" Η κοσμοαντίληψη του Δαρβίνου και του Λαμάρκ, ΣΠ-ργκ, 1909 Η πάλη για την αντίλη- ψη της εξέλιξης, ΣΠ-ργκ, 1909* Η Θετική ι- στορία της δημιουργίας του κόσμου, τ. 1 - 2, ΣΠ-ργκ, 1914* Η καταγωγή του ανθρώπου, Πετρούπολη, 1919* Μονισμός, Χόμελ, 1924. • Ούομαν Γ Ο ορισμός από τον Ε. Χαίκελ της έννοιας «οικολογία», στο βιβ.: Δοκίμια ι- στορίας της οικολογίας, Μ., 1970, σελ. 10 - 21' Schmidt Η., Ernst Haeckel. Leben und Werke. Β., 1926· Ernst Haeckel hrsg. v. V. Franz, Bd 1 - Sein Leben, Denken und Wir- ken, Jena, 1943. Θεώρηση Πολ. Παπαθεολόγου Χάιντεγγβρ (Heidegger) Μάρτιν (26. 9. 1889, Μέσκιρχ, Μπάντεν. - 26. 5. 1976. Μέσκιρχ). Γερμανός φιλόσοφος - υπαρ- ξιστής. Στην κοσμοαντίληψΓΐ του Χάι- ντεγγερ της πρώτης περιόδου σμίγουν διάφορες τάσεις της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας του τέλους του 19ου - αρ- χές 20ού αιώνα: η φαινομενολογία του Χούσσερλ και του Σέλερ, η φιλοσοφία της ζωής του Ντίλταϊ, ορισμένα στοιχεία της διαλεκτικής θεολογίας. Στο έργο του «Γο Είναι και ο χρόνος» («Sein und Zeit», 1927) ο Χάιντεγγερ θέτει το ζήτημα του νοήματος του Είναι, το οποίο, κατά τη γνώμη του, «λησμονήθηκε» από την πα- ραδοσιακή ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Επιδιώ- κοντας να συγκροτήσει μιαν οντολογία στη βάση της φαινομενολογίας του Χούσ- σερλ, ο Χάιντεγγερ προσπαθεί να ανακα- λύψει το «νόημα του Είναι» μέσω της θεώ- ρησης του ανθρώπινου Είναι, εφόσον μό- νον ο άνθρωπος έχει εξαρχής την «εννό- ηση» (Verstehen) του Είναι («διάνοιξη» του Είναι). Κατά το Χάιντεγγερ, την ο- ντολογική βάση της ανθρώπινης ύπαρ- ξης αποτελεί το πεπερασμένο της, η προσωρινότητα της· γΓ αυτό ο χρόνος πρέπει να θεωρηθεί ως το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό του Είναι. Ο Χάιντεγγερ προσπαθεί να αναθεωρήσει την ευρωπαϊ- κή φιλοσοφική παράδοση, που έβλεπε το καθαρό Είναι ως κάτι το εξωχρονικό. Αι- τία αυτής της «μη αυθεντικής» αντίλη- ψης του Είναι ο Χάιντεγγερ θεωρεί την απολυτοποίηση μιας από τις στιγμές του χρόνου - του παρόντος, «της αιώνιας πα- ρουσίας» (Dasein), όταν η αυθεντική χρονικότητα διασπάται κατά κάποιον τρό- πο, μετατρεπόμενη σε μια διαδοχική α- κολουθία στιγμών «τώρα», σε φυσικό (κα- τά το Χάιντεγγερ «αγοραίο») χρόνο. Βα- σικό μειονέκτημα της σύγχρονης επι- 388
Χάιντεγγερ στήμης, όπως και της ευρωπαϊκής κο- σμοαντίληψης εν γένει, ο Χάιντεγγερ θεωρεί την ταύτιση του Είναι με τον υ- παρκτό, τον εμπειρικό κόσμο των πραγ- μάτων και φαινομένων. Η βίωση της χρονικότητας ταυτίζεται στο Χάιντεγγερ της πρώτης περιόδου με μιαν έντονη αίσθηση της προσωπικότη- τας. Η προσήλωση στο μέλλον δίνει στην προσωπικότητα αυθεντική ύπαρξη, ενώ η πρόσδοση μεγαλύτερης βαρύτητας στο παρόν έχει σαν συνέπεια «ο κόσμος των πραγμάτων», ο κόσμος της καθημερινό- τητας να κρύβει από τον άνθρωπο το πε- περασμένο του. Εννοιες όπως «το άγ- χος», «το υπάρχειν προς θάνατον», «η συνείδηση», «η ενοχή» (Schluld), «η μέρι- μνα» (Sorge) κ.λπ. εκφράζουν, κατά το Χάιντεγγερ την πνευματική εμπειρία του ατόμου, που αισθάνεται το ανεπανάλη- πτο του, τη μοναδικότητα του, τη θνητό- τητα του. Αργότερα, από τα μέσα της δε- καετίας του 1930, ο Χάιντεγγερ αντικα- τασταίνει αυτές τις έννοιες με άλλες, που εκφράζουν μια πραγματικότητα όχι τόσο προσωπική - ηθική, όσο απρόσωπη - κοσμική: το Είναι και το μηδέν, το καλυμ- μένο και το εκ - καλυμμένο (Unverboge- nheit), η βάση και το αβάσιμο, το γήινο και το ουράνιο, το ανθρώπινο και το θεϊ- κό. Τώρα ο Χάιντεγγερ επιχειρεί να κα- τανοήσει τον ίδιο τον άνθρωπο, ξεκινώ- ντας από την «αλήθεια του Είναι». Ανα- λύοντας την προέλευση της μεταφυ- σικής μεθόδου σκέψης και κοσμοα- ντίληψης εν γένει, ο Χάιντεγγερ προσπαθεί να δείξει πώς η μεταφυσική, όντας η βάση όλης της ευρωπαϊκής ζω- ής, προετοιμάζει βαθμιαία τη νεότερη ευρωπαϊκή επκπήμη και τεχνική που θέ- τουν σκοπό τους την καθυπόταξη κάθε υπαρκτού από τον άνθρωπο, πώς γεννάει την αθρησκεία και όλο το στυλ της σύγ- χρονης κοινωνίας, τον εξαστισμό και τη μαζικοποίηση. Οι πηγές της μεταφυσικής, κατά το Χάι- ντεγγερ, ανάγονται στον Πλάτωνα και μάλιστα στον Παρμενίδη, που έθεσαν τις αρχές της ορθολογικής αντίληψης του Είναι, καθώς και στην αντίληψη της σκέ- ψης ως θέασης των αιώνιων ιδεών, δηλα- δή ως κάτι ταυτόσημο με τον εαυτό του και αυθύπαρκτο. Σε αντίθεση με αυτή την παράδοση, ο Χάιντεγγερ χρησιμο- ποιεί για το χαρακτηρισμό της αληθινής σκέψης τον όρο «ακρόαση»: το Είναι δεν μπορούμε να το θεώμαστε παρά μόνο να το αφουγκραζόμαστε. Το ξεπέρασμα της μεταφυσικής σκέψης απαιτεί, κατά το Χάιντεγγερ, επιστροφή στις αρχικές, αλ- λά μη ενεργοποιημένες δυνατότητες της ευρωπαϊκής κουλτούρας, επιστροφή στην «προσωκρατική» εκείνη Ελλάδα που ζούσε ακόμα μέσα στην «αλήθεια του Εί- ναι». Η επιστροφή αυτή, σύμφωνα με το Χάιντεγγερ, είναι δυνατή διότι το Είναι (έστω και «λησμονημένο») ζει στα τρί- σβαθα της κουλτούρας στη γλώσσα: «Η γλώσσα είναι το οπίτι του Είναι» («Piatons Lehre von der Wahrheit», Bern, 1947, S. 61). Σύμφωνα με τη σύγχρονη τάση που βλέπει τη γλώσσα ως εργαλείο, η γλώσσα τεχνικοποιείται, γίνεται μέσο μετάδοσης πληροφοριών και έτσι πεθαίνει ως αληθι- νός «λόγος», ως «ομιλία»* χάνεται αυτό το τελευταίο νήμα που έδενε τον άνθρω- πο και την κουλτούρα του με το Είναι, η ί- δια η γλώσσα νεκρώνεται. Γι* αυτό ο Χάι- ντεγγερ θεωρεί το καθήκον «αφουγκρα- σμού της γλώσσας» ως κοσμοϊστορικής σημασίας· δεν είναι οι άνθρωποι που μι- λούν «με τη γλώσσα»* είναι η γλώσσα που «μιλάει» στους ανθρώπους και «με τους ανθρώπους». Η γλώσσα, εκ - καλύτττο- ντας την «αλήθεια του Είναι», συνεχίζει να ζει πριν απ* όλα στα έργα των ποιη- τών. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χάιντεγγερ στρέφεται σπι μελέτη του έργου των Φ. Χέλντερλιν, Ρ. Μ. Ρίλκε, Γ Τράκλ, Σ. Γκεόργκε. Τη «θεωρησιακή του φιλολο- γία» ο Χάιντεγγερ την ανέπτυξε, ακο- λουθώντας τις παραδόσεις του γερμανι- 389
Χάλμπβαξ κού ρομαντισμού (Γ Χάμαν, Νοβάλις. ύ- στερος Σέλλινγκ), εκφράζοντας τη ρο- μαντική στάση του προς την τέχνη που τη θεωρούσε παρακαταθήκη του Είναι, η οποία παρέχει στον άνθρωπο «προστα- σία» και «σιγουριά». Τα τελευταία χρόνια ο Χάιντεγγερ, ερευ- νώντας το οντολογικό πρόβλημα, έστρε- φε όλο και συχνότερα την προσοχή του στην Ανατολή, και ιδιαίτερα στο Ζεν - βουδισμό (βλ. Ζεν), με τον οποίο τον συ- νέδεε το μαράζι για το «ανέκφραστο» και το «ανομολόγητο», η κλίση προς τη μυ- στική ενατένιση και ο μεταφορικός τρό- πος έκφρασης. ' Ετσι, ενώ στα πρώτα του έργα ο Χάι- ντεγγερ προσπαθούσε να συγκροτήσει ένα φιλοσοφικό σύστημα, στα τελευταία του δκικήρυξε το αδύνατο μιας ορθολο- γικής εννόησης του Είναι. Γενικά, η α- νορϋολογιστική φιλοσοφία του Χάιντεγ- γερ είναι μϋ από τις έντονες εκδηλώ- σεις της κρίσης της σύγχρονης αστικής συνείδησης. ■ Hölderlin und das Wesen der Dichtung, MUnch., [1937]· Kant und das Problem der Metaphysik, Fr./M., 1951· Vom Wesen des Grundes, Fr/M., 1955' Holzwege, Fr/M., 1957· Was ist Metaphysik?, Fr/M., 1955 Unterwegs zur Sprache, Pfullingen, 1959 Vom Wesen der Wahrheit, Fr./M., 1961* Nie- tzsche Bd 1 - 2, [Pfullingen, 1961]· Erläuteru- ngen ZU Hölderlins Dichtung. Fr./M., 1971. • Γκαϊντένκο Π. Π.. Ο Υπαρξισμός και το πρόβλημα της κουλτούρας. (Κριτική της φίλο- οοφίας του Μ. Χάιντεγγερ), Μ., 1963· Γκαμπί- τοβα Ρ. Μ., Ο άνΘρα>πος και η κοινωνία στο γερμανικό υπαρξισμό, Μ., 1972 Löwith Κ., Heidegger, Denker in dürtiger Zeit, Gott., [i960]· Sass H. - M., Heidegger - Bibliographe Meisenhem am Glan, 1969· Marx W., Hei- degger und die Tradition: eine problemgeschi- chtliche Einführung in die Grundbestim- mungen des Seins, Hamb., 1980. Π. Π. Γκαϊντένκο Θεώρηση Πάν. Κρητικού Χάλμπβαξ (Halbwachs) Μορίς (11. 3. 1877, Ρέιμς, 16. 3. 1945, Μπούχε- βαλντ). Γάλλος κοινωνιολόγος, εκπρόσω- πος της κοινωνιολογικής σχολής του Ε. Ντυρκχάιμ. Οπαδός του σοσιαλισμού του Ζαν Ζορές. Λόγω της συμμετοχής του στην Αντίσταση κλείστηκε στο στρατόπε- δο του Μπούχεβαλντ. Αρχικά ασχολήθη- κε με την ιστορία της φιλοσοφίας, αργό- τερα όμως μελέτησε κυρίως κοινωνιολο- γικά και ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Τα κύρια έργα του Χάλμπβαξ αναφέρο- νται στα προβλήματα των αναγκών, της κατανάλωσης, του τρόπου ζωής και της ψυχολογίας των κοινωνικών τάξεων, ι- δίως της εργατικής τάξης. Η ύπαρξη των τάξεων, κατά τη γνώμη του, προϋποθέτει ταξική αυτοσυνείδηση και κοινωνική ιε- ραρχία που βασίζεται σε συγκεκριμένο σύστημα κοινωνικών αξιών: «Οι τάξεις πρέπει να προσδιορίζονται με βάση τα α- γαθά που θεωρούνται περισσότερο βασι- κά σε κάθε τύπο κοινωνίας» («La classe ouvrifere et las niveaux de vie», P., 1913, σελ. 111). Ασκώντας κριτική στις ατομικι- στικές θεωρίες αναγκών και κατανάλω- σης, ο Χάλμπβαξ υπογράμμιζε την ανά- γκη να μελετάται η κοινωνική δομή στο σύνολο της. Ενώ εκτιμούσε σωστά το ρό- λο της ταξικής αυτοσυνείδησης στη δια- μόρφωση και ανάπτυξη των τάξεων, υπο- τιμούσε τη σημασία που έχουν οι μορφές συμμετοχής στην κοινωνική παραγωγή προκειμένου να προσδιοριστεί η κατάτα- ξη των ατόμων σε τάξεις. Ο Χάλμπβαξ μετρίασε το αντιψυχολογικό πάθος του Ντυρκχάιμ στην ανάλυση της αυτοκτονίας, δείχνοντας το ρόλο που παίζουν οι ψυχολογικοί παράγοντες στο φαινόμενο αυτό (^Αιτίες της αυτοκτο- νίας» - «Les causes du suicide», 1930). Στα έργα που έγραψε για τα προβλήματα της μνήμης, ο Χάλμπβαξ έδειξε ότι η μνήμη δεν είναι μόνο ψυχοφυσιολογική, αλλά και κοινωνική λειτουργία. Η ατομική μνήμη, σύμφωνα με το Χάλμπβαξ, υπάρ- 390
Χάμπερμας χει χάρη στη «συλλογικΓ'ι μνήμη» (που εν- (χιρκώνεται σης παραδόσεις, στους κοι- νωνικούς θεσμούς κ.λπ.), ενώ η κοινωνι- κή αλληλόδραση είναι βασικός παρά- γοντας υπενθύμισης. Το κοινωνικό πε- ριβάλλον τακτοποιεί τις μνήμες στο χώ- ρο και το χρόνο, είναι πηγή τόσο των ί- διων των αναμνήσεων, όσο και των εν- νοιών με τις οποίες αυτές εκφράζονται. Οι θέσεις αυτές έχουν σημασία για την ανάπτυξη της κοινωνικής ψυχολογίας. ■ Leibniz, nouv. ed., Ρ.. 1930* L' evolution des besoins dans les classes sociales et onv- rieres, P.. 1933* Genre de vie, P., 1939' La memoire collective, P., 1950' Les cadres so- ciaux de ia memoire, nouv. 6d., P., 1952* Es- quisse d' une Psychologie des classes socia- les, P., 1955" σε ρωσ. μετφ.: Η εμφάνιση του θρησκευηκού συναισθήματος κατά το Ντυρκ- χάιμ, στη συλ.: Η προέλευση της Θρησκείας όπως την εννοούν οι αστοί επιστήμονες, Μ., 1932. • Σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία ..., συντ. Γκ. Μπέκερ και Α. Μπόκοφ, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1961, κεφ. 22* /στορ/α της αστικής κοινωνιολογίας του πρώτου μισού του 20ού αι.. Μ., 1979. Θεώρηση Β. Φίλια Χάμαν (Hamman) Γιόχαν Γκεόργκ (27 8. 1730, Καίνιγκσπεργκ, - 21. 6. 1788, Μϋνστερ). Γερμανός αντιορθολογιστής φιλόσοφος. Μετά από μια πνευματική κρίση που πέρασε στη διάρκεια της πα- ραμονής του στο Λονδίνο (1758), ζούσε σαν ερασιτέχνης φιλόσοφος σωκρατικού τύπου («μάγος του βορρά»), κερδίζο- ντας τα προς το ζην από την υπηρεσία του στην εφορία και στο τελωνείο. Τα σύ- ντομα έργα του Χάμαν, γραμμένα απο- σπασματικά, επίτηδες δυσνόητα και κω- δικοποιημένα, έθεταν προβλήματα της φιλοσοφίας της ιστορίας, της φιλοσο- φίας της γλώσσας κ.λπ. Αντικαθρεφτιζό- ταν ο* αυτά η κρίση του γερμανικού δια- φωτιστικού ορθολογισμού, τον οποίο κα- τέκρινε ο Χάμαν, δίνοντας έμφαση στη διαισθητική πλευρά της διαδικασίας της γνώσης (θεωρία της «άμεσης γνώσης») και της δημιουργίας (ιδίως στο έργο «Ae- sthetica in nuce», που συμπεριλαμβανό- ταν στις ^Σταυροφορίες φιλολόγου» «Kreuzzüge des Philologen», 1762). Οι α- ντιλήψεις του Χάμαν για τη σύνθετη ενό- τητα της ανθρώπινης προσωπικότητας, για το δημιουργικό έργο της διάνοιας, για την εξαρχής ύπαρξη της ποίησης άσκη- σαν τεράστια επίδραση στη γερμανική φι- λοσοφική - αισθητική σκέψη (Χέρντερ, ρεύμα «Θύελλα κι ορμή», Γκαίτε). Τα στοιχεία θρησκευτικής κριτικής της κουλτούρας που υπήρχαν στα έργα του Χάμαν προβλήθηκαν αργότερα από τον Κίρκεγκορ. Ο Χάμαν εξέφραζε τον τύπο του κριτικού του πολιτισμού ο οποίος αρ- γότερα, αρχίζοντας από την εποχή του ρομαντισμού, γνώρισε μεγάλη διάδοση. Ο Χάμαν υπήρξε επίσης ένας από τους πρώτους κριτικούς του Καντ («Μετακρι- τική της καθαρότητας του λόγου» - «Me- takritik über den Purismus der Vernunft», εκδ. 1800). ■ Sämiliche Werke, hrsg. v. J. Nadler, Bd 1 - 6, W., 1949 - 57 Briefwechsel, hrsg. v. W. Ziesemer und A. Henkel. Bd 1 -7, Wiesbaden - Fr/M.. 1955 - 79* Hauptschriften erklärt. Bd 1, 2, 4, 5, 7, Gütersloh, 1956 - 63· σε ρωσ. μετφ.: Πέντε εγκύκλιες για το σχολικό δράμα, στο βιβ.: Ιδέες αισθητικής διαπαιδαγώγισης, τ. 2. Μ.. 1973. σελ. 149 - 59. • Χέγγελ Γκ. Β. Φ., Για τα έργα του Χάμαν, στο βιβ.: Χέγγελ Γκ. Β. Φ., Έργα διαφόρων ε- τών . τ. 1, Μ.. 1970. σελ. 575 - 642' Jorgen- sen S. Α., J. G. Hamann, Stuttg., 1976. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χάμπερμας (Habermas) Γιούρχεν (γεν. 18.6.1929, Ντύσελντορφ). Γερμανός φι- λόσοφος και κοινωνιολόγος (ΟΔΓ). Κα- θηγητής στη Φρανκφούρτη (από το 1964). Διευθυντής (μαζί με τον Κ. Βάι- 391
Χαν τζεκερ) του Ινστιτούτου ερευνών των συνθηκών ζωής του επιστημονικού - τε- χνικού κόσμου στο Στάρνμπεργκερ (από το 1970). Άρχισε τη δραστηριότητα του ως οπαδός του Χορκχάιμερ και του Α- ντόρνο' είναι ο πιο γνωστός εκπρόσωπος της «δεύτερης γενιάς» των θεωρητικών της σχολής της Φρανκφούρτης. Στα μέ- σα της δεκαετίας του 1960 ήταν θεωρη- τικός του φοιτητικού κινήματος, αλλά τις μέρες των φοιτητικών εκδηλώσεων του 1968 διαχώρισε τη θέση του και πέρασε σε θέσεις του μετριοπαθούς αστικού φι- λελευθερισμού. Σ* ένα συνολικό πρό- γραμμα ερευνών στη δεκαετία του 1970 προσπαθεί να «διορθώσει» την ιδεολογία του ρεφορμισμού στο πνεύμα των ιδανι- κών της χείρα ρέτησης και της ισότητας, που διακηρύσσει ο αστικός Διαφωτισμός στην πρώιμη περίοδο του. Την κριτική της αστικής κουλτούρας και κοινωνίας ο Χάμπερμας συνδυάζει με προσπάθειες «σταθεροποίησης» του καπιταλισμού, δί- νοντας ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη του αστικού κράτους του «δικαίου». Βα- σικό στόχο ο Χάμπερμας θεωρεί την «ου- δετεροποίηση» των ανταγωνιστικών αντι- θέσεων μέσω των δημόσιων συζητήσεων και τη σταδιακή «εξουδετέρωση» της ι- δεολογίας. Αυτό, σύμφωνα με το Χά- μπερμας, πρέπει να συντελέσει σπτιν ε- πικράτηση μέσα στην κοινωνία «ελεύθε- ρων από εξαναγκασμό επικοινωνιών» στα πλαίσια της «γενικής κοινωνικής συμφω- νίας». Σε πολυάριθμες συζητήσεις τά- χτηκε κατά του θετικισμού σης κοινωνι- κές επιστήμες και τους τεχνοκρατικούς προσανατολισμούς. Βασικά στοιχεία της εκλεκτικής φιλοσοφίας του Χάμπερμας είναι: η θεωρία των γλωσσικών παιγνίων του Βίτγκενσταϊν, η αρχή της «αμοιβαίας παραδοχής» που στηρίζεται στη χεγγε- λιανή θεωρία της ηθικής, η ερμηνευτική του Γκάνταμερ, η ψυχανάλυση του Φρόυδ. 1967· Erkenntnis und Interesse, Fr/M., 1968 Struktunvandel der Öffentlichkeit, Neuwied, am Rheln-B.. 1971 Technikund Wissenschaft als «Ideologie», Fr/M., 1971' Zur Logik der Sozialwissenschaften, Fr/M., 1971* Theorie der Gesellschaft oder Sozialtechnologie: was leistet die Systemforschung?, Fr/M., 1971· (σε συνεργασία με το Ν. Luhmann)· Legitima- tionsprobleme im Spätkapitalismus, Fr/M., 1973· Zur Rekonstruktion des historischen Materialismus, Fr/M., 1978. • Ta νεότερα ρεύματα και προβλήματα της φιλοσοφίας στην ΟΔΓ, Μ., 1978 Die Linke a- ntwortet S. Habermas, Fr/M., 1969* Rohrmo- ser Q.. Das Elend der Kritischen Theorie, Freiburg in Breisgau, 1970* Glaser W. R., So- ziales und instrumentales Handeln. Probleme der Technologie bei Arnold Gehlen und Jürgen Habermas, Stuttg.. 1972. Θεώρηοη Β. Φίλια Χαν (Hahn) ' Εριχ (γεν. 5.3.1930, Κίελο). Γερμανός φιλόσοφος, μαρξιστής [Γερ- μανική /νΔ (Γ/\Δ)], αντεπιστέλλον μέλος της ΑΕ της Γ/\Δ (1974). Μέλος του Σοσ. Εργ. κόμ. Γερμανίας (ΣΕΚΓ) από το 1951. Διευθυντής του Ινστιτούτου μαρξι- στικής - λενινιστικής φιλοσοφίας της Α- καδημίας Κοινωνικών Επιστημών (ΑΚΕ) της ΚΕ του ΣΕΚΓ (από το 1971), πρόε- δρος του Επιστημονικού Συμβουλίου φι- λοσοφικών μελετών της ΓΑΔ. Τομέας των επιστημονικών του ερευνών: τα προ- βλήματα του ιστορικού υλισμού, τα θεω- ρητικά προβλήματα της μαρξιστικής κοι- νωνιολογίας. Αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΣΕΚΓ (από το 1976). μέλος της ΚΕ του ΣΕΚΓ (από το 1981). ■ Soziale Wirklichkeit und soziologische Er- kenntnis. Philosophisch - methodologische A- spekte der soziologischen Theorie, B., 1965* σε ρωσ. μετφ.: Ιστορικός υλισμός και μαρξι- στική κοινωνιολογία, Μ., 1971 * Υλιστική διαλε- κτική και ταξική συνείδηση, Μ., 1977 Θεώρηση Νικ. Στέργιου Theorie und Praxis, Neuwied am Rhein, B., Χαν Γιούι, Χαν Τουϊτζί, Χαν Τσανλί (768 392
Χαν Φέι - 824). Κινέζος πεζογράφος, ποιητής, φιλόσοφος· μαζί με τον ανιψιό του, φίλο και μαθητή του Λι Άο (Λι Σίτζι, 772 - 841) είναι ο πρόδρομος του νεοκομφου- κιανιομού* του Σουν. Γεννήθηκε στο Νιανιάν (επαρχία Χενάν). Ο Χαν Γιούι πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο «σαν πιν» - «τρεις βαθμίδες» σχετικά με την αν- θρώπινη φύση (ανώτερη - απόλυτα καλή· μεσαία - με τάση και προς τις δύο κατευ- θύνσεις* κατώτερη - απόλυτα κακή), την οποία διαχώριζε από τα αισθήματα: ο άν- θρωπος παίρνει τη φύση του κατά τη γέν- νηση του, ενώ τα αισθήματα τ* αποκτά κατά την επαφή του με τα εξωτερικά πράγματα. Ο Χαν Γιούι επέκτεινε τον όρο ζεν* (ανθρωπιά) μέχρι την έννοια της «καθολικής αγάπης». Ο Χαν Γιούι κι ο Λι Άο την εποχή της επίδρασης του βουδισμού και του ταοϊσμού υπερασπίζο- νταν τον κομφουκιανισμό* στο επίκεντρο της προσοχής τους βρισκόταν το πρό- βλημα της ανθρώπινης φύσης* κατά -πιν εξέταση του στηρίζονταν στα κλασικά έργα, όπως το «Ι - κινγκ», το «Τα - οιούε» («Μεγάλη οιδαοκαΑία») και το «Τοούνγκ γιουνγκ», που αργότερα έγιναν η βάση του νεοκομφουκιανισμού, και διατύπω- σαν το «τάο τουν», δηλαδή την «ευθεία γραμμή μεταβίβασης της διδασκαλίας αυτής» από τους θρυλικούς Γιάο, Σούνι και Γιούι, μέσω του Ταν, του Βέι - Βαν, του Ου - Βαν, του Τζόου - γκουν ώς τον Κομφούκιο και το Μενγκ-τσε. • Κόνραντ Ν. Ι., Ο Χαν Γιούι κι η αρχή της κι- νέζικης Αναγέννησης, στο βιβ. του: Δύση και Ανατολή, Μ., 1972, σελ. 103-31' Forke Α., Geschichte der mittelalterlichen chinesischen Philosophie. Hamb., 1934, S. 287 - 301* Liu Wu - Chi, Α Short history of Confucian phi- losophy, Harmondsworth, 1955, p. 138 - 43. Θεώρηοη Ε. Ν. Ρούσσου Χαν Φέι, Χαν Φέι - τσε (γύρω στα 280 - 233 π.Χ.). Αρχαίος κινέζος διανοητής, που ολοκλήρωσε τη συστηματοποίηση του λεγκισμού* Καταγόταν από αρχοντι- κή οικογένεια της αυτοκρατορίας των Χαν (δυτ. τμήμα της σημερινής επαρχίας Χενάν). ' Ηταν μαθητής του Σιου - τσε* και συγγραφέας του δοκιμίου «Χαν Φέι - τσε (Δοκίμιο του δάσκαλου Χαν φέι)». Έκανε σύνθεση των απόψεων τριών ρευμάτων του λεγκισμού: α) της αρχής διακυβέρνησης με τη βοήθεια των νό- μων, των εντολών (φα) του ΣανγκΓιανγκ*, β) της αρχής της εξουσίας, της δύ- ναμης, του κύρους (σι) του Σεν Τάο (395 315 π.Χ. μερικοί τον κατατάσσουν στους ταοϊκούς διανοητές) και γ) της αρ- χής της μεθόδου, της τέχνης της εξου- σίας, της διοίκησης (σου) του Σεν Μπου- χοί (385 - 337 π.Χ.). Αυτές τις αρχές ο Χαν Φέι τις συνένωσε σε μια θεωρία δε- σποτικής εξουσίας με κυριαρχούσα την αρχή του φα. Ο Χαν Φέι, χρησιμοποιώ- ντας τις ιδέες του κομφουκιανισμού (την αρχή περί «διόρθωσης των ονομάτων» και τη θέση του Σιου - τσε ότι «ο άνθρω- πος είναι από τη φύση του κακός»), του μοϊσμού (τις αρχές «του αμοιβαίου συμ- φέροντος» και «της αλήθειας των ονο- μάτων»), του ταοϊσμού (συγκέντρωση της «απραξίας» κ.ά.), δημιούργησε μια ι- διόμορφη φιλοσοφία του δικαίου. Διακύ- ρηττε την αδιάκοπη μεταβολή όλων των πραγμάτων (συμπεριλαμβανόμενων του τάο* και της αρχής Λ/*), αρνιόταν την ύ- παρξη των πνευμάτων. Στη φιλοσοφία της ιστορίας ανέπτυξε τη σκέψη για τον αποφασιστικό ρόλο της επίδρασης του πληθυσμού και της οικονομικής ανισότη- τας στην ιστορική διαδικασία. • Ιβανόφ Α. Ι., Υλικά για την κινέζικη φιλοσο- φία. Εισαγωγή. Η σχολή Φα. Χαν Φέι - τσε, ΣΠ-ργκ, 1912· Γιαν Πουν - γκο. Ιστορία της αρχαίας κ(νέζικης ιδεολογίας, Μ., 1957, σελ. 400 -19' Αρχαία κινέζικη φιλοσοφία, τ. 2, Μ., 1973, σελ. 224 -.83· Wing - tsit Chan, Α sour- ce book, in Chinese philosophy, Princeton, 1963, p. 252 - 261 · Forke Α., Geschichte der 393
Χάουσχοφερ alten chinesischen Philosophie, Hamb., 1964, S. 461 - 82. Σ. Κουτοέρα, Λ. Σ. Περελόμοφ Θεώρηοη Ε. Ν. Ρούσσου Χάουσχοφορ (Haushofer) Καρλ (27 8. 1869, Μόναχο, 13. 3. 1946, Πελ, κο- ντά στο Βασλχάιμ). Γερμανός γεωπολι- τικός, ένας από τους ιδρυτές της γεωπο- λιτικής σχολής στη Γερμανία. Εξέδιδε το περιοδικό «Zeltschrift für Geopolitik» (1924 - 44). Μέσω του μαθητή του Ρ. Γκες βρισκόταν κοντά στην ηγεσία του ναζιστικού κόμματος. Βάση της γεωπολιτικής θεωρίας του Χά- ουσχοφερ ήταν οι μελέτες που έκανε πάνω στην ιστορία της δημιουργίας και της γεωγραφικής επέκτασης των κρατών της ' Απω Ανατολής, πριν απ* όλα της Ια- πωνίας, την οποία έπαιρνε ως παράδειγ- μα στην προσπάθεια του ν* αποδείξει την επίδραση που έχει η εδαφική ανά- πτυξη ενός κράτους στην ανάπτυξη της εθνικής κοινότητας που το αποτελεί. Διευρύνοντας τις απόψεις του Φ. Ρά- τσελ και του Ρ. Τσέλεν, ο Χάουσχοφερ προσέδωσε στη γεωπολιτική τη μορφή που έγινε τμήμα του επίσημου δόγματος του φασιστικού «τρίτου ράιχ» και αποτέ- λεσε τη θεωρητική βάση της χιτλερικής επιθετικότητας (^έσειςότι η Γερμανία αντιμετωπίζει πρόβλημα «ζωτικού χώ- ρου», ότι τα σύνορα της «δεν είναι ικανο- ποιητικά», ότι «ο πληθυσμός της είναι ε- ξαιρετικά πυκνός» κ.λπ.) Στα έργα του Χάουσχοφερ εκλεκτικά συνδυάζονται ο γεωγραφικός ντετερμινισμός, η φυλετι- κή θεωρία κι η αντίληψη του κράτους ως ζωντανού οργανισμού. Μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο οι οπαδοί του Χάου- σχοφερ προσπαθούν να διαχωρίσουν τις απόψεις του από το χιτλερικό δόγμα και να προσαρμόσουν τις «αποκαθαρμένες» θέσεις της γεωπολιτικής στα συμφέρο- ντα του κρατικομονοπωλιακού κεφαλαίου στις νέες ιστορικές συνθήκες. ■ Das Japanische Reich in seiner geographi- schen Entwicklung, W., 1921' Bausteine zur Geopolitik, B., 1928' Erdkunde, Geopolitik und Wehrwissenschaft, Münch, 1934 Ja- pans Kulturpolitik, B., 1944. • Βλ. λήμμα Γεωπολιτική. Θεώρηση Β. Φίλια Χαρακτήρας. Στην ψυχολογία είναι η ο- λοκληρωμένη και σταθερή ατομική ψυχο- σύνθεση του ανθρώπου, που εκδηλώνε- ται στις ενέργειες και καταστάσεις της ψυχικής του ζωής, καθώς και στους τρό- πους του, στις συνήθειες του, στη διανο- ητική του συγκρότηση και στον ιδιάζοντα στον άνθρωπο κύκλο του συναισθηματι- κού του βίου. Ο χαρακτήρας του ανθρώ- που είναι η βάση της συμπεριφοράς του και αποτελεί το αντικείμενο της χαρά- κτηρολογίας [τον όρο χρησιμοποίησε πρώτος ο γερμανός φιλόσοφος Γ Μπάν- ζεν (J. Bahnsen) στα «Δοκίμια πάνω στη χαρακτηρολογία», «Beitrage zur Chara- kterologie», Bd 1 - 2, 1867]. Ως χωριστός τομέας των ψυχολογικών ε- ρευνών, η μελέτη του χαρακτήρα ανα- ΓΓτύχθηκε κυρίως στη γερμανική ψυχολο- γία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, σπιρίχτηκε σε σημαντικό βαθμό στις ιδέ- ες της φιλοσοφίας της ζωής, της φαινο- μενολογίας κ.ά., όπου ο όρος «χαρακτή- ρας» συχνά παρουσιαζόταν ως συνώνυ- μο της προσωπικότητας. Η πρώτη συσπιματική ανάλυση των δια- φόρων πλευρών του χαρακτήρα έγινε από τον Κλάγγες («Λρχές της χαράκτη- ρολογίας» - «Prinzipien der Charakterolo- gie», 1910) στη βάση της θεωρίας που α- νέπτυξε ο ίδιος για την έκφραση. Στη λε- γόμενη τυπολογία της ιδιοσυστασίας (Konstitutions typologie) του γερμανού ψυχίατρου Ε. Κρέτσμερ (Kretschmer. 1921) πήρε οριστική έκφραση η στατιστι- κή προσέγγιση του χαρακτήρα ως κά- ποιας αμετάβλητης δομής βασικών γνω- ρισμάτων που αντιστοιχεί στη δομή του 394
Χαρακτήρας σώματος (βλ. βιοουγκραοία)· εδώ μάλι- (ττα τόσο η ψυχική, όσο και η σωματική ι- διοσυστασία καθορίζονται σε τελική ανά- λυση, κατά τον Κρέτσμερ. από εγγενείς, πριν απ* όλα ενδοκρινολογικούς παράγο- ντες (πλησιέστερος προς τον Κρέτσμερ σε ό,τι αφορά τη μορφολογική του αντί- ληψη του χαρακτήρα είναι ο αμερικανός ψυχολόγος Ου. Σέλλντον). Στην τυπολο- γία του Γιουνγκ (1921) γίνεται διάκριση μεταξύ εξωστρεφούς και εσωστρεφούς τύπου χαρακτήρα (προσωπικότητας). Η διαφορά τους έγκειται στην υπερίσχυ- ση του προσανατολισμού τους προς το ε- ξωτερικό αντικείμενο ή προς τον εσωτε- ρικό κόσμο των στοχασμών και των βιω- μάτων. Η δυναμική και γενετική προσέγγιση του χαρακτήρα πήρε πλατιά διάδοση στην ψυχανάλυση (ατομική ψυχολογία του Α. ' Αντλερ κ.ά.), που αποδίδει αποφασιστι- κό ρόλο για τη διάπλαση του χαρακτήρα στα συμβάντα της παιδικής ηλικίας* η διαμόρφωση ορισμένων γνωρισμάτων του χαρακτήρα ερμηνεύεται έτσι ως έ- νας ιδιόμορφος τρόπος επίλυσης κά- ποιας συγκρουσιακής κατάστασης (στη θεωρία του Β. Ράιχ ο χαρακτήρας γενικά παρουσιάζεται ως μια «θωράκιση», ένα αλλοτριωμένο σύστημα αμυντικών αντι- δράσεων του ανθρώπου). Στην ψυχανά- λυση και στα απορρέοντα απ* αυτήν διά- φορα ρεύματα της ψυχολογίας του βά- θους (Tiefenpsychologie) δίνεται έμφα- ση στις ασύνειδες και άλογες πηγές του χαρακτήρα. Κατά την άποψη του γερμανού επιστήμο- να Ρ. Χάις (1936), η διαφορά κατεύθυν- σης των κλίσεων και των ικανοτήτων είναι η βασική σύγκρουση που καθορίζει τη διάπλαση του χαρακτήρα και της προσω- πικότητας. Ο Φ. Λερς, (Ph. Lorsch) στο έργο του «Η δόμηση του χαρακτήρα» («Der Aufbau des Charakters», 1938* 4η έκδ. με τον τίτλο «Η δόμηση της προσω- πικότητας» - «Der Aufbau der Person», 1951), που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ανάπτυξη της γερμανικής χα- ρακτηρολογίας, επιχείρησε, αποκρούο- ντας τις θεωρίες του Φρόυδ και του Κλάγγες, να αναπτύξει μια θεωρία περί «στρωμάτων» του χαρακτήρα, ξεχωρίζο- ντας σ* αυτόν την εσωτερική, «ενδοθυ- μική», βάση (διαθέσεις, αισθήματα, συ- ναισθήματα, συγκινήσεις κ.λπ.) και την «υπερδομή» της προσωπικότητας. Στην αγγλοσαξονική ψυχολογική γραμ- ματεία η μελέτη του χαρακτήρα από την αρχή ακόμα γινόταν στο πλαίσιο της «διε- ρεύνησης» της προσωπικότητας· μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και στη γερμανική ψυχολογία ο όρος «χαρακτή- ρας» παραγκωνίζεται από τον όρο «προ- σωπικότητα». Η σοβιετική ψυχολογία, εδραζόμενη στη μαρξιστική αντίληψη του ανθρώπου ως του συνόλου των κοινωνικών του σχέσε- ων, υπογραμμίζει τον κοινωνικό - ιστορι- κό καθορισμό του χαρακτήρα και τον βλέπει ως μια σύνθετη ενότητα του ατο- μικού και του τυπολογικού, ως το αποτέ- λεσμα της αλληλεπίδρασης των κληρο- νομικών κλίσεων και ιδιοτήτων, που απο- κτήθηκαν στην πορεία της ανάπτυξης της προσωπικότητας και της διάπλασης της. • Η ψυχανάλυση και η Θεωρία για το χαρα- κτήρα, Μ. - Π., 1923' Λαζούροκι Α. Φ., Ταξινό- μηση των προσωπικοτήτων, Α. 1924* Βιγκό- τσκι Λ. Σ., Το ζήτημα της δυναμικής του παιδι- κού χαρακτήρα, σρη συλ.: Παιδολογία και δια- παιδαγώγηση, Μ., 1928· Γιούνγκ Κ. Γ., Ψυχολογικοί τύποι, Ζυρίχη, 1929* Κρέτσμερ Ε., Η συγκρότηση του σώματος και ο χαρα- κτήρας, Μ. - Α., 1930· Τεπλόφ Μη. Μ.. Τα προβλήματα των ατομικών διαφορών, Μ., 1961 Μέιλι Ρ., Η δομή της προσωπικότητας, στο βιβ.: Πειραματική ψυχολογία, συντ. Π. Φρες και Ζ. Πιαζέ, μετφ. από τα γαλ.. Μ., 1975* Jahrbuch der Charakterologie hrsg. ν. Ε. Utitz. Bd 1 - 6, Β., 1924 - 29 βλ. επίσης βιβλγ. σΓΟ λήμμα Προσωπικότητα. Θεώρηση Γάν. Κρητικού 395
Χάρτλεϋ Χάρτλεϋ (Hartley) Νταίηβιντ (30.8.1705. Αρμλι, - 28.8.1757, Μπατ). Αγγλος στο- χαστής, ένας από τους ιδρυτές της συ- νειρμικής ψυχολογίας (βλ. Συνεψμι- ομός). Γιος ιερωμένου, σπούδασε θεο- λογία στο Καίμπριτζ· στη συνέχεια σπού- δασε ιατρική και δούλεψε ως γιατρός. Θέλοντας να εξακριβώσει τους ακριβείς νόμους των ψυχικών διαδικασιών στην ανθρώπινη συμπεριφορά, ο Χάρτλεϋ προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τις αρ- χές της φυσικής του Νεύτωνα. Κατά την άποψη του, οι κραδασμοί του εξωτερικού αιθέρα προκαλούν αντίστοιχους κραδα- σμούς στα αισθητήρια όργανα, στον ε- γκέφαλο και τους μύες. Ακολουθώντας τη διδασκαλία του Λόκ, ο Χάρτλεϋ. πρώ- τος αυτός μετέτρεψε το μηχανισμό του συνειρμού σε καθολική αρχή ερμηνείας της ψυχικής δραστηριότητας. Για τη δια- μόρφωση των γενικών εννοιών έλεγε ότι αυτές πηγάζουν από τις ενικές έννοιες με τη βαθμιαία απόσπαση από το συνειρ- μό -που μένει αμετάβλητος- κάθε τυ- χαίου και μη ουσιαστικού στοιχείου* το σύνολο των σταθερών γνωρισμάτων δια- τηρείται ως ενότητα, χάρη στη λέξη η ο- ποία ενεργεί ως παράγοντας γενίκευ- σης. Παρ' όλο το στοιχείο του μηχανικι- σμού, η θεωρία του Χάρτλεϋ ήταν ένα ιεράστιο βήμα προς την υλιστική εννόη- ση του ψυχισμού· άσκησε επίδραση και στην ηθική, την αισθητική, τη λογική, την παιδαγωγική, τη βιολογία. Δραστήριος ο- παδός της θεωρίας του Χάρτλεϋ ήταν ο Τζ. Πρίσλεϋ. ■ Διαλογιομοί για τον άνθρωπο, τη δομή του. το καθήκον του και τα όνεψά του, στο βιβ.: Άγγλοι υλιστές του 18ου αι., Επιλογή έργων, τ. 2, Μ., 1967. • Γιαροσέφσκι Μ. Γ.. Ιστορία της ψυχολο- γίας, Μ., 1976. κεφ. 6. θεώρηση Β. Φίλια 1842, Βερολίνο - 5.6.1906, Γκροσλιχτερ- φέλντε). Γερμανός ιδεαλιστής φιλόσο- φος. Πηγές της φιλοσοφίας του Χάρ- τμαν ήταν η βουλησιαρχία του Σοπενχά- ουερ κι η «φιλοσοφία της ταυτότητας» του Σέλλινγκ. Στο βασικό του έργο «Η φι- λοσοφία του ασυνείδητου» (1869), ο Χάρτμαν αντιπαράθεσε στο υλικό των θετικών επιστημών το μυστικιστικό ιδεα- λισμό, και σνΓ\ν ιδέα της κοινωνικής προ- όδου την πεσιμιστική αντίληψη για την ι- στορία. Ο Χάρτμαν υποστήριζε τις θέ- σεις, του πανψυχισμού, και δεχόταν ότι αισθήσεις υπάρχουν στα φυτά, ακόμα και στα άτομα. Βάση όλων των όντων θεω- ρούσε την απόλυτα ασυνείδητη πνευμα- τική αρχή. Κατά την άποψη του, το Σύ- μπαν είναι προϊόν μιας ανορθολογικής διαδικασίας, σπιν οποία η συνείδηση εί- ναι απλώς το εργαλείο της ασύνειδης παγκόσμιας βούλησης, που αποτελεί την πηγή της ζωής και την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης. Με βάση την παραδοχή του ανορθολογι- σμού του κόσμου, ο Χάρτμαν επεξεργά- στηκε μια πεσιμιστική ηθική άποψη {«Φαινομενολογία της ηθικής συνείδη- σης» - «Phänomenologie des sittlichen Bewusstseins», 1879). Διακήρυσσε την ανάγκη να απελευθερωθεί το μυαλό των ανθρώπων από τις τρεις ουτοπίες, που διαδοχικά το διακατέχουν: την ουτοπία της επίγειας ευτυχίας, την ουτοπία της επέκεινα ευτυχίας και, τέλος, την ουτο- πία κατάκτησης της ευτυχίας ως αποτέ- λεσμα ιστορικής ανάπτυξης. Τελικά, ο Χάρτμαν οδηγήθηκε στο κήρυγμα της μηδενιστικής θρησκείας («Η θρησκευτι- κή συνείδηση της ανθρωπότητας» - «Das religiöse Bewusstsein der Menschheit», 1882): η εξέλιξη παρασύρει το Σύμπαν στην εξαφάνιση μέσω της συνειδητο- ποίησης του παραλόγου του και του ά- σκοπου του. Χάρτμαν (Hartmann) ' Εντουαρντ (23. 2. . System der Philosophie in Grundriss, Bd 1 396
Χάτσεσον 8, [Lpz.], 1907 - 09· Kategorienlehre, Bd 1 - 3, Lpz., 1923' σε ρωσ. μετφ.: Σύγχρονη ψυχολο- γία, Μ., 1902* Γκι την έννοια του ασυνείδη- του, στη συλλογή: Νέες «δεες στη φιλοσοφία, ΣΠ-ργκ, 1914. • Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 18, σελ. 61, 302 - 04* Ντεμπόλσκι Ν. Γ., Ο υπερβατικός ρεαλι- σμός του Χάρτμαν, στη συλλογή: Νέες ιδέες στη φιλοσοφία, ΣΠ-ργκ, 1914· Huber Μ., Ε- duard von Hartmans Metaphysik und Reli- gionsphilosophle, Winterthur, 1954. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χάρτμαν (Hartmann) Νικολάι (20. 2. 1882, Ρίγα, - 9. 10. 1950, Γκέτινγκεν). Γερμανός ιδεαλιστής φιλόσοφος, ιδρυ- τής της λεγόμενης κριτικής (ή νέας) ο- ντολογίας. Αρχικά ήταν οπαδός της νεο- καντιανής σχολής του Μαρβούργου* μη ι- κανοποιούμενος από τον υποκειμενισμό της («μεθοδολογισμό»), ο Χάρτμαν, υπό την επίδραση του Ε. Χούσσερλ και του Μ. Σελερ, επεξεργάστηκε μια οντολογι- κή θεωρία, που αντιπροσωπεύει την προ- σαρμογή στις μοντέρνες αντιλήψεις της αριστοτελικής - σχολαστικής θεωρίας για το Είναι («Οι βάσείς της οντολογίας» - «Zur Grundlegung der Ontotogie», 1935' ^Νέοι δρόμοι οντολογίας» - «Neue Wege der Ontologie», 1942). Σύμφωνα με το Χάρτμαν, το Είναι έχει στρωματική δομή και πρέπει να ιδωθεί ως ιεραρχία τεσσά- ρων ποιοτικά διαφορετικών στρωμάτων: του ανόργανου, του οργανικού, του ψυχι- κού και του πνευματικού. Q μορφές ύ- παρξης κι η κατηγοριακή δομή των δια- φόρων στρωμάτων είναι ανόμοιες: έτσι τα άυλα στρώματα (πνεύμα, ψυχικό) υ- πάρχουν μόνο στο χρόνο. Καθένα από τα ανώτερα στρώματα έχει τις ρίζες του στο αμέσως κατώτερο, χωρίς όμως να καθορίζεται απ* αυτό εξολοκλήρου. Οι κατώτερες μορφές" του Είναι είναι ενερ- γητικότερες στην αυτοεπιβεβαίωσή τους, ενώ οι ανώτερες δκιθέτουν μεγα- λύτερη ελευθερία έκφρασης. Ο Χάρ- τμαν πίστευε πως τα θεμελιακά φιλοσο- φικά προβλήματα είναι άλυτα. Στην ηθι- κή, ο Χάρτμαν, ακολουθώντας το Σέλερ, ανέπτυξε τη θεωρία των αναλλοίωτων «ηθικών αξιών». Στον τομέα αυτό βασικό πρόβλημα για το Χάρτμαν είναι το θέμα του συσχετισμού των αξιών και της ελευ- θερίας της βούλησης, το οποίο εξετάζε- ται ως σχέση δύο ειδών δυνάμεων («προσδιορισμών»): της ιδεατής (αξίες που θεωρούνται προσανατολιστικές για τη βούληση) και της πραγματικής (βού- λησης που πραγματοποιεί τις αξίες) («/-/- θική» - «Ethik», 1926). ■ Der Aufbau der realen Welt, B., 1940* Philo- sophie der Natur, B., 1950' Grundzüge einer Metaphysik der Erkenntnis, B., 1949' σε ρωσ. μετφ.: Αισθητική, Μ., 1958. • Ζότοφ Α. Φ., Το πρόβλημα του Είναι στη «Νέα οντολογία» του Ν. Χάρτμαν, στο βιβ.: Σύγχρονος αντικειμενικός ιδεαλισμός. Μ., 1963· Γκορνστέιν Τ. Ν., Η φιλοσοφία του Χάρ- τμαν, Α., 1969 Helmsoeth Η., Helss R. [Hr- sg.], Ν. Hartmann. Der Denker und sein Werk, Gott., 1952* Frey C. T. Grundlagen der O- ntologie, N. Hartmanns, Tüb., 1955* Feuer- stein R., Die Modallehre N. Hartmanns. Köln, 1957. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χάτσεσον (Hutcheson) Φράνσις (8. 8. 1694. Β. Ιρλανδία, - γύρω στα 1747, Γλα- σκώβη). Σκώτος φιλόσοφος. Οι απόψεις του διαμορφώθηκαν κάτω από· την επί- δραση του Σέφτσμπερυ. Θεωρούσε πως στη βάση της ηθικής, της θρησκείας και του ωραίου βρίσκονται οι εσωτερικές, έμφυτες ροπές (τάσεις), το ηθικό, το θρησκευτικό και το αισθητικό. Η ηθική ροπή, κατά την άποψη του, είναι η ενστι- κτώδης επιδοκιμασκι ή καταδίκη διαφό- ρων πράξεων, η ττηγή και το κριτήριο των ηθικών εκτιμήσεων και κρίσεων. Τη φι- λανθρωπία την εννοούσε ως τάση προς το γενικό καλό, ωστόσο, η ηθική του δε βασίζεται στον υπολογισμό, που χαρα- 397
Χέγγελ κτηρίζει τον ωφελιμισμό, αλλά έχει συ- ναισθηματικό χαρακτήρα* κίνητρο της εί- ναι η άδολη, η έξω από συμφέροντα ικα- νοποίηση. Από την αγάπη προς τον άν- θρωπο, η οποία είναι ένα είδος φυσικής ροπής, δημιουργείται η συνείδηση του καθήκοντος. Η θεωρία του Χάτσεσον, α- ντιπαρατίθεται στον ευδαιμονισμό και στον ορθολογισμό του Μαντεβίλ και του Χομπς. Η αισθητική του Χάτσεσον που α- πορρέει από την αίσθηση του ωραίου, α- ναγνωρίζει ως βασική αρχή της την ενό- τητα στην πολυμορφία, την αρμονία. ■ Works, ν. 1 - 6, Glasgow, 1769 - 74· σε ρωσ. μετφ.: Χάτσεσον Φρ., Χιούμ Ντ., Σμιθ Α., Αι- σθητική, Μ., 1973, σελ. 43 - 269. • Μεγιερόφοκι Μ. Π. Β., Ηαισθητική του Φρ. Χάτσεσον, στο βιβ.: Χάτσεσον Φρ., Χιούμ Ντ., Σμιθ Α., Αισθητική, Μ., 1973, σελ. 7-41' Scott W. R., F. Hutcheson. His llfe, teaching and Position in the history of philosophy, N.Y., 1966. Θεώρηση Γρ. Θέμε\η - Αλατζόγλου Χέγγβλ (Hegel) Γκεόργκ Βίλχεμ Φρί- ντριχ (27. 8.1770, Στουτγάρδη, -14.11. 1831, Βερολίνο). Γερμανός φιλόσοφος, εκπρόσωπος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, θεμελιωτι'ις της συστηματι- κής θεωρίας της διαλεκτικής στη βάση του αντικειμενικού ιδεαλισμού. Το 1788 - 93 σπούδασε στο θεολογικό ίδρυμα του Τύμπινγκεν (μαζί με το Σέλλινγκ και το Χέλντερλιν). Το 1801 - 06 έζησε στην Ιέ- να. Το 1808 -16 ήταν διευθυντής γυμνα- σίου σπι Νυρεμβέργη. Από το 1816 ώς το τέλος της ζωής του ήταν καθηγητής φιλοσοφίας στα πανεπιστήμια της Χαϊ- δελβέργης (1816 - 18) και του Βερολί- νου (από το 1818). Ο Χέγγελ άρχισε ως οπαδός της «κριτι- κής φιλοσοφίας» του Καντ και του Φίχτε, αλλά σύντομα, υπό την επίδραση του Σέλλινγκ, πέρασε από τη θέση του «υ- περβατικού» (υποκειμενικού) ιδεαλισμού στην άποψη του «απόλυτου» (αντικειμε- νικού) ιδεαλισμού. Ο Χέγγελ ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους εκπροσώπους του γερμανικού κλασικού ιδεαλισμού για την ιδJαίτεpη προσοχή που δίνει στην ιστορία του πνευματικού πολιτισμού. Στα πρώτα ΊΌΐΤήδη έρνα~έρμήνέ1ϋέϊΤον^ουδαϊσμό, την Αρχαιότητα, το χριστιανισμό ως μια σειρά νομοτελειακά εναλλασσόμενων σ^]ν^άπτυξη τοΰ1Τνέυ[^τΌ9 σταδjωvT Ο Χέγγελ θεωρούσε την^ποχή του ως περίοδο μετάβασης σ' ένα νέοσύσπιμα, το οποίο ωρίμασε βαθμιαία στοϋςΊ^ΟλΓ- πους του χριστιανικού πολιτισμού· το σύ- στημα αυτό, -βοίτέχει φανερά τα χαρα- κτηριστικά της αστικής κοινωνίας με τις νομικές και ηθικές αρχές της. Στη «Φαι- νομενολογία του πνεύματος» (1807) 6 πνευματικός πολιτισμός της ανθρωπότη- τας παρουσιάζεται στη νομοτελεκική του ανάπτυξη ως βαθμιαία εκδήλωση της δη- μιουργικής δύναμης tou ^<παγκόσμιου λόγου». Παίρνοντας τη μορφή διαδοχικά εναλλασσόμενων μορφών πολιησΙϊόυΓτο απρόσωπο^ (παγκόσμιο, αντικειμενικό) πνεύμκΓαναγνωρίζει ταυτόχρονα τον ε- αυτό του ως το δημιουργό τους. Ι±πνευ- ματική ανάπτυξη του ατόμου αναπαράγει τα στάδια της αυτογνωσίας του «παγκό- σμΐοϋ^Ττνεύματος», αρχι%ονταν^πδΓ~την πράξη της ονομασίας των δεδομένων με τη διαμεσολάβηση της αίσθησης των «πραγμάτων» και τελειώνοντας ornr|v^«a- πόλυτη γνώση», δηλαδή^ γνώση εκεί- νων των μορφών και των νόμων που κα- τευθύνουν ε€[ωτερικά όλη^ τη διαδικασία της πνευματικής ανάπτυξης - της επι- στήμης, της ηθικής, της θρησκείας, της τέχνης, των πολιτικών και νομικών συ- στημάτων. Το καθολικό σχήμα της δημιουργικής δραστηριότητας του «παγκόσμιου πνεύ- ματος» παίρνει στο Χέγγελ την^ονομασία της απόλυτης ιδέας*, ενώ ϊΰλογικ5)ορίΓ ζεται ως η επιστημονική θεωρητική «αυτογνωσία» αυτής της ιδέας. Η κριτική 398
Χέγγελ αναδιαμόρφωση της λογικής έγινε από το Χέγγελ στην ^^Βιιστήμη πις^λογικής>> (1812). Η «απόλυττΓϊδέα^^αποκαλύπτεται στο καθολικό της περιεχόμενο με τη μορφή συστήματος κατηγοριών, αρχίζο- ντας απδ'τις πιο γενιι^ς και φτωχές σε ορισμούς κατηγορίες: «Βναι», «μη - Εί- ναι», «υπαρκτό Είναι», «ποιότητα», «πο- σότητα», «μέτρο» κ.λπ. -και τελειώνο- ντας με τις συγκεκριμένες, δηλαδή τις έννοιες που ορίζονται πολύπλευρα- πραγματικότητα, χημισμός, οργανισμός (τελεολογία), γνώση κ.ά. Ανακηρύσσο- ντας τη νόηση «υποκείμενο», δηλαδή δη- μιουργό όλου του πνευματικού πλούτου, που αναπτύχθηκε από την ιστορία, κι εν- νοώντας την ως αιώνιο, έξω από χρόνο, σχήμα δημιουργικής δράσης γενικά, ο Χέγγελ φέρνει την έννοια της ιδ^ας κο- ντά στην έννοια του θεού. Ωστόσο, σ* α- ντίθεση με το θεϊσπκό θεό, η ιδέα απο- κτά συνείδηση, βούληση και προσωπικό- τητα μόνο στον άνθρωπο, ενώ έξω απ' αυτόν και πριν απ* αυτόν πραγματώνεται ως εσωτερική νομοτελειακή αναγκαιότη- τα. Σύμφωνα με το σχήμα του Χέγγελ, το «πνεύμα» ξυπνάει μέσα στον άνθρωπο στην αρχή ως^ αυτογνωσία με τη μορφή της λέξης, του λόγου, της γλώσσας. Τα εργαλεία της δουλειάς, ο υλικόςj<aj^ο πvεΰ^ματjκό5 πολιτισμός, εμφανίζονται ωςΠΐεταγενέστερες παράγωγες μορφές ενσάρκωσης της ίδιας παντά δημιουργι- κής δύναμης του πνεύματος (νόησης), ώς «έννοιες». Αφετηρία της ανάπτυξης θεωρείται έτσι η ικανότητα του ανθρώ- που (ως «πεπερασμένου πνεύματος») να γνωρίσει τον «ίδιο τον εαυτό του» με την αφομοίωση όλου του «πλούτου μορφών» οι οποίες μέχρι τότε είναι εγκλωβισμέ- νες μέσα στο πνεύμα ως ασύνειδες (μη συνειδητοποιημένες) καταστάσεις που σ' αυτόν εκδηλώνονται αυθόρμητα. Κεντρική θέση στη διαλεκτική του Χέγ- γελ κατέχει η κατηγορία friς αντίφασης ως ε^ιΌτητας^ιντιθέτων που το ένα απο- κλείεΜΌ^λλ(Γκαι ταυτόχρονα προϋπο- θέτει το ένα το άλλο (πολικές έννοιες). Η αντίφαση νοείται εδώ ως «μοτέρ», «κι- νητήρας», εσωτερικός παλμός ανάπτυ- ξης του πνεύματος γενικά. Η κίνηση αυ- τή ανελίσσεται από το «αφηρημένο στο συγκεκριμένο», στο όλο και τΐΓο πΐίήρες^,' το πολυποίκιλα κατατμημένο εσωτερικά, το «αληθινό» αποτέλεσμα. Κατά το Χέγ- γελ, την αντίφαση δε φτάνει να την κατα- λάβουμε μόνο με τη μορφή της^ντινο- μίας, της απορίας, δηλαδή με τη μορφή της λογικά άλυτης αντίφασης: πρέπει να την καταλάβουμε πιο βαθιάΊ<αι συγκεκρι- μένα, τότε που η αρχική αντινομία ταυτό- χρονα και πραγματοποιείται, και εξαφανί- ζεται («αίρεται»). Με τη βοήθεια της διαλεκτικής του με- θόδου, επινόησης δικής του, ο Χέγγελ ε- πανεξετάζει κριτικά όλους τους^^τομείς του σύγχρονου του πολιτισμού. Στην πο- ρεία του αυτή ανακαλύπτεί παντού την έ- ντονη διαλεκτική, τη διαδικασία της μόνι- μης «άρνησης» κάθε υπαρκτής τελειω- μένης κατάστασηςτόΐΐ iw8U|jaf ö^Tcm μια επόμενη κατάσταση που ωριμάζει μέ- σα στα σπλάχνα της σαν συγκεκριμένη, εγγενής σ* αυτήν αντίθεση. Η κριτική α- νάλυση της κατάστασης της σύγχρονης του επιστήμης κι οι έννοιες της, συνυ- (ραίνονται στη διδασκαλία του Χέγγελ με τη μη - κρπική αναπαραγωγή και φιλοσο- φική «δικαίωση» μιας σειράς δογμάτων και προκαταλήψεων της σύγχρονης του συνείδησης. Η αντίφαση αυτή διαπερνά- ει όχι μόνο τη λογική, αλλά.και άλλους τομείς του χεγγελιανού φιλοσοφικού συ- στήματος - τη φιλοσοφία της φύσηζ ^^^ τη φιλοσοφία του πνεύματος, που αποτε- λούν αντίστοιχα το 2ο και 3ο μέρος της «Εγκυκλοπαίδειας των φιλοσοφικών επι- στημών» (1817). Η φιλοσοφία του πνεύ- ματος αναπτύσσεται περισσότερο στη «Φιλοσοφία του δημίου» (1621) και στις παραδόσεις του γιοΓπΓ φιλοσοφία της ι- 399
Χέγγελ στορίας, την αισθητική, τη φιλοσοφία της θρησκείας, την ιστορία της φιλοσοφίας, (εκδόθηκαν μετά το θάνατο του). ' Ετσι, στη φιλοσοφία της φύσης ο Χέγγελ, ανα- λύοντας κριτικά τις ^μηχανιστικές από- ψεις της επιστήμης του 18ου αι., διατυ- πώνει μια σειρά ιδέες που προοιωνίζο- νται τα επιτεύγματα της Θετι1οτς~επιίστη"- μο^κης^κε ψ η ς'^πο υ ακολούθησαν ΤόΤτως ή αμοιβαία σύνθεση και τα αμοι- βαία περάσματα των ορισμών του χρόνου και του χωρου^η «εγγενής σκοπιμότητα» που~χα[5ακτηρίζει το ζωντανό οργανισμό κ.λπ.), ταυτόχρονα, όμως, απορρίπτει τη διαλεκτική ανάπτυξη^ της φύσης. Εξετά- ζόντα(ΓτεΓπαρελθόν μόνο από την πλευ- ρά εκείνων των διαλεκτικών συγκρούσε- ων, που οδήγησαν στην ωρίμανση του .«παρόντος», δηλαδή της σύγχρονης ε- ιποχής, που άκριτα κατανοείται ωςJΌ α- ποκορύφωμα και σκοπός της διαδικα- σίας, ο Χέγγελ ολοκληρώνει τη φιλοσο- φία της ιστορίας με την απεικόνιση της ττρώσΤκής συνταγματικής μονα^^^ίαι^ ω^ Βάνικού κάθεστώτδςΓτη^Λοσοφία του δικαΐσϋΤμε την απεικονίση^ της αστικής νομικής συνείδησης ως ιδανικού δικαίου, 1t| φιλοσοφία της θρησκείας με την εξύ- Ιανηση του προτεσταντισμού. Ο συντηρη- τισμός του φιλοσοφικού συστήματος του Χέγγελ έρχεται εδώ σε αντίφαση με τη διαλεκτική μέθοδο που το διαπερνάει. Ή θεωρία του Χέγγελ για το αντικειμβνΐ' κό πνεύμα* που αναπτύσσεται στη «Φ/- λοσοφία του δικαίου» άσκησε τεράστια ε- πίδραση στη μετέπειτα ανάπτυξη της κοινωνιολογίας και της κοινωνικής φιλο- σοφίας· με την κριτική αυτού ακριβώς του έργου του Χέγγελ άρχισε ο Μαρξ την επεξεργασία της υλιστικής αντίλη- ψης για την κοινωνία και την ιστορία (βλ. Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ. Άπαντα, τ. 1). Το «αντικειμενικό πνεύμα» καταλαμβά- νει στο Χέγγελ τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής και νοείται ως υπερπροσωπική ο- ντότητα, που υψώνεται υπεράνω των ξε- χωριστών ατόμων και εκφράζεται με τους διάφορους δέΓσμόύς και τις διάφο- ρες οχέυκις TOOg. Το' «αντικειμενικό πνειϊμα'» εκδηλώνεται crro δίκαιο, στο ή- θος και στην κοινωνική ηθική, όπου με την κοινωνική ηθική ο Χέγγελ διακρίνει βαθμίδες αντικειμενοποίησης της αν- θρώπινης ελευθερίας, όπως η οικογέ- νεια, η κοινωνία των ιδιωτών - πολιτών και το κράτος. Ο Χέγγελ σημειώνει τις αντι- θέσεις της αστικής κοινωνίας: την πόλω- 011 ανάμι;υα υιιιν^ιολιοτητα και τον πλού- το, τη μονόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώ- που ως αποτέλεσμα του καταμερισμού της εργασίας κ.λπ. Ο Χέγγελ θεωρεί την (στορΐ€Γ>ρτο σύνολο της ως «πρόοδο του πνεύματος προς τη σ^^είδησή τη^έλε ^θερίς^ πουί ξετυλίγεται μέσω του «πνεύματος» με- μονομένων^λαών, ποϋ στην ιστορικηΤΓο- ρεία αντικαθιστούν ο ένας τον άλλο στο βαθμό που εκπληρώνουν την αποστολή τους. Η ιδέα της αντικε^μενικής^/^μοτέ- λειας που ανοίγει το δρόμο της ανεξάρ- τητα από τις επιθυμίες των επιμέρους α- τόμων, βρήκε τη στρεβλωμένη της αντα- νάκλαση στη θεωρία του Χέγγελ για την (Τΐανουργία^ του παγκόσμιου πνεύματος ποΰ~χρησιμοποιεί τα ατομικά συμφέρο- ντα και πάθη για την επίτευξη των σκο- πών του. Στην^ισθητικΓΐ ο Χέγγελ έδωσε μια πε-. ριεκτϊκή ερμηνεία του ωραίου ως «αισθα-^ ντικοΰ φαινομένου της ιδέας», που εκ- λαμβάνεται όχι στην «καθαρή» λογική της μορφή, αλλά στη συγκεκριμένη ενό- τητα της με ένα ορισμένο εξωτερικό ον.^ Αυτό καθόρισε τη χεγγελιανή θεωρία για το ιδανικό και τις βαθμίδες ανάπτυξης του 1«μορφές τέχνης»). Οι τελευταίες διαφοροποιούνται σ' εξάρτηση από το συσχετισμό ανάμεσα στην ιδέα και την ε- ξωτερική της μορφή, τη μορφή με την ο- ποία εκφράζεται στο έργο: στη συμβολι- κή καλλιτεχνική φόρμα η εξωτερική μορ- φή κάνει μονάχα νύξη για την ιδέα του 400
Χεγγελιανισμός έργου (στο στάδιο αυτό ο Χέγγελ τοπο- θετεί την ανατολική τέχνη), στην κλασι- κή^] ιδέα κΓη μορφή τηί βρίσκονται σε ι- σορροπία κι αντιστοιχούν απόλυτα η μια στην άλλη (αρχαία τέχνη), στη ρομαντική, το πνευματικό στοιχείο, το ψυχικό βάθος και η απόλυπι υποκειμενικότητα κυριαρ- χούν πάνω στην εξωτερική μορφή (στο στάδιο αυτό υπάγεται η αναπτυγμένη στη βάση του χριστιανισμού μεσαιωνική νεο - ευρωπαϊκή τέχνη). Ο Χέγγελ στις παραδόσεις του για την ι- στορία της φιλοσοφίας περιέγραψε, για πρώτη φορά, η^VJιστoßικήJ■ 9jl^^^ διαδικασία ως ανοδική πορεία npO(f την απόλυτη αλήθεια, και κάθε ξεχωριστό φι- λοσοφικό σύστημα ως μια ορισμένη βαθ- μίδα σ* αυτή την ανοδική πορεία. Η αστική φιλοσοφία της μεταχεγγελια- νής εποχής δεν μπόρεσε να αφομοιώσει τις πραγματικές κατακτήσεις του Χέγγελ στον τομέα της διαλεκτικής λογικής (βλ. Xεwελiαv/σ)Liός, Νεοχεννελίον/σμός). Ο φορμαλιστικός μηχανισμός της δκιλεκτι- κής του Χέγγελ άσκησε σημαντική επί- δραση στον υπαρξισμό (Σαρτρ, Χάιντεγ- γερ). Οι Μαρξ, ' Ενγκελς και Λένιν, χαρακτηρί- ζοντας την ιστορική προσφορά του Χέγ- γελ στην επεξεργασία της ιδεαλιστικής διαλεκτικής, την επέκριναν και την επα- ναθεώρησαν από υλιστικές θέσεις. Ο Μαρξ υπογράμμιζε ότι η δική του «...υλι- στική μέθοδος, ως προς τη βάση της, δεν είναι μόνο διαφορετική από τη χεγ- γελιανή, αλλά είναι εντελώς αντί^τή της» (ΜαρξΚ. καΓΕνγκελςΦ., Απαντα, τ. 23, σελ. 21). Ο Λένιν τόνιζε πως η λο- γική του Χέγγελ είναι αναγκαίο να απο- καθαριστεί από το μυστικισμό (βλ. Άπα- ντα, τ. 29, σελ. 93, 139, 238). Η κριτικά αναθεωρημένη φιλοσοφία του Χέγγελ θεωρείται μια από τις θεωρητι- κές πηγές του μαρξισμού - λενινισμού. ■ Werke. Bd 1 -19. Β.. 1832 - 87 Sämtliche Werke, Kritische Ausgabe, hrsg. v. G. Lassen und J. Hoffnneister, Bd - 30, Lpz., Hamb., 1923 - 60· Sämtliche Werke, hrsg.. v. H. Gloc- kner, Bd 1 - 26. Stuttg.. 1927 - 40' Theologi- sche Jugendschritten, Tüb., 1907· Briefe von und an Hegel, Bd 1 - 3. Hamb.. [1969]. • Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Η γερμανική ιδε- ολογία, Άπαντα, τ. 3* Ένγκελς Φ., Ο Λ. Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμα- νικής φιλοσοφίας, τ. 21 Λένιν Β. Ι., Φιλοσο- φικά τετράδια, Απαντα, τ. 29* Χάιμ Ρ.. Ο Χέγ- γελ κι η εποχή του, μετφ. από τα γερμ., ΣΠ- ργκ. 1861· Κερντ Ε., Ο Χέγγελ, μετφ. από τ* αγγλ., Μ., 1898- Φίσερ Κ., Ο Χέγγελ, η ζωή του, τα έργα κι η Θεωρία του, μετφ. από τα γερμ., ΣΠ-ργκ, 1902 - 03· Ιλίν Ι. Α., Η φιλοσο- φία του Χέγγελ ως Θεωρία για το συγκεκριμέ- νο του θεού και του ανθρώπου, τ. 1 - 2, Μ., 1918· Μπακράντζε Κ. Σ.. Γο σύστημα κι η μέ- θοδος της φιλοσοφίας του Χέγγελ, Τκρλίδα 1958· Οβσιάνικοφ Μ. Φ., Η φιλοσοφία του Χέγγελ Μ.. 1959 Γκουλίγκα Α. Γ., Χέγγελ Μ., 1970 Σοβιεπκή βιβλιογραφία για το Χέγγελ, (1970 - 1979), Μ.. 1980· Rosenkranz Κ.. G, W. F. Hegels Leben, Β., 1844* Haering Th., Hegel. Bd 1 - 2. Lpz., 1929 - 38' Glockner H., Hegel, Bd 1 - 2, Stuttg., 1929 - 40· του ίδιου. Hegel. - Lexicon. Bd 1 - 4. Stuttg., 1934 - 39 Kojove Α., Introduction ä la lecture de Hegel, [P.. 1947]· Lukäcs G., Der junge Hegel, B., 1954· Hegel bei den Slaven, hrsg. v. D. Tschf- zewskij, Bad Homburg, 1961 · Hegel - Studien, [hrsg. V. F. Nicolln und O. Pöggeler], Bd 1 -13 - Bonn, 1961 - 78· Rosenzweig F.. Hegel und der Staat. Bd 1 - 2, Aalen, 1962' Beyer W. R., Hegel - BiWer, B.. 1967· Actualität und Folgen der Philosophie Hegels, hrsg, v. O. Negt, Fr./M., 1970. Σ. B. Ιλιένκοφ Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χεγγελιανισμός. Ιδεαλιστικό φιλοσοφι- κό ρεύμα που στηρίζεται στη θεωρία του Χέγγελ, τις ιδέες του οποίου και ανα- ΓΓΓύσσει. Εμφανίστηκε στη Γερμανία στις δεκαετίες του 1830 και 1840. Στις συζη- τήσεις για θρησκευτικά ζηιήματα στο ε- Φ.Λ. 5-26 401
Χέρβαρτ σωτερικό της χεγγελιανής σχολής ξεχώ- ρισαν μερικές τάσεις. Ο λεγόμενος δε- ξιός χεγγελιανισμός ερμήνευε το Χέγ- νελ από τη σκοπιά της διαμαρτυρόμενης ορθοδοξίας (Κ. Χέσσελ. Γκ. Χίνριξ. Γκ. Γκάμλερ), θεωρώντας το φιλοσοφικό του σύστημα ως ορθολογική μορφή θεολο- γίας. Ο αντιπολιτευτικός αριστερός χεγ- γελιανισμός, ή οι «νέοι χεγγελιανοί» (Α. Ρούγκε, Μπ. Μπάουερ κ.ά.), αρνιόνταν τα θρησκευτικά στοιχεία της διδασκαλίας του Χέγγελ και υπογράμμιζαν τον απο- φασιστικό ρόλο της προσωπικότητας, τον υποκειμενικό παράγοντα στην ιστορία (α- ντιπαραβάλλοντας τον στο χεγγελιανικό παγκόσμιο πνεύμα). Ενδιάμεση θέση κα- ταλάμβανε ο «ορθόδοξος» χεγγελιανι- σμός, που προσπαθούσε να διατηρήσει την «καθαρότητα» της διδασκαλίας του Χέγγελ (Κ. Μιχελέτ, Κ. Ρόζενκραντς κ.ά.). Κριτική του νεοχεγγελιανισμού γί- νεται στα έργα των Κ. Μαρξ και Φ. ' Εν- γκελς ^Αγία οικογένεκχ» (1844) και ^^Γερ- μανική ιδεολογία» (1845 - 46). Το δρόμο της υπέρβασης της διδασκαλίας των «νέων χεγγελιανών» ακολούθησαν ο Χάι- νε στη Γερμανία, ο Χέρτσεν και ο Μπιε- λίνσκι στη Ρωσία. Η παραπέρα εξέλιξη του χεγγελιανισμού συντελέστηκε έξω από τα πλαίσια της χεγγελιανής σχολής. Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το Χέγγελ στην αστική φιλοσοφία του δεύτερου μισού του 19ου - αρχές του 20ού αι. προκάλεσε την εμφάνιση σε διά- φοες χώρες ποικίλλων ρευμάτων του λε- γόμενου νεοχεγγελιανισμού*. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χέρβαρτ (Herbart) Γιόχαν Φρίντριχ (4.5. 1776, Όλντερμπουργκ, 14. 8. 1841, Γκέτιγκεν). Γερμανός φιλόσοφος - ιδεα- λιστής και παιδαγωγός. Η διαμορφωμένη στα πρώτα του χρόνια φιλοσοφία του Χέρβαρτ («βασίκά οημεία της μεταφυσι- κής και της λογικής» - «Hauptpunkte der Metaphysik und Logik», 1807) ήταν εξέ- λιξη των ιδεών του Καντ προς την κατεύ- θυνση του φιλοσοφικού ρεαλισμού* με συνδυασμό πολλών βασικών στοιχείων της φιλοσοφίας του Λάιμπνιτς. Το βασικό φιλοσοφικό έργο του είναι η ^'Γενική με- ταφυσική με τις αρχές φιλοσοφικής θεω- ρίας για τη φύση» («Allgemeine Meta- physik, nebst den Anfrängen der philo- sophischen Naturlehre». Bd 1 - 2, 1828 - 29). Στο κέντρο της μεταφυσικής του βρίσκεται η έννοια του «πράγματος κα- θαυτό», διαφορετική όμως από τον Καντ: μέσω της κριτικής της κοινής έννοιπς «πράγμα» ο Χέρβαρτ φτάνει στην έννοια του «πραγματικού» ως τελικού στοιχείου και φορέα του Είναι (παρόμοιου με τη μο- νάδα* του Λάιμπνιτς). Η κοινή έννοια του πράγματος αντιστοιχεί σ* ένα σύνολο α- πλών ουσιών, που το δρόμο προς την κα- τανόηση τους ανοίγουν οι ιδιότητες του πράγματος που δίνονται στις αισθήσεις. Με τον τρόπο αυτό το πράγμα που φαίνε- ται είναι λίγο - πολύ μια μόνιμη σύνδεση [ο Χέρβαρτ ονομάζει το μέρος αυτό της μεταφυσικής «συνεχολογία» (από το συ- νέχεια, διάρκεια)] απλών ουσιών, που βρίσκονται στο νοούμενο χώρο. Αντίθετα από το «φαινομενικό χώρο», δηλαδή το πεδίο των παραστάσεων που βρίσκεται στην ψυχή μας, ο «νοούμενος χώρος», του Χέρβαρτ είναι έννοια αφηρημένη, που συγκρίνεται με την έννοια του χώ- ρου στα μαθηματικά. Μερικά από τα στοι- χεία, που φέρνουν το Χέρβαρτ κοντά στο θετικισμό του πρώτου μισού του 19ου αι. και τον απομακρύνουν από τη διαλεκτική του γερμανικού κλασικού ιδεαλισμού, εί- ναι μια ορισμένη μαθηματικοποίηση της φιλοσοφίας στα πλαίσια του χαρακτηρι- στικού γκι το Χέρβαρτ συνδυασμού του εμπειρισμού, του ψυχολογισμού και του αφηρημένου λογισμού. Ανάλογη μαθη- ματικοποίηση υπάρχει και στην ψυχολο- γία, όπου ο Χέρβαρτ αναλύει την «ψυχή» και το «Εγώ» ως έννοιες, οι οποίες, όπως 402
Χέρμαν και το «πράγμα», υποβάλλονται σε κριτι- κή εξέταση. Η «ψυχή», κατά το Χέρβαρτ, είναι «απλή πραγματική ουσία», και ο Χέρβαρτ υπολογίζει τους αφηρημένους τύπους, σύμφωνα με τους οποίους συνυ- πάρχουν ενωμένες στη συνείδηση οι διά- φορες εκδηλώσεις της ψυχής (ο Χέρ- βαρτ χρησιμοποιεί εδώ τους όρους «επι- βράδυνση», «παραγκώνιση» κ.ά.). Οι μα- θηματικές οοστόσο μέθοδοι δεν βρίσκουν το ανάλογο τους υλικό - πράγμα που δεί- χνει την ανομοιογένεια των φιλοσοφικών αρχών του Χέρβαρτ. Η φιλοσοφία του Χέρβαρτ δεν είχε στη Γερμανία μεγάλη διάδοση. Αντίθετα, στην Αυστρία συγχω- νεύτηκε με το φιλοσοφικό ρεαλισμό και στα μέσα του 19ου αι. έγινε επίσημο πα- νεπιστημιακό φιλοσοφικό σύστημα. Στην Αυστρία αναπτύχθηκαν κι οι αισθητικές ι- δέες του Χέρβαρτ: ο Ρ. Τσίμμερμαν (Zimmemian R., Allgemeine Ästhetik als Formiyissenschaft, 1865) τις διαμόρφω- σε σε σύστημα αφηρημένου φορμαλι- σμού, ενώ ο Ο. Χοστίνσκι (Hostinsky Ο., Herbarts Ästhetik in ihren grundlegenden Teilen, 1891) ξεχώρισε απ' αυτές τα στοιχεία που βοηθούν στην επίτευξη της σύνθεσης καλλιτεχνικών έργων με εσω- τερική ισορροπία. Στην παιδαγωγική, ορί- ζοντας το στόχο της αγωγής ως εναρμό- νιση της βούλησης με τις ηθικές ιδέες και καλλιέργεια πολύπλευρου ενδιαφέ- ροντος, ο Χέρβαρτ θεωρούσε ως κύριο μέσο επίτευξης αυτού του στόχου τπ υε- ταχείριση (καταπίεση της «άγριας ζωη- ρότητας» του παιδιού), που καλλιεργεί τη μάθηση και την ηθική αγωγή. Στην παιδα- γωγική του δεύτερου μισού του 19ου - αρχών του 20ού αι. είχε διαδοθεί πολύ η θεωρία του Χέρβαρτ για τα τέσσερα στά- δια μάθησης («καθαρότητα», «συνειρ- μός», «σύστημα», «μέθοδος»). ■ Sämtliche Werke, Bd 1 -12, Lpz., - Langen- salza, 1887 - 1912' σε ρωσ. μετφ.: Ψυχολο- γία, Σπ-ργκ, 1875. Ετηλογή παιδαγωγικών έρ- γων, τ. 1, Μ., 1940* Οι ιδέες της αισθητικής α- γωγής, τ. 2, Μ.. 1973. σελ. 322 - 334 • Σίσκιν Ν., Για το ντετερμινισμό σε σύνδεση με τη μαθηματική ψυχολογία, «Ζητήματα φι- λοσοφίας και ψυχολογίας», 1891, βιβ. 8* Ιστο- ρία της φιλοσοφίας, τ. 3, Μ., 1943, σελ. 472 - 76· Fritzsch Τ.. J. F. Herbarts Leben und Leh- re, Lpz. - Β., 1921 Weib G., Herbart und sei- ne Schule, Münch., 1928. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χέρμαν (Hermann)' Ιστβαν (γεν. 10.10. 1925, Βουδαπέστη). Ούγγρος φιλόσο- φος, αντεπιστέλλον μέλος της Ουγγρι- κής Ακαδημίας Επιστημών (1976). Μέ- λος του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργα- τικού κόμματος (ΟΣΕΚ) από το 1967. Από το 1973, διευθυντής της έδρας φι- λοσοφίας του Πανεπιστημίου της Βουδα- πέστης. Ο τομέας των επισπιμονικών του ερευνών είναι: η φιλοσοφία της κουλτούρας, η ιστορία της φιλοσοφίας, η θεωρία και ιστορία της αισθητικής, η ι- στορία της ψυχολογίας. ■ Amagyardräma6rt, Bdpst., 1955'AranyJä- nos esztotikäja, Bdpst., 1956· Sigmund Freud avagy a pszicholögia kalandja, Bdpst., 1964 Α modern szinpad, Bdpst., 1966' Α polgari de- kadencia problomai, Bdpst., 1967· Väszon os függöny, Bdpst., 1967* Kant teleologiäja, Bdpst, 1968· Szent Ivan ojjelon Bdpst. 1969· Α szociaiista KultCira problomäi, Bdpst. 1970 Α giccs, Bdpst., 1971* Α szem6lyis6g nyomä- ban, Bdpst., 1972 Α szfinx rejtvonye, Bdpst., 1973· Lukacs György gondolatviläga, Bdpst., 1974 Α mai kultCira problomai, Bdpst., 1974· Evadok tanüsaga, Bdpst., 1976· Televlziö, e- sztotika, kultura, Bdpst., 1976· Α gondolat ha- talma. Bdpst., 1978· Teologla6stört6netl56g, Bdpst., 1979· Ideologia os kultura a hetvenes 6vekben, Bdpst., 1982· σε ρωσ. μετφ.: Ο Β. ι. Λένιν για την ιστορική εναλλακτική λύση, «Βαπρόσι φιλοσόφιι», 1980, τεύχος 12. Θεώρηση Νικ. Στέργιου 403
Χέρντερ Χέρντερ (Herder) Γιόχαν Γκότφριντ (25. 8. 1744, Μόρουνγκεν, -18.12.1803. Βαϊ- μάρη). Γερμανός φιλόοοφος - διαφωτι- στής. Από το 1776 ήταν γενικός επιμελη- τής στη Βαϊμάρη. Το πρόγραμμα της δια- φωτιστικής - φιλοσοφικής δραστηριότη- τας του Χέρντερ σημειώνεται στο «Ημερολόγιο της περιήγησης μου το 1769» («Journal meiner Reise im Jahre 1769», δημοσ. 1846). Ο Χέρντερ αντι- προσωπεύει ένα νέο στάδιο διαφωτισμού στη Γερμανία· απορρίπτει το μονόπλευρο ορθολογισμό, που χαρακτήριζε το έργο του Λέσσινγκ, υπογραμμίζει το ρόλο του συναισθήματος στον άνθρωπο και σε συνδυασμό μ' αυτό την πολυμορφία της δημιουργικής έκφρασης του ανθρώπου και των διαφόρων λαών. Από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1770, ο Χέρ- ντερ γίνεται ένας από τους στοχαστές με τη μεγαλύτερη επιρροή στη Γερμανία, ο κύριος εμπνευστής της κίνησης «Θύελλα και ορμή», που επέδρασε στο Γκαίτε. Ο Χέρντερ μπόρεσε να παίξει έ- ναν τέτοιο ρόλο γιατί είχε αφομοιώσει την αγγλική αισθησιαρχική φιλοσοφία (σενσουαλισμό) και την αισθητική του 18ου αι., καθώς και τις ιδέες του Χάμαν, του κύριου φιλοσοφικού δασκάλου του Χέρντερ. Στα πολυάριθμα έργα του κα- τόρθωσε να συνθέσει τις πολύπλευρες επιστημονικές και φιλοσοφικές αναζητή- σεις του 18ου αι.· έχοντας κλίση όχι προς τη συστηματική έκθεση των πραγ- μάτων, αλλά προς την εμπνευσμένη ρα- ψωδία, ο Χέρντερ μπόρεσε, σε μια καθα- ρή και προσιτή μορφή, να διατυπώσει την ιδέα της οργανικής ανάπτυξης του κό- σμου, παρακολουθώντας την και στη μη - ζωντανή και στην έμβια φύση, στη ζωή της κοινωνίας και στην ανθρώπινη ιστο- ρία, ωσάν να πρόκειτο για τα διάφορα ε- πίπεδα ενός ενιαίου παγκόσμιου οργανι- σμού. Στην πραγματεία «Έρευνα για την προέλευση της γλώσσας^ (1772) ο Χέρ- ντερ διατύπωσε για πρώτη φορά την αρ- χή της κοσμοθεωρίας του, που υπερβαί- νει τη θεολογική εικόνα της ιστορίας: η γλώσσα, κατά το Χέρντερ, είναι δημιουρ- γία του ανθρώπινου νου. Μετά το απο- σπασματικό έργο «Ακόμα μια φιλοσοφία της ιστορίας για τη διαμόρφωση της αν- θρωπότητας» («Auch eine Philosophie der Geschichte zur Bildung der Mensch- heit», 1774) ο Χέρντερ γράφει το μνη- μειώδες έργο «Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της ανθρωπότητας»* (τ. 1 - 4,1784 - 91), όπου αρχίζει με την εικόνα της βαθμιαίας διαμόρφωσης της Γης και τελειώνει με μία έκθεση της ιστορικής α- νάπτυξης της ανθρωπότητας. Συνέχεια των «/δεών» ήταν τα «Γράμματα για την ενίσχυση του ανθρωπισμού» («Briefe zur Beförderung der Humanität», Bd, 1-10, 1793 - 97). Ο ύστερος Χέρντερ άσκησε έντονη πολεμική εναντίον του Καντ («Η μετακριτική της κριτικής του καθαρού λόγου» - «Metakritik zur kritik der reinen Vernunft», 1799, «Καλλιγόνη» -«Kalligo- ne», Tl 1 -3,1800, αφιερωμένο στην κρι- τική της καντιανής αισθητικής), όπου δια- τύπωσε μια σειρά από υλιστικές ιδέες. Η ιδέα του Χέρντερ για την εμφάνιση και την ανάπτυξη του κόσμου ως οργανικού συνόλου, όπως και η φιλοσοφία του του πολιτισμού, καθόρισαν σε πολλά την με- τέπειτα εξέλιξη όλης της γερμανικής φι- λοσοφικής σκέψης. ■ Sämtliche Werke, hrsg. ν. Β. Suphan, Bd 1 - 33, 1877 - 1913· Werke, Bd 1 - 5. Β. - Wei- mar, 1976- σε ρωσ. μετφ.: Επιλογή έργων, Μ. - Λ.. 1959. • Ρ. Χάιμ, Χέρντερ - η ζωή και το έργο του, μετφ. από τα γερμ., τ. 1 - 2, Μ., 1888' Γκουλί- γκα Α. Β., Χέρντερ, Μ., 1975· Kantzenbach F. W. J. G. Herder in Selbstzeugnissen und Bild- dokumenten, Reinbek bei, Hamb., 1970. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χερτς (Hörz) Χέρμπερτ (γεν. 12. 8. 1933, Στουτγάρδη). Γερμανός φιλόσο- 404
Χέρτσεν φος, μαρξιστής (ΛΔΓ), μέλος της Ακαδη- μίας Επιστημών της ΛΔΓ (1976). Μέλος του ΣΕΚΓ από το 1952. Του απενεμήθη- κε κρατικό βραβείο της ΛΔΓ (1972). Το- μέας επιστημονικής του δράσης: τα φι- λοσοφικά προβλήματα των θετικών επι- στημών, τα κοσμοθεωρητικά, μεθοδολο- γικά και γνωσιολογικά προβλήματα ανάπτυξης της επιστήμης. Είναι ένας από τους συγγραφείς και εκδότης του «/\εξίκού των φιλοσοφικών προβλημάτων των θετικών επιστημών^ («Philosophie und Naturwissenschaften. Wörterbuch zu den philosophischen Fragen der Natunvissencchaften», 1978). ■ Materie und Bewubtsein. Untersuchung philosophischer Kategorien unter besonderer Berücksichtigung der Naturwissenschaften, B., 1965· Physik und Weltanschauung. Stan- dpunkte der marxistischen Philosophies zur Entwicklung der Physik, Lpz. - [u.a.], 1968· Werner Heisenberg und die Philosophie, B., 1968 Mensch contra Materie? Standpunkte des dialektischen Materialismus zur Bede- utung naturwissenschaftlicher Erkenntnisse für den Menschen. B.. 1976' Verantwortung - Schöpfertum - Wissenschaft, B., 1979 (μαζί με τον D. Seidel)· σε ρωσ. μετψ.: Η μαρξιστική φιλοσοφία κι οι Θετικές επιστήμες, Μ., 1982. Θεώρηση NtK. Στέργιου Χέρτσεν Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς (ψευδ. /- οκαντέρ) (6. 4. 1812, Μόσχα, 21. 1. 1870, Παρίσι). Ρώσος συγγραφέας και δημοσιολόγος, υλιστής φιλόσοφος, επα- ναστάτης. Καταγόταν από αριστοκρά- τες: νόθος γιος του πλούσιου φεου- δάρχη Ι. Α. Γιάκοβλεφ. Τέλειωσε το φυσι- κομαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας (1833). Τον Ιούλιο του 1834, για συμμετοχή του σε πανεπιστημιακό επαναστατικό όμιλο, συνελήφθη και στάλθηκε εξορία (στο Περμ, στη Βιάτκα, στο Βλαντίμιρ). Στις αρχές του 1840 γύρισε στη Μόσχα και το Μάη μετακόμισε στην Πετρούπολη. Το 1841 εξορίστηκε στο Νόβγκοροντ εξαι- τίας μιας έντονης κριτικής που κάνε στην αστυνομία σ' ένα προσωπικό του γράμμα. Μετά την επιστροφή του από την εξορία (1842), έζησε στη Μόσχα, συμμετείχε ενεργά στην ιδεολογική - φι- λοσοφική πάλη, συνεργάστηκε στο πε- ριοδικό «Οτέτσεστβενιγε ζαπίσκι» («Πα- τριωτικές σημειώσεις»), άσκησε κριτική στην ιδεολογία του επίσημου εθνισμού και στις απόψεις των σλαβόφιλων. Το 1847 έφυγε με την οικογένεια του στην Ευρώπη. Έζησε την Επανάσταση του 1848 στη Γαλλία και την ήττα της. Το 1849 μετακόμισε στη Γενεύη. Συμμετεί- χε στην έκδοση της εφημερίδας του Προυντόν* <Ήφωνή του λαού». Το 1850 εγκαταστάθηκε στη Νίκαια, όπου ήρθε σ' επαφή με τους παράγοντες του ιταλι- κού επαναστατικού κινήματος. Το 1852 πήγε στο Λονδίνο, όπου ίδρυσε, το 1853, για τη διεξαγωγή της πάλης ενάντια στη δουλοπαροικία και τον τσαρισμό, το Ε- λεύθερο ρωσικό τυπογραφείο. Από το 1855 εξέδιδε το λεύκωμα «ΠοΜάρναγια ζβεζντά» («Πολικός αστέρας»). Στα 1857 - 67, μαζί με τον Ογκαριόφ, εξέδω- σε την πρώτη ρωσική επαναστατική εφη- μερίδα «ΚολοκόΛ» («Καμπάνα»). Το πρό- γραμμα της «Κολοκόλ» στο πρώτο στά- διο (1857 - 61) περιείχε γενικά - δημο- κρατικά αιτήματα: απελευθέρωση των αγροτών μαζί με τη γη τους, κοινοτική γαιοκτησία, κατάργηση της λογοκρισίας και των σωματικών τιμωριών. Μετά τη με- ταρρύθμιση του 1861 (που κατάργησε το δουλοπάροικο σύστημα - σημ. μετφ.) ά- σκησε έντονη κρπική ενάντια στο φιλε- λευθερισμό (την ιδεολογία της αστικής τάξης), δημοσίευσε άρθρα που ξεσκέπα- ζαν την ουσία της μεταρρύθμισης, κα- θώς και επαναστατικές προκηρύξεις. Την περίοδο της Πολωνικής εξέγερσης του 1863 - 64, αν και καταλάβαινε πως ή- ταν καταδικασμένη, τάχθηκε στο πλευρό της Πολωνίας. Τα τελευταία χρόνια της 405
Χέρτσεν ζωής του διαφώνη(5ε με τους νεαρούς ρώσους εξόριστους επαναστάτες πάνω σε μια σειρά θεμελιακά ζητήματα. Παράλληλα με τα εξαίρετα λογοτεχνικά έργα -το μυθιστόρημα «Ποιος φταίει;» (1841 - 46), το διήγημα «Ο δόκτωρ Κρού- ποφ» (1847), τις αναμνήσεις «Παρελθόν και σκέψεις» (1852 - 68)- ο Χέρτσεν έ- γραψε επίσης και φιλοσοφικά έργα, στα οποία «... μπόρεσε να φτάσει στο ύψος των μεγάλων διανοητών της εποχής του» (Λένιν Β. Ι. Άπαντα, τ. 21, σελ. 256). Κύ- ριο θέμα της φιλοσοφικής δημιουργίας του Χέρτσεν είναι η ενότητα του Είναι και της νόησης, της ζωής και του ιδεώ- δους. Ο Χέρτσεν προσπαθούσε να βρει και να διαμορφώσει μκι μέθοδο γνωστι- κής διαδικασίας που θα αντανακλούσε ε- παρκώς την πραγματικότητα και θα απο- τελούσε ενότητα πείρας και θεωρίας, «εμπειρίας» και «θεώρησης». Στον το- μέα της φιλοσοφίας της ιστορίας, στο κέντρο της προσοχής του βρίσκεται το πρόβλημα του κοινωνικού νόμου, που ο Χέρτσεν, σε τελευταία ανάλυση, εννοεί ως συνδυασμό της αυθόρμητης πορείας της ιστορίας (της ασύνειδης ζωής των λαών) και της συνειδητής δράσης των α- τόμων (ανάπτυξη της επισπίμης). Στον κοινωνικό - πολιτικό τομέα το σύνθημα της ενότητας θεωρίας και πράξης οδή- γησε το Χέρτσεν στην πάλη για την επα- ναστατική διαφώτιση των λαϊκών μαζών, η οποία τις προετοιμάζει για τη σοσιαλι- στική ανατροπή. Αυτή η πολύπλοκη, αλλά με εσωτερική συνοχή, προβληματική εκ- φράζεται με τρόπο διάφορο στα διάφορα στάδια της ιδεολογικής εξέλιξης του Χέρτσεν. Στα πρώιμα έργα του («Η θέση του αν- θρώπου στη φύση», 1832 κ.ά.), που δεί- χνουν το ενδιαφέρον του για τα προβλή- ματα των φυσικών επιστημών και τις σύγ- χρονες του φιλοσοφικές και κοινωνικές διδασκαλίες (Σέλλινγκ, Κουζέν, Σαιν - Σι- μόν κ.ά.), υπάρχει η τάση θεώρησης της ενότητας φύσης κι ανθρώπου, ύλης και συνείδησης, εμπειρικής γνώσης και ορ- θολογικής σκέψης. Στον κύκλο των άρ- θρων «Ο ερασιτεχνισμός στηνεπισπ)μη» (1842 - 43), χαρακτηρίζοντας τη διαλε- κτική του Χέγγελ ως «άλγεβρα της επα- νάστασης», ο Χέρτσεν προσπάθησε να τεκμηριώσει τη νομοτέλεια της κίνησης της ανθρωπότητας προς μια κοινωνία ε- λεύθερη από ανταγωνισμούς. Κατά την άποψη του, ο κόσμος του μέλλοντος, που θα είναι το βασίλειο του λογικού, θα ενσαρκώσει και θα πραγματοποιήσει τα ορθολογικά στοιχεία της προηγούμενης ιστορίας: τη ρεαλιστική υπόκλιση μπρο- στά στη φύση, που χαρακτήριζε την Αρ- χαιότητα, και τις αρχές της κυριαρχίας της προσωπικότητας και της ελευθερίας του πνεύματος, που αναπτύχθηκαν, ό- πως υπέθετε ο Χέρτσεν, στον πρώιμο χριστιανισμό. Το μέλλον αυτό ο Χέρτσεν το ταύτιζε με το σοσιαλιστικό ιδανικό. Η μορφή πορείας προς τον καινούριο κό- σμο ήταν, κατά τη γνώμη του, η συνένω- ση της φιλοσοφίας με τη ζωή, της επι- στήμης με τις μάζες. Οταν γίνει αυ- τή η συγχώνευση πνεύματος και ύλης, θ' αρχίσει η εποχή της «συνειδητής πρά- ξης» (η έννοια της πράξης είναι για το Χέρτσεν η ουσία της ανθρώπινης προσω- πικότητας). Στο κύριο φιλοσοφικό του έργο «Γράμμα- τα για τη μελέτη της φύσης» (1845 - 46) ο Χέρτσεν ανέπτυξε την ιδέα της ενότη- τας των αντιθέτων από μεθοδολογική κυ- ρίως άποψη. Κεντρική ιδέα αυτού του έργου είναι η επιτακτική ανάγκη εξάλει- ψης του ανταγωνισμού θετικών επιστη- μών και φιλοσοφίας ή, όπως έγραφε ο Χέρτσεν, «εμπειρίας» και «ιδεαλισμού». Επιδιώκοντας να ξεπεράσει τον ενορατι- σμό του παλιού, του μεταφυσικού υλι- σμού και να επανεξετάσει επιστημονικά τις αρχές της γνωστικής δραστηριότη- τας, της διαλεκτικής σκέψης, που ανα- πτύχθηκαν σε ιδεαλιστική θεωρησιακή 406
Χέρτσεν μορφή- από το Χέγγελ, ο Χέρτσεν α- ποκαλούσε «κατόρθωμα» την εκπόνηση από το Χέγγελ «μεθόδου» επιστήμης, και καλούσε τους εμπειρικούς επιστήμο- νες να την αξιοποιήσουν. Ταυτόχρονα, σε αντίθεση με το Χέγγελ, ο Χέρτσεν προσπαθούσε να παρουσιάσει τη φύση ως πρωταρχική ζωντανή διαδικασία, ως «πλανόδια ουσία», και τη διαλεκτική της γνώσης, τη λογική, ως συνέχιση κι αντα- νάκλαση της. Ωστόσο, αν και ανακήρυξε τη φύση «γενεαλογία της νόησης», δεν μπόρεσε να λύσει ώς το τέλος το θέμα της υλιστικής επανεξέτασης της διαλε- κτικής του Χέγγελ, το πρόβλημα της δη- μιουργίας «νέας φιλοσοφίας». Οδεύο- ντας «... πέρα από το Χέγγελ, προς τον υλισμό, ακολουθώντας το Φόυερμπαχ», ο Χέρτσεν, όπως σημείωνε ο Λένιν, «... πλησίασε πολύ, άγγιζε το διαλεκτικό υλι- σμό, και σταμάτησε μπροστά στον ιστορι- κό υλισμό» (στο ίδιο). Η ήττα της Επανάστασης του 1848, που ο Χέρτσεν λαθεμένα χαρακτήρισε ως α- ποτυχημένη μάχη για το σοσιαλισμό, τον οδήγησε στην επαναθεώρηση ορισμένων βασικών θέσεων των φιλοσοφικών από- ψεων της δεκαετίας του 1840 και ιδιαίτε- ρα στην απόρριψη της ιδέας για τη λογι- κότητα της ιστορίας, για το ακαταμάχητο της προόδου της ανθρωπότητας, καθώς και στην έντονη κριτική των διαφόρων κοινωνικών και ρομαντικών αυταπατών, ουτοπιών («Από την άλλη όχθη», 1847 - 50). Στην κριτική που άσκησε στο δυτικο- ευρωπαϊκό πολιτισμό ο Χέρτσεν έφτασε ως το σκεπτικισμό, αμφισβητώντας την ι- κανότητα της ανθρώπινης συνείδησης να αντανακλά σωστά και να προβλέψει την κατεύθυνση της πορείας της ιστορίας. Βλέπει επίσης με απαισιοδοξία την πιθα- νότητα μιας κοινωνικής ανατροπής. Μια προσπάθεια υπερνίκησης της απαισ-οδο- ξίας αυτής ήταν η θεωρία του Χέρτσεν για το «ρωσικό» αγροτικό σοσιαλισμό: στη ρωσική αγροτική κοινότητα νόμισε ότι εί- δε το πραγματικό έμβρυο του σοσιαλιστι- κού μέλλοντος («Ρωσία», 1849, κ.ά.). Κα- τά την άποψη του, «ο άνθρωπος του μέλ- λοντος στη Ρωσία, είναι ο μουζίκος, ό- πως ακριβώς στη Γαλλία είναι ο ερ- γάτης». (Επιλογή έργων, τ. 7, 1956, σελ. 326). Η ουτοπική θεωρία του «ρωσι- κού σοσιαλισμού» εξέφραζε σε ιδιότυπη μορφή τις επαναστατικές τάσεις της ρω- σικής αγροτιάς, το αίτημα της για ολο- κληρωτική κατάργηση της φεουδαρχικής γαιοκτησίας. Οραματιζόμενος την παρα- πέρα πορεία της ρωσικής ιστορίας ως α- πελευθέρωση των αγροτών απ' όλα τα δεσμά της φεουδαρχίας και της απολυ- ταρχίας και συνένωση του πατριαρχικού - κοινοτικού τρόπου ζωής των ρώσων α- γροτών, με τη σοσιαλιστική θεωρία, ο Χέρτσεν έθετε το πρόβλημα της δυνα- τότητας παράκαμψης της κεφαλαιοκρα- τικής (ράσης ανάπτυξης. Τα γεγονότα ό- μως των μέσων της δεκαετίας του 1860 έπειθαν όλο και περισσότερο το Χέρτσεν ότι κι η Ρωσία μολύνεται από την «αστική βλογιά». Στις δεκαετίες του 1850 και 1860, δίνο- ντας ιδιαίτερη προσοχή στο πρόβλημα της σχέσης προσωπικότητας και κοινω- νίας, ο Χέρτσεν άσκησε έντονη κριτική τόσο στον αστικό ατομικισμό, όσο και στην εξισωτική, κομμουνιστική ουτοπία (Μπαμπέφ, Καμπέ κ.ά.). Η τάση του ν' α- ποφεύγει τις ακρότητες, τόσο της μοιρο- λατρίας, όσο και του βολονταρισμού, εκ- φράζεται στις βαθιές σκέψεις του για το πρόβλημα της κοινωνικής νομοτέλειας. Προσπαθώντας να νοήσει την ιστορία ως «... ελεύθερη και αναγκαία υπόθεση» του ανθρώπου (Επιλογή έργων, τ. 20. βιβ. 1, 1960, σελ. 442), ανέπτυξε την ιδέα της ενότητας περιβάλλοντος και προσωπικό- τητας, ιστορικών καταστάσεων και αν- θρώπινης βούλησης, και επανεξέτασε την παλιά του άποψη για τις προοπτικές της ιστορικής εξέλιξης της Ευρώπης. Στα τελευταία κεφάλαια του έργου «Γ7α- 407
Χίλμπερτ ρελθόν και σκέψεις», στον κύκλο δοκι- μίων «Από πλήξη» (1868 - 69), στο διήγη- μα «Ο γιατρός, ο ετοιμοθάνατος κι οι νε- κροί» (1869) έθετε το πρόβλημα της «σύγχρονης πάλης του κεφαλαίου με την εργασία». Αποκορύφωμα των ιδεολογικών αναζητή- σεων και θεωρητική υποθήκη του Χέρ- τσεν αποτελεί η τελευταία του εργασία - τα γράμματα «Στον παλιό ούντροφο» (1869). Τα γράμματα αυτά απευθύνονται στον Μπακούνιν και στρέφονται ενάντια στις ακρότητες της επαναστατικής του θεωρίας: τις εκκλήσεις του για κατάργη- ση του κράτους, την άμεση κοινωνική α- νατροπή, στο αίτημα όχι να «διδάσκουμε το λαό», αλλά να «τον εξεγείρουμε». Δεν πρέπει να καλούνται οι μάζες σε τέ- τοιου είδους κοινωνική ανατροπή, γιατί, όπως πίστευε ο Χέρτσεν, με τη βία και την τρομοκρατία μπορεί μόνο να προε- τοιμαστεί ο δρόμος για το μέλλον, αλλά δε δημιουργείται το καινούργιο. Για την κοινωνική δημιουργία είναι αναγκαίες «ι- δέες που οικοδομούν», χρειάζεται δύνα- μη, χρειάζεται λαϊκή συνείδηση. «Δεν μπορούμε ν* απαλευθερώνουμε τους ανθρώπους στην εξωτερική τους ζωή, περισσότερο απ* ότι είναι απελευθερω- μένοι στην εοωτερική τους» (στο ίδιο, βιβ. 2,1960, σελ. 590). Υπόδειγμα κοινω- νικής οργάνωσης ο Χέρτσεν θεωρούσε τα «Διεθνή εργατικά συνέδρια», δηλαδή την Πρώτη Διεθνή. Οι ιδέες του Χέρτσεν άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της ρωσικής φι- λοσοφικής, κοινωνικής - πολιτικής κι αι- σθητικής σκέψης. Ο Χέρτσεν ήταν ένας από τους γενάρχες της ιδεολογίας του ναροντνικισμού. ■ ΑΓΏντα και γράμματα, τ. 1 - 22, Π., 1919 - 25· Επιλογή έργων, τ. 1 - 30. Μ., 1954 - 66' Έργα, τ. 1 - 9, Μ., 1955 - 58. • Λένιν Β. Ι., Ζτη μνήμη του Χέρτσεν, Απα- ντα, τ. 2^' Πλεχάνοφ Γκ. Β.. Οι φιλοσοφικές απόψεις του Α. Ι. Χέρτσεν, Έργα, τ. 23, Μ. - Λ., 1928' Πίπερ Λ., Η κοσμοαντίληψη του Χέρτσεν, Μ. - Λ., 1935· Λογοτεχ\/ική κληρο- νομιά, τ. 39/40, 41/42. 61 - 64. Μ.. 1941 -58· Γκίνζμπουργκ Λ. Γ Το έργο «Παρελθόν και σκέψεις» του Χέρτσεν, Λ., 1957· Βολόντιν Α, Ι., Σε αναζήτηση επαναστατικής θεωρίας (Α. Ι. Χέρτσεν), Μ., 1962· του ίδιου, Χέρτσεν, Μ. 1970· Πιρούμοβα Ν. Μ., Α. Χέρτσεν, Μ. 1962- Προβλήματα μελέτης του Χέρτσεν, Μ. 1963· Τσουκόφσκαγια Λ. Κ.. Το έρ^ο «Παρελ θόν και σκέψεις» του Χέρτσεν, Μ.. 1966· Ρο ζάνοβα Σ. Α.. Τολστόι και Χέρτσεν, Μ.. 1972 Σμιρνόβα Ζ. Β.. Η κοινωνική φιλοσοφία του Α Ι. Χέρτσεν, Μ., 1973· Έιντελμαν Ν. Γ., Ο Χέρτσεν ενάν7/αστ77ναΓ7θΛϋταρχ/α, Μ.. 1973 Χρονικό της ζωής και της δημιουργίας του Α ι Χέρτσεν, τ. 1 - 2. Μ.. 1974 - 76* Προκόφίεφ Β. Α., Χέρτσεν, Μ., 1979· Malia Μ., Alexander Herzen and the birth of Russian sociallsm. 1812 - 1855. Camb. (Mass.). 1961. Υλικά και βιβλιογραφία του Α. Ι. Χέρτσεν και βιβλιογρα- φία γι * αυτόν, «Επιστ. σημειώσεις του κρατι- κού παιδαγ. ινστιτούτου του Λένινγκραντ, 'Ά. Ι. Χέρτσεν'' », 1948, τ. 78· 1959, τ. 196' 1963, τ. 238· Βιβλιογραφία για τον Α. Ι. Χέρ- τσεν, 1917 - 1970. έκδ. 1. Α.. 1978. Α. Ι. Βολόντιν Θεώρηση Νικ. Στέργιου Χίλμπερτ (Hubert) Νταβίντ (23.1.1862. Μπελάου, κοντά στην Καινιξβέργη, 14.2.1943, Γκαίττινγκεν). Γερμανός μα- θηματικός και θεωρητικός της λογικής. Οι κύριες εργασίες του αφορούν τις βά- σεις των μαθηματικών και της μαθηματι- κής λογικής. Το 1899 έδωσε μια αυστηρά αξιωματική δόμηση της γεωμετρίας του Ευκλείδη, που προκαθόρισε την παραπέ- ρα ανάπτυξη των μελετών για την αξιω- ματοποίηση της επιστημονικής γνώσης. Ο Χίλμπερτ διατύπωσε ένα ευρύ σχέδιο θεμελίωσης των μαθηματικών μέσω της πλήρους τυποποίησης τους («Θεμελίω- ση των μαθηματικών», σε συνεργασία με τον Π. Μπερνάις, τ. 1 - 2, 1934 -39), ω- στόσο ΤΟ πρόγραμμα το Χίλμπερτ απο- 408
Χιναγιάνα δείχτηκε ανεφάρμοστο. Η προσέγγιση της θεμελίωσης των μαθηματικών από μέρους του Χίλμπερτ οδήγησε στην εμ- φάνιση του φορμαλισμού*, καθώς και ε- νός νέου τμήματος των μαθηματικών - των μεταμαθηματικών (της θεωρίας των αποδείξεων). Ο Χίλμπερτ έγραψε μια σειρά σημαντικές εργασίες σχετικά με τον προτασιακό λογισμό και το λογισμό των κατηγορημάτων. ■ Σε ρωσ. μετφ.: Οι βάσεις της Θεωρητικής λογικής, Μ., 1947 (συνεργασία με Β. Άκκερ- μαν)· Οι βάσεις της γεωμετρίας, Μ. Λ., 1948. • Ριντ Κ., Χίλμπερτ, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1977 (με ένθετη επισκόπηση του Χ. Βέιλ των έργων του Χίλμπερτ που είναι αφιερωμένα στα μαθηματικά). Θεώρηαη Γ Παπαγούνου Χιναγιάνα [σανσκρ. κυριολ. - μικρή άμα- ξα ή μικρό (στενό) δρομάκι]. Μία από τις δύο βασικές, παράλληλα με τη μαχαγιά- να*, κατευθύνσεις του βουδισμού. Ως ο- λοκληρωμένο κίνημα εμφανίστηκε στις αρχές της μ.Χ. εποχής (η έννοια «χινα- γιάνα» εισήχθη από τους οπαδούς της μαχαγιάνα) στη Β Α Ινδία (και την Κεϋλά- νη), στη συνέχεια διαδόθηκε πλατιά σε ό- λες τις ασιατικές χώρες- εκτοπίστηκε ω- στόσο στο βορρά από τη μαχαγιάνα και ε- πικράτησε τελικά στη ΝΑ Ασία: την Κεϋ- λάνη (σημερινή Σρι Λάνκα), τη Βιρμανία, την Καμπότζη, το Λάος, την Ταϋλάνδη· επονομάστηκε νότιος βουδι- σμός (στις χώρες του βορρά διατηρήθη- κε ως ξεχωριστή αίρεση) και άσκησε τε- ράστια επίδραση σε όλες τις πλευρές της ζωής των χωρών αυτών. Από τις σχο- λές της χιναγιάνα πρέπει να ξεχωρι- στούν: η τχεραβάντα (σχολή των πρε- σβυτέρων), που ήταν πλησιέστερα στον αρχικό βουδισμό (σήμερα η ονομασία της αφορά όλα τα ρεύματα της χιναγιάνα), η βαϊμπχάσικα* (σαρβαστιβάντα) και η σα- ουτραντίκα* Κύριες πηγές: η «Τιπιτά- κα»* και η σχετική με αυτήν παλιική φιλο- λογία, από την οποία πιο σημαντικά είναι: τα σχόλια του Μπουνταγχόσα (πιο συγκε- κριμένα η «Βισουντχιμάγκα» - εγκυκλο- παίδεια του βουδισμού) και η «Μιχ^ττα - Γτάνχα» («Ερωτήματα του αυτοκράτορα Μιλίντα^). Μεγάλη σημασία έχει η «Α- μηχιντχαρμακόοα» του Βασουμπάντου*. Βάση της χιναγιάνα είναι η βουδιστική ι- δέα για τις δύο καταστάσεις του Είναι (την «εκδηλωνόμενη» και την «ανεκδή- λωτη»), και ειδικά η ταύτιση της πρώτης με τη συγκίνηση των ντάρμα* (ψυχοφυσι- κά στοιχεία με απρόσωπη ζωτική διεργα- σία). Η έμφαση στο ότι το «Εγώ» κι ο κό- σμος είναι μόνο ένας παροδικός συνδυα- σμός αυτών των ντάρμα, η υπογράμμιση της μη - πραγματικότητας του «Εγώ» και του κόσμου, της πνευματικής και υλικής ουσίας και ταυτόχρονα της πραγματικό- τητας των ίδιων των ντάρμα, αποτελούν την ουσιαστική ιδιομορφία της χιναγιάνα (σε αντίθεση με τη μαχαγιάνα). ' Ετσι, ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της χιναγιάνα πρέπει να δεχτούμε την άρνηση της ύ- παρξης της ψυχής ως αυτόνομης πνευ- ματικής ουσίας (στην απόδειξη αυτού του πράγματος είναι αφιερωμένη η «Μ/- λίντα - πάνχα»). Στον ειδικά ηθικό τομέα η χαρακτηριστι- κή για το βουδισμό διδασκαλία της προ- σωπικής ολοκλήρωσης παίρνει στη χινα- γιάνα τη μορφή της έντονα ανεξάρτητης (από οποιεσδήποτε υπερφυσικές δυνά- μεις) ανάπτυξης της προσωπικότητας. Το ιδανικό της ολοκληρωμένης προσωπι- κότητας, στη χιναγιάνα, το αρχάτ (στα σανσκρ. - αυτός που έφτασε τον τελικό σκοπό) φτάνει στην τελειότητα αυτοδύ- ναμα και μοιάζει ν' ανησυχεί ελάχιστα για την τελειότητα των άλλων. Στη χινα- γιάνα ο Βούδας είναι το ιδανικό και ο δά- σκαλος της τελειότητας, το αντικείμενο για μίμηση και σεβασμό. Παρόλο που στη χιναγιάνα υπάρχουν στοιχεία θεοποίησης 409
Χιουμ του, στο σύνολο της δεν περιλαμβάνο- νται ούτε περίπλοκη λατρεία, ούτε περί- πλοκη θρησκευτική οργάνωση* όλα τούτα αντικαθίστανται με τη ζωή στο κοινόβιο των μοναχών. Ταυτόχρονα, σης χώρες της χιναγιάνα διαδόθηκε ένας ιδιόμορ- φος πολυθεϊσμός (πιο συγκεκριμένα, συ- νένωση των βουδιστικών γνωρισμάτων με το βραχμανισμό, το σαμανισμό, την πίστη στα πνεύματα κ.λπ.). • Ρόζεμπεργκ Ο. Ο., Βσαγωγή στη μελέτη του βουδισμού με βάση ης ιαπωνικές και κι- νέζικες πηγές, μέρ. 2 - Προβλήματα βουδι- στικής φιλοσοφίας, Π., 1918* Stcherbatsky Th., The central conceptlon of Buddhism and the meaning of the word «Dharma», L., 1923· Ward Ch. H. S., Buddism, v. 1 - Hinaya- na. L., 1947· Bareau Α., Les sectes bouddhl- ques du petit vehicule (Saiquon), 1955* βλ. ε- πίσης βιβλγ. στο λήμμα Βουδισμός. Θεώρηση £ Ν. Ρούσσου Χιουμ (Hume) Ντέιβιντ (26. 4. 1711. Ε- διμβούργο, Σκωτία. - 25. 8. 1776, Εδιμ- βούργο). Άγγλος φιλόσοφος, ιστορικός, οικονομολόγος καιδημοσιολόγος. Διατύ- πωσε τις βασικές αρχές του ευρωπαϊκού αγνωστικισμού* πρόδρομος του θετικι- σμού. Στα 1739 - 40 δημοσίευσε το βασι- κό του έργο «Πραγματεία yia την ανθρώ- πινη φύση^. Στα 1753 - 62 εργάστηκε πά- νω στην οκτάτομη «Ιστορία της Αγγλίας» στην οποία διατύπωσε την απαίτηση των «νέων» τόρηδων ν* αναλάβουν ρόλο η- γετικό στο συνασπισμό των δύο κομμά- των της αγγλικής αστικής τάξης. Στα 1763 - 66 υπηρέτησε ως διπλωμάτης στο Παρίσι. Ο Χιούμ δόξασε την πατρίδα του με τα «Δοκίμια» (1742) πάνω σε πολιτικά και ηθικά θέματα. Η θεωρία της γνώσης του Χιούμ διαμορ- φώθηκε με την επανεπεξεργασία του υ- ποκειμενικού ιδεαλισμού του Μπέρκλεϋ μέσα σ* ένα πνεύμα αγνωστικισμού και φαινομεναλισμού. Ο αγνωστικισμός του Χιούμ άφηνε θεωρητικά ανοιχτό το ερώ- τημα, αν υπάρχουν ή όχι τα αντικείμενα που προκαλούν τις εντυπώσεις μας (πα- ρόλο που στην καθημερινή πρακτική δεν αμφέβαλε για την ύπαρξη τους). Ως πρωτογενείς θεωρούσε ο Χιούμ τις άμε- σες εντυπώσεις της εξωτερικής εμπει- ρίας (αισθήματα), καθώς και τις άμεσες εντυπώσεις της εσωτερικής εμπειρίας (πόνος κ.λπ.)· ως δευτερογενείς - τις ει- κόνες της μνήμης (παραστάσεις) ή, ό- πως ο ίδιος τις έλεγε, τις «ιδέες». Επει- δή ο Χιούμ θεωρούσε το πρόβλημα της σχέσης του Είναι και του πνεύματος θε- ωρητικά άλυτο, το αντικατέστησε με το πρόβλημα της εξάρτησης των απλών «ι- δεών» (δηλαδή των παραστατικών μορ- φών της μνήμης) από τις εξωτερικές ε- ντυπώσεις. Τη διαμόρφωση των σύνθε- των «ιδεών» την ερμήνευσε ψυχολογικά ως συνειρμό απλών «ιδεών» μεταξύ τους. ΐνΐε την άποψη του για τον αιτιακό χαρακτήρα των συνειρμικών διαδικασιών συνδέεται το κεντρικό σημείο της γνω- σιολογίας του - η θεωρία του για την αι- τιότητα. Το πρόβλημα των σχέσεων αι- τίας - αποτελέσματος ο Χιούμ το έλυσε αγνωστικιστικά: υποστήριζε ότι η ύπαρξη τους δεν αποδεικνύεται· έτσι, αυτό που θεωρείται αποτέλεσμα δεν περιέχεται σ* αυτό που θεωρείται αιτία, δε συνάγεται λογικά απ* αυτήν και δε μοιάζει μ' αυτή. Ο ψυχολογικός μηχανισμός, που προκα- λεί την πεποίθηση των ανθρώπων ότι α- ντικειμενικά υπάρχει αιτιότητα, βασίζε- ται, κατά το Χιούμ, στην κανονική εμφά- νιση και ακολουθία (στο χρόνο) του γεγο- νότος β ύστερ* από το γεγονός Α, το οποίο στο χώρο συνυπάρχει με το Β τα γεγονότα αυτά εκλαμβάνονται ως μαρτυ- ρία του ότι αναγκαστικά το Β (αποτέλε- σμα) προκαλείται από το Α (αιτία)' κάτι τέτοιο όμως είναι λάθος, και εξελίσσεται σε συνειρμό σταθερής αναμονής, σε συ- νήθεια και, τέλος, σε «πίστη» ότι στο μέλλον κάθε εμφάνιση του Α συνεπάγε- ται την εμφάνιση του Β. Κατά το Χιούμ, η 410
Χιουμ πεποίθηση ότι υπάρχει αιτιότητα στη φύ- ση στερείται θεωρητικής βάσης, σε ότι ό- μως σχετίζεται με τα ψυχικά (ραινόμενα η αιτιότητα είναι αναμφισβήτητη, αφού συντελεί στη δημιουργία «ιδεών» μέσω των εντυπώσεων και των μηχανισμών του συνειρμού. Σύμφωνα με το Χιούμ, η αι- τιότητα ισχύει σε κείνες τις επισπ^μες, οι οποίες μπορούν να μετατραπούν σε κλά- δο της ψυχολογίας, πράγμα που ο Χιούμ προσπαθεί να κάνει για την πολιτική ιστο- ρία, την ηθική και την επιστήμη της θρη- σκείας. Απορρίπτοντας την ελευθερία της βού- λησης από τη σκοπιά του ψυχικού ντε- τερμινισμού, και εκμεταλλευόμενος την κριτική της έννοιας «ουσία» του Μπέρ- κλεϋ, ο Χιούμ άσκησε κριτική στην έν- νοια "πις πνευματικής ουσίας. Το «Εγώ», σύμφωνα με το Χιούμ, αποτελείται από δέσμη «... διαφόρων εντυπώσεων που έρχονται και φεύγουν η μια μετά την άλ- λη» (Έργα, τ. 1, Μ., 1965, σελ. 367). Η κριτική της πνευματικής ουσίας εξελί- χτηκε στο Χιούμ σε κριτική της εκκλη- σίας και της θρησκευτικής πίστης, στην οποία αντιπαραθέτε τη συνήθεια και τη διάχυτη «φυσική θρησκεία». Στη βάση της ηθικής του Χιούμ βρίσκεται η άποψη της αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος, κατά το Χιούμ, είναι πλάσμα αδύναμο, που υπόκειται σε λάθη και στα καπρίτσια των συνειρμών η μόρ- φωση του προσφέρει όχι τη γνώση, αλλά τη συνήθεια. ' Οπως ο Σέφτσμπερυ κι ο Χάτσεσον, ο Χιουμ πίστευε ότι οι ηθικές εκτιμήσεις απορρέουν από το αίσθημα της ικανοποίησης. Απ* αυτή την ηδονι- στική αρχή ο Χιουμ πέρασε στον ωφελιμι- σμό· όμως, αναζητώντας τα κίνητρα που θα υποχρέωναν τους ανθρώπους να ακο- λουθήσουν τις απαιτήσεις του «κοινωνι- κού αγαθού», στράφηκε προς το αλ- τρουιστικό συναίσθημα της πανανθρώπι- νης «συμπάθειας», το οποίο αντιπαραθέ- τε στον ατομικισμό. Η αισθητική του Χιουμ αναγόταν στην ψυχολογία της καλλιτεχνικής αντίληψης και ερμήνευε το ωραίο κυρίως ως συναι- σθηματική αντίδραση. Στην κοινωνιολογία ο Χιουμ ήταν αντίπα- λος τόσο της φεουδαρχικής αριστοκρατι- κής ιδέας της «ελέω θεού εξουσίας», όσο και των αστικών θεωριών προέλευ- σης του κράτους με κοινωνικό συμβό- λαιο. Η κοινωνία, κατά το Χιούμ, δημιουρ- γήθηκε από την αύξηση των οικογενειών, ενώ η πολιτική εξουσία προήλθε από το θεσμό των πολεμικών αρχηγών, στους ο- ποίους ο λαός «συνήθισε» να υποτάσσε- ται. Σύμφωνα με το Χιούμ, ο βαθμός νο- μιμότητας της εξουσίας εξαρτάται από τη διάρκεια της διοίκησης και την τήρηση της αρχής της ατομικής ιδιοκτησίας. Κάτω από την επίδραση των ιδεών του Χιούμ αναπτύχθηκαν οι περισσότερες θετικιστικές θεωρίες του 19ου και του 20ού αι., όπως οι θεωρίες του Τζ. Στ. Μιλ, του εμπειριοκριτικισμού, του νεοθε- τικισμού και της φιλοσοφίας της γλώσ- σας. ■ The philosophical works, ν. 1 - 2, L., 1898- Polltical discources, Edln., 1752* The life of D. Hume. written by himself, L., 1777 The lettres of D. Hume. v. 1 - 2, Oxf., 1932* σε ρωσ. μετφ.: Έργα, τ. 1 - 2, Μ., 1965· Χάτσεσον Φ., Χιούμ Ντ., Σμιθ Α., Αισθητική, Μ., 1973. • ' Ενγκελς Φ., Η κατάσταση στην Αγγλία. Δέκατος όγδοος αιώνας, Μαρξ Κ. και Έν- γκελς Φ., Απαντα, τ. V του ίδιου, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επι- στήμη, στο ίδιο, τ. 19 του ίδιου, Ο Λ. Φόυερ- μπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, στο ίδιο, τ. 21 Λένιν Β. Ι., Υλι- σμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, τ. 18" Βίνογκράντοφ Ν. Ντ., Η φιλοσοφία του Ντ. Χιουμ, μέρ. 1 - 2, Μ., [1905 -11]· Νάρσκι Ι. Σ.. Η φιλοσοφία του Ντ. Χιουμ, Μ., 1967· του ί- διου, Ντ. Χιουμ, Μ., 1973' Kemp - Smith Ν., The philo^ophy of D. Hume, L., 1949* Mac Nabb G. C, D. Hume. His theory of Knowled- ge and morality, L., 1951 · Leroy A. - L., D. Hu- 411
Χιούμορ me, Ρ., 1953· Basson Α. Η., D. Hume, Har- mondsworth, 1958 Zabeeh F., Hume, pre- cursor of modern empiricism, The Hague, i960· Forbes D., Hume' s philosophical poli- tics, Camp., 1975· Jessop T. E., Α bibliogra- phy of D. Hume and of Scottish philosophy from Francis Hutcheson to lord Balfour, L., 1938. N. Σ. Νάρσκι Θεώρηση Γρ. ΘέμεΑη - ΑλατζόγΑου Χιούμορ (αγγλ. hunnour - ιδιοτροπία, διά- θεση, ευθυμία, κέφι, από το λατ. humor - χυμός: σύμφωνα με την αρχαία θεωρία περί συσχετισμού των τεσσάρων βασικών «χυμών» του ανθρώπινου σώματος που καθορίζουν τις τέσσερις ιδιοσυγκρασίες ή χαρακτήρες). Ιδιαίτερος τύπος του κω- μικού*, βίωση της αντιφατικότητας ενός φαινομένου που συνταιριάζει το σοβαρό και το αστείο και που χαρακτηρίζεται από την υπεροχή του θετικού στοιχείου στο αστείο. Ως μορφή βιώματος το χιούμορ, αντίθετα από την ειρωνεία* και το σπιν- θηροβόλο πνεύμα, που είναι διανοητικής φύσης, σχετίζεται όχι μόνο με τη σφαίρα της συνείδησης, αλλά και με ολόκληρη την ψυχική κατάσταση του ανθρώπου, εκδηλώνεται ως γνώρισμα του χαρακτή- ρα του. Τη σημασία μιας φιλοσοφικής - αισθητι- κής κατηγορίας το χιούμορ την απέκτησε το 18ο αι. Τη θεωρία του χιούμορ την ε- πεξεργάστηκε καταλεπτώς η αισθητική του ρομαντισμού, κυρίως ο Ζαν - Πολ Ρί- χτερ, ο οποίος έβλεπε στο χιούμορ την ειδοποιό «ρομαντική» μορφή του κωμι- κού, που εκφράζει την αντίθεση ανάμε- σα στην άπειρη ιδέα και στον πεπερα- σμένο κόσμο των φαινομένων. Ο Ζόλγκερ θεωρεί το χιούμορ ως το διτ- τό αίσθημα μεγαλοσύνης και ατέλειας του Είναι και τονίζει ότι στο χιούμορ το τραγικό και το κωμικό είναι αλληλένδετα. Ο Σοπενχάουερ βλέπει την πηγή του χιούμορ στη σύγκρουση των υψηλών πνευματικών ενδιαφερόντων με τον ξέ- νο προς αυτά χαμαιπετή κόσμο. Στην αισθητική του Χέγγελ το χιούμορ συσχετίζεται με το τελικό στάδιο της καλλιτεχνικής εξέλιξης (με την αποσύν- θεση της τελευταίας, της «ρομαντικής», μορφής της τέχνης). Χαρακτηρίζοντας το «υποκειμενικό χιούμορ» ως αυθαίρετο παιχνίδι συνειρμών της καλλιτεχνικής φαντασίας, ο Χέγγελ το ταυτίζει, στην ουσία με τη ρομαντική ειρωνεία την ο- ποία επικρίνει και του αντιπαραθέτει το «αντικειμενικό χιούμορ» ως εσωτερική κίνηση του πνεύματος που αφοσιώνεται εξολοκλήρου στο αντικείμενο του. Στην αισθητική του 2ου μισού του 19ου - αρ- χές του 20ού αι. είναι χαρακτηριστική η υποστασιοποίηση του χιούμορ ως «αισθη- τικής μορφής του μεταφυσικού» (Γ Μπάνζεν), ως «της βαθύτερης μορφής του κωμικού, που πλησιάζει το τραγικό» (Ι. Φόλκελτ), ή ακόμα ως της μοναδικά αι- σθητικής μορφής του γελοίου (Κ. Γκρος και, ιδιαίτερα, Τ. Λιψ) κ.λπ. Στη σοβιετική αισθητική το χιούμορ με- λετάται στο πλαίσιο των κοινωνικο-ιστορι- κών του προσδιορισμών: το ξεχώρισμα του χιούμορ από τον απρόσωπο αρχαίο τύπο του κωμικού, η γένεση και η ανά- πτυξη του στην κουλτούρα των Νέων Χρόνων, από την εποχή της Αναγέννη- σης κ.λπ. (Μ. Μ. Μπαχτίν, Λ. Ε. Πίνσκι κ.ά.). • Πίνοκι Λ., Οι κωμωδίες και η αρχή του κωμι- κού στο Σαίξπηρ, στο βιβ.: Συλλογή μελετών για το Σαίξπηρ, 1967, Μ.. [1968]· Richter J. Ρ. Vorschule der Ästhetik, Hamb., 1804, S. 166 - 220· Bahnsen J. F.. Α., Das Tragische als Weltgesetz und der Humor als ästhetische Gestalt des Metaphysischen, Lauenburg, 1877· Höffding H.. Humor als, Lebensgefühl, Lpz., 1930· Grotjahn M., Beyond laughter; hu- 412
Χόλμπαχ mor and the subconscious, N.Y., 1966 βλ. ε- πίσης βίβλγ. στο λήμμα Κωμικό. Γ. Ν. Ποπόφ Θεώρηση Πάν. Κρητικού Χόλιτσερ (Hollitscher) Βάλτερ (γεν. 16.5.1911, Βιένη). Αυστριακός φιλόσο- φος και ψυχολόγος, μαρξιστής. Μέλος της Κ.Ε. του ΚΚ Αυστρίας από το 1965. Τα βασικά του έργα αναφέρονται σε προ- βλήματα υλιστικής ερμηνείας της φύ- σης, της διαστημικής και βιολογικής ανά- πτυξης, καθώς και σε προβλήματα του ανθρώπου. Ο Χόλιτσερ δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην κριτική της αστικής ιδεο- λογίας και του αναθεωρητισμού. ■ Tierisches und Menschliches, W., 1971' «Kain» oder Prometheus? Kritik des zeitge- nossischen Biologismus, B., 1972* Aggres- sionstrieb und Krieg, Stuttg., 1973· Grund- beggriffe der marxistischen politischen Öko- nomie und Philosophie W., 1974* Der überan- strengte Sexus. Die sogennante sexuelle E- manzipation im heutigen Kapitalismus, B., 1975· Für und Wider die Menschlich Keit, Fr./M., 1977· σε ρωο. μοτφ.'.Ηφύση στην επι- στημονική εικόνα του κόσμου, Μ., 1966' Ο άνθρωπος στην επιστημονική εικόνα του κό- σμου, Μ., 1971' '/άνθρωπος κα/επ/θεΓίκότ77- τα. Ο Ζ Φρόυδ κι ο Κ. Λόρεντς στο φως του μαρξισμού, Μ., 1975* Προσωπικότητα κι αν- θρωπισμός, Μ., 1981. Θεώρηση Νικ. Στέργιου Χόλμπαχ (Holbach) Πολ Ανρί (1723, Ε- ντεσχάιμ, Πφάλτς, - 21.6.1789. Παρίσι). Γάλλος φιλόσοφος, ένας από τους ιδρυ- τές της σχολής του γαλλικού υλισμού και αθεϊσμού του 18ου αι., θεωρητικός της επαναστατικής αστικής τάξης. Υπήρξε συνεργάτης του Ντιντερό και του Ελβέ- τιου, πήρε μέρος στην έκδοση της «Ε- νκυκλοπαίδειας» που επικεφαλής της ή- ταν ο Ντιντερό. Στο φιλοσοφικό σαλόνι του Χόλμπαχ συζητιόνταν τα προβλήμα- τα της οικονομικής, κοινωνικοπολιτικής και πνευματικής ανανέωσης της Γαλλίας, της εξάλειψης των δεσποτικών μορφών διοίκησης και της ανισότητας ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα. Οι πολύπλευρες γνώσεις του Χόλμπαχ στον τομέα των θετικών επιστημών συνε- τέλεσαν στη στήριξη της υλιστικής φιλο- σοφίας και του αθεϊσμού, στη συστημα- τική κριτική του ιδεαλισμού και της θρη- σκείας. Στο κύριο φιλοσοφικό του έργο «Το σύστημα της φύσης, ή Για τους νό- μους του φυσικού κόσμου και του πνευ- ματικού κόσμου» (τ. 1 - 2. 1770) ο Χόλ- μπαχ υποστηρίζει την αιωνιότητα και το αδημιούργητο της ύλης, η οποία, στη δια- δικασία της βαθμιαίας ανάπτυξης κι αλ- λαγής, δημιουργεί όλη την πολυμορφία του αντικειμενικού κόσμου. Το Σύμπαν, σύμφωνα με το Χόλμπαχ, αποτελεί κι- νούμενη ύλη, η κίνηση είναι μορφή ύπαρ- ξης της ύλης που απορρέει κατ* αναγκα- στικό τρόπο από την ουσία της. Στα πλαί- σια της ενότητας ύλης και κίνησης, ο Χόλμπαχ θεωρούσε την κίνηση μηχανι- στικά. Οι περιορισμοί της μηχανιστικής θεώρησης ήταν εμφανείς και στον τρόπο που εννοούσε το ντετερμινισμό, την α- ντικειμενική νομοτέλεια, το τυχαίο και την αναγκαιότητα κ.ά. Η θεωρία της γνώσης του Χόλμπαχ στη- ρίχτηκε στην υλιστική ερμηνεία της αι- σθησιοκρατίας (σενσουαλισμό), στην πα- ραδοχή ότι η ύλη είναι πρωτογενής, ενώ όλες οι μορφές συνείδησης είναι δευτε- ρογενείς. Ο Χόλμπαχ ήταν αντίπαλος του αγνωστικισμού, υπεράσπιζε την ικα- νότητα του ανθρώπινου νου να γνωρίζει τον κόσμο και τους νόμους του. Παράλ- ληλα, η θεωρία της αντανάκλασης του Χόλμπαχ διατηρούσε τα θεωρησιακά στοιχεία, πράγμα που χαρακτήριζε τον προμαρξικό υλισμό. Έτσι, ο Χόλμπαχ δεν είδε τον ενεργητικό χαρακτήρα της συνείδησης και το ρόλο της κοινωνικής πρακτικής σπι διαδικασία της γνώσης. 413
Χόμανς Ο Χόλμπαχ συνδύαζε την υλιστική αντί- ληψη για τη φύση με τον ιστορικό ιδεαλι- σμό, με την παραδοχή της συνείδησης και της βούλησης των μεγάλων μορφών της ιστορίας ως αποφασιστική δύναμη της κοινωνικής ανάπτυξης. Οι αντιλή- ψεις του Χόλμπαχ για τα κοινωνικά φαι- νόμενα είχαν ορισμένα υλιστικά στοιχεία: όπως οι ιδέες του για το ρόλο του περι- βάλλοντος στη διαμόρφωση της προσω- πικότητας, για τη σημασία του υλικού εν- διαφέροντος στην κοινωνική ανάπτυξη κ.ά. Ο Χόλμπαχ άσκησε πολύπλευρη κριτική στη θρησκεία και την εκκλησία, αποκάλυ- ψε τον κοινωνικό τους ρόλο που συνίστα- ται στον αποπροσανατολισμό των λαϊκών μαζών, στην υπεράσπιση των συμφερό- ντων του βασιλιά και των ευγενών, στην πάλη ενάντια στην επιστήμη και τον πολι- τισμό. Ωστόσο, βλέποντας ιδεαλιστικά την ιστορία, δεν μπόρεσε να αποκαλύψει τις κοινωνικές ρίζες της θρησκείας, πι- στεύοντας ότι αυτή είναι γέννημα της α- μάθειας και της συνειδητής εξαπάτησης του λαού από τον κλήρο. Ο Χόλμπαχ έ- δωσε μεγάλη προσοχή στην κριτική αξιο- λόγηση της θρησκευτικής ηθικής και στην τεκμηρίωση της ωφελιμιστικής ηθι- κής. Στη «Φυοική πολιτική...» («La poli- tique naturelle...», ν. 1 - 2, L, 1774) ο Χόλμπαχ έδειξε την αντιδραστική ουσία του φεουδαρχικού πολιτικού συστήματος και τεκμηρίωσε το αναπόφευκτο της πτώσης του. Απορρίπτοντας τη φεουδαρχική μορφή ι- διοκτησίας, αρνιόταν την προοπτική της κοινωνικής ιδιοκτησίας, τεκμηρίωνε την επικράτηση της αστικής τάξης πραγμά- των αντικειμενικά, ωστόσο, πολλές από τις θέσεις της θεωρίας του Χόλμπαχ ευ- νόησαν την εμφάνιση του ουτοπικού σο- σιαλισμού του 18ου αι. ■ Systeme social..., ν. 1 -3, L, 1773 Le bon sens, ou Idoes naturelles opposoes aux Id6es surnaturelles, L., 1786' La morale universel- le..., V. 1 - 3, P., 1820· Textes choisis, v. 1., F., 1957· σε pcoo. μετφ.: Η αγία μόλυνση - Ο χρι- στιανισμός αποκαλυμμένος, Μ., 1936' Γράμ- ματα προς τον Ευγένιο. Ο κοινός νους, Μ., 1956· Η θεολογία της τσέπης, Μ., 1959' Επι- λογή έργων, τ. 1 - 2, Μ., 1963. • Μαρξ Κ., ' Ενγκελς Φ., Η αγία οικογένεια. Απαντα, τ. 2· των ίδιων, Γερμανική ιδεολογία, στο ίδιο, τ. 3· ' Ενγκελς Φ., Αντί - Ντύρινγκ, στο ίδιο, τ. 20· του ίδιου, Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ..., στο ίδιο, τ. 21· Λένιν BJ., Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού, Άπαντα, τ. 23" του ίδιου. Για τη σημασία του μαχόμενου υλισμού, στο ίδιο, τ. 45* Κοτσαριάν Μ. Τ., Ο Πολ Χόλμπαχ, Μ., 1978· Ακούλοφ Ι. Μη., Μαλιούκ Ο. Π., Ο Πολ Χόλμπαχ - κριτικός των θρησκευτικών δογμά- των. Μ., 1975· Naville Ρ., D' Holbach et la Phi- losophie scientifique au XVIH si6de, nouv. od., P., 1967 Skrzybek M., Hollach, Warsz., 1978. Θεώρηση Γ Παπαγούνου Χόμανς (Homans) Τζόρτζ Κάσπαρ (γεν. 11.8.1910, Βοστώνη). Αμερικανός κοινω- νιολόγος και κοινωνικός ψυχολόγος νεο- μπιχεϊβοριστής. ' Ενας από τους ιδρυτές της θεωρίας της μικρής ομάδας που στη- ρίζεται στην ιδέα της δομολειτουργικής ανάλυσης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 απομακρύνθηκε από το φουν- ξιοναλισμό κι άρχισε να ορίζει τη θέση του ως «οριακή ψυχολογική αναγωγή». Η εμ(ράνιση της κοινωνιολογίας, σύμφωνα με το Χόμανς, «ήταν φυσική συνέπεια της ψυχολογίας» και για τούτο «οι τελι- κές αρχές ερμηνείας στην ανθρωπολο- γία, την κοινωνιολογία ακόμα και στην ι- στορία... είναι ψυχολογικές» («Senti- ments and activities», Ν.Υ 1962, σελ. 48, 61). Αφετηρία της ανάλυσης θεωρεί τη «στοιχειώδη κοινωνική συμπεριφορά», δηλαδή τις άμεσες επαφές ανάμεσα στα άτομα, και στη βάση αυτή προσπαθεί να μελετήσει τη λειτουργεία των κοινωνι- κών συστημάτων διαφορετικού επιπέ- 414
Χομιακόφ δου. Την κοινωνική συμπεριφορά ο Χό- μανς τη μελετά βασισμένος σε θεωρίες δανεισμένες από την ψυχολογία της συ- μπεριφοράς και τις οικονομικές θεωρίες της ανταλλαγής. Περιγράφοντας την κοι- νωνική συμπεριφορά ως καθολική ανταλ- λαγή και διατυπώνοντας τους κανονι- σμούς μιας «δίκαιης ανταλλαγής», ο Χό- μανς ουσιαστικά δέχεται ως προϋπόθεση την ύπαρξη μιας ενιαίας έξωιστορικής ε- πιλογής αξιών και συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως έχουν περιγραφεί στην κλασική αστική πολιτική οικονομία. ■ Fatigue of workers, Ν. Υ., 1941 Marriage, authority and final causes, Chi., 1955 (σε συ- νεργασία με το Ν. Μ. Schneider)· Social be- havior. Its elementaiv forms, N. Y., 1961 * The natura of cocial science, N.Y., 1967· An intro- duction to Pareto, N.Y., 1970 (σε συνεργασία με τον Ch. Ρ. Curtis). • Loomis C. Ρ.. Loomis Ζ. Κ., Modern social theories, Princeton, 1963· The Institutions and social exchange. The sociologies of T. Parsons and G. C. Homans, ed. by H. Turk and R. L Simpson, Indianapolis - N.Y., 1971. Θεώρηοη Β. Φίλια Χομιακ6φ Αλεξέι Στεπάνοβιτς (1. 5. 1804, ΜΟσχα, - 23. y. 1860, χωριό Ιβανοφ- σκογιε, σημερ. περιφ. Ντανκόφσκι, της επαρχίας Λιπέτσκ). Ρώσος δημοσιολό- γος, θρησκευτικός φιλόσοφος, ποιητής· ιδρυτής της σλαβοφιλίας (βλ. Σλαβόφί- λοή. Συνδεόταν με τον μοσχοβίτικο όμι- λο των «Φίλων της σοφίας». Υποστήριζε την κατάργηση της δουλοπαροικίας με μεταρρυθμίσεις. Έβλεπε στην απολυ- ταρχία τη μόνη δυνατή για τη Ρωσία πολι- τική εξουσία, αλλά πρότεινε τη σύγκληση του «Ζέμσκι σομπόρ» (Συνέλευση των «Ζέμστβο», των τοπικών διοικήσεων που εκλέγονταν από τους ευγενείς και τις εύπορες τάξεις σπην τσαρική Ρωσία σημ. μετφ.) και μια σειρά άλλων φιλελεύ- θερων μεταρρυθμίσεων (ελεύθερη έκ- φραση της δημόσιας γνώμης, κατάργηση της θανατικής ποινής κ.λπ.) Το άρθρο του Χομιακόφ «Το παλιό και το καινούρ- γιο» (1839), που κυκλοφόρησε σε φυλ- λάδια, θεωρείται η απαρχή του κινήματος των σλαβοφίλων. Το έργο του Χομιακόφ χαρακτηρίζεται από μια τάση πολεμικής (κριτική του κα- θολικισμού, του προτεσταντισμού, των «ζαίτάντν/κων»*, του γερμανικού κλασι- κού ιδεαλισμού κ.ά.). Κεντρική θέση στις απόψεις του κατέχει η θεωρία για την αρχή της «σομπόρνοστ» («καθολικότη- τας», ολοκλήρωσης, εσωτερικής αρτίω- σης), που χαρακτηρίζει τη φύση όχι μόνο της χριστιανικής εκκλησίας, αλλά και του ανθρώπου, της κοινωνίας, των διαδικα- σιών της γνώσης και της δημιουργίας. Η «σομπόρνοστ» ερμηνεύεται από το Χο- μιακόφ ως γενική μεταφυσική αρχή ορ- γάνωσης του Είναι, που περισυλλέγει το πλήθος με τη δύναμη της αγάπης σε μιαν «ελεύθερη και οργανική ενότητα» (ο α- ντίθετος τύπος είναι ο «συνεταιρισμός», η τυπική εξωτερική συνένωση του πλή- θους των στοιχείων). Στη συνέχεια η δι- δασκαλία αυτή του Χομιακόφ έγινε μια από τις βάσεις της θεωρίας περί πανενό- τητας και προσωπικότητας στη ροοσική θρησκευτική φιλοσοφία (Β. Σολοβιόφ Ε. Ν. Τρουμπετσκόι, Π. Α. Φλορένσκι, Λ. Π. Καρσάβιν, Σ. Λ. Φρανκ). Κατά το Χο- μιακόφ, η ύπαρξη του ανθρώπου, είναι δυναμική: ο άνθρωπος είναι προικισμέ- νος με την ικανότητα να στρέφεται προς το Είναι, το θεό, αλλά για τη διατήρηση της ικανότητας αυτής είναι αναγκαία μια ειδική κατάσταση, «η πραγματική πίστη», όπου όλη η ποικιλία των πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου έχει συγκεντρωθεί σε μια ζωτική και αρμονική αρτιότητα (μεγάλο ρόλο απέδιδε εδώ ο Χομιακόφ σπι βούληση). Η πίστη είναι ταυτόχρονα «γνώση και ζωή», «βιογνω- σία». Στην κοινωνική φιλοσοφία η αντιπαράθε- 415
Χομπς ση «ολοκλήρωσης» («σομπόρνοστ») και «συνεταιρικότητας» εκφράζεται, κατά το Χομιακόφ, με τη μορφή της αντίθεσης μεταξύ κοινότητας («ομπσίνα») και «ντρουζίνας» (στρατού των πριγκήπων της παλιάς Ρωσίας - σημ. μετφ.) μεταξύ «αληθινής αδελφότητας» και «σύμβα- σης» κ.λπ. Εξιδανικεύοντας τη ρωσική α- γροτική κοινότητα, ο Χομιακόφ βλέπει σ' αυτήν τη μορφή που πλησιάζει περισσό- τερο το κοινωνικό ιδεώδες. Η παγκόσμια ιστορία, κατά το Χομιακόφ, είναι η ιστο- ρία των λαών, ο καθένας από τους ο- ποίους θεωρείται σύμ(ρωνα με το πνεύμα του ρομαντισμού ως συλλογική προσωπι- κότητα, ως «ζωντανό πρόσωπο», προικι- σμένο με μιαν ανεπανάληπτη φυσιογνω- μία, χαρακτήρα και ιστορική αποστολή. Οι πνευματικές πηγές της εθνικής ιστορίας εξηγούνται από το Χομιακόφ με υπερί- σχυση σ' αυτές της «συνεταιρικότητας» ή της «ολοκλήρωσης» (κοινοτισμού)· μ* αυτό επίσης σχετίζεται και η αναγωγή (στις «Σημειωθείς για την παγκόσμια ι- στορία») όλων των παγκόσμιων θρη- σκειών και πολιτισμών σε δύο αρχές: στην υποταγή στην αναγκαιότητα (εμπράγμα- τη ή λογική - θρησκευτική μαγεία κ.λπ.) και στο ελεύθερο στοιχείο του πνεύμα- τος, της προσωπικότητας (την έφεση για δημιουργία, την ηθική αυτοσυνείδηση κ.λπ.). Τον ειδικό χαρακτήρα της ρωσι- κής ιστορίας ο Χομιακόφ, όπως και άλλοι σλαβόφιλοι, τον έβλεπε στην ορθοδοξία ως τη μοναδική πηγή διαφωτισμού στη Ρωσία, στην «ειρηνική» διαδικασία διά- πλασης του ρωσικού έθνους, στην κοινο- τική αρχή ως βάση της κοινωνικής οργά- νωσης. Κατά το Χομιακόφ, η αφομοίωση από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα των «ξένων» αρχών του δυτικού πολιτισμού, οδήγησε στη ρήξη ανάμεσα στη «μορφω- μένη κοινωνία» και στο λαό, ρήξη που έ- φτασε στο απόγειο της στη μετά το Μέ- γα Πέτρο εποχή. Η επιστροφή στις ρίζες είναι ο μοναδικός δρόμος για τη δημιουρ- γία μιας πρωτότυπης εθνικής κουλτού- ρας. Στα πλαίσια αυτής της συντηρητι- κής πολιτισμικής - ιστορικής και κοινωνι- κής ουτοπίας, κοινής για όλους τους σλαβόφιλους, ο Χομιακόφ, σε αντίθεση με τον Ι. Β. Κιρέγεφσκι και τον Κ. Σ. Αξά- κοφ, έδειξε μια πιο κριτική στάση προς τα πρώτα στάδια της ρωσικής ιστορίας. ' Εγραψε τις έμμετρες τραγωδίες «Γιερ- μάκ» και «Δημήτριος ο αγύρτης», λυρικά ποιήματα ποτισμένα από πατριωτικό πά- θος («Ρωσίες» κ.ά.). ■ Άπαντα, τ. 1 - 8, Μ., 1900 - 04· Έργα, βιβ. 1 - 6, Π., 1915* Ποιήματα και δράματα, εισα- γωγικό άρθρο του Μ. Φ. Γεγκόροφ, Λ., 1969. • Χέρτσεν Α. Ι., Επιλογή έργων, τ. 9, Μ., 1956, σελ. 157* Αιασκόφοκι Β. Ν., Α Σ. Χομια- κόφ, η ζωή και το έργο του. Μ., 1897' Ζαβιτ- νέβιτς Β. Ζ., Α. Σ. Χομιακόφ, τ. 1 (βιβ. 1 - 2) - 2, Κ.. 1902 -13' Ιστορία της φιλοσοφίας της ΕΣΣΔ, τ. 2, Μ., 1968· Gratieux Α., Α. S. Kho- miakov 1804 - 1860. t. 1 - 2. Ρ., 1939' Chri- stoff Ρ. Κ., An Introduction to nineteenth Ce- ntury Russian slavophilism, v. 1 - A. S. Homja- kov s' - Gravenhage, 1961. θεώρηση Πάν. Κρητικού Χομπς (Hobbes) Θωμάς (5. 4. 1588, Μάλμπσμπερι, - 4. 12. 1679, Χάρνγουϊκ). Αγγλος υλιστής φιλόσοφος. Καταγόταν από οικογένεια ιερωμένων. Όταν τέ- λειωσε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1608), εργάστηκε ως παιδαγωγός στην αριστοκρατική οικογένεια του Ου. Καίβε- ντις (μετέπειτα δούκα του Ντεβονσάιρ) με τον οποίο συνδεόταν ώς το τέλος της ζωής του. Η κοσμοαντίληψη του διαμορ- φώθηκε κάτω από την επίδραση της αγ- γλικής αστικής επανάστασης του 17ου αι. Οι παραμονές της επανάστασης βρί- σκουν το Χόμπς πιστό οπαδό της μοναρ- χίας. Από το 1640 ήταν πολιτικός φυγάς στη Γαλλία, επέστρεψε στην πατρίδα του το 1651 μετά τη σταθεροποίηση της δι- κτατορίας του Κρόμβελ. την πολιτική του 416
Χομπς οποίου ο Χομπς προσπάθησε να στηρίξει ιδεολογικά. Στη διαμόρφωση του φιλοσοφικού συ- στήματος του μεγάλη επίδραση άσκησαν οι συζητήσεις του με τον Φ. Μπέικον, τα έργα του Γαλιλαίου, του Γκασσεντί και του Ντεκάρτ, καθώς και η επικοινωνία του μαζί τους. Κύρια έργα του Χομπς εί- ναι: «Στο/χε/α του νόμου, φυσικού και πο- λσικού» («The elements of law, natural and polltic», 1640)· η φιλοσοφική τριλο- γία «Πα το σώμα» («De corpore», 1655), «Πα τον άνθρωπο» («De homine» 1658), *ίΓια τον πολίτη» («De clve», 1642) και «/\ε6/άθαν» (1651). Συνεχίζοντας τη γραμμή του Μπέικον, ο Χομπς έβλεπε τη γνώση ως δύναμη, και ως τελικό στόχο της φιλοσοφίας αναγνώ- ριζε την πρακτική της δύναμη, τη συμβο- λή της στην αύξηση των αγαθών. Σ' αντί- θεση, όμως, με τον Μπέικον θεωρούσε την επιστημονική σκέψη ως κύριο μέσο για την κατανόηση της αιτίας των εμφύ- λιων πολέμων και την αποτροπή τους. Ο Χομπς δημιούργησε το πρώτο στην ιστο- ρία της φιλοσοφίας ολοκληρωμένο σύ- στημα μηχανιστικού υλισμού. Στη φιλο- σοφία του, ο υλισμός πήρε τη μορφή που αντιστοιχούσε στο χαρακτήρα και τις α- παιτήσεις των θετικών επιστημών της ε- ποχής του. Η γεωμετρία και η μηχανική είναι γι' αυτόν οι ιδανικές μορφές επι- στημονικής σκέψης. Η φύση, κατά την ά- ποψη του, αποτελεί ένα σύνολο σωμά- των που έχουν έκταση και που διαφέ- ρουν μεταξύ τους ως προς το μέγεθος, τη μορφή, τη θέση και την κίνηση. Η τε- λευταία νοείται ως καθαρά μηχανική, δη- λαδή ως μετατόπιση· σ' αυτήν ανάγονται όλες οι ανώτερες μορφές κίνησης. Απορρίπτοντας την ποιοτική πολυμορφία της φύσης, ο Χομπς έβλεπε τις ιδιότη- τες των αντικειμένων που μας δίνουν οι αισθήσεις όχι ως ιδιότητες των ίδιων των πραγμάτων, αλλά ως μορφές αντίληψην^ των πραγμάτων από τις αισθήσεις μας. ΦΑ. 5-27 Διαχώριζε την αντικειμενικά υπαρκτή έ- κταση των σωμάτων από το χώρο, που τον θεωρούσε ως μορφή δημιουργούμε- νη από το νου («παράσταση»). Διαχώριζε επίσης την αντικειμενικά - πραγματική κί- νηση των σωμάτων από το χρόνο που τον θεωρούσε ως υποκειμενική μορφή κίνη- σης. Η μέθοδος της γνωστικής διαδικασίας α- ποτελεί για το Χομπς συνένωση του ορ- θολογισμού με το νομιναλισμό. Το πέρα- σμα από το ειδικό στο γενικό, από την αι- σθητηριακή αντίληψη στις έννοιες γίνε- ται, σύμφωνα με το Χομπς, στη βάση της νομιναλιστικής θεωρίας, κατά την οποία οι γενικές έννοιες δεν είναι παρά «ονο- μασίες ονομάτων». Ο Χομπς ξεχώριζε δύο μεθόδους γνακτηκής διαδικασίας: τη λογική παραγωγή της μηχανικής και την επαγωγή της πειραματικής φυσικής. Η κοινωνική θεωρία του Χόμπς άσκησε σημαντική επίδραση στην ανάηττυξη της ευρωπαϊκής κοινωνικής σκέψης. Ο Χομπς όριζε το κράτος ως «τεχνητό σώμα», το έβλεπε ως ανθρώπινο κι όχι θεϊκό δη- μιούργημα. Κατά την άποψη του, το κρά- τος προέκυψε από τη φυσική κατάσταση -όπου οι άνθρωποι ζούσαν χωριστά και βρίσκονταν συνεχώς σε «πόλεμο όλοι ε- ναντίον όλων»- μετά από μια «κοινωνική συμφωνία», το γνωστό μας κοινωνικό συμβόλαιο. Το κράτος ιδρύθηκε με σκο- πό την εξασφάλιση της γενικής ειρήνης και τη διαφύλαξη της ασοράλειας. Αποτέ- λεσμα του κοινωνικού συμβολαίου ήταν η μεταβίβαση στον κυβερνήτη (ή τα κρατι- κά όργανα) των δικαιωμάτων που είχε κα- θένας από τους πολίτες, οι οποίοι εθελο- ντικά περιόρισαν την ελευθερία τους. Στον άρχοντα ανατέθηκε η φροντίδα για διατήρηση της ειρήνης και της ευημε- ρίας. Το καλό του λαού -υπέθετε ο Χομπς- είναι ο ανώτατος νόμος του κρά- τους. Η φροντίδα για την ειρήνη είναι η βάση «του φυσικού δικαίου», που δη- μιουργείται από το κοινωνικό συμβόλαιο. 417
Χορκχαιμερ Ο Χομπς εκθείαζε με κάθε τρόπο το ρό- λο του κράτους και το αναγνώριζε ως α- πόλυτο κυρίαρχο. Η κατάφαση, από μέ- ρους του, του ισχυρού κράτους ήταν μια από τις πρώτες θεωρίες της αστικής δι- κτατορίας, κύριο καθήκον της οποίας ο Χομπς θεωρούσε το σταμάτημα του εμ- φύλιου πολέμου. Όσον αφορά τις μορ- φές του κράτους, οι συμπάθειες του ή- ταν προς τη μοναρχία. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη φυσική και την κοινωνική - πολιτική διδασκαλία του Χομπς είναι η ηθική του. Αυτή βασί- ζεται στην αναλλοίωτη «φύση του αν- θρώπου». Στη βάση της ηθικής, κατά το Χομπς, υπάρχει ο φυσικός νόμος της τά- σης προς την αυτοσυντήρηση και την ι- κανοποίηση των αναγκών. Το «αγαθό» εί- ναι αντικείμενο έλξης και επιθυμίας, ενώ το «κακό» είναι αντικείμενο μίσους και α- πέχθειας. Οι βασικές ηθικές έννοιες ορί- ζονται από το Χομπς ως σχετικές. Οι α- ρετές και τα ελαττώματα καθορίζονται από τη σωστή κατανόηση αυτού που ω- φελεί και αυτού που εμποδίζει την επί- τευξη του καλού. Οι υποχρεώσεις των πολιτών, που απορρέουν από το κοινωνι- κό συμβόλαιο, συμπίπτουν ως προς το περιεχόμενο τους με το ηθικό καθήκον. Αφού η ειρήνη μεταξύ των πολιτών θεω- ρείται από το Χόμπς ως το μέγιστο αγα- θό, οι φυσικοί νόμοι της κοινωνικής ηθι- κής συμπίπτουν με τις αρετές των πολι- τών. Συνεχίζοντας και εντείνοντας την πάλη του Μπέικον κατά της υποταγής της φι- λοσοφίας στη θεολογία, ο Χομπς. «κατά- στρεψε τις θεϊστικές προλήψεις του υλι- σμού του Μπέικον» (Μαρξ Κ. και ' Εν- γκελς Φ.. Άπαντα, τ. 2, σελ. 144). Ωστό- σο, αν και δεχόταν την ανειλικρίνεια της θρησκευτικής πίστης, αναγνώριζε την ω- φελιμότητα της ως μέσου επίδρασης στις λαϊκές μάζες. ■ The English works, ν. 1 - 11, L, 1839 - 45' σε ρωσ. μετφ.: Επιλογή έργων, τ. 1 - 2, Μ.. 1964. • Τσέσκιτς Α. Α., Γ. Χομπς, Μ., 1929* Νάρσκι Ι. Σ.. Η δυτικοευρωπαϊκή φιλοοοφία του 17ου αι., Μ., 1974, κεφ. 3* Μεγερόφσκι Μπ. Β.. Χόμπς, Μ.. 1975' Tönnies F., Th. Hobbes. Stuttg., 1925· Polin R.. Polltlque et Philosophie chez Th. Hobbes, F., 1952· Hobbes studles ed. by K. G. Brown. Oxf., 1965* Peters R.. Hobbes, Harmondsworth. 1967 Mn. E. Μπιχόφοκι Θεώρηση Γρ. Θέμελη - Αλατζόγλου Χορκχαιμερ (Horkheimer) Μαξ (14. 2. 1895, Στουτγάρδη, 7. 7. 1973, Νυρεμ- βέργη). Γερμανός φιλόσοφος και κοι- νωνιολόγος (ΟΔΓ), ένας από τους θεμε- λιωτές της σχολής της Φρανκφούρτης. Διευθυντής του Ινστιτούτου κοινωνικών ερευνών (1931 - 65), στα 1934 - 49 πολι- τικός μετανάστης στις ΗΠΑ. Εκδότης του περιοδικού «Zeitschrift für Sozialfor- schng» (1932 - 41) και σειράς μελετών για τις εθνικές και φυλετικές προκαταλή- ψεις («Studies in prejudice», ν. 1 - 5. 1949 - 50). Η «Διαλεκτική του Διαφωτι- σμού» («Dialektik der Aufklörung», 1948 που έγραψε ο Χορκχαιμερ από κοινού με τον Αντόρνο, θεωρήθηκε προγραμματική διακήρυξη των φιλοσοφικών και κοινωνιο- λογικών ιδεών της σχολής της Φρανκ- φούρτης. Στην ονομαζόμενη κριτική θε- ωρία της κοινωνίας που ανάπτυξε, ο Χορ- κχαιμερ προσπάθησε να συνενώσει στοι- χεία κριτικής της αστικής κοινωνίας, παρ- μένα από τον Κ. Μαρξ, με τις ιδέες της χεγγελιανής διαλεκτικής και της ψυχα- νάλυσης του Φρόυδ, καθώς και της ηθι- κής του Σοπενχάουερ. Στο κέντρο της προσοχής του Χορκχαιμερ βρίσκονταν τα προβλήματα της ιστορικής ανθρωπολο- γίας, κυρίως της μελέτης του χαρακτή- ρα, ως διαμορφωμένου συστήματος αντι- δράσεων, που, σύμφωνα με το Χορχάι- μερ, παίζει αποφασιστικό ρόλο στη στή- 418
Χούμπολντ ριξη των ξεπερασμένων κοινωνικών συ- στημάτων («Studien über Autorität und Familie», Ρ., 1936, S. 3 - 77), η ανάλυση της οικογένειας ως πρώτου αγωγού κοι- νωνικού κύρους και ταυτόχρονα ως πη- γής πιθανής αντίθεσης σ' αυτό κ.λπ. ' Ε- κανε κριτική στη «μαζική κουλτούρα». Υπογραμμίζοντας τα πολυάριθμα γνω- ρίσματα της στασιμότητας και της πα- ρακμής της σύγχρονης «βιομηχανικής κοινωνίας» τα συσχέτιζε με την τάψ] για ολοκληρωτική εξουσία και εξαφάνιση της ελεύθερης πρωτοβουλίας. Η συνείδηση του αναπόφευκτου αυτής της τάσης ο- δήγησε το Χορκχάιμερ σε απαισιόδοξα συμπεράσματα: ως σκοπό της κοινωνικής θεωρίας και πρακτικής έβλεπε μόνο την αποφυγή του ολοκληρωτισμού και τη διαφύλαξη συγκεκριμένων πολιτιστικών στοιχείων, που δημιούργησε η φιλελεύ- θερη αστική εποχή. Θεωρώντας κινητή- ρια δύναμη της κριτικής κοινωνιολογίας την εσωτερική «τάση προς το άλλο» (που έχει θεολογικές ρίζες), ξεκινούσε από την ιδέα ότι, από άποψη αρχών, είναι α- δύνατη οποιαδήποτε θετική απεικόνιση του ιδεώδους. Άσκησε σημαντική επί- δραση στην ιδεολογία του αριστερού ρι- ζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος σπην Ομοσπονδιακή Γερμανία, από το οποίο ό- μως ο ίδιος διαχώρισε τη θέση του. ■ The eclipse of reason, Ν.Υ., 1947 Sociolo- glca, Bd 2. Fr./M., 1962 (μαζί με τον Th. W. Adorno)· Kritische Theorie, Bd 1 - 2, Fr./M., 1968. • Βλ. λήμμα Φρανκφούρτης οχολή. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χούμπολντ (Humboldt) Βίλχεμ (22. 6. 1767, Πότσδαμ, - 8. 4. 1835, Τέγκελ). Γερμανός θεωρητικός της αισθητικής, γλωσσολόγος, φιλόσοφος, κρατικός πα- ράγοντας και διπλωμάτης, ένας από τους ιδρυτές του Πανεπιστημίου του Βερολί- νου (1811). Οι απόψεις του Χούμπολντ αντανακλούσαν τα ιδανικά της ανθρωπι- στικής κοσμοθεωρίας που διαμορφώθη- κε στη Γερμανία στα τέλη του 18ου αι. (Γκαίτε, Σίλλερ, Χέρντερ)· σε μια σειρά έργα του εξήγησε το ηθικό και αισθητικό νόημα της ποίησης των γερμανών κλασι- κών (άρθρα για το ποίημα του Γκαίτε «Ο Ερμάννος κι η Δωροθέα», για το Σίλλερ). Στη φιλοσοφία της ιστορίας ο Χούμπολντ επανεπεξεργάσπικε την εμπειρία της Μεγάλης γαλλικής επανάστασης. Ένα από τα πρώτα έργα του «Ιδέες γύρω από την οριοθέτηση της δραστηριότητας του κράτους» (Ideen zu einem Versuch, die Grenzen der Wirksamkeit des Staates zu bestimmen», 1792, δημοσ. 1851) είναι σκέψεις για τις πολιτικές συνθήκες, που θα εξασφαλίσουν την ελεύθερη ανάπτυ- ξη του ατόμου και του λαού. Για το Χού- μπολντ είναι χαρακτηριστικό το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό ως οργανι- κό σύνολο, για το «πνεύμα» των λαών, που δρα στην ιστορία (έργα των δεκαε- τιών 1790 και 1800, αφιερωμένα στην αρχαία ελληνική ιστορία και πολιτισμό). Απόγειο της επιστημονικής δράσης του Χούμπολντ είναι τα έργα του για τη γλώσσα, στα οποία οι αρχές της συγκριτι- κής γλωσσολογίας είναι αναπόσπαστες από τη φιλοσοφία της γλώσσας και του πολιτισμού («Πα τη συγκριτική μελέτη των γλωσσών..», «Über die Verschiede- nheit des menschlichen Sprachba- ues...», εισαγωγή στο έργο «Για τη γλώσ- σα Κάβι στο νησί οβα», «Über die Kawi - Sprache auf der Insel Java», Bd 1 - 3, 1836 - 39, κ.ά.). Υπογραμμίζοντας τη δη- μιουργική φύση της γλώσσας, ο Χού- μπολντ τη μελετούσε σε συνάρτηση προς τη νοητική δραστηριότητα του ατό- μου και του λαού' η γλώσσα δεν είναι μό- νο ένα έτοιμο εργαλείο και κάτι το κατα- σκευασμένο (ergon), αλλά και δραστη- ριότητα (energeia) του πνεύματος· η γλώσσα είναι ένα «αυθόρμητο μέσο» έκ- 419
Χουρουφίσμός φράσης και κατάκτησης της αλήθειας στην ίδια τη δομή της γλώσσας έχει εν- σαρκωθεί μια συγκεκριμένη άποψη για τον κόσμο. Ο Χούμπολντ ουσιαστικά εί- ναι ο θεμελιωτής της φιλοσοφίας της γλώσσας ως αυτόνομης επιστήμης και ά- σκησε τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη της γλωσσολογίας το 19ο και 20ό αι. (Χ. Στάινταλ, Α. Α. Ποτέμπνια κ.ά.). ■ Gesammelte Schriften, hrsg, ν. Α. Leitz- mann, Bd 1 - 17. Β., 1903 - 36 και Β., 1968' Werke, hrsg. ν. Α. Flitner und Κ. Giel. Bd 1 - 5, Darmstadt - Β., 1960 - 65 Der Briefwechsel zwischen F. Schiller und W. v. Humboldt, hrsg. V. S. Seidel. Bd 1 - 2, B.. 1962. • Χάιμ Ρ., Βίλχεμ φον Χούμπολντ, μετφ. από τα γερμ.. Μ., 1898· Σπετ Γκ. Γκ., Η εσωτερι- κή μορφή της λέξης (Σπουδές και παραλλα- γές στα θέματα του Χούμπολντ). Μ., 1927 Spranger Ε., W. ν. Humboldt und die Humani- tätsidee, Β., 1928· Scurla Η.. W. ν. Humboldt. Werdem und Wirken, B., 1975. Θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χουρουφισμός (από το αραβ. χουρούφ - γράμματα). Θεωρία της μουσουλμανικής σιιτικής σέκτας των χουρουφιτών. που ι- δρύθηκε στα τέλη του 14ου αι. από το Φαζλαλλάχ Αστραμπαντί (αποκε(ραλίσπι- κε το 1394). Αρχικά η σέκτα είχε διαδο- θεί στο Βόρειο-δυτικό Ιράν (Αστραμπάντ, Ναχτσεβάν τα έργα του Φαζλαλλάχ έ- χουν γραφτεί στη λογοτεχνική περσική γλώσσα), στη συνέχεια οι χουρουφίτες, καθοδηγούμενοι από το μαθητή του Φαζ- λαλλάχ, Αλί αλ Αλά, μετέφεραν τη δρα- στηριότητα τους στην Τουρκία, όπου δη- μιούργησαν μια πλούσια λογοτεχνία στην τουρκική γλώσσα. Η λογοτεχνία του «κα- νόνα» των χουρουφιτών περιλάμβανε έξι «Ντζαβινταννάμε» («Αιώνια βιβλία»), από τα οποία το πρώτο γράφτηκε από το Φαζ- λαλλάχ («Ντζαβιντάν - / καμπίερ»), και τα πέντε από τους μαθητές του, «Χακικατ- νάμε» («Βιβλίο της αλήθειας») κ.ά. Η σέ- κτα υπέσπι σκληρούς διωγμούς και εξο- λοθρεύτηκε σχεδόν εξολοκλήρου στην Τουρκία το 1824· τα υπολείμματα της, συγχωνεμένα με τους ντερβίσηδες μπεκτασί διατηρούνται σε ορισμένες α- ραβικές χώρες μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τη θρησκευτικοφιλοσοφική θεωρία του χουρουφισμού που επεξερ- γάστηκε ο Φαζλαλλάχ και οι οπαδοί του, ο κόσμος δημιουργήθηκε από το θεό και βρίσκεται σε διαρκή κυκλική κίνηση, που είναι και η αιτία των αλλαγών που αντι- λαμβανόμαστε. Ο θεός εκδηλώνεται με δύο τρόπους: μέσω του ανθρώπου, που δημιουργήθηκε από το θεό κατ* εικόνα και ομοίωση του, και μέσω του λόγου του θεού, δηλαδή με το Κοράνιο και τις ονο- μασίες των πραγμάτων. Η εκδήλωση του θεού μέσω του ανθρώπου χωρίζεται σε τρεις κύκλους, που αποτελούν τα τρία στάδια σωτηρίας του ανθρώπου: την προ- φητεία (νομποβάτ). τη θεϊκή προστασία (βαλαγιάτ) και τη θεϊκότητα (ουλουχιιάτ). Ο Μωάμεθ ολοκλήρωσε τον κύκλο της προφητείας. Μετά απ' αυτόν έρχονται οι θεϊκοί προστάτες - οι σιίτες ιμάμηδες, ενώ ο θεμελιωτής του χουρουφισμού Φαζλαλλάχ θεωρείται ο τελευταίος προ- στάτης και ταυτόχρονα ο πρώτος ενσαρ- κωμένος θεός (χούντα), θεμελιωτής του τρίτου κύκλου. Ο δεύτερος τρόπος εκ- δήλωσης του θεού είναι μέσω του ήχου, του λόγου του. γράμματος (χουρούφ - απ* εδώ και η ονομασία της θεωρίας). Ο ιδιόμορφος μυστικισμός των γραμμάτων που ανέπτυξε ο χουρουφισμός είναι ανά- λογος με εκείνον του νεοπυθαγορισμού των ισμαηλιτών κ.ά. Σύμφωνα με τη θεω- ρία του Φαζλαλλάχ, ο ήχος του θεϊκού λόγου, όντας άυλος, είναι ανώτερος από τη γραμμική παράσταση του και, εκτός τούτου, θεωρείται το μοναδικό μέσο δη- μιουργίας του κόσμου από το θεό. Τη γνωσιολογία του Φαζλαλλάχ μπορούμε να την ορίσουμε ως ακραία παραλλαγή του μεσαιωνικού ρεαλισμού: οι ονομα- 420
Χούσσερλ σίες των πραγμάτων όχι μόνο υπάρχουν πριν από τα πράγματα, αλλά και οι ίδιες είναι πράγματα" και η αφαίρεοη των ονο- μάτων από τα πράγματα σημαίνει στέρη- ση της ίδιας της ύπαρξης τους. Η ύπαρ- ξη του πράγματος στη συνείδηση είναι η μοναδική δυνατή ύπαρξη του (αυτό συν- δέεται με τη θεωρία βαχντάτ αλ - βου- ντζούντ* στο σουφισμό)· από εδώ βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο λόγος του Αλλάχ - το Κοράνι- είναι η αιτία ύπαρξης όλων των πραγμάτων, και το όνομα είναι η βά- ση και η πηγή (ασλ) όλων των επιμέρους όντων (κα' ινάτ) (πρβλ.: «εν αρχή ην ο λόγος», στο Ευαγγέλιο κατά Ιωάννην). • Μπέρτελς Ε. Ε., Νιζαμί και Φουζουλί, Μ., 1962 (Επιλογή έργων, τ. 2) Textes persons relatifs ä la secte des Houroufis, publ., trad. et annotos par C. Huart, Suivi d' une otude sur la religlon des HouroOfis par R. Tevfig, Leyden, 1909· Ritter H., Die Anfönge der Hurüfisekte, «Oriens», 1954, v. 7, No 1, S. 1 - 54. θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Χούσσερλ (Husserl) Έντμουντ (8. 4. 1&59, Πρόσνιτς, Μοράβια, - 26. 4. 1938, Φράιμπουργκ). Γερμανός ιδεαλισπίς φι- λόσοφος, θεμελιωτής της ςDα/vo/iεvoΛo- γίας*. Μαθητής του Φ. Μπρεντάνο και του Κ. Στούμπφ· δέχτηκε επίσης την ε- πιρροή του Β. Μπολτσάνο και του νεοκα- ντιανισμού (ιδίως της σχολής του Μαρ- βούργου). Ο Χούσσερλ άσκησε αυσπιρή κριτική στο σκεπτικισμό και το ρελατιβι- σμό στη φιλοσοφία (^Λογικές έρευνες», Bd 1 - 2,1900 -1901). Φορέα αυτών των τάσεων ο Χούσσερλ θεωρούσε τον ψυ- χολογισμό - την πεποίθηση ότι κάθε γνω- στική πράξη καθορίζεται, ως προς το πε- ριεχόμενο της, από τη δομή της εμπειρι- κής συνείδησης, για τούτο δεν μπορού- με να μιλάμε για καμιά αλήθεια που να μην εξαρτάται από το υποκείμενο της γνωστικής διαδικασίας. Την καθαρότερη έκφραση ψυχολογισμού ο Χούσσερλ βλέπει στην τάση εκείνη που ξεκινάει από το Λόκ και το Χιούμ και περνάει μέσα από τον Τζ. Μιλ και το Βούντ. Σύγχρονες παραλλαγές του ψυχολογισμού έβλεπε στο νατουραλισμό (δηλαδή στη θέση του φυσιοδίφη, η οποία μετατρέπεται σε θέ- ση κοσμοθεωριτική) και στον ιστορικισμό (ως βασική φιλοσοφική αρχή). Κατά τη γνώμη του Χούσσερλ, οι ίδιες οι επιστή- μες για τη φύση και την ιστορία έχουν α- νάγκη μιας ορισμένης τεκμηρίωσης, την οποία μπορεί να δώσει μόνο μια φιλοσο- φία, αν νοηθεί ως αυστηρή επιστήμη, επι- στήμη για τσ φαινόμενα της συνείδησης - η φαινομενολογία. Ακολουθώντας το δρόμο του ορθολογισμού του Ντεκάρτ, ο Χούσσερλ προσπάθησε να βρει τις τε- λευταίες αυτονόητες λογικές αρχές και να καθαρίσει, με τον τρόπο αυτό, τη συ- νείδηση από το εμπειρικό της περιεχό- μενο. Η κάθαρση αυτή πραγματοποιείται με τη βοήθεια της αναγωγής*. Αφού, σύμφωνα με το Χούσσερλ, η φιλοσοφία πρέπει, πριν απ* όλα, ν' απελευθερωθεί απ* όλες τις δογματικές της πεποιθή- σεις, που γεννιούνται στη βάση της συ- νηθισμένης «φυσικής στάσης» της συ- νείδησης απέναντι στον κόσμο, ο Χούσ- σερλ απαιτούσε να κάνει η φιλοσοφία, ^αποχή^*, δηλαδή να απέχει απ* οποιον- δήποτε ισχυρισμό. Αποτέλεσμα της ανα- γωγής είναι η τελευταία αδιάλυτη ενότη- τα της συνείδησης - η προθετικότητα*, δηλαδή ο προσανΌΤολισυός προς το^ντι- κείμενο,Ίτου ο Χούσσερλ τον έβλεπε^ς καθαρή δομή συνείδησης, λυτρωμένης απδ~τα ατομικά (ψυχολογικά, κοινωνικά, φυλετικά κ.ά.) γνωρίσματα. Με τη βοή- θεια της έννοιας «προθετικότητα» ο Χούσσερλ προσπαθούσε να λύσει το βα- σικό θεωρητικό - γνωστικό θέμα για τη σχέση υποκειμένου αντικειμένου: η προθετικότητα αυτή καλείται να γίνει ένα είδος γέφυρας ανάμεσα τοϋς^να"εΓναι ταυτόχρονα εκπρόσωπος και του εσωτε- ρικού κόσμου της πανανθρώπινης συνεί- 421
Χριστιανικός σοσιαλισμός δησης, και του υπερβατικού κόσμου του Είναι, της αντικειμενικότητας. Σύμφωνα με το Χούσοερλ, η φαινομενολογία είναι επιστήμη για την καθαρή συνείδηση ως βίωση των προθετικών πράξεων ο Χούσ- οερλ ονομάζει τη βίωση αυτή «αντίληψη της ουσίας». Θέλοντας να κρατήσει ου- δέτερη θέση στη λύση του βασικού προ- βλήματος της φιλοσοφίας, πρότεινε ν' αποκλειστεί από τη φαινομενολογία <η θέση για το Είναι. Η παραδοχή της «ου- σίας» φέρνει τη φιλοσοφική θέση του πρώιμου Χούσοερλ κοντά στον πλατωνι- κό ιδεαλισμό' αντίθετα όμως από τις «ι- δέες» του Πλάτωνα, που έχουν οντολο- γική ύπαρξη, οι «oudgg» του Χούσσεβλ εκφράζονται μονό ως «οημαοιες», που δεδιαθέτουν σφαίρα ύπαρξης (παρόλο που η τάση του Χούσοερλ προς τον ο- ντολογισμό αύξανε βαθμκιία). Αναζητώντας ισχυρά τεκμήρια, ο Χούσ- οερλ ήταν αναγκασμένος να διαφορο- ποιεί συνεχώς τη φιλοσοφία του. Την τε- λευταία περίοδο στρέφεται προς την ι- δέα του «κόσμου της ζωής», πλησιάζο- ντας έτσι τη φιλοσοφία της ζωής. Το πέρασμα στη θέση της ιστορικής ερμη- νείας της απόλυτης εμπειρίας πραγμα- τοποιείται σ* ένα από τα τελευταία έργα του Χούσοερλ, στο «Η κρίση των ευρω- παϊκών επιοιημών κι η υπερβατική φαινο- μενολογία» («Die krisis der Europäisch- en Wissenschaften und die transzende- ntale Phänomenologie», δημ. το 1954), όπου μάλιστα τη σύγχρονη του ευρωπαϊ- κή πνευματική κατάσταση, ο Χούσοερλ, βλέπει ως κατάσταση κρίσης, συνδέο- ντας το αυτό με την κυριαρχία του επι- στημονισμού* και της νατουραλιστικής - θετικιστικής κοσμοαντίληψης γενικά. Μαζί με την έννοκι του «ζωτικού κό- σμου» στο κέντρο της προσοχής του ύ- στερου Χούσοερλ έρχεται το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας. Ο Χούσοερλ άσκησε επιρροή στη σύγ- χρονη αστική φιλοσοφία* ανάμεσα στους μαθητές του ήταν οι Μ. Σέλερ, Ν. Χάρ- τμαν, Μ. Χάιντεγγερκ.ά. Η φαινομενολο- γία του Χούσοερλ ήταν μια από τις πηγές του υπαρξισμού και της φιλοσοφικής ερ- μηνευτικής. ■ Philosophie der Arithmetik, Bd 1. Lpz.. (1891)· Uorlesungen zur Phänomenologie des inneren Zeitbewubtseins, Halle, 1928 Husserliana. Gesammelte Werke, Bd 1 -10, 12 - 18, 22, Haag, 1950 - 79· Erfahrung und Urteil, Hamb., 1954* σε pcoo. μετφ.: Η φιλοσο- φία ως αυστηρή επιστήμη, «Λόγος», 1911 βιβ. 1. • Γιακοβένκο Μπ. Β., Η φιλοσοφία του Ε. Χούσοερλ, «Νέες ιδέες στη φιλοσοφία», 1913, τ. 3· Σπετ Γ Γ, Φαινόμενο και σκέψη, Μ., 1914· Κακαμπάντζε Ζ. Μ. Το πρόβλημα της «υπαρξιακής κρίσης» κι η υπερβατική φαινομενολογία του Ε. Χούσοερλ, Τιφλίδα, 1966· Γκαϊντένκο Π. Π., Το πρόβλημα της προΘετικότητας στο Χούσοερλ κι η υπαρξιακή κατηγορία της υπέρβασης, στη συλ.: Σύγχρο- νος υπαρξισμός. Μ., 1966 Μοτροσίλοβα Ν. Β., Οι αρχές κι οι αντκράσεις της φαινομενο- λογικής φιλοσοφίας. Μ., 1968 Μπεγκιασβίλι Α. Φ., Το πρόβλημα της απαρχής της γνώσης στον Μπ. Ράσοελ και τον Ε. Χούσοερλ, Τιφλί- δα, 1969" Η σύγχρονη αστική φιλοσοφία, Μ., 1978· κεφ. 3· Farber Μ., The foundation of phenomenology, Camb., 1943' Diemer Α., Ed. Husserl. Meisenheim am Glan, 1965* Tugendhat E., Der Wahrheitsbegriff bei Husserl und Hedegger. B., 1970* Brauner H., Die Phänomenologie Ed. Husserls und ihre Bedeutung für soziologische Theorien, Mei- senheim am Glan, 1978. Π. Π. Γκαϊντένκο θεώρηση Β. Α. Κύρκου Χριστιανικός σοσιαλισμός. Κατεύθυν- ση της κοινωνικής σκέΐμης που προσπα- θεί να δώσει στη χριστκινική θρησκεία σοσιαλιστικό χρώμα. Εμορανίστηκε στις δεκαετίες 1830 και 1840 ως μια μορφή του φεουδαρχικού σοσιαλισμού*. Ο χρι- στιανικός σοσιαλισμός ξεχώρισε εξαρ- 422
Χριστιανισμός χής με την ποικιλία των μορφών του, συ- νέπεια των διαφορών στις απόψεις των εκπροσώπων του: των, Φ. Λαμενναί (Γαλ- λία), Φ. Ν. Μόρις, Τσ. Κίνγκσλι (Μεγάλη Βρετανία), Φ. Μπάαντερ, Ι. Χούμπερ, Β. Ε. Κέττελερ (Γερμανία) κ.ά.' Ετσι, ενώ, ο Λαμενναί είχε δημοκρατικές πεποιθή- σεις, οι απόψεις του επισκόπου Κέττε- λερ ήταν άκρως συντηρητικές. Πολλοί εκπρόσωποι του χριστιανικού σοσιαλι- σμού επιδίωκαν και επιδιώκουν να απαλ- λάξουν τους εκμεταλλευόμενους από τα βάσανα τους, από την εξαρτημένη τους κατάσταση, αλλά υποδεικνύουν για τούτο το σκοπό χιμαιρικούς τρόπους και μέσα (σύμπραξη των τάξεων, ηθικοθρησκευτι- κή αυτοτελείωση). Στην πορεία της εξέ- λιξης του ο χριστιανικός σοσιαλισμός δια- μορφώθηκε σε μια από τις κύριες παραλ- λαγές της αστικής ιδεολογίας, που αντι- μάχεται τον επιστημονικό σοσιαλισμό και το εργατικό επαναστατικό κίνημα. Στην προσπάθεια να προσδοθεί στη χρι- στιανική θρησκεία νέα κοινωνική χροιά και να προσαρμοστεί σης σύγχρονες ι- στορικές συνθήκες, ξεχωριστό ρόλο παί- ζουν η καθολική εκκλησία και τα χριστια- νοδημοκρατικά κόμματα, συνδικάτα και άλλες λαϊκές καθολικές οργανώσεις που δρουν κάτω από τη σημαία του καθολικι- σμού. Ο εκσυγχρονισμός του κοινωνικού προγράμματος της εκκλησίας (ποιμαντο- ρική απόφαση «Η εκκλησία στο σύγχρονο κόσμο», που ψηφίστηκε από τη 2η Σύνο- δο του Βατικανού το 1962 - 65· εγκύ- κλιος του Παύλου του VI - «Populorum progressio». 1967 κ.ά.), η παραδοχή της ανάγκης να πραγματοποιηθούν μια σειρά κοινωνικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν μιαν απόπειρα επεξεργασίας μιας εναλ- λακτικής ρύθμισης στο κομμουνιστικό πρόγραμμα μετασχηματισμού του κό- σμου. Παράλληλα, οι ιδέες του χριστιανι- κού σοσιαλισμού στη μεταλλαγμένη μορ- φή τους είναι πρόσφορες στις μάζες των πιστών- που στις σημερινές συνθήκες όλο και πιο ενεργά συμμετέχουν στα γε- νικά δημοκρατικά, ιδίως τα αντιπολεμικά και ταξικά κινήματα - εκφράζοντας τους πόθους τους για κοινωνική ευημερία, ει- ρήνη και σοσιαλισμό σε θρησκευτικές μορφές. Στις συνθήκες της όλο και μεγαλύτερης δημοτικότητας των ιδεών του επιστημο- νικού σοσιαλισμού, οι θεωρητικοί του χρι- στιανικού σοσιαλισμού είναι υποχρεωμέ- νοι να εκτιμήσουν κρσικά πολλές πλευ- ρές της κεφαλαιοκρατικής πραγματικό- τητας. Τελικά όμως εκδηλώνονται σαν σοσιαλρεφορμιστές που παλεύουν για τη βελτίωση των αστικών κοινωνικών σχέσε- ων. • Μαρξ Κ. και Ένγελς Φ., Άπαντα, τ. 4, σελ. 59· Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 12, σελ. 142 - 43, τ. 20, σελ. 103' Λεβάντα Γ. Α., Σύγχρονος χριστιανισμός και κοινωνική πρόοδος, Μ., 1962· Αντρέγεφ Μ. Β., Ο καθολικισμός και τα προβλήματα του σύγχρονου εργατικού και ε- θνικοαπελευθερωτικού κινήματος, Μ., 1968· Σέινμαν Μ. Μ., Χριστιανικός σοσιαλισμός, Μ., 1969· Βελίκοβιτς Λ. Ν., Θρησκεία και πολιτική στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Μ., 1970' Γκριγκούλεβιτς Ι. Γκ., Η αντάρτικη εκ- κλησία στ77 Λατ. Αμερική, Μ., 1972· Κοβάλσκι Ν.Α., Καθολικισμός και παγκόσμια κοινωνική ανάπτυξη, Μ., 1974· Daujat J., Cathollcisme et socialisme. Textes pontificaux et comme- ntairs, P., 1951. Θεώρηοη Πάν. Κρητικού Χριστιανισμός (από το ελλην. Χριστός - ο «χρισμένος», ο «μεσσίας»). Μια από τις τρεις παγκόσμιες θρησκείες (μαζί με το βουδισμό και τον ισλαμισμό). Εμφανίστη- κε στις αρχές του Ιου αι. στην Παλαιστί- νη μέσα στο πλαίσιο των μυστικιστικών - μεσσιανικών κινημάτων του ιουδαϊσμού, με τον οποίο ωστόσο ήρθε σε οξεία σύ- γκρουση. Αρχικά επεκτάθηκε στο εβραϊ- κό περιβάλλον της Παλαιστίνης και της μεσογειακής διασποράς, αλλά στις πρώ- τες κιόλας δεκαετίες αποχτούσε όλο και 423
Χριστιανισμός περισσότερους οπαδούς μέσα στους αρ- χαίους λαούς («ειδωλολάτρες»). Μέχρι τον 5ο αι. ο χριστιανισμός διαδιδόταν ως επί το πλείστον μέσα στα γεωγραφικά πλαίσια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και στη ocpaipa της πολιτικής και πολιτιστικής της επιρροής (Ελλάδα, Αρ- μενία, Ανατολ. Συρία, Αιθιοπία), αργότε- ρα (κυρίως στο δεύτερο μισό της 1ης χι- λιετίας) στους γερμανικούς και σλαβι- κούς λαούς, κι ακόμα αργότερα (13ος - 14ος αι.) στους λαούς της Βαλτικής και τους Φίνους. Στους Νέους Χρόνους και στη σύγχρονη εποχή η διάδοση του χρι- στιανισμού έξω από την Ευρώπη γίνεται μέσω του αποικιακού επεκτατισμού και της δράσης των ιεραποστόλων. Ο αριθ- μός των οπαδών του χριστιανισμού σ' όλο τον κόσμο ξεπερνάει το 1 δισεκα- τομμύριο· απ* αυτούς: περίπου 475 εκα- τομμύρια στην Ευρώπη, γύρω στα 250 ε- κατ. στη Λατ. Αμερική, 155 εκατ. στη Β. Αμερική, γύρω στα 100 εκατ. στην Ασία και 110 εκατ. στην Αφοικπ. Απ* αυτούς Ρωμαιοκαθολικοί είναι 660 εκατ., Διαμαρ- τυρόμενοι 300 εκατ. (μαζί με τα διάφορα δόγματα - ανάμεσα στα οποία 42 εκατ. μεθοδιστές και 37 εκατ. βαπτιστές). Ορ- θόδοξοι και οπαδοί των «μη χαλκιδωνια- κών» διδασκαλιών της Ανατολής (μονο- φυσίτες, νεστοριανοί κ.λπ.) γύρω στα 120 εκατομμύρια. Η εμφάνιση και η διάδοση του πρώιμου χριστιανισμού έγινε από τους Αποστό- λους, και ιδιαίτερα από τον ΙΊαύλο, μέσα σε συνθήκες οξυνόμενης κρίσης α) του αρχαίου πολιτισμού, που στηριζόταν στην ειδωλολατρεία, στη δουλοκτησία, και πα- ρακμής των αξιών του: της κοινωνικής η- θικής που συμπληρωνόταν από την περι- φρόνηση προς τους ξένους κι αγνοούσε τις πνευματικές αναζητήσεις του ατό- μου* β) του φιλοσοφικού ορθολογισμού που έκανε υποχωρήσεις κάτω από την πίεση της αστρολογίας του νεοπυθαγορι- σμού και άλλων εκδηλώσεων του ειδωλο- λατρισμού· και, τέλος, γ) της αρχαίας κο- σμοαντίληψης στο σύνολο της, η οποία, κατά την παρατήρηση του Φ. ' Ενγκελς,, ήταν «... ουσιαστικά αφηρημένη, γενική και ουσιακή...» (Μαρξ Κ. και' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 1, σελ. 604) και δεν ανταπο- κρινόταν στο νέο επίπεδο της ανθρώπι- νης αυτοσυνείδησης. Απιρρίπτοντας την πολιτική δραστηριότητα, ο χριστιανισμός διάλεξε το δρόμο «... της εσωτερικής σωτηρίας από το διεστραμένο κόσμο...» (Φ. Ένγκελς, στο ίδιο, τ. 19, σελ. 314)· στη χυδαία λατρεία των αισθήσεων των παρασιτικών κορυφών και των αν - ήθικων κατώτερων στρωμάτων αντιπαράθεσε την αρχή του ασκητισμού* στην υπεροψία των αρχόντων και των αξιωματούχων, σπι λατρεία της δόξας, αντιπαράθεσε το σύνθημα: «να σαι ο τελευταίος απ' ό- λους κι υπηρέτης όλων» («Κατά hnapKOV Ευαγγέλιο^, 9, 35) και την υπόσχεση ότι «θα *ναι πρώτοι οι τελευταίοι και τελευ- ταίοι οι πρώτοι» (επανειλημμένα στα Ευαγγέλια). Οι πρωτοχριστιανικές κοινό- τητες είχαν πολλή ομοιότητα με τις συ- ντροφιές και τις λατρευτικές συν - κοι- νωνίες που χαρακτήριζαν τη ζωή της Ρω- μαϊκής αυτοκρατορίας* σ* αντίθεση, ό- μως, με τις τελευταίες, συμβούλευαν τα μέλη τους να σκέφτονται όχι μόνο για τις ανάγκες τους και τα τοπικά συμφέροντα, αλλά για τις (μυστικιστικά νοημένες) τύ- χες του κόσμου ολόκληρου. Οι σπαρμέ- νες σ' όλη την αυτοκρατορία κι έξω απ' αυτήν κοινότητες ένοιωθαν την ενότητα τους σαν μέλη της «Οικουμενικής» εκ- κλησίας. «Απορρίπτοντας... όλες τις ε- θνικές θρησκείες και την κοινή για όλες τελετουργία, κι απευθυνόμενος σ' ό- λους τους λαούς χωρίς εξαίρεση, ο χρι- στιανισμός μετατρέπεται στην πρώτη θρησκεία που μπορεί να γίνει παγκόσμια» (Φ. Ένγκελς, βλ. Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., στο ίδιο. τ. 19, σελ. 313). Από την ά- ποψη αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική η νί- κη της τάσης προς παγκοσμιότητα επί 424
Χριστιανισμός του ιουδαϊκοχριστιανισμού ο οποίος υπο- στήριζε την τελετουργία του ιουδαϊσμού. Η διοίκηση των Καισάρων για μεγάλη πε- ρίοδο έβλεπε το χριστιανισμό σαν απόλυ- τη άρνηση της επίσημης ιδεολογίας, κα- ταγγέλλοντας τους χριστιανούς (που συ- νήθως προέρχονταν από τα λαϊκά στρώ- ματα της κοινωνίας) για «μίσος προς το ανθρώπινο γένος»" η άρνηση συμμετο- χής στις ειδωλολατρικές θρησκευτικοπο- λιτικές τελετουργίες (κυρίως στη λα- τρεία του αυτοκράτορα) επέσυρε διωγ- μούς σε βάρος των χριστιανών. Η επί- δραση του γεγονότος αυτού πάνω στην κοσμοαντίληψη και την ειδική συναισθη- ματική ατμόσφαιρα του χριστιανισμού α- ποδείχτηκε μεγάλη και καθολική: πρόσω- πα που εξαιτίας της πίστης τους στο χρι- στιανισμό βρήκαν το θάνατο (οι «μάρτυ- ρες»), ή φυλακίστηκαν, ή βασανίστηκαν (οι «ομολογητές») είναι τα πρώτα στην ι- στορία του χριστιανισμού που λατρεύτη- καν σαν άγιοι, ενώ το ιδανικό του μάρτυ- ρα (συσχετισμένο με τη μορφή του ε- σταυρωμένου Ιησού Χριστού) έγινε το κεντρικό παράδειγμα της χριστιανικής η- θικής, που θεωρούσε τον κόσμο όλο σαν άδικο βασίλειο του «άρχοντα του κόσμου τούτου» (του σατανά), ενώ την αρμόζου- σα συμπεριφορά σαν δραματική σύ- γκρουση με τον κόσμο και σαν εθελοντι- κή αποδοχή βασάνων. Η θέση ωστόσο της παθητικής αντίστασης στη ρωμαϊκή κρατική εξουσία (Τερτυλλιανός: «για μας δεν είναι τίποτε πιο ξένο από τις κρατικές υποθέσεις») από την περίοδο αυτή κιόλας συνυπάρχει με τι: τάσεις για νομιμοφροσύνη απέναντι στην υπάρχου- σα κατάσταση σε όλα, εκτός από τα ζη- τήματα της πίστης («όποιος αντιτίθεται στην εξουσία αντιτίθεται στη διαταγή του θεού». Ρωμ. 13. 2)· οι τάσεις αυτές ενι- σχύονταν στο βαθμό που στις χριστιανι- κές κοινότητες μεγάλωνε το ειδικό βά- ρος των εύπορων μελών. Εκτός απ* αυτό, ο κοσμοπολιτισμός της αυτοκρα- τορίας ήταν στο πνεύμα της οικου- μενικότητας του χριστιανισμού που α- πευθυνόταν προς όλους τους ανθρώ- πους· οι χριστκινοί θεωρητικοί του 2ου - 3ου αι. (οι επονομαζόμενοι απολογητές) έκαναν έκκληση για συμφιλίωση εκκλη- σίας κι αυτοκρατορίας). Το ίδιο διττή εί- ναι κι η σχέση του πρώιμου χριστιανισμού προς την ελληνορωμαϊκή πολιτιστική πα- ράδοση. Οι χριστιανοί συγγραφείς επικρί- νουν αυστηρά τις συζητήσεις των φιλο- σόφων, που γίνονται αυτοσκοπός το επι- φανειακό της ρητορικής μόρφωσης, τον ηδονισμό της ποίησης, της μουοικής, του θεάτρου και των πλαστικών τεχνών, κα- θώς και τη σχέση όλων αυτών με την ει- δωλολατρεία. Από την άλλη πλευρά, η ι- στορική μορφή του χριστιανισμού δέχε- ται για πάντα τη σφραγίδα του ελληνορω- μαϊκού πολιτισμού: ιδιαίτερα μεγάλος είναι ο ρόλος του αρχαίου φιλοσοφικού ι- δεαλισμού στη διαμόρφωση του εννοια- κού οπλοστασίου του χριστιανικού δόγ- ματος. Ο χριστιανισμός, όπως και ο Ισλαμισμός, κληρονομεί την ωριμασμένη στον ιουδαϊ- σμό ιδέα του ενός και μοναδικού θεού, του πανάγαθου, παντογνώστη και παντο- δύναμου που η αιτία της ύπαρξης του βρίσκεται σ' αυτόν τον ίδιο και που όλα τα υποκείμενα και τα αντικείμενα είναι δημιουργήματα του: όλα τα δημιούργησε ο θεός από το μηδέν. Ο θεός δεν έχει την ανάγκη του κόσμου και τον δημιούρ- γησε όχι στη διάρκεια μιας αναπόφευ- κτης διαδικασίας, αλλά σαν ελεύθερη πράξη της βούλησης του. Η νόηση του α- πόλυτου σαν προσώπου, χαρακτηριστική της βιβλικής παράδοσης, υψώθηκε στο χριστιανισμό σ' ένα καινούργιο στάδιο, πράγμα που εκφράζεται στα δύο κεντρι- κά δόγματα του χριστιανισμού που απο- τελούν τη βασική του διαφορά από τον ιουδαϊσμό και τον ισλαμισμό - στην τρισυ- πόστατη ενότητα και τη θεία ενσάρκωση. Σύμφωνα με το δόγμα της τρισυπόστα- 425
Χριστιανισμός της ενότητας, η εσωτερική ζωή του θεού είναι η προσωπική σχέση τριών «υποστά- σεων» ή προσώπων: του Πατρός (η άναρ- χη αρχή), του Υιού, ή Λόγου (σκεπτόμε- νη και μορφοποιούσα αρχή) και του Αγίου Πνεύματος («ζωοφόρα» αρχή). Ο Υιός «γεννιέται» από τον Πατέρα, το Αγιο Πνεύμα «εκπορεύεται» από τον Πατέρα (σύμφωνα με τη ορθόδοξη διδασκαλία) ή από τον Υιό και τον Πατέρα (Filioque) (σύμφωνα με τη ρωμαιοκαθολική διδα- σκαλία), αλλά τόσο η «γέννηση», όσο κι η «εκπόρευση» συμβαίνουν όχι μέσα στο <ρόνο, αλλά στην αιωνιότητα: και τα τρία τρόσωπα υπήρχαν πάντα («προαιώνια») και είναι ίσα ως προς την αξία τους («ισό- τιμα»). Το χριστιανικό δόγμα απαιτεί να μην μπερδεύονται τα πρόσωπα και να μη διαχωρίζονται οι ουσίες* ο ακριβής δια- χωρισμός των βαθμίδων ουσίας και «υπό- στασης» είναι η ιδιομορφία της τριαδικό- τητας στο χριστιανισμό, συγκριτικά με τις τριάδες των αρχαίων θρησκειών και μυ- θολογιών (π.χ. τριμούρτι του ινδουισμού = Βράχμα - θεός δημιουργός, Βίσνου - θεός φύλακας και Σίβα - θεός γκρεμι- στής). Η διδασκαλία για την Τριάδα, που επικράτησε στις επονομαζόμενες έρι- δες για το τρισυπόστατο του 4ου αι. (στην πολεμική με τον αριανισμό και τους πνευματομάχους) γίνεται δεχτή από την πλειοψηφία των χριστιανικών εκκλησιών και ομάδων. Η μορφή του ενδιάμεσου ανάμεσα στο θεϊκό και το ανθρώπινο επίπεδο του Είναι είναι γνωστή σε διάφορες μυθολογίες και θρησκείες. Ωστόσο, ο Ιησούς Χρι- στός δεν είναι ημίθεος, δηλαδή ενδιάμε- ση ύπαρξη, κατώτερη από το θεό κι ανώ- τερη από τον άνθρωπο: σύμφωνα με το δόγμα της ενσάρκωσης του θεού, συγκε- ντρώνει σε ένα μοναδικό πρόσωπο την πληρότητα τόσο της θεϊκής, όσο και της ανθρώπινης φύσης («όχι μέσω της συγ- χώνευσης των ουσιών, αλλά μέσω της ενότητας του πρσώπου», κείμενο «Qui- cumque», 4ο - 5ο αι.). Η ενσάρκωση του θεού νοείται σαν μοναδική (χρονικά) και από εδώ και η σημασία του ιστορικού χρόνου που αναφέρεται στο φαινόμενο του υπεράνω χρόνου (η ιστορική χρονο- λόγηση του - στο Σύμβολο της Πίστεως, αναφέρεται: «επί Ποντίου Πιλάτου»* η μυστικιστική περιοδολόγηιση της ιστο- ρίας της ανθρωπότητας - «Προ Χριστού» και «Μετά Χριστόν»* ο απόλυτος χωρι- σμός του χρόνου από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη Δευτέρα παρουσία στη μεσαιωνική χριστιανική θεολογία). Η κατάσταση του ανθρώπου, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο χριστιανισμός, είναι ιδιαίτερα αντιφατική. Ο άνθρωπος έχει γί- νει «κατ* εικόνα και ομοίωση» του θεού* σ' αυτή την πρωταρχική θέση και στην τελική σκέψη, που ο θεός έχει για τον άνθρωπο, η μυστικιστική αξία βρίσκεται όχι μόνο στο ανθρώπινο πνεύμα (όπως στον αρχαίο ιδεαλισμό, στο γνωστικισμό και το μανιχαϊσμό), αλλά και στο σώμα. Το «αμάρτημα» (η πρώτη ενέργεια ανυπακο- ής προς το θεό που έγινε από τους πρω- τόπλαστους) κατάστρεψε τη θεϊκή ο- μοίωση του ανθρώπου - εδώ βρίσκεται όλη η σοβαρότητα του «προπατορικού α- μαρτήματος» που περιγράφεται στην Πα- λαιά Διαθήκη, αλλά που σης αντιλήψεις του ιουδαϊσμού δεν έπαιξε ποτέ τόσο κε- ντρικό ρόλο* ο χριστιανισμός δημιούργη- σε μια αναπτυγμένη τέχνη θεώρησης της ατομικής ευθύνης (για παράδειγμα η ^Εξομολόγηση» του Αυγουστίνου): ακό- μα κι οι πιο σεβαστοί χριστιανοί άγιοι θεω- ρούσαν τους εαυτούς τους μεγάλους α- μαρτωλούς, και από την πλευρά του χρι- στιανισμού είχαν δίκιο. Ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις του κακού, «πλήρωσε» για τ' αμαρτήματα των ανθρώπων, τους απε- λευθέρωσε από τη σκλαβιά του σατανά, δεχόμενος τα μαρτύρια και το θάνατο (η εικόνα αυτού του θανάτου πάνω στο σταυρό είναι το συναισθηματικό και ιδεο- λογικό κέντρο όλου του χριστιανικού 426
Χριστιανισμός συμβολισμού). Ο χριστιανισμός εκτιμάει ιδιαίτερα τον εξαγνιστικό ρόλο των πα- θών, που τα βλέπει όχι σαν συτοσκοπό (ο προοριφός του ανθρώπου είναι η μακα- ριότητα του παράδεισου, απαλλαγμένη από πάθη), αλλά σαν το ισχυρότερο όπλο στη μάχη με το παγκόσμιο κακό. Επιθυ- μητή, σύμφωνα με την άποψη του χρι- στιανισμού, κατάσταση του ανθρώπου στη ζωή τούτη είναι όχι η ήρεμη απάθεια του στωικού ή του βουδιστή σοφού, αλλά «η πάσχουσα καρδιά», η ένταση της πά- λης με τον ίδιο του τον εαυτό και η θυσία γκι το καλό όλων (πρβλ. τη λατρεία της ε- θελοντικής πενίας, της αγαθότητας, της ταπεινότητας, της ζωής στην αφάνεια κ.λπ. στο μεσαιωνικό χριστιανισμό)· σύμ- φωνα με το χριστιανισμό, ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει το κακό μέσα του και γύρω του μόνο «σηκώνοντας το σταυρό» του. Κάθε υποταγή (στους «προκαθήμε- νους» της εκκλησιαστικής ιεραρχίας κ.λπ.) είναι, κατά το χριστιανισμό, ασκητι- κή εξάσκηση, με την οποία ο άνθρωπος «κατανικά τη βούληση» του και μ' αυτό τον παράδοξο τρόπο γίνεται ελεύθερος. Η κάθοδος του θεού προς τον άνθρωπο είναι ταυτόχρονα απαίτηση ανύψωσης του ανθρώπου προς το θεό: ο άνθρωπος οφείλει όχι μόνο να υπακούει στο θεό και να εκτελεί τις εντολές του, όπως στον ιουδαϊσμό και τον ισλαμισμό, αλλά και να μεταμορφωθεί και να «θεοποιηθεί». Αν δεν εκπληρώσει τον προορισμό του αυτό και δε δικαιώσει τη θυσία του Χριστού, θα χαθεί για πάντα: μέσος δρόμος ανάμεσα στη δόξα και το χαμό, δεν υπάρχει. Με την αντίληψη αυτή συνδέεται η ξένη στις άλλες θρησκείες έννοια του «μυ- στηρίου» σαν ειδικής λατρευτικής πρά- ξης που βγαίνει από τα πλαίσια της τελε- τουργίας: ενώ οι τελετές συσχετίζουν συμβολικά το ανθρώπινο Είναι με το θεϊ- κό Είναι, και μ' αυτό εγγυώνται τη σταθε- ρότητα της ισορροπίας στον κόσμο και τον άνθρωπο, το «μυσπιριο», με τη χρι- στιανική έννοια, εισάγει πραγματικά το θεϊκό στη ζωή του ανθρώπου και παίζει το ρόλο εγγύησης της μεταμόρφωσης, της εισβολής του εσχατολογικού χρόνου στον παρόντα χρόνο. Τα κυριότερα από τα «μυσπΊρκι» που αναγνωρίζονται απ* όλα τα δόγματα είναι η βάπτιση (μύηση, που, σύμφωνα με τη θεωρία του χριστιανισμού, δκικόπτει την κληρονομικότητα της α- μαρτίας και ταυτόχρονα εισάγει τον άν- θρωπο στη χριστκινική κοινωνία) και η ευ- χαριστία, ή μετάληψη (όπου ο άνθρωπος, γεύεται ψωμί και κρασί που έχουν μετου- σιωθεί μυστικιστικά σε σάρκα και αίμα του Χριστού, κι έχουν σκοπό να ενώσουν ε- σωτερικά τον πιστό με το Χριστό, έτσι ώ- στε ο Χριστός να «ζει μέσα σ' αυτόν»). Η ορθοδοξία κι ο καθολικισμός αναγνωρί- ζουν ακόμα πέντε «μυστήρκι» που οι δια- μαρτυρόμενοι τα απορρίπτουν: το χρί- σμα, σκοπός του οποίου είναι να μεταδώ- σει στον πιστό τα μυστικά χαρίσματα και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος και που επισφραγίζει το βάπτισμα* τη μετάνοια ή εξομολόγηση- τη χειροτονία (η ένταξη στο ιερατικό αξίωμα, που παραχωρεί όχι μόνο την εξουσιοδότηση να διδάσκει κα- νείς ή να προσυλητίζει ή να διοικεί πι- στούς, αλλά επίσης σ* αντίθεση με τους «ιερείς» του ιουδαϊσμού και του ισλαμισμού - το δικαίωμα να τελούν και «μυστήρκι»)· το γάμο που νοείται σαν συμμετοχή στο μυστικό γάμο Χριστού και εκκλησίας και ευλογία της οικογένειας* το ευχέλαιο (που συνοδεύεται από ευ- χές και στη συνέχεια επάλειψη του σώ- ματος του σωματικά ή πνευματικά αρρώ- στου με λάδι για τη θεραπεία του, και που, κατά τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, είναι το τελευταίο μέσο για να γυρίσει στη ζωή, και ταυτόχρονα να τον συνο- δεύει στο θάνατο). Από αυτά, το βάπτι- σμα, το χρίσμα, η θεία ευχαριστία και η μετάνοια είναι υποχρεωτικά για το χρι- στιανό. Η έννοια του «μυστήριου» κι η η- θική του ασκητισμού είναι στο Χρισπανι- 427
Χριστιανισμός σμό αλληλένδετες: ο τελευταίος, σε α- ντίθεση, για παράδειγμα, με το βουδιστι- κό, μανιχαϊκό ή στωικό ασκητισμό, βάζει σαν στόχο του όχι μόνο την απόσπαση του πνεύματος από τη σάρκα, αλλά την κάθαρση και τον αγιασμό της ίδιας της σάρκας, το πέρασμα της στην κατάσταση του εσχατολογικού εξαγνισμού (εξαΰλω- σης). Το ιδανικό του ασκητισμού είναι η παρθένος Μαρία που, σύμφωνα με την παράδοση, έγινε δεκτή σωματικά στην «ουράνια δόξα». Είναι χαρακτηριστικό ότι στον προτεσταντισμό, όπου τα «μυστή- ρια» έχουν αποδυναμώσει, απορρίπτεται το ασκητικό ιδεώδες (κατάργηση του μο- ναχισμού, της λατρείας της παρθένου Μαρίας κ.λπ.). Ο χριστιανισμός επίσημα επιτράπηκε το 313 (Διάταγμα του Μεδιο- λάνου) και κατά τα τέλη του 4ου αι. έγινε η κυρίαρχη θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτο- κρατορίας (Ο Μέγας Κωνσταντίνος ε- γκαινιάζει τη σειρά των χριστιανών αυτο- κρατόρων). Τότε μπαίνει κάτω από την προστασία, αλλά επίσης και τον έλεγχο, της κρατικής εξουσίας, η οποία ενδιαφέ- ρεται για την ομοφροσύνη των υπηκόοων της. Τα όρια του χριστιανικού κόσμου για κάποια περίοδο πρακτικά συμπίπτουν με τα σύνορα της αυτοκρατορίας κι* έτσι το αξίωμα του αυτοκράτορα είναι αξίωμα του μοναδικού ανώτατου κοσμικού εκ- προσώπου όλο^ν των χριστιανών του κό- σμου (πρβλ. χαλκράτο στον ισλαμισμό). Η πείρα αυτή καθόρισε τη βυζαντινή θεο- λογία της αγίας αυτοκρατορίας και εν μέ- ρει ορισμένες παραδόσεις του ορθόδο- ξου χριστιανισμού (η κατώτερη σε σχέση με το μονάρχη θέση των ιεραρχών, στη Ρωσία η ιδέα του «λευκού τσάρου», της «Τρίτης Ρώμης» κ.λπ.), ενώ στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η α- δυναμία και στη συνέχεια η παρακμή της κρατικής οργάνωσης, οδήγησαν σπιν αύ- ξηση της εξουσίας του ρωμαίου επισκό- που (πάπα) που ανάλαβε και κοσμικές ε- ξουσίες (754). Το μεταβαλλόμενο ανά- λογα με τις συνθήκες της εποχής και του πολιτισμού πολιτικοϊδεολονικό πλαίσιο του χριστιανισμού προκάλεσε μια σειρά εκκλησιαστικών διασπάσεων («σχίσματα»), συνέπεια των οποίων ήταν οι ανταγωνι- στικές παραλλαγές του χριστκινισμού («δόγματα»). Τους 5ο - 7ο αι. ήδη. στην πορεία της διευκρίνισης του δόγματος για τη συνένωση της θεϊκής και ανθρώπι- νης αρχής στο πρόσωπο του Χριστού (οι επονομαζόμενες χριστολογικές έριδες) αποσπάστηκαν από την αυτοκρατορική εκκλησία οι χριστιανοί της Ανατολής που ζούσαν έξω από την ελληνολατινική γλωσσική ζώνη: οι νεστοριανοί που α- σκούσαν σημαντική επιρροή μέχρι τον ύ- στερο Μεσαίωνα στο Ιράν και στην περιο- χή από τη Μέση Ασία ώς την Κίνα (σήμε- ρα υπάρχουν κοινότητες στις χώρες της Εγγύς Ανατολή, καθώς κι οι «χριστιανοί του Αγίου Θωμά» στην Ινδία)* οι μονοφυ- σίτες, που κυριάρχησαν στην αρμένικη, αιθιοπική, κοπτική (αιγυπτιακή) και την ε- πονομαζόμενη ιακωβική (συριακή) εκ- κλησία* οι μονοθελητές. λείψανα των ο- ποίων είναι η μαρονίτικη εκκλησία του Λι- βάνου που για δεύτερη φορά ενώθηκε με τους καθολικούς. Το 1054 είχε ωριμά- σει η οριστική διάσπαση ορθόδοξης και ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας (σύγκρουση της βυζαντινής θεολογίας της αγίας αυ- τοκρατορίας με τη λατινική θεολογία του οικουμενικού παπισμού, που επιδεινώθη- κε από τις διαφορές πάνω στα δόγματα και τις τελετουργίες). Στη Ρωσία, κύρια χώρα της οθροδοξίας μετά την πτώση του Βυζαντίου το 1453, η χαρακτηριστική για το βυζαντινό χριστιανισμό τάση για ταύτιση κράτους, εκκλησίας και λαού και για ιεροποίηση της ζωής οδήγησε κατά την έριδα του 17ου αι. για τον κανόνα της τελετουργικής πρακτικής σε διάσπα- ση, με αποτέλεσμα να αποχωρήσουν από την ορθοδοξία οι παλαιολάτρες. Στη Δύ- ση ο παπισμός σαν πραγματικότητα και ι- δεολογία προκαλούσε, το Μεσαίωνα, δια- 428
Χριστιανισμός μαρτυρίες τόσο από τα πάνω, από μέ- ρους των κοσμικών ηγετών (ιδίως των γερμανών αυτοκρατόρων), όσο κι από τα κάτω (λολάρδοι κ.ά.)· στο κατώφλι των Νέων Χρόνων, όταν ο πρώιμος καπιταλι- σμός βρισκόταν σε άνοδο, η διαμαρτυρία αυτή εκδηλώθηκε με τη Μεταρρύθμιση* (16ος αι.), που γέννησε μερικές θρη- σκευτικές μορφές, οι οποίες ήρθαν σε σύγκρουση με το ρωμαιοκαθολικισμό και μεταξύ τους: το ευαγγελικό δόγμα (λου- θηρανισμός), το μεταρρυθμιστικό δόγ- μα (καλβινισμός, στη Γαλλία ουγενό- τοι, στις αγγλοσαξονικές χώρες πουρι- τανισμός και πρεσβυτεριανισμός), η «Αγ- γλικανική εκκλησία» καθώς και πολυάριθ- μες αιρέσεις. Οι αγγλικανιστές προσπα- θούσαν να διατηρήσουν τις δογματικές βάσεις, τις οργανωτικές δομές και το τε- λετουργικό του ρωμαιοκαθολικισμού, κα- ταργώντας μόνο τα μοναστήρια και κυ- ρίως βάζοντας στη θέση των εξωεθνικών πρωτείων του πάπα τα εσωεθνικά πρω- τεία του βασιλιά σαν αρχηγού της εκκλη- σίας, δηλαδή ταυτίζοντας την εκκλησία με το κράτος στο πνεύμα του απολυταρ- χισμού. Ο καλβινισμός εξέφρασε πιο ρι- ζοσπαστικά τις νέες τάσεις, δίνοντας μορφή στο καπιταλιστικό, δημοκρατικό πνεύμα της Γενεύης του Καλβίνου και της Αγγλικής αστικής επανάστασης του 17ου αι. (αντίληψη του «κοσμικού ασκητι- σμού» και του προκαθορισμού σαν καθα- γίαση της αστικής φειδούς και της επι- χειρηματικής αυτοπεποίθησης. Με την εμφάνιση του προτεσταντισμού αρχίζει μια νέα περίοδος του χριστιανισμού: μετά τις αιματηρές απόπειρες αποκατάστα- σης της ενότητας του ευρωπαϊκού χρι- στιανισμού με βάση ένα από τα υπάρχο- ντα δόγματα (θρησκευτικοί πόλεμοι του 16ου και 17ου αι.) επιτυγχάνεται ένας συμβιβασμός με το σύνθημα: «Αυτός που έχει το βασίλειο, αυτός έχει και την πίστη»· η ιδέα της οικουμενικής ή έστω της πανευρωπαϊκής κοινότητας των χρι- στιανών παραχωρεί τη θέση της στην κρατική ρύθμιση της θρησκευτικής ζωής των υπηκόων μέσα στα πλαίσια της αυτο- διάθεσης του δοσμένου καθεστώτος. Ο θρησκευτικός χάρτης της Ευρώπης από- κτησε μετά το 17ο αι. σταθερή μορφή: ο ρωμαιοκαθολικισμός εδραιώθηκε στις ρωμανικές χώρες (εκτός από τη Ρουμα- νία) και στην Ιρλανδία, η ορθοδοξία στις σλαβικές χώρες (εκτός από την καθολική Πολωνία και την Κροατία), στην Ελλάδα και τη Ρουμανία, ο προτεσταντισμός στις γερμανοσκανδιναβικές χώρες (εκτός από την καθολική Αυστρία και Βαυαρία). Οι τάσεις για εγκοσμιοποίηση, όπως και οι αντιεκκλησιαστικές τάσεις που παρα- τηρήθηκαν από την εποχή της Αναγέννη- σης (βλ. Εγκοσμιοποίηση, Αθεϊσμός), προβάλλονται και προπαγανδίζονται πλα- τιά από τους διανοητές του Διαφωτι- σμού. Απορρίπτεται όχι μόνον η πρακτική της εκκλησίας (πράγμα που ήταν συνηθι- σμένο για τη μεσαιωνική ελεύθερη σκέ- ψη και τις αιρέσεις), αλλά και το ιδανικό του χριστιανισμού αυτό καθαυτό· σαν α- ντίβαρο του προβάλλεται το ιδεώδες της επίγειας προόδου. Η πτώση των παραδο- ασιακών μοναρχικών καθεστώτων έθεσε τέλος στη «συμμαχία θρόνου και ιερού», στην οποία στηριζόταν η ιδέα της χρι- στιανικής θεοκρατίας (η Μεγάλη Γαλλική επανάσταση κήρυξε ειδικά, το 1793, την εκστρατεία της «αποχριστιανοποίησης»)* πέρασε η «κωνσταντινική εποχή» του ε- πίσημου χριστιανισμού. Στις συνθήκες αυτές η εκκλησία (ιδίως του δυτικού θρη- σκεύματος) προσπαθεί ν* αποκαταστή- σει επαφή με τη νέα πραγματικότητα και να δώσει τις απαντήσεις της στα και- νούργια προβλήματα. Χαρακτηριστικές για το μέλλον τάσεις χάραξε, από το τέ- λος ακόμα του 19ου αι., ο πάπας Λέων ο 13ος, που προσπάθησε να ανυψώσει το διεθνές κύρος της εκκλησίας και πήρε θέση απέναντι στις κοινωνικές συγκρού- σεις (έκκληση για ταξική ειρήνη στην 1η 429
Χριστόδουλος Παμπλέκης Εγκύκλιο με θέμα «Rerum Novarum», 1891' υπογράμμιση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων του ατόμου σε σχέση με τα δικαιώματα του κράτους).' Ενα από τα χαρακτηριστικά φαινόμενα του σύγ- χρονου χριστιανισμού είναι η εξασθένη- ση της θρησκευτικής αντιδικίας [δραστη- ριότητα του Παγκόσμιου συμβουλίου εκ- κλησιών (ιδρύθηκε το 1948), αμοιβαία άρση το 1965 των μακραίωνων αναθεμά- των μεταξύ ρωμαιοκαθολικής και ορθό- δοξης εκκλησίας κ.ά.]. Παράλληλα με τον κληρικανικό πολιτικό συντηρητισμό γίνονται προσπάθειες από τους εκπρο- σώπους της καθολικής εκκλησίας στη Λατ. Αμερική (όπως, π.χ., στο Σαλβα- ντόρ) να δημιουργηθεί η λεγόμενη θεο- λογία της επανάστασης. Συνολικά, ο χρι- στιανισμός επιμένει ακλόνητα στο ότι η λύση όλων των αντιφάσεων της ανθρώπι- νης ύπαρξης βρίσκεται στα χέρια μόνο του θεού και αρνείται να δεχτεί σαν λύση αυτών των αντιφάσεων τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς (βλ. επίσης Θρη- σκεία). • Φ. ' Ενγκελς, Για τον πρώιμο χριστιανισμό, Μ., 1962' Γκαρνάκ Α., Η ιστορία των δογμά- των, στο βιβ.: Γενική ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τ. 6, ΣΠ-ργκ, [1911]· Σπάσκι Α., Ι- στορία των δογματικών κινημάτων την εποχή των οικουμενικών συνόδων (σε συνδυασμό με τις φιλοσοφικές Θεωρίες της εποχής αυτής), τ. 1, Σεργκίεφ Ποσάντ, 1914* Σπεκτόρσκι Ε., Η καταγωγή του προτεσταντικού ορθολογι- σμού, Βαρσοβία. 1914* Μπολότοφ Β. Β., Δια- λέξεις για την ιστορία της αρχαίας εκκλησίας, τ. 1, ΣΠ-ργκ, 1907 -18' Καρσάβιν Λ. Π., Οκσ- Θολικισμός, Π., 1918 Καπελιούς Φ. Ντ., Η Θρησκεία του πρώιμου καπιταλισμού, Μ., 1931· Ρανόβιτς Α. Μπ., Για τον πρώιμο χρι- στιανισμό, Μ., 1959* Κούροτσκιν Π. Κ., Ηεξέ- λιξη της σύγχρονης ρωσικής ορθοδοξίας, Μ., 1971· Κουμπλάνοφ Μ. Μ., Η εμφάνιση του χριστιανισμού, Μ., 1974 Bardenhewer Ο., Geschichte der altkirchlichen Literatur, Bd 1- 5, Freiburg im Breisqau, 1913 -1932* Brunner E., Religionsphilosophie evangelischer Thelo- gie, Münch., 1927' Dölger F. J., Antike und Christentum, Bd 1-6, Münster, 1929 - 50· Gra- bmann M., Die Geschichte der Katholischen Theologie seit dem Ausgang der Väterzeit, Freiburg in Breisgau, 1933* Torrey Ch. C, Documents of the primitive Church, N.Y. - L, 1941· Dani^lou J., Histoire des doctrines chrotiennes avant Nicoe, v. 1-3, P., 1958 - 78· Lossky V., Theologie mystique de Γ Egiise d' Orient, P., 1960' Janelle P., The Catholic re- formation, Milwaukee, 1963· The Pelican qui- de to modern theology, v. 1-3, Harmondswor- th, 1969-70· Spidlik Th., La spiritualito de Γ Orient chrotien. Manuel systomatique. Roma, 1978· βλ. επίσης βιβλγ. στο λήμμα Θρησκεία. Σ. Σ. Αβέριντσεφ Θεώρηση Γρηγ. Βαρυμποπιώτη (Προσθήκη της ελληνικής σύνταξης) Χριστόδουλος Παμπλέκης του Ευστα- θίου (1733 -1793). Ο Χριστόδουλος έμα- θε τα πρώτα γράμματα στους δασκάλους της περιοχής του, στο Ξηρόμερο, και στη συνέχεια μαθήτευσε στην Αθωνιάδα Σχολή, κοντά στον Ευγένιο Βούλγαρη. Στη Βιέννη εργάσθηκε στο σχολείο της ελληνικής κοινότητας, γνώρισε και δίδα- ξε τις ριζοσπαστικές ιδέες του γαλλικού Διαφωτισμού και λίγο πριν το θάνατο του, λόγω των συχνών προκλήσεων που οργά- νωναν εκκλησιαστικοί παράγοντες, κατέ- φυγε στη Λιψία. Ο Παμπλέκης το 1781 δημοσίευσε την «Αληθή Πολιτική». Πρόκειται για μετά- φραση του έργου του F. de Calliores La veritabie polltique des personnes de qua- lito (Paris, 1722), στην οποία έχει προ- στεθεί το «Προοίμιον» και εκτενείς υπο- σημειώσεις, ακόμη και για θέματα φυσι- κής φιλοσοφίας, μολονότι ο χαρακτήρας του βιβλίου είναι διδακτικός και αφορά κανόνες της συλλογικής συμπερκροράς. Το 1786 δημοσίευσε στη Βιέννη το ^Πε- ρί Φιλοσόφου, Φιλοσοφίας, Φυσικών, Μεταφυσικών, Πνευματικών και Θείων 430
Χρόνος Αρχών». Το βιβλίο αυτό αποτελεί μετά- φραση λημμάτων της γαλλικής Encyclo- p6die, με ορισμένες προσθαφαιρέσεις στις βιβλιογραφικές σημειώσεις στα κύ- ρια ονόματα και στην απόδοση των προ- τάσεων. ' Ετσι προσλαμβάνονται οι προω- θημένες αντιλήψεις του εγκυκλοπαιδι- σμού, δηλαδή η «πολιτική κοινωνία» αντι- μετωπίζεται ως μοναδικός ερευνητικός χώρος του φιλοσόφου, αποδοκιμάζεται η αρχαιολατρία, και ιδιαίτερα ο αριστοτελι- σμός, για να πάρουν τη θέση του οι βε- βαιώσεις της «πειραματικής φιλοσοφίας» και των «πραγματικών επιστημών» που α- νέπτυξαν οι «νεότεροι», ανιχνεύονται τα αίτια της ανθρώπινης πλάνης και καταγ- γέλλεται η αυθεντία, απαιτείται η κάθαρ- ση του ορθού λόγου από τις προλήψεις και τη «σκοτεινή» μεταφυσική, αυτονο- μείται ο φιλοσοφικός λόγος από τη θρη- σκευτική πίστη και επιχειρείται μια προ- σεχτική κριτική της θρησκείας, χωρίς ω- στόσο να απολήγει στον αθεϊσμό. Το 1793, για την αντίκρουση της ανώνυ- μης υβριστικής σάτιρας που τιτλοφορή- θηκε «Ακολουθία ετεροφθάλμου και α- ντίχριστου Χριστοδούλου του εξ Ακαρνα- νίας», δημοσιεύει το «Περί θεοκρατίας», στο οποίο στιγματίζει τη «μυστικήν τυ- ραννίαν» που επιβάλλει το «ιερατικόν τάγμα» (που συνιστά «πολιτικόν και όχι τω όντι θείον έργον») με στόχο να «γυ- μνώνη τον κοινόν λαόν». • Φ. Ηλιου, «Η οιωπή για τον Χριστόδουλο Παμπλέκη», «Τα Ιστορικά», τεύχος 4 (Δεκ. 1985), σελ. 387 - 404* Π. Κονδύλης, «Το πρό- βλημα του υλισμού στη φιλοσοφία του ελληνι- κού Διαφωτισμού», «Ο Ερανιστής», τ. ΙΘ' (1981), σελ. 196 - 223' Π. Μούτσος. «Χριστό- δουλος ο εξ Ακαρνανίας και Encyclopodle», «Ο Ερανιστής», τ. ΙΘ' (1981), σελ. 13-24. Παναγιώτης Μούτσος Χρόνος. Κατηγόρημα, ιδιότητα, καθολι- κή μορφή ύπαρξης της ύλης, που εκφρά- ζει τη διάρκεια του Είναι και τη διαδοχι- κότητα εναλλαγής καταστάσεων όλων των υλικών συστημάτων και διαδικασιών στον κόσμο. Ο χρόνος δεν είναι αυθύ- παρκτος έξω από τις υλικές αλλαγές. Το ίδιο αδύνατη είναι η ύπαρξη υλικών συ- στημάτων και διαδικασιών που δεν έχουν διάρκεια, δε αλλάζουν από το παρελθόν προς το μέλλον. Η προμαρξιστική φιλοσοφία θεωρούσε το χρόνο κυρίως ως εξωτερική συνθήκη ύ- παρξης της ύλης, ως ροή διάρκειας που κυλάει ισόμερα και ανεξάρτητα από ο- ποιεσδήποτε διαδικασίες στον κόσμο. ' Ετσι, ο Νεύτων, για παράδειγμα, ξεχώ- ριζε τον απόλυτο χρόνο, που αποτελεί ε- ξωτερικό όρο ύπαρξης του Είναι και το σχετικό χρόνο ο οποίος εκφράζει τη διάρκεια συγκεκριμένων καταστάσεων και διαδικασιών και μετράται με τη βοή- θεια των διαφόρων περιοδικών διαδικα- σιών (κύκλοι περιστροφής της Γης γύρω από τον ' Ηλιο ή γύρω απο τον άξονα της, ταλαντώσεις του ωρολογιακού εκκρε- μούς κ.ά.). Αυτή η ερμηνεία του χρόνου κυριαρχούσε στις φυσικές επιστήμες και στη φιλοσοφία της φύσης την περίοδο του 17ου - 19ου αι. Αντίθετη σ' αυτήν ή- ταν η αντίληψη του χρόνου ως διάρκεια διαδικασιών και μέτρο καθολικής μεταλ- λαγής των σωμάτων (Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς, Λομονόσοφ, Χόλμπαχ, Ντιντερό, Τσερ- νισέφσκι). Στη θεολογία και τα διάφο- ρα συστήματα του α\Ί-ικειμενικού ιδεα- λισμού ο χρόνος ερμηνευόταν ως πα- ροδική και πεπερασμένη μορφή εκδήλω- σης της αιωνιότητας* που χαρακτηρίζει το θεό ή το απόλυτο πνεύμα (Πλάτων, Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Χέγγελ, νεοθωμισμός). Οι υποκειμενικές - ιδεαλι- στικές θεωρίες έβλεπαν το χρόνο ως μορφή τακτοποίησης των συμπλεγμάτων των αισθήσεων ή των δεδομένων της ε- μπειρίας (Μπέρκλεϋ, Χιουμ, εμπειριοκρι- τικισμός)· ως a priori μορφή εποτττείας (Καντ)· ως μορφή υποκειμενικής ύπαρ- 431
Χρόνος ξης του ανθρώπου που εξαφανίζεται μα- ζί με το θάνατο το προσωπικού «Εγώ» (υ- παρξισμός). Οι κλασικοί του μαρξισμού - λενινισμού επεξεργάστηκαν τη δκιλεκτική - υλιστική θεωρία του χρόνου, σύφμωνα με την ο- ποία ο χρόνος είναι μορφή ύπαρξης της ύλης και η οποία βρήκε στη σύγχρονη ε- πιστήμη πολυάριθμες αποδείξεις και επι- βεβαιώσεις. Οι βασικές ιδιότητες του χρόνου συνδέονται στενά με τις άλλες ι- διότητες της ύλης και καθορίζονται απ' αυτές. Ο χρόνος είναι αντικειμενικός κι ανεξάρτητος από την ανθρώπινη συνεί- δηση, από την ικανότητα του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται αυτά τα γεγονότα που προηγήθηκαν και αυτά που θα ακολουθή- σουν. Ο χρόνος εκδηλώνεται ως καθολι- κή μορφή ύπαρξης της ύλης, και διατη- ρείται πάντα σ* όλα τα δομικά της επίπε- δα. Η ύπαρξη του κόσμου είναι αιώνια, πράγμα που καθορίζεται από το γεγονός ότι η ύλη είναι η ουσιακή βάση όλων απο- λύτως των φαινομένων. Η αιωνιότητα εί- ναι χαρακτηριστικό μόνο της φύσης στο σύνολο της, ενώ κάθε συγκεκριμένη μορφή της ύλης είναι περιορισμένη και παροδική στο χρόνο. ' Ολες οι προσωρι- νές σχέσεις χρόνου στον κόσμου χαρα- κτηρίζονται από καθορισμένη διάρκεια που αποτελεί την ακολουθία και τη δια- δοχικότητα των εναλλασσόμενων στιγ- μών και καταστάσεων. Η καθολικότητα της διάρκειας καθορίζεται από την ύπαρ- ξη μέσα σε κάθε αλλαγή των διαδοχικά πραγματοποιούμενων σταδίων, στο πε- περασμένο της ταχύτητας διάδοσης των υλικών επιδράσεων. Η διάρκεια του χρό- νου ύπαρξης όλων των συγκεκριμένων σωμάτων εκφράζεται ως ενότητα του συ- νεχούς και του ασυνεχούς. Η διατήρηση της ύλης κι η συνεχής ακολουθία των με- ταβολών της. που γίνονται με τη μορφή δράσης εξ επαφής στις αιτιακές σχέ- σεις, καθορίζουν τη γενική συνέχεια και συνεκτικότητα του χρόνου, την απουσία χασμάτων. Παράλληλα, ο χρόνος, ως μορφή ύπαρξης της ύλης, διαμορφώνε- ται από πλήθος ακολουθιών και στη διάρ- κεια ύπαρξης συγκεκριμένων αντικειμέ- νων, καθένα από τα οποία έχει αρχή και τέλος. Εξαιτίας αυτού, ο χρόνος χαρα- κτηρίζεται από μια ορισμένη ασυνέχεια που εκφράζει τις περιόδους ύπαρξης των συγκεκριμένων ποιοτικών καταστά- σεων. Αυτή η ασυνέχεια, ωστόσο, είναι πάντα σχετική, δεδομένου ότι κατά την αλλαγή των ποιοτικών καταστάσεων η ύλη που αποτελεί το σώμα δεν καταστρέ- φεται, αλλά περνάει σε άλλες μορφές, εξακολουθώντας να υπάρχει συνεχώς. Ο χρόνος είναι μονοδιάστατος, ασυμμε- τρικός και μη - αντιστρέψιμος· όλες οι μεταβολές στον κόσμο συντελούνται από το παρελθόν προς το μέλλον. Η μο- νόδρομη κατεύθυνση του χρόνου καθο- ρίζεται από την ασυμμετρία των σχέσεων αιτίας - αποτελέσματος, από τη γενική α- ντιστρεψιμότητα της δκιδικασίας ανά- πτυξης των υλικών συστημάτων, από την αδυναμία της απόλυτα πλήρους επανά- ληψης των προηγούμενων καταστάσεων και κύκλων αλλαγής των συστημάτων. Η σύγχρονη φυσική απόδειξε ότι ο χρόνος των διαφόρων διαδικασιών στα σώματα ε- πιβραδύνεται σχετικά στο βαθμό που η ταχύτητα της κίνησης τους προσεγγίζει την ταχύτητα του φωτός. Η επιβράδυνση των χρονικών διαδικασιών στα συστήματα είναι δυνατή και κάτω από την επίδραση ισχυρών βαρυτικών πεδίων. Κάθε υλικό σύστημα υπάρχει κι αναπτύσ- σεται σύμφωνα με το δικό του χρόνο, που εξαρτάται από το χαρακτήρα των κυ- κλικών μεταβολών στη δομή του και στο εξωτερικό περιβάλλον, από την ταχύτητα της κίνησης και την ισχύ του βαρυτικού πεδίου. Ο ιδιαίτερος χρόνος του κάθε συστήματος βρίσκεται επίσης σε μια ορι- σμένη αντιστοιχία με τον εξωτερικό χρό- νο ύπαρξης μεγαλύτερων σε μέγεθος υ- λικών συστημάτων (Ηλιακό σύστημα, γα- 432
«Χρυσός κανόνας»» λαξίες, μεταγαλαξίες κ.ά.). Στους ζω- ντανούς οργανισμούς, για παράδειγμα, υπάρχουν οι βιορυθμοί διαφόρων λει- τουργικών υποσυστημάτων, οργάνων και κυττάρων που εξαρτώνται από την εναλ- λαγή ημέρας και νύχτας, από τις εποχές του χρόνου, τους κύκλους της ηλκικής δραστηριότητας κι άλλους εξωτερικούς παράγοντες. Η βιόσφαιρα κι η ανθρώπινη κοινωνία αναπτύσσονται μέσα στο χρόνο ύπαρξης της Γης και του Ηλκικού συστή- ματος. Παράλληλα, η κοινωνία έχει τις δι- κές της χρονικές σχέσεις και ρυθμούς α- νάπτυξης, που επιταχύνονται όσο ανα- πτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις κι η επιστήμη. Η μελέτη των χρονικών πλευρών της με- ταλλαγής και ανάπτυξης των υλικών συ- στημάτων είναι ένα από τα βασικότερα καθήκοντα της σύγχρονης επιστήμης. Η διαλεκτική - υλιστική θεωρία για το χρόνο αποτελεί γενίκευση των επιτευγμάτων της επιστημονικής γνώσης, αποκαλύπτει τις καθολικές ιδιότητες του χρόνου, διευκρινίζει τις γενικές νομοτέλειες που οδηγούν (;) στη γνώση τους μέσα στη διαδικασία ανάπτυξης και εναλλαγής των επιστημονικών θεωριών. Βλ. Χώρος και χρόνος, Αιωνιότητα, Ύλη. • ' Ενγκελς Φ., Η διαλεκτική της φύσης, (Α- θήνα, Σύγχρονη Εποχή), Μαρξ Κ. και Έν- γκελς Φ., Άπαντα, τ. 20* του ίδιου. Ανη - Ντύρινγκ, στο ίδιο Λένιν Β. !., Υλισμός κι ε- μπεφιοκριηκισμός. Άπαντα, τ. 18* Ράιχεν- μπαχ Γκ., Η διεύθυνση του χρόνου, μετφ. από τ* αγγλ.. Μ., 1962· Ουίτροου Τζ., Η φυσική φιλοσοφία του χρόνου, μετφ. από τ* αγγλ., Μ., 1964· Άσκιν Γ Φ., Το πρόβλημα του χρό- νου. Η φιλοσοφική του ερμηνεία, Μ., 1966 Γκούριεβιτς Α. Γ, Ο χρόνος ως πρόβλημα της ιστορίας του πολιτισμού, «Βαπρόσιφιλοσό- φιι». 1969, τεύχος 3' Μολτσάνοφ Γ. Μπ., Τέσ- σερις Θεωρίες του χρόνου στη φιλοσοφία και τη φυσική. Μ., 1977 The nature of time, Itha- ca (N.Y.), 1967* Time in science and philoso- phy, Praque, 1971. Σ. T. Μελιούχιν Θεώρηση Γ. Παπαγούνου Χρύσιππος ο Σολεύς (από τους Σόλους της Κιλικίας) 281/277 - 208/205 π.Χ.). Αρχαίος έλληνας φιλόσοφος. Τρίτος «σχολάρχης» της σχολής των στωικών μετά το Ζήνωνα τον Κιτιέα και τον Κλε- άνθη. Ανέπτυξε και συστηματοποίησε τη θεωρία του Ζήνωνα* έγραψε περισσότε- ρα από 705 έργα. Βασική προσφορά του Χρυσίππου είναι η επεξεργασία της λογι- κής των στωικών. Οι αλλαγές που έκανε ο Χρύσιππος στο σύστημα του Ζήνωνα, σε πολλά δεν είναι ξεκάθαρες* στη φυσι- κή, στο Χρύσιππο ανήκει προφανώς ο δκιχωρισμός της μοίρας και της ανα- γκαιότητας, καθώς και η θεωρία για τις κύριες και τις δευτερεύουσες αιτίες* στην ηθική υποστήριζε την ενότητα της ψυχής και, σε αντίθεση με το Ζήνωνα, θεωρούσε τα πάθη όχι σαν συνέπεια λα- θεμένων κρίσεων, αλλά καθαυτό λαθε- μένες κρίσεις. ■ Αποσπάσματα: Arnim Η. F. Α. ν., Stoicorum veterum fragmenta, ν. 2-3, Stuttg., 1968. • Brehier Ε., Chrysippe et Γ ancien stoici- sme, nouv. ed. P., 1951 Gould J. B., fhe phi- losophy of Crysippus, N.Y., [1970]· βλ. επί- σης βιβλγ. στο λήμμα Στωική φιλοσοφία. Θεώρηοη Ε. Ν. Ρούσσου «Χρυσός κανόνας»». Μια από τις αρχαιό- τερες ηθικές εντολές, που συναντιέται στις λαϊκές παροιμίες, αποφθέγματα κ.λπ.: «μην κάνεις στους άλλους αυτό που δε θα ήθελες να σου κάνουν». Δια- τυπωμένη από τους αρχαίους σοφούς της Ανατολής και της Ελλάδας, μπήκε στο Ευαγγέλιο. Ο Καντ τη διαφοροποίη- Φ.Λ. 5-28 433
Χυδαίος κοινωνιολογισμός σε στη θεωρία του για την κατηγορική προσταγή*. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Χυδαίος κοινωνιολογισμδς, χυδαία κοι- νωνιολογία. Δογματική απλούστευση της μαρξιστικής μεθόδου, κυρίως στον το- μέα της κΓΓορίας, της κριτικής της τέ- χyηςJllς^ωptaςJη^ τέχνης, της λογο- τεχνίας__και άλλων μορφών κοινωνικής συνείδησης· με μια ευρύτερη έννοια, εί- ναι τ^αφηρημένη αντίληψη για το μαρξι- σμό, η οπδίεΓϋδηγεΓστην απώλεια του αυθεντικού του πλούτου και σε λαθεμέ- να πολιτικά συμπεράσματα, είναι μια «κα- ρικατούρα του μαρξισμού» (βλ. Β. Ι. Λέ- νιν, 'Απαντα, τ. 30, σελ. 77). Ο όρος «χυδαίος κοινωνιολογισμός» χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του 1930, το ίδιο όμως το φαινόμενο^ίναι γνωστό πολύ νωρίτερα. Όταν ακόμα ζούσαν ο Κ. Μαρξ κι ο Φ.' Ενγκελς, προ- σχώρησαν στο εργατικό κίνημα πολλοί η- μιμαθείς εκπρόσωποι της αστική^^ϊανδ- ήσης;~πσυ προσΓώ6^σαν~να μετατρέ- ψουν το μαρξισμό σε ένα χοντροκομ-. μδνο3^(ήμα το οποίο οδηγεί στον_ο- Iπορτουνισμδ^jniv αναρχική εξέγερση. Μετά τηνΓΌκτωβριανή επανάσταση του 1917, η γρήγορη και πλατιά διάδοση του μαρξισμού, καθώς και η τάση ενός μέ- ρους της παλιάς διανόησης να τον αφο μοιώσει, έκαναν το χυδαίο κοινωνιολογι σμό φαινόμενο επικίνδυνο. Από ιδεολογι- κή άποψη, ο χυδαίος κοινωνιολογισμός έθρεφε διάφορα «αριστερίστικα» κινήμα- τα που αρνιόντουσαν την κληρονομιά της Ι παλιάς κόΰλτουρας7από τό_κήρυγ]αα^για/ την_καταστροφή των μουσείων ώς τη θε- ωρία^ιάλυση^~πϊςτέ)ο^μέσα^3ΓΓην πα- ράγωγη και την ίδια τη ζωή. Έτσι, εθεω- λ ρείτο σχεδόν αυταπόδειχτο ότι είναι «mo κοντά» jrro προλεταριάτο οι «οργανωμέ- νες»1ωτευθύνσεις της ζωγραφικής που προήλθαν από τον κυβισμό. Στο όνομα της μνημειακής ζωγραφικής απόρριπταν τη ζωγραφική του καβαλέτου. Αμφισβη- τήθηκαν επίσης τα λογοτεχνικά είδη που κληρονομήθηκαν από την παλιά κοινωνία* αναπτύχτηκαν θεωρίες απονέκρωσης της τραγαΑίας και της κωμωδίας. Ένα περισσότερο μετριοπαθές ρεύμα χυ- δαίου κοινωνιολογισμού αντιμετώπιζε την παλιά κουλτούρα ως τεράστιο νεκρο- ταφείο φορμαλιστικών μεθόδων, τις ο- ποίες το νικηφόρο προλεταριάτο μπορεί να χρησιμοποιήσει γκι τους δικούς του ω- φελιμιστικούς σκοπούς διατηρώντας βέ- βαια τις σχετικές επιφυλάξεις. Στον τομέα της ρωσικής ιστορίας, ο χυ- δαίος κοινωνιολογισμός αναγόταν συχνά σπι χρήση των επίσημων σχημάτων της παλιάς ιστοριογραφίας, γυρισμένων από την ανάποδη. Από την άποψη του χυ- δαίου κοινωνιολογισμού ο Ψευδοδημή- τριος (απατεώνας και τυχοδιώκτης που ανέβηκε στο θρόνο της Μόσχας -σημ. μετφ.) όμως κι ο Μαζέπας (Ουκρανός ε- θνικιστής αταμάνος -σημ. μετφ.) ήταν εκπρόσωποι των επαναστατικών δυνάμε- ων του καιρού τους, ενώ η προοδευτική σημασία των μεταρρυθμίσεων του Μεγά^;^ λου Πέτρου αμφισβητήθηκε. Γενικά, κά-Ι θε τι που συνδεότανε με την εθνική πα- ράδοση και την παλιά κρατική οργάνωση καταδικαζόταν εκ των προτέρων με «ε- παναστατική» φρασεολογία. -— Η ίδια λογική επικρατούσε και στον το- μέα ητ)ς lOTOpigc του πολιτισμού. Η αφη- ρημένη αντίληψη του μαρξισμού οδηγού- σε στη μονόπλευρη και λαθεμένη ερμη- νεία της"θέσΪ£_νια την εξάρτηση της συ- νεβησης από το κοινωνικό Είναι και τα ταξικά συμφέροντα. Ο χυδαίος κοινωνιο- λογισμός είχε θέσει σκοπό του την κα- ταγγελία των συγγραφέων και καλλσε- χνών του παρελθόντος ως ^ηρετών των κμρίαρχων τάξεων. Από τη\Γάποψη αυτή, κάθε έργο τέχνης ήταν το κωδικοποιημέ- νο ιδεόγραμμα κάποιας από τις κοινων'ι- 434
Χυδαίος κοινωνιολογισμός κές ομάδες που πάλευαν μεταξύ τους για μια θέση κάτω από τον ήλιο. ' Ετσι, μετέτρεπαν τον Πούσκιν σε ιδεολόγο της ξεπεσμένης αριστΌκράτίας ffr^ Q- στΠίδποιήμένω^ ^τσιφλικάδων, τονΤκό- γκολ σε μικροευγενή, το Λ. Ν. Τολστόι σ^~"εκπρόσωπΌ της μεσαίας αριστοκρα- τίας που προσεγγίζει την ανώτερη αρι- στοκρατία κ.λπ. Καθήκον του προλετα- ριακού καλλιτέχνη θεωρούνταν η ιδκιίτε- ρη έκφραση της «ψυχοϊδελογίας» της τάξης του. Ο αφελής φανατισμός του χυδαίου κοι- νωνιολογισμού ήταν ε^ίέβ^ιαναπόφευ- κτη συνέπεια τη^^αυθόρμητης διαμαρτυ- ρίας ενάντια σε κάθε τι παλιό, υπερβολή Ιτης επαναστατικής άρνησης που χαρα- ^κϊηρίζει κάθε βαθιά κοινωνική ανατροπή. Μ* αυτόν φάνηκε επίσης και η ανεπάρ- κεια μιας διανόησης μαρξιστικά διαμορ- φοίρέΝήις η οποίόΓθα ήταν ικανή να δώσει έΓτίσίημονική εξήγηση και να κάνει αξιο- λόγηση των περίπλοκων φαινομένων της παγκόσμας κουλτούρας. Τη μεγαλύτερη διάδοση του ο χυδαίος κοινωνιολογισμός είχε στη δεκαετία του 1930. Οι τερά- στιες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που συντελούνταν την εποχή αυτή στη Σοβιετική Ένωση έκαναν αδύνατη την παραπέρα έκφραση των ιδεών της μικρο- αστικής δημοκρατίας. Η ιστορική πείρα δείχνει ότι οι σύγχρονες υποτροπές του χυδαίου κοινωνιολογισμού επίσης συνδέ- ονται με διάφορα «αριστερίστικα» κινήμα- τα και θεωρίες, με την αφηρημένη αντί- ληψη περί ταξικής πάλης και επανάστα- σης. ZTTLßaGTLXpu χυδαίου κοινωνιο- λογισμού βρίσκονται OJ_ιQέεi;^IOU_ωφε- λιμισμού και της σκοπιμότητας. Όλη η «ιδανική» επιφάνεια της πνευματικής ζωής παρουσιάζεται ως καθαρή αυταπά- τη, που κρύβει πίσω της κρυφούς ή ασύ- νειδους εγωιστικούς σκοπούς. Η βασική \ όμως αρχή του χυδαίου κοινωνιολογι- Ι σμού είναι η απόρριψη της αντικειμενι- κής και της απόλυτης αλήθειας, h ραοιά | μαρίιστική διατύπωση «το Είναι καθορί- ζει τη συνείδηση», παρά το τόσο καθαρό της νόημα, χρησιμοποιείται για τη μετα- τροπή της συνείδησης σε ένα στερημέ- νο^υνειδητότητας npdov του κοινωνι- κούΐτεριβάλλοντος και των ταξικών συμ- φερόντων. Η ϊδέα της προοδευτικής ανάπτυξης δεν είναι ξένη στο χυδαίο κοινωνιολογισμό, αλλά εκλαμβάνεται με καθαρά τυπική, ποσοτική έννοια, δηλαδή έξω από κρπή- ρια όπως η αντικειμενική αλήθεια, η κοι- νωνική δικαιοσύνη, η καλλιτεχνική τε- λειότητα. ' Ολα είναι καλά για την εποχή τους, γκι την τάξη τους. Στη θέση τοικι- ντικειμενικού κριτηρίου της αξίας ο χυ- δαίος κοινωνιολογισμός χρησιμοποιεί την αφηρημένη αντίληψη Yjg την πάλη του παλιού με το καινούργιο (κακί&έϊναι κά^ τι που_πάλιωσε, καλό είναι κάθε τι το νέο), καθώς και τις τυπολογικές αναλο- γίες και αντί - θέσεις των τυπικά όμοιων ή αμοιβαία_ αποκλειόμενων πολιτισμών. Το αvτu^ιμεyjκ6Jφιτήpιo^τrLς αλήθειας α- ντικαθίσταται από τη^υλλογική εμπειρία ή J·αξική^uvείδπση. Εννοείται πως, πραγματοποιώντας το πέρασμα από το υ- ποκείμενο - άτομο στο υποκείμενο - τά- ξη, ο χυδαίος κοινωνιολογισμός δεν κά- νει ούτε βήμα πιο πέρα από την ιδεαλι- στική φιλοσοφία. Ακόμα κι όταν οι εκπρό- σωποι του παραδέχονταν σε κάποιο βαθμό την αντικειμενικότητα, αυτό γινό- ταν μόνο στα πλαίσια ενός κοινότατου ε- κλεκτισμού που χαρακτηρίζει παρόμοια ρεύματα. Τη θέση της αντανάκλασης της πραγμα- τικότητας -λιγότερο ή περισσότεορ αλη- θινής, βαθιάς, αντιφατικής, αλλά αντικει- μενικής- κατέχει στο χυδαίο κοινωνιολο- γισμό το σχήμα της ισορροπίας ή της δια- τάραξης της ισορροπίας ανάμεσα στο ιστορικό υποκείμενο και το περιβάλλον του. Η διατάραξη μπορεί να προκληθεί από την πίεση μιας νέας τάξης, πράγμα που προκαλεί τον επαναστατικό ρομαντι- 435
Χυδαίος κοινωνιολογισμός g[jo τον στραμ^νο προς το μέλΑογ, ή^πό τΓ^$θορά μ^ς εκφυλιζόμενης κοινωνι- κής ομαδάςΤΓΓοποία, εξαντλημένη, πα- ρακολουθεί απλώς τα γεγονότα και κατέ- χεται από το αίτημα της κόπωσης. Για το χυδαίο κοινωνιολογισμό είναι χα- ρακτηριστική η^έλλειψη κατανόησης των αντιθέσεων της κοινωνικής προόδου και της^ ανισομερούς ανάπτυξης του παγκό- σμιου πολιτισμού καθώς και η έλλειψη κάθε αίσθησης της πραγματικότητας κα- τά την ερμηνεία μεγάλων εκπροσώπων της λογοτεχνίας, όπως ο Σαίξπηρ, ο Μπαλζάκ, ο Πούσκιν, των οποίων οι ιστο- ρικές θέσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν ούτε ως υπεράσπιση του δύοντας φεου- δαρχισμού, ούτε ως απολογία των νέων αστικών μορφών κοινωνιής ζωής. Ο υλισμός του Μαρξ και του ' Ενγκελς δημιούργησε για πρώτη φορά την επισπι- μονική βάση της αντικειμενικής ιστορι- κής ανάλυσης της κοινωνικής συνείδη- σης. Τούτο όμως δε σημαίνει ότι κάθε συνείδηση είναι γι' αυτούς τυφλό προϊόν στενών ταξικών συμφερόντων. Ο Μαρξ σημειώνει το σχετικό, αλλά πραγματικό όριο ανάμεσα «στα ιδεολογικά συστατικά μέρη της κυρίαρχης τάξης» και «την ε- λεύθερη πνευματική παραγωγή του συ- γκεκριμένου κοινωνικού συστήματος» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 26, μέρ. 1, σελ. 680). Η τελευταία συν- δέεται πάντα, μέσω αόρατων νημάτων, με το λαό. Έτσι, η διαφορά ανάμεσα στους γνή- σιους στοχαστές, τους επιστήμονες, τους καλλιτέχνες, από τη μια μεριά, και τους συκοφάντες των παρασιτικών τάξε- ων, από την άλλη, υπάρχει πάντα, παρά το γεγονός ότι ο Πούσκιν, για παράδειγ- μα, ήταν αριστοκράτης ποιητής και ο Ντι- ντερό με τον Ελβέτιο εξέφραζαν την ά- νοδο της αστικής δημοκρατίας. Γι* αυτό και η δραστηριότητα τους ανήκει στην πολύτιμη κληρονομιά του παγκόσμιου πο- λιτισμού, γιατί σ' αυτήν καθρεφτίστηκε όχι η πάλη στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας για το μοίρασμα της λείας, αλ- λά η ριζική αντίθεση ανάμεσα στη λαϊκή μάζα -το συμφέρον της οποίας σε τε- λευταία ανάλυση συμπίπτει με τα συμφέ- ροντα της κοινωνίας στο σύνολο της- και στην παρασιτική ταξική κορυφή, δηλαδή στα προσωρινά αφεντικά της κοινωνίας, που μέσω των διαφόρωγ μορφών της α- τομικής ιδιοκτησίας και της εξουσίας κρατούν την κοινωνία σε υποτέλεκι. Για τον Μαρξ και το Λένιν δεν υπάρχει ταξική πάλη έξω από την προοπτική της κίνησης προς την κομμουνιστική κοινωνία. Ο δρόμος αυτός οδηγεί, μέσα από τους ανταγωνισμούς των κοινωνικών δυνάμε- ων, στην εξαφάνιση των τάξεων και στην αληθινά ανθρώπινη συμβίωση. Την ανα- γκαιότητα αυτή τη συνειδητοποιούσαν πάντα ή την διαισθάνονταν οι καλύτεροι εκπρόσωποι Της παγκόσμκις κουλτού- ρας, με τη μορφή του κοινωνικού ιδανι- κού, συχνά αντιφατικού, άλλοτε παράδο- ξου, αλλά που πάντα είχε πραγματικές ι- στορικές ρίζες. • Ένγκελς Φ., [Γράμμα] Προς τον Κ. ΣμιΘ, της 5 Αυγ. 1890, Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 37 του ίδιου, [Γράμμα] Προς τον Κ. ΣμιΘ, της 27 Οκτ. 1890, στο ίδιο· του ίδιου, [Γράμμα] Προς το Φ. Μέρινγκ, της 14 Ιούλη 1893, στο ίδιο, τ. 39* του ίδιου [Γράμμα], Προς το Β. Μπόργκιους, της 25 Γεν. 1894, στο ίδιο· Λένιν Β. Ι., Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου *<Υλισμός και εμπεψιοκρι- ηκισμός». Άπαντα, τ. 18. σελ. 12· του ίδιου, Το αγροτικό ζήτημα κι η σύγχρονη κατάσταση στη Ρωσία, στο ίδιο, τ. 24· του ίδιου. Φίλοσο- φικά τετράδια, στο ίδιο, τ. 29, σελ. 459 - 474· του ίδιου. Για την προλεταριακή κουλτούρα, στο ίδιο, τ. 41 · Πλεχάνοφ Γκ. Β., Για το βιβλίο του Β. Σουλιάτικοφ, Έργα. τ. 17. Μ. 1925" Λουνατσάρσκι Α. Β., Ο Λένιν και η λογοτε- χνία, Επιλογή έργων. τ. 8, Μ., 1967' Λίφσιτς Μ., Ο Λένιν και τα προβλήματα της λογοτε- 436
Χυδαίος υλισμός χνίάς, στο βιβλίο του: Προβλήματα τέχνης και φιλοσοφίας, Μ., 1935. Μ. Λίφσιτς θεώρηαη Γρ. Θέμελη - Αλστζόγλου Χυδαίος υλισμός. Ρεύμα της αστικής φιλοσοφίας του 19ου αι. Θεωρητικός πρόδρομος του χυδαίου υλισμού ήταν ο γάλλος υλιστής Καμπανίς και κύριοι εκ- πρόσωποι του οι γερμανοί φιλόσοφοι Φόγκτ, Μολεσότ και Μπύχνερ. Ο Φ.' Εν- γκελς τους ονόμαζε «χυδαίους υλιστές» επειδή απλούστευαν τις θέσεις του πα- λιού υλισμού και, απορρίπτοντας τη δια- λεκτική, στέκονταν στις θέσεις της με- ταφυσικής και της μηχανιστικής αντίλη- ψης σε μια εποχή που είχαν ήδη διαμορ- φωθεί οι ιστορικοί όροι για την υπέρβαση της στενότητας του πρώιμου υλισμού. Οι εκπρόσωποι του χυδαίου υλισμού εκλαΐ- κευαν τα επιτεύγματα των φυσικών επι- στημών (νόμος διατήρησης της ύλης, νό- μος μετατροπής της ενέργειας, δαρβινι- σμός, δεδομένα της φυσιολογίας), έ- διναν έμφαση στα αθεϊστικά συμπε- ράσματα που απέρρεαν από αυτά, και αρνιόντουσαν την ιδιομορφία της συ- νείδησης, η οποία ερμηνευόταν άμεσα ως ουσία (βλ. Λ. Μπύχνερ, Δύναμη και ύλη, 1855). Παραγνωρίζοντας την κοινω- νική φύση της συνείδησης, οι εκπρόσω- ποι του χυδαίου υλισμού υποσπίριζαν ότι το περιεχόμενο της συνείδησης καθορί- ζεται, κατά κύριο λόγο, από τη χημική σύ- σταση των προϊόντων διατροφής. Ετσι, πίστευαν, για παράδειγμα, ότι αιτία της σκλαβιάς των αποικιοκρατούμενων λαών ήταν η φυτική κυρίως τροφή που κατανά- λωναν. Ο Μπύχνερ προσπαθούσε να ε- ξηγήσει τις ταξικές διαφορές, την κυ- ρκιρχία της μιας τάξης πάνω στην άλλη, με «τη φύση» της κληρονομικότητας, προσχωρώντας στον «κοινωνικό δαρβινι- σμό»*. Ο ' Ενγκελς σημείωνε πως για το χυδαίο υλισμό είναι χαρακτηριστική «η α- ξίωση να χρησιμοποιεί τις θεωρίες των φυσικών επιστημών στην κοινωνία και να μεταρρυθμίσει το σοσιαλισμό.\ι>» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ.,. Άτκιντα, τ. 20, σελ. 516). Σε πολλές απόψεις ο χυδαίος υλι- σμός πλησίαζε τον ιδεαλισμό της θετικι- στικής απόχρωσης. Ο Μπύχνερ, γκι πα- ράδειγμα, υποστήριζε ότι η ύλη, η δύνα- μη και το πνεύμα αποτςλούν «διαφορετι- κές εκδηλώσεις μιας και της αυτής πρωταρχικής ή βασικής αρχής» («Δύνα- μη και ύλη», ΣΠ-ργκ, 1907, σελ. 41). Χα- ρακτηριστική για το χυδαίο υλισμό είναι η συγγενής και με το θετικιομό" (που εμ- φανίζεται περίπου την ίδια εποχή) αρνη- τική σχέση προς τη φιλοσοφία, στην ο- ποία αντιπαραθέτουν τις θετικές επιστή- μες. Ο ' Ενγκελς αναφέρει ως χαρακτη- ριστικό γνώρισμα του χυδαίου υλισμού «τις ύβρεις ενάντια στη φιλοσοφία» (Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Άπαντα, Τ.20. σελ. 516). Παίρνοντας θέση κατά της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας της φύσης, η οποία αντιπαρατίθεται στις φυσικές ε- πιστήμες, και χαρακτηρίζοντας την κλα- σική γερμανική φιλοσοφία ως τσαρλατα- νισμό, ο χυδαίος υλισμός δεν κατανοού- σε την αναγκαιότητα της φιλοσοφίας ως επιστήμης με ειδικό αντικείμενο έρευ- νας. Ιδιαίτερα απλουστευτικές ήταν οι γνωσιολογικές αντιλήψεις του χυδαίου υλισμού, οι οποίες περιορίζονταν στο στενό εμπειρισμό, στην υποτίμηση του ρόλου των επιστημονικών αφαιρέσεων και της θεωρητικής σκέψης γενικά. «Ο Μπύχνερ -έγραφε ο ' Ενγκελς- ξέρει τη φιλοσοφία μονάχα σαν δογματικός, αλλά κι ο ίδιος είναι ένας δογματικός που ανή- κει στους πιο ρηχούς απογόνους του γερμανικού Διαφωτισμού» (στο ίδιο, σελ. 516). Παρ* όλ* αυτά, ο χυδαίος υλισμός το 19ο αι. συντέλεσε στο ξεμασκάρεμα της θρησκείας και του ιδεαλισμού, συμ- βάλλοντας στη γνωριμία με τα καταπλη- κτικά επιτεύγματα των θετικών επιστη- μών. Στη Ρωσία, το 19ο αι., ο χυδαίος υλι- 437
Χώρος και χρόνος σμός, ο οποίος έπαιξε θετικό ρόλο στην πάλη με την επίσημη ιδεολογία, επικρίθη- κε από τους επαναστάτες - δημοκράτες. • Μαρξ Κ., Ο κύριος Φόγκτ, Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 14 ' Ενγκελς Φ., Α- νή - Ντύρινγκ, στο ίδιο, τ. 20· του ίδιου, Δια- λεκτική της φύσης, στο ίδιο, σελ. 25-26, 161, 163* Λένιν Β. Ι., Υλισμός κι εμπειριοκριτικι- σμός, Άπαντα, τ. 18, κεψ. 4παργρ. 7, κεφ. 6, παργρ. 4 Ιστορία της φιλοσοφίας, τ. 3, Μ., 1959. σελ. 333 - 37 Θεώρηση Γρ. Θέμελη - Αλστζόγλου Χώρος και χρόνος. Γενικές μορφές ύ- παρξης της ύλης, οι σημαντικότερες ι- διότητες της. Στον κόσμο δεν υπάρχει ύλη χωρίς χωρο-χρονικά γνωρίσματα, ό- πως δεν υπάρχουν χώρος και χρόνος έξω από την ύλη ή ανεξάρτητα απ' αυ- τήν. Ο χώρος είναι μορφή ύπαρξης της ύλης που χαρακτηρίζει την έκταση της, τη δομή της, τη συνύπαρξη και την αλλη- λεπίδραση των στοιχείων σ* όλα τα υλικά συστήματα. Ο χρόνος είναι μορφή ύπαρ- ξης της ύλης που εκφράζει τη διάρκεια ύπαρξης της, τη διαδοχικότητα αλλαγής καταστάσεων κατά τη μεταβολή κι ανά- πτυξη όλων των υλικών συστημάτων. Ο χώρος κι ο χρόνος συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και η ενότητα τους εκδηλώ- νεται στην κίνηση και την ανάπτυξη της ύλης. Στην προμαρξιστική φιλοσοφία, όπως και στην κλασική φυσική, ο χώρος κι ο χρό- νος συχνά διακρίνονταν από την ύλη και θεωρούνταν ως αυτόνομες ουσίες ή ως εξωτερικές συνθήκες ύπαρξης και κίνη- σης των σωμάτων. Στη νευτωνική θεωρία ο απόλυτος χώρος αποτελούσε απεριό- ριστη έκταση, η οποία περιείχε το σύνο- λο της ύλης και δεν εξαρτιόταν από κα- μιά διαδικασία, ενώ ο απόλυτος χρόνος ως ροή, άσχετα από οποιεσδήοτε αλλα- γές, ως ισομερής διάρκεια, σπιν οποία όλα εμφανίζονται κι όλα εξαφανίζονται. Στη θεωρία του Νεύτωνα αποδίδονται στο χώρο και το χρόνο ορισμένα ουσιακά χαρακτηριστικά, όπως η απόλυτη αυτο- δυναμία κι η αυτάρκεια ύπαρξης. Ταυτό- χρονα, ο χώρος κι ο χρόνος δε θεωρού- νταν γεννεσιουργές ουσίες, από τις ο- ποίες να προέρχονται όλα τα σώματα. Στην υλιστική φυσική φιλοσοφία και στις θεωρίες της φυσικής που βασίζονταν στις αρχές της, κυριαρχούσε η ατομική αντίληψη της δομής της ύλης: ως τελική, απόλυτη και γενεσιουργός ουσία ανα- γνωριζόταν μόνο η κινούμενη ύλη, που υ- πάρχει και μεταβάλλεται στο χώρο και το χρόνο, που αποτελούν εξωτερικές συν- θήκες ύπαρξης. Στις θρησκευτικές και αντικειμενικές - ι- δεαλιστικές θεωρίες προβαλλόταν η ά- ποψη ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι γενι- κές εξωτερικές συνθήκες ύπαρξης των σωμάτων ωστόσο, ο χώρος και ο χρόνος μαζί με την ύλη, ερμηνεύονταν ως δη- μιουργήματα του θεού ή του απόλυτου πνεύματος. Από την άποψη της θεολο- γίας, οι έννοιες του χώρου και του χρό- νου δεν αφορούν το θεό: ως ανώτατη, α- περιόριστη και δημιουργούσα αρχή ο θε- ός είναι έξω από χώρο και υπάρχει όχι στο χρόνο, αλλά στην αιωνιότητα που εί- ναι μια από τις ιδιότητες του. Στις υπο- κειμενικές - ιδεαλιστικές θεωρίες προω- θούνταν εκλεκτικές κι εσωτερικά αντι- φατικές ερμηνείες, σύμφωνα με τις ο- ποίες ο χώρος και ο χρόνος είναι a priori μορφές εποπτείας (Καντ) ή μορφές τα- κτοποίησης συμπλεγμάτων των αισθήσε- ων και των δεδομένων της εμπειρίας, α- ποκατάστασης των μεταξύ τους λειτουρ- γικών εξαρτήσεων (Μπέρκλεϋ, Μαχ, θε- τικισμός). Γκι πρώτη φορά η αυθεντικά επιστημονι- κή κατανόηση του χώρου και του χρόνου, ως γενικών κατηγορημάτων και μορφών ύπαρξης της ύλης, διατυπώθηκε και τεκ- μηριώθηκε από τους Κ. Μαρξ και Φ.' Εν- γκελς. Η θεωρία του διαλεκτικού υλι- σμού για το χώρο και το χρόνο επιβε- 438
Χώρος KOI χρόνος βαιώθηκε από τις θετικές επιστήμες του 20ού αι. Σημαντική συμβολή στην ανά- πτυξη των σύγχρονων αντιλήψεων για το χώρο και το χρόνο πρόσφερε η θεωρία της σχετικότητας του Α. Αϊνστάιν, η ο- ποία αποκάλυψε την άρρηκτη σύνδεση χώρου και χρόνου ως ενιαία μορφή ύπαρ- ξης της ύλης (χωρο-χρόνος), καθόρισε την ενότητα της χωρο-χρονικής και αιτια- κής δομής του κόσμου, ανακάλυψε τη σχετικότητα των χωρο-χρονικών χαρα- κτηριστικών των σωμάτων και φαινομέ- νων. Αντικείμενο της διαλεκτικής - υλιστικής θεωρίας για το χώρο και το χρόνο είναι, πρώτον, η μεθοδολογική ολοκλήρωση των συμαντικότερων επιτευγμάτων της σύγχρονης επιστήμης όσον αφορά την κατανόηση του χώρου και του χρόνου, ώ- στε να καταστεί δυνατή η επεξεργασία ολοκληρωμένης κοσμοθεωρίας. Δεύτε- ρον, η μελέτη των γενικότερων ιδιοτή- των του χώρου και του χρόνου, σε σύν- δεση με τα άλλα κατηγορήματα της ύ- λης. Τρίτον, η θεωρητική θεμελίωση της απειρίας του χώρου και του χρόνου από ποιοτική και ποσοτική άποψη. Τέταρτον, η μελέτη των νομοτελειών της επιστημο- νικής γνωστικής δκιδικασίας του χώρου και του χρόνου και των μορφών σύνδε- σης των εναλλασσόμενων επιστημονικών θεωριών για το χώρο και το χρόνο. Ως γενικές ιδιότητες του χώρου και του χρόνου αναφέρονται: είναι αντικειμενικοί και ανεξάρτητοι από την ανθρώπινη συ- νείδηση* είναι απόλυτοι ως χαρακτηριστι- κές ιδιότητες της ύλης* είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι τόσο μεταξύ τους, όσο και με την κίνηση της ύλης* εξαρτώνται από τις δομικές σχέσεις και διαδικασίες ανά- πτυξης στα υλικά συσπίματα* διακρίνο- νται από ενότητα του συνεχούς και του ασυνεχούς στη δομή τους χαρακτηρίζο- νται από ποιοτική και ποσοτική απειρία. Διακρίνονται οι μετρικές (δηλαδή αυτές που συνδέονται με μετρήσεις) και οι το- πολογικές (π.χ., η συνεκτικότητα, η συμ- μετρία του χώρου και η συνέχεια, το μο- νοδιάστατο, το μη αντιστρέψιμο του χρόνου) ιδιότητες του χώρου και του χρόνου. Η γνώση των γενικών ιδιοτήτων του χώρου και του χρόνου είναι αποτέλε- σμα μακρόχρονης ιστορικής ανάπτυξης της επιστήμης, της διάκρισης στη διαδι- κασία της γενίκευσης και της αφαίρεσης των αναλλοίωτων χαρακτηριστικών των πολύμορφων χώρο - χρονικών σχέσεων που εκδηλώνονται σ* όλα τα δομικά επί- πεδα της ύλης. Παράλληλα με τα ενιαία χαρακτηριστικά, που βρίσκονται στον ίδιο βαθμό τόσο στο χώρο, όσο και στο χρόνο, υπάρχουν κά- ποιες ιδιαιτερότητες που τους χαρακτη- ρίζουν ως διαφορετικές αν και στενά συνδεόμενες μεταξύ τους, χαρακτηρι- στικές ιδιότητες της ύλης. Στις γενικές ιδιότητες του χώρου αναφέρονται πριν απ' όλα η έκταση, που υποδηλώνει τη γειτνίαση (την κατάσταση στη σειρά) και τη συνύπαρξη διαφόρων στοιχείων (ση- μείων, τμημάτων, όγκων κ.λπ.), η δυνατό- τητα προσάρτησης σε κάθε δεδομένο στοιχείο κάποιου επόμενου στοιχείου ή η δυνατότητα μείωσης του αριθμού των στοιχείων. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχει έκταση κάθε σύσπιμα στο οποίο είναι δυνατή η μεταβολή του χαρακτήρα των συνδέσεων και των αλληλεπιδράσε- ων των στοιχείων που το αποτελούν, του αριθμού τους, της σχετικής θέσης τους και των ποιοτικών ιδιαιτεροτήτων τους. Αυτό σημαίνει ότι η έκταση συνδέεται στενά με τη δομικότητα των υλικών συ- στημάτων η οποία είναι χαρακτηριστική ι- διότητα. Τα χωρίς έκταση αντικείμενα δε θα διέθεταν δομή, εσωτερικές συνδέ- σεις, ικανότητα μεταβολής. Ο χώρος έ- χει επίσης συνεκτικότητα και συνέχεια που εκδηλώνεται τόσο στο χαρακτήρα μετατόπισης των σωμάτων από σημείο σε σημείο, όσο και στη διάδοση των φυσικών επιδράσεων μέσω των διαφόρων πεδίων 439
Χώρος και χρόνος (ηλεκτρομαγνητικού, βαρυτικού, πυρηνι- κού) με τη μορφή της δράσης εξ επαφής στη μετάδοση ύλης κι ενέργειας. Η συ- νεκτικότητα υποδηλώνει την απουσία «χασμάτων» στο χώρο και διαταραχής της εξ επαφής δράσης στη διάδοση των υλικών επιδράσεων στα πεδία. Ταυτό- χρονα, ο χώρος έχει και κάποια σχετική ασυνέχεια, που εκδηλώνεται στη χωρι- στή ύπαρξη υλικών αντικειμένων και συ- στημάτων τα οποία διαθέτουν ορισμένες διαστάσεις και όρια, στην ύπαρξη πολυ- μορφίας δομικών επιπέδων ύλης με δια- φορετικές σχέσεις χώρου. Γενική ιδιότη- τα του χώρου, που παρατηρείται σ* όλα τα γνωστά δομικά επίπεδα, είναι οι τρείς διαστάσεις που συνδέονται οργανικά με τη δομικότητα των συστημάτων και της κίνησης τους. Όλες οι υλικές διαδικα- σίες και αλληλεπιδράσεις πραγματο- ποιούνται μόνο στο χώρο των τριών δια- στάσεων. Σε μονοδιάστατο ή σε δισδιά- στατο χώρο (ευθεία, επιφάνεια) δε θα μπορούσαν να συντελεστούν οι αλληλε- πιδράσεις ύλης και πεδίου. Οι αφηρημέ- νοι (νοητοί) πολυδιάστατοι χώροι σχημα- τίζονται στα σύγχρονα μαθηματικά και τη φυσική με την προσθήκη του χρόνου και άλλων παραμέτρων στις τρείς διαστάσεις του χώρου, των οποίων ο υπολογισμός στην αμοιβαία σύνδεση και μεταβολή εί- ναι αναγκαίος για την πληρέστερη περι- γραφή των διαδικασιών. Ωστόσο, δεν πρέπει να ταυτίζουμε αυτούς τους νοη- τούς χώρους, που εισάγονται ως τρόποι περιγραφής συστημάτων, με τον πραγ- ματικό χώρο ο οποίος είναι πάντοτε τρισ- διάστατος και χαρακτηρίζει την εκτατικό- τητα και τη δομικότητα της ύλης, τη συ- νύπαρξη και αλληλεπίδραση στοιχείων σε διάφορα συστήματα. Με την εκτατικότη- τα του χώρου συνδέονται άρρηκτα οι με- τρικές του ιδιότητες που εκφράζουν τις ιδιομορφίες της σύνδεσης των στοιχείων του χώρου, τη διάταξη και τους ποσοτι- κούς νόμους αυτών των συνδέσεων. Στη φύση, η διαφορά των μετρικών ιδιοτήτων του χώρου καθορίζεται από την ανομοιο- γένεια των δομικών σχέσεων στα συσπί- ματα, και ειδικά από την κατανομή των μαζών βαρύτητας και το μέγεθος του δυ- ναμικού του βαρυτικού πεδίου που καθο- ρίζουν την καμπυλότητα του χώρου. Στις ειδικές (τοπικές) ιδιότητες του χώ- ρου των υλικών συστημάτων περιλαμβά- νονται η συμμετρία κι η ασυμμετρία, η συγκεκριμένη μορφή και οι διαστάσεις, η θέση, η απόσταση ανάμεσα στα σώματα, η κατανομή της ύλης και του πεδίου στο χώρο, τα όρια που χωρίζουν τα διάφορα συστήματα. Όλες αυτές οι ιδιότητες ε- ξαρτώνται από τη δομή και τις εξωτερι- κές συνδέσεις των σωμάτων, από την τα- χύτητα της κίνησης τους, το χαρακτήρα της αλληλεπίδρασης με τα εξωτερικά πεδία. Ο χώρος κάθε υλικού συστήματος είναι κατ' αρχήν ανοιχτός, περνάει συνε- χώς στο χώρο άλλου συστήματος, το ο- ποίο μπορεί να διαφέρει ως προς τις με- τρικές και τις άλλες τοπικές ιδιότητες. Απ' τα χαρακτηριστικά αυτά απορρέουν οι πολλαπλές συνδέσεις του πραγματι- κού χώρου και ο ανεξάντλητος χαρακτή- ρας ως προς τις ποσοτικές και ποιοτικές σχέσεις. Στις γενικές ιδιότητες του χρόνου (ή των χρονικών σχέσεων στα υλικά συστήματα) περιλαμβάνονται: η αντικειμενικότητα' η άρρηκτη σύνδεση με την ύλη, καθώς και με το χώρο, την κίνηση και τις άλλες ιδιό- τητες της ύλης· η δώρκεια, που εκφρά- ζει την ακολουθία της ύπαρξης και της αλλαγής των καταστάσεων των σωμάτων. Η διάρκεια διαμορφώνεται από τις στιγ- μές ή διαστήματα χρόνου τα οποία εμφα- νίζονται το ένα μετά το άλλο και τα οποία αποτελούν, στο σύνολο τους, ολόκληρη την περίοδο ύπαρξης του σώματος από την εμφάνιση του ως το πέρασμα σε άλ- λες ποιοτικά μορφές. Η διάρκεια εκδη- λώνεται ως ιδιόμορφη «έκταση» χρόνου, και διέπεται από τη γενική διατήρηση της 440
Χώρος και χρόνος ύλης και της κίνησης κατά τη μετατροπή τους από τη μια μορφή στην άλλη. Ο χρό- νος ύπαρξης κάθε συγκεκριμένου αντι- κειμένου είναι πεπερασμένος και ασυνε- χής εφ* όσον κάθε αντικείμενο έχει αρ- χή και τέλος ύπαρξης. Ωστόσο, η ύλη που αποτελεί το σώμα δεν εμφανίζεται εκ του μηδενός και δεν καταστρέφεται, αλλά μόνο αλλάζει μορφές ύπαρξης. Χά- ρη στη γενική ιδιότητα διατήρησης της ύ- λης και της κίνησης, ο χρόνος ύπαρξης της είναι συνεχής και η συνέχεια αυτή εί- ναι απόλυτη, ενώ η ασυνέχεια είναι σχε- τική. Στη συνέχεια του χρόνου αντιστοι- χεί η συνεκτικότητα του, η απουσία «χα- σμάτων» ανάμεσα στις στιγμές και τα δκιστήματα. Ο χρόνος είναι μονοδιάστατος, ασυμμε- τρικός, μή - αντιστρέψιμος και κατευθύ- νεται πάντα από το παρόν στο μέλλον. Συγκεκριμένοι φυσικοί παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη μη - αντιστρεψιμότητα του χρόνου είναι η αύξηση της εντρο- πίας στα διάφορα συστήματα, η αλλαγή, με το πέρασμα του χρόνου, των ποσοτι- κών νόμων της κίνησης των σωμάτων. Ειδικές ιδιότητες του χρόνου είναι οι συ- γκεκριμένες περίοδοι ύπαρξης των σω- μάτων, από την εμφάνιση τους ως το πέ- ρασμα σε ποιοτικά άλλες μορφές, το ταυτόχρονο των συμβάντων το οποίο εί- ναι πάντα σχετικό, ο ρυθμός των διαδικα- σιών, η ταχύτητα αλλαγής των καταστά- σεων, οι ρυθμοί ανάπτυξης, οι χρονικές σχέσεις ανάμεσα στους διάφορους κύ- κλους στη δομή των συστημάτων. Η ανάπτυξη της επιστήμης τον 20ό αι. α- ποκάλυψε νέες πλευρές εξάρτησης του χώρου και του χρόνου από τις υλικές δια- δικασίες. Από τη θεωρία της σχετικότη- τας και τα πειραματικά δεδομίένα της σύγχρονης φυσικής προκύπτει ότι. με την αύξηση της ταχύτητας της κίνησης των σωμάτων και την προσέγγιση της στην ταχύτητα του φωτός, αυξάνεται η μάζα. μειώνονται σχετικά οι γραμμικές δκιστάσεις προς την κατεύθυνση της κί- νησης, επιβραδύνονται όλες οι διαδικα- σίες σε σύγκριση με την κατάσταση της σχετικής ηρεμίας των σωμάτων. Η επι- βράδυνση των χρονικών ρυθμών συντε- λείται επίσης κάτω από την επίδραση πο- λύ ισχυρών πεδίων «έλξης» που δημιουρ- γούνται από μεγάλες μάζες [πράγμα που εκδηλώνεται, για παράδειγμα, στην ερυ- θρά μετατόπιση των φασματικών γραμ- μών της ακτινοβολίας των επονομαζόμε- νων λευκών νάνων και των κβάζαρ (qua- sar) που διαθέτουν πολύ υψηλή πυκνό- τητα και ισχυρά πεδία έλξης]. Κατά την ποσοτική αύξηση της πυκνότητας της ύλης μέχρι τις τιμές της τάξης 10^^gr/cm^ και πλέον) πρέπει ν* αλλά- ζουν ποιοτικά οι μετρικές και πιθανόν κι ορισμένες τοπολογικές ιδιότητες του χώρου και του χρόνου. Από τα δεδομένα της παρατήρησης της εξωγαλαξιακής α- στρονομίας προκύπτει ότι στη μέση πυ- κνότητα της ύλης στο Μεταγαλαξία τύ- που 10-^'gr/cm^ αντιστοιχεί μη - κλειστός χώρος αρνητικής καμπυλότητας. Αυτά, ωστόσο, τα δεδομένα δεν πρέπει να τα επεκτείνουμε σ' όλο τον κόσμο, στο σύ- νολο του, δεδομένου ότι η ύλη είναι α- νοιμοιογενής, και στον κόσμο υπάρχει α- ναρίθμητο πλήθος δομικών επιπέδων και τύπων υλικών συστημάτων με τις χώρο - χρονικές σχέσεις που τα χαρακτηρίζουν. Βλ. επίσης Ύλη, Χρόνος, Αιωνιότητα, Συμμετρία, Κοσμολογία. • ' Ενγκελς Φ., Διαλεκτική της φύσης, (Αθή- να, Σύγχρονη Εποχή). Μαρξ Κ. και ' Ενγκελς Φ., Άπαντα, τ. 20* του ίδιου, Ανη - Ντύρινγκ, στο ίδιο, Λένιν Β. Ι., Υλισμός κι εμπειριοκριτι- κισμός, Άπαντα, τ. 18* του ίδιου, Φιλοσοφικά τετράδια, στο ίδιο, τ. 29 Αϊνστάιν Α., Βάσεις της βεωριας της σχετικότητας, Μ., - Α., 1935 Νεύτων Ι., Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας. Μ. - Α., 1936- Φοκ Β. Α.. Η Θεω- ρία του χώρου, του χρόνου και της βαρύτη- τας, Μ., 1961 Στάινμαν Ρ. Γ.. Χώρος και χρό- νος, Μ., 1962· Μελιούχιν Σ. Τ., Η ύλη στηνε- 441
Χώρος και χρόνος ν0777τά της, την απεραντοσύνη και την ανά- Μ., 1974* Χώρος, χρόνος, κίνηση. Μ., 1971* πτυξή της, Μ., 1966" Γκρινμπάουν, Α., Μηαροσένκοφ Β. Σ., Προβλήματα του υποα- Φιλοσοφικύ προβλήματα του χώρου και του τομικού χφρου και χρόνου. Μ., 1979' Αχού- χρόνου, μετφ. από τ' αγγλ., Μ., 1969· Άπει- ντοφ Μ. Ντ. Η Θεωρία του χώρου και του χρό- ρο και Σύμπαν, Συλ. άρθρων, Μ., 1969' Μο- νου: πηγές, εξέλιξη, προοπτικές. Μ., 1982. στεπανένκο, Α. Μ., Το πρόβλημα της καθολι- Τ Τ Μ Α ' κότητας των βασικών ιδιοτήτων του χώρου και · · λ του χρόνου, Α., 1969* του ίδιου, Ο χώρος κι ο θεώρηση Γ. Παπαγούνου χρόνος στο μακρό - μεγά - και μικρόκοσμο, 442
ψ Ψβλλός, Μιχαήλ (το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος) (1018. Κωνσταντι- νούπολη, - δεκαετία του 1090, Κωνστα- ντινούπολη). Βυζαντινός συγγραφέας, φιλόσοφος, επισπ^μονας -εγκυκλοπαιδι- στής και κρατικός παράγοντας. Διετέλε- σε γραμματέας του αυτοκράτορα, διευ- θυντής φιλοσοφικής σχολής, παιδαγω- γός του δκιδόχου του θρόνου (του Μιχα- ήλ Ζ). Το 1054 έγινε μοναχός. Υπήρξε ευνοούμενος οκτώ μοναρχών, που ανέ- βηκαν διαδοχικά στο βυζαντινό θρόνο. Αφησε τεράστια συγγραφική κληρονο- μιά (πραγματείες γκι τη φιλοσοφία, τη ρητορική, την ιστορία, τη φυσιογνωσία, τη γραμματική, τη μουσική, την ιατρική, τη δαιμονολογία κ.ά.). Στη «Xpovoypa- (ρία» που ήταν γραμμένη σε μορφή απο- μνημονευμάτων (t. 1-2, 6d. Ε. Renauld, 1926 - 28) δίνει ζωντανή, καλά μελετη- μένη εικόνα των γεγονότων της εποχής του. Οι φιλοσοφικές απόψεις του Μιχαήλ Ψελλού προκαλούν τις αντιφατικές εκτι- μήσεις των σύγχρονων ερευνητών, πράγμα που καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από την αντιφατικότητα των κει- μένων του ίδιου του Μιχαήλ Ψελλού, ο ο- ποίος επεδίωκε την ένωση της φιλοσο- φίας και της ρητορικής και προσάρμοζε τη γνώμη του στις απαιτήσεις της κατά- στασης, στο είδος και τη μορφή του έρ- γου. Οι σύγχρονοι του τον κατηγορούσαν γκι το πάθος του προς την ειδωλολατρι- κή φιλοσοφία, ιδιαίτερα προς τον Πλάτω- να. Ο ίδιος ο Ψελλός υποστήριξε επανει- λημμένα την ανάγκη της μελέτης της αρχαίας κληρονομιάς, σε πρώτη σειρά του Πλάτωνα και των νεοπλατωνικών, και ορισμένα έργα του (τκκ·, «Διδαοκαλία πα- ντοδαπή») αποτελούν σταχυολόγηση από έργα του Πορφύριου, του Ιάμβλιχου, του Πρόκλου, του Ολυμπιόδωρου. Διακή- ρυσσε την ανάγκη επιλογής από την αρ- χαία κληρονομιά των θέσεων που συμφω- νούν με τα χριστιανικά δόγματα, αναγνώ- ριζε την ύπαρξη «ανώτερης φιλοσοφίας» (της θεολογίας), που γίνεται νοητή με ά- νωθεν φώτιση, και «κατώτερης φιλοσο- φίας» (της επισπιμονικής γνώσης, που είναι προσιτή στα λογικά επιχειρήματα), ανάμεσα στις οποίες τοποθετούσε την «επιστήμη για το ασώματο», δηλαδή τα μαθηματικά. Στην πραγματικότητα επι- δίωκε τη δημιουργία σύνθεσης της αρ- χαίας και της χριστιανικής αντίληψης, περιελάμβανε σ* αυτή και το μυστικισμό νεοπλατωνικού τύπου, παρά το γεγονός ότι ταυτόχρονα ασκούσε ορθολογική κρι- τική σπιν αντίληψη γκι τα θίαύματα. Τις η- θικές του απόψεις τις δκικρίνει η μετριο- πάθεια και στρέφονται κατά του υπέρμε- τρου μοναχικού ασκητισμού. Τα ορθο- λογικά στοιχεία της φιλοσοφίας του Μιχαήλ Ψελλού ανέπτυξε ο μαθητής του Ιωάννης ο Ιταλός. ■ Sathas. Bibiiotheca graeca medji aeve. ν. 4-5, Athenaj - Ρ., 1874 - 76 Scripta minora. Margam partem adhus inedita. ed. E. Kurtz. F. Drexl, v. 1-2, Mil., 1936 - 41* De omnifaria doctrina crit. text and introd. of L. Q. Weste- rink, Utrecht, 1948. 443
Ψευδο-Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης • Βάλντενμπεργκ Β., Οι φιλοσοφικές από- ψεις του Μιχαήλ Ψελλού, Βυζαντινή Συλλο- γή, Μ., - Λ., 1945· Λιουμπάρσκι Γ. Ν., ΟΜιχα- ήλ Ψελλός. Η προσωπικότητα και το έργο του, Μ., 1978· Zervos Ch., Un phllosophe ηό- oplatonicien du XI ciöcle: Michel Psellos, P., 1920· Joannou F., Christliche Metaphysik in Byzanz. Die llluminations - lehre des Michael Psellos und Johannes Italos, Ettai, 1956. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Ψευδό Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, δηλαδή μέ- λος του Αρείου Πάγου, του αρχαίου δικα- στικού συμβουλίου των Αθηνών). Χρι- στιανός στοχαστής του 5ου ή των αρχών του 6ου αι., εκπρόσωπος της πατερικής φιλολογίας. Οι πραγματείες και οι επι- στολές του Ψευδο-Διονύσιου γράφτηκαν στο όνομα ενός προσώπου της Καινής Διαθήκης [των Πράξεων των Αποστό- λων» (17,34)] - ενός μορφωμένου Αθη- ναίου του 1ου αι., που ασπάστηκε το χρι- στιανισμό ύστερα από το κήρυγμα του α- πόστολου Παύλου* η πρώτη όμως μαρτυ- ρία για το έργο του Ψευδο-Διονύσιου συνδέεται με τις θρησκευτικές συζητή- σεις μεταξύ ορθόδοξων και μονοφυσιτών στην Κωνσταντινούπολη το 533. Η φρα- σεολογία και το ύφος του Ψευδο-Διονύ- σιου, ιστορικά γεγονότα που αναφέρο- νται από αυτόν στα συμφραζόμενα των συμβολιστικών ερμηνειών και, τέλος, ί- χνη άμεσης χρήσης κειμένων του Πρό- κλου, που εντοπίστηκαν στα τέλη του 19ου αι. από τον Koch και τον J. Shigl- mayr, όλα αυτά δεν επιτρέπουν να χρονολογήσουμε το «Corpus Areopagiti- cum», όπως συνηθίζεται να αποκαλείται στην επιστήμη, πριν από το 2ο μισό του 5ου ΟΓ ορισμένα συμπληρωματικά δεδο- μένα κάνουν λόγο για συριακό περιβάλ- λον. Ο σοβιετικός ερευνητής Σ. Ι. Νου- τσουμπίτζε και (ανεξάρτητα απ' αυτόν) ο βέλγος ειδικός Ε. Honigmann πρότειναν την ταύτιση του Ψευδο-Διονύσιου με το μονοφυσίτη εκκλησιαστικό παράγοντα και στοχαστή Πέτρο Ιβήριο. από την Ιβη- ρία (ανατολική Γεωργία), επίσκοπο του Μαϊοουμά (κοντά στη Γάζα)· δκιτυπώθη- καν και άλλες υποθέσεις (για το Σεβήρο της Αντιοχείας, τον κύκλο του Ιωάννη του Σκυθοπολίτη κ.λπ.), από τις οποίες ό- μως καμιά δεν απόσπασε γενική αναγνώ- ριση. Το «Corpus Areopagiticum» περι- λαμβάνει 4 πραγματείες {«Περί της ου- ράνιας ιεραρχίας», «Περί της εκκλη- σιαστικής ιεραρχίας», «Περί θείων ονο- μάτων», «Περί μυστικής θεολογίας») και 10 επιστολές το αναπτυσσόμενο σ* αυ- τά δόγμα είναι το αποκορύφωμα του χριστιανικού νεοπλατωνισμού. ' Εχοντας αφομοιώσει καλά και αναπτύσσοντας τις νεοπλατωνικές αντιλήψεις για την αναμ- φίβολη απροσδιοριστία και το αδύνατο της περιγραφής του θεού (αποφατική θε- ολογία* -το θέμα της «Μυστικής θεολο- γίας») και για τη συμβατική δυνατότητα κατάκτησης της γνώσης του θεού μέσω της ιεραρχικής βαθμίδας των αναλογιών (καταφατική θεολογία* το θέμα του «Περί θείων ονο^ήτων»), ο Ψευδο-Διο- νύσιος συνέδεσε την οντολογία του νεο- πλατωνισμού (και τη γεννημένη απ' αυτή την οντολογία θεωρία για το σύμβολο) με την κοινωνική προβληματική* το δόγμα «Περί της εκλησιαστικής ιεραρχίας» δη- μιουργείται στον Ψευδο-Διονύσιο σε ά- μεση σχέση με το δόγμα «Περί της Ου- ρανίας ιεραρχίας». Εδώ, σε αντίθεση με το μυστικιστικό ιστορισμό του Αυγουστί- νου (η εκκλησία ως «τόπος του θεού»), η μορφή της εκκλησίας στον Ψευδο-Διο- νύσιο ως ιδανική ανθρώπινη κοινωνία, που βρίσκεται σε συμφωνία με τους νό- μους του καθολικού Είναι, είναι απόλυτα στατική: πρόκειται για ιεραρχία ανθρώ- πων, που συνεχίζει άμεσα την ιεραρχία των αγγέλων, αντανάκλαση του καθαρού φωτός σε καθαρούς καθρέπτες, που στέλνουν τις ακτίνες του ο ένας στον άλ- λο, αρμονική διάταξη των εκκλησιαστι-
Ψυχανάλυση κών «μυστηρίων» (που περιγράφοντα» ως «μυσταγωγίες» με τη βοήθεια του λεξι- λογίου των αρχαίων ειδωλολατρικών μυ- στηρίων)· κάθε δραματικότητα ή αντίθε- ση απουσιάζει ολότελα. Ο συμβολισμός στην ερμηνεία κάθε όντος, η αισθητικά βιωμένη εικόνα του κόσμου ως ιεραρχία φωτός, άσκησαν καθολική επίδραση σε όλη τη μεσαιωνική αισθητική (συμπερι- λαμβανόμενης της θεωρίας του φωτός και του συμβόλου στον Suger, που εν- σαρκώθηκε στην καλλιτεχνική πρακτική της γοτθικής τέχνης, της ποίησης του Δάντη - «Παράδεισος» κ.ά.). Η θεωρία του Ψευδο-Διονϋσιου έγινε ε- πίσημα δεκτή στη βυζαντινή ορθοδοξία, αρχικά χάρη σπ]\/ ερμηνεία της από το Μάξιμο τον Ομολογητή. Την επιρροή της δέχτηκαν ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο αντίπαλος του Παλαμά Βαρλαάμ ο Καλαβρός, αργό- τερα ο Μάξιμος ο Γκραικός και άλλοι πα- λαιοί ρώσοι στοχαστές. Στη Δϋση το «Corpus Areopagiticum» έγινε γνωστό από τον 9ο αι. έγραψαν γι' αυτό σχόλια πολλοί στοχαστές του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, ανάμεσα τους και ο Θω- μάς Ακινάτης κι ο Μ. Φιτσίνο, ενώ τη με- γάλη επίδραση των ιδεών του δέχτηκαν ο Ιωάννης Σκώτος Εριγένης κι ο Νικόλαος Κουζάνος. ■ MIgne PG. t. 3· La hierarchie coleste, Ρ., 1970' σε ρωσ. μετφ.: - «Περί θείων ονομά- των», Μπουένος Άυρες, 1957· στο βιβ.:^ν- ΘοΑογία της παγκόσμιας φιλοσοφίας, τ. 1, μέρ. 2, Μ., 1969. σελ. 606 - 20. • Σκοβορτσόφ Κ. Ι., Μελέτη του ζητήματος για το συγγραφέα των έργων που είναι γνω- στά με το όνομα του Αγίου Διονυσίου του Α- ρεοπαγίτη Κ.. 1871' Νουτσουμπίτζε Σ., Το μυστικό του Ψευδο-Διονύσιου Αρεοπαγίτη, Τιφλίδα 1942* του ίδιου, Πέτρος ο Ιβήριος και τα προλήματα του αρεοπαγιτισμού, Τιφλίδα, 1957 Χόνιχμαν Ε., Πέτρος ο ΙΘήριος και το έργο του Ψευδο-Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, Τιφλίδα, 1955 Ντανέλια Σ. Ι., Γ<α το Θέμα της προσωπικότητας του Ψευδο-Διονύσιου του Α- ρεοπαγίτη, στο βιβ.: Βυζαντινό χρονικό, τ. 8, Μ. - Α., 1956* Roques R., L' univers dlony- sien, F., 1954* Pepin J., Univers dionysien et univers augustinlen. Aspects de la dlale- ctlque, F., 1956* Vanneste J., Le mystore de Dieu. Essai sur la structur rationelle de la doctrine mystique de Fseudo - Denys Γ Ar6o- paglte, Bruges, 1959 Goltz H., HIERA MESI- TEIA. Zur Theorie der hierarchischen Sozietät im Corpus AreopagitIcum, Erlangen, 1974, («Oikonomia» Bd 4). Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Ψυχανάλυση. Μέθοδος ψυχοθεραπείας και θεωρία ψυχολογίας που έχει στο επί- κεντρο της προσοχής της τις ασύνειδες ψυχικές διαδικασίες και κίνητρα. Διαμορ- φώθηκε στα τέλη του 19ου - αρχές 20ού αι. από το Φρόυδ. Πρέπει να δκιχωρίζου- με την ψυχανάλυση ως συγκεκριμένη θεωρία και μέθοδο ψυχοθεραπείας από το φροϋδισμό* ο οποίος ανάγει τις θέ- σεις της ψυχανάλυσης σ' επίπεδο φιλο- σοφικών - ανθρωπολογικών αρχών. Η ψυ- χανάλυση ξεκινάει από τη βάση ότι τα τραυματικά γεγονότα, τα έντονα βιώμα- τα, οι ανικανοποίητες επιθυμίες κ.λπ. δεν εξαλείφονται από τον ψυχισμό, αλλά απωθούνται στο ασυνείδητο*, όπου συ- νεχίζουν να επιδρούν ενεργά στην ψυχι- κή ζωή και εκδηλώνονται συχνά σε κα- λυμμένη, «κωδικοποιημένη», μορφή ως νευρωτικά ουμΓΤΓώματα. Τα συμπτώματα αυτά αντιμετωπίζονται από την ψυχανά- λυση ως συμβιβαστικά ψυχικά μορφώμα- τα, που προκλήθηκαν από τη σύγκρουση των απωθημένων ροπών με την εσωτερι- κή «λογοκρισία» του συνειδητού «Εγώ». Τέτοιου είδους συμβιβαστικά μορφώ^ ματα η ψυχανάλυση βλέπει στα όνειρα, στις λανθασμένες ενέργειες (επιφυλά- ξεις, παραδρομές της γλώσσας και γρα- φής κ.λπ.), στα υπονοούμενα. Οι παρατη- ρήσεις αυτές έβγαλαν την ψυχανάλυση από τα πλαίσια της καθαυτό ψυχκιτρικής 445
Ψυχανάλυση κι έθε(χιν το πρόβλημα της σύνδεσης των φυσιολογικών και παθολογικών φαι- νομένων του ψυχισμού: σύμφωνα με την ψυχανάλυση, και στα πρώτα, και στα δεύ- τερα υπάρχουν κοινοί ψυχικοί μηχανισμοί συμβολισμού, αναπλήρωσης, επανόρθω- σης κ.λπ. Από την άποψη της ψυχανάλυσης κάθε ψυχικό φαινόμενο πρέπει να εξεταστεί από τρεις απόψεις: τη δυναμική (ως απο- τέλεσμα αλληλεπίδρασης και σύγκρου- σης δια(ρόρων ψυχικών δυνάμεων), την ενεργητική (κατανομή της δεσμευμένης κι ελεύθερης ενέργειας που απαιτείται για τη μια ή την άλλη διαδικασία) και τη δομική. Στο πρώτο στάδιο ανάπτυξης της ψυχανάλυσης (τέλη 19ου - αρχές 20ού αι.) διαμορφώθηκε η θεωρία για τις διά- φορες μορφές κι εκδηλώσεις της ψυχι- κής ενέργειας με έμφαση στις σεξουαλι- κές ροπές (λίμπιντο*). Η θεωρία για την .ψυχική δομή εμφανίστηκε στην ψυχανά- λυση αργότερα (Ζ. Φόυδ, «Το "Ενώ" και το ""Εκείνο"'», 1923. Το πιο αρχαϊκό, α- πρόσωπο, εντελώς ασυνείδητο τμήμα του ψυχικού μηχανισμού πήρε την ονο- μασία «Εκείνο» (id). Είναι η δεξαμενή της ψυχικής ενέργειας, το «αναβράζον κα- ζάνι» των ροπών που απαιτούν άμεση ι- κανοποίηση. Το τμήμα αυτό του ψυχι- σμού δεν έχει επαφή με τον εξωτερικό κόσμο και δεν ξέρει τη διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα και τη σφαίρα του υποκειμένου. Η δεύτερη ψυ- χική δομή, το «Εγώ» (Ego), διαμορφώνε- ται ως «αποτύπωση» της εξωτερικής πραγματικότητας στο αρχικό σύνολο ρο- πών και παρορμήσεων. Ανάμεσα στους παράγοντες που διαμορφώνουν το «Εγώ» η ψυχανάλυση αποδίδει ιδκιίτερο ρόλο στην ταυτότητα. Το «Εγώ» είναι εν- διάμεσος κρίκος ανάμεσα στον εξωτερι- κό κόσμο και το «Εκείνο», τη ροπή και την ικανοποίηση. Το «Εγώ» καθοδηγείται όχι από την αρχή της ικανοποίησης, αλλά από τις απαιτήσεις της πραγματικότητας, συγκρατεί τις ανορθόλογες παρορμή- σεις του «Εκείνου» με τη βοήθεια δκιφό- ρων προστατευτικών μηχανισμών*. Η τρί- τη ψυχική δομή, το «υπέρ - Εγώ» (super - Ego), διαμορφώνεται με την επίδραση των κανόνων της κοινωνίας των απαγο- ρεύσεων και ενθαρρύνσεων που καλ- λιεργεί η αγωγή, και αποτελεί την πηγή των ηθικών αρχών του ατόμου. Το «υπέρ - Εγώ» λειτουργεί ως επί το πλείστον α- συνείδητα, εκδηλώνεται μέσα μας ως η «συνείδηση» μας· οι προκαλούμενες απ* αυτό εντάσεις στην ψυχική δομή παρου- σιάζονται ως συναισθήματα φόβου, ενο- χής, κατάθλιψης, κατωτερότητας κ.λπ. Η σοβιετική ψυχολογία, υπογραμμίζο- ντας ότι η ψυχανάλυση έθεσε κάτω από επιστημονική έρευνα μια σειρά σημαντι- κών φαινομένων του ανθρώπινου ψυχι- σμού (ασύνειδες διαδικασίες και κίνητρα, επίδραση των βιωμάτων της πρώτης παι- δικής ηλικίας στη διαμόρφωση του χαρα- κτήρα και τ(ον παθολογικών του διαστρε- βλώσεων κ.ά.), την επικρίνει για υπερε- κτίμηση του ρόλου της λίμπιντο στη δια- μόρφωση του ανθρώπινου ψυχισμού, για αναγωγή των ιδιότυπων και μεταβαλλό- μενων σχέσεων μεταξύ της μη συνειδη- τοποιούμε νης ανώτερης νευρικής δρα- στηριότητας και της δραστηριότητας της συνείδησης, σε προϋπάρχοντα ανταγωνι- σμό συνειδητού κι ασυνείδητου, και για απολυτοποίηση των ψυχαναλυτικών εν- νοιών και μηχανιστική μεταφορά τους στη σφαίρα των κοινωνικών φαινομένων. • Φρόυδ, Παραδοθείς για την εισαγωγή στην ψυχανάλυση, μετψ. από τα γερμ., [τ. 1-2], Μ.- Π., 1922 του ίδιου, Οι βασικές ψυχολογικές θεωρίες στην ψυχανάλυση, μετφ. από τα γερμ., Μ.-Π., 1923 Η ψυχανάλυση της παιδι- κής ηλικίας. [Συλλ. άρθρων], Μ., 1924* Μπα- σίν Φ. Β., 7ο πρόβλημα του «ασυνείδητου», Μ., 1968' Grinstein Α., The index of psychoa- nalytic writings, v. 1-10, N.V., 1956, 72· Pumpian Mindlin E., Psychoanalysis as Science, N.V., [1956]· Art and psychoanaly- 446
Ψυχή sis, Ν.Υ., 1963* Encyclopedia of psychoana- lysls, N.Y. - L., 1968" βλ. επίσης βιβλγ. στα λήμματα Ασυνείδητο, Φροϋδισμός. Ντ. Ν. Λάλικοφ θεώρποη Β. Φίλια Ψυχή-Ι. ' Εννοια που εκφράζει τη μετα- βαλλόμενη στην πορεία της ιστορίας ά- ποψη για τον ψυχισμό και τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου* στη θρησκεία και την ιδεοκρατική φιλοσοφία και ψυχολο- γία η ψυχή νοείται σαν άυλη ουσία, ανε- ξάρτητη από το σώμα. Η έννοκι της ψυ- χής προέρχεται από τις «ανιμιστικές, (a- πΙπΊ3=ψυχή) αντιλήψεις (βλ. Ανιμισμός) γκι μια ιδιαίτερη δύναμη, που ζει μέσα στο σώμα του ανθρώπου και του ζώου (κάποτε και του φυτού) και που το εγκα- ταλείπει κατά την ώρα του ύπνου ή κατά το θάνατο. Με αυτή την ιδέα συνδέεται και η θεωρία για τη μετεμψύχωση* (με- τοίκηση της ψυχής) στις ινδικές θρη- σκευτικές διδασκαλίες, στις δοξασίες των ορφικών, των πυθαγόρειων κ.ά. Στις ινδικές φιλοσοφικές σχολές που στηρί- ζονται στο κύρος των Βεδών η διδασκα- λία γκι την ψυχή αναπτύχθηκε μέσα στα πλαίσια του άτμαν -της υποκειμενικής πνευματικής αρχής, του ατομικού «Εγώ». Ο βουδισμός διατύπωσε την άποψη ότι η ψυχή δεν υπάρχει και ότι πρόκειται για κάτι το απατηλό. Στο βουδισμό τη θέση της ψυχής παίρνει μια συνεχής ροή από ορισμένα στοιχεία (ντάρμα) που παρά- γουν τις ψυχοσωματικές ιδιότητες. Η πρώιμη αρχαία ελληνική φιλοσοφία της φύσης είναι δκιποτισμένη από την αντί- ληψη της καθολικής εμψύχωσης του κό- σμου (υλοζωισμός). Ο Πλάτων και ο νεο- πλατωνισμός αναπτύσσουν τη θεωρία για την ψυχή του κόσμου σαν μκι από τις γε- νικές αρχές της ζωής. Στον Αριστοτέλη ψυχή είναι η ενεργός σκόπιμη αρχή («μορφή», «εντελέχεια») του ζωντανού σώματος, αναπόσπαστη από αυτό (πραγ- ματεία «Περί ψυχής»' βλ. επίσης Ψυχή- 2). Στις ορθόδοξες θεϊστικές θεωρίες της μεσαιωνικής χριστιανικής και ισλαμι- κής φιλοσοφίας η ψυχή του ανθρώπου είναι δημιουργημένη από το θεό ανεπα- νάληπτη, αθάνατη πνευματική αρχή, ενώ στον πανθεϊστικό αβερροϊσμό είναι μονά- χα η ατομική εκδήλωση μιας ενιαίας πνευματικής ουσίας (ο επονομαζόμενος μονοψυχισμός). Στη νεοευρωπαϊκή φιλοσοφία ο όρος «ψυχή» με τη στενή του έννοια άρχισε να χρησιμοποιείται γκι τον προσδιορισμό του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, της αυτοσυνείδησης του. Η δυιστική με- ταφυσική του ΙΜτεκάρτ διαχωρίζει την ψυχή και το σώμα σαν δύο αυτοδύναμες ουσίες· το θέμα της αλληλεπίδρασης τους, αρχίζοντας από τον Ντεκάρτ, συ- ζητιέται πριν απ' όλα μέσα στα πλαίσια του ψυχοφυσικού προβλήματος*. Ο Λάι- μπνιτς θεωρεί την ψυχή αρχή, δηλαδή μονάδα. Ο Καντ τοποθετεί την έννοια της ψυχής έξω από τα όρκι της εμπει- ρίας και τη φέρνει στην περιοχή των υ- περβατικών ιδεών, οι οποίες εξασφαλί- ζουν τη δυνατότητα της ανθρώπινης γνώσης. Στην πειραματική ψυχολογία, που αναπτύχθηκε από τα μέσα του 19ου αι., η έννοια «ψυχή» παραμερίζεται σε σημαντικό βαθμό από την έννοια «ψυχι- σμός». • Κάπτερεφ Π. Φ., Από την ιστορία της ψυ- χής, ΣΠ-ργκ, 1890 Φρανκ Σ. Π., Η ψυχή του ανθρώπου, Μ., 1917 Γοροσέψσκι Μ. Γ., Η ι- στορία της ψυχολογίας, Μ., 1976. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσοου Ψυχή-2. Ορος της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας· η κυριολεκτική σημασία της είναι «πνοή». Στον Ομηρο η ψυχή χρη- σιμοποιείται με την έννοκι: 1) της «ζωτι- κής δύναμης», που εγκαταλείπει το σώ- μα με την τελευταία εκπνοή' 2) του ασώ- ματου «φαντάσματος» («ειδώλου») μετά 447
Ψυχή το θάνατο του ανθρώπου, που βρίσκεται στον Άδη, αλλά στερείται εξολοκλήρου συνείδησης και μνήμης («Οδύσσεια» XI 51· «Ιλιάδα» XXIII, 104). Η νέα, αντιομη- ρική άποψη για την ψυχή αρχίζει να δια- δίδεται από τον 6ο αι. π.Χ. στον πυθαγο- ρισμό και τον ορφισμό: η ψυχή νοείται ως «δαίμων», δηλαδή ως αθάνατη ύπαρξη θεϊκής προέλευσης· οι περιπλανήσεις της στα σώματα των ζώων και των φυτών (βλ. Μετεμψύχωση), ως «τιμωρία» για το προπατορικό αμάρτημα των Τιτάνων, το «σώμα» ως «τάφος» της ψυχής [με ανα- φορά στη συνήχηση «σώμα» - σήμα («τά- φος»): Φιλόλαος, απόσπ. Β14], ο σκοπός της ζωής ως «κάθαρσης» από τα αμαρτή- ματα ως «τίσις» για το σφάλμα και επι- στροφή της ψυχής στην ουράνια πατρίδα της. Ταυτόχρονα η ψυχή, διαθέτοντας μνήμη για τις προηγούμενες ενσαρκώ- σεις της (Πυθαγόρας 14, 8 DK), ταυτίζε- ται με το ψυχικό «Εγώ»' στα αποσπάσμα- τα του Ηράκλειτου η ψυχή είναι το υπο- κείμενο των φαινομένων της συνείδησης και ο φορέας των ηθικών ιδιοτήτων της («Αύη ψυχή σοφωτάτη και αρίστη», από- σπ. 68 Μ), παρόλο που την ίδια στιγμή ταυτίζεται με τον αέρα (απόσπ. 66 - 67 Μ). Με εξαίρεση τον Ηράκλειτο, η θρη- σκευτική - εσχατολογική προβληματική για την ψυχή είναι άγνωστη σπιν ιωνική παράδοση, η οποία, πριν απ* όλα, ενδια- φέρεται για τις βιολογικές λειτουργίες της ψυχής (ψυχή = «ζωή») και την κατα- λαβαίνει συνήθως ως αέρα και πνοή· εδώ μάλιστα, στα πλαίσια του παραλληλισμού μικρόκοσμου και μακρόκοσμου* όχι σπά- νια αναφέρεται η παγκόσμια ψυχή (στο αρχαιότερο φιλοσοφικό κείμενο για την ψυχή - απόσπ. Β 2 του Αναξιμένη, αλλά πιθανόν και στο Θαλή 11 Α 22, στη συνέ- χεια στον Ηράκλειτο και ιδιαίτερα καθα- ρά στο Διογένη τον Απολλωνιάτη - από- σπ. Β 4). Δεν έχει διευκρινισθεί η σχέση της φυσιοκρατικής άποψης για την ψυχή - «αίμα» στο «Περί φύσεως» του Εμπε- δοκλή, με την ορφική - πυθαγόρεια διδα- σκαλία για την ψυχή - «δαίμονα», στους «Καθαρμούς» του. Ο Δημόκριτος εννο- ούσε την ψυχή δομημένη από σφαιρικά άτομα, που είναι και τα άτομα της φωτιάς (αριθ. 443 - 451, Luria), και αυτό γιατί τα σφαιρικά άτομα υπερέχουν από όλα τα άλλα άτομα με την κινητική τους ικανότη- τα, «αφού η σφαίρα είναι το πιο ευκίνητο απ' όλα τα σώματα, δεδομένου ότι αυτή αγγίζει την επιφάνεια μόνο σ* ένα ση- μείο» (αριθ. 443a). Απ' ό,τι φαίνεται, στο Σωκράτη ανήκει η προβολή σε πρώτο πλάνο του προσωπικού στοιχείου και της ηθικής προβληματικής της ψυχής. Η θεωρία του Πλάτωνα για την ψυχή κα- τάγεται από τις ορφικοπυθαγορικές δο- ξασίες, αλλά διαφέρει από αυτές κατά το ότι είναι θεωρητική και πολύπλευρη. Την επιστημολογική πλευρά επεξεργάζεται ο Πλάτων στο «Φαίδωνα»*: η αθανασία και η πρωταρχική γειτνίαση της ασώματης ψυχής με τον υπεραισθητό κόσμο κά- νουν δυνατή τη γνώση των ιδεών μέσω της «ανάμνησης» (βλ. Ανάμησις). Στο «Φαίδρο» (265b 5). Η ψυχή εμφανίζεται ως οντολογική αρχή κίνησης, στον «7/- μαίο» η παγκόσμια ψυχή κινεί το Σύμπαν και τα άστρα (πρβλ. το 10ο βιβ. των «Νό- μων»). Συστηματική ερμηνεία της ψυχής σε κοινωνικό - ηθικό επίπεδο έχει δοθεί στην «Πολιτεία» (IV 435 e κ.σ.): η διαίρε- ση της ψυχής σε τρία μέρη. «λογιστι- κόν», «θυμοειδές» και «επιθυμητικόν» (που τοποθετούνται αντίστοιχα στο κε- φάλι, στο θώρακα και στο υπογάστριο) συσχετίζεται με τη διαίρεση της κοινω- νίας σε τρία μέρη- τους φιλοσόφους, τους πολεμιστές και τους χειροτέχνες - γεωργούς. Αθάνατο είναι μόνο το ανώτε- ρο μέρος, που σύμφωνα με τον «Τίμαιο» έγινε από το δημιουργό* Το βασικό κείμενο του Αριστοτέλη για την ψυχή είναι το «Περί ψυχής» έργο του, που, προσανατολισμένο στα κρσή- ρια της βιολογίας, έρχεται σε αντίθεση 448
Ψυχή με την πλατωνική άποψη του ίδιου του Α- ριστοτέλη ο' έναν από τους πρώτους διάλογους του, τον «Εύδημο» (απόσπ. 1 - 12 Ross). Ο Αριστοτέλης έβγαλε την έν- νοια της ψυχής από την κοσμολογία, με- ταβιβάζοντας τις λειτουργίες της «αυτο- κινούμενης» αρχής μέσα στη «φύση», και ξεχώριζε τρεις τύπους ψυχής - τη «θρεπτική», την «αισθητική» και τη «δια- νοητική» (πνευματική): η πρώτη υπάρχει στα φυτά, οι πρώτες δυο στα ζώα και οι τρείς μαζί μόνο στον άνθρωπο («Περί ψυχής» 414 b20 - 415a 13). Η ψυχή και το σώμα σχετίζονται μεταξύ τους ως ε- νέργεια κω δύναμη*, μορφή και ύλη*, και γκι τούτο είναι αδιαχώριστα* «αποχωριζό- μενο» και αθάνατο είναι μόνο το ενεργη- τικό μέρος της νοητικής ψυχής («Περί ψυχής» III 5). Στην αρχαία Ακαδημία ο Ξενοκράτης (α- πόσπ. 60, Heinre) όρισε την ψυχή ως «αυτοκινούμενο αριθμό». Από τους αρ- χαίους περιπατητικούς ο Αριστόξενος (απόσπ. 118 W) και ο Δικαίαρχος (απόσπ. 11 W) δέχονταν τη δομική άποψη για την ψυχή ως «αρμονία» του σώματος, ανα- φερόμενη στο «Φαίδωνα» (88d)· ο Μα- κρόβιος δέχεται την αποδιδόμενη στον Πυθαγόρα και το Φιλόλαο, αλλά, ωστόσο, ασυμβίβαστη με τη θέση για την αθανα- σία της ψυχής και συγγενική προς τη χα- ρακτηρισπή για όλη την ελληνική ιατρική και φιλοσοφία της φύσης (αρχίζοντας από τον Αλκμέωνα, απόσπ. Β4), έννοια της «υγείας» ως εξισορρόπησης των α- ντιθέσεων. Οι στωικοί επέστρεψαν στην ιωνική έννοια της σωματικής ψυχής και έφεραν στα άκρα την παράδοση του υ- λοζωικού πανψυχισμού (Αναξιμένης - Η- ράκλειτος - Διογένης), βλέποντας στην ψυχή ένα μέρος του κοσμικού πνεύμα- τος*- σύμφωνα με αυτούς, η ψυχή του ανθρώπου αποτελείται από 8 μέρη: τις πέντε αισθήσεις, την ικανότητα του λό- γου, την ικανότητα αναπαραγωγής και το «ηγεμονικόν», κέντρο από το οποίο ξεκι- νούν όλα τα άλλα, όπως τα «πλοκάμια του χταποδΚ)ύ» («Placita» IV 4,4). Στον Επίκουρο η ψυχή είναι συνένωση από ά- τομα της φωτιάς, του αιθέρα, του αέρα και ενός τέταρτου ανώνυμου στοιχείου, υπεύθυνου για την αίσθηση («Placita» IV 3, 11). Στο μέσο πλατωνισμό και στο νεοπυθα- γορισμό αναγεννιέται η πυθαγορική πλατωνική διδασκαλία για την ψυχή, αλλά παρατηρείται η τάση για απόλυτο διαχω- ρισμό ψυχής και νου και ιεραρχική υπα- γωγή της πρώτης στο δεύτερο. Ο Πλού- ταρχος αποδίδει στην ύλη της «άλογης» ψυχής κινητήρια δύναμη και, όπως ο Ατ- τικός, δέχεται την κακή ψυχή του κό- σμου, που βρίσκει κανείς στο 10ο βιβλίο των «Νόμων» του ΠλάΥωνα (897 d), συ- σχετίζοντας την με τον κοσμικό διάβολο των ανατολικών θρησκειών («Περί Ίσι- δος και Οσίριδος»). Ο Νουμήνιος διατυ- πώνει την άποψη των δύο ξεχωριστών ψυχών στον άνθρωπο -της «λογικής» και της «άλογης» -και εισάγει για πρώτη φο- ρά την αντίληψη γκι το «αιθέριο» σώμα της ψυχής (βλ. Πεμπτουσία). Στον Πλω- τίνο η ψυχή («Εννεάδες» IV) είναι η τρίτη υπόσταση, η «εικόνα» του νου, το ενδιά- μεσο ανάμεσα στο νοητό κόσμο, στον ο- ποίο ανήκει και η ίδκι, και στον αισθητό κόσμο, τον οποίο αυτή δημιουργεί, παίρ- νοντας ουσιαστικά πάνω της έργο δη- μιουργού. Η ανθρώπινη ψυχή ως μικρό- κοσμου είναι ανάλογη της παγκόσμιας ψυχής· όταν στρέφεται προς τα επάνω, υψώνεται προς τη δραστηριότητα του νου. για τον οποίο αντικείμενο και υπο- κείμενο είναι αξεχώριστα, ενώ όταν στρέφεται προς τα κάτω -μέσω της νόη- σης και της αίσθησης- κατεβαίνει ως την πρακτική δραστηριότητα. • Ζελίνσκι Φ. Φ., Η ομηρική ψυχολογία, Π., 1922 Η δομή του κειμένου, Μ., 1980 Rohde Ε., Psyche. Seelenkult und Unsterblichkei- tsglaube der Griechen, Bd 1-2, TUb. - Lpz., 1903· Onians R. B., The originisof European Φ.Λ. 5-29 449
Ψυχισμός thought about the body, the mind, the soul, the World, time and täte, Camb., 1954* Snell B., The dlscovery of the mind N.Y., 1960' Merlan Ph., Monopsychism, mysticism, meta- consclousness. Problems of the soul In the neoaristotelian and neoplatonic tradition, The Haque, 1963" Moreau J., L' äne du monde de Piaton aux stoici^ns, Hildesheim, 1965· Long J., The concept of psyche: its genesis and evolution, «Acta ethnographica», 1978, t. 22. A. B. Λέμπεντεφ θεώρηοη Ε. Ν. Ρούσσου Ψυχισμός. Ιδιότητα της υψηλά οργανω- μένης ύλης που αποτελεί ιδιαίτερη μορ- φή αντανάκλασης από το υποκείμενο της αντικειμενικής πραγματικότητας. Προϊόν της ζωτικής δραστηριότητας του υποκει- μένου, ο ψυχισμός εκτελεί τη λειτουργία του προσανατολισμού και της ρύθμισης αυτής της δραστηριότητας. Η αντίληψη του ψυχισμού ως αντανάκλα- σης επιτρέπει το ξεπέρασμα της λαθε- μένης τοποθέτησης του προβλήματος ό- σον αφορά στη σχέση του ψυχολογικού και του φυσικού, που οδηγεί είτε στην α- πόσπαση του ψυχισμού από τη λειτουρ- γία του εγκεφάλου, είτε στην αναγωγή των ψυχικών φαινομένων σε φαινόμενα φυσιολογίας, είτε, τέλος, στην απλή δια- πίστωση της παράλληλης ροής τους. Η διαπίστωση ότι η ψυχική αντανάκλαση γεννιέται κατά τη διαδικασία αλληλεπί- δρασης υλικού υποκειμένου και αντικει- μενικής πραγματικότητας, απορρίπτει την άποψη ότι τα ψυχικά φαινόμενα είναι καθαρά πνευματικά, αποσπασμένα από τις σωματικές εγκεφαλικές διαδικα- σίες, μέσω των οποίων γίνεται το πέρα- σμα της αντανακλόμενης πραγματικότη- τας σε ψυχική αντανάκλαση. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός της δραστηριότητας του υποκειμένου δεν μπορεί να εξαχθεί άμε- σα από τις φυσιολογικές δ'οδικασίες που την πραγματοποιούν, δεδομένου ότι αυ- τή καθορίζεται από τις ιδιότητες και τις σχέσεις του εμπράγματου κόσμου, στον οποίο αυτή υποτάσσεται και στον οποίο αντίστοιχα υποτάσσεται επίσης και η ψυ- χική αντανάκλαση που εμφανίζεται στον εγκέφαλο του υποκειμένου. Ο ψυχισμός εμφανίστηκε σ'ένα ορισμέ- νο στάδιο της βιολογικής εξέλιξης και α- ντιπροσωπεύει έναν απαραίτητο όρο για την παραπέρα ανάπτυξη της ζωής. Κα- θώς μεταλλάσσεται και γίνεται πιο περί- πλοκη, η ψυχική αντανάκλαση αποκτάει στον άνθρωπο ποιοτικά νέα μορφή - τη μορφή της συνείδησης που γεννιέται από τη ζωή του μέσα στην κοινωνία, από κείνες τις κοινωνικές σχέσεις που τον συνδέουν με τον κόσμο. Ωστόσο, αποτε- λώντας τη βασική μορφή ψυχισμού του ανθρώπου, η συνείδηση δεν τον εξα- ντλεί στον άνθρωπο υπάρχουν και ασυ- νείδητα ψυχικά φαινόμενη και διαδικα- σίες, δηλαδή τέτοια που δεν μπορεί να συλλάβει και που βρίσκονται έξω από την αυτοπαρατήρησή του. Παρόλο που τα φαινόμενα της συνειδητής αντανάκλα- σης δίνονται στο υποκείμενο, κατά την αυτοπαρατήρησή, η φύση τους μπορεί να μελετηθεί μόνο με την αντικειμενική α- νάλυση. Η μελέτη του ψυχισμού είναι το αντικείμενο της ψυχολογίας. • Βλ. λήμμα Ψυχολογία. Θεώρηοη Β. Φίλια Ψυχολογία. Επιστήμη για τις νομοτέ- λειες, τους μηχανισμούς και τα γεγονότα της ψυχικής ζωής του ανθρώπου και των ζώων. Οι αμοιβαίες σχέσεις των έμβιων όντων με τον κόσμο πραγματοποιούνται μέσω των εποπτικών και πνευματικών μορφών, κινήτρων, διαδικασιών, επικοι- νωνίας, πρακτικής δράσης, κανονισμών, συναισθηματικών καταστάσεων και άλ- λων πράξεων. Τα διάφορα ψυχικά στοι- χεία της συμπεριφοράς διαμορφώνουν τη δομή που της προσδίδουν σταθερότη- τα και σκόπιμη δράση. Στον άνθρωπο η 450
Ψυχολογία δομή αυτή παρουσιάζεται με τη μορφή της ψυχοσύνθεσης του ατόμου (των ικα- νοτήτων του, του χαρακτήρα του, της ι- διοσυγκρασίας, των αξιακών προσανατο- λισμών, της αυτοαξιολόγησης, του ατομι- κού στυλ σκέψης κ.ά.), που καθορίζει την ιδιομορφία των συγκεκριμένων ψυχι- κών εκδηλώσεων. Για πολλούς αιώνες, τα φαινόμενα που ερευνά η ψυχολογία προσδιορίζονταν με το γενικό όρο «ψυ- χή» και αποτελούσαν αντικείμενο μας από τις υποδιαιρέσεις της φιλοσοφίας, που το 16ο αι. ονομάστηκε ψυχολογία. Μαρτυρίες για τα φαινόμενα αυτά συσ- σωρεύονταν και σε πολλούς άλλους το- μείς της γνώσης, καθώς και στην πρακτι- κή (ιδίως την ιατρική και την παιδαγωγι- κή). Η ιδιαιτερότητα αυτών των φαινομέ- νων, που δίνονταν στο υποκείμενο με τη μορφή άμεσων, αδιαχώριστων απ' αυτό βιωμάτων, η ιδιαίτερη γνωσιμότητά τους, που ωφείλεται στην ικανότητα του αν- θρώπου για αυτοπαρατήρηση* καιαυτοα- πολογισμό με τη μορφή εσωτερικού (κρυφού από τους άλλους ανθρώπους), λόγου, η ενδόμυχη προσωπική αξία τους συντέλεσαν ώστε τα φαινόμενα αυ- τόα να θεωρηθούν ολότελα διαφορετικά από τ' άλλα φαινόμενα του ατόμου. Η α- ντίληψη αυτή καλλιεργήθηκε από τις θρησκευτικές και ιδεαλιστικές διδασκα- λίες. Σε αντιστάθμισμα, από την Αρχαιό- τητα ακόμη, έγιναν προσπάθειες να εξη- γηθούν τα ψυχικά φαινόμενα με βάση ε- νκιίες υλικές αρχές και νόμους που ι- σχύουν για όλο το Σύμπαν. Σημαντικό ρόλο στη στερέωση των επιστημονικών απόψεων για τον ψυχισμό έπαιξαν τα επι- τεύγματα των ερευνών του σωματικού του υποστρώματος [στην Αρχαία Ελλάδα ο Αλκμέων ανακάλυψε την εξάρτηση των αισθήσεων από τον εγκέφαλο, ο Ιππο- κράτης την εξάρτηση των τυπολογικών δκιφορών μεταξύ των ανθρώπων (ιδιοσυ- γκρασία) από τους χυμούς του σώματος κ.ά.]. Η πρώτη συστηματική παρουσίαση της ψυχολογίας ανήκει στον Αριστοτέλη, που ξεπέρασε τη στενότητα των αφελών - υλιστικών αντιλήψεων περί ψυχής ως λεπτότατης ουσίας (Αναξιμένης, Ηρά- κλειτος, Δημόκριτος) και τις ιδεαλιστικές απόψεις γι' αυτή, ως ιδιαίτερη ασώματη αρχή που αντιτί^ται σε κάθε τι υλικό (Πυθαγόρας, Πλάτων). Κατά τον Apioro- τέλη, η ψυχή είναι τρόπος οργάνωσης του έμβιου σώματος και της αντικειμενι- κά παρατηρούμενης συμπερκροράς του. Στην προσπάθεια του όμως να εξηγήσει τις ανώτερες διανοητικές μορφές (στη διδασκαλία για το λογικό), ο Αριστοτέλης απομακρύνθηκε από τις θέσεις αυτές και έδωσε έτσι αφορμή να ερμηνευθεί ιδεα- λιστικά η ψυχολογία του από το θωμισμό και, αργότερα, από το νεοθωμισμό και τον Μπρεντάνο. Στις συνθήκες της επιστημονικής επανά- στασης του 17ου αι., άρχισε μια νέα επο- χή στην ανάπτυξη της ψυχολογίας με τον Ντεκάρτ, ο οποίος ανέτρεψε την αντί- ληψη που κυριαρχούσε ολόκληρους αιώ- νες και που θεωρούσε την ψυχή ως κινη- τήρα του σώματος, κι εξήγησε, από θέ- σεις μηχανιστικής αιτιοκρατίας, την ε- ξάρτηση των ψυχικών στοιχείων της συμπεριφοράς των έμβιων όντων από τις υλικές διαδικασίες που συντελούνται και έξω και μέσα στον οργανισμό. Στη βάση αυτή διαμορφώθηκαν οι βασικότερες α- πόψεις της επιστημονικής ψυχολογίας - για τα αντανακλαστικά, για το συνεψμό* και για την αίσθηση ως αποτελέσματα των επιδράσεων εξωτερικών ερεθισμών στον εγκέφαλο (απόψεις, που την εποχή εκείνη θεωρούνταν ακόμα καθαρή φα- ντασία). Δυιστής, ο Ντεκάρτ, στις έντο- νες συγκινήσεις που προκαλούσαν οι ε- ξωτερικοί παράγοντες στο σώμα αντιπα- ράθεσε τις πράξεις της ατομικής συνεί- δησης, που έδειχναν πως το υποκείμενο είχε άμεσες γνώσεις τ(·>ν σκέψεων και της ικανότητας του για ελεύθερη δράση. Θεωρώντας τη συνείδηση ως ιδιαίτερη. 451
Ψυχολογία εκτός χώρου ουσία, που το υποκείμενο μπορεί να συλλάβει χάρη στην εσωτερική Toy «όραση» (ενδοσκόπηση), ο Ντεκάρτ διατύπωσε τη λεγόμενη ενδοσκοπική θε- ωρία της συνείδησης που άσκησε επί- δραση στη μετέπεπΌ ερμηνεία του αντι- κειμένου και των μεθόδων της ψυχολο- γίας. Ωστόσο, δεν είναι η αντίληψη αυτή, αλλά η μηχανιστική - αιτιοκρατική προ- σέγγιση που καθόρισε την εξέλιξη της ψυχολογίας από το 17ο ως το πρώτο μισό του 19ου αι. Ανάμεσα στις σημαντικότε- ρες θεωρίες αυτής της περιόδου ξεχω- ρίζουν: η θεωρία των συνειρμών (Χομπς, Λοκ, Χιουμ, Χάρτλι), των συγκινήσεων (Σπινόζα), του ασύνειδου ψυχισμού και της αντίληψης (Λάιμπνιτς, Χέρμπαρτ), της εξάρτησης της προσωπικότητας από τα ενδιαφέροντα της και της επίδρασης του κοινωνικού περιβάλλοντος (γάλλοι υ- λιστές, Ραντίστσεφ) Τα μεγάλα βήματα που σημείωσε η βιο- λογία στα μέσα του 19ου αι., προετοίμα- σαν το έδαφος για τη διαμόρφωση της ψυχολογίας ως ιδιαίτερης επιστήμης. Ι- διαίτερη σημασία είχε η δαρβινική διδα- σκαλία, σύμ(ρωνα με την οποία οι ψυχικές διαδικασίες (όπως και όλες οι άλλες ζω- τικές εκδηλώσεις) είναι απαραίτητες για την προσαρμογή του οργανισμού στο ε- ξωτερικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα, οι διαδικασίες αυτές θεωρήθηκαν ανοιχτές στην αντικειμενική παρατήρηση, προσι- τές στην επιστημονική έρευνα, άσχετα από την ικανότητα του ατόμου να αναλύ- σει την εσωτερική δομή της συνείδησης του (ικανότητα που κι η ίδια απαιτούσε αι- τιακή εξήγηση). Στη φυσιολογία (ιδιαίτερα κατά τη μελέ- τη των λειτουργιών των αισθητηρίων ορ- γάνων) η χρήση πειραματικών και ποσοτι- κών μεθόδων επέτρεψε την ανακάλυψη των νομοτελειακών σχέσεων μεταξύ ε- ξωτερικής επίδρασης και αντίδρασης, των αισθήσεων, καθώς και μεταξύ της αντίδρασης αυτής και της κινησιακής α- πάντησης στο ερέθισμα (έργα των Σ. Βέμπερ και Γκ. Φέχνερ, που έβαλαν τις βάσεις της ψυχοφυσικής, του Γκ. Χέλμγκολτς, που επεξεργάστηκε την ψυχοφυσιολογία της όρασης και της ακο- ής και των οπτικών και ηχητικών αντιλή- ψεων του Φ. Ντόντερς, που μελέτησε το χρόνο αντίδρασης). Η μελέτη της προ- σαρμοστικής συμπεριφοράς των σπονδυ- λωτών (Ε. Πφλιούγκερ) έδειξε τη στενό- τητα της προηγούμενης διδασκαλίας για τις αντιδράσεις και απαίτησε τη ριζική της αναδιάταξη που πραγματοποιήθηκε από το Σέτσενοφ. Στηριζόμενος στη δι- κή του μη - κλασική αντίληψη για τα α- νακλαστικά, ο Σέτσενοφ δκιτύπωσε την άποψη ότι οι ψυχικές δκιδικασίες πραγ- ματοποιούνται με βάση την αρχή της ση- ματοδοτικής αυτορρύθμισης και της α- ντίστροφης σχέσης και τροποποιούνται με τη συμμετοχή των μηχανισμών του ε- σωτερικού ελέγχου. Αυτές οι ιδέες και ανακαλύψεις οδήγη- σαν στην ανάπτυξη του δικού της επιστη- μονικού - κατηγορικού μηχανισμού της ψυχολογίας, που άρχισε να δκιχωρίζεται τόσο από τη φιλοσοφία, όσο κι από τη φυ- σιολογία (δεδομένου ότι νομοτέλειες που ανακαλύφθηκαν μέσα στα εργαστή- ρια δε συνέπιπταν με τις ανατομικές φυσιολογικές). Διατυπώνονται αρκετά προγράμματα δόμησης της ψυχολογίας ως πειραματικής επιστήμης. Θεμελιωτής της πειραματικής ψυχολογίας έγινε ο Βούντ. Με υπόδειγμα το εργαστήριο που αυτός οργάνωσε (1879, Λιψία) δημιουρ- γούνται ερευνητικά κέντρα ψυχολογίας σε διάφορες χώρες: κυκλοφορούν ειδι- κές περιοδικές εκδόσεις για την ψυχο- λογία- συγκαλούνται διεθνή ψυχολογικά συνέδρια. Οι πειραματικές μέθοδοι έ- ρευνας επεκτείνονται και στις διαδικα- σίες της μνήμης (Γ Εμπινχάουζ). της προσοχής (Τζ. Κετελ), των συγκινήσεων (Ι. Τζέιμς και Γκ. Λάνγκε). της αντί^ιψης (ο ρώσος ψυχολόγος Ν. Ν. Λάνγκε), των 452
Ψυχολογία συνηθειών (Σ. Τόρνταϊκ), της νόησης (Βύρτομπουργκ οχολή*). Η δημιουργία τομέων ψυχολογίας που μελετούν τη συ- μπεριφορά των ζώων (συγκριτική ψυχο- λογία - Κ. Δαρβίνος, Κ. Λουντ - Μόργκαν) και των παιδιών (παιδική ψυχολογία - Β. Πράιεφ) έπαιξε σημαντικό ρόλο στη στε- ρέωση της αντικειμενικής μεθόδου στην ψυχολογία, σε αντιστάθμισμα της υπο- κειμενικής, αφού έδινε τη δυνατότητα να εξηγηθούν τα φαινόμενα της ψυχολο- γίας, χωρίς την προσφυγή στην ενδοσκό- πηση. Οι κοινωνικές ανάγκες επέβαλαν τη μελέτη των κοινωνικών - ψυχολογικών δκιφορών ανάμεσα στους ανθρώπους και την επεξεργασία των συσπιμάτων τεστ (βραχυπρόθεσμων και μαζικών πειραμα- τισμών, που επεσήμαναν αυτές τις δια- φορές). Η πλατιά χρησιμοποίηση των τεστ έφερε ουσιαστικά κοντά την ψυχο- λογία με την πρακτική - ιατρική, παραγω- γική, παιδαγωγική - επιτρέποντας τη χρη- σιμοποίηση των δεδομένων της ψυχολο- γίας με σκοπό τη διευκρίνιση και τον υπο- λογισμό των δκινοητικών και προσωπικών χαρακτηριστικών των ανθρώπων, του επι- πέδου της ανάπτυξης τους, της επαγ- γελματικής τους ικανότητας κ.ά. Το πρώτο τρίτο του 20ού αι. χαρακτηρί- ζεται από την εμφάνιση αρκετών μεγά- λων επισπιμονικών σχολών ψυχολογίας που αντιπαράθεταν η μία στην άλλη έντο- να τις θεωρίες, τα δεδομένα και τις ερ- μηνείες τους. Η παλιά ενδοσκοπική άπο- ψη, που ήθελε την ψυχολογία επιστήμη γκι τη συνείδηση, η σύσταση της οποίας «φωτίζεται» χάρη στην αυτοπαρατήρηση, χάνει την επιρροή της. Οι απόπειρες που έγιναν στη σχολή του Βύρτομπουργκ για τροποποίηση της δε στέφθηκαν με επι- τυχία, δεδομένου ότι αποδείχτηκε πως η διαδικασία της σκέψης προκαθορίζεται από μια θέση (στόχο) που το ίδιο το υπο- κείμενο δε συνειδητοποιεί. Η ιδέα του τεμαχισμού της συνείδησης, κατά στοι- χεία που υποστήριζε ο Βουντ κι οι οπαδοί του, δέχτηκε την έντονη κριτική της ψυ- χολογίας της γκεστάλτ που της αντιπα- ράθεσε τη μελέτη των ολικών ψυχικών δομών (των «γκεστάλτ») ισόμορφων, α- νεξάρτητων από τη συνείδηση, φυσικών και φυσιολογικών δομών. Ανεξάρτητα από το φιλοσοφικό τους προσανατολι- σμό, οι σχολές αυτές συντέλεσαν στην εκπόνηση δύο βασικότατων ψυχολογικών κατηγοριών: α) της δράσης (πνευματική δράση ως προσανατολισμένη σε μκι προ- βληματική κατάσταση -στη σχολή του Βύρτομπουργκ) και β) της μορφής (ως ο- λοκληρωμένη δομή και όχι σύνολο αισθή- σεων -στην ψυχολογία της γκεστάλτ). Αποφασιστικό χτύπημα στην ερμηνεία της ψυχολογίας ως επιστήμης με αντι- κείμενο τα ενδοσκοπικά δοσμένα φαινό- μενα της συνείδησης δόθηκε από την ψυχανάλυση* (Φρόυδ) και τον μπιχεϊβο- ρισμό. Η πρώτη πρόβαλε το θέμα του μη- συνειδητοποιούμενου κίνητρου των ε- νεργειών, που καθορίζεται από την περί- πλοκη δομή της προσωπικότητας, ο δεύ- τερος μετέβαλε τις αντιλήψεις για το αντικείμενο της ψυχολογίας* ως τέτοιο θεωρήθηκαν: οι αντικειμενικά παρατη- ρούμενες σωματικές αντιδράσεις στα ε- ρεθίσματα του περιβάλλοντος - εξωτερι- κού και εσωτερικού. Παράλληλα με το Φρόυδ, σημαντικά διεύρυνε την κατανό- ηση της αιτιολόγησης της συμπεριφοράς Ο Λέβιν, ο οποίος επεξεργάστηκε πρω- τότυπες πειραματικές μεθόδους μελέ- της της. Ουσιαστικά εμπλούτισαν την ε- πιστημονική γνώση γκι την ανάπτυξη του ψυχισμού τα έργα του Πιαζέ και των μα- θητών του. Οι σχολές αυτής της ψυχο- λογίας βασίστηκαν στη φιλοσοφία του θετικισμού, ασκώντας με τη σειρά τους επιρροή πάνω στα φιλοσοφικά ρεύματα στις χώρες της Δύσης. Οι απόπειρες να ξεπεραστεί η στενότητα του φροϋδι- ομού* και του μπιχεϊβορισμού, χωρίς να απορριφθούν αυτές οι θεωρίες, οδήγη- σαν στην εμφάνιση του νεοφροϋδισμού* 453
Ψυχολογία του νεομπιχεϊβορισμού κ.ά. κατευθύνσε- ων, που δεν άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου. Υπήρχε ανάγκη μιας ριζικής α- ναδιαμόρφωσης των μεθοδολογικών αρ- χών της ψυχολογίας. Στην ΕΣΣΔ αυτό έγινε με βάση τις διαλε- κτικές - υλιστικές αρχές του ιστορισμού, της αντανάκλασης και της κοινωνικής πρακτικής. Τα προεπαναστατικά χρόνια στη Ρωσία αναπτύσσονταν με επιτυχία οι παραδόσεις του Σέτσενοφ για τη θετική - επιστημονική μελέτη της ψυχικής δρα- στηριότητας (Π. Φ. Λέσγκαφτ, Ν. Ν. Λάν- γκε, Σ. Σ. Κόρσακοφ κ.ά.), στην οποία α- ντιπαρατιθόταν το ιδεαλιστικό ρεύμα της ενδοσκοπικής ψυχολογίας (Ν. Γ Γκροτ, Γκ. Ι. Τσελπάνοφ κ.ά.). Αυτές οι υλιστι- κές παραδόσεις μέσω των έργων των Β. Μ. Μπέχτερεφ και Ι. Π. Πάβλοφ άσκησαν επίδραση στην παγκόσμια ψυχολογική σκέψη, στερεώνοντας την αιτιοκρατική προσέγγιση των μηχανισμών συμπερκρο- ράς και υποκινώντας την εκπόνηση αντι- κειμενικών μεθόδων. Με την εμφάνιση της σοβιετικής επιστήμης ψυχολογίας ε- δραιώνεται σ* αυτή η μαρξιστική μεθοδο- λογία, σύμφωνα με την οποία η συνείδη- ση είναι παράγωγο της ζωής των ανθρώ- πων (ιδίως της εργασίας) και, ταυτόχρο- να, ενεργός παράγοντας της που επιδρά σ* αυτή χάρη στην απεικόνιση του περι- βάλλοντος και του προσανατολισμού του υποκειμένου απέναντι σ' αυτό. Έτσι η συνείδηση με τα διάφορα συστατικά στοι- χεία της (μορφή, κίνητρο, πνευματική πράξη) έγινε το κύριο αντικείμενο της ψυχολογικής γνωστικής διαδικασίας, ενώ η νέα ερμηνεία της φύσης της έκανε δυ- νατή την εφαρμογή σ* αυτή αντικειμενι- κών μεθόδων. Οι καινούργιες μεθοδολογικές προοπτι- κές αναδιαμόρφωσαν τον προσανατολι- σμό και το περιεχόμενο των συγκεκριμέ- νων ερευνών στον τομέα της ψυχολο- γίας, προβάλλοντας σε πρώτο πλάνο την ανάλυση των αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ ψυχικών δκιδικασιών και της ρυθμιζόμε- νης απ' αυτές δραστηριότητας του αν- θρώπου στις διάφορες σφαίρες της πρα- κτικής. Μ' αυτό συνδυάσπικαν οι αρχές του ιστορισμού, ο οποίος σήμανε το πέ- ρασμα στην αντιμετώπιση της ατομικής συνείδησης, όπως αυτή προσδιορίζεται από τους παράγοντες πολιτισμού, (γλώσ- σα και άλλα συστήματα σημείων - Λ. Σ. Βιγκότσκι), την προσέγγιση του ανθρώ- που ως «παράγοντα που δρα μέσα στο περιβάλλον» (Μ. Γ. Μπάσοφ), τη θέση ότι η συνείδηση όχι μόνο εκδηλώνεται, αλλά και δκιμορφώνεται μέσα στη δράση (Σ. Λ. Ρουμπινστάιν), τις αναζητήσεις των συ- σχετισμών ανάμεσα στην εξωτερική πρα- κτική δραστηριότητα και την εσωτερική πνευματική δραστηριότητα (Α. Ν. Λεό- ντιεφ). Στα πλαίσια αυτών των προσανα- τολισμών αναπτύχθηκε η μελέτη της δυ- ναμικής των δκιφόρων ψυχικών διαδικα- σιών (γνωστικών, συναιοθηματικών, βου- λητικών), καθώς και των τρόπων διαμόρφωσης της προσωπικότητας, των σταθερών και αμετάβλητων γνωρισμάτων που προκαθορίζονται από τη δκιπαιδαγώ- γηση της ζωής. Το σύστημα κατηγοριών της ψυχολογίας, απεικονίζοντας την ψυχική πραγματικό- τητα με τα αυθεντικά της αμετάβλητα χαρακτηριστικά, γίνεται η βάση της ποικι- λίας των κλάδων της σύγχρονης ψυχολο- γίας. Οι κλάδοι αυτοί εμ(ρανίζονται ως ξεχωριστοί τομείς και πολλοί από αυτούς έχουν τη δική τους συστηματική (κοινω- νική ψυχολογία, μηχανολογική ψυχολο- γία, παιδική ψυχολογία, κιτρική ψυχολο- γία, νομική ψυχολογία κ.ά.). Αποτέλεσμα των σχέσεων της ψυχολογίας με άλλες επιστήμες είναι ο εμπλουτκ?μός της με νέες ιδέες, που αναπτύσσουν το περιε- χόμενο της και το σύστημα κατηγοριών, το οποίο εξασφαλίζει την ακεραιότητα της ψυχολογίας ως αυτοδύναμης επι- στήμης. Σοβαρή επίδραση στην ανάπτυ- ξη του συστήματος αυτού άσκησε, μέσα 454
Ψυχολογία του βάθους στις συνθήκες της σύγχρονης επιστημο- νικοτεχνικής επανάστασης, η μεταβίβα- ση στις ηλεκτρονικές συσκευές ορισμέ- νων λειτουργιών που θεωρούνταν πριν α- ποκλειστική κατάκτηση του ανθρώπινου μυαλού -της συσσώρευσης δηλαδή και της επεξεργασίας της πληροφορίας, της διεύθυνσης και του ελέγχου. Αυτό επέ- τρεψε την πλατιά χρήση στην ψυχολογία των εννοιών και μοντέλων της πληροφο- ρικής, καθώς και της κυβερνητικής, πράγμα που συντέλεσε στην τυποποίηση και μαθηματικοποίηση της ψυχολογίας. Παράλληλα, αναπτύσσονται με επιτυχία: η κοινωνική ψυχολογία (ιδίως η μελέτη της ομαδικής συμπεριφοράς, των φαινο- μένων του κονφορμισμού, της ενότητας, των τυπικών κι άτυπων επικοινωνιών κ.ά.), η ψυχολογία διαχείρισης, που με- λετάει το ρόλο του «ανθρώπινου παράγο- ντα» στις δκιδικασίες διεύθυνσης, καθώς και ψυχολογικές έρευνες που σχετίζο- νται με την κατάκτηση του διαστήματος, με το οικολογικό κ.ά. οικονομικά προβλή- ματα της εποχής μας. • Ρουμπινστάιν Σ. Λ., Βάσεις της γενικής ψυχολογίας, Μ., 1946 Βιγκότσκι Λ. Σ., Η ανά- πτυξη των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών, Μ., 1960* Σπίρκιν Α. Γκ., Συνείδηση κι αυτο- συνείδηση, Μ., 1972 Γιαροσέφκσι Μ. Γ., Η ψυχολογία στον 20ό αιώνα, Μ., 1974· του ί- δκ)υ, Ιστορία της ψυχολογίας. Μ., 1976* Λεό- ντιεφ Α. Ν., Δραστηριότητα, συνείδηση, προ- σωπικότητα, Μ., 1977· Murphy G., Historical i- ntrodüction to modern psychology, N.Y 1949' Boring E. G., Α history of the experime- ntal psychology, N.Y., 1966 Handbook of ge- neral osvchology, ed. by B. B. Wolman, Ν Y., 1973 The history of psycholgy and the beha- vioral science. Α bibliographic quide, comp, by R. J. Watson, N.Y., 1978. M. Γ. Γιαροοέφοκι θεώρηση Β. Φίλια Ψυχολογία της γκεστάλτ, βλ. Γκεσταλτ- ψυχολογία. Ψυχολογία του βάθους (γερμ. Tie- fpsyhologie). Ονομαοία μιας σειράς συγ- χρόνων κατευθύνσεων της ψυχολογίας, που έχουν (ος αντικείμενο των ερευνών τους τις λεγόμενες μύχιες δυνάμεις του ατόμου, τις ροπές και τις τάσεις, οι ο- ποίες αντιπαρατίθενται στις διεργασίες που συντελούνται στην «επιφάνεια» της συνείδησης. Τα όρια της ψυχολογίας του βάθους δεν μπορούν να καθοριστούν ε- πακριβώς. Περικλείνει διάφορα ρεύματα χαι ογρλέζ (τις διδασκαλίες του Φρόυδ. του Γιουνγκ, του ' Αντλερ, την εγωψυχο- λογία, το νεοφροϋδισμό κ.λπ.). Όσον α- φορά την ερμηνεία των αιτίων που καθο- ρίζουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου, η ψυχολογία του βάθους αποδίδει ένα δυ- ναμικό ρόλο στο υποσυνείδητο (βλ. Υπο- ουνείδητο). Για την ερευνά του χρησιμο- ποιούνται ειδικές για την ψυχολογία του βάθους μέθοδες (η ψυχανάλυση, η μέ- θοδος των ελεύθερων συνειρμών, ψυχο- γράμματα, τεστ). Η ψυχολογία του βά- θους, που γεννήθηκε από τις ανάγκες της ψυχοθεραπευτικής, αποτέλεσε το κίνητρο για την ανάπτυξη ενός νέου κλά- δου της κιτρικής, που ερευνά τη σημασία των ψυχολογικών παραγόντων στις ασθέ- νειες του σώματος. Ωστόσο, η παθολογι- κή κατάσταση του ψυχισμού ερμηνεύε- ται από την ψυχολογία του βάθους όχι σαν ασθένεια με τη συνηθισμένη σημα- σία της λέξης, αλλά σαν εκδήλωση πα- νανθρώπινων δυσκολιών και ψυχικών συ- γκρούσεων που πήραν μόνο μια ιδιαίτερα οξεία μορφή. Έτσι, ο Φρόυδ, ξεκινώ- ντας από την κλινική πρακτική, δκιτύπω- σε την άποψη των υποσυνείδητων ψυχι- κών μηχανισμών που βρίσκονται στη βά- ση των νευρώσεων, των ονείρων, των λα- θεμένων ενεργειών κ.λπ. Τα φαινόμενα αυτά ο Φρόυδ τα εξηγούσε σαν «συμβι- βαστικά σχήματα» που αντανακλούν τη σύγκρουση ανάμεσα στις υποσυνείδητες ροπές και τις καταστάσεις του συνειδη- τού «Εγώ» (είτε σαν αποτέλεσμα της σύ- 455
Ψυχολογία των ορμών γκρουσης των δύο αρχών της ψυχικής δράσης -της «αρχής της απόλαυσης» και της «αρχής της πραγματικότητας»). Ο Φρόυδ διατύπωσε και τις βασικές έ- νοιες του συστήματος της ψυχολογίας του βάθους (απώθηση*, συμβολισμός, υ- ποχώρηση κ.λπ.). Ο Άντλερ θεωρούσε σαν κύριο αίτιο την τάση του ατόμου προς την «αυτοκαταξίωση» («επιθυμία για εξουσία»). Το σύστημα του Άντλερ έγινε μια από τις πηγές των νεότερων «πολιτιστικών - κοινωνιολογικών» ρευμά- των της ψυχολογίας του βάθους (κυρίως σης ΗΠΑ- Κ. Χορν, Φρομ, Χ. Σάλιβαν κ.ά.). Από την άλλη, ο Γιουνγκ επεκτείνει την έννοκι της δομής και των λειτουρ- γιών του υποσυνείδητου, που κατά την ά- ποψη του περικλείνει και το ομαδικό υπο- συνείδητο. Οι διδασκαλίες του Φρόυδ και του Γιουνγκ ξεπέρασαν τα πλαίσια της καθαυτό ψυχολογίας και διαδόθηκαν πλατιά στην ιστορία του πολιτισμού, και ι- διαίτερα η ερμηνεία του Γιουνγκ για τους μύθους, τα σύμβολα, τις θρησκευτικές τελετές, που τα θεωρεί ως μορφές του ομαδικού υποσυνείδητου (των αρχέτυ- πων). Το υπέρμετρο ενδιαφέρον προς το υποσυνείδητο προκάλεσε, σαν αντίδρα- ση, τη δημιουργία της «ψυχολογίας του Εγώ» (άρχισε να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του 1940, κυρίως στις ΗΠΑ - Χ. Χάρτμαν, Π. Φέντερν κ.ά.), η οποία σε πρώτο πλάνο πρόβαλε τη σημασία του συνειτηδού «Εγώ». Στα μέσα της δεκαε- τίας του 1920 αναπτύχθηκαν νέες κα- τευθύνσεις της ψυχολογίας του βάθους που βρίσκονταν κάτω από την άμεση επί- δραση των φιλοσοφικών αντιλήψεων της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού (κυρίως στην Ελβετία και την ΟΔΓ, όπως η «υπαρξιακή ανάλυση» του Λ. Μπίν- σβανγκερ κ.ά.). Μαζί με την τάση γκι ε- νοποίηση της ψυχολογίας του βάθους με τη φιλοσοφική ανθρωπολογία (όπως στην ιατρική ανθρωπολογία του γερμανού φυ- σιολόγου Β. Βάιτζεκερ), είναι χαρακτη- ριστικές και οι ερμηνείες της ψυχο- λογίας του βάθους με το πνεύμα του νε- οθίομισμού («νέα σχολή της Βιέννης») κ.ά. Τα ρεύματα της ψυχολογίας του βά- θους στις ΗΠΑ βρίσκονται σε σημαντικό βαθμό κάτω από πιν επιρροή του νεοθε- τικισμού και του μπιχεϊβορισμού. Η προ- σπάθεια να γίνει μια σύνθεση των συσπι- μάτων της ψυχολογίας του βάθους (Ρ. Μανρό κ.ά.) δεν είχε επιτυχία. Προκειμέ- νου να εκτιμηθεί η ψυχολογία του βά- θους σαν ανομοιόμορφο και πολύπλοκο πλέγμα, πρέπει να γίνεται διάκριση ανά- μεσα στις μέθοδες θεραπείας και την α- νακάλυψη νέων παραγόντων της ψυχο- λογίας του υποσυνείδητου, που εισήγαγε η ψυχολογία του βάθους, από τη μιά, και τις φιλοσοφικές και θεωρητικές τους ερ- μηνείες, που συχνά έχουν χαρακτήρα α- νορθόλογο και μηχανικιστικό. από την άλ- λη. • Κακαμπάτζε Ε., Η έννοια του ασύνειδου στην ψυχολογία του βάθους, στη συλ.: Προ- βλήματα της συνείδησης, Μ., 1966* Munroe R., Schools of psychoanalytic thought, N.Y., 1956* Wyss D., Die tiefenpshychologischen Schulen von den Anfangen bis zur Gegen- wart, Gott., 1970. θεώρηση Β. Φίλια Ψυχολογία των ορμών, βλ. Μακ Ντού- γκαλ. Ψυχολογισμ6ς στη λογική. Μεθοδολο- γική προσέγγιση της λογικής από την ά- ποψη της ψυχολογικής ερμηνείας των βασικών της εννοιών. Προέκυψε από το συνεψμισμό*. Εκπρόσωποι του οι: Τζ. Λοκ, Ντ. Χιουμ, Γ Φ. Φριζ, Φ. Ε. Μπένε- κε. Μπ. ' Ερντμαν. Τ. Λιψ (Γερμανία) Α. Μπεν (Μεγάλη Βρετανία) Ν. Ροζντέ- στβενσκι. Μ. Τρόπσκι, Ν. Γ Γκροτ (Ρω- σία). Ο ψυχολογισμός συναρτά την ανα- γκαιότητα των λογικών κανόνων με τους συνειρμούς της συνείδησης. Οι κρίσεις 456
Ψυχολογισμός και τα συμπεράσματα, συμφωνά με τον ψυχολογισμό, είναι συνειδητή σύνθεση αντιλήψεων, που πραγματοποιείται στη «ζωντανή διαδικασία» της σκέψης. Είναι υποκειμενικά στην ουσία τους και αντι- κειμενικά μόνο ως προς τη γλωσσική μορφή τους, εξωγενή για την ίδια την πράξη της σκέψης. Δεδομένου ότι η σκέψη κι η γλώσσα δεν είναι ταυτόση- μες, η λογική (ως επισπίμη για την «τε- χνική της νόησης») δεν πρέπει να περιο- ρίζεται στη μελέτη των γλωσσικών μορ- φών της σκέψης. Βασικό καθήκον της είναι η μελέτη των εσωτερικών μηχανι- σμών της γνωστικής διαδικασίας με βά- ση τις ψυχολογικές μεθόδους. Για τόν ψυχολογισμό η λογική είναι τμή- μα της θεωρίας της γνωστικής διαδικα- σίας, και πιο συγκεκριμένα η «ψυχοδυνα- μική της γνώσης» (Γκροτ), που περιλαμ- βάνει όλες τις γνωστικές λειτουργίες του νου (παρατήρηση, ανάλυση, σύνθε- ση, γενίκευση κ.λπ.). Ο ψυχολογισμός θεώρησε τη μαθηματικοποίηση της λογι- κής, που άρχισαν στα έργα τους οι Τζ. Μπουλ, Γκ. Φρέγκε και Ε. Σρέντερ, ως ι- διόμορφη αναγέννηση του σχολαστικι- σμού που για μεγάλο διάστημα είχε γίνει ο ιδεολογικός αντίπαλος της μαθηματι- κής λογικής. Αυτή η θέση του ψυχολογι- σμού αποδυνάμωσε αισθητά τη φιλοσοφι- κή του επίδραση στις αρχές του 20ού αι. • Ντρέσλερ Ι. Γκ., Οίβάσε/ςτης(//£;χολοκ/ας κω της λογυκής κατά το Μπένεκε, μετφ. από τα γερμ., ΣΠ-ργκ, 1871* Χέρμπαρτ Ι. Φ., Ψυ- χολογία, μετφ. από τα γερμ., ΣΠ-ργκ, 1895· Γκροτ Ν. Γ., Πα το ζήτημα της μεταρρύθμισης της λογικής, Λιψία, 1882* Μπιριούκοφ Μπ. Β., Ο αν6^Γ7/νος παράγοντας στη λογική, κάτω από το φως του προβλήματος της «τεχνητής διάνοιας», στο βιβ.: Κυβερνητική και διαλεκτι- κή, Μ., 1978 Ορλόφοκι Σ. Α., Προβλήματα λήψης αποφάσεων κατά την όχι επακριβή αρ- χική πληροφορία, Μ., 1981 Baln Α., Logic, ν. 1 - 2, L.. 1896 -1906· Lipps Τ., Psychologie und Logik, MUnch., 1905 Lukasiewisz J., Ζ zagadnien logikl ί filosofii. Warsz., 1961, S. 63 -65. θεώρηση Γ Παπαγούνου Ψυχολογισμός στην κοινωνιολογία. Με- θοδολογική προσέγγιση, που χαρακτηρί- ζει ορισμένες κατευθύνσεις της αστικής κοινωνιολογίας. ' Αρχισε να εφαρμόζεται από τους Γκ. Ταρντ, Λ. Ουώρντ, Ου Μακ Ντούγκαλ, Το. Κούλεϋ κι άλλους και χρησιμοποιείται πλατιά από τις σύγχρο- νες σχολές του συμβολικού της αλληλό- δρασης (interactionism) (Τζ. Μιντ και τους οπαδούς του Χ. Μπέκερ, Α. Κόεν κ.ά.), του νεοφροϋδισμού, καθώς επίσης και της φαινομενολογικής κοινωνιολο- γίας (Α. Σιουτς, Α. Σικουρέλ, Π. Μακ - Χίου κ.ά.) και της εθνομεθοδολογίας (Χ. Χάρφινκελ κ.ά.). ' Ολα τα είδη του ψυχο- λογισμού έχουν την τάση να εξηγήσουν τις κοινωνικές αλληλοσχέσεις και δομές με βάση τα ψυχολογικά δεδομένα. Στις πρώιμες ακατέργαστες και πρωτόγονες μορφές ψυχολογισμού υπερεκτιμάτο η σημασία των γενετήσεων παραγόντων και οι ιδιομορφίες της κοινωνικής συμπεριφο- ράς ερμηνεύονταν με βάση τα γνωρίσμα- τα της σεξουαλικότητας, της επιθετικό- τητας, της συναισθηματικότητας, της ρο- πής προς το θάνατο κ.λπ. που είναι τάχα εγγενή στον ψυχισμό του ανθρώπου. Με τις ιδιότητες της προσωπικότητας (ή του εθνικού χαρακτήρα) προσπάθησαν να ε- ξηγήσουν κοινωνικά φαινόμενα, όπως οι πόλεμοι, οι φυλετικές και ταξικές συ- γκρούσεις κ.λπ. Αργότερα ο ψυχολογι- σμός απέρριψε την ιδέα ότι ο γενετήσιος παράγοντας προσδιορίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά, απορρίπτοντας ταυτόχρο- να και τη θέση ότι τέτοιες έννοιες, ό- πως κοινωνία, κοινωνικό σύστημα οργά- νωση κ.λπ. έχουν αντικειμενικό χαρακτή- ρα. Οι τέτοιου είδους έννοιες ανακηρύσ- σονται από τους υποστηρικτές του 457
Ψυχοσωματική ψυχολογισμού μεταφυσικές. Οι οπαδοί του δεν ξεφεύγουν από τα πλαίσια της α- νάλυσης της άμεσης αλληλόδρασης των ανθρώπων, καταφεύγοντας κυρίως σε έννοιες, όπως «άμεσα παρατηρούμενη συμπεριφορά», αντίδραση στην κατάστα- ση κ.λπ. Οι μέθοδοι της ψυχολογικής α- νάλυσης έχουν μκι ορισμένη σημασία κα- τά την έρευνα των μικρών ομάδων (βλ. Κοινωνιομετρία), τη μελέτη των υποκει- μενικών πλευρών της κοινωνικής ζωής, αλλά είναι ακατάλληλες για τη μελέτη ευρύτερων κοινωνικών προβλημάτων. Στη σύγχρονη αστική κοινωνιολογία γίνο- νται προσπάθειες να ξεπεραστεί η στε- νότητα των αρχών και των θέσεων του ψυχολογισμού με την προσπάθεια μιας αναλυτικής προσέγγισης μεγάλων κοινω- νικών συστημάτων (Τ. Πάρσονς, Α. Ε- τσιάνι, Π. Μπλάου, Φ. Σέλζνικ κ.ά., βλ. Δομολειτουργική ανάλυση). Ωστόσο, οι αφετηριακές θέσεις και στην περίπτωση αυτή παραμένουν ως επί το πλείστον ψυχολογικές. Η μαρξιστική κοινωνιολογία, δείχνοντας τη στενότητα του ψυχολογισμού, αποκα- θιστά την αληθινή σχέση κοινωνικού και ψυχολογικού που εκφράζεται στη θέση ότι το ψυχολογικό καθορίζεται από το κοινωνικό, ότι η ουσία του ανθρώπου, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζεται από τη δομή των κοινωνικών σχέσεων. • Ζαμόσκιν Γ Α., Ο ψυχολογικός προσανα- τολισμός στη σύγχρονη αστική κοινωνιολογία, Μ., 1958' του ίδιου, Η κρίση του αστικού ατο- μικισμού κι η προσωπικότητα, Μ., 1966" Κον Ν. Σ., Ο Θετικισμός στην κοινωνιολογία, Α., 1964· Παρίτιν Μπ. Ντ., Οι βάσεις της κοινωνι- κοψυχολογικής Θεωρίας, Μ.. 1971 Νέες κα- τευθύνσεις στην κοινωνιολογική Θεωρία, μετφ. από τα αγγλ., Μ., 1978' Ιόνιν Λ. Γκ., Κα- τανοούσα κοινωνιολογία, Ιστορικοκριτική α- νάλυση, Μ., 1979· Merton R. Κ., Οη theoreti- cal sociology, Ν.Υ - L., 1967* Parsons Τ.. Se- me Problems of general theory in sociology, στο ßiß.: Theoretical sociology, ed. by S. C. McKinney and E. A. Tiryakian, N.Y 1970 Schutz ΑΙ., On phenomenology and social re- lations, ed., introd. by H. R. Wagner, Chi., 1970. Θεώρηση Β. Φίλια Ψυχοσωματική. Με την πλατιά έννοια, είναι όρος που υιοθέτησε η ιατρική για τον προσδιορισμό ενός τρόπου εξήγη- σης των ασθενειών, σύμφωνα με τον ο- ποίο δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο ρόλο που παίζουν οι ψυχικοί παράγοντες στην εκδήλωση, εξέλιξη και έκβαση των σω- ματικών ασθενειών. Η ψυχοσωματική, με μια στενότερη έν- νοια, ή ψυχοσωματική κιτρική, είναι μια τάση στη σύγχρονη δυτική ιατρική, που δημιουργήθηκε με την εφαρμογή της θε- ωρίας και της τεχνικής της ψυχανάλυσης στην ερμηνεία και θεραπεία των λεγόμε- νων νευρώσεων των οργάνων και των ορ- γανικών παθήσεων. Διαδόθηκε στις ΗΠΑ, την Ολλανδία, την ΟΔΓ, την Ελβετία κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Έγιναν προ- σπάθειες να δομηθεί ένα σύστημα αντι- στοιχιών μεταξύ της μιας ή της άλλης οργανικής πάθησης και των ιδιαίτερων γνωρισμάτων του χαρακτήρα και της προ- σωπικότητας (Φ. Ντανμπάρ, ΗΠΑ), των τύπων των συναισθηματικών συγκρούσε- ων (Φ. Αλεξάντερ και σχολή του Σικά- γου). Στη θεωρητική δόμηση της ψυχο- σωματικής άσκησαν επιρροή, παράλληλα με την ψυχανάλυση, σχολές της ιδεαλι- στικής φιλοσοφίας του 20ού αι., όπως ο υπαρξισμός (Λ. Μπινσβάγκερ), η γερμα- νική φιλοσοφική ανθρωπολογία του 20ού αι. (ιατρική ανθρωπολογία του Β. Βάι- τζεκερ) κ.ά. • Weiss Ε., English Ο. S., Psychosomatic medicine, Phil. - L, 1957' Welz säcker V., Wyss D., Zwischen Medizin und Philosophie, Göff.. 1957 Θεώρηση Β. Φίλια 458
Ψυχοφυσικός παραλληλισμός Ψυχοφυσικό πρόβλημα. Με την πλατιά έννοια, είναι το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στα ψυχικά και φυσικά φαινόμε- να* με την στενότερη έννοια, είναι το πρόβλημα του συσχετισμού των ψυχικών και των σωματικών (νευροχυμικών) διαδι- κασιών. Η άποψη ότι ο ψυχισμός (οι ψυχι- κές εκδηλώσεις) εξαρτάται από την εξω- τερική φύση κι από τη ζωή του σώματος τεκμηριώθηκε ήδη στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία της φύσης. Ιδιαίτερη επεξερ- γασία του ψυχοφυσικού προβλήματος έ- γινε στους Νέους Χρόνους, όταν στη φι- λοσοφία του 17ου αι. σχηματίστηκε μια μηχανική εικόνα του κόσμου, και τα ψυχι- κά (ραινόμενα θεωρούνταν αναπόσπαστα από το σώμα και υποταγμένα στους ε- νιαίους για όλο το Σύμπαν νόμους. Το 17ο αι. διατυπώθηκαν δύο απόψεις για τη λύση του ψυχοφυακού προβλήματος οι οποίες άσκησαν μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη: η ψυχοφυσική αλληλεπίδραση (Ντεκάρτ) κι ο ψυχοφυσικός παραλληλι- σμός (Λάιμπνιτς). Σύμφωνα με τον Ντε- κάρτ, το ζωντανό σώμα είναι μκι ιδιόμορ- φη μηχανή, ενώ η συνείδηση (σκέψη, βούληση), αποτελώντας ουσία διαφορε- τική από το σώμα, δέχεται, από τη μια με- ριά, την επίδραση του (με τις αισθήσεις, τις συγκινήσεις κ.λπ.) από την άλλη, ό- μως, είναι ικανή να επιδράσει πάνω σ* αυτό (π.χ., κατά τη βουλητική προσπά- θεια). Η θεωρία αυτή της αλληλεπίδρα- σης ψυχικού και φυσικού απορρίφθηκε από τους υποστηρικτές του αδιαχώρι- στου συνείδησης και εγκεφάλου, τόσο από ιδεαλιστικές (Λάιμπνιτς, Μαλ- μπράνς). όσο κι από υλιστικές (Χάρτλι) θέσεις. Στην ιδέα της αλληλεπίδρασης αντιπαρατέθηκε η αρχή της παράλληλης ροής των ψυχικών και των σωματικών διαδικασιών. Η αρχή αυτή διαδόθηκε πο- λύ το 19ο αι., όταν μετά την ανακάλυψη του νόμου της δκιτήρήσης της ενέρ- γειας ήταν αδύνατο να θεωρηθεί η συ- νείδηση ως ιδιαίτερη δύναμη, ικανή να μεταβάλει αυθαίρετα τη σωματική συ- μπεριφορά του οργανισμού. Ταυτόχρο- να, η θεωρία του Δαρβίνου επέβαλε τη θεώρηση του ψυχισμού ως ενεργού πα- ράγοντα ρύθμισης των ζωτικών διαδικα- σιών. Το ζήτημα αυτό ερμηνεύτηκε λα- θεμένα στις νέες παραλλαγές της ψυχο- φυσικής αλληλεπίδρασης (Τζέιμς). Στα τέλη του 19ου - αρχές 20ού αι. διαδόθη- κε η μαχιστική ερμηνεία του ψυχοφυσι- κού προβλήματος (βλ. Μαχισμός), σύμ- φωνα με την οποία η ψυχή και το σώμα είναι «δομημένα» από τα ίδια «στοιχεία» (αισθήσεις) και γκι το λόγο αυτό πρέπει να μιλάμε όχι για συσχετισμό αληθινών δκιδικασκόν - φυσιολογικών και ψυχικών, αλλά για διαφορετικά «συμπλέγματα αι- σθήσεων». Η ιδεαλιστική αυτή αντίληψη (που επικρίθηκε από το Β. Ι. Λένιν στο έργο «νλ/σμός κι εμπειριοκρίΉκιομός») οδήγησε τους νεοθετικιστές στην άπο- ψη ότι δήθεν το ψυχοφυσικό πρόβλημα είναι ψευδοπρόβλημα που δε λύνεται με επιστημονικά μέσα. Ο διαλεκτικός υλι- σμός λύνει το ψυχοφυσικό πρόβλημα στη βάση της νόησης του ψυχισμού ως ενερ- γητικής απεικόνισης της πραγματικότη- τας, που πραγματοποιείται μέσω των μη- χανισμών του νευρικού συστήματος. • Ρουμπινστάιν Σ. Α., Είναι και συνείδηση, Μ., 1957 Γιαροσέφσκι Μ. Γ., Ιστορία της ψυ- χολογίας, Μ., 1976. Θεώρηοη Β. Φίλια Ψυχοφυσικός παραλληλισμός, βλ. Ψυ- χοφυσικό πρόβλημα. 459
Ω Ωραίο. Κατηγορία της αισθητικής που χαρακτηρίζει τα (ραινόμενα που έχουν υ- ψηλή αισθητική αξία. Ως αισθητική αξία. το ωραίο διαφέρει από τις ηθικές και θε- ωρητικές αξίες (του καλού, της αλή- θειας) κατά το ότι συνδέεται με ορισμέ- νη αισθητική μορφή και απευθύνεται στη θέαση· ή τη φαντασία* σε διάκριση από την ωφελιμιστική σχέση, η στάση απένα- ντι στο ωραίο είναι ανιδιοτελής. Η αρχαία αισθητική συνείδηση νοούσε το ωραίο σαν αναπόσπαστη ιδιότητα του κό- σμου. Για τον πυθαγορισμό ωραίο είναι η αρμονία που ενυπάρχει στα πράγματα και που πηγή της ήταν οι μυστικιστικά νοού- μενες ποσοτικές σχέσεις. Κατά τον Ηρά- κλειτο, το «ωραιότατο οικοδόμημα του κόσμου» και η «καλλίστη αρμονία» είναι αποτέλεσμα της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων. Ο Ηράκλειτος κάνει επί- σης λόγο για τη σχετικότητα του ωραίου: «... πιθί^κων ο κάλλιστος αισχρός ανθρώ- πων γένει συμβάλλειν» (ο ωραιότερος πί- θηκος είναι άσχημος σε σύγκριση με το ανθρώπινο γένος) (Πλάτων, Ιππίας Μεί- ζων 189 a). Κατά το Σωκράτη, το ωραίο είναι σχετικό: «όλα είναι καλά και ωραία για τους σκοπούς για τους οποίους είναι προσαρμοσμένα» (Ξενοφών, Απομνημο- νεύματα III, 8, 5). Ο Πλάτων κάνει έναν καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα σε κείνο «που είναι ωραίο» και στο «τι είναι το ω- ραίο» {Ιπττίας Μείζων» 287 θ), δηλαδή α- νάμεσα στην ουσία του ωραίου και στις εκφάνσεις του. Η ουσία του ωραίου, κατά τον Πλάτωνα, είναι η αιώνια, η απόλυτη θεία ιδέα από την οποία εξαρτάται η ύ- παρξη όλων των ωραίων φαινομένων (βλ. «Συμπόσιο» 211 a-b). Ο άνθρωπος «όταν βλέπει το ωραίο στη γη, αναθυμάται το α- λπθινά ωραίο» («Φαίδρας» 249d). Ο Αριστοτέλης απορρίπτει τη θεωρία των πλατωνικών «ιδεών» και υποθέτει ότι πρέπει να είναι ένα «και το ωραίο και το Είναι του ωραίου» («Μετά τα qHJOiKa» VII 6, 1031 b). Και σε αντιστοιχία μ' 'αυτό, θεωρεί το ωραίο ως αντικειμενική ιδιότη- τα της ίδιας της πραγματικότητας, ως εκ- δήλωση των νομοτελειών της: «... οι κύ- ριες μορφές του ωραίου είναι η τάξη στο χώρο, η συμμετρία και το καθορισμένο» (στο ίδιο XIII3,1078a 34)· σπιν έμβια φύ- ση το ωραίο έχει σχέση με την εντελέ- χεια, τη σκοπιμότητα («Περί ζώων μο- ρίων» 645 a). Η αντικειμενική - ιδεαλιστική εννόηση του ωραίου αναπτύσσεται στα αισθητικά δόγματα του νεοπλατωνισμού και του χριστιανισμού. Κατά τον Πλωτίνο, το ω- ραίο στα σώματα δημιουργείται χάρη στη συμμετοχή τους σπην ύψιστη ομορφιά που εκπορεύεται από το Εν («Εννεάδες» 16, 1-9). Ο Αυγουστίνος έγραψε ότι ο θεός δημιουργεί «μια ποικιλία από ωραιό- τατες μορφές, λαμπρά και ευχάριστα χρώματα» («Εξομολογήσεις» Χ 34). Ο Θωμάς Ακινάτης έβλεπε την έσχατη πη- γή του ωραίου στο θεό, και στοιχεία του ωραίου θεωρούσε την πληρότητα ή τε- λειότητα, τις σωστές αναλογίες ή αρμο- νία, και την ενάργεκι («Summa theolo- glae» Ι, qu. 39, art. 8). 460
Ωραίο Οι στοχαστές της Αναγέννησης θεωρού- σαν βέβαιο τον αντικειμενικό χαρακτήρα του ωραίου, που ο Λ. Μπ. Αλμπέρτο το ο- ρίζει ως «... αυστηρή συμμετρική αρμο- νία όλων των μερών, που τα συνενώνει αυτό στο οποίο ανήκουν...» (^<Δέκα βι- βλία για την αρχιτεκτονική», τ. 1, Μ., 1935, σελ. 178). Για το Λεονάρδο ντα Βί- ντσι και τους άλλους θεωρητικούς και τους εργάτες της τέχνης της Αναγέννη- σης ο αρμονικά και ολόπλευρα αναπτυγ- μένος άνθρωπος είναι το υψηλότερο μέ- τρο του ωραίου. Ο κλασικισμός ερμήνευε και αξιολογού- σε το ωραίο ορθολογικά και με βάση κα- νόνες. Στην εποχή του Διαφωτισμού η αι- σθητική ξεχωρίζει ως αυτοτελής κλάδος (στον Μπαουμγκάρντεν), ακριβώς ως «ε- πιστήμη του ωραίου». Η ανάλυση του ω- ραίου από τους διαφωτιστές συνδέεται με τις αναζητήσεις τους για την εξεύρε- ση εκείνων των κοινωνικών αρμονικών δεσμών που θα ξεπερνούσαν τις αντιθέ- σεις του νεότερου πολιτισμού. Το ωραίο νοείται ως ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στο λογικό και το αίσθημα, το αφηρημένο καθήκον και τις φυσικές κλίσεις, ως «ε- λευθερία στην εκδήλωση» (Σίλλερ), ως ενότητα του αληθινού και του ιδεώδους στην τέχνη (Ντιντερό, Λέσσινγκ). Ο Ντι- ντερό θεωρούσε ότι «... η αντίληψη των σχέσεων είναι η βάση του ωραίου» και διαχωρίζει το «πραγματικά ωραίο» και αυ- τό «που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως ω- ραίο» είτε το «σχετικά ωραίο» (Επιλογή έργων, Μ., 1951, σελ. 382,378). Η αγγλι- κή αισθησιοκρατική αισθητική του 18ου αι. ερεύνησε λεπτομεριακά την αντίληψη του ωραίου (Φ. Χάτσεσον, Γκ. Χομ, Ε. Μπερκ). Η απολυτοποίηση της υποκειμε- νικής πλευράς του ωραίου οδήγησε στην ιδεαλιστική άρνηση της αντικειμενικότη- τας του στις αισθητικές αντιλήψεις του Χιουμ και του Καντ. Κατά την άποψη του Καντ, «η αισθητική ιδιότητα» είναι «αυτό που στις αντιλήψεις κάποιου για ένα α- ντικείμενο είναι καθαρά υποκειμενικό...» {'Εργα, τ. 5, Μ., 1966, σελ. 188) και «...η κρίση της καλαισθησίας δεν είναι γνωστι- κή κρίση...» (στο ίδιο, σελ. 210). Ένα α- ντικείμενο μπορεί να θεωρείται ωραίο εάν η στάση απέναντι του είναι αφιλο- κερδής, αν παριστάνεται χωρίς έννοιες, αν παρουσιάζεται ως αντικείμενο καθολι- κής «αναγκαίας απόλαυσης» και αν το α- ντιλαμβανόμαστε ως κάτι που διαθέτει «τη μορφή της σκοπιμότητας», «χωρίς α- ντιπροσώπευση κάποιου σκοπού» (στο ί- διο, σελ. 245, 240). Ο Χέγγελ απορρίπτει την καντκινή «... εσφαλμένη παράσταση για την ύπαρξη μόνιμης αντίθεσης ανά- μεσα στην υποκειμενική νόηση και τα α- ντικειμενικά πράγματα...» (Έργα, τ. 12, Μ., 1938, σελ. 61). Για το Χέγγελ το ω- ραίο είναι αντικειμενικό ως «αισθητή εκ- δήλωση της ιδέας» (στο ίδιο, σελ. 115). Και δεδομένου ότι στη φύση η ιδέα εμ- φανίζεται μόνο θολά, και το ωραίο στη φύση είναι ατελές. Μόνο η τέχνη, κατά τη γνώμη του, είναι ικανή να δημιουργή- σει την αναγκαία για το αληθινά ωραίο α- ντιστοιχία ιδέας και εικόνας* το ωραίο σπιν τέχνη είναι το ίδιο το ιδεώδες. Το πιο πολύτιμο επίτευγμα της χεγγελιανής αισθητικής είναι η διαλεκτική προσέγγιση της μελέτης του ωραίου και η εννόηση της ιστορικής ανάπτυξης του ωραίου, πα- ρά το γεγονός ότι αυτή στηρίζεται σε α- ντικειμενική - ιδεαλιστική βάση. Η υλιστική αισθητική του 18ου - 19ου αι. προσπαθούσε ν' αποδείξει τον αντικει- μενικό χαρακτήρα του ωραίου που το έ- βλεπε ως ιδιότητα, ή σχέση της ίδιας της υλικής πραγματικότητας. «Με τον όρο "ωραίο" εγώ εννοώ, -έγραφε ο Ε. Μπερκ στις ''Φιλοσοφικές έρευνες για την προέλευση των ιδεών μας περί ω- ραίου και υψηλού'\ -την ιδιόητα ή τις ι- διότητες των σωμάτων, χάρη στις οποίες αυτά (τα σώματα) προκαλούν τον έρωτα ή ένα παρόμοιο πάθος». Ο Τσερνισέφσκι απέρριψε αυτή την απλουστευτική ερμη- 461
Ωραίο νεία του ωραίου από τον Μπερκ και τον επέκρινε γιατί θεωρούσε «το υψηλό και το ωραίο ως απλές ιδιότητες των ίδιων των πραγμάτων που προκαλούν σε μας αυτές τις εντυπώσεις» (Άπαντα, τ. 2, 1949, σελ. 136). Κατά την άποψη του Τσερνισέφσκι, «ωραίο είναι η ζωή» και «ωραίο είναι εκείνο το όν στο οποίο βλέ- πουμε τη ζωή τέτοια όπως πρέπει να εί- ναι σύμφωνα με τις αντιλήψεις μας» (στο ίδιο, σελ. 10). Στην αστική αισθητική στα τέλη του 19ου και τον 20ό αι. το πρόβλημα του ωραίου εξετάζεται από ιδεαλιστικές θέσεις. Σύμφωνα με τις υποκειμενικές - ιδεαλι- στικές θεωρίες του αισθήματος (Ρ. Φί- σερ, Τ Λιψ, Βερνόν Λι κ.ά.), το ωραίο σχηματίζεται με βάση την προβολή του ανθρώπινου αισθήματος στο αντικείμενο. Σύμφωνα με τον ορισμό του Σανταγιάνα, «... το ωραίο είναι η απόλαυση, νοούμενη ως ιδιότητα του πράγματος» («The sense of beauty». ΝΎ., 1955, σελ. 51). Για τον Μπ. Κρότσε ωραίο είναι «η επιτυχημένη έκφραστι» («Η αισθητική ως επιστήμη ττ/ς έκφρασης και ως γενική γλωσσολσ- Wa*>. Μέρ. χ, Μ., 1920. σελ. 106). Στην αι- σθητική του πραγματισμού το ωραίο ερ- μηνεύεται ως ιδιότητα της «εμπειρίας» με την ιδεαλιστική της έννοκί' ο Τζων Ντιούι ανάγει το ωραίο σε έναν θεό «που υποδηλώνει μια χαρακτηριστική συγκίνη- ση», (Art as experience», Ν.Υ 1934, σελ. 129). Μια σειρά εκπρόσωποι της σύγχρονης αστικής αισθητικής εξαλεί- φουν τα όρια ανάμεσα στο ωραίο και το άσχημο. Η μαρξιστική αισθητική φανέρωσε την κανονική σύνδεση ανάμεσα στο ωραίο και την εργασιακή δρασπιριότητα του αν- θρώπου, που πάνω στη βάση της αναπτύ- χθηκε η αισθητική στάση του απέναντι στον κόσμο. Ο Κ. Μαρξ σημείωνε ότι«... ο άνθρωπος δομεί επίσης με βάση τους νόμους του ωραίου», δεδομένου ότι στην πρακτική δόμηση του κόσμου αυτο- κυρώνει την κοινωνική - ανθρώπινη ουσία του και, σε διάκριση από το ζώο, «παρά- γει καθολικά.... λυτρωμένος από φυσικές αναγκαιότητες... Ο άνθρωπος «τοπο- θετείται ελεύθερα απέναντι στο προϊόν του... ξέρει να παράγει με βάση μέτρα κάθε είδους και ξέρει να εφαρμόζει πα- ντού στο αντικείμενο το μέτρο που υπάρ- χει» (Μαρξ Κ. και Ένγκελς Φ., Άπαντα, τ. 42, σελ. 93,94). Τα πολυποίκιλα φαινό- μενα της φύσης και της κοινωνικής ζωής αποκτούν την ιδιότητα του ωραίου στο βαθμό που, σαν συγκεκριμένα αισθητά α- ντικείμενα, αποτελούν κοινωνική και αν- θρώπινη αξία η οποία μαρτυρεί την ε- δραίωση του ανθρώπου στον κόσμο και ενσαρκώνει την ελεύθερη ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας. Γι* αυτό η αντίληψη και το βίωμα του ωραίου προκα- λεί τον ανιδιοτελή έρωτα, το αίσθημα της χαράς και την αίσθηση της ελευθερίας. Ορισμένες νομοτέλειες (η ορθότητα, η συμμετρία, η αρμονία, ο ρυθμός, οι ορ- θές αναλογίες, η λογικότητα, το μέτρο του ήχου, του χρώματος και του φωτός) που χαρακτηρίζουν την εξωτερική πλευ- ρά του φαινομένου άρχισαν ν* αποκτούν αισθητική σημασία γιατί, με τη γνώση τους και τη χρησιμοποίηση τους, ο άν- θρωπος αυτοκυρώνεται στον κόσμο. Την ιδιότητα του ωραίου την κατέχει και η ίδια η ανθρώπινη εργασία ως ελεύθερη, δη- μιουργική και κοινωνικά χρήσιμη δραστη- ριότητα που προκαλεί τη χαρά «... του παιχνιδιού των φυσικών και πνευματικών δυνάμεων» (Μαρξ Κ., στο ίδιο, τ. 23, σελ. 189). Τα προϊόντα της ανθρώπινης εργα- σίας, που φέρνουν τη «σφραγίδα» της μεγάλης τέχνης και του υψηλού πολιτι- σμού, έχουν επίσης την ίδια ιδιότητα του ωραίου. Στα προϊόντα αυτά το ωραίο λει- τουργεί (ος έκφραση και συνεπώς ως α- πόδειξη λογικότητας και τελειότητας. Το ωραίο στην τέχνη, η καλλιτεχνική του αξία καθορίζεται από τη σωστή αντανά- κλαση της ζωής (την ομορφιά της αλή- 462
Ωριγένης θειας), από την έκφραση των ανθρωπι- στικών ιδανικών, καθώς και από την ικα- νότητα δημιουργίας μορφής που να α- νταποκρίνεται αρμονικά στοπεριεχόμενο. Το ωραίο, ως αξία στην οποία εκφράζεται η αντικειμενική αισθητική σημασία των φαινομένων, αφομοιώνεται μέσω της υ- ποκειμενικής αισθητικής αξιολόγησης, μέσα από το πρίσμα του αισθητικού γού- στου και των ιδανικών του ανθρώπου. Ένα ιδιαίτερο καθήκον της αισθητικής παιδείας είναι η διαμόρφωση και η ανά- πτυξη της ικανότητας του ανθροϊπου να αντιλαμβάνεται τη σωστή αξία του ω- ραίου. Στη σοβιετική φιλολογία της αισθητικής το πρόβλημα του ωραίου αποτελεί αντι- κείμενο συζήτησης που στο κέντρο της βρίσκεται ο συσχετισμός, στο ωραίο, του αντικειμενικού και του υποκειμενικού, του φυσικού και του κοινωνικού. • Βάισλοφ Β. Β., Το πρόβλημα του ωραίου, Μ., 1957 Ντιμίτριεβα Ν. Α., Το ωραίο, Μ., 1960· Το αισθητικό, Συλ. αρθ., Μ.. 1964· Κριουκόφσκι Ν., Η λογική του ωραίου (Μινσκ, 1965)· Λόσεφ Α. Φ., Σεστακόφ Β. Π., Ιστορία των αισθητικών κατηγοριών (Μ.), 1965· Η φύ- ση και οι λειτουργίες του αισθητικού (Μ.), 1968· Στόλοβιτς Λ. Ν., Η κατηγορία του ω- ραίου και το κοινωνικό ιδανικό, Μ., 1969' Κα- γκάν Μ. Σ., Παραδόσεις για τη μαρξιστική - λενινιστική αισθητική. Λ., 1971 Μπόριεφ Γ Μπ., Αισθητική, Μ., 1961 Καλαντάρ Α., Το πρόβλημα του ωραίου. Συμβολή στην ιστο- ρία και τη θεωρία του προβλήματος, Ερεβαν, 1981· Philosophies of beauty..., select. and ed. by E.F. Carritt, Oxf., Ί962). Λ. N. Στόλοβιτς Θεώρηση Νικ. Στέργιου Ωριγένης (περ. 185, Αλεξάνδρεια. - 253 ή 254, Τύρος). Χριστιανός θεολόγος, φι- λόσοφος και επιστήμονας, εκπρόσωπος της πρώιμης πατερικής φιλολογίας. Με- λέτησε την αρχαία φιλοσοφία (σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες στη σχολή του Αμμώνιου Σακκά, από την οποία βγήκε και ο Πλωτίνος). Από το 217 διηύθυνε τη χριστιανική (κατηχητική) σχολή στην Αλε- ξάνδρεια, αλλά το 231 κατηγορήθηκε από-την αλεξανδρινή και άλλες εκκλη- σίες, και έτσι μετέφερε τη διδακτική του δραστηριότητα στην Παλαιστίνη (στην Καισαρεία). Κατά τη διάρκεια ενός κύμα- τος αντιχριστιανικών διωγμών κλείστηκε στη φυλακή και υποβλήθηκε σε βασανι- στήρια από τα οποία και πέθανε. Ο Ωριγένης έγραψε 2.000 περίπου «βι- βλία» (με την αρχαία σημασία της λέξης). Στην εργασία του κριτικής του κειμένου της Βίβλου ο Ωριγένης υποστηρίζει την αλεξανδρινή φιλολογική παράδοση και ταυτόχρονα γίνεται ο θεμελιωτής της βι- βλικής φιλολογίας. Φιλοσοφία του Ωριγέ- νη είναι ο πλατωνισμός με τη στωική του απόχρωση. Γκι να τον εναρμονίσει με την πίστη στην αυθεντία της Βίβλου, ο Ωρι- γένης, ακολουθώντας το Φίλωνα τον Α- λεξανδρέα, επεξεργάστηκε το δόγμα των τριών εννοιών της Βίβλου, δηλαδή της «σωματικής» (κατά γράμμα ή τυπι- κής), της «ψυχικής» (ηθικής) και της «πνευματικής» (φιλοσοφικής - μυστικής), στην οποία έδινε αναμφίβολα προτίμηση. Τη δημιουργία του κόσμου από το θεό ο Ωριγένης την ερμήνευε σαν πράξη που συντελείται αιώνια: πριν από τον κόσμο αυτό και μετά από αυτόν υπήρξαν και θα υπάρχουν άλλοι κόσμοι. Η εσχατολογική αισιοδοξία του Ωριγένη είχε την έκφρα- ση της στη θεωρία της λεγόμενης απο- κατάστασης, δηλαδή του αναπόφευκτου της πλήρους «σωτηρίας», της φώτισης και της ένωσης με το θεό όλων των ψυ- χών και των πνευμάτων (κάπως ανεξάρ- τητα από τη θέληση τους), συμπεριλαμ- βανόμενου και του διαβόλου και της προ- σωρινότητας του κολασμού στον Άδη. Το δόγμα του Ωριγένη για την ασκητική αυτογνωσία και την πάλη με τα πάθη ά- 463
Ωφελιμισμός σκησε μεγάλη επίδραοη στην εμοράνιση του ασκητικού μυστικισμού τον 4ο - 6ο αι., ενώ ένα εκπονημένο από αυτόν σύ- στημα εννοιών χρησιμοποιόταν πλατιά στη διατύπωση των εκκλησιαστικών δογ- μάτων (στον Ωριγένη, για παράδειγμα, συναντιέται για πρώτη φορά ο όρος «θε- άνθρωπος»). Την εποχή της άνθησης της πατερικής φιλολογίας υποστηρικτές του Ωριγένη ήταν ο Ευσέβιος ο Καισα- ρείας, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ι- δίως ο Γρηγόριος ο Νύσσης. Οι άλλοι θε- ολόγοι καταδίκαζαν βίαια τον Ωριγένη σαν «αιρετικό» (θεωρία της αποκατάστα- σης), και ακόμα επειδή περιέλαβε στη σύνθεση του χριστιανικού δόγματος θέ- σεις της αρχαίας φιλοσοφίας, που είναι ασυμβίβαστες με αυτό (συγκεκριμένα, την πλατωνική άποψη για την προΰπαρξη των ψυχών). Το 543 ο Ωριγένης κηρύ- χτηκε αιρετικός με διάταγμα του αυτο- κράτορα Ιουστινιανού του Α' Ωστόσο, την επίδραση των ιδεών του δέχτηκαν πολλοί στοχαστές του Μεσαίωνα. ■ Σε ρωσ. μετφ.: 'Εργα του Ωριγένη, τεύχος 1 - Πα πς αρχές, Καζάν, 1899 ^Κατά Κέλ- σου», μέρ. 1, Καζάν, 1912. • Μπολότοφ Β., Η Θεωρία του Ωριγένη για την Αγία Τριάδα, ΣΠ-ργκ, 1879 Ιστορία της φιλοσοφίας, τ. 1. Μ.. 1940, σελ. 390 -91 · Völ- ker W., Das Vollkommenheitsideai des Orige- nes, Tüb.. 1931* Danielou J.. Origene. P., 1948. Θεώρηση Ε. Ν. Ρούσσου Ωφελιμισμός (λατ. utilitarismus, αγγλ.. utilitarianism). 1) Αρχή γκι πιν αξιολόγη- ση όλων των φαινομένων από την άποψη της ωφελιμότητας τους, της δυνατότη- τας να γίνουν μέσο για την επίτευξη κά- ποιου σκοπού. 2) Κατεύθυνση σπιν ηθι- κή, που θεωρεί την ωφελιμότητα βάση της ηθικής και κριτήριο των ανθρώπινων ενεργειών. Διαδόθηκε πλατιά σπι Μεγά- λη Βρετανία το 19ο αι., αντανακλώντας τους πνευματικούς προσανατολισμούς ορισμένων στρωμάτων της αγγλικής φι- λελεύθερης αστικής τάξης. Ο θεμελιω- τής του ωφελιμισμού Τζ. Μπένθαμ θεω- ρούσε βάση της ηθικής την ωφελιμότη- τα, που την ταύτιζε με την απόλαυση. Ξε- κινώντας από τη νατουραλιστική και εξωιστορική αντίληψη της ανθρώπινης φύσης, ο Μπένθαμ έβλεπε τον τελικό προορισμό της ηθικής σπι διευκόλυνση της φυσικής τχϊσης των ανθρώπων προς την απόλαυση και την απονία. Το νόημα των ηθικών κανόνων και αρχών έγκειται, κατά τον Μπένθαμ, στην επίτευξη της «μέγιστης ευδαιμονίας^* (ικανοποίησης) γκι το «μέγιστο αριθμό ανθρώπων». Τη γενική ευημερία την έβλεπε ως το ά- θροισμα των υλικών αγαθών όλων των α- τόμων. Κατά το Μαρξ, ο Μπένθαμ «... ταυτίζει το σύγχρονο φιλισταίο -και, πιο συγκεκριμένα, τον άγγλο φιλισταίο- με το φυσιολογικό άνθρωπο εν γένει. Κάθε τι που είναι ωφέλιμο σ* αυτή την ετερο- μορφία, του φυσκ)λογικού ανθρώπου και του κόσμου του, θεωρείται αφ' εαυτού ωφέλιμο» (Μαρξ Κ. και Ενγκελς Φ., Ά- παντα, τ. 23, σελ. 623, σημ.). Η νοοτροπία του αστού εκφράστηκε σπιν ηθική του Μπένθαμ και στο γεγονός ότι ο ίδιος ανήγαγε το πρόβλημα της ηθι- κής επιλογής σ* έναν απλό υπολογισμό κερδών και ζημιών, απολαύσεων και ο- χλήσεων, που μπορούν να προκαλούν οι διάφορες πράξεις. Ο Τζ. Στ. Μιλ προ- σπάθησε να αμβλύνει τα εγωιστικά στοι- χεία της ηθικής του ωφελιμισμού και κα- τέληξε σ' έναν εκλεκτικό συνδυασμό διαφορετικών αρχών. • Μιλ Τζ. Σ.. Ωφελισμός, μετφ. από τα αγγλ., ΣΠ-ργκ, [1900]· Stephen L., TheEnglish utilltarians.v. 1-3, L. 1900. Θεώρηση Γύν. Κρητικού 464
ΠΙΝΑΚΑΣ ΛΗΜΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ Α. Αβενάριους Α-25* Αβερρόης Α-25 Αβερροϊσμός Α-25 Αβικέβρων Α-26 Αβικέννας Α-26 Αβίντια Α-26 Αβουλία Α-27 Αγαθό Α-27 Αγάπη Α-28 «Αγία οικογένεια» Α-31 Αγίβικα Α-32 Αγίου Βίκτωρα σχολή Α-33 Αγνωστικισμός Α-33 Αγροτιά Α-36 Αδιάφορα Α-41 Αέτιος Α-42 Αθανάσιος Πάριος Α-42 Αθεϊσμός Α-43 «Αθλιότητα της φιλοσοφίας» Α-46 Αϊερ Α-47 Αιθήρ Α-48 Αϊνστάιν Α-48 Αϊντουκέβιτς Α-49 Αίρεση Α-50 Αισθήματα Α-50 Αίσθηση Α-50 Αισθησιαρχία Α-51 Αισθητική Α-52 Αισιοδοξία και απαισιοδοξία Α-60 Αισχίνης ο Σφήττιος Α-62 Αίτημα Α-62 Ασία και αποτέλεσμα Α-62 Ασκιτό Α-62 Αιτιοκρατία Α-64 Αιτιότητα Α-65 «Αιών» Α-69 Αιωνιότητα Α-70 Ακαδημία Α-71 Ακεραιότητα Α-72 Ακτουαλισμός Α-73 Αλ Κίντι Α-73 Αλ Φαραμπί Α-73 Αλανός Α-73 Αλβέρτος ο Μέγας Α-74 Αλβίνος Α-75 Αλγεβρα της Λογικής Α-75 Αλγόριθμος Α-76 Αλεξανδρινή φιλοσοφία Α-78 Αλέξανδρος από την Αλη Α-78 Αλέξανδρος ο Αφροδυσιεύς Α-79 Αλεξάντερ Α-80 Αλεξάντροφ Α-80 Αλήθεια Α-81 «Αληθινός σοσιαλισμός» Α-83 Αλκαίων ο Κροτωνιάτης Α-84 Αλλαγή Α-85 Αλληγορία Α-85 Αλληλεπίδραση Α-86 Αλληλόδραση Α-87 Αλληλουχία Α-87 Αλλοτρίωση Α-87 Αλλως είναι Α-87 Αλμα Α-88 Αλμπερτ Α-88 Αλογιομός Α-89 Αλπορτ Α-89 Αλτουσέρ Α-90 Αλτρουισμός Α-90 Αμάρτημα Α-91 Αμέλιος Α-91 Αμεση γνώση Α-91 Αμεταβλητότητα Α-93 Αμμώνιος Σακκάς Α-94 Αμοραλισμός Α-94 Αμπανιάνο Α-95 Αμπελάρ Α-95 Αμφιδυναμία Α-96 Αναγκαιότητα και τυχαίο Α-96 Ανάγκες Α-100 Αναγωγή Α-102 Αναγωγισμός Α 102 Ανάδραση Α-103 Αναθεωρητισμός Α-103 Αναίρεση Α-106 Αναλογία Α-107 Αναλογία του όντος, αναλογία του Είναι Α-107 Ανάλυση Α-107 Αναλυτικές και συνθετικές κρί- σεις Α-108 Αναλυτική Α-109 Αναλυτική φιλοσοφία Α-109 Ανάμνηση Α-111 Αναξαγόρας Α-111 Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης Α-112 Αναξίμανδρος Α-112 Αναξιμένης Α-114 Αναπλήρωση Α-115 Αναπτυγμένος σοσιαλισμός Α-115 Ανάπτυξη Α-115 Αναρχισμός Α-118 Αναστόχαση Α-120 Ανατροφοδότηση Α-121 Ανδρόνικος ο Ρόδιος Α-121 Ανδρούτσος Χρ. Α-122 Ανέλιξη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο Α-122 Ανεξαρτησία Α-124 Ανθρακίτης Μεθόδιος Α-125 «Ανθρωπίνων σχέσεων» θεωρία Α-126 Ανθρωπισμός Α-127 Ανθρωποκεντρισμός Α-127 Ανθρωπολογία φιλοσοφική Α-128 Ανθρωπολογική αρχή Α-128 Ανθρωπολογική σχολή Α-128 Ανθρωπολογισμός Α-128 Ανθρωπομορφισμός Α-128 Ανθρωπος Α-129 Ανθρωποσοφία Α-134 Ανιμισμός Α-134 Αννίκερις ο Κυρηναίος Α-135 Ανομία Α-135 Ανορθολογικό Α-136 Ανορθολογισμός 1-136 Άνσελμος Α-137 Ανταγωνισμός Α-138 Αντανάκλαση Α-138 * Το κεφαλαίο γράμμα δείχνει τον τόμο στον οποίο βρίσκεται τολήμμα,ενώο αριθμός δείχνει τη σελίδα. Για παράδειγμα: το «Αβενάριους Α-25» σημαίνει ότι το λήμμα «Αβενάριους» βρίσκεται στον πρώτο τόμο, στη σελίδα 25.
Αντβάιτα-βεδάντα Α-140 Αντεπανάσταση Α-140 Αντίθεση Α-143 Αντίθεση ανάμεσα στην πνευμα- τική και τη χειρωνακτική εργασία Α-143 Αντίθεση ανάμεσα στην πόλη και το χωριό Α-146 Αντίθετη πρόταση Α-149 Αντιθετιτική Α-149 Αντίθετο Α-150 Αντικειμενική αλήθεια Α-150 Αντικειμενική πραγματικότητα Α-150 Αντικειμενικό πνεύμα Α-150 Αντικειμενικός ιδεαλισμός Α-151 Αντικειμενισμός Α-151 Αντικείμενο Α-152 Αντικειμενοποίηση και αποαντι- κειμενοποίηση Α-154 Αντικομμουνισμός Α-154 Αντικουλτούρα Α-156 Αντίληψη Α-157 Αντινομία Α-159 «Αντί -Ντύρινγκ» Α-160 Αντιουτοπία Α-164 Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης Α-165 Αντιπροσωπευτικότητα Α-166 Αντισθένης ο Αθηναίος Α-166 Αντιστοιχίας αρχή Α-167 Αντιστοιχία, θεωρία της αλή- θειας Α-167 Αντίστοιχος Α-167 Αντιστροφή Α-167 Αντίφαση Α-168 Αντίφαση καθαυτή Α-171 Αντιφών Α-171 Άντλερ Αλ. Α-173 Άντλερ Μ. Α-173 Αντόρνο Α-173 Ανώνυμος Ελλην Α-174 Αξελρόντ Α-176 Αξία Α-177 Αξιοκρατία Α-178 Αξιολογικοί προσανατολισμοί Α-179 Αξίωμα Α-180 Αξιωματική μέθοδος Α-180 Απαγωγή Α-181 Απάθεια Α-181 Απαισιοδοξία Α-181 Απείκασμα Α-181 Άπειρο Α-182 Άπειρον Α-182 Απλοϊκό και αισθηματικό Α-184 Απλοϊκός ρεαλισμός Α-184 «Από καθέδρας σοσιαλισμός» Α-185 Αποαντικειμενοποίηση Α-185 Απογοήτευση Α-185 Αποδεικτικτός Α-186 Απόδειξη Α-186 Απόδειξη δια της εις άτοπον α- παγωγής Α-186 Απόδειξη στη Λογική Α-187 Αποϊδεολογικοποίηση Α-188 Αποκλειομένου τρίτου αρχή Α-190 Αποκλίνουσα συμπεριφορά Α-190 Αποκρυφισμός Α-192 Απολλώνειο και Διονυσιακό Α-193 Απόλυτη αλήθεια Α-194 Απόλυτη ιδέα Α-194 Απόλυτο Α-195 Απόλυτο και σχετικό Α-195 Απόλυτο πνεύμα Α-196 Απομυθοποίηση Α-196 Αποξένωση Α-197 Απορία Α-199 Απόρροια Α-200 Απόσταση κοινωνική Α-201 Αποστεριόρι και απριόρι Α-202 Απόφαση Α-203 Απόφαση, πρόβλημα της δυνατό- τητας Α-203 Αποφατική θεολογία Α-203 Αποχρώντος λόγου αρχή Α-204 Απριόρι Α-205 Απροσδιοριστία Α-205 Άπτεκερ Α-205 Απώθηση Α-205 Αρετή Α-205 Αρήτη Α-206 «Αριστερισμός, η παιδική αρρώ- στεια του κομμουνισμού» Α-206 Αρίστιππος ο Κυρηναίος Α-206 Αριστοκρατία Α-207 Αριστόξενος Α-207 Αριστοτέλης Α-208 Αριστοτελισμός Α-216 Αρίστων ο Χίος Α-220 Αρκεσίλαος Α-221 Αρμονία των σφαιρών Α-221 Άρνηση Α-223 Άρνησης της άρνησης νόμος Α-223 Αρόν Α-225 Άρση Α-226 Αρχέλαος ο Αθηναίος Α-226 «Αρχές της νέας επιστήμης για την κοινή φύση των εθνών» Α-227 «Αρχές της φιλοσοφίας» Α-228 Αρχέτυπο Α-229 Αρχή Α-229 Αρχή Α-229 Αρχή της αντίφασης Α-230 Αρχή της αφαίρεσης Α-231 Αρχύτας Α-231 Ασάνγκα Α-232 Ασαρί Αμπού-αλ-Χασάν Α-232 Ασιατικός τρόπος παραγωγής Α-233 Ασίμοφ Α-235 Ασκητισμός Α-236 Άσμους Α-236 Αστίκα Α-236 Αστική επανάσταση Α-237 Αστική τάξη Α-240 Αστικοδημοκρατική επανάσταση Α-243 Αστυφιλία Α-243 Ασυνείδητο Α-243 Ασυνέχεια και συνέχεια Α-244 Άσχημο Α-245 Αταραξία Α-246 Άτμαν Α-246 Ατομική ψυχολογία Α-247 Ατομικότητα Α-248 Ατομκιμός Α-248 Άτομο Α-251 Αυγουστινισμός Α-251 Αυγουστίνος Αυρήλιος Α-252 Αυθεντία Α-253 Αυθόρμητο Α-255 Αυθόρμητος υλισμός Α-255 Αυρήλιος Α-256 Αυστηρότητα Α-256 Αυστρομαρξισμός Α-256 Αυτάρκεια Α-258 Αυταρχισμός Α-258 Αυτοανάπτυξη Α-259 Αυτογένεση Α-259 Αυτοκίνηση Α-259 Αυτόνομη και ετερόνομη ηθική Α-260 Αυτοοργάνωση Α-261 Αυτοπαρατήρηση Α-262 Αυτοσυνείδηση Α-262 Αφαίρεση Α-263 Αφαίρεση της αδκικριτότητας Α-266 Αφαίρεση της ταύτησης Α-266 Αφαίρεση του δυνάμει πραγμα- τοποιήσιμου Α-266 Αφαίρεση του ενεστωτικού απεί- ρου Α-267 Αφανάσιεφ Α-267 Αφασία Α-268 Αφηρημένη οντότητα Α-268 Αφηρημένο Α-268 Αφορισμός Α-268 Αχίμσα Α-268 Αχούντοφ Α-268
Β. Βάδης σχολή Α-270 Βαϊμπχάσικα Α-270 Βαϊντεμάγιερ Α-271 Βαϊσέσικα Α-271 Βάκον Ρ. Α-272 Βάκον Φ. Α-272 Βαλλόν Α-272 Βάμβας Ν. Α-273 Βανγκ Γιανγκ-μινγκ Α-273 Βανγκ Τσουνγκ Α-274 Βανγκ Φούτζι Α-275 Βαρδαλάχος Κ. Α-276 Βάση και εποικοδόμημα Α-277 «Βασικές αρχές της φιλοσοφίας του μέλλοντος» Α-279 Βασικό πρόβλημα της φιλοσο- φίας Α-280 Βασίλειος ο Μέγας Α-282 Βασουμπάντου Α-282 Βαχντάτ Αλ-Βουντζούντ Α-283 Βεδάντα Α-283 Βέδες Α-285 Βέμπερ Α. Α-286 Βέμπερ Μ. Α-287 Βεμπλέν Α-289 Βενιαμίν Λέσβιος Α-289 Βεντένσκι Α-291 Βερνάντσκι Α-291 Βέστερμαρκ Α-292 «Βέχι» Α-293 Βία Α-295 Βιβεκανάτα Σουάμι Α-297 Βίβες Α-298 «Βιβλίο περί των αιτίων» Α-298 Βίβλος Α-299 Βιγκόντσκι Α-300 Βιέννης κύκλος Α-301 Βίζε Α-302 Βικέντιος Α-303 Βίκο Α-303 Βίνερ Α-304 Βίντελμπαντ Α-306 Βιντζνιάνα Α-305 Βιντζνιαβάντα Α-306 Βιολογική κατεύθυνση Α-306 «Βιομηχανική κοινωνία» Α-307 Βίος Α-308 Βιοτικό επίπεδο Α-309 Βισίστα-αντβάιτα Α-310 Βιταλισμός Α-310 Βίτγκενστάϊν Α-311 Βίων ο Αβδηρίτης Α-312 Βίων ο Βορυσθενίτης Α-312 Βλάχος Γ Α-313 Βλεμμίδης Ν. Α-314 Βοήθιος Α-316 Βολονταρισμός Α-317 Βολταίρος Α-317 Βόλφ Α-318 Βοναπαρτισμός Α-319 Βαρέας Θ. Α-319 Βόρμς Α-320 Βούδι Α-321 Βουδισμός Α-322 Βούλγαρης Ε. Α-326 Βούληση Α-329 Βουλησιαρχία Α-330 Βουντ Α-331 Βράιλας-Αρμένης Π. Α-331 Βράχμαν Α-332 Βύθια ψυχολογία Α-333 Βύρτσμπουργκ σχολή Α-333 Γαζής Α. Α-335 Γαληνός Α-336 Γαλιλαίος Α-337 Γάμος Α-338 Γεγονός Α-339 Γενεά Α-340 Γένεση Α-340 Γενετική μέθοδος Α-340 Γενιά Α-341 Γενίκευση Α-342 Γενικό Α-342 Γενικό πλαίσιο Α-343 Γένος Α-343 «Γερμανική ιδεολογία» Α-344 Γεωγραφική σχολή Α-347 Γεωγραφικό περιβάλλον Α-348 Γεωκεντρισμός Α-349 Γεωπολιτική Α-350 Γεωργούλης Κ. Α-350 Γιάκομπι Α-351 Γανισμός Α-352 Γιανναράς Α. Α-354 Γιανόφσκαγκια Α-354 Γιανσενισμός Α-355 Γιανγκ-τσου Α-355 Γιαροσέφσκι Α-356 Γκιάσπερς Α-356 «Για τη σημασία του μαχόμενου υλισμού» Α-358 «Για την κριτική της γεγγελιανής φιλοσοφίας του Δικαίου» Α-359 Γίγνεσθαι Α-360 Γιν και γιανγκ Α-362 Γιεγκόροφ Α-362 Γιόγκα Α-363 Γιογκασάρα Α-365 Γιουνγκ Α-366 Γιούντιν Α-367 Γκαζάλι Α-367 Γκαίτε Α-368 Γκαλμπρέιτ Α-369 Γκάλτον Α-370 Γκάλτουνγκ Α-371 Γκανόβσκι Α-371 Γκάνταμερ Α-372 Γκαντισμός Α-372 Γκαουνταπάντα Α-373 Γκασσεντί Α-374 Γκβισιάνι Α-375 Γκέιλινκς Α-375 Γκέλεν Α-375 Γκέντελ Α-376 Γκεσταλτψυχολογία Α-376 Γκόλντμαν Α-377 Γκομπινό Α-378 Γκοτάμα Α-379 Γκουάνγκ Τζουνγκ Α-379 Γκουλιάν Α-379 Γκούμπλοβιτς Α-380 Γκούνι Α-380 Γκούτμαν Α-381 Γκούρίβιτς Α-382 Γκχος Α-383 Γκράμσι Α-383 Γκρην Α-385 Γκρότιος Α-385 Γληνός Δ. Α-386 Γλώσσα Α-389 Γλωσσολογική φιλοσοφία Α-391 «Γνώθι σ' αυτόν» Α-393 Γνώση Α-393 Γνωσιολογία Α-393 Γνωστική διαδικασία Α-394 Γνωσπκισμός Α-394 Γνωστικός Α-396 Γοργίας Α-396 Γουώρντ Α-397 Γρατσιάνος Π. Α-399 Γραφειοκρατία Α-399 Γρήγοριος ο Θεολόγος, ο Ναν- ζιανζηνός Α-401 Γρηγόριος ο Νύσσης Α-402 Γρηγόριος Παλαμάς Α-402 Δαυίδ Ανάχτ Α-404 Δαμασκός Α-404 Δαμωδός Βικέντιος Α-405 Δανιηλίδης Δ. Α-406 Δαρβινισμός Α-407 Δαρβινισμός κοινωνικός Α-410 Δαρβίνος Κ. Α-411 «Δεκατρία βιβλία» Α-413 Δεκεμβριστές Α-413 Δελμούζος Α. Α-416 Δεοντολογία Α-417 Δευτερεύουσες ιδιότητες Α-418 Δημήτριος ο Φαληρεύς Α-418 Δημιουργικότητα Α-418 Δημιουργισμός Α-421
Δημιουργός Α-422 Δημοκρατία Α-423 «Δημοκρατικός σοσιαλισμός Α-427 Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός Α-428 Δημόκριτος ο Αβδηρίτης Α-431 Διαδοχικότητα Α-435 Διάζευξη Α-436 Διάθεση Α-436 Διαίρεση Α-437 Διαίσθηση Α-437 Διακοπή του βαθμιαίου Α-437 Διάκριση Α-437 Διακριτότητα Α-437 Διαλεκτική Α-438 Διαλεκτική Θεολογία Α-448 Διαλεκτική Λογική Α-449 «Διαλεκτική της φύσης» Α-449 Διαλεκτικός υλισμός Α-452 Διάλογος Α-462 Διαμεσολάβηση Α-462 Διανόηση Α-462 Διάνοκι και Λόγος Α-468 Διαρκής επανάσταση Α-470 Διασύνδεση Α-471 Διαφορά Α-472 Διαφορική ψυχολογία Α-472 Διαφοροποίηση Α-473 Διαφωτισμός Α-474 ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ Δ. Διαφωτισμός νεοελληνικός Β-11 Διαχρονικότητα και συγχρονικό- τητα Β-14 Διάψευση Β-15 Διεθνισμός Β-16 Διεύθυνση Β-17 Δικαίαρχος Β-21 Δίκαιο Β-22 Δικαιοσύνη Β-25 Δικανική, ή Περί δικαίου συνείδη- ση Β-26 Δίκη Β-27 Δικτατορία Β-28 Δικτατορία του προλεταριάτου Β-29 Δίλημμα Β-33 Διογένης Λαέρτιος Β-33 Διογένης ο Απολλωνιάτης Β-34 Διογένης ο Σινωπεύς Β-35 Διονυσιακό Β-36 Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης Β-3β Δίτιμης Λογικής αρχή Β-36 Διττή αλήθεια, Β-36 Διχοτόμηση Β-37 Δίων ο Χρυσόστομος Β-37 Δόγμα 1 Β-38 Δόγμα 2 Β-38 Δογματισμός Β-38 Δομή Β-39 Δομολειτουργική ανάλυση Β-40 «Δόξα» και «επιστήμη» Β-42 Δοξογράφοι Β-43 Δούγκας Στέφανος Β-44 Δούκας Νεόφυτος Β-45 Δουλοκτητικός σχηματισμός Β-45 Δρακούλης Πλάτων Β-49 Δραστηριότητα Β-51 Δραστηριότητα κοινωνική Β-54 Δυάδα Β-54 Δυϊσμός Β-54 Δυναμική και στατική κοινωνική Β-55 Δυναμική νομοτέλεια Β-55 Δυναμική ψυχολογία Β-55 Δυνατότητα και πραγματικότητα Β-56 «Δύο τακτικές της σοσιαλδημο- κρατίας στη δημοκρατική επανά- σταση» Β-58 Δυσλεπουργία Β-60 «Δυτικοί» Β-60 Εγκοσμιοποίηση Β-61 «Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφι- κών επιστημών» Β-61 Εγκυκλοπαιδιστές Β-63 Εγκυρότητα Β-63 Εγωισμός Β-63 Εγωκεντρισμός Β-64 Έθιμο Β-β4 Εθνικοαπελευθερωτική επανά- σταση Β-65 Εθνικισμός Β-68 Εθνικό ζήτημα Β-71 Εθνοκεντρισμός Β-74 Εθνομεθοδολογία Β-75 Εθνότητα Β-76 Έθνος Β-77 Ειδικές κοινωνιολογικές θεωρίες Β-80 Ειδητική (Μνήμη) Β-82 Είδος Β-82 Είδος και γένος Β-83 Εικόνα Β-83 Είναι Β-83 Ειρήνη Β-87 Ειρηνική συνύπαρξη Β-89 Ειρωνεία Β-93 «Εισαγωγή» Β-94 Έιχορν Β-95 Εκαταίος ο Αβδηρίτης Β-95 Εκλεκτικισμός Β-95 Εκπαίδευση Β-96 Έκσταση Β-96 Έκταση Β-96 Έκχαρτ Β-97 Ελβέτιος Β-98 Ελεατική σχολή Β-99 Έλεγχος κοινωνικός Β-101 Ελευθερία Β-101 Ελευθερία της βούλησης Β-106 Ελευθερόπουλος Αβροτέλης Β-107 Ελεύθερος χρόνος Β-109 Ελευθεροφροσύνη Β-110 Ελίτ θεωρίες Β-111 «Ελληνική Νομαρχία» Β-111 Ελλύλ Β-111 Έμερσον Β-112 Εμοτιβισμός Β-113 Εμπεδοκλής ο Ακραγαντινός Β-113 Εμπειρία Β-115 Εμπειρικό και θεωρητικό Β-116 Εμπειριοκριτικισμός Β-118 Εμπειριομονισμός Β-118 Εμπειριοσυμβολισμός Β-118 Εμπειρισμός Β-118 Εμπραγματοποίηση Β-119 Εμφύλιος πόλεμος Β-119 «Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλ- λία...» Β-120 Έμφυτες ιδέες Β-121 Έμφυτη γνώση Β-121 Εν Β-122 Εν και παν Β-123 Εναίσθηση Β-125 Ενατένιση Β-125 Ένγκελς Β-125 Ενδοσκόπηση Β-132 Ενδοσκοπική ψυχολογία Β-132 Ενέργεια Β-132 «Ενέργεια και δύναμις» Β-133 Ενθύμημα Β-134 Ενικό Β-135 «Εννεάδες» Β-135 Έννοια Β-136 Έννοιας βάθος Β-138 Ένοπλη εξέγερση Β-138 Ενόραση Β-140 Ενορατική λογική Β-141 Ενορατική σχολή στα μαθηματικά και τη λογική Β-141 Ενορατική σχολή Β-142 Ενορατισμός Β-142 Ενορατισμός στη φιλοσοφία Β-142 Ενότητα και πάλη των αντιθέτων Β-143 Ενοψία Β-145
Ενσυναίσθηση Β-145 Ένταση Β-145 Εντατικότητα Β-146 Εντελέχεια Β-146 Ενυπαρκτική φιλοσοφία Β-147 Ενυπαρκτό Β-147 Εξαντικειμενοποίηση Β-148 Εξατομίκευση Β-148 Εξέλιξη Β-149 Εξέλιξη αναδυόμενη Β-150 Εξήγηση Β-151 Εξιδανίκευση Β-152 Εξιστενσιαλισμός Β-152 Εξουσία Β-152 Εξωστρεφής Β-154 Εξωτερίκευση Β-154 Εξωτερικό και εσωτερικό Β-155 Επαγωγή Β-156 Επαλήθευση Β-158 Επαληθευσιμότητας αρχή Β-159 Επανάσταση Β-159 Επανάσταση κοινωνική Β-159 Επαναστατική κατάσταση Β-161 Επανιδεολογικοποίηση Β-163 Επαρκής Β-164 Επαφές (κοινωνικές) Β-164 Επιβιώσεις Β-166 Επιγένεση Β-167 Επίδραση Β-167 Επικοινωνία Β-168 Επικοινωνία μαζική Β-169 Επικουρισμός Β-170 Επίκουρος Β-171 Επίκτητος Β-174 Επιλογή Β-174 Επιστήμη Β-174 Επιστήμη της επιστήμης Β-180 «Επιστήμη της Λογικής» Β-182 Επιστημολογία Β-183 Επιστημονική εικόνα του κόσμου Β-183 Επιστημονικός κομμουνισμός Β-185 «Επιστημονικός υλισμός» Β-191 Επιστημονικοτεχνική επανάστα- ση Β-193 Επιστημονικοτεχνική πρόοδος Β-199 «Επιστημονικοτεχνικός οπτιμι- σμός» Β-201 Επιστημονισμός Β-202 Επιφαινόμενο Β-203 Επίφαση Β-203 Επιχείρημα Β-203 Εποικοδόμημα Β-203 «Εποχή» Β-203 Εποχή ιστορική Β-203 Επτά σοφοί Β-205 Έρασμος Β-206 Ερατοσθένης Β-207 Εργασία Β-207 Εργατική τάξη Β-211 Ερετριακή σχολή Β-217 Έρευνα Β-217 Εριγένης Β-218 Έρικσον Β-218 Εριστική Β-219 Ερμηνεία Β-219 Ερμηνευτική Β-220 Ερμητισμός Β-223 Ερως Β-224 Ερώτημα Β-225 Εσχατολογία Β-226 Εσωστρέφεια Β-226 Εσωστρεφής Β-227 Εσωτερικό Β-227 Εσωτερίκευση Β-227 Ετεραρχία Β-227 «Ετερον» Β-227 Ετερόνομη ηθική Β-228 Ευαγγελίδης Β-228 Ευδαιμονισμός Β-228 Εύδημος ο Ρόδιος Β-229 Εύδοξος ο Κνίδιος Β-229 Ευήμερος ο Μεσσηνίας Β-230 Εύηνος ο Πάριος Β-230 Ευθύδημος ο Χίος Β-230 Ευθύνη Β-230 Ευκλείδης ο Μεγαρεύς Β-231 Ευνάπιος Β-231 Ευρετική Β-231 Ευτυχία Β-232 Εφεκτιβισμός Β-233 Ζανέ Β-235 Ζάπαντνικοι Β-235 Ζεν Β-237 Ζερζούλης Β-238 Ζήνων ο Ελεάτης Β-239 Ζήνων ο Κιτιεύς Β-240 «Ζητήματα φιλοσοφίας» Β-242 «Ζητήματα φιλοσοφίας και ψυχο- λογίας» Β-243 Ζίφκοβιτς Β-243 Ζιλμπέρ Πορρετανός Β-244 Ζιλσόν Β-244 Ζίμμελ Β-245 Ζνανιέτσκι Β-246 Ζόζα Β-246 Ζόλγκερ Β-247 Ζόμπαρτ Β-247 Ζουβενέλ Β-248 Ζωή Β-248 Ζωοψυχολογία Β-251 Η. «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβί- κου Βοναπάρτη» Β-253 «Η εξέλιξη της μονιστικής αντί- ληψης στην ιστορία» Β-254 «Η επιστήμη της Λογικής» Β-255 «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» Β-256 «Η παιδική αρρώστια του αρι- στερισμού στον κομμουνισμό» Β-258 «Η ταξική πάλη στη Γαλλία» Β-260 «Η τέχνη για την τέχνη» Β-261 Ηγεμονία του προλεταριάτου Β-262 Ηγεσία Β-264 Ηγησήας ο Πεισιθάνατος Β-266 Ηδονισμός Β-266 «Ηθικά Νικομάχεια» Β-267 Ηθική Β-268 «Ηθική» Β-278 «Ηθικός σοσιαλισμός» Β-279 Ηθικότητα Β-280 Ήθος Β-280 Ηλιάδης Μανασής Β-281 Ηλιοκεντρισμός Β-281 Ηρακλείδης ο Ποντικός Β-282 Ηράκλειτος ο Εφέσσιος Β-282 Ηρωισμός Β-286 Ησυχασμός Β-287 Ησυχασμός βυζαντινός Β-288 Θ. Θαλής ο Μηλίσιος Β-289 Θάνατος Β-289 Θεαίτητος ο Αθηναίος Β-292 Θεία Πρόνοια Β-293 Θεϊσμός Β-293 Θεμελείωση Β-293 Θεοαναζήτηση Β-294 Θεοδικία Β-295 «Θεοδικία» Β-296 Θεοδωρακόπουλος Ι. Β-297 Θεοδωρίδης Χαρ. Β-298 Θεόδωρος ο Άθεος Β-298 Θεοκρατία Β-299 Θεολογία Β-299 «Θεολογία του Αριστοτέλη» Β-301 «Θεολογικοπολιτική πραγ- ματεία» Β-301 Θεοπλασία Β-302 Θεός Β-303 Θεοσοφία Β-305 Θεοτόκης Νικηφόρος Β-306
Θεόφραστος Β-306 «Θέσεις για το Φόυερμπαχ» Β-308 Θέση Β-309 Θέση (στάτους) Β-309 Θεσμός κοινωνικός Β-310 Θετικισμός Β-311 Θέων ο Σμυρναίος Β-313 Θεωρησιακό Β-313 Θεωρητικό Β-313 Θεωρητικός λόγος Β-314 Θεωρία Β-315 Θεωρία της αντανάκλασης Β-320 Θεωρία της γνώσης Β-320 «Θεωρία της επιστήμης» Β-325 Θεωρία των αξιών Β-326 Θεωρίες της ελίτ Β-328 Θόρο Β-329 Θρασύμαχος ο Χαλκιδόνιος Β-330 Θρησκεία Β-330 Θωμάς ο Ακινάτης Β-334 Θωμιομός Β-336 Ιάμβλιχος Β-338 Ιδανικευμένο αντικείμενο Β-339 Ιδανίκευση Β-339 Ιδανικό Β-340 Ιδανικός τύπος Β-342 Ιδέα Β-342 Ιδεαλισμός Β-343 Ιδεατό Β-346 Ιδεατοποιημένο αντικείμενο Β- 348 Ιδεατοποίηση Β-348 «Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστο- ρίας της ανθρωπότητας» Β-348 Ιδεογραφία Β-348 Ιδεολογία Β-348 ιδεολογικότητα Β-352 «Ιδεολόγοι» Β-354 Ιδιαίτερο Β-355 Ιδεογραφική μέθοδος Β-355 Ιδιοκτησία Β-356 Ιδιοσυγκρασία Β-358 Ιδιότητα Β-359 Ιεραρχία Β-360 «Ιερογλυφικών θεωρία» Β-360 Ιεροποίηση Β-361 Ικανότητες Β-361 «Ι Κινγκ» Β-362 Ιλίν Ιβάν Β-363 Ιλιτσιόφ Β-364 Ιμβριώτης Γιάννης Β-365 Ιμπεριαλισμός Β-366 «Ιμπεριαλκιμός, ως ανώτατο στά- διο του καπιταλισμού» Β-366 Ιμπν αλ - Αραμπί Β-368 Ιμπν Μπάτζα Β-369 Ιμπν Ρουσντ Β-369 Ιμπν Σίνα Β-370 Ιμπν Τζεμπιρόλ Β-371 Ιμπν Τουφάιλ Β-371 Ιμπν Χαλντούν Β-372 Ινγκϊντζιά Β-373 Ινγκάρντεν Β-374 Ινστρουμενταλισμός Β-374 Ιντετερμινισμός Β-375 Ιντουϊσιοναλισμός Β-376 Ιντουϊσιονισμός Β-376 Ιοβτσούκ Β-376 Ιουλιανός Β-376 Ιππίας ο Ηλείος Β-377 Ιπποκράτης Β-377 Ιριμπατζάκοφ Β-378 Ιρρασιοναλισμός Β-378 Ισβάρα Β-378 Ισλάμ Β-379 Ισοδυναμία Β-384 Ισομορφίσμός και ομομορφίσμός Β-385 Ισορροπίας θεωρία Β-386 Ισότητα κοινωνική Β-387 Ισότητα στη Λογική Β-390 Ισπαχάν σχολή Β-390 Ισράκ Β-391 Ιστορία της φιλοσοφίας Β-392 Ιστορικό και λογικό Β-396 Ιστορικός υλισμός Β-398 Ιστορισμός Β-406 Ιστορισμός δημιουργικός Β-408 Ιταλική φιλοσοφία Β-409 Ιχβάν ας-σαφά Β-409 Ιωακείμ ντε Φλόρις Β-409 Ιωάννης Ντουνς Σκωτ Β-410 Ιωάννης ο Δαμασκηνός Β-410 Ιωάννης ο Ιταλός Β-411 Ιωάννης ο Φιλόπονος Β-411 Ιωάννης Πετρίτσι Β-411 Ιωάννης Σκώτος Εριγένης Β-412 Ιωάννης Σολσμπεριανός Β-413 Ιωνική φιλοσοφία Β-414 Κ. Καββάλα Β-415 Καβέλιν Β-416 Καζουϊσπκή Β-417 Κάθαρση Β-417 Καθήκον Β-418 Καθολικές έννοιες Β-419 ΚαΤίρης Θεόφιλος Β-420 Κακό Β-422 Καλαισθησία Β-422 Καλάμ Β-422 Καλβίνος Β-424 Καλοκαγαθία Β-425 Καλλιτεχνική εικόνα Β-425 Καλό και κακό Β-429 Κάμμαρι Β-430 Καμπάλα Β-430 Καμπανέλλα Β-430 Καμπανίς Β-431 Καμπέ Β-432 Καμύ Β-432 Κανγκ Γιου-μπέι Β-433 Καν Β-434 Κάναντα Β-435 Κάντ Β-435 Καντάρ Β-439 Καντιανισμός Β-440 Κάουτσκι Β-440 Καπίλα Β-442 Καπιταλισμός Β-442 Καππαδοκίας όμιλος Β-448 Καρλάυλ Β-448 Κάρμα Β-449 Κάρναπ Β-450 Καρνεάδης Β-451 Κάρους Β-451 Καρσάβιν Β-452 Καρτεσιανισμός Β-452 Καρτέσιος Β-453 Κάσμπ Β-453 Κασσίρερ Β-453 Κάστες Β-454 Κατάδειξη Β-455 Καταδήλωση Β-456 Καταμερισμός εργασίας Β-456 «Καταναλωτική κοινωνία» Β-460 Κατανοούσα κοινωνιολογία Β- 462 Κατανοούσα ψυχολογία Β-463 Κατασκευαστική κατεύθυνση Β-463 Κατασκευαστική Λογική Β-464 Κατάσταση Β-464 Καταφατική θεολογία Β-465 Κατηγόρημα Β-465 Κατηγορίες Β-466 Κατηγορική Λογική Β-468 Κατηγορική προσταγή Β-468 Κατηγορούμενα Β-469 «Κάτω από τη σημαία του μαρξι- σμού» Β-469 Κέλσος Β-469 Κέντγουορθ Β-470 Κέντροφ Β-470 Κετλέ Β-471 «Κεφάλαιο» Β-472 Κικέρων Β-475 Κίνηση Β-476
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ Κ. Κινητικότητα κοινωνική Γ-11 Κίνητρα Γ-12 Κίντι Γ- 13 Κιρέεφσκι Γ-13 Κίρκεγκορ Γ-15 Κισελίντσεφ Γ-16 Κλάγκες Γ-16 Κλάους Γ-17 Κλάση Γ-17 Κλασική γερμανική φιλοσοφία Γ-18 Κλεάνθης Γ-19 Κλήμης ο Αλεξανδρεύς Γ-19 Κοβαλέφσκι Γ-19 Κοέν Γ-21 Κόζινγκ Γ-22 Κοινή γνώμη Γ-22 Κοινοβιακή κοινότητα Γ-24 Κοινός νους Γ-26 Κοινότητα ανθρώπων Γ-27 Κοινωνία Γ-28 Κοινωνικές ομάδες Γ-30 Κοινωνικές σχέσεις Γ-31 Κοινωνική αυτοδιαχείριση κομ- μουνιστική Γ-33 Κοινωνική δομή Γ-35 Κοινωνική δράση Γ-35 Κοινωνική δυναμική Γ-36 Κοινωνική ηθική Γ-36 Κοινωνική θέση Γ-36 Κοινωνική μηχανική Γ-37 Κοινωνική νομοτέλεια Γ-37 Κοινωνική στάση Γ-37 Κοινωνική στατική Γ-38 Κοινωνική φυσική Γ-39 Κοινωνική ψυχολογία Γ-39 Κοινωνικό Είναι και κοινωνική συ- νείδηση Γ-41 Κοινωνικό κύρος Γ-42 Κοινωνικό περιβάλλον Γ-42 Κοινωνικό στρώμα Γ-42 «Κοινωνικό συμβόλαιο» Γ-44 «Κοινωνικό συμβόλαιο, ή Αρχές του πολιτικού Δικαίου» Γ-46 Κοινωνικοοικονομική δομή Γ-46 Κοινωνικοοικονομικός σχηματι- σμός Γ-47 Κοινωνικοποίηση Γ-53 Κοινωνικός δαρβινισμός Γ-54 Κοινωνικός έλεγχος Γ-54 Κοινωνικός καταμερκιμός εργα- σίας Γ-55 Κοινωνικός ρόλος Γ-55 Κοινωνικός σχεδιασμός Γ-57 Κοινωνιολογία Γ-58 Κοινωνιολογία της γνωστικής διαδικασίας Γ-66 Κοινωνιολογικά περιοδικά Γ-68 «Κοινωνιολογικές έρευνες» Γ-69 Κοινωνιομετρία Γ-70 Κολεκτίβα Γ-71 Κολεκτιβισμός Γ-73 Κόλλινγκουντ Γ-73 Κόμμα πολιτικό Γ-74 Κομματικότητα Γ-78 Κομμουνισμός Γ-82 «Κομμουνισμός της στρατώνας» Γ-89 Κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση Γ-90 Κομμουνιστική εργασία Γ-94 «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» Γ-95 Κομφουκιανισμός Γ-95 Κομφούκιος Γ-98 Κονβενσιοναλισμός Γ-100 Κονιό Γ-100 Κονσεπτουαλισμός Γ-101 Κονσταντίνοφ Γ-101 Κοντ Γ-102 Κοντιγιάκ Γ-103 Κοντορσέ Γ-104 Κονφορμισμός Γ-104 Κοπέρνικος Γ-105 Κοπνίν Γ-106 Κοραής Γ-107 Κοράνιο Γ-109 Κορδάτος Γ-110 Κορέσιος Γ-111 Κορνύ Γ-112 Κόρνφορθ Γ-113 Κορυδαλεύς Γ-113 Κοσμογονία Γ-115 Κοσμοθεωρία Γ-116 Κοσμολογία Γ-119 Κοσμοπολπισμός Γ-120 Κόσμος Γ-122 Κοταρμπίνσκι Γ-123 Κοτζιάς Γ-124 Κουάιν Γ-124 Κουζέν Γ-125 Κούλεϋ Γ-125 Κούμας Γ-126 Κουν Γ-127 Κράουζε Γ-129 Κράτης ο Θηβαίος Γ-129 Κρατικομονοπωλιακός καπιταλι- σμός Γ-129 Κρατικός καπιταλισμός Γ-129 «Κρατικός σοσιαλισμός» Γ-132 Κράτος Γ-133 «Κράτος και επανάσταση- Γ-139 Κρατύλος Γ-141 Κριζάνιτς Γ-141 Κρίση Γ-142 Κρισναμούρτι Γ-142 Κριτίας Γ-143 Κριτική και αυτοκριτική Γ-144 «Κριτική της δύναμης της κρί- σης» Γ-147 «Κριτική της πολιτικής οικονο- μίας» Γ-148 «Κριτική του καθαρού Λόγου» Γ-150 «Κριτική του πρακτικού Λόγου» Γ-152 «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» Γ-152 Κριτικός ρεαλισμός Γ-154 Κρίτων ο Αθηναίος Γ-155 Κροζιέ Γ-155 Κρόνερ Γ-156 Κροπότκιν Γ-156 Κρόσσερ Γ-157 Κρότσε Γ-158 Κρουζκόφ Γ-159 Κυκλική θεωρία της ιστορίας Γ-160 Κύκλος της Βιέννης Γ-161 Κύλπε Γ-161 Κυνικοί Γ-161 Κυνισμός Γ-163 Κυρηναϊκή σχολή Γ-163 Κύριες και δευτερεύουσες ιδιό- τητες Γ-164 Κύρος Γ-165 Κυρώσεις κοινωνικές Γ-166 Κωμικό Γ-168 Λ. Λαβρόφ Γ-171 Λάζαρσφελντ Γ-172 Λαϊκές μάζες και προσωπικότητα Γ-173 Λαϊκή δημοκρατία Γ-176 Λαϊκή επανάσταση Γ-178 Λαϊκισμός Γ-178 Λαϊκοδημοκρατική επανάσταση Γ-181 Λαϊκότητα της τέχνης Γ-183 Λάιμπνιτς Γ-185 Λακάν Γ-187 Λάκατος Γ-188 Λακρουά Γ-189 Λαμάρκ Γ-190 Λαμεναί Γ-191 Λαμετρί Γ-191 Λαμπριόλα Γ-192 Λάνγκε Γ-193 Λάντμπεργκ Γ-193 Λάντος Γ-194
Λάο-Τσε Γ-194 Λαός Γ-195 Λαότητα Γ-196 Λάσκι Γ-196 Λασσάλ Γ-196 Λαφάργκ Γ-197 Λβόφ-Βαρσοβίας σχολή Γ-199 Λε Μπον Γ-200 Λε Πλε Γ-200 Λεβί-Στρος Γ-201 «Λεβιάθαν» Γ-202 Λεβίν Γ-203 Λεβύ-Μπρυλ Γ-204 Λεγκισμός Γ-204 Λειτουργία Γ-205 Λειτουργική σχολή Γ-206 Λένιν Γ-208 Λενινισμός Γ-218 Λέσβιος Βενιαμίν Γ-219 Λεσέβιτς Γ-219 Λέσσινγκ Γ-220 Λέσχη της Ρώμης Γ-221 Λεύκιππος Γ-223 Λεφέβρ Γ-224 Λι-ετικέτα Γ-224 Λι-νόμος Γ-225 Λίμπερτ Γ-225 Λίμπιντο Γ-226 Λίμπκνεχτ Β. Γ-226 Λίμπκνεχτ Κ. Γ-228 Λίμπαν Γ-229 Λογγίνος Κάσσιος Γ-230 Λογικά σφάλματα Γ-230 Λογικές πράξεις Γ-230 Λογική Γ-231 Λογική ακολουθία Γ-239 Λογική διαλεκτική Γ-240 Λογική ελαχιστική Γ-240 Λογική ενορατική Γ-240 Λογική επαγωγική Γ-241 Λογική θετική Γ-241 Λογική μαθηματική Γ:242 Λογική πλειότιμη Γ-242 Λογική προτασιακή Γ-243 Λογική συμβολική Γ-244 Λογική συνδυαστική Γ-244 Λογική της επιστήμης Γ-244 Λογική του χρόνου Γ-247 Λογική τροπική Γ-247 Λογική των κατηγορημάτων Γ-248 Λογική των κλάσεων Γ-249 Λογική των πιθανοτήτων Γ-250 Λογική των σχέσεων Γ-250 Λογικής ανάλυσης φιλοσοφία Γ-251 Λογικισμός Γ-252 Λογικό και ιστορικό Γ-252 Λογικοί σύνδεσμοι Γ-252 Λογικός ατομισμός Γ-252 Λογικός εμπειρισμός Γ-253 Λογικός θετικισμός Γ-253 Λογικός νόμος Γ-254 Λογικός νόμος Γ-254 Λογισμός Γ-255 Λογισμός προτασιακός Γ-256 Λογισμός των κατηγορημάτων Γ-256 Λογισμός των κλάσεων Γ-256 Λογιστική Γ-256 Λογοθέτης Γ-257 Λόγος Γ-257 «Λόγος περί της μεθόδου» Γ-258 Λοκ Γ-260 Λοκαγιάτα Γ-263 Λομονόσοφ Γ-263 Λομπρόζο Γ-264 Λοπάτιν Γ-265 Λόρια Γ-266 Λόσσκι Γ-266 Λότσε Γ-267 Λου Τσγιουγιουάν Γ-267 Λούβαρης Γ-268 «Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας» Γ-268 Λούθηρος Γ-270 Λουκασέβιτς Γ-273 Λούκατς Γιολ. Γ-273 Λούκατς Ντ. Γ-274 Λουκρήτιος Γ-275 Λούλιος Γ-276 Λούξεμπουργκ Γ-277 Λούππολ Γ-279 Λύκειο Γ-280 Μ. Μαγεία Γ-281 Μάγια Γ-281 Μάγιο Γ-282 Μαζική επικοινωνία Γ-283 «Μαζική κοινωνία» Γ-283 «Μαζική κουλτούρα» Γ-285 Μαθησιακή διαδικασία Γ-287 Μαιευτική Γ-287 Μαΐμονίδης Γ-287 Μάινονγκ Γ-2ββ Μαίστρ Γ 288 Μακ Άιβερ Γ-289 Μακ Λιούαν Γ-289 Μακ Ντούγκαλ Γ-290 Μακ Τάγκαρτ Γ-291 Μακένζι Γ-291 Μακιαβέλλι Γ-292 Μακοβέλσκι Γ-293 Μακρόσκομος Γ-294 Μαλθουσιανισμός Γ-294 Μαλινόφσκι Β.Φ. Γ-295 Μαλινόφσκι Μπ.Κ. Γ-296 Μαλμπράνς Γ-297 Μαμπλί Γ-298 Μάμφορντ Γ-298 Μαν Γ-299 Μάνας Γ-301 «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» Γ-302 Μανιχαϊσμός Γ-306 Μάντβα Γ-307 Μάντεβιλ Γ-307 Μαντιαμίκα Γ-308 Μανχάιμ Γ-309 Μάξιμος ο Γραικός Γ-310 Μάξιμος ο Ομολογητής Γ-311 Μαξίμοφ Γ-311 Μαρβούργου σχολή Γ-312 Μάρκος Βικτωρίνος Γ-313 Μαριτέν Γ-313 Μάρκοβιτς Γ-314 Μάρκος Αυρήλιος Γ-315 Μαρκούζε Γ-315 Μάρκοφ Γ-316 Μαρξ Γ-317 Μαρξισμός - Λενινομός Γ-324 Μαρσέλ Γ-331 Μάσλοου Γ-331 Μάτραι Γ-332 Μαχ Γ-332 Μαχαγιάνα Γ-332 Μαχισμός Γ-335 Μεγαλοαστικός σωβινισμός Γ-336 Μεγαλοφυία Γ-336 Ι\Λεγαρική σχολή Γ-337 Μέγιερσον Γ-337 Μέθοδοι συγκεκριμένης κοινω- νιολογικής έρευνας Γ-338 Μεθοδολογία Γ-341 Μέθοδος Γ-345. Μελάγχθων Γ-348 «Μελέτη για την ανθρώπινη νόη- ση» Γ-349 Μελιέ Γ-349 Μελιούχιν Γ-350 Μέλισσος Γ-350 Μελλοντολογία Γ-351 Μεν ντε Μπιράν Γ-352 Μενάγιας Γ-352 Μενγκ-τσε Γ-353 Μενέδημος ο Ερετριεύς Γ-353 Μένιππος ο Γαδαρηνός Γ-354 Μενκιούς Γ-354 «Μενσεβικίζων ιδεαλισμός» Γ-354 Μέντελσον Γ-355 Μένων ο Θετταλός Γ-355 Μέρινγκ Γ-357
Μερλό - Πογτύ Γ-358 Μέρος και όλο Γ-359 Μέρτον Γ-361 Μεσαία στρώματα Γ-362 «Μεσαίας» και «νέας μεσαίας τάξης» θεωρίες Γ-363 Μέσος πλατωνισμός Γ-364 «Μετά τα Φυσικά» Γ-365 «Μεταβιομηχανική κοινωνία» Γ-367 Μεταγλώσσα Γ-368 Μεταθεωρία Γ-369 Μεταλλαγή πολιτιστική Γ-369 Μεταλογική Γ-369 Μεταρρύθμιση Γ-370 Μεταρρύθμιση θρησκευτική Γ-372 Μεταφυσική Γ-375 «Μεταφυσική του φωτός» Γ-378 Μετεμψύχωση Γ-379 Μέτρηση Γ-380 Μετριοπάθεια Γ-381 Μέτρο Γ-382 Μέτσνικοφ Γ-382 Μη-αντιφατικότητα Γ-383 Μη-πραγματικό Γ-384 Μηδέν Γ-384 Μηδενισμός Γ-385 Μηντ Γ-386 Μητρόδωρος ο Χίος Γ-386 «Μηχανιστές» Γ-387 Μηχανιστική αντίληψη Γ-387 Μικούλινσκι Γ-389 Μικρή ομάδα Γ-389 Μικροαστική τάξη Γ-389 Μικροκοινωνιολογία Γ-392 Μικρόκοσμος και μακρόκοσμος Γ-392 Μιλ Γ-394 Μιλήτου σχολή Γ-395 Μιλς Γ-396 Μιμάμσα Γ-396 Μίμηση Γ-398 Μίμηση στην ψυχολογία Γ-399 Μιντσιά Γ-400 Μίτιν Γ-401 Μιχαήλ Ψελλός Γ-402 Μιχαηλόφσκι Γ-402 Μίχελς Γ-403 Μνήμη Γ-404 Μο Τι Γ-405 Μοίρα Γ-406 Μοιρολατρία Γ-408 Μοισιόδαξ Γ-409 Μοϊσμός Γ-410 Μόκσα Γ-411 Μόλεσοτ Γ-412 Μονάδα Γ-412 «Μοναδολογία» Γ-413 Μονισμός Γ-414 Μονταίν Γ-415 Μοντέλο Γ-415 Μοντέλου κατασκευή Γ-416 Μοντερνισμός Γ-418 Μοντεσκιέ Γ-418 Μορ Γ-419 Μόργκαν Γ-420 Μορελλύ Γ-422 Μορένο Γ-422 Μορφές κίνησης της ύλης Γ-423 Μορφή Γ-423 Μορφή και ύλη Γ-423 Μος Γ-424 Μόσκα Γ-425 Μουνιέ Γ-426 Μουρ Γ-427 Μουσουλμανισμός Γ-428 Μουταζιλίτες Γ-428 Μπάαντερ Γ-429 «Μπαγκαβαντγκίτα» Γ-429 Μπαίμε Γ-430 Μπακλ Γ-431 Μπακούνιν Γ-432 Μπάκτι Γ-433 Μπανταραγιάνα Γ-434 Μπάουερ Γ-434 Μπαουμγκάρτεν Γ-435 Μπαρτ Κ. Γ-435 Μπάρτζες Γ-436 Μπασλάρ Γ-436 Μπάυλ Γ-437 Μπαχμανιάρ Γ-437 Μπέικον Ρ. Γ-438 Μπέικον Φρ. Γ-438 Μπελ Γ-440 Μπέμπελ Γ-441 Μπένθαμ Γ-443 Μπέρκλευ Γ-443 Μπέρναλ Γ-445 Μπερνάρ ντε Κλαιρβώ Γ-445 Μπερνστάιν Γ-445 Μπερντιάγεφ Γ-447 Μπέρνχαμ Γ-449 Μπερξον Γ-450 Μπέρταλανφυ Γ-451 Μπέχτερεφ Γ-452 Μπιελίνσκι Γ-453 Μπιρουνί Γ-456 Μπιχεϊβορισμός Γ-456 Μπιχόφσκι Γ-456 Μπλαγκόγιεφ Γ-456 Μπλοντέλ Γ-457 Μπλοχ Γ-458 Μπόας Γ-459 Μπογκντάνοφ Γ-460 Μπόζανκετ Γ-461 Μπολτσάνο Γ-462 Μποναβεντούρα Γ-462 Μποντέν Γ-463 Μπόντι Γ-464 Μπορ Γ-464 Μπόσκοβιτς Γ-465 Μποσσυέ Γ-465 Μπουλ Γ-466 Μπουλγκάκοφ Γ-466 Μπούλτμαν Γ-467 Μπούμπερ Γ-468 Μπούνγκε Γ-468 Μπουρ Γ-469 Μπουριντάν Γ-469 Μπουτρού Γ-469 Μποχένσκι Γ-470 Μπράντλεϋ Γ-470 Μπρεντάνο Γ-471 Μπρζεζίνσκι Γ-472 Μπρίτζμαν Γ-473 Μπρούνο Γ-473 Μπρίσνσβικ Γ-474 Μπύχνερ Γ-475 Μπχάβα Γ-475 Μύθοι Γ-476 ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ Μ. Μυθολογία Δ-11 Μυστικισμός Δ-15 Μωαμεθανισμός Δ-17 Ν. Νάβα-νυάγια Δ-18 Ναγκαριούνα Δ-19 Ναλμπαντιάν Μ. Δ-19 Νάμα-ρούπα Δ-20 Ναροντνικισμός Δ-21 Νάστικα Δ-23 Νάτορπ Δ-24 Νατουραλισμός Δ-24 «Νέα Αριστερά» Δ-25 «Νέα δοκίμια για την ανθρώπινη νόηση» Δ-27 Νεγροσύνη Δ-28 Νέιγκελ Ε. Δ-29 Νεμέσιος ο Εμέσης Δ-29 Νεντέλκοβπ-ς Ντ. Δ-30 Νεντονσέλ Μ. Δ-31 «Νέο όργανο» Δ-31 Νεοελληνική φιλοσοφία Δ-32 Νεοεξελικτική θεωρία Δ-32 Νεοθετικισμός Δ-34 Νεοθωμισμός Δ-36 Νέοι χεγγελιανοί Δ-38 Νεοκαντιανισμός Δ-38 Νεοκομφουκιανισμός Δ-40 Νεολαία Δ-42 Νεομαλθουσιανισμός Δ-45 «Νεομαρξισμός» Δ-45
Νεοορθολογισμός Δ-47 Νεοπλατωνισμός Δ-48 Νεοπυθαγορισμός Δ-53 Νεορεαλισμός Δ-54 Νεοσυμπεριφορισμός Δ-55 Νεοσχολαστικισμός Δ-55 Νεοταοϊσμός Δ-56 Νεοτεριστικά ρεύματα Δ-57 Νεοφροϋδισμός Δ-59 Νεοχεγγελιανισμός Δ-61 Νεύτων Ι. Δ-64 Νικόλαος Κουζάνος Δ-65 Νικομάχεια Δ-67 Νικόμαχος Δ-67 Νιλ Σόρσκι Δ-68 Νίμπουρ Ρ. Δ-68 Νιούτον Δ-69 Νιρβάνα Δ-69 Νισίντα Δ-70 Νίτσε Δ-71 Νοβάλις Δ-72 Νόβικοφ Δ-73 Νόημα Δ-73 Νόηση Δ-74 Νόησις και νόημα ά'77 Νοητό Δ-77 Νομική (λεγκαλιστική) κοσμοθε- ωρία Δ-77 Νομική συνείδηση Δ-78 «Νόμιμος μαρξισμός» Δ-78 Νομιμότητα και ηθικότητα Δ-80 Νομιναλισμός Δ-80 Νομοθετική μέθοδος Δ-82 Νόμος Δ-83 «Νόμος» και «φύσις» Δ-84 Νομοτέλεια κοινωνική Δ-85 Νοόσφαιρα Δ-87 Νοούμενο Δ-88 Νόρμα Δ-88 Νουμήνιος Δ-90 Νόυρατ Δ-90 Νους Δ-91 Ντανιλέφσκι Δ-92 Ντάνχαμ Δ-93 Ντάρμα Δ-94 Νταρμακίρτι Δ-94 Ντάρσανα Δ-95 Ντβάνι Δ-95 Ντε Ρουά Δ-96 Ντεϊσμός Δ-96 Ντεκάρτ Δ-97 Ντεμπόριν Δ-102 Ντεμπφ Δ-103 Ντερριντά Δ-103 Ντεσάν Δ-104 Ντετερμινισμός Δ-104 Ντιγκνάγκα Δ-104 Ντίλταϊ Δ-105 Ντίννικ Δ-106 Ντιντερό Δ-106 Ντιούι Δ-108 Ντίτσγκεν Δ-109 Ντομπρολιούμποφ Δ-110 Ντοστογιέφσκι Δ-113 Ντουνς Σκωτ Ιωάννης Δ-115 Ντρις Δ-117 Ντυάνα Δ-117 Ντυέμ Δ-118 Ντύρινγκ Δ-118 Ντυρκχάιμ Δ-119 Νυάγια Δ-121 Ξενοκράτης Δ-123 Ξενοφάνης Δ-123 Ξενοφών Δ-124 Ξεχωριστό Δ-126 «Ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορία» Δ-127 Όγκμπορν Δ-128 «Οι τρείς πηγές και τα τρία συ- στατικά μέρη του μαρξισμού» Δ-129 Οϊζερμάν Δ-1?1 Οικογένεια Δ-131 Οικολογία κοινωνική Δ-135 «Οικολογικός πεσιμισμός» Δ-138 «Οικονομικά - φιλοσοφικά χειρό- γραφα» Δ-138 «Οικονομικά χειρόγραφα 1857- 1858» Δ-141 Οικονομικός υλισμός Δ-141 Οικουμενικά προβλήματα Δ-141 Οκκαζιοναλισμός Δ-144 Όκκαμ Δ-144 Οκκαμισμός Δ-145 Ολισμός Δ-146 Όλο Δ-146 Ολοκλήρωση Δ-146 Ολοκληρωτισμός Δ-147 Ολότητα Δ-148 Ολυμπιόδωρος Δ-148 Ομάδα αναφοράς Δ-148 «Ομάδα του Πετρασέφσκι» Δ-149 Ομάδες κοινωνικές Δ-151 Ομαδική δυναμική Δ-153 Ομελιάνοφοκι Δ-154 Ομιλία Δ-155 Όμιλος Καππαδοκίας Δ-156 Ομοιομέρεια Δ-156 Ομοιόσταση Δ-156 Ομοιότητα Δ-157 Ομοίωση Δ-158 Ομομορφισμός Δ-158 Όνειρα Δ-158 Όνομα Δ-159 Οντογένεση Δ-160 Οντολογία Δ-161 Οντολογικό επιχείρημα Δ-164 Όουεν Ρ. Δ-166 Οπερασιοναλισμός Δ-168 Οπισθοδρόμηση Δ-168 Οπορτουνισμός Δ-169 Οππενχάιμερ Δ-171 Οργανική σχολή Δ-172 Οργανικισμός Δ-173 Οργανισπκές θεωρίες Δ-164 «Όργανον» Δ-174 Οργάνωση Δ-176 Όργουελ Δ-179 Ορθοδοξία Δ-180 Ορθολογικό Δ-180 Ορθολογισμός Δ-180 Ορισμός Δ-183 Ορισμός, δυνατότητα Δ-185 Ορισμός μη - κατηγορικός Δ-186 «Ορίων ανάπτυξης» θεωρία Δ-186 Όρος Δ-187 Ορτέγκα-υ-Γκασέτ Δ-187 Ορφισμός Δ-188 Ου-σιν Δ-190 Ου Τσεν Δ-190 Ουάιτ Δ-191 Ουάιτχεντ Δ-191 Ουάρτε Δ-192 Ουάτσον Δ-193 Ούγος ο Αγιος Βίκτωρος Δ-193 Ουέλς Δ-194 Ουίσντομ Δ-194 Ουμανισμός Δ-195 Ουναμούνο Δ-198 Ουνιβερσάλια Δ-200 Ουόρνερ Δ-200 Ουόρντ Δ-201 Ουόρντ Δ-202 Ουπανισάδες Δ-203 Ουρμπανισμός Δ-204 Ουσία Δ-208 Ουσία Δ-210 Ουσία και φαινόμενο Δ-210 «Ουσία του χριστιανισμού» Δ-211 Ουτοπία Δ-213 Ουτοπικός σοσιαλισμός Δ-216 Π. ΙΊάβλοφ Ι. Δ-221 Πάβλοφ Τ Δ-222 Πάδουας σχολή Δ-223
Πάθος Δ-223 Παιχνίδι Δ-224 Παλιγγενεσία Δ-225 Παλλαϊκό κράτος Δ-226 Παλλογισμός Δ-226 Παναίτιος ο Ρόδιος Δ-226 Πανενθεϊσμός Δ-227 Πανθεϊσμός Δ-227 Πάνινι Δ-229 Παμψυχισμός Δ-230 Παπαβασιλόπουλος Δ-230 Παπαδόπουλος Δ-230 Παπανούτσος Δ-231 Παραγόντων θεωρία Δ-231 Παραγωγή Δ-234 Παραγωγή Δ-236 Παραγωγικές δυνάμεις Δ-236 Παραγωγικές σχέσεις Δ-240 Παράδειγμα Δ-240 Παράδοξο Δ-241 Παράδοση Δ-242 Παράκελοος Δ-243 Παρακμιακό ρεύμα Δ-244 Παραλογισμοί Δ-245 Παράσταση Δ-246 Παρατήρηση Δ-246 Παρέκταση Δ-247 Παρεμβολή Δ-247 Παρέτο Δ-247 Παρμενίδης Δ-249 «Παρμενίδης» Δ-250 Πάρσονς Δ-252 Πασκάλ Δ-253 Πάσχειν Δ-254 Πανταντζάλι Δ-256 Πατρίτσι Δ-256 Πατριωτισμός Δ-256 Πατρολογία Δ-258 Πεδίο υπό μελέτη αντικειμένων Δ-259 Πειθαρχία Δ-260 Πέιν Δ-261 Πείραμα Δ-262 Πεμπτουσία Δ-263 Πεπερασμένο Δ-264 Πεπρωμένο Δ-265 Πέρασμα των ποσοτικών αλλα- γών σε ποιοτικές Δ-265 «Περί ποιητικής» Δ-267 «Περί του ανθρώπου» Δ-269 «Περί του πνεύματος» Δ-270 Περιβάλλον κοινωνικό Δ-271 Περιγραφή Δ-271 Περιεχόμενο και μορφή Δ-272 Περιπατητική σχολή Δ-274 Περσοναλισμός Δ-276 Πετραζίτσκι Δ-279 Πέτρος Λομβαρδός Δ-280 Πέτρος Νταμιάνι Δ-280 Πήρς Δ-281 Πιαζέ Δ-281 Πιετισμός Δ-282 Πιθανότητα Δ-283 Πίκκολος Δ-285 Πίκο ντέλλα Μιράντολα Δ-285 Πίσαρεφ Δ-286 Πίστη Δ-288 Πλάνη Δ-289 Πλασματικό Δ-290 Πλάτων Δ-290 Πλατωνικοί του Καίμπριτζ Δ-297 Πλατωνισμός Δ-298 Πλέσνερ Δ-298 Πλεχάνοφ Δ-299 Πληθυσμός Δ-305 Πλήθων Γεώργιος Δ-306 Πληρότητα Δ-307 Πληροφόρηση Δ-307 Πλήρωμα Δ-309 Πλουραλισμός Δ-310 Πλούταρχος Δ-311 Πλωτίνος Δ-312 Πνεύμα Δ-314 Ποιότητα Δ-317 Ποιότητα ζωής Δ-318 Πόλεμος Δ-319 Πολεοδομία Δ-322 Πολικάροφ Δ-322 «Πολιτεία» Δ-322 Πολιτική Δ-324 Πολιτική επιστήμη Δ-328 Πολιτική οικονομία Δ-330 Πολιτική οργάνωση της κοινω- νίας Δ-335 Πολιτικό σύστημα Δ-355 Πολιτισμική επανάσταση Δ-337 Πολιτισμικό πλέγμα (κουλτούρα) Δ-340 Πολιτισμός Δ-347 Πολιττσέρ Δ-348 Πομπονάτσι Δ-348 Ποπουλισμός Δ-349 Πόππερ Δ-349 Πορέτσκι Δ-351 Πορφύριος Δ-351 Ποσειδώνιος Δ-352 Ποσοδείκτης Δ-353 Ποσότητα Δ-354 «Ποτσβενίτσεστβο» Δ-355 Πουανκαρέ Δ-356 Πουλάντζάς Ν. Δ-357 Πούτγκαλα Δ-359 Πούρβα - μιμάμσα Δ-360 Πούρουσα Δ-360 Πράγμα Δ-360 «Πράγμα καθαυτό» Δ-361 «Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση» Δ-361 «Πραγματεία για την τελειοποίη- ση της διάνοιας» Δ-362 «Πραγματεία για τις αρχές της ανθρώπινης γνώσης» Δ-363 Πραγματικό Δ-364 Πραγματικότητα Δ-364 Πραγματικότητα αντικειμενική Δ-365 Πραγματισμός Δ-365 Πραγματιστική Δ-367 Πραγματότητα Δ-368 Πραγμοποίηση Δ-368 Πρακρίτι Δ-368 Πρακτική Δ-369 Πρακτικός λόγος Δ-371 Πράνα Δ-371 Πρατιτιασαμουτπάντα Δ-372 Πρίστλεϋ Δ-373 Πρόβλεψη Δ-373 Πρόβλημα Δ-374 Προβολή Δ-375 Πρόγνωση Δ-375 Πρόδικος Δ-377 Προέκταση Δ-378 Πρόθεση Δ-378 Προθετικότητα Δ-379 Προκαθορισμένη αρμονία Δ-380 Προκαθορισμός Δ-380 Προκατάληψη Δ-380 Προκείμενη Δ-382 Πρόκλος Δ-382 Προλεγόμενα Δ-384 Προλεταριάτο Δ-384 Πρόληψη Δ-384 Πρόοδος Δ-384 Προπαγάνδα Δ-387 Προπαιδευτική Δ-389 Προσαρμογή Δ-390 Προσδοκίες κοινωνικές Δ-391 Προσθετικότητα Δ-393 Πρόσληψη Δ-393 Προσοχή Δ-394 Προσταγή Δ-395 Προστατευτικοί μηχανισμοί Δ-395 Προσχηματισμός Δ-396 Προσωκρατικοί Δ-397 Προσωπικότητα Δ-399 Πρόταση Δ-404 Προυντόν Δ-404 Προΰπαρξη Δ-406 Πρωταγόρας Δ-406 Πρώτη ύλη Δ-407 Πρώτη φιλοσοφία Δ-407 Πρωτόγονος κοινοτικός σχηματι- σμός Δ-407 «Πρώτον κινούν» Δ-411 Πτολεμαίος Δ-412 Πυθαγόρας Δ-413 Πυθαγορισμός Δ-415 Πυλαρινός Φρ. Δ-417 Πύρρων Δ-418
Ραζί Δ-419 Ράιερσον Δ-419 Ράιλ Δ-420 Ράιχ Δ-420 Ράιχενμπαχ Δ-421 Ραμακρίσνα Δ-422 Ραμανούγια Δ-423 Ραμέ Δ-424 Ραντακρίσναν Δ-425 Ραντίστσεφ Δ-425 Ράντκλκρ - Μπράουν Δ-427 Ράντμπρουχ Δ-427 Ρασιοναλισμός Δ-428 Ράσσελ Δ-428 Ρατσισμός Δ-429 Ράυναλ Δ-431 Ρεαλισμός Δ-432 Ρελατιβισμός Δ-439 Ρέμκε Δ-441 Ρενάν Δ-441 Ρενουβιέ Δ-442 Ρεφορμισμός Δ-442 Ριγορισμός Δ-445 Ριζοσπαστισμός Δ-445 Ρικέρ Δ-447 Ρίκκερ Δ-447 Ριμπό Δ-448 Ριντ Δ-449 Ρίσμαν Δ-450 Ρίτα Δ-450 Ρίχτα Δ-451 Ρόζενταλ Δ-451 Ροζμίνι-Σερμπάτι Δ-451 Ρόις Δ-452 Ρόλος κοινωνικός Δ-452 Ρόμπερτ Γκρόσσετεστ Δ-453 Ρομπινέ Δ-454 Ροπή Δ-454 Ρόστοου Δ-454 Ρότζερς Δ-456 Ρουμπινστέιν Δ-456 Ρουμπινστέιν Δ-456 Ρουντνιάνσκι Δ-457 Ρουσσώ Δ-457 Ρούτκεβιτς Δ-459 Ρυθμιστικός Δ-459 Σάιμον Δ-460 Σαίν Σιμόν Δ-460 Σάκτι Δ-462 Σαμάντχι Δ-463 Σάμνερ Δ-4β4 Σανκάρα Δ-464 Σάνκυα Δ-466 Σανοάρα Δ-468 Σανταγκίνα Δ-468 Σάο - Γιουνγκ Δ-469 Σαουτραντίκα Δ-470 Σαρβαστιβάντα Δ-470 Σαρρόν Δ-470 Σαρτρ Δ-471 Σαρτρ σχολή Δ-473 Σάτγια Δ-475 Σβάιτσερ Δ-475 Σβέντενμποργκ Δ-476 Σβέτσνικοφ Δ-477 Σέλερ Δ-477 ΤΟΜΟΣ πέμπτος Σ. Σέλζαμ Ε-11 Σέλλαρς Ε-11 Σέλλινγκ Ε-11 Σελλινγκιανισμός Ε-15 Σενγκόρ Ε-16 Σενέκας Ε-16 Σενσουαλισμός Ε-18 Σεστόφ Ε-18 Σέτσενοφ Ε-19 Σέφτσμπερυ Ε-20 Σημαντική Ε-21 Σημαντική γενική Ε-23 Σημασία Ε-24 Σημείο Ε-25 Σημειωτική Ε-27 Σιγκέρ ντε Μπραμπάντ Ε-29 Σίγκετι Ε-30 Σιεπάνοκι Ε-30 Σικάγου σχολή Ε-31 Σίλλερ Ε-32 Σιμπλίκιος Ε-33 Σινκαρούκ Ε-34 Σιουν-Τσε Ε-34 Σκάντα Ε-35 Σκεπτικισμός Ε-35 Σκίννερ Ε-36 Σκληρός Γ Ε-37 Σκοβοροντά Ε-38 Σκοπιμότητα Ε-39 Σκοπός Ε-41 Σκωτίας Σχολή Ε-43 Σκωτισμός Ε-43 Σκώτος Εριγένης Ε-44 Σλαβόφιλοι Ε-44 Σλάιερμάχερ Ε-47 Σλέγκελ Ε-47 Σλίκ Ε-49 Σμιρνόφ Ε-50 Σμολ Ε-50 Σολιψισμός Ε-51 Σολοβιόφ Ε-51 Σόμερβιλ Ε-53 Σοπενχάουερ Ε-54 Σορόκιν Ε-55 Σοσιαλκϊμός Ε-56 «Σοσιαλισμός αληθινός» Ε-64 Σοσιαλισμός αναπτυγμένος Ε-64 Σοσιαλισμός από καθέδρας Ε-64 Σοσιαλισμός ουτοπικός Ε-64 Σοσιαλισμός φεουδαρχικός Ε-64 Σοσιαλιστική επανάσταση Ε-64 Σοσιαλιστικός ρεαλισμός Ε-67 Σουάρες Ε-70 Σουγδουρής Γ. Ε-70 Σούμμα Ε-71 «Σούμμα θεολογική» Ε-71 «Σούμμα κατά των εθνικών» Ε-71 Σούνια Ε-72 Σουνιαβάντα Ε-72 Σούππε Ε-72 Σούτρα Ε-73 Σουτς Ε-73 Σουφισμός Ε-74 Σουχραβαρντί Ε-75 Σόφισμα Ε-76 Σοφιστές Ε-76 Σοφιστική Ε-79 Σπένγκλερ Ε-80 Σπένσερ Ε-81 Σπετ Ε-82 Σπεύσστπος Ε-83 Σπινόζα Ε-83 Σπιρπουαλισμός Ε-86 Σπίρκιν Ε-87 Σρέντερ Ε-87 Σταδίων της οικονομικής ανά- πτυξης θεωρία Ε-87 Στάινερ Ε-87 Στάμλερ Ε-88 Στανκιέβπς όμιλος Ε-88 Στατική κοινωνική Ε-89 Στατικοί και δυναμικοί νόμοι Ε-89 Στεπανιάν Ε-90 Στετσέλ Ε-91 Στίλπων Ε-91 Στίρλινγκ Ε-91 Στίρνερ Ε-92 Στοιχεία Ε-92 «Στοιχεία της φιλοσοφίας» Ε-93 «Στοιχείωσις θεολογική» Ε-94 Στοχασμός Ε-94 Στράους Ε-95 Στράτων Ε-95 Στρόσον Ε-96 Στρουκτουραλισμός Ε-97 Στρώμα Ε-100 Στρωμάτωση κοινωνική Ε-100 Στυλ ζωής Ε-100 Στωική φιλοσοφία Ε-100 Συγκεκριμένο Ε-103 Σύγκλισης θεωρία Ε-103 Συγκρητισμός Ε-104
Σύγκριση Ε-105 Συγκριτική-ιστορική μέθοδος Ε-105 Σύζευξη Ε-107 Συλλογκισμός Ε-107 Συλλογιστική Ε-107 Συμβεβηκός Ε-108 Σύμβολο Ε-109 Συμμετρία Ε-110 Συμπάθεια κοσμική Ε-111 Σύμπαν Ε-111 Συμπεριφορά Ε-112 Συμπεριφορισμός Ε-114 Σύμπλεγμα Ε-115 «Συμπόσιον» Ε-115 Συμπτωσιαρχία Ε-116 Συμφέρον Ε-116 Συναγωγή Ε-118 Συναγωγής κανόνας Ε-118 Συναισθήματα Ε-118 Σύνδεση Ε-119 Συνείδηση Ε-120 Συνείδηση Ε-120 Συνειδητό και αυθόρμητο Ε-126 Συνειρμική ψυχολογία Ε-127 Συνειρμισμός Ε-128 Συνειρμός Ε-129 Συνεπαγωγή Ε-129 Συνέχεια και ασυνέχεια Ε-129 Συνεχές Ε-130 Συνήθεια Ε-130 Σύνθεση Ε-130 Συνθετικό Ε-132 Συνόλων θεωρία Ε-132 Συντακτική Ε-132 Σύνταξη Ε-132 Συντηρητϋμός Ε-133 Συστατική και ρυθμκττική μέθο- δος Ε-134 Σύστημα Ε-135 Σύστημα κοινωνικό Ε-139 Σύστημα κοινωνικοοικονομικό Ε-139 «Σύστημα υπερβατικού ιδεαλι- σμού» Ε-139 Συστήματα ελέγχου Ε-140 Συστημική ανάλυση Ε-140 Συστημική προσέγγιση Ε-141 Σφαίρα Ε-144 Σφυγμομέτρηση στην κοινωνική έρευνα Ε-144 Σχεδιασμός κοινωνικός Ε-144 Σχέσεις παραγωγής Ε-144 Σχέση Ε-148 Σχετική αλήθεια Ε-148 Σχετικισμός Ε-148 Σχολαστικισμός Ε-148 Σχολή Μιλήτου Ε-150 Σχολή φυλετικής ανθρωπολο- γίας Ε-150 Σωβινισμός Ε-151 Σωβύ Ε-151 Σωκράτης Ε-153 Σωκρατικές σχολές Ε-154 Σωκρατική μέθοδος Ε-154 Σωρείτης Ε-154 Τ. «Τα Πολιττκά» Ε-155 Τάι Τσεν Ε-156 Τάι - τσι Ε-157 Ταιν Ε-157 Ταϊχμύλλερ Ε-159 Ταμπεραμέντο Ε-159 Τάξεις Ε-159 Τάξη «καθεαυτήν» και τάξη «διεαυτήν» Ε-164 Ταξική πάλη Ε-165 Ταξινόμηση Ε-170 Τάο Ε-170 «Τάο τσάνγκ» Ε-171 Ταοϊσμός Ε-172 Τάπας Ε-173 Ταρντ Ε-174 Τάρσκι Ε-175 Τάση Ε-175 Τατάκης Ε-175 Ταύτιση Ε-176 Ταυτολογία Ε-176 Ταυτόσημη αλήθεια Ε-177 Ταυτότητα Ε-177 Ταυτότητας νόμος Ε-179 Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν Ε-179 Τέκεϊ Ε-181 Τεκμηρίωση Ε-181 Τελέζιο Ε-182 Τελεολογία Ε-183 «Τέλος» Ε-184 Τέννις Ε-184 Τερτυλλιανός Ε-185 Τεστ Ε-186 Τέυλορ Ε-187 Τέχνη Ε-187 Τεχνική Ε-191 Τεχνοκρατία Ε-192 Τζαϊμινι Ε-192 Τζεμς Ε-194 Τζεντίλε Ε-195 Τζέφερσον Ε-196 «Τι είναι οι "φίλοι του λαού" Ε-197 «Τι να κάνουμε;» Ε-199 Τιερύ της Σαρτρ Ε-200 Τίλλιχ Ε-200 «Τίμαιος» Ε-201 Τιμάσεφ Ε-203 Τίμων Ε-204 «Τιπίτακα» Ε-204 Τίτσενερ Ε-205 Τκατσιόφ Ε-205 Το μη-Είναι Ε-207 Τοκεβίλ Ε-207 Τόλαντ Ε-208 Τολστοϊσμός Ε-209 Τόμας Ε-210 Τούλμιν Ε-211 Τουνγκ Τσουνσού Ε-212 Τόυνμπι Ε-213 Τουραίν Ε-215 Τόφλερ Ε-216 Τραγικό Ε-216 Τρελτς Ε-219 Τριάς Ε-219 Τροπικότητα Ε-220 Τρόπος (modus) Ε-220 Τρόπος παραγωγής Ε-221 Τρουμπετσκόι Γ.Ν. Ε-222 Τρουμπετσκόι Σ.Ν. Ε-223 Τσααντάγεφ Ε-224 Τσάγκιν Ε-225 Τσάνγκ Ε-225 Τσανγκ Τσάι Ε-226 Τσαρβάκα Ε-227 Τσατσκόφσκι Ε-227 Τσενγκ Ε-227 Τσερνισέφσκι Ε-228 Τσερτς Ε-233 Τσι Ε-233 Τσιολκόφσκι Ε-233 Τσισιά Ε-235 Τσιτσέριν Ε-235 Τσίττα Ε-236 Τσου Σι Ε-237 Τσου Τουν - Ι Ε-238 Τσουάνγκ - τσε Ε-238 Τύμπινγκεν σχολή Ε-239 Τυπική κοινωνιολογία Ε-240 Τυπολογία Ε-241 Τυποποίηση Ε-243 Τύπος Ε-244 Τυργκό Ε-244 Τυχαίο Ε-245 Ύλη Ε-246 Ύλη Ε-249 Υλικό Ε-249 Υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας Ε-249 «Υλισμός και εμπειριοκριτικι- σμός» Ε-251 Υλιστική αντίληψη της ιστορίας Ε-255 Υλοζωισμός Ε-255 Υλομορφισμός Ε-256 Υπάλληλοι Ε-256
Υπαρκτό Ε-258 Ύπαρξη Ε-258 Υπαρξισμός Ε-259 Υπατία Ε-263 Υπεράνθρωπος Ε-263 Υπερβάσεις Ε-265 Υπερβατικοί Ε-265 Υπερβατικός Ε-266 Υπερβατός Ε-267 Υπόθεση Ε-267 Υποθετική παραγωγική μέθο- δος Ε-269 Υποκειμενική κοινωνιολογία Ε-270 Υποκειμενικό πνεύμα Ε-271 Υποκειμενικός ιδεαλισμός Ε-272 Υποκειμενικός παράγοντας Ε-272 Υποκειμενισμός Ε-273 Υποκείμενο Ε-274 Υπόσταση Ε-275 Υποστασιοποίηση Ε-276 Υπόστρωμα Ε-276 Υποσυνείδητο Ε-277 Υψηλό Ε-277 Φαβωρίνος Ε-279 «Φαίδρος» Ε-279 «Φαίδων» Ε-280 Φαϊεράμπεντ Ε-281 Φαινίας Ε-282 Φαινομεναλισμός Ε-283 Φαινομενικότητα Ε-283 Φαινόμενο Ε-285 Φαινομενολογία Ε-285 «Φαινομενολογία του πνεύμα- τος» Ε-288 Φάιχινγκερ Ε-291 Φαντασία Ε-291 Φαραμπί Ε-292 Φάρμπερ Ε-293 Φασισμός Ε-293 Φατσζιά Ε-295 Φεν Γιουλάν Ε-295 Φεντοσέγεφ Ε-296 Φεουδαρχία Ε-296 Φεουδαρχικός σοσιαλισμός Ε-301 Φερεκύδης Ε-302 Φετιχισμός Ε-303 Φέχνερ Ε-304 Φιλελευθερισμός Ε-305 Φιλία Ε-306 Φίλιππος Ιωάννου Ε-307 Φίλιππος Ε-308 Φιλόδημος Ε-309 «Φίλοι της σοφίας» Ε-309 Φιλόλαος Ε-310 Φιλόπονος Ε-311 Φιλοσοφία Ε-311 Φιλοσοφία ελληνική Ε-326 Φιλοσοφία νεοελληνική Ε-328 «Φιλοσοφία της αίσθησης και της πίστης» Ε-328 Φιλοσοφία της επιστήμης Ε-329 Φιλοσοφία της ζωής Ε-33ί) Φιλοσοφία της ιστορίας Ε-332 Φιλοσοφία της Ιταλίας Ε-335 Φιλοσοφία της φύσης Ε-335 Φιλοσοφία του Δικαίου Ε-336 Φιλοσοφία του κοινού νου Ε-338 Φιλοσοφία του πολιτισμού Ε-338 Φιλοσοφικά λεξικά και εγκυκλο- παίδειες Ε-339 Φιλοσοφικά περιοδικά Ε-343 «Φιλοσοφικά τετράδια» Ε-346 Φιλοσοφική ανθρωπολογία Ε-348 Φιλοσοφικοί σύνδεσμοι και οργα- νώσεις Ε-349 Φιλοσοφικός διάλογος Ε-350 Φίλων ο Αλεξανδρεύς Ε-351 Φίλων ο Λαρισαίος Ε-352 Φιντεϊσμός Ε-352 Φιξιοναλισμός Ε-352 Φιόντοροφ Ε-353 Φίσερ Ε-354 Φιτσίνο Ε-354 Φίχτε Ε-355 Φλορένσκι Ε-358 Φογκτ Ε-358 Φορμαλισμός Ε-359 Φορμαλισμός Ε-360 Φόρρεστερ Ε-360 Φόυερμπαχ Ε-361 Φουκώ Ε-363 Φουραστιέ Ε-364 Φουριέ Ε-365 Φουτουρισμός Ε-366 Φράιμπουργκ σχολή Ε-366 Φρανκ Ε-366 Φράνκλιν Ε-367 Φρανκφούρτης σχολή Ε-368 Φράντσοφ Ε-368 Φρέγκε Ε-369 Φριτς Ε-369 Φρολόφ Ε-370 Φρομ Ε-370 Φροϋδισμός Ε-371 Φρόυντ Ε-372 Φυλές Ε-373 Φυλή Ε-375 Φυλογένεση Ε-375 Φύση Ε-376 «Φυσικά» Ε-380 Φυσικαλισμός Ε-381 Φυσική θεολογία Ε-381 Φυσική θρησκεία Ε-381 Φυσική πραγματικότητα Ε-381 Φυσικό δίκαιο Ε-382 Φυσικοεπιστημονικός υλισμός Ε-384 «Φυσικός» ιδεαλισμός Ε-384 «Φυσιολογικός ιδεαλισμός» Ε-385 Χ. Χάιζενμπεργκ Ε-387 Χαίκελ Ε-387 Χάιντεγγερ Ε-388 Χάλμπβαξ Ε-390 Χάμαν Ε-391 Χάμπερμας Ε-391 Χαν Ε-392 Χαν - Γιούι Ε-392 Χαν Φέι Ε-393 Χάουσχοφερ Ε-394 Χαρακτήρας Ε-394 Χάρτλεϋ Ε-396 Χάρτμαν Ε. Ε-396 Χάρτμαν Ν. Ε-397 Χάτσεσον Ε-397 Χέγγελ Ε-398 Χεγγελιανισμός Ε-401 Χέρβαρτ Ε-402 Χέρμαν Ε-403 Χέρντερ Ε-404 Χερτς Ε-404 Χέρτσεν Ε-405 Χέλμπερτ Ε-408 Χιναγιάνα Ε-409 Χιουμ Ε-410 Χούμορ Ε-412 Χόλιτσερ Ε-413 Χόλμπαχ Ε-413 Χόμανς Ε-414 Χομιακόφ Ε-415 Χομπς Ε-416 Χορκχάιμερ Ε-418 Χούμπολντ Ε-419 Χουρουφισμός Ε-420 Χούσσερλ Ε-421 Χριστιανικός σοσιαλισμός Ε-422 Χριστιανισμός Ε-423 Χριστόδουλος Παμπλέκης Ε-430 Χρόνος Ε-431 Χρύσιππος Ε-433 «Χρυσός κανόνας» Ε-433 Χυδαίος κοινωνιολογισμός Ε-434 Χυδαίος υλισμός Ε-437 Χώρος και χρόνος Ε-438 Ψ. Ψελλός Ε-443 Ψευδο-Διονύσιος ο Αρεοπαγί-
της Ε-444 Ψυχανάλυση Ε-445 Ψυχή-1. Ε-447 Ψυχή-2. Ε-447 Ψυχισμός Ε-450 Ψυχολογία Ε-450 Ψυχολογία της γκεστάλτ Ε-455 ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΤΟΜΟΥ Με την έκδοση του τόμου αυτού ολοκληρώνεται το «Φιλο- σοφικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό». Το πεντάτομο αυτό Λεξι- κό θα συνοδεύεται από ένα πολύγλωσσο ΛΕΞΙΚΟ ΦΙΛΟ- ΣΟΦΙΚΩΝ ΟΡΩΝ (στα: ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμα- νικά, ιταλικά και ρωσικά). Το Πολύγλωσσο Λεξικό θα κυκλο- φορήσει μέσα στο Σεπτέμβρη και αποτελεί προσφορά των Εκδόσεων Καπόπουλου στους αγοραστές του «Φιλοοοφι- κού Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού». Οι αγοραστές που θα έ- χουν προμηθευτεί νωρίτερα το Πεντάτομο Λεξικό, θα μπορούν να ζητήσουν το Πολύγλωσσο Λεξικό από το βι- βλιοπώλη τους, ή απευθείας από τις Εκδόσεις Καπόπου- λου (Αθήνα, Ζωοδόχου Πηγής 24, τηλ. 36.36.482 ή 36.05.451). Ο ΕΚΔΟΤΗΣ Ψυχολογία του βάθους Ε-455 Ψυχολογία των ορμών Ε-456 Ψυχολογισμός Ε-456 Ψυχολογισμός Ε-457 Ψυχοσωματική Ε-458 Ψυχοφυσικό πρόβλημα Ε-459 Ψυχοφυσικός παραλληλισμός Ε-459 Ω. Ωραίο Ε-460 Ωριγένης Ε-463 Ωφελιμισμός Ε-464
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ' Εκδοση για την Ελλάδα Εκδοτικό: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ Αθήνα, Ζωοδόχου Πηγής 24. τηλ.: 3605451 - 3636482 Τόμος Ε': Σέλζαμ - Ωφελιμισμός Σελίδες: 480, χαρτί γραφής σατινέ 100 γρ., σχήμα 70 Χ 100 - 1/16 Φωτοσύνθεση - ΣελιδοποΙηοη: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΑΜΠΡΙΙΜΟΣ. Αθήνα, Αραχώβης 61, τηλ.: 3634306 Φωτογραφική Αναπαραγωγή: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΔΙΑΝΑΚΗΣ Αθήνα, Τζαβέλα 6. τηλ.: 3643361 Εκτύπωση - Offset ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΡΛΑΥΤΗΣ - Μ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΑΟΥ O.E. Εμ. Μπενάκη 53. τηλ.: 3639822 ΔΙπΑωμα - Σύνθεση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΙΜΥΓΑΣ Περιστέρι. 25ης Μαρτίου 81, τηλ.: 5751683 ΒφλίΟδεσΙα: ΒΑΓΓΕΛΗ4Σ ΞΑΓΟΡΑΡΗΣ Ελληνικό, Ξανθού 41, τηλ.: 9616414 Ο* τόμος δόθηκε στην κυκλοφορία τον Αύγουστο του 1986